Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Η Ελλάδα που πληγώνουμε…

images2E554P9D

Πώς μια χώρα τόσο ευνοημένη από τη φύση τη γεμίσαμε πληγές και μέρα την μέρα την οδηγούμε στην καταστροφή; Μα, τόσο πολύ μαλάκες;….

Την απάντηση μας την έδωσε με τον τρόπο του και ο Γκάτσος:

«Πότε θα ανθίσουν τούτοι οι τόποι ;
Πότε θα έρθουν καινούργιοι Ανθρώποι
να συνοδεύσουν τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία ;….»
(Ν. Γκάτσος)

 Αυτή η άθλια δημοκρατία του 21ου αιώνα στην Ελλάδα αρνείται την παραμικρή προσαρμογή που απαιτείται για την κατανόηση του διπλανού μας, οδηγεί σε ρηχότητα και επιπολαιότητα και εντέλει σε αντιδημοκρατική συμπεριφορά, δηλαδή στον φασισμό. Ο φασισμός είναι αδαημοσύνη, κακία, ανεπάρκεια, μίσος για όσους ξεχωρίζουν, ζηλοφθονία και λοιπές μνησίκακες εγκληματικές ψευτιές. Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Η ελληνική κοινωνία είναι απολίτιστη, αγράμματη, αδαήμων και ας ζει σ΄ ένα θαύμα της φύσης, σ΄ ένα παραλήρημα φυσικής ομορφιάς, σε μια λεπτόγαιη ανατριχίλα, σε μια παράδοση αντίστασης και αλληλεγγύης. Ένα ελκυστικό παράδοξο είναι τούτη η χώρα. Από τη μια απίστευτες γεωμορφολογικές συγκινήσεις και από την άλλη μετριότητες που συνασπίζονται διότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την ομορφιά, τη συνύπαρξη. Κενότητα σκέψης, πώρωση, ασυνειδησία, ιδού τι μας καθορίζει (πολλούς εξ ημών…).

Και οι πολιτικοί και πνευματικοί ταγοί μας, τσαπατσούληδες και συμφεροντολόγοι, ημιμαθείς και ανεύθυνοι, έτοιμοι να δωσιλογήσουν για να ικανοποιήσουν την ανασφάλειά τους και τον επαρχιωτισμό τους προκειμένου να αποκρύψουν την ανεπάρκειά τους, τη φτωχή συνείδηση, το μικρό τους σθένος. Οι θρασείς. Οι θρασύδειλοι μάλλον, που βγαίνουν καθημερινά στα μπαλκόνια της  «αγοράς» και μας προτείνουν αναίσχυντα υποταγή στα μνημόνια τουτέστιν να (ξανα)υπάρξουμε ραγιάδες, και που καθ’ έξη και ασύστολα βιάζουν μια απογυμνωμένη Ελλάδα.

Για να δικαιώσουν τον πασίγνωστο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» που μ’ αυτόν αρχίζει το ποίημά του «Με τον τρόπο τού Γ.Σ.» (1936), καθώς και την τελευταία παράγραφό του, που απολήγει στο επίσης γνωστό: «Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937» (και που σήμερα το καράβι θα το ονομάτιζε  «ΑΓΩΝΙΑ 013).

Και μάλλον δεν θα τον ευχαριστούσε τον Σεφέρη να βλέπει και ν’ ακούει το στίχο του σε χείλη και κείμενα ανθρώπων (πολιτικών, ιερωμένων, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών, καλλιτεχνών, οικονομικών παραγόντων και «παραγόντων» εν γένει), που πλήγωσαν την Ελλάδα με τις πράξεις ή το λόγο τους και κανένα δικαίωμα δεν έχουν να βγάζουν απ’ έξω την ουρά τους, με τη σοβαρότατη ευθύνη τους φορτωμένη πάνω της, αντέχει δεν αντέχει το βάρος της. Σίγουρα δεν θα τον ενθουσίαζε το γεγονός ότι η φράση του κατάντησε άλλοθι για απράγμονες και για αχρείους. Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα ενθουσίαζε τον Διονύσιο Σολωμό η χρήση του Ύμνου του ως εμβατηρίου κατά τη διάρκεια επιθέσεων εναντίον αδύναμων ανθρώπων και με στόχο τη στέρηση της δικής τους ελευθερίας. Και όπως δεν θα ενθουσιαζόταν ο Κ.Π. Καβάφης αν διαπίστωνε ότι το «Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός – / ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν» χρησιμοποιείται και από πατενταρισμένους ρατσιστές και νεοναζιστές.

Μας πληγώνει η Ελλάδα. Αλλά, αν το σκεφτούμε τίμια, στην ουσία μάς πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Μας αντιγυρίζει, ας μην το λησμονούμε, τις πληγές που προκαλούμε στο σώμα της, προσβάλλοντας την ιστορία και την κληρονομιά της, λεηλατώντας τη φύση της, απομυζώντας τους πόρους της, αδιαφορώντας εγωπαθώς για το πώς θα βρει ένα δρόμο που να ικανοποιεί τις ανάγκες των πολλών και όχι την απληστία των ολίγιστων (και με τις δύο έννοιές της η τελευταία λέξη, την αριθμητική και την ηθικοπνευματική).

Αλλά ας μη λησμονούμε επίσης ότι όσο μας πληγώνει, άλλο τόσο, όπου και να πάμε, στα βουνά ή στις θάλασσές της, στα χωριά ή στις πόλεις της, σε άτομα ή σε κοινότητες ανθρώπων, μας αποζημιώνει ακόμη, έστω και πληγωμένη, μας ευχαριστεί, μας δωρίζει την ομορφιά της, που ακόμη δεν χάθηκε όλη. Και μας διδάσκει την αντοχή της. Αντοχή αξιοθαύμαστη μέσα σε τόσες φουρτούνες, με καπετάνιους ατζαμήδες και με πλήρωμα (όλους εμάς) πότε βαριεστημένο ή λουφαδόρικο και πότε, όπως στις μέρες μας, εξουθενωμένο και απελπισμένο.

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: