Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (24ο): «Μελαγχολία»…

-Ντίλαν Τόμας : «Τη μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας»

 

Την μελαγχολική μου τέχνη ασκώντας,
στην σιωπή της νύχτας,
όταν μονάχο του φρενιάζει το φεγγάρι,
κι οι εραστές ξαπλώνουν
αγκαλιά με τη θλίψη τους,
παιδεύομαι το φώς να τραγουδήσω,
όχι από φιλοδοξία ή για τον επιούσιο,
ούτε για επίδειξη στο παζάρι των ταλέντων
σε φιλντισένια παλκοσένικα,
μα για την αμοιβή την ελάχιστη
απ’ τα μύχια της καρδιάς τους.

Κι έξω απ’ το φεγγάρι που φρενιάζει
δεν γράφω τούτες τις σελίδες που αφρίζουν
μήτε για τον άνδρα τον περήφανο
μήτε για τους νεκρούς που από ψηλά επιβλέπουν
με τ’ αηδόνια και τις ψαλμωδίες τους
μα για τους εραστές,
που αγκαλιάζουνε αιώνων θλίψεις,
που μ’ έχουνε γραμμένο,
κι ούτε τους νοιάζει η μαστοριά κι η τέχνη μου.

03μοντιλιάνι

-Τζων Κητς, «Ωδή στη Μελαγχολία»

 

Μη! Μην πας στη Λήθη και μην ζητάς το στάλαγμα
Τ’ Ακόνιτου να πιεις. Στο γαλανό σου μέτωπο
Φιλί του Στρίχνου μη δεχτείς ποτέ – κι ας είναι
Εκείνος άλικο της Περσεφόνης δώρο ,
Αλήθεια με καρπούς Ιτάμου θες να φτιάξεις Κομπολόι; Α , τη θλιμμένη σου ψυχή !
Μα πως αντέχεις τριζόνι του θανάτου να τη δεις
Ή πεταλούδα νεκρική και μες στις χώρες της Λύπης
Το μοιρολόι του γκιώνη να ‘χεις συντροφιά;
Φυλάξου τώρα ! Γιατί θα ‘ρθει αχνόθωρος ίσκιος πάνω στη σκιά
Και την ασίγητη αγωνία της ψυχής θα πνίξει …

Αλλ΄ όταν ο ζόφος γείρει της μελαγχολίας
Κι έξαφνα από τους ουρανούς το δακρυσμένο σύννεφο κυλήσει
Τα λιπόθυμα τινάζοντας των λουλουδιών κεφάλια , και τους πράσινους
Λόφους σκεπάζοντας , με τ’ Απριλιού το νεκρικό σεντόνι
Τότε τη θλίψη σου χόρτασε , με τη δροσιά του πρωινού τριαντάφυλλου ,
Ή πάνω στο ουράνιο τόξο , που με το κύμα σπάζει στ΄ ακρογιάλι
Ή ακόμη πέρα στο βασιλικό της παιωνιας πλούτο
Κι αν την αγαπημένη σου μια μέρα , έξαλλη δεις από θυμό
Το τρυφερό της χέρι αιχμαλώτισε – άσε τη να λυσσομανά
Κι εσύ πιες – πιες ως το τελος – τη φλόγα που καίει βαθιά
Στα σμαράγδινα μάτια της

Ζει με την Ομορφιά η Μελαγχολία – την Ομορφιά
Που πρέπει να πεθάνει .Και τη χαρά που πάντα
Το χέρι στα χείλη της έχει κι είναι έτοιμη να πει : αντίο .
Εκεί κοντά της Ηδονής ο πόθος – μα φαρμάκι γυρίζει
Την ιδια στιγμη που αχορταγα πινει το μελίρρυτο στόμα .
Α, ναι ! Μες στο ναό της Ηδονής , τ’ αληθινό της ιερό
Η πεπλοφόρος Μελαγχολία έχει κεντήσει .
Κι είναι απ’ όλους αθέατη – παρεκτός και αν κάποιου η αδάμαστη γλώσσα
Της Χαράς το σταφύλι να σπάσει μπορεί
Στον κρουστό του ουρανίσκο επάνω .
Αλλά τότε , η πανίσχυρη θλίψη της μεμιάς θ’ αναρπάσει
την ψυχή του
Κι εκει ψηλά, καταμεσής στ’ αραχνιασμένα της τρόπαια , θα κρεμαστεί !
(Μετάφραση :  Κώστας Μπουρναζάκης)

«Μελαγχολία», πίνακας του Ελβετού ζωγράφου Αρνολντ Μπέκλιν (1827 - 1901)

«Μελαγχολία», πίνακας του Ελβετού ζωγράφου Αρνολντ Μπέκλιν (1827 – 1901)

-Κ. Π. Καβάφης, «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.»

 

“Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

είναι  πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέριση καμιά.

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα,

νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. –

Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε – για λίγο- να μη νιώθετε η πληγή.”

[1927]

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία)

 

 

-Κική Δημουλά, «Μελαγχολία»

«Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.»

(Από τη συλλογή « Έρεβος»)

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Πες το με ποίηση (24ο): «Μελαγχολία»…

  1. Ένα κι ένα, τα μελαγχολικά ποιήματα που ξεχώρισες, Γιάννη.
    Σου βγάζω το καπέλο. (Καλύτερα να σου βγάζουν το καπέλο παρά να σου …βάζουν καπέλο!)

    Για την μελαγχολία (Κώστας Μόντης)

    Μη φοβόσαστε. Όταν σας κτυπήση την πόρτα και δεν ανοίξετε
    θα φύγει. Είν’ εύθικτη ευτυχώς,
    είν’ ευτυχώς ασυνήθιστη στα «όχι».

    Μεταγγιζόμενη μελαγχολία – Γιάννης Βαρβέρης

    Ξημερώματα
    με βασανίζει, μεταγγιζόμενη,
    η μελαγχολία.
    Θλίψη αν το θες.

    Να λοιπόν που οι ποιητές
    -αν δεν έχουν Νόμπελ
    ή ένα Λένιν βρε αδελφέ
    ή άλλα εύσημα φίλων-
    ξεχνιούνται.

    Θυμάμαι τότε
    όλους τους άκλαυτους
    κείνους που έπεσαν πάνω στις λέξεις
    με ορμή
    και στράγγιξαν σ’ αυτές
    ως που να σπάσουν.

    Μ.Χατζιδάκις – Η Μελαγχολία της Ευτυχίας

    Το πιο μελαγχολικό ποίημα

    Μπορώ να γράψω το πιο μελαγχολικό ποίημα απ’ όλα απόψε…

    Να γράψω, για παράδειγμα : «Η νύχτα είναι γεμάτη αστέρια
    και τα αστέρια, μπλε, τρεμοσβήνουν στο διάστημα….»

    Ο νυχτερινός άνεμος στροβιλίζεται και τραγουδά.

    Μπορώ να γράψω Το πιο μελαγχολικό ποίημα απ’ όλα απόψε…
    Την αγάπησα, και κάποιές φορές με αγάπησε κι αυτή.

    Νύχτες σαν κι αυτή, την κράτησα στα χέρια μου.
    Τη φίλησα τόσες πολλές φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

    Με αγάπησε, κάποιες φορές την αγάπησα.
    Πως θα μπορούσα να μην είχα αγαπήσει τα μεγάλα, γαλήνια μάτια της;

    Μπορώ να γράψω Το πιο μελαγχολικό ποίημα απ’ όλα απόψε…
    Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να νιώσω πως την έχω χάσει…

    Να ακούσω την ατέλειωτη νύχτα, πιο ατέλειωτη χωρις αυτή…
    Και το ποίημα πέφτει στην ψυχή ενώ δροσίζει το γρασίδι.

    Τι σημασία έχει που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
    Η νύχτα είναι γεμάτη αστέρια κι αυτή δεν είναι μαζί μου.

    Αυτό είναι όλο. Μακρυά, κάποιος τραγουδάει. Μακρυά…
    Η ψυχή μου είναι χαμένη χωρις αυτή…

    Όπως όταν την έγερνα κοντά μου, τα μάτια μου την ψάχνουν.
    Η καρδιά μου την ψάχνει κι αυτή δεν είναι μαζί μου…

    Η ίδια νύχτα που χλωμιάζει τα ίδια δέντρα.
    Εμείς, αυτοί που ήμασταν, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.

    Δεν την αγαπώ πια, ειλικρινά, μα πόσο πολύ την αγάπησα…
    Η φωνή μου έψαξε τον άνεμο να ακουμπήσει το αφτί της.

    Κάποιου άλλου… Θα είναι κάποιου άλλου. Όπως τότε
    που ανήκε στα φιλιά μου.
    Η φωνή της, το ανάλαφρο κορμί της. Τα απέραντα μάτια της…

    Δεν την αγαπώ πια , ειλικρινά, μα ίσως την αγάπησα.
    Η αγάπη είναι τόσο μικρή μα και η λήθη τόσο μεγάλη…

    Γιατί νύχτες σαν κι αυτή την κρατούσα στα χέρια μου,
    η ψυχή μου είναι χαμένη χωρίς αυτή…

    Ωστόσο αυτός μπορεί να είναι ο τελευταίος πόνος που μου προκαλεί
    και αυτό να είναι το τελευταίο ποίημα που γράφω γι’ αυτή…
    Pablo Nerouda

    ΚΑΦΑΡ
    [«Καφάρ» είναι η θλίψη, η μελαγχολία, μια κατάσταση πλήρους απάθειας και κατατονίας, μια κατάσταση ζωντανού θανάτου (από το γαλλικό cafard).]

    Στο Γιώργο Παπά

    Να ζείς στην ίδια πολιτεία παντοτινά
    και να ‘χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
    μα φεύγοντας απ’ το γραφείο τα βραδινά
    να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

    Αλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
    μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
    είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
    με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

    Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
    μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
    το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
    είν’ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

    Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
    θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
    κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
    από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

    Στην Ταϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
    αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
    που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
    καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

    Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
    κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
    έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
    και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

    Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά –
    κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
    Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
    μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

    the moody blues-melancholy man

    Spleen

    Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
    πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
    γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
    και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
    μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
    Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
    ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
    αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
    ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
    ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
    Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
    χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
    Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
    το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
    και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
    ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
    να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
    μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.
    [C h a r l e s B a u d e l a i r e – Μετ. Κ ώ σ τ α ς Κ α ρ υ ω τ ά κ η ς]

    Μελαγχολικό μοτίβο ~ Κώστας Καπνίσης
    http://www.youtuecom/watch?v=MrSWVkMfZBY

    ΑΝΟΙΞΗ

    Ετσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.
    Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
    Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
    στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
    παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…

    Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
    όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
    Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
    σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.

    Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
    οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
    Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
    τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.
    Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

    «Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά,
    βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
    ολίγη αγαπημένη πολιτεία.
    ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών».
    (Εν εσπέρα, Καβάφης)

    ΓΡΑΜΜΑ

    Ὁ ταχυδρόμος,
    σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
    μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
    μὲ τὴ σιωπή σου.
    Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
    Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
    Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
    τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
    κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
    διαβάζοντας τὰ χέρια μου
    ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
    Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
    καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
    τ᾿ ἄγραφά σου.
    Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
    στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
    Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
    στὸ στῆθος σκαμμένο
    τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
    Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω -συλλογίσου-
    τὴ σιωπή σου.
    (Κική Δημουλά)

    ΦΛΑΣΑΚΙ (Μελαγχόλησες…)

    Αναμνήσεων Μελαγχολία

    Πάντα η επιστροφή έχει την μελαγχολία
    εκείνων που ήδη έγιναν ανάμνηση,
    με τις αισθήσεις πονεμένες
    στα αδιέξοδα της ψυχής .
    Δεν έφεραν την χαρά της αναζήτησης
    οι περπατημένοι χάρτες
    που τόσο λαχταρούσες ν’ ακολουθήσεις
    γιατί…
    δρόμος σου ήμουν κι έλειπα.
    Δεν έφτανα το δικό σου όραμα
    κι ας ήθελες τόσο
    να είμαι εγώ το όνειρό σου.

    Θλιμμένες διαδρομές
    με βήματα ανάμεσα στα ερείπια
    του τελευταίου φιλιού
    και στα ορφανά μάτια
    ενός προγραμματισμένου ταξιδιού
    στις άκρες του κόσμου,
    με φορεμένες όλες τις τρικυμίες
    στα βλέμματα του αποχωρισμού.

    Πάντα η επιστροφή έχει την μελαγχολία
    εκείνων που ήδη έγιναν ανάμνηση
    και μόνον ένα τραγούδι στον άνεμο
    μπορεί να διαπεράσει την απόσταση από την λήθη.
    ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

    ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ
    Συλλέγοντας βλέμματα και φωνές
    αρθρώνοντας το κενό που μας κοιτάζει.
    Μ’ ένα ρυθμό που ναρκώνει τις αισθήσεις,
    με μια μοναξιά που συνεχώς προσπερνάει,
    όλα μέσα σ΄ ένα κιβώτιο ταχυτήτων,
    όλα μέσα σ΄ ένα λόγο
    που συνεχώς παραπέφτει.
    Οδηγώντας ό,τι οδηγεί,
    σαν απροσδιόριστος μουσικός σκοπός
    που όλοι κάνουν πως δεν τον ακούν
    στις σκοτεινές συγχορδίες των νευρώνων
    στις φωτεινές συνάψεις.
    Περιγράφοντας βλέμματα και φωνές,
    κοιτώντας τη σιωπή
    και αδιόρατα άστρα.
    ΝΙΚΟΣ ΡΑΠΤΗΣ

    JOE DASSIN Si tu t’appelles mélancolie

    • Ciao Aggeliki!!!… Εγώ σου βγάζω το καπέλο και δυο φορές μάλιστα, με βαθιές υποκλίσεις!…

      -Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει ευχαρίστηση μέσα στη θλίψη του; Αυτό είναι μελαγχολία. Η αλλιώς «Πολιτισμός της θλίψης»….
      «Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία.»
      (Σαρλ Μπωντλαίρ)

      -“Autunno: colori, malinconia” (Φθινόπωρο: χρώματα, μελαγχολία)…

      -Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Μελαγχολία»

      Νεκρός ο κόσμος όλος των ανθών
      κατάχαμα σωριάστηκε κι απλώθη,
      καημός και λύπες μες στους κήπους των παθών,
      ο νους μου κλώθει.

      Πλάι στο ρέμα, τα δεντράκια τα ξερά
      στρώνουν βουβή τη θλίψη τους στ’ άβαθα κάτου,
      περνώ σα μια, στα πράσινα νερά,
      σκιά θανάτου.

      Έσβησ’ ο ήλιος, κι ο θαμπός αποσπερνός
      ξεπροβάλλει το λείψανο χλωμής ημέρας,
      χινοπωριάτικος σε κλαίει ο αλαργινός,
      ψυχή μου, αέρας.

      Ω, ας ήτανε γραμμένο σου, έρμη καρδιά,
      στη γύμνια την αποψινή και τη μαυρίλα,
      να σε σκεπάσει με ξερά, τουτ’ η βραδιά,
      κλαδιά και φύλλα.
      (Μιλτιάδης Μαλακάσης, Άπαντα)

      -Νάσος Βαγενάς «Μελαγχολία Γραμματικού» ως παράλληλο για το «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου»

      «Καθώς ολοένα βουλιάζουμε στο γήρασμα
      του σώματος, της μορφής μας κ.τ.λ.
      ή στο βαθύ αναπότρεπτο της μοίρας μας
      (σε ελπίδες και σε άλλα κατάλοιπα),

      χρειαζόμαστε σωσίβια για να επιπλεύσουμε,
      φουσκωμένες λέξεις που να μας κρατούν στα κύματα,
      όπως τα σκοτεινά, τ’ αβύθιστα ρήματα
      της Πυθίας, που δεν μπορούσαν να τα διαψεύσουνε».

      Σχόλιο Ευδόξου του γραμματικού μετά την ανάγνωση
      στίχων του Ιάσονος Κλεάνδρου του Κομμαγηνού,
      ελεγειακών, σχετικών με την άνωση
      του ποιητικού λόγου (αλλά εν μέρει και του κοινού).»

      -Και δυο ακόμα της Δημουλά: «Μελαγχολικός άνεμος της ζωής είμαι» και «Αχθοφόρος μελαγχολικός, λοιπόν, ορίστηκα»…

      -Κική Δημουλά, «Παράκλησις»

      «Αυτή τη μέρα
      άφησε να σου εμπιστευθώ την ιστορία μου:
      Μελαγχολικός της ζωής άνεμος είμαι
      που νυχτώθηκα κι απόμεινα σ’ ένα χθες ανάλγητο….»

      Έλα λοιπόν, και με τα μάτια σου,
      που ’ναι καταχνιά και ενάστρωση,
      το σύθαμπο και το πρωί
      σε μιαν αλλόκοτη σύγκλιση,
      ανάστειλε τη νύχτα μου.

      Έλα.
      Κι ας είναι μοιραίο πως αργότερα,
      όταν ανάμεσά μας θ’ αναδεύεται.
      σε ανυπόφορη μεγέθυνση,
      το μυστικό μας το αδυσώπητο
      -πως σημερινοί είμαστε και ξένοι-
      με τον υποβολέα της πίκρας μου
      παμπάλαιο κατευόδιο θ’ απαγγείλω πάλι
      στις ώρες τις αγέρωχες,
      που ανεβασμένες στη σχεδία του ανέκκλητου
      προς ένα αδηφάγο αύριο θα λάμνουν.

      -Κική Δημουλά, «Πρόλογος»
      (από τη συλλογή ΕΡΗΜΗΝ 1958)

      Μου έβαλαν στη μασχάλη
      και μου ανέθεσαν να συγκρατώ
      και να εξαίρω
      λίγες σελίδες με στίχους
      -εν ολίγοις μια ζωή.

      Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση.
      Έχω στενή επαφή
      με την πρώτη σελίδα:
      αβέβαιη και ευφάνταστη.
      Κατάγεται, όπως μου εμπιστεύτηκε,
      εκ του απραγματοποίητου.
      Και όταν πλήττω μαζί της
      βεβαιώνει
      πως οι επόμενες έχουν καταγωγή
      εξίσου φειδωλή.
      Και μια μονάχα από αυτές
      καυχιέται
      πως ήρθε από τον ήλιο.
      Μα φαίνεται πως πρόκειται
      για φαντασίες:
      πως καμιά, μα καμιά
      δεν έχει συγγένεια
      με ευδιάθετα πράγματα
      όπως, ας πούμε, ο ήλιος.

      Αχθοφόρος μελαγχολικός,
      λοιπόν, ορίστηκα.

      Πάντως και μόνοι σας
      το θέμα ερευνήστε.
      Αν μη τι άλλο
      κάνετε καλό
      σ’ ένα ανεύθυνο,
      τελείως ανεύθυνο,
      εξώφυλλο.

      – Jean Sibelius «Malinconia»….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: