Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (35ο): «Σπίτι»….

 

«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου…»

(Ο. Ελύτης)

 

«Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ…»

(Μ. Κατσαρός)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα»

 

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνονται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.»

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Σπίτι με κήπον»

Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

-Κωστής Παλαμάς «Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα»

«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα
στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.

Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα·
καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.»

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι»

 

«Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι»

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, [Τούτο το σπίτι]

 

«Τοῦτο τὸ σπίτι στοίχειωσε, μὲ διώχνει –
θέλω νὰ πῶ ἔχει παλιώσει πολύ, τὰ καρφιὰ ξεκολλᾶνε,
τὰ κάδρα ρίχνονται σὰ νὰ βουτᾶνε στὸ κενό,
οἱ σουβάδες πέφτουν ἀθόρυβα
ὅπως πέφτει τὸ καπέλλο τοῦ πεθαμένου
ἀπ’ τὴν κρεμάστρα στὸ σκοτεινὸ διάδρομο
ὅπως πέφτει τὸ μάλλινο τριμμένο γάντι τῆς σιωπῆς ἀπ’ τὰ γόνατά της
ἢ ὅπως πέφτει μιὰ λουρίδα φεγγάρι στὴν παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Τοῦτο τὸ σπίτι δὲ μὲ σηκώνει πιά.
Δὲν ἀντέχω νὰ τὸ σηκώνω στὴ ράχη μου.
Πρέπει πάντα νὰ προσέχεις, νὰ προσέχεις,
νὰ στεριώνεις τὸν τοῖχο μὲ τὸ μεγάλο μπουφὲ
νὰ στεριώνεις τὸν μπουφὲ μὲ τὸ πανάρχαιο σκαλιστὸ τραπέζι
νὰ στεριώνεις τὸ τραπέζι μὲ τὶς καρέκλες
νὰ στεριώνεις τὶς καρέκλες μὲ τὰ χέρια σου
νὰ βάζεις τὸν ὦμο σου κάτω ἀπ’ τὸ δοκάρι ποὺ κρέμασε.
Καὶ τὸ πιάνο, σὰ μαῦρο φέρετρο κλεισμένο. Δὲ τολμᾶς νὰ τ’ ἀνοίξεις.
Ὅλο νὰ προσέχεις, νὰ προσέχεις, μὴν πέσουν, μὴν πέσεις. Δὲν ἀντέχω.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου…

Τοῦτο τὸ σπίτι, παρ’ ὅλους τοὺς νεκρούς του, δὲν ἐννοεῖ νὰ πεθάνει.
Ἐπιμένει νὰ ζῇ μὲ τοὺς νεκρούς του
νὰ ζῇ ἀπ’ τοὺς νεκρούς του
νὰ ζῇ ἀπ’ τὴ βεβαιότητα τοῦ θανάτου του καὶ νὰ νοικοκυρεύει ἀκόμη τοὺς νεκρούς του σ’ ἑτοιμόρροπα κρεββάτια καὶ ράφια.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου.

 

Τοῦτο τὸ σπίτι μὲ πνίγει. Μάλιστα ἡ κουζίνα
εἶναι σὰν τὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Τὰ μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σὰ στρογγυλά, μεγάλα μάτια ἀπίθανων ψαριῶν,
τὰ πιάτα σαλεύουν ἀργὰ σὰν τὶς μέδουσες,
φύκια κι ὄστρακα πιάνονται στὰ μαλλιά μου
δὲν μπορῶ νὰ τὰ ξεκολλήσω ὕστερα,
δὲν μπορῶ ν’ ἀνέβω πάλι στὴν ἐπιφάνεια –
ὁ δίσκος μοῦ πέφτει ἀπ’ τὰ χέρια ἄηχος – σωριάζομαι
καὶ βλέπω τὶς φυσαλίδες ἀπ’ τὴν ἀνάσα μου ν’ ἀνεβαίνουν, ν’ ἀνεβαίνουν
καὶ προσπαθῶ νὰ διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες
κι ἀναρωτιέμαι τί θὰ λέει ἂν κάποιος βρίσκεται ἀπὸ πάνω καὶ βλέπει αὐτὲς τὶς φυσαλίδες,
τάχα πὼς πνίγεται κάποιος ἢ πὼς ἕνας δύτης ἀνιχνεύει τοὺς βυθούς;»

(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα από τη «Σονάτα του σεληνόφωτος»)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (35ο): «Σπίτι»….

  1. Ὁ πατέρας μου ἤθελε νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι

    Ὁ πατέρας μου ἔφαγε μιά ζωὴ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.
    Ἀπογεύματα, Κυριακὲς στὸ κουζινάκι χωρὶς ἕνα γλυκὸ ἢ ἕνα καφενεῖο.
    Ὅταν πέθανε ἄφησε ἕνα χορταριασμένο στρατὶ
    ἕνα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
    Ἄλλαξαν οἱ καιροὶ ποὺ λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν…
    Χαθήκαμε μὲ τὸν ἀδελφό μου, μάθαμε πὼς πέθανε κι ὁ πατέρας.
    Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ βράδυ σὲ κοιτῶ βαθιὰ στὰ μάτια.
    Εἶναι μήπως ζήσω ἐγὼ τὴν ταπεινὴ θαλπωρὴ ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔζησε.
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Το παλιό μου σπίτι

    Το παλιό μου σπίτι κατηφορίζει τις νύχτες
    φορτώνεται στον ώμο παράθυρα όνειρα πουλιά
    την παλιά φωτογραφία
    τις ζωγραφιές στον τοίχο
    το κράνος και τ’ άρβυλα στη γωνιά
    το γιασεμί που σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι
    με συναντά παράνομα
    όταν ο αέρας λυσσομανά
    κι εγώ αγωνίζομαι να κρατηθώ
    καταγράφω στο τετράδιο τους νεκρούς
    καθώς κάθονται αμέριμνοι στο τραπέζι της αυλής
    πίνοντας το κρασί ή το ούζο τους.
    (Νίκος Ορφανίδης)

    Γκρεμισμένα σπίτια, Χατζής

    κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

    καμιά φορά αργά το βράδυ
    ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
    με προσμονή την πόρτα ανοίγω
    αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
    κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

    με το κλειδί στο χέρι ακόμα
    το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
    από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
    αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
    σε κάθε αέρινο μου βήμα

    μήπως και είναι κάπου εδώ
    πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
    του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
    κι αυτή της μάνας μου
    η πανταχού παρούσα απουσία
    μήπως και είναι εδώ
    το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
    η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
    με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
    μήπως και είναι εδώ
    το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
    μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
    η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

    και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
    κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
    τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
    όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει
    (Τόλης Νικηφόρου)

    Η έμπνευση που κατοίκησα
    ΙΙ
    Βρέθηκα λοιπόν σε καινούριο σπίτι,
    να μυρίζω τις βαμμένες επιφάνειες
    και το φρέσκο ξύλο,
    τοποθετώντας δυο-δυο στα ράφια
    με αυτιστική ακρίβεια τις λέξεις μου.
    Έπειτα έσκυψα κι αφουγκράστηκα
    πίσω απ’ τους τοίχους
    τη βαριά ανάσα των νεκρών μου,
    άναψα τη λάμπα θυέλλης και φώτισα
    όλα τα μισοτελειωμένα πράγματα
    που άφησαν πίσω τους,
    γιατί δεν θα χωρούσε τόση ελπίδα στο χώμα.

    IV
    Όλη την έμπνευση
    την κατοίκησα σε μια στιγμή,
    καπνίζοντας τ΄αποτσίγαρα
    παλιών φίλων
    κι ακούγοντας Piaf
    από ένα δίσκο 78 στροφών
    που μου χάρισε κάποτε
    μισότρελη και μεθυσμένη,
    σε προχωρημένη σήψη,
    η Ματαιότητα.
    (Ελένη Μαυρογονάτου)

    Το σπίτι μου το πατρικό

    Άνω Πόλη

    Πεισμωμένα
    παλιά σπίτια
    αρνούνται να πεθάνουν
    αρνούνται να ζήσουν
    να πουν ο,τιδήποτε

    εκτός από
    ξεχασμένα
    πορτόφυλλα ανοιχτά
    χωρίς αντίκρυσμα

    Σπίτια
    δεν γνωριστήκαμε

    Φαντάσματά σας
    στοιχειώνουν
    τους περιπάτους μου.
    (Κατερίνα Κούσουλα)

    3 Ασφάλεια

    Ευτυχώς, το σπίτι είναι πάντα εδώ.
    Χτισμένο πάνω μου.
    Ελίσσομαι με λαγνεία στα δωμάτια
    Νηστικό, περιμένοντας.
    Θα έρθουν επισκέψεις. Ή η καταστροφή
    Ή το φθινόπωρο.
    (Παυλίνα Παμπούδη)

    Άτιτλο (το σπίτι θα κατεδαφιστεί …)

    Το σπίτι θα κατεδαφιστεί.
    Περιμένετε.
    Πάρε ένα μαχαίρι και ξύσε γύρω από το βλήμα στο σοβά,
    Με προσοχή, με λεπτότητα.
    Όπως όταν βγάζεις ένα αγκάθι από το δάχτυλό σου.
    Όπως όταν αφαιρείς ένα κόκκο σκόνης από το μάτι
    σηκώνοντας το βλέφαρο.
    Υπάρχει φόβος να καταστραφεί μια ιστορία ενός κάποτε νέου.
    Υπάρχει κίνδυνος να σβήσουν
    τα τόσα δειλινά που έβαψαν τον τοίχο,
    και της βροχής οι στάλες που έκλαψαν πάνω του.
    Θάναι θλιβερό να τα πάρω μαζί μου.
    Να μην διαβαστούν.
    Να μην ανθίσουν και πάλι άνεμοι.
    (Γιάννης Σκληβανιώτης)

    Των φίλων τα σπίτια

    Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν

    Κανείς δεν ξέρει πού
    κοιτούν
    τα σπίτια

    μέσ’ από τ’ ανοιχτά παράθυρά τους
    σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
    φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

    Τα βράδια
    κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
    βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
    νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
    ακούνε
    τις πέτρινες τους φλέβες να φουσκώνουν

    μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
    ψίθυροι των νερών
    φωνές του ανέμου

    Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
    όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
    ο χρόνος τους ακινητεί
    το παρελθόν τους και το μέλλον τους
    χωρούν
    μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

    Όμως
    πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
    σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
    σπάζουν τα κόκκαλά τους απ’ το βάρος
    και ξαφνικά
    μια νύχτα
    καταρρέουν
    μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει
    (Ορέστης Αλεξάκης)

    Τα παλιά τα σπίτια, Μητσιάς

    Το σπίτι μου δεν βρίσκεται σε όροφο• ισόγειο είναι χωρίς υπόγειο. Ποιος μου χτυπά λοιπόν, τις νύχτες, το πάτωμα από κάτω, ποιος μου φωνάζει οργισμένος: «Χαμήλωσε τη μουσική• υπάρχει κόσμος που κοιμάται, κόσμος εργαζόμενος, νεκρός από τον μόχθο!».
    (από την ενότητα «Εκδοχές του τέλους)
    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
    Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
    Πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
    τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
    και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
    Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
    και νά, ξαφνικά βρέθηκα
    μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
    όρθιο.
    Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
    καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
    πόρτα του σαλονιού, είδα το Χριστό,
    μέσα σε λάμψη, με τα χέρια απλωμένα
    στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
    Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
    έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.
    ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    Νοικοκυρά

    Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
    Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,
    στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.
    Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.
    Όλη τη μέρα είναι στο πόδι
    να καθαρίζει με προσήλωση.
    Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά
    η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.
    Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.
    Το βασικό είναι αυτό.
    ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ

    ==

    “Κι εγώ λέω σε σας ανάμεσα,
    στους ξεχωριστούς ξεχωριστός:
    Ούτε σπίτια, ούτε καλύβια, ούτε τσαντήρια·
    στο μεγάλο αφεντοπάλατο της πλάσης
    μια μονάκριβη σκεπή μου·ο ουρανός!”
    (Κωστής Παλαμάς -Από το Δωδεκάλογο του Γύφτου)

    Ένα σπίτι για να γεννηθείς
    ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
    ένας στίχος για να κρυφτείς
    ένας κόσμος για να πεθάνεις.
    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    The Animals – House of the Rising Sun

    • Ciao, Aggeliki!… Tutto perfetto (όλα τέλεια)!!!… Αρκετά από τα ποιήματα δεν τα ήξερα… Σ’ ευχαριστώ πολύ, καλό Σαββατοκύριακο!!!!

      -Ξεκινώ με το κλασικό ιταλικό «Στο σπίτι της ειρήνης»…

      Γ. Σεφέρης, «Ο γυρισμός του ξενητεμένου»
      (απόσπασμα)

      «― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
      με τ’ αψηλά τα παραθύρια
      σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
      γυρεύω την αρχαία κολόνα
      που κοίταζε ο θαλασσινός.
      Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
      οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
      κι όσο μακριά και να κοιτάξω
      βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
      λες κάνουνε την προσευχή τους.

      ― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
      σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
      το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
      κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
      σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
      γλυκά να σε καλωσορίσουν.»

      («Το παλιό σπίτι», ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΜΑΝΟΣ & ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΜΑΡΙΑ)

      -Ρ. Μ. Ρίλκε, [Το σπίτι μου]

      «Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου
      που τα παιδιά, ζεστά απ’ το τρέξιμο, κοιμούνται,
      που κάθονται οι γονείς το βράδυ και τα τζάκια
      λαμποκοπούνε και την κάμαρα φωτίζουν.

      Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου
      που καθαρά τα βραδινά σήμαντρα ηχούνε,
      και αμήχανα, από τον αντίλαλο, κορίτσια,
      κουρασμένα ακουμπούν στων πηγαδιών τα χείλια.

      Κ’ έχω πιο αγαπημένο δέντρο μου, κάποια φιλύρα
      κι όλα τα καλοκαίρια, που σιωπούν εντός της,
      στα χείλια της κλαδιά σαλεύουνε πάλι και πάλι,
      κι αγρυπνούν πάλι ανάμεσα μέρας κι ονείρου.»

      -Εουτζένιο Μοντάλε, «Το Σπίτι των τελωνοφυλάκων»

      «Δεν θυμάσαι το σπίτι των τελωνοφυλάκων
      στο ύψωμα που κρέμεται επάνω απ’ τους βράχους:
      έρημο σε περιμένει από την νύχτα αυτή
      που πρόβαλε το σμήνος των λογισμών σου
      και στάθηκε εκεί μέσα ανήσυχα.

      Ο Λίβας χρόνια τώρα δέρνει τα αρχαία τείχη
      το γέλιο σου δεν ηχεί πια χαρούμενο
      η πυξίδα έχει τρελαθεί
      και οι ζαριές πια δεν πετυχαίνουν
      Δεν θυμάσαι, άλλες στιγμές αποσπούν
      την μνήμη σου, το νήμα ξετυλίγεται.

      Κρατώ ακόμη μια άκρη του, μα απομακρύνεται
      το σπίτι και στην κορφή της στέγης η μαυρισμένη
      ανεμοδούρα γυρίζει ανελέητα.
      Κρατώ μιαν άκρη, μα μένεις μόνη
      και δεν σε νιώθω ν΄ ανασαίνεις στο σκοτάδι.

      Ω, χάνονται οι ορίζοντες και φέγγει
      ανάρια η λάμψη του πετρελαιοφόρου!
      Το πέρασμα που ‘ναι; (Πληθαίνει
      το αντιμάμαλο και πάλι στην απόκρημνη ακτή…).
      Δεν θυμάσαι το σπίτι εκείνης
      της νύχτας μου. Δεν ξέρω ποιος φεύγει, ποιος μένει.»

      -Νερούντα, «Εξηγώ μερικά πράγματα»
      (απόσπασμα)

      «Θα με ρωτήσετε: Πού είναι οι πασχαλιές; /
      και πού η μεταφυσική σκεπασμένη από παπαρούνες /
      και η βροχή που συχνά χτυπούσε /
      στις λέξεις σας γεμίζοντάς τες /
      με τρύπες και πουλιά; /
      Θα σας διηγηθώ, ό,τι μου συμβαίνει: /
      Ζούσα σε μια συνοικία της Μαδρίτης, με καμπάνες με ρολόγια, με δέντρα. /
      Από κει φαινότανε το κατάξερο πρόσωπο της Καστίλλιας /
      σαν ένας Ωκεανός από δέρμα. /
      Το σπίτι μου λεγότανε το σπίτι των λουλουδιών,/
      αφού παντού σκάγανε γεράνια:/
      ήταν ένα όμορφο σπίτι / με σκυλιά και παιδάκια. / Ραούλ, θυμάσαι; /
      Θυμάσαι, Ραφαήλ; / Φεντερίκο, θυμάσαι; /
      Κάτω απ’ το χώμα; /

      Θυμάσαι το σπίτι μου με τα μπαλκόνια, όπου /
      το φως το Γενάρη έπνιγε λουλούδια στο στόμα σου; /
      Κοιτάξτε το νεκρό μου σπίτι /
      κοιτάξτε την Ισπανία σπασμένη /
      μα από κάθε νεκρό σπίτι βγαίνει πύρινο μέταλλο / αντί λουλούδια, / από κάθε ρωγμή της Ισπανίας βγαίνει η Ισπανία /
      από κάθε πεθαμένο παιδί βγαίνει ένα ντουφέκι με μάτια /
      από κάθε έγκλημα γεννιούνται σφαίρες /
      που θα βρουν μια μέρα τον τόπο της καρδιάς σας. /
      Ελάτε, να δείτε το αίμα στους δρόμους».
      (Ξένη ποίηση του 20ου αιών, Ελληνικά γράμματα)

      -Μιχάλης Κατσαρός, «Σπίτι»
      «Σπίτι μὲ τὰ κεραμίδια σου
      σπίτι σπίτι ἀληθινὸ
      περιστέρια τὰ στολίδια σου
      σπίτι μὲ τὸν οὐρανό.

      Ποῦ νὰ εἶσαι
      ποῦ νὰ στέκεις
      ποῦ νὰ εἶσαι ἀληθινὸ
      σπίτι μὲ τὰ κεραμίδια
      σπίτι μὲ τὸν οὐρανό.

      Ποιὸς νὰ φέρνει νὰ γιομίζει
      κάθε ράφι σου παλιὸ
      σπίτι τῶν ὀνείρων σπίτι
      ποῦ καρτέραγες τὸ γιό.

      Ἂν γυρίσει καλοκαίρι
      ἂν γυρίσει χειμωνιὰ
      σπίτι κάποιος θὰ σοῦ φέρει
      ἀνθισμένη λεμονιά.»

      *Μελοποιημένο το ποίημα από το Γιάννη Μαρκόπουλο…

  2. Για κάποιο λόγο έχασα το σχόλιό μου. Θα προσπαθήσω να θυμηθώ τι έγραφα.
    Έλεγα λοιπόν τι καλά που είναι να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο με ό,τι ξεχνάει ή απλά, δεν τυχαίνει να ξέρει. Έξοχα ποιήματα, έξοχες μουσικές και πάει λέγοντας.
    Α casa d’ Irene, αγαπημένο τραγούδι, κι όμως δεν το σκέφτηκα. Ιδού εδώ, θυμόμαστε ή μαθαίνουμε νέα τραγούδια, νέους ποιητές και νέα ποιήματα.
    Συμφωνείς, Γιάννη;

    Οι ένοικοι

    Περνούσα τυχαία. Βρήκα την πόρτα μισάνοιχτη και μπήκα. Στην αρχή δίστασα. Αγκομαχούσαν τα σκαλιά καθώς τα ανέβαινα, θαρρείς πως κουβαλούσαν όχι μόνο εμένα, αλλά και απουσίες αβάσταχτες.
    Με φιλοξένησαν οι παλιοί του ένοικοι. Όμορφοι άνθρωποι. Μου έκαναν το τραπέζι, χορέψαμε στην παλιά σάλα, έτριξαν οι σανίδες από το χοροπηδητό. Τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό. ΄
    Όταν έφυγα, το σπίτι βρέθηκε σε απόγνωση. Ένας βαθύς λυγμός και μετά σωριάστηκε στα πόδια του.
    Υπάρχουν και σπίτια που μένουν μόνα τους.
    Ξαναγύρισα, λίγο αργότερα, με τον Αλέξανδρο.
    Όταν το έμαθα, δεν είχε απομείνει τίποτα.
    (Ντενίζ Παναγιωτοπούλου)

    ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ
    (Λ. Nικολακοπούλου)

    Τα σπίτια φυτρώνουν και αυτά
    σαν τα λουλούδια
    Μαραίνονται και αυτά με τα χρόνια,
    σαν τα λουλούδια

    Άμα παίζαμε το video της ζωής μας γρήγορα,
    θα μέναμε εκστατικοί

    Μπαίνεις για πρώτη φορά στο σπίτι σου αγκαλιά
    στα χέρια, μόλις γεννιέσαι
    Βγαίνεις μετά, αγκαλιά
    στα χέρια ή με το καρότσι

    Μετά με τα παπούτσια σου, τα πρώτα
    Μετά με ένα παιχνίδι στο χέρι και έναν σκούφο μέχρι τα μάτια
    Και το άλλο χέρι στο χέρι των γονιών
    Μετά κρατάς μία σάκα
    Μετά μόνο τα κλειδιά και ένα πουλόβερ
    «Πού ήσουνα τόσες ώρες»;
    «Άσε με μάνα!»

    Και από εκεί και μετά όλο και κάτι κρατάς
    Την πρώτη σου βαλίτσα για την εκδρομή
    Τον πρώτο σου έρωτα, τον φέρνεις σπίτι όταν λείπουν οι δικοί σου
    Μετά κρατάς το παιδί σου,
    εσύ και το φέρνεις
    Μετά κρατά τους δικούς σου, που μεγάλωσαν
    και τους πας όπου θέλουν

    Μετά κρατάς το στόμα σου κλειστό και λες λίγα
    Μετά κρατάς τα έπιπλα για να περπατήσεις
    Όλα από μία πόρτα
    Περνάνε, όλα περνάνε
    Η ζωή η ίδια είναι ένα πέρασμα
    “Περνάς καλά;” “ Να περάσεις καλά!”

    “Περαστικά”, περαστικός
    “Περαστικός ήμουν”
    Έτσι έπρεπε να λέει ο έρωτας όταν έρχεται
    και σε βρίσκει
    Απροειδοποίητα και εμείς του λέμε “περάστε!”

    (ΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ;)

    Τα σπίτια είναι χαμηλά

    Adieu Mon Pays

    • Ciao, Aggeliki!!!… Εδώ, παιδί μου, μαθαίνουμε ο ένας απ’ τον άλλο, «αλληλοδιδακτική μέθοδος», που λέμε και μεις οι εκπαιδευτικοί!
      Όντως πολύ καλό το ποίημα της Νικολακοπούλου!… Να’ σαι καλά, καλό υπόλοιπο Κυριακής και καλή εβδομάδα!…

      Γ. Ρίτσος, «Το χτίσιμο»

      Το σπίτι αυτό πώς θα χτιστεί τις πόρτες ποιος θα βάλει
      που ‘ναι τα χέρια λιγοστά κι ασήκωτες οι πέτρες

      Σώπα τα χέρια στη δουλειά τρανεύουν κι αυγαταίνουν
      και μην ξεχνάς ολονυχτίς βοηθάν κι οι αποθαμένοι

      (Γ. Ρίτσος, «Το χτίσιμο» απ’ τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας)

      -Γιάννης Ρίτσος –«ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ»
      (απόσπασμα)

      Όλοι άκουγαν (κι εμείς μαζί) σαν πετρωμένοι,
      ανήσυχοι όλοι και σκυφτοί κι αδάκρυτοι
      σα νάχαν γίνει κιόλας γυάλινοι
      κι όλοι τους έβλεπαν, κι έβλεπαν κι οι ίδιοι τον εαυτό τους
      με το γυμνό σκελετό τους μέσα στο γυαλί, κι αυτόν γυάλινο,
      εύθραυστον, δίχως καταφύγιο πια κανένα. Κι όμως

      μέσα σ’ αυτή την πλήρη έλλειψη προφύλαξης
      μέσα σ’ αυτή τη θανάσιμη αδυναμία
      μέσα σ’ αυτή την ανίσκιωτη διαφάνεια

      ένιωσαν ξάφνου πραϋμένοι, διαλυμένοι
      μέσα στην απεραντοσύνη της διαφάνειας, απέραντοι κι εκείνοι,
      σαν αναμάρτητοι μέσα στη γενική αμαρτία,
      όλοι σαν αδελφοί μέσα στη γενική ερημιά της αμοιβαίας εχθρότητας
      σαν οπλισμένοι απ’ το άοπλο του ανθρώπου
      ωραία κι ευγενικά ντυμένοι την παγκόσμια γυμνότητα.

      «Ας έρθει ο αφέντης – είπε η αφέντισσα η μάνα μας.
      Καλώς να ορίσει. Κι αυτός γυάλινος.
      Γυάλινος. Γυάλινος. Νάτο, – κι εμείς αυτό το μάτι το ξέρουμε-
      τόχουμε, να, κι εμείς καταμεσίς στο κούτελο.
      Καλά τον μάθαμε κι εμείς το θανάτο. Ξέρουμε. Βλέπουμε.
      Εκείνος πρώτος μας τον έμαθε. Πρώτοι εμείς αναβλέψαμε.
      Καλώς να ορίσει ο γυάλινος αφέντης με το γυάλινο ξίφος του
      στη γυάλινη συμβία του, στα γυάλινα τέκνα του,
      στους γυάλινους υπηκόους του, σέρνοντας πίσω του
      κοπάδια γυάλινους νεκρούς, γυάλινα λάφυρα, γυάλινες σκλάβες,
      γυάλινα τρόπαια. Ας χτυπήσουν λοιπόν οι καμπάνες•
      από κορφή σε κορφή της φωτιάς τα σινιάλα ας ανάψουν οι βιγλάτορες
      για τη γυάλινη νίκη μας – ναι, τη δική μας νίκη,
      τη νίκη όλων μας. Γιατί κι εμείς πολεμήσαμε
      μες στην υπομονή και πιότερο
      μες στην αβάσταχτη χιλιοόμματην αναμονή. Κι αυτοί που πέσανε
      είναι κι αυτοί νικητές – είναι οι πρώτοι – και βλέπουνε.»

      * «Μια νυχτερίδα στη σκεπή/ φυλάει το σπιτικό μου…»…

      -Μίλτος Σαχτούρης, «Στο σπίτι του νεκρού ποιητή»
      «Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
      είναι κολλημένες φωτογραφίες
      άλλων νεκρών ποιητών
      που όταν ήταν ζωντανοί
      αστειεύοντανή τσακωνόντουσαν
      με τον πεθαμένο

      Τώρα μένουν ακίνητοι
      κολλημένοι στους τοίχους
      και μόνο ο νεκρός ποιητής
      στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
      απελπισμένος.»

      -Θανάσης Τζούλης, «Το πατρικό μου σπίτι»

      Η γέρικη κληματαριά μιλάει μ’ ένα σταφύλι
      είναι φωνή της ρίζας μου και γνώριμα τα χείλη

      Η ρόγα μου έχει ζάχαρη και γάλα έχει το κλήμα
      κι είναι ο κόρφος μου ανοιχτός κι ας μ’ έχετε στο μνήμα

      Που με αφήνει κι έρχομαι να υπηρετώ το σπίτι
      απ τα βαθιά χαράματα ως τον αποσπερίτη

      Να ‘ναι στην πόρτα το κλειδί και να ‘χει ολούθε φώτα
      να σας ακούω και τους οκτώ που θα ‘ρχεστε όπως πρώτα

      Κι από το δυόσμο του σπιτιού φυσάει γλυκός αέρας
      με λόγια και μυρωδικά που λέμε είναι ο πατέρας

      Που βγαίνει από το χώμα του γιατί έρχεται το χιόνι
      κι αφήνει τον παράδεισο να βρει το παραγώνι

      Και χλιμιντρίζει τ’ άλογο μόλις τον δει στην πόρτα
      κι ανάβει όλο το σπίτι μας απ’ τα ζεστά του χνώτα

      Κι όπως ακούω τον πετεινό στην πρωινή την άχνα
      δεν ξέρω αν είναι στο κατώι ή στα δικά μου σπλάχνα

      Στη γέρικη κληματαριά άναψε ένα σταφύλι
      που φέγγει και μοσχοβολά σα να φωτά καντήλι

      Κι έχει την πούλια στα κλαριά με τον αποσπερίτη
      και το φεγγάρι μάλαμα το πατρικό μου σπίτι

      *Το ποίημα μελοποιημένο και τραγουδισμένο απ’ το Θανάση Γκαϊφύλλια….

      -Γ. Δροσίνης, «Τὸ σπίτι σου»

      «Τίποτε δὲν ἄλλαξε ἀπ᾿ τὸ σπίτι σου
      κι ἀπ᾿ τὸ δρόμο κι ἀπ᾿ τὴ γειτονιά.
      Μόνον ἡ παλιὰ βρυσούλα στέρεψε
      στὴν ἀντικρινή σου τὴ γωνιά.

      Τίποτε δὲν ἄλλαξε ἀπ᾿ τὸ σπίτι σου.
      Βιαστικὸς διαβάτης τὸ θωρῶ
      καί, ξεχνώντας πόσα χρόνια πέρασαν,
      σὰ καὶ τότε πάλι λαχταρῶ…

      Λαχταρῶ ν᾿ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο
      καὶ στὸ διάβα μου ἄξαφνα νὰ βγεῖς,
      γελαστῆ παιδούλα καστανόξανθη,
      χάραμα ἀπριλιάτικης αὐγῆς.

      Σφαλιστὸ ἀπομένει τὸ παράθυρο
      κι ἂν τ᾿ ἀνοίξεις, μι᾿ ἄλλη θὰ φανεῖ.
      Μόνο στὸ παράθυρο τῆς θύμησης
      βγαίνεις ἴδια καὶ παντοτινή.»

  3. «Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
    στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει»…
    Με τρομάζει τόσο αυτός ο στίχος… Είναι απόλυτα σύγχρονος με το σήμερα και με πολλούς ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια τους ή ενδέχεται να τα χάσουν… :((

    • Ciao, joan petra! Καλό υπόλοιπο Κυριακής και καλή εβδομάδα!…
      Όντως, επίκαιρος Παλαμάς… Ιδιαίτερα τώρα στον καιρό πλειστηριασμών!… Αλλά και μεταφορικά αν δούμε την Ελλάδα σαν το «σπίτι» μας, δεν το πατούν οι ξένοι δανειστές μας, δεν το εκποιούμε και δεν το ξεπουλούμε όσο όσο!

  4. Πολύ ανθρώπινο αλλά και πικρό ενίοτε,το θέμα.Εξαιρετικές αναφορές η ποίηση και τα τραγούδια.

    Συνεισφορά της…στιγμής

    ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

    Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι
    στη μοναξιὰ και στη σιωπή.
    γύρω μια πράσινη ραχούλα…
    Δε θα το χτίσω εκεί.

    Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
    τον πλούσιο δρόμο τον πλατύ,
    με τα παλάτια και τους κήπους.
    Δε θα το χτίσω εκεί.

    Ξέρω το πρόσχαρο ακρογιάλι,
    όλο το κύμα το φιλεί,
    κρινόσπαρτη είναι η αμμουδιά του.
    Δε θα το χτίσω εκεί.

    Ατέλειωτη τραβά μια στράτα,
    σκίζει μια χέρσα απλοχωριά,
    σκληρά τη δέρνει το αγριοκαίρι
    κι ο λίβας τη χτυπά.

    Μια στράτα χιλιοπατημένη,
    τον καβαλάρη νηστικό,
    τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
    θάφτει στον κουρνιαχτό

    …Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω
    με μια βρυσούλα στην αυλή,
    πάντα η γωνιά του θα καπνίζει
    κι η θύρα του ανοιχτή.

    (Κ.Παλαμάς-«το σπίτι μου»-από βιβλίο δημοτικού)

  5. myownpersonalwinter on said:

    Υπέροχα όλα. Την καλημέρα μου σε όλους 🙂

  6. Οι σκιές μας

    Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι – εκεί που η
    μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως
    όταν οδηγούν έναν τυφλό.
    Σ΄αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς
    ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνον τις σκιές μας στο πάτωμα εδώ.
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    ΥΓ. Τι ωραία παρέα! Σας χαιρετώ με την αγάπη μου.

    • Γεια σου, Αγγελική!… Να, που και κάτι ακόμα όμορφο βρήκες για τον εμπλουτισμό του θέματός μας!!!… Πράγματι μια όμορφη παρέα, και σ’ ευχαριστούμε πολύ πολύ!!!!
      Και κάτι της Πολυδούρη που δε νομίζω να το έχουμε αναρτήσει σ’ άλλο σχόλιο:

      Μαρία Πολυδούρη, «ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΤΗΣ»
      (Στὴν ἀλησμόνητη Κα Μαρία Ἁγιοβλασίτου)

      Μακριὰ ᾿π᾿ τοῦ κόσμου τὴ βοή,
      τὸ κύμα ἀγνάντια ποὺ γελᾶ,
      τῆς ἐξοχῆς κεῖ ποὺ ἡ ζωὴ
      γλυκιά, γαλήνια ἀργοκυλᾶ,

      Σὰ μιὰ ζωὴ τῆς ἐξοχῆς,
      σὰν τῆς ζωῆς παλμὸς κρυφός,
      μέσ᾿ στοὺς ἀνθοὺς κάθ᾿ ἐποχῆς,
      καμαρωτό, λευκὸ στὸ φῶς,

      ζεῖ τὸ σπιτάκι της. Ζεστὸ
      σὰ μία καλόδεχτη ἀγκαλιά,
      σὰν ἕνα στόμα γελαστό,
      χαϊδευτικὴ σὰ μιὰ μιλιά.

      Ἐκεῖ ἡ ζωή της σιωπηλὴ
      σκορπιέται γύρω καὶ περνᾶ.
      Κάθε στολίδι διαλαλεῖ
      τὴ χάρη ποὺ τὸ κυβερνᾶ.

      Κ᾿ ἡ καλωσύνη της ψυχὴ
      ἀχνὴ σὰν κρίνων εὐωδιὰ
      κι᾿ ὁ κάθε λόγος της εὐχὴ
      σὰ ν᾿ ἀνεβαίνη ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: