Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (27ο): «Ψυχή»…

 

-«Επάγγελμα: η ψυχή μου»

(Νίκος Καρούζος)

 

-«Ω ψυχή ερωτευμένη που πέταξες στα ύψη»

(Γ. Σεφέρης, «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί»)

 

«Και η ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.»

(Γ. Σεφέρης, «Αργοναύτες»)

 

-«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

-Ο. Ελύτης, [Πού να βρω την ψυχή μου]

(Άξιον Εστί, Τα Πάθη, άσμα ε΄)

 

«Με το λύχνο του άστρου * στους ουρανούς εβγήκα

Στο αγιάζι των λειμώνων * στη μόνη ακτή του κόσμου
Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Λυπημένες μυρσίνες * ασημωμένες ύπνο

Μου ράντισαν την όψη * Φυσώ και μόνος πάω

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Οδηγέ των ακτίνων * και των κοιτώνων Μάγε
Αγύρτη που γνωρίζεις * το μέλλον μίλησέ μου
Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Τα κορίτσια μου πένθος * για τους αιώνες έχουν

Τ’ αγόρια μου ντουφέκια * κρατούν και δεν κατέχουν

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Εκατόγχειρες νύχτες * μες στο στερέωμα όλο

Τα σπλάχνα μου αναδεύουν * Αυτός ο πόνος καίει

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!

 

Με το λύχνο του άστρου * στους ουρανούς γυρίζω

Στο αγιάζι των λειμώνων * στη μόνη ακτή του κόσμου

Πού να βρω την ψυχή μου * το τετράφυλλο δάκρυ!»

 

-Γ. Σεφέρης, [Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας…]

 

« Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

 

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.»

(Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα Η’)

 

 

-Πωλ Βερλαίν, «Βαριά βαριά η ψυχή μου…»

 

«Βαριά, βαριά η ψυχή μου και θλιμμένη

ήταν για μια γυναίκα αγαπημένη.

 

Δεν έχω ακόμα παρηγορηθεί

αν κι η καρδιά πια την έχει απαρνηθεί,

 

αν κι η ψυχή μου, αν κι η καρδιά

απ’ τη γυναίκα αυτή έχουν φύγει πια μακριά.

 

Δεν έχω ακόμη παρηγορηθεί,

αν κι η καρδιά μου πια την έχει απαρνηθεί.

 

Κι αυτή η καρδιά, η καρδιά μου η ευαίσθητη πολύ,

λέει στην ψυχή μου: Αλήθεια, τάχατε μπορεί

 

– τάχα να υπήρξε; – να ‘χει γίνει αυτή η ιστορία,

αυτή η περήφανη εξορία, η θλιβερή τούτη εξορία;

 

Λέει κι η ψυχή μου στην καρδιά μου: Είδα,

κι η ίδια εγώ, το πώς μου εστήθη αυτή η παγίδα,

 

ακόμα και μακριά μου, έτσι, που ζει,

να ‘μαστε χωρισμένοι και μαζί;»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ψυχή»

 

«Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη

 

Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπία σου

τρέμεις στα φύλλα του είναι
γεμίζεις το σύμπαν

δεν ξέρεις φυγὴ
ποθείς ταξίδια

 

Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος.»

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (27ο): «Ψυχή»…

  1. Συγκλονιστικό το τραγούδι αλλά και το βίντεο. Η ποίηση είναι μια όαση τελικά στην έρημο των ημερών. Καλό Σαββατοκύριακο φίλε Γιάννη.

    • Ciao, joan petra!… “Βαδίζεις σε μια έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα.” (Κική Δημουλά)

  2. Πάντα εξαιρετικές οι επιλογές σου, οφείλω να ομολογήσω, Γιάννη!
    Κομμάτι αργοπορημένη εγώ, ασθμαίνουσα, επέστρεψα σήμερα στη βάση μου και να ‘μαι επί το έργον, δηλαδή στον αγώνα τον καλό της ποίησης (μετά μουσικής).

    Ψυχή βαθιά

    Τόλης Νικηφόρου, Γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή

    γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις
    τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές
    στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί
    ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο
    ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη
    γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή

    Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση

    Ψυχή, μη λησμονείς την έπαρση.
    Το άσπονδο που τρέφεις,
    σαν έρωτας σκληρότατος υπάρχει
    και εισχωρεί ως το μεδούλι του σκελετού,
    που συγκρατεί του σώματος την ύψωση.

    Μη λησμονείς την έπαρση,
    φαρμάκι αδυσώπητο, φάρμακο δυνατό
    κρατάει την έκφραση άκαμπτη
    και δυναμώνει η γνώση του χωρισμού.

    Ποιος χωρισμός θα σε βαστάξει ανένδοτη
    κι ακέρια; Πώς ημπορεί
    μια τέτοια να συγχωρήσει προσφορά;
    Ω συμφορά, τα χέρια της αγάπης παραλύουν
    και προχωρεί στο δρόμο της πορείας,
    εξόριστος ο άνθρωπος.

    Δίχως της συγκατάβασης τη χάρη,
    στεγνών’ η δύναμη την ευφορία του σώματος.
    Σα θάνατος αδιέξοδος η δύναμη της έπαρσης,
    σπάνιο, απαίσιο χάρισμα της μοναξιάς αγέρωχης.

    Μη λησμονείς την έπαρση.
    Μονάχα, όταν σου γίνει δοκιμασία, ψυχή,
    θα μάθεις τη σημασία
    της άκρατης, σφοδρής υπερηφάνειας
    το ακόρεστο μυστικό.
    (Ζωή Καρέλλη)

    Η Ψυχές των Γερόντων

    Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
    κάθονται των γερόντων η ψυχές.
    Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
    και πώς βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
    Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
    η σαστισμένες κι αντιφατικές
    ψυχές, που κάθονται —κωμικοτραγικές—
    μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.
    ΚΑΒΑΦΗΣ

    EΡΕΒΟΣ
    Σκύβοντας πάνω
    ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
    στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
    ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
    ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
    κάποιο δειλό μου λυκαυγές.
    Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
    θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
    Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
    τίποτε δὲν θὰ λέει.
    Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
    θὰ κλαίει.
    (Κ.Δημουλά)

    Ψυχές και σώματα

    Απολέλυσαι της ασθενείας σου

    Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
    καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
    Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες –
    καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
    ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

    Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
    Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
    τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
    Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
    καὶ γύρω μου
    ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
    Σηκώνεις τὴν πέτρα – καὶ τὸ φίδι
    φεύγει καὶ χάνεται.
    Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
    θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
    Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
    κι ὁ ὕπνος – ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
    μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
    ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα –
    μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου…
    Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.
    ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Οι ψυχές και οι αγάπες –Β. Παπακωνσταντίνου

    Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη

    Χριστέ μου, δόστου τὴ χαρά, τὴ μόνη ποὺ μποροῦσε
    νὰ σοῦ ζητήση ἀπάνω ἐκεῖ νοσταλγικὰ ἡ ψυχή του.
    κάνε τὸ θάμμα κι ἄσε τὸν νὰ ζήση ὅπως ἐζοῦσε
    σὲ μία μεριὰ πού, τάχατες, νὰ μοιάζη τὸ νησί του.
    Νάναι τὰ βράχια στὸ γκρεμὸ βαθιὰ κουφαλιασμένα,
    νἄχη σωριάσει ἡ θάλασσα στὴν ἀμμουδιὰ τὰ φύκια,
    κι ἀράδα-ἀράδα στὸ γιαλὸ δεμένα, ἀποσταμένα,
    νὰ σιγοτρίζουν τὰ φτωχὰ σκιαθίτικα καΐκια.
    Νἄναι οἱ νησιώτισσες οἱ γριές, κ’ οἱ νιές, οἱ πεθαμένες
    αὐτὲς ποὺ τὶς θλιμμένες τους μας ἔλεγε ἱστορίες –
    νὰ γνέθουν τὸ λινάρι οἱ γριὲς στὴν πόρτα καθισμένες,
    καὶ δίπλα στὰ παράθυρα ν’ ἀνθίζουν οἱ γαζίες.
    Κ’ ὕστερα ἀκόμα νἄναι ἐλιές, καὶ νἄναι κυπαρίσσια,
    σκυμμένα νάναι καὶ τὸ φῶς τ’ ἀχνὸ νὰ προσκυνᾶνε,
    νὰ τόνε περιμένουνε στὸν κάμπο τὰ ξωκκλήσια
    Καὶ τὴν καμπάνα τους μακρυὰ οἱ ἀγγέλοι νὰ χτυπᾶνε.
    Δόστου, Χριστέ μου, τὴ στερνὴ χαρὰ νὰ ἰδῆ καὶ πάλι
    τὴ γνώριμή του τὴ ζωὴ κοντὰ στ’ ἀκροθαλάσσι !
    Ἄχ, ἔτσι ἀθῴα, κ’ ἔτσι ἁπλὰ κι ἁγνὰ τὴν εἶχε ψάλει,
    ποῦ τῆς ἀξίζει ἐκεῖ ψηλὰ μαζὶ μ’ αὐτὸν ν’ ἁγιάσει.
    (Λάμπρος Πορφύρας)

    Έλα, ψυχούλα μου

    Αποσπάσματα περί ψυχής:

    Βραδυνή μοναξιά.

    Σήμερα η κίνηση του κόσμου είναι ένας Φλοίσβος.
    Παραιτήθηκε η θάλασσα να γυρεύει
    Κι οι ευκάλυπτοι
    Δε θέλουνε τίποτα…
    …Ο ουρανός, διαυγής, κυματίζει το χρώμα του
    δίχως περίσκεψη.
    Η ψυχή μου ψηλότερα φέρεται επί των υδάτων του σύμπαντος.
    Νικηφόρος Βρεττάκος. Ειρήνη. (Απόσπασμα)

    Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
    χάος
    είν’ η ψυχή μου
    που έκοψε με τα δόντια του
    ο Θεός.
    Μίλτος Σαχτούρης. (Απόσπασμα)

    Στης ψυχής το παρακάτω

    «κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα νιώσεις μέσα σου κάθε είδους μεγαλείο»
    ΣΟΛΩΜΟΣ

    Κ.Π. Καβάφης, Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή και τη φρικτή ημέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις

    Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των
    αισθημάτων μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς…
    Περπάτησα πολύ στα αισθήματα
    τα δικά μου και των άλλων,
    κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
    να περάσει ο πλατύς χρόνος.
    Ταξίδεψα μάλιστα.Πήγα κι από δω
    πήγα κι από κει.
    Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος
    Έχασα κι από δω,έχασα κι από κει.
    Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
    κι απ’την απροσεξία μου.
    Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
    έχουν τους ανταγωνισμούς:
    αν κάποια απ’αυτές σ’αιχμαλωτίσει,
    σ’ελευθερώνει η άλλη.
    Βρε τι παθαίνει μια ψυχή
    όταν αντί να κοιμηθεί οραματίζεται
    ορθογραφίες μαφιόζες:
    αυτός ο Άλλος
    γιατί θέλει να γράφεται
    ντε και καλά με δύο λάμδα
    τι να το θέλει άραγε το δεύτερο δρεπάνι;
    ΔΗΜΟΥΛΑ

    Ψυχές –Μ. Ασλανίδου

    • Ciao Aggeliki!!!… Καλό μήνα!…
      Αργοπόρησες λίγο σ’ αυτή μου την ανάρτηση αλλά και πάλι «πλούσια τα ελέη» σου, ποιητικά και μουσικά!… Ευχαριστώ πολύ!!! Όλα υπέροχα!… Αν εκδώσουμε μια «Θεματική ανθολογία ποίησης» θα κάνει πάταγο!!!!…

      -«Τα χρώματα της ψυχής» (I Colori Dell’Anima) ….

      -Τζων Κητς, «Ωδή στην ψυχή»
      (απόσπασμα)

      «Άκουσε, αν θέλει, ω Θεά, το άηχο αυτό τραγούδι,
      Πλαστούργημα χρέους ιερού και μνημοσύνης έργο
      Και σχώρνα μου να τραγουδάω Θεά τα μυστικά σου
      Ακόμα και στο τρυφερό κοχύλι του αυτιού σου.
      Να ήταν τάχα σ’ όνειρο, ή μήπως ξύπνιος είδα
      Την φτεροφόρα την Ψυχή μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια;
      Ανέγνοιαστος πλανιόμουνα σε κάποιο δασοτόπι
      Κι έξαφνα με θαμπώσανε δυο πλάσματα αέρινα
      Που πλάι – πλάι πλάγιαζαν στη βελουδένια χλόη.
      Έπλεκαν στέγη ανάερη φύλλα κι άνθια περίσσια,
      Που ‘τρεμαν ως τα χάιδευε λαφριά η πνοή τ’ αγέρα
      Και μες στη χλόη μουσικό ρυάκι αργοκυλούσε.

      Ανάμεσα σε λούλουδα, δροσόριζα, γαλάζια,
      Μισάνοιχτα, ασημόλευκα και Τυριανά μπουμπούκια,
      Στο μαλακό κοιμόντουσαν, οι δυο, της χλόης κλινάρι.
      Τα χέρια τους μπλεκόντουσαν και σμίγαν οι φτερούγες,
      Τα χείλη τους που ξάκρισεν ο λαφροχέρης ύπνος
      Μισάνοιχτα προσμένανε να σμίξουνε και πάλι
      Κάτω απ’ την τρυφερή ματιά της Χρυσαυγής να δώσουν
      Φιλιά περίσσια που γεννά η αυγινή αγάπη.
      Το φτεροφόρο γνώριζα ξανθό αγόρι, όμως,
      Ποια ήσουν συ, καλόμοιρη περιστερά, σιμά του;
      Ήσουνα συ η αγνή, αληθινή Ψυχή του…»
      (Ανθολογία Άγγλων ποιητών εμπνευσμένων από την Ελλάδα)

      -Ο. Ελύτης, «ΕΡΩΣ και ΨΥΧΗ»
      «Άγρια μαύρη θάλασσα χτυπιέται πάνω μου
      Η ζωή των άλλων. Οτιδήποτε μέσα στη νύχτα ισχυρίζεσαι
      Ο Θεός το μεταβάλλει. Ελαφρά πάνε τα σπίτια
      Μερικά φτάνουν κι ως την προκυμαία μ’ αναμμένα φώτα
      Η ψυχή πηγαίνει (λένε) των αποθαμένων
      Α τι να ’σαι που σε λεν «ψυχή» αλλά που μήτε αέρας
      Έσωσε ύλη να σου δώσει μήτε χνούδι ποτέ
      Στο πέρασμα να σου αποσπάσει
      Τι βάλσαμο ή τι δηλητήριο χύνεις έτσι που

      Σε καιρούς παλιούς η ευγενική Διοτίμα
      Νοερά τραγουδώντας έφτασε να μεταβάλει
      Το νου του ανθρώπου και τον ρου της Σουαβίας τα ύδατα*
      Ώστε εκείνοι που αγαπιούνται να ’ναι κι εδώ κι εκεί

      Των δυο αστέρων και του ενός μονάχα πεπρωμένου

      Ανύποπτη μοιάζει να είναι αν και δεν είναι
      Η γη. Χορτάτη από διαμάβτια και άνθακες
      Όμως ξέρει να ομιλεί κι από κει που η αλήθεια εκβάλλει
      Με κρουστά υποχθόνια ή πηγές μεγάλης καθαρότητας
      Έρχεται να στο επιβεβαιώσει. Ποιο; Τι;

      Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει
      Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει
      Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα

      Επειδή από τέκνο του Διος εκείνος
      Μες στις Άρπυιας τις αρπάγες πάλευε
      Κι ευλαβέστατα υπογραφόταν: Scardanelli»
      (από το βιβλίο του Ελύτη ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ, Ίκαρος)

      – «Η ψυψή κουράστηκε» (L’ anima ho stanca)…

      -Κ. Χ. Μύρης, [η ψυχή μας αλλιώτεψε]
      «…Μεγάλωσαν τα γένια μας η ψυχή μας αλλιώτεψε
      αγριεμένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του
      βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας
      Χίλια μύρια κύματα μακριά τ’ Αϊβαλί…»

      -Σεφέρης, [η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά]
      «… Δε θέλω τιποτ’ άλλο παρά να μιλήσω απλά
      Να μου δοθεί τούτη η χάρη
      Γιατί και τη γλώσσα τη φορτώσαμε τόσο πολύ
      Που φαγώθηκε απ’ τα μαλάματα το πρόσωπό της…
      Ξκι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια
      Γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά…»

      -Ρίτσος: [Συστολή ψυχής]
      «… Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
      Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
      Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

      Διαστολὴ τῆς νύχτας.
      Διαστολὴ τοῦ σώματος.
      Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

      Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
      Σὲ πλησιάζω.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: