Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (34ο): «Πολυτεχνείο»

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

 

 

-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

«Όσοι έπεσαν στο χώρο ετούτο, εγείρονται

και προχωρούν στην ιστορία, κι ο λαός μαζί τους,

εκεί που σμίγουν φως και χώμα κι όνειρο,

εκεί που λευτεριά κι Ελλάδα είν’ ένα.»

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ)

 

 

-ΜΙΚΡΟΣ ΤΥΜΒΟΣ

(17 Νοεμβρίου 1973)

Ξεκινώντας

δίχως τουφέκι σπαθί μονάχα με τον ήλιο

στο μέτωπο λάμπετε τόσο ψηλά

που η ποίηση θα μείνει χρεώστης σας.

Υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί

που ωραία λουλούδια σε υψηλό λειμώνα τις μορφές σας

λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου

μπροστά σ’ αυτό το Ποίημα μετράει μόνο  η σιωπή.

(ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ)

 

 

-ΑΝΩΤΑΤΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ

Σταματήσαμε τα μαθήματα

να κάνουμε ανώτατες σπουδές στους δρόμους.

Οι αρχιτέκτονες χτίζουν οδοφράγματα

οι γιατροί μαθαίνουν τον πόνο

οι νομικοί κάνουν πρακτική εξάσκηση στο δίκιο

οι μαθηματικοί μετρούν τις δυνάμεις

οι μηχανικοί κατασκευάζουν χιλιοκύκλους

οι φυσικοί ελέγχουν τη σύνθεση του αίματος

οι ζωγράφοι,

με το καβαλέτο τους στημένο μπροστά στα τανκς

ζωγραφίζουν το θάνατο.

(ΔΗΜ. ΡΑΒΑΝΗΣ – ΡΕΝΤΗΣ)

121113a6

 

 

-ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Έφηβοι νάρκισοι δεν έζησαν

να καθρεφτίζονται στης λίμνης τα νερά

χωρίς να υπάρχουνε να ζουν ή να πεθαίνουν

Σημαίες που κατευοδώσαν ένδοξες

Δεν άντεχαν τις μέρες να μουχλιάζουν

τη φιλία να προδίδεται

τη σιωπή να γράφει κύκλους με το διαβήτη

Και λέω:

-Υπάρχουν μάτια που δεν είδαν

τους ενόχους που πυροβολούν την αθωότητα;

Αλήθειες που δεν γνώρισαν την απειλή του χάρου;

Σκληρές οι μέρες ένοπλες οι μέρες μας

Ένας λαός αλύγιστος στην έπαλξη του ονείρου

και γύρω αράγιστη σιωπή ντύμα θανάτου

Δεν τραγουδώ.

Η ιστορία κλαίει μέσα στο αίμα μου

Σε κάθε βήμα μου ένας νεκρός στενάζει.

(ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ)

 

 

-ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

(Απόσπασμα)

Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησιές χωρίς στασίδια,

ωραία παιδιά, δικά μας, με τη θλίψη των αντρείων,

αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,

έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πώς μεγαλώνει

το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου –

17 Νοεμβρίου

ΒΑΡΕΙΑ σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς× πικρή πολιτεία,

αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-

ποιος θα πει: π ε ρ ι μ έ ν ω μες απ’ το μέσα μαύρο;

μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια

μ’ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο˙ κόκκινο σύρμα, κόκκινο

πουλί.

και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια

ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ’ τα καπνισμένα αγάλματα

κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους

πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς,

π ώ ς  μ π ο ρ ε ί τ α ι  λ ο ι π ό ν  ν α  κ ο ι μ ά σ τ ε;

π ω ς  μ π ο ρ ε ί τ α ι  λ ο ι π ό ν  ν α  κ ο ι μ ά σ τ ε;

Αθήνα, 19 Νοεμβρίου

ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΚΩΝΕΣ στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια

κλεισμένα στις παλάμες –

Ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει.

Σκοτωμένοι επιτόπου, μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’ η

φωνή τους ακόμη:

α δ έ ρ φ ι α,  α δ έ ρ φ ι α,  πάνω απ’ το αίμα τους, με το αίμα

τους

πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα, – πώς μ π ο ρ ε ί τ ε

λ ο ι π ό ν,  π ώ ς  μ π ο ρ ε ί τ ε;

20 Νοεμβρίου

Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα. Τα μισά παιδιά

πήγαν σχολείο.

Οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, (στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο).

Πλύναν τα ρούχα,

τ’ απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά – μη φανούνε

σαν άλλες σημαίες.

…………………………………………………………………………….

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (34ο): «Πολυτεχνείο»

  1. Βαθύτατα συγκινημένη για άπειρους λόγους, που μπορεί εύκολα κανείς να υποθέσει, αλλά και για εντελώς προσωπικούς, χαιρετώ σε, Γιάννη!

    ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ-ΣΟΚ

    O ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ-ΟΔΗΓΟΣ TOY TANK που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου σπάει τη σιωπή του και μιλάει πρώτη φορά για το μακελειό της 17ης Νοεμβρίου 1973
    «ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ HMOYN, ΓΙ’ AYTO ΠΟΥ EKANA. Τότε αισθανόμουν ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Στους “μαυροσκούφηδες”, στο Γουδί, είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Τι περιμένεις!.. Ούτε μια εφημερίδα δεν είχα διαβάσει μέχρι τότε. Είχα γίνει και εγώ φασίστας. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου. »
    Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη».

    Με μια αυτοκριτική διάθεση που σπανίζει, ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα διστάσει να πει:
    «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου.

    Προσκύνημα

    Στούς σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου

    Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
    κείτεται
    -δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
    για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
    και συ στο σπιτάκι σου,
    μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
    και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.

    Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
    η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
    Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
    γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
    Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
    Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,
    για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…
    (Λένα Παππά)

    Αρνιέμαι

    Το σώμα και το αίμα
    (Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)
    ΙΙ
    Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
    φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
    φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
    τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
    η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
    αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
    έρωτα
    σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
    έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
    χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
    μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
    δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
    οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
    στο κιγκλίδωμα
    τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
    νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
    κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
    η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
    απόρθητο βάθος
    απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
    απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
    αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
    έτσι είπε πάνω στη στέγη
    κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
    κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
    ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
    δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
    σπασμένο ποτήρι
    κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι
    (Γιάννης Ρίτσος)

    Ο μέρμηγκας

    Συμβάν

    Το αίμα τους
    Καθώς σπάζουν τα φράγματα χύθηκε
    Προορισμένο κιόλας ν’ αρδέψει τη γη
    Σα ρόδι θρυμματισμένο ιρίδισε
    Σκορπίζοντας απαστράπτοντα σπέρματα
    Για μιαν ανθοφορία
    Σε μιαν άλλη άνοιξη που θά’ ρθει-
    Να υψωθεί στον κόκκινο ουρανό
    Ο ρόδακας
    Του πιο κόκκινου ηλιοτρόπιου. (1974)
    (Πρόδρομος Μάρκογλου)

    Μας ξάφνιασε η νύχτα

    Το πρωί διασχίζαμε τους δρόμους
    με τα σχολικά μας βιβλία

    Τη νύχτα συνεχίζαμε τη ζωή της ημέρας,
    φυλάγοντας τον ήλιο. Οι φοιτήτριες
    χόρευαν και τραγουδούσαν.

    Έτσι μας χαρακτήρισαν συνωμότες.

    Στο Μεγάλο Σχολείο μάς ξάφνιασε ηνύχτα
    με τόσους βαριά τραυματισμένους γύρω μας,
    χωρίς γάζες, οξυγόνο,
    χωρίς φάρμακα, γιατρό, ασθενοφόρα.

    Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως.

    Στα υπνοδωμάτια των παιδικών μας χρόνων
    με το εικόνισμα της Παναγιάς ποιός ονειρεύεται
    ειρηνικές παρελάσεις;

    Μας κυνηγούσαν στα ερημικά πάρκα και τις παρόδους,
    γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
    με τον ήλιο που κρύβαμε.
    (Σπύρος Κατσίμης)

    Οι πρώτοι νεκροί

    ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

    Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
    νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
    ελπίδα δεν τ’ απόμενε ούτε τόση
    Δε βάφονται τ’ αυγά με τις πορδές!

    Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
    θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
    Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
    —Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!

    — Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
    πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
    Τι παραπάνω θά ‘θελες αγόρι;
    — Θά ‘θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω…

    Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν’ αστεία,
    αν βρίσκονταν παράδες κι αν… και αν…
    για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία…
    (κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)

    Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
    μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
    στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
    στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.
    [Νίκος Σαραντάκος (Άχθος Αρούρης)
    Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973]

    • Καλησπέρα, Αγγελική!… Το ίδιο συγκινημένος κι εγώ για τη μεγάλη εξέγερση της γενιάς μου, που σήμερα κάποιοι επιχειρούν να την απαξιώσουν (δεν ξέρω αν τη διάβασες, στην προηγούμενη ανάρτησή μου επισημαίνω ποιοι και γιατί)…

      -Εν ψυχρώ δολοφονία από τον Ντερτιλή:
      «Στις 18 Νοεμβρίου 1973, επομένη της επέμβασης καταστολής της φοιτητικής εξέγερσης, ο στρατιωτικός της χούντας Νικόλαος Ντερτιλής, χρησιμοποιεί το περίστροφό του έξω από το Πολυτεχνείο, για να τρομοκρατεί κάθε διερχόμενο πολίτη και για να δολοφονήσει τον εικοσαετή φοιτητή που προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τους αστυνομικούς…
      Από την κατάθεση του οδηγού του: «Μετά το φόνο ο Ντερτιλής σαν να μη συνέβαινε τίποτα μπήκε στο τζιπ και χτυπώντας με στην πλάτη, μου είπε: Με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μια τον πέτυχα στο κεφάλι»».

      -Ένα μικρό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου:
      «Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων.»
      Και κάποτε ακούσαμε τον ορυμαγδό των τανκς, που έρχονταν από την Αλεξάνδρας. Κατεβήκαμε και σου ανοίξαμε την εξώπορτα του σπιτιού μας. Όχι μονάχα εμείς, μα όλοι όσοι σε λάτρευαν. Αυτό ήταν το ελάχιστο ενώ άλλοι κάναν μεγάλες θυσίες για σένα. Άφησαν, λέει, τ’ αυτοκίνητά τους μες στη μέση, στην προσπάθειά τους να φράξουν το δρόμο. Άλλοι πάλι φόρτωσαν στ’ αυτοκίνητά τους, ότι είχαν απ’ αυτά που επίμονα ζητούσες, και περνώντας μέσα απ’ τις σφαίρες, τα δακρυγόνα και τις φωτιές σου τα παράδωσαν στην Πύλη. Κι ένα γειτονόπουλο, πάνω στον μεγάλο παροξυσμό των πυροβολισμών, αντί να φυλαχτεί, το ’σκασε προς τα σένα με το μηχανάκι του. Πάντως, εκεί που διαδήλωνες εσύ τρεις μέρες και τρεις νύχτες, τώρα αλωνίζουν τα τανκς με τους προβολείς αναμμένους. Περιμένουμε τα χειρότερα. Κολλήσαμε τ’ αυτί μας στο ραδιόφωνο. Με κόπο έψελνες τον εθνικό ύμνο. Και μετά σιωπή.
      (ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ)

      -ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΚΙ Η ΠΟΡΤΑ

      Εκεί που έπεσε
      είναι μια κόκκινη λίμνη,
      ένα κόκκινο δέντρο,
      ένα κόκκινο πουλί.
      Σηκώθηκε όρθια
      η πεσμένη καγκελόπορτα –
      χιλιάδες άλογα.
      Λαός καβαλίκεψε.
      Κομνηνέ, – φωνάξαμε.
      Γύρισε και μας κοίταξε˙
      δε φορούσε επίδεσμο
      ούτε στεφάνι.
      Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
      και μαύρα, πιο μαύρα –
      καλπασμός, η ιστορία.
      Να προφτάσουμε.
      (ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ)

      -ΠΡΟΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣ ΝΕΟΥΣ

      Κάνε νέε, τη λευτεριά
      θούριο
      κραυγή
      οργισμένα βήματα
      έργο – και όχι πάρεργο.
      Τους δεσποτικούς να χτυπάς
      να χτυπάς τους χαμαιλέοντας
      τους yes men.
      Κι αν γκιοτέψεις να χτυπάς – να χτυπιέσαι.
      Να χτυπάς τους καιροσκόπους
      τους βωβούς φόβω
      τους φωνασκούς
      τους αδιάφορους.
      Να χτυπάς τους γλεντοκόπους
      όταν οι ελεύθεροι σκλάβοι μοχθούν.
      Να χτυπάς τους κερδοσκόπους.
      Κι αν γκιοτέψεις να χτυπάς – να χτυπιέσαι.

      Με του λυτρωμού τον πόνο
      να αδερφώνεσαι και να χαίρεσαι.
      Κι όλο ευθύγραμμα να προχωράς τραγουδώντας
      το τραγούδι το ατραγούδιστο της Λευτεριάς.
      (ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ)

      Σ’ ευχαριστώ, Αγγελική!… Καλό Σαββατοκύριακο και καλή πορεία αύριο (ποτέ δεν έλειψα από πορεία για το Πολυτεχνείο)!

  2. myownpersonalwinter on said:

    1050 Χιλιόκυκλοι
    της Κωστούλας Μητροπούλου

    «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
    Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
    δεν σου ’στειλε ένα μήνυμα μητέρα,
    αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιου σου,
    ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.

    «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
    Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
    εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
    χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
    σε στόματα μανάδων η κατάρα.

    Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
    τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
    δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
    κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.
    «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
    Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
    δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
    λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
    πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

    Αυτό και την καλησπέρα μου!

    • Καλησπέρα, Νάνσυ!… Σ’ ευχαριστώ πολύ για το ωραίο ποίημα της Μητροπούλου!…

      ΜΙΚΡΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ
      ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

      Όνειρο της μεγάλης ώρας,
      πράξη του δίκιου –
      παιδιά μεγαλωμένα στη φωτιά,
      ανήλικοι ήρωες,
      πως την υψώσατε στους ώμους σας
      την Ιστορία:

      Σπαρτίδη, Γερακίδη, Κομνηνέ,
      Αντάρογλου, και Μαυρογιάννη,
      Παντελεάκη, Λαζαριώτη,
      Παντελεάκη Λάκωνα,
      Ρωμιέ, Ρωμιέ,
      μ’ ένα μικρό χαμόγελο,
      μ’ ένα τσιγάρο,
      με σκισμένο πουκάμισο,
      με λιγοστό μπαρούτι του Μεσολογγιού,
      με τη μεγάλη μνήμη της Ελευθερίας –

      Πώς το τινάξατε στον αέρα το σκοτάδι,
      τι σημαίες πλαταγίσατε
      πάνω απ’ το θάνατό σας,
      πάνω απ’ όλο το θάνατο,
      παιδιά του λαού,
      πριν απ’ το σάρκινο φιλί
      ερωτευμένοι της Δημοκρατίας –

      Αντάρογλου, Σπαρτίδη, Κομνηνέ, Παντελεάκη,
      γεια σας συντρόφια,
      το ματωμένο σας μαντίλι
      σφιχτά, σφιχτά,
      χέρι με χέρι,
      όρκος και χορός,
      μέσα σ’ όλες τις νύχτες του Γένους
      αδερφικός χορός, –
      Γεια σας και γεια σας.
      (ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ)

  3. Σιωπηρός φόρος τιμής τους πρέπει σήμερα. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε εις μνήμην……. Καλησπέρα φίλε Γιάννη.

    • … Τιμούμε τον αγώνα των εξεγερμένων νέων του «Πολυτεχνείου», κλίνουμε το γόνυ στους νεκρούς του, και ελπίζουμε πάντα ότι και στις μέρες θα υπάρξει ένα νέο «Πολυτεχνείο», απ’ τα παιδιά μας αυτή τη φορά, για να ζήσουν σε μια νέα πατρίδα με περηφάνια κι αξιοπρέπεια!!!
      Καλή εβδομάδα, καλή μου φίλη, joan petra!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: