Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (23ο): «Ήλιος»…

-Οδυσσέας Ελύτης, «Ο ήλιος ο ηλιάτορας»

(απόσπασμα)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά “ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.

[…]

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
λίγο το στόμα του άνοιξε
κι ευθύς εμύρισε άνοιξη
Τα δέντρα κελαηδήσανε
τα ζωντανά σουνίσανε
κι οι άνεμοι χρωματιστούς
γεμίσανε χαρταετούς.

Ο ΗΛΙΟΣ

Τι να σας πω γυναίκες τι να μη σας πω
παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ
Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι
Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι
Στα χώματα όπου η ρίζα μ” αφουκράστηκε
γύρισε τ” άνθος κι από μένα πιάστηκε
Με το φαρμάκι δένει κόμπο στα κρυφά
το γιατρικό που σώζει κι όλ” η ομορφιά
Το φως όπου σηκώνω και τον έρωτα έννοια σας μήτ” εγώ δεν τα “χω απλέρωτα
Μέσα μου ρίχνει ο χρόνος ασταμάτητα
του κόσμου όλα τα βρόμικα και τ” άπλυτα Κι όσον καιρό κρεμιέμαι πάνω απ” τα νερά
κι όσον περνώ στα μακρινά τα Τάρταρα
Τυραγνίες ζηλοφθονίες φόνους παιδεμούς
τ” αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους
Τ” αλέθω τα γυρίζω και τα πάω στη γη
που “δωσε το σκοτάδι φως για να το πιει
Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου
Οι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται
Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε
Σ” ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό
σε δημοσιά πλατιά το στενοσόκακο
Κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση
όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση
Ρίζα πικρή μου ρίζα και κρυφή πηγή
δώσε την περηφάνια πάρε την οργή
Σ” όλα τα σπίτια σ” όλα τα παράθυρα
δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα
Σ” ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί
νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι
Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα
πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά
Ν” αρχίσει το τραγούδι ν” ανεβεί ο καημός
να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός
Τι με το «χα» και με το «νο» και με το «νται»
όλα του κόσμου τ” άδικα ξε-χά-νο-νται.

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Ο δικός μας ήλιος»

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε

ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;

Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοί

μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε

 κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες

αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».

Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο

ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια1

 αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι

τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες

είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια

είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων

κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.

 Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.

Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·

ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.

Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχτα

θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα

με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμα

με την αγάπη.

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις

κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·

δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.

-Νίκος Καρούζος, [Ο ήλιος]

(από το ποίημα «Κατέβηκε τη φύση κι ανέβηκε την πράξη»)

8

Ο ήλιος είναι διχασμός και πόλεμος, είναι κ’ εχθρός των άστρων

είναι σα γέροντας με τη φωτιά γενειάδα χωρίς άνεμο

και στον ουράνιο αγρό πηγάδι για τις φλόγες

έρωτας στην ανατολή κι αγάπη προς τη δύση

το αίμα που τον απειλεί χάνεται στο σκοτάδι.

Σπαραγμένη μέρα σαν τον Πενθέα σαν τα σφάγια

τι να τον κάνουμε τον ήλιο μέσ’ στο αίμα

και τα χαράματα γιατί μονάχος να τ’ αποστηθίσω;

Φτωχά και τρίφτωχα μάτια

γυρεύω τον Πατέρα πέρ’ απ’ το φωστήρα

και δεν έχει μάτια κανένας

ούτε τα δέντρα που ’ναι πιο σοφά κι απορεμένα

φωνάζω στις γάτες ο Πόνος φωνάζω στα σκυλιά

μήπως εκείνα βλέπουν τίποτα

κι όλα τα ζώα που σύντυχα βαθιά τα ρώτησα μήπως εκείνα

κι όταν ένα ελάτι βουνίσιο αγριεύει στο ψήλος θα τυφλώνεται

και πάλι ο ήλιος περιγελαστής αόμματος με το μπαστούνι μαύρο

ή τραπεζίτης του πυρός μιλώντας τη γλώσσα μας

ο φωτοδότης και κάτοχος του χρυσίου.

(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

 

-Γιάννης Δάλλας, [Ήλιος αργυραμοιβός]

(απόσπασμα από το ποίημα «ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΙΑ»)

20

Ο ήλιος

είναι ένα νόμισμα

που καίγεται

δούναι λαβείν δεν ξέρει

ο ημερήσιος αργυραμοιβός.

(από το «Σύγχρονη ερωτική ποίηση», Καστανιώτης)

-Νίκος Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ»

(απόσπασμα)

[…]

αντιστροφή

(the love of liberty brought us here)

τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες
κι ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ώς εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι:
Libertad

-Πολλοί λίγοι γνωρίζουν ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος εμπνεύστηκε το τραγούδι του «Εγερτήριο», που είναι πιο γνωστό με τον τίτλο «Ήλιε-Ήλιε αρχηγέ», από το παρακάτω  ποίημα του Ζακ Πρεβέρ που μιλάει για το «σύντροφο ήλιο που τον κλέβει τ’ αφεντικό»….

 

Ζακ Πρεβέρ, «Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ»

Μπρος στης φάμπρικας την πύλη
ο εργάτης άξαφνα σταματά
τον τράβηξε η καλοκαιριά απ’ το μανίκι
κι όπως γυρνάει
και κοιτάει τον ήλιο
ολοκόκκινο ολοστρόγγυλο
χαμογελώντας στο μολυβένιο του ουρανό
του κλείνει φιλικά
το μάτι
Λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δε σου φαίνεται
ηλίθιο
τέτοια μέρα να τη δίνεις
στ΄ αφεντικό;

 

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (23ο): «Ήλιος»…

  1. The Animals – House of the Rising Sun (1964)

    Φίλτατε Γιάννη, γεια σου!
    Κάθε φορά μου παίρνει χρόνο να συγκεντρώσω διακειμενικό υλικό (μάλλον …δια-ποιητικό, καλύτερα).
    Πλούσια η σοδειά για τον ήλιο σε τέτοιο βαθμό, που χρειάζεται πλέον νέος χρόνος για να επιλέξω.

    Θα ξεκινήσω με Βρεττάκο επί 3 -και όχι κλασικά με Ελύτη.
    Το πρώτο ποίημα είναι πολύ αγαπημένο μου, γιατί έτσι γνώρισα τον ποιητή στα πολύ εφηβικά μου χρόνια.

    Περιφρόνηση

    Καὶ τὶς ἀχτίδες σου, ἥλιε, θὰ στὶς ἐπιστρέψω.
    Στοῦ σύμπαντος τὸν ὀργασμό θὰ ζεσταθῶ,
    θἄχω ἐξοφλήσει πιὰ στὴ γῆ κάθε μισθό –
    καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω.

    Τίποτα λογαριάζω πώς δὲν σοῦ χρωστῶ.
    Μέσα στὸν τάφο μου τὸ σῶμα θ’ ἀντιστρέψω –
    καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω,
    στὴ σκληρὴ πλάκα μου διαθλῶντας σου τὸ φῶς.
    (N. Βρεττάκος)

    Ο ΉΛΙΟΣ ΜΟΥ, Νικηφόρος Βρεττάκος
    Μου πήραν τον ήλιο μου, αλλά εγώ θα τον βρω.
    Κανόνισα μια μυστική συνάντηση μαζί του
    όπως εκείνος που πηγαίνει για παράνομο τύπο
    ή για παράνομο υλικό. Θα γιομίσω τον κόρφο μου
    μεγάλα φύλλα χρυσαφιού και λάμπες για την κρύπτη μου,
    πριν μου αφανίσουν την ψυχή να τη κυκλοφορήσω
    χέρι με χέρι μες τη νύχτα.

    Το αναγνωστικό «Ήλιος και ζωή»

    Ήρθες προχτές και μου αντάλλαξες
    το παρόν με το μέλλον. Κατάκλυσες
    με φως τα τετράδια μου. Τόσος πολύς
    ουρανός που περίσσεψε, τι να τον κάνω;
    Λογαριάζω να γράψω λοιπόν το Αναγνωστικό της χαράς.
    Το «Ήλιος και ζωή» για τ’ αγράμματα παιδιά του αιώνα μου.
    Ένα
    βιβλίο – βουνό, να γυρίζουν
    στον ήλιο τη μέρα ανάμεσα στ’ άστρα
    τη νύχτα οι σελίδες του.
    (Βρεττάκος)

    Ακολουθεί ένας Σεφέρης:

    Ο δικός μας ήλιος

    Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;
    Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:
    «Δειλοί μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».
    Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
    Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.
    Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως. Ξεψύχησαν λέγοντας:
    «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες· ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
    Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχτα θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμα με την αγάπη.
    Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι· δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
    (ΣΕΦΕΡΗΣ)

    Από το «Ήλιος και Χρόνος» του Θεοδωράκη, που κάποτε το ήξερα ό λ ο από στήθους, επιλέγω:

    Η οδοντοστοιχία του ήλιου

    Ήλιε θα σε κοιτάξω στα μάτια – 1974

    Ήλιε θα σε κοιτάξω στα μάτια
    έως ότου ξεραθεί η όρασή μου, η όρασή μου,
    να γεμίσει κρατήρες με σκόνη,
    να γίνει Σελήνη δίχως διάστημα, κίνηση, ρυθμό,
    χαμένος διάττων, διάττων,
    εσβεσμένος από αιώνες, από αιώνες,
    καταδικασμένος ν’ ακούει κραυγές ανθρώπων
    να ανασαίνει πτωμαΐνη λουλουδιών.

    Ο Άνθρωπος πέθανε! Ζήτω ο Άνθρωπος!
    Ο Άνθρωπος πέθανε! Ζήτω ο Άνθρωπος
    ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

    Και τώρα για ιταλομαθείς -και όχι μόνο- να θυμούνται άλλα χρόνια:

    Νel sole –Al Bano

    Από το δικό μου Ποιητή ιδού:
    χειμωνιάτικος ήλιος, 2

    όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
    φωτίζονται νοσταλγικά
    από τον ήλιο του χειμώνα
    ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

    όπως το μακρινό βουνό
    υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
    σχεδόν αγγίζει την ακτή
    μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

    όπως τα μάτια της γάτας
    ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
    έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
    ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

    είσαι ένα φύλλο πράσινο
    με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
    μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
    ένα γλυκό του κουταλιού
    ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
    μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας
    (Τόλης Νικηφόρου)

    Ένας γαλλικός ήλιος που απόμεινε και για μένα!

    Ήλιος
    Ήλιος ανεύρετος
    Ήλιος επανάληψη
    Ήλιος πόνος
    Ήλιος οπτασία της αυγής
    Ήλιος ευρέτης
    Ήλιος Ρωμαίος και Ιουλιέτα χωρισμένοι
    Ήλιος προς το εσωτερικό
    Ήλιος διάσταση
    Ήλιος κοιλιά μαιάνδρων
    Ήλιος επίμονος
    Ήλιος μαύρο κρύσταλλο
    Ήλιος ηλεκτρονική κάλπη
    Ήλιος ατομική καρδιά
    Ήλιος άρωμα κρασιού ξεθυμασμένο
    Ήλιος του κεραυνοβόλου Ειρηνικού
    Ήλιος γιουχαρισμένος από ανθρώπους δίχως τύχη
    Ήλιος που έπεσε στα χέρια του Τζίμι Χέντριξ
    Ήλιος – Κιόσκι
    Ήλιος – Ίλιγγος
    Ήλιος για πούλημα
    Ήλιος για νοίκιασμα
    Ήλιος εμπρηστής του θορύβου
    Ήλιος – Δοτήρας
    Ήλιος ερείπια ενέργειας
    ΗΛΙΟΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗ ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΥΛΗΣΕ
    (Claude Pélieu)

    Adieu Mon Pays – Enrico Macias (Soleil de mon pays perdu)

    Διάφοροι ήλιοι από δω κι από κει.
    Ελύτης επί 3:

    » Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη συ δοξαστική
    μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου!».

    » Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
    παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα
    (Το Τρελοβάπορο)

    Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του Ήλιου που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
    σιγά- σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!».
    (Η Πορτοκαλένια)

    «Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ΄ την Ελλάδα
    ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
    Τι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη
    Κι α, ιδέτε, χώθηκε τ΄ αξόνι του βαθιά μές στο αίμα.
    ………………………………………………………….
    …σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν΄ αστράψει ο ήλιος Πνέμα!»
    (Πνευματικό Εμβατήριο, Σικελιανός)

    «Οι ποιητές κατοικούν έξω απ΄το φόβο.
    Κι όπως ο ήλιος φωτίζει απ΄ ευθείας κι εκείνοι: μιλούν απ΄ ευθείας».
    («Το έργο των ποιητών» Ν. Βρεττάκος)

    Ο ήλιος εγκαταστάθηκε
    στα μάτια σου
    και με ζεσταίνει
    (NIKHΦOΡOY)

    Καθαρότατον ήλιο προμηνούσε
    Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι.
    (ΣΟΛΩΜΟΣ)

    Τις παρθένες του ήλιου τραγουδάει το κορίτσι με τη φωνή πουλιού από το Περού, με απίστευτο εύρος που ξεπερνούσε τις 4 οκτάβες. Πρόσεξέ την, θα σου μείνει αξέχαστη.

    Yma Sumac – Vírgenes del Sol 1944

    Τελειώνω -μετά από τουλάχιστον τρεις ώρες- με αναφορές σε όσα τραγούδια θυμάμαι:
    1. Βρε, μου λέει ο ήλιος καλημέρα
    Τρίτη να είναι ή Δευτέρα (ΧΑΤΖΗΣ)

    2. Καλημέρα, ήλιε (ΛΟΪΖΟΣ)
    3. Στου ήλιου τ’ αλώνι (ΓΑΛΑΝΗ)
    4. Ήλιε μου, ήλιε μου (POLL)
    5. Το χάραμα πήρα του ήλιου το δρόμο
    Κρατώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο (ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ-ΛΕΟΝΤΗΣ)

    6. Χασάπικο ΄40 (Ήλιε μου, βασιλιά μου)
    7. Πατριωτάκια του ήλιου (ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ)
    8. Από την πόρτα σαν θα βγω
    Θα δω τον ήλιο στρογγυλό (Αύρα, Δ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ)

    9. Μαύρος ο ήλιος σήμερα

    10. Ο ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου (ΞΥΛΟΥΡΗΣ)
    11. Ήλιε, μην κοιτάς τη γη σαν φυλακή (ΓΑΛΑΝΗ)
    12. Ain’t no sunshine (BILL WITHERS)
    13. You are my sunshine (JOHNNY CASH)

    14. Let the sunshine

    • Buona domenica, Aggeliki!!!!…. Καλό μήνα!!!
      «Τα είπες όλα», αλλά κάτι απόμεινε και για μένα:
      -Και για αρχή ας υμνήσουμε το «θεό Ήλιο» με τη φωνή του Βασίλη Σκουλά΅

      -Παυλίνα Παμπούδη, «Καλημέρα»
      (από τη συλλογή ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ)

      «Άργησα.
      Ο ΗΛΙΟΣ είναι από ώρα εδώ,
      Ευλογώντας,
      Μηχανικά,
      Όλα εκείνα τα παράλογα αντικείμενα
      Που απαρτίζουν την κοινωνική μου υπόσταση:
      Το ξυπνητήρι λόγου χάρη,
      Τον κουμπαρά-μπιμπλό
      Την ευχετήρια κάρτα με τους μάγους

      Ευλογώντας
      Ο καημένος…

      Πάντα το προσπαθεί να διασπάται έτσι
      Τόσα τα διάφορα που πρέπει να του διαφύγουν…

      Ονειρεύεται πάντως αόριστα μιαν έρημο
      Από ασπαίροντα αγριοπερίστερα
      Μαβιά και γκρίζα
      Όπου, τίποτα πολυγωνικό,
      Καμιά περιπλεγμένη ψυχοσύνθεση
      Απαιτώντας κουραστικά εφέ φωτοσκιάσεων.

      Καλημέρα ήλιε μου!
      Άργησα.
      Ας παίξουμε τώρα.»

      -Νίκος Καρούζος, «Εκέκραξα»
      «Ήλιε πατρίδα μεγάλη
      εσύ ο πλωτός Όνειρος και των πτηνών ευτυχία
      των δεινών ο ασσύριος
      και στην έρημη γη το μεθυσμένο χόρτο
      δράστης της ωραιότητας ο ποιητής.
      Τα πάθη μʼ έχουν εύρει στην καρδιά
      μέρες και νύχτες είμαι ο σωματικός που λιώνει
      σε λαμπερά ποτάμια σε μαύρες φωνές
      αγγίζοντας την ηλιόλουστη Ελένη
      και μʼ ενʼ αγγελικό σπαθί
      τον άρτο της χαράς έχω μοιράσει.
      Εδώ είναι σκοτάδι κι όνειρο βαθύ
      πέρα της άλλης νύχτας τα μαλάματα.»

      -Πάμπλο Νερούντα:
      «Κορίτσι μου σαρακηνό και σβέλτο,
      ο ΗΛΙΟΣ που δένει τους καρπούς,
      που σφίγγει το στάρι μες στα στάχια,
      που ακονίζει τον αθέρα του σίδερου,
      έπλασε και το έκπαγλο κορμί σου και τα πάμφωτα μάτια σου,
      έπλασε και το στόμα σου με το νερένιο χαμόγελο.
      Σκοτεινός, νυχτερινός ο ήλιος νανουρίζεται στους βοστρύχους
      της αράπικης χαίτης σου, όταν ανοίγεις εσύ την αγκάλη σου.
      Παίζεις με τον ήλιο σα να είναι ρυάκι που κυλάει
      κι εκείνος σου αφήνει στα μάτια σου δυο σκούρους νερόλακκους.»

      -Μίλτος Σαχτούρης, Ο ήλιος

      «—«Ήμουν ο άρρωστος δίχως κρεβάτι» έλεγε τώρα
      ο νεκρός στο νέον εξεταστή του. Το δωμάτιο ήταν
      κατασκότεινο και μόνο από μια μικρή τρύπα στο ταβάνι,
      κατέβαινε σιγά σιγά μια υγρή κόκκινη κλωστή.»

      -Κ. Π. Καβάφης, «Ο ήλιος του απογεύματος»
      «Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
      Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή
      για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε
      γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

      A η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.

      Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
      κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί•
      σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
      Δεξιά• όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.
      Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε•
      κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
      Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
      που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

      Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

      Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι•
      ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ώς τα μισά.

      …Aπόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
      για μια εβδομάδα μόνο … Aλλοίμονον,
      η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.»

      -Ο Lucio Battisti τραγουδά «Το τραγούδι του ήλιου» (La canzone del sole)…

      -Το παραπάνω τραγούδι στα ελληνικά από το Μαχαιρίτσα…

      -Ciao e tanti baci!!!!!!!

  2. Ξαφνικά θυμήθηκα την εξαιρετική ταινία του Μιχάλκωφ, Ψεύτης Ήλιος.
    Την έχεις δει;

    • Ευχαριστώ πολύ Αγγελική!… Υπέροχη ταινία!… Και βέβαια την είδα κι όχι μόνο μια φορά!
      Απαντώ κι εγώ κινηματογραφικά με το σάουντρακ από την «Αυτοκρατορία του ήλιου» (Σπήλμπεργκ)…

  3. Σ’ ευχαριστώ για την ανταπόκριση (και τη φιλοξενία!)

    Από την αρχή το σκεφτόμουνα, αλλά ξέχασα να προσθέσω ένα απόσπασμα από το κορυφαίο ποίημα του Οκτάβιο Πας, Ηλιόπετρα.
    Το κάνω τώρα:

    –η ζωή, πότε ήταν πράγματι δική μας;
    πότε είμαστε ό,τι είμαστε στ΄αλήθεια;
    και μόνοι μας εν τέλει είμαστε πάντα
    μονάχα ένα κενό, μια ζάλη, σ’ έναν
    καθρέφτη μορφασμοί, ναυτία και τρόμος,
    δεν είν’ ποτέ η ζωή δική μας, είναι
    άλλων, δεν είναι κανενός, όλοι είμαστε
    η ζωή –ψωμί του ήλιου για τους άλλους,
    όλους τους άλλους που είμαστε οι ίδιοι–,
    είμαι ένας άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου
    είν’ πιο δικές μου όταν ανήκουν σ’ όλους,
    για να ‘μαι εγώ πρέπει να είμαι άλλος,
    να βγω απ’ το εγώ, να με ζητήσω σ’ άλλους,
    τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,
    τους άλλους που πληρούν την ύπαρξή μου,
    είμαι δεν έχει ή εγώ, εμείς μονάχα,
    πάντα η ζωή είναι άλλη, αλλού, πιο πέρα,
    πέρ’ από εσένα ή εμένα, πάντα ορίζοντας,
    ζωή που μας ποθεί και μας διχάζει,
    μας δίνει πρόσωπο και το τσακίζει,
    πείνα του είναι, ω θάνατε, ψωμί όλων,

    (Απόσπασμα)

    Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

    Καλό μήνα!

    • Εγώ σ’ ευχαριστώ, Αγγελική!… Περιμένω κάθε φορά τα σχόλιά σου κι όταν υπάρχουν και δεύτερα και τρίτα χαίρομαι ακόμα περισσότερο… Να ‘σαι πάντα καλά!
      Ωραιότατο το απόσπασμα απ’ την «Ηλιόπετρα»!… Ο Οκτάβιο Παζ είναι απ’ τους αγαπημένους ποιητές, στη σελίδα «Λατινοαμερικάνοι ποιητές» , εδώ στο μπλογκ μου, έχω αναρτήσει ποιήματά του (κι αποσπάσματα από την «Ηλιόπετρα»)…
      Εγώ τώρα θα σε πάω σε κάτι σπουδαίο που ως τώρα δεν το ‘χουμε «αγγίξει», στο δημοτικό μας τραγούδι!… Μ’ αρέσει πολύ, όταν είναι γνήσιο κι όχι «πανηγυρτζίδικο»!…
      -«Ο ήλιος» σε δυο εκδοχές:
      1η:
      Ήλιε που βγαίνεις το πρωί και το ντουνιά ζεσταίνεις,
      μένα γιατί μ’ αρνήθηκες;
      Σαν το δεντρί μαραίνομαι, σαν φύλλο κιτρινίζω,
      χωρίς εσένα ήλιε μου.
      Μια χαραυγή στο σκότος θα πεθάνω,
      κι εσύ θα παίζεις θα γελάς.
      2η:
      Ήλιε που βγαίνεις το πρωί και βράδυ βασιλεύεις,
      Όλο τον κό- όλο τον κόσμο γκιζεράς,
      Όλο τον κόσμο γκιζεράς τη γή την οικουμένη.
      Για πες μας τ’ είδες σήμερα κι είσαι σκοτεινιασμένος;’
      ‘Τι να σας πω μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω;
      Επήρε ο Τουρκος τη Σοφιά , το Μέγα Μοναστήρι
      Που’ χε τρακόσια σήμαντρα και δεκαοχτώ καμπάνες…’

      Ciao, Aggeliki!… Αν θυμηθείς και κάτι άλλο «εδώ είμαστε πάλι»!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: