Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (18ο): «Νύχτα»…

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα. 1889

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα. 1889

«Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή» (Νίκος Καρούζος)

-Νίκος Καρούζος, «Η νύχτα με συμφέρει»

“Πράγματι η νύχτα με συμφέρει.
Πρώτα-πρώτα ελαττώνει τις φιλοδοξίες· ύστερα
διορθώνει τις σκέψεις· έπειτα συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει υποφερτότερη
τη σιωπὴ με σέβας ανατέμνει·
εξαίρει την όσφρηση μα προπάντων η νύχτα περιζώνει.”

-Κώστας Καρυωτάκης, «Νύχτα»

“Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα ‘πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.”

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα πάνω από το Rhone. 1889

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα πάνω από το Rhone. 1889

-Φ.  Γκ. Λόρκα , «Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα»

“Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,

εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.

Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα

στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,

έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.

Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες

πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,

τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι

του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι

και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του

πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.”

Edv. Munch, Φεγγαρόφως. 1895

Edv. Munch, Φεγγαρόφως. 1895

-Πάμπλο Νερούντα, «Τη νύχτα σ’ ένα  νησί»

    (από τα 100 ερωτικά σονέτα)

“ Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί. Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά, στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος, στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα υπήρχες όταν δεν ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου, και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα – ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό – σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει με ζωντανούς και νεκρούς, και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου. Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου, και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή σαν να έφθανε

από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.”

 Novalis_Hymnen_Ex_thumb

*Επιπλέον μπορείτε να διαβάσετε τους «Ύμνους στη  νύχτα», του Novalis (19ος αιων.) εδώ…

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (18ο): «Νύχτα»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Νύχτα, πολύ πλούσιο θέμα.
    Μου άρεσαν όσα διάλεξες από το περιβόλι της ποίησης, Γιάννη!
    Εγώ πάλι ανασκουμπώθηκα, ψάχνοντας (κάποια από) τα κιτάπια μου, σα να έχω να παραδώσω εργασία. Το κακό είναι ότι την καταβρίσκω προσπαθώντας να θυμηθώ στίχους και μουσικές, αλλά συγχρόνως όλη αυτή η δραστηριότητα είναι μια καλή άσκηση μνήμης για μένα.
    Επιλέγω λοιπόν κι εγώ τώρα:

    Secret Garden Nocturne

    1. Οδυσσέας Ελύτης : Προσανατολισμοί
    ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

    Ι
    Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
    Στα γενέθλια των γιασεμιών
    Νύχτες και νύχτες στις λευκές
    Αϋπνίες των κύκνων

    Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
    Όπως μες στον απέραντο ουρανό
    Το ξάστερο συναίσθημα.

    II
    Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
    Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
    Ερωμένη
    Αλλοτινών ήχων γόησσα

    Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
    Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
    Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του — εκεί.

    III
    Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
    Όλα τα δάχτυλα
    Σιωπή

    Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
    Σιγά σιγά ξετυλίγεται
    Η εξομολόγηση
    Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

    IV
    Ένας ώμος ολόγυμνος
    Σαν αλήθεια
    Πληρώνει την ακρίβεια του
    Στην άκρια τούτη της βραδιάς
    Που φέγγει ολομόναχη
    Κάτω απ’ τη μυστικιά ημισέληνο
    Της νοσταλγίας μου.

    V
    Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
    Μαβιές
    Κόκκινες
    Κίτρινες

    Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
    Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
    Τα μάτια της σιωπή.

    VI
    Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
    Βλέφαρο ανύσταχτο
    Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
    Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

    Καρτέρι μελλοθάνατο
    Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
    Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

    VII
    Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
    Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
    Της δράσης

    Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
    Ακούσιος καταρρέει
    Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ’ το μελαγχολικό
    Σιωπητήριο.

    The Moody Blues – Nights In White Satin

    2. Κώστας Μόντης «Νύχτες»

    Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
    η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
    και θα μπορέσεις ύστερα να πας
    σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
    Όμως όταν τελειώσουν όλα
    τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
    και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
    και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
    Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
    σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
    Θα ‘σαι μονάχος.
    Και τότες θα λογαριαστείτε.
    Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
    Θα ‘σαι μονάχος
    κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
    κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
    Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
    Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
    Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

    Loreena McKennitt Night Ride Across the Caucasus

    3. Ἡ νύχτα μπαίνει…
    -Ἡ νύχτα / μπαίνει ἀπ’ τ’ ἀνοιχτά παράθυρα τὸ καλοκαίρι / καὶ σβήνει τοὺς ὄγκους τῶν ἐπίπλων, ὅλα τ’ ἀφομοιώνει / καὶ φωτίζει ἀνεμπόδιστα ὁλόκληρο τὸ σπίτι, / καὶ τὰ μικρά κι ἀσήμαντα ἀντικείμενα σπιθίζουν / μὲ λάμψεις μυστικές καὶ πολυσήμαντες ὅπως τὰ ὀστᾶ, καὶ τὰ μαχαιροπήρουνα / χάνουν τὴν ὡρισμένη τους σκληρή χρησιμότητα, μεταβάλλονται / σὲ μικρές φλέβες μετάλλων μέσα σ’ ἕνα οὐράνιο ὑπέδαφος / εὔπλαστες ἀρτηρίες, πρὶν γίνουν πράγματα ἢ ἀφοῦ ἔγιναν / – [] κ’ οἱ μεγάλοι παγωμένοι καθρέφτες στοὺς διαδρόμους καὶ στὶς αἴθουσες / [] γίνονται ὀρθές κάθετες λίμνες ἢ μεγάλα παράθυρα ὁλάνοιχτα / πρὸς ἕνα ἀλάθευτο κι ἀκίνδυνο πέρα καὶ πάντα…
    ΡΙΤΣΟΣ

    Tender is the night

    4. Μια Νύχτα

    Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,
    κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.
    Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,
    το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω
    ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών
    που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

    Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι
    είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη
    τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης —
    τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα
    που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,
    μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.
    KABAΦΗΣ

    Αυτή η νύχτα μένει

    5. Αν σου λείψω μιά νύχτα – Νικηφόρος Βρεττάκος

    Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
    ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
    Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
    μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
    πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
    Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
    θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
    στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
    στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
    δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
    ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

    Strangers in The Night – Frank Sinatra

    6. Τόλης Νικηφόρου, μήπως

    νύχτα αμίλητη που υφαίνεται
    απ’ τις θλιμμένες στάλες της βροχής
    τόσο που κάπου κρύβεται το κόκκινο
    σε κάποια μυστική πηγή ελλοχεύει
    εκεί πυκνώνει η ανάσα του
    σαν από θαύμα μήπως
    και σπινθηρίσει κάποτε το φως

    μήπως ανοίξει κάποια πόρτα ξαφνικά
    χαμόγελο κρυφό στη σκοτεινιά
    ένα χάδι
    ο ήχος της φωνής της μήπως
    η λάμψη από τα μάτια της
    εκείνο το βελούδο των χεριών της

    μήπως σκορπίσει κάποτε τριγύρω
    θαμπή η μυρωδιά του ξύλου
    με τη βαθιά κρυμμένη των βιβλίων
    μεθυστικό
    το ξεχασμένο άρωμά της
    σαν από τα μπουμπούκια της γαρδένιας

    μήπως η νύχτα γίνει εσύ
    η νύχτα γίνει εγώ
    και όνειρο

    Chopin – Nokturn op.9 nr 1 b-moll

    7. Μίλα.
    Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
    έχουν τους ανταγωνισμούς:
    αν κάποια απ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
    σ’ ελευθερώνει άλλη.
    Τράβα μία λέξη απ΄τη νύχτα
    στην τύχη.
    Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.
    Μη λες «ολόκληρη»,
    πες «ελάχιστη»,
    που σ αφήνει να φύγεις.
    Ελάχιστη
    αίσθηση,
    λύπη
    ολόκληρη
    δική μου.
    Ολόκληρη νύχτα.
    (ΔΗΜΟΥΛΑ, Απόσπασμα από την «Περιφραστική πέτρα»)

    Νύχτωσε νύχτα

    8. Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
    ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
    τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
    και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:

    Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
    δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
    τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
    χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.
    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ,ΑΝΘΡΩΠΟΙ,απόσπασμα

    Midnight Blue – Brian Crain

    9. ωραίες βλέψεις

    Να είναι νύχτα
    με καμμένες τις λάμπες των εθνικών οδών.
    Ο ηλεκτρολόγος της πόλης να ξεκουράζει
    τα δάχτυλά του
    κι εγώ
    να πάρω την ξύλινη σκάλα
    του απέναντι διαμερίσματος
    ν’ ανέβω
    να βιδώσω το φεγγάρι σε πανσέληνο,
    έλεγα

    κι είχα τα δάχτυλα
    μουσκίδι στο πιοτό.

    Αντιγόνη Βουτσινά

    Η ΝΥΧΤΑ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ

    10. Τὸ φῶς
    Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
    πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
    καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
    φωνές,
    βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
    ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
    τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
    ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
    Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
    ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
    ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
    τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
    ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα

    ΚΟΙΤΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

    11. Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

    Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
    Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο ανάμεσα στη φωτιά και
    στο νερό. Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά, στα
    ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος, στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που
    αγγίζονται. Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή
    θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα όταν δεν υπήρχες ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω
    έπλεα στο πλάι σου, και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα – ψωμί, κρασί, έρωτα
    και θυμό – σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα
    δώρα της ζωής μου.

    Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει
    με ζωντανούς και νεκρούς, και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά το μπράτσο
    μου τύλιγε τη μέση σου. Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
    Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου
    δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής
    σου, και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή σαν να έφθανε από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.
    ΝΕΡΟΥΔΑ

    Και λίγος κινηματογράφος:
    La Notte, 1961

    • Ciao, Aggeliki, buona Domenica!!!!
      Ποικίλα και πανέμορφα τα ποιητικά και μουσικά «δώρα» σου!… Grazie mille!!!!

      Όντως η «νύχτα» είναι πολύ πλούσιο θέμα τόσο για την ποίηση όσο και για τη μουσική…
      Ιδιαίτερα τους ποιητές θα έλεγα ότι τους «μαγνητίζει» ή τους «μαγεύει»…

      -Γράφει ο Νίκος Ασλάνογλου:
      «Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
      σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες,
      όπου η ζωή χορεύει…»

      -Και ο Γιάννης Ρίτσος:
      «Η νύχτα πάντα πίσω απ΄ τις σελίδες μου. Γι αυτό
      Και λάμπουνε τόσο πολύ τα γράμματά μου.»

      – Η Κική Δημουλά γράφει στην τελευταία στροφή του «Πληθυντικού αριθμού»:
      «…Η νύχτα,
      όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
      ενικός αριθμός.
      Πληθυντικός αριθμός
      οι νύχτες.
      Οι νύχτες από δω και πέρα.»

      -“Την αυγή μπορείς να την φτάσεις μόνο περπατώντας το μονοπάτι της νύχτας.”
      (Χαλίλ Γκιμπράν)

      -«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
      για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.»
      (Τάσος Λειβαδίτης)

      -Ένα πολύ αγαπημένο rock κομμάτι:

      -Ο Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Τελευταίος σταθμός»:

      «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
      Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
      όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
      και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
      πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
      Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
      λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη….
      Σιωπές αγαπημένες της σελήνης…»

      -Και ο Οδυσσέας Ελύτης, [Δεν ξέρω πια τη νύχτα]:

      Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου,
      στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
      Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί
      αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
      ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
      τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
      της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

      Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται.
      Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα.
      Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
      εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει
      με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
      Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου,
      τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.
      (απόσπασμα από τον Ήλιο τον πρώτο))

      -Κλείνω με τον Χατζιδάκι και «Το πρόσωπο της νύχτας»:

      -Σ’ ευχαριστώ πολύ και πάλι, την αγάπη μου!!!!

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Chet Baker – You and the Night and the Music

    Mε αιφνιδίασες ευχάριστα με «Το πρόσωπο της νύχτας», που είχα χρόνια να το ακούσω.
    Χαίρομαι όμως που μου θύμισες το Because the night, που τρελαίνομαι να το ακούω από την Patti Smith.
    Όσο για το Βιβάλντι, απλά κλασικός!
    Ακόμα: Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου/ σα να ‘σαι σε δικό σου κήπο…

    Ο Ασλάνογλου εκπληκτικός, ειδικά στο «ποίημα θέλω να ‘ναι νύχτα…»
    Μπράβο, βρε Γιάννη, που τα σκέφτηκες.
    Σκέψου να έμπαινε στο παιχνίδι και κάποιος, που να θυμάται άλλα ποιήματα και τραγούδια, τι ωραία που θα ‘ταν…

    Νύχτα σε άκρα σιωπή

    Αν ακούγονταν ήχος , δε θάταν παρά
    οι αχτίδες που κρέμονταν. Τι είναι φωνή;
    Σε θυμάμαι που μίλαγες. Συλλογίζομαι τώρα
    πως μες στη φωνή του πουλιού και τ’ ανθρώπου
    καθρεφτίζεται ο ήλιος.
    (Νικηφόρος Βρεττάκος )

    Chet Baker with Enrico Pieranunzi – Night Bird

    Κι ένας νεαρός ποιητής να τι λέει:

    Νύχτα!

    Και πως ν’ αλλάξουμε τώρα που είμαστε
    μαύρα πουλιά της νύχτας;
    Μονάχα όταν έρχεται, έτσι ήρεμα γλυκά
    κι όπως απλώνει, σαν δάχτυλα, το μελανό της φως
    κι όλη την πλάση γύρω μας, τόσο απαλά σκεπάσει,

    Εμείς,

    ανήμποροι να αντισταθούμε,
    από τις γλυκές της μελωδίες γαντζωνόμαστε
    από το βελούδινο το μαύρο που την ψυχή μας γαληνεύει
    και τις σειρήνες της ακολουθούμε τυφλά
    δίχως να ξέρουμε που μας παν, και δίχως να ρωτάμε

    Και το τσιγάρο στρίβουμε, χρυσός καπνός μας πάει
    κι όπως η μέθη απ’ το ποτό, τα όνειρα μας πιάνει
    αιχμάλωτοι γυρίζουμε και την ακολουθούμε
    και ειν’ το όνειρο χρυσό κι ο πόνος αλαφραίνει
    και η ψυχή αναδύεται, ψηλά και φτερουγίζει
    ανάλαφρη σαν πούπουλο, καθόλου δεν βαραίνει
    το σώμα μας που κείτεται και σέρνεται στο δρόμο.

    Οι συνετοί κι οι άνθρωποι τον δρόμο τους τραβούνε
    κι όταν απ’ τη γαλήνη της, η νύχτα μας μεθάει
    αυτοί δεν βλέπουν, κρύβονται κοιμούνται και φοβούνται
    και τα χρυσά τα δώρα της μόνο για μας κρατάει

    Τις όμορφες τις μούσες της και τις νεράιδες της
    το πρώτο φως σαν έρχεται, τις χάνουμε, όλο φεύγουν.

    Ω, την αυγή ας ήτανε να μην την ξαναδούμε
    αυτή που παίρνει μακριά τις μούσες, το βελούδο
    κι όπως το φως της έρχεται, κι απάνω μας βαραίνει
    καθώς η ψυχή σωριάζεται ξανά πάνω στο σώμα

    εμείς τότε πεθαίνουμε, και για να αναστηθούμε
    τη νύχτα θα προσμένουμε
    Ξανά να δύσει ο ήλιος
    ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΑΧΟΣ

    Blues In The Night «LOUIS ARMSTRONG»

    Miles Davis – Summer Night

    Ότι μου αρέσει (και) η τζαζ, καθόλου δε φαίνεται…

    • Αχ, βρε Αγγελική, πολύ μ’ αρέσει αυτή μας η (διαδικτυακή) επικοινωνία!… Σκέφτομαι πόσα θα είχαμε να συζητήσουμε, αν ποτέ συναντιόμασταν!…
      Είναι όμορφο να διαβάζεις ποίηση με συνοδεία τζαζ μουσική!… Σ’ ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου!!!
      Ναι, θα ‘ταν πολύ καλό να είμαστε παρέα και μ’ άλλους σ’ αυτό μας το διαδικτυακό ποιητικό και μουσικό ταξίδι, αλλά ξέρεις από τους 500 και πάνω που επισκέπτονται καθημερινά το μπλογκ μου πολλοί «κλέβουν» κι ελάχιστοι σχολιάζουν!

      -Ας πάμε τώρα στα δικά μου αντίδωρα:
      Ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη μου βρήκα ένα όμορφο ποιητικό κείμενο του Γκιμπράν, από το βιβλίο του «Αγαπημένη»… Στο αφιερώνω!:
      Χαλίλ Γκιμπράν, «Ω, νύχτα!» (απόσπασμα)

      “Νύχτα των ερωτευμένων, των ποιητών και των μουσικών!
      Νύχτα των ξωτικών, των πνευμάτων, των φαντασμάτων!
      Νύχτα της παράφορης λαχτάρας και της θύμησης!
      Γιγάντισσα, που στέκεις ανάμεσα στα μικρά
      σύννεφα της Δύσης κι ανάμεσα στις νύμφες του
      πρωινού ζωσμένη με τρομερό σπαθί, που συνταυτί-
      ζεις την πορεία σου με το δρόμο του φεγγαριού,
      που φοράς τη σιωπή και με χιλιάδες μάτια ατενί-
      ζεις τα βάθη της ζωής, με χιλιάδες αυτιά ακούς την
      τελευταία ανάσα πριν το θάνατο και την ανυπαρξία!
      Είσαι το σκοτάδι, κι όμως μας φανερώνεις το
      φως των αστεριών, ενώ η λάμψη της μέρας μάς
      κρύβει το σκοτάδι της γης.
      Είσαι η ελπίδα που ανοίγει τα μάτια μας μπρο-
      στά στο δέος του απείρου, ενώ η μέρα είναι μια
      αυταπάτη που μας τυφλώνει μέσα σ’ έναν κόσμο
      πεπερασμένων μεγεθών.
      Είσαι η ειρήνη, που μέσα στη γαλήνη της ξεδια-
      λύνονται τα μυστήρια των άγρυπνων πνευμάτων
      που πετούν στον πιο ψηλό απ’ τους ουρανούς. Η
      μέρα είναι ένας θόρυβος που ταράζει τις ψυχές ε-
      κείνων που συνθλίβονται κάτω από τις οπλές των
      επιθυμιών και των νεωτερισμών.
      Μέσα στα βαθιά σκοτάδια, είσαι η δίκαιη δια-
      φεντεύτρα που φιλιώνεις τα όνειρα των αδύναμων
      με τις ελπίδες των δυνατών. Είσαι τρυφερή, εσύ,
      που τα αόρατα χέρια σου κλείνουν απαλά τα μάτια
      των δυστυχισμένων και μεταφέρουν τις καρδιές
      τους σ’ έναν κόσμο λιγότερο σκληρό από τούτον.
      Οι εραστές μιλούν ψιθυριστά, χωμένοι στις πτυ-
      χές της βαθυγάλανης αισθήτας σου. Οι απελπισμέ-
      νοι βρέχουν με τα δάκρυά τους τα δροσοστάλαχτα
      πόδια σου. Οι εξόριστοι αποθέτουν τους στεναγ-
      μούς της αδιέξοδης νοσταλγίας τους στις παλάμες
      σου, τις αρωματισμένες απ’ τις ευωδιές των κοιλά-
      δων. Και είσαι γι αυτό η έμπιστη των ερωτευμέ-
      νων, η φίλη των μοναχικών, η συντρόφισσα των ε-
      ξόριστων και των εγκαταλειμμένων.
      Τα αισθήματα των ποιητών γλιστρούν κρυφά
      μέσα στις σκιές σου. Οι καρδιές των προφητών με-
      ταφέρονται στους ώμους σου. Στις μπούκλες σου
      φωλιάζει η ιιοφυία των στοχαστών. Καθοδηγείς
      τους ποιητές, εμπνέεις τους προφήτες, νουθετείς
      τους θεράποντες της σκέψης και του στοχασμού.
      ***
      […]
      Νύχτα είμαι σαν και σένα. Θα σκεφτούν τάχα οι
      άνθρωποι πως κομπάζω σαν παρομοιάζω τον εαυτό
      μου με σένα. Εκείνοι, στους δικούς τους κομπασμούς,
      παραλληλίζουν τους εαυτούς τους με τη φωτιά.
      Είμαι σαν και σένα, γιατί μας κατηγορούν και
      τους δυο πως είμαστε αυτό που δεν είμαστε.
      Είμαι σαν και σένα, στις επιθυμίες μου και στα
      όνειρά μου, στο είναι μου και στο χαρακτήρα μου.
      Είμαι σαν και σένα, κι ας μη με στέφει το δειλι-
      νό με χρυσαφένια σύννεφα.
      Είμαι σαν και σένα, κι ας μη βάφει η αυγή τα
      ρούχα μου με το ρόδινι φως της.
      Είμαι σαν και σένα, κι ας μη με περιβάλλει ο
      Γαλαξίας.
      Είμαι νύχτα- φιλική, χαρούμενη, γαλήνια, τα-
      ραγμένη. Το σκοτάδι μου δεν έχει αρχή και τα βά-
      θη μου δεν έχουν τέλος. Όταν αναδύονται τα
      πνεύματα, εκθαμβωτικά μέσα στο φως της χαράς
      τους, το πνεύμα μου παγώνει μέσα στη μαυρίλα
      του πόνου του.
      Νύχτα, είμαι σαν και σένα. Η αυγή μου δε θα
      ‘ρθει παρά μονάχα όταν ο χρόνος μου θάχει τε-
      λιώσει.”
      (Χαλίλ Γκιμπράν, Η αΑγαπημένη, εκδ. PRINTA)

      -Και κάτι δικό μου που έγραψα καμιά 20ριά χρόνια πριν… Η ατέλειωτη νύχτα ενός απελπισμένου έρωτα…

      Γιάννης Π. Τζήκας, «ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΜΟΥ, ΕΛΑ»

      “Κι άλλη μια νύχτα που είσαι μακριά…
      Και τι είναι απόψε η νύχτα;
      Αποψινή, χθεσινή, προχθεσινή
      αυριανή, περσινή;
      Όπως κι αν την πεις τίποτα δεν αλλάζει
      έρχεται φεύγει, έρχεται φεύγει
      τίποτα δεν αλλάζει…

      Και συ; Και συ δεν έρχεσαι.
      Σε φυλλωσιές ονείρων κατοικείς.
      Μένεις εκτός…
      Οι νύχτες μου όλες ίδιες και σκληρές.
      Μόνη παλεύω τις μέσα μου σκιές
      και τα φαντάσματα.
      Και η καρδιά να σφίγγεται
      να μαραζώνει και να κλαίει
      και να περιμένει…

      Τυφλή από έρωτα σε ψάχνω
      σε ζητώ και δε σε βρίσκω
      σε καλώ και δε μ’ ακούς
      σε περιμένω στη νύχτα μου
      και ούτε μια λάμψη
      μια αχτίδα στο σκοτάδι.
      Λόγια ερωτικά
      τα χείλη μου ψελλίζουν
      και δεν τ’ ακούς…
      δεν ακούνε τα όνειρα, οι σκιές.
      Θέλω να πέσω στην αγκαλιά σου
      και πέφτω στ’ άραχλο κενό σου
      κάνω να ψαύσω τη ζεστασιά
      του αυγουστιάτικου κορμιού σου
      και ψαύω την παγερή σκιά σου
      να σε φιλήσω θέλω
      και τη νύχτα μου φιλώ.

      Έλα σου φωνάζω…
      Κοχλάζουν τα μέσα μου για σένα
      αγριεύει η όψη μου
      την έξω νύχτα
      απ’ το φεγγίτη μου κοιτώ
      το φεγγάρι στα πορτοκαλιά δεσμά του
      λεπίδια κόβεται
      τα στήθια μου λαβώνει
      τραβιέμαι τρομαγμένη
      στη μέσα νύχτα μου επιστρέφω…

      Αποκαμωμένη πέφτω στο κρεβάτι
      ναυαγός πλέω στο σεντόνι μου
      η ελπίδα πια σάπισε
      φύλλο ξερό κιτρινισμένο
      στ’ ανέμου σου τη δύνη
      μια μόνον πράσινη χλωρή ακίδα
      μες στη σαπίλα ακόμα μένει
      και ξέπνοα ψελλίζω: Έλα…

      Έλα Άδωνη της μοίρας μου
      έλα νοτιάς στο ξεροβόρι μου
      έλα και πάρε με
      εδώ στης αγρύπνιας το κρεβάτι
      καθώς γυμνή
      τη μυστική μου πύλη να διαβείς…
      μπες μέσα μου βαθιά, κατάκλυσέ με
      κάνε με ξανά γυναίκα
      κάνε μου τη μέσα νύχτα μέρα
      να γλυτώσω…
      Άδωνη της μοίρας μου, έλα
      πάψε να είσαι σκιά
      έλα σαν ήλιος του καταμεσήμερου
      απ’ τη λάμψη σου να χορτάσω
      κι ας καώ
      έλα με ευχές να σε στολίσω
      με λόγια του έρωτα να σε ράνω
      με τα μύρα της άνοιξης να σε ποτίσω.
      Δεν έρχεσαι…

      Αποκοιμιέμαι μα η καρδιά μου ξαγρυπνά
      έρχεσαι στο αυγινό μου όνειρο
      με βάζεις στις άσπρες σου
      κατάλευκες φτερούγες
      και λάμνοντας στα σύννεφα
      στον ουρανό των άστρων με πας
      εκεί να ζήσουμε
      εκεί να ξεχαστούμε
      από έρωτα κι αγάπη οι δυο μας…
      εκεί, ανάμεσα Αυγερινού και Πούλιας…
      Μα τ’ όνειρο που ζέχνει έρωτα
      γρήγορα περνάει
      σύννεφο γίνεται και πάει…

      Κι ύστερα έρχεται η μέρα
      η καινούργια μέρα
      που ξέρω πως την έχω ζήσει
      ολόιδια εδώ και χρόνια…
      Το όχημα της ζωής παίρνει μπροστά
      ακούω το καμπανάκι του απορριματοφόρου
      οι άνθρωποι ζεύονται το ζυγό τους
      τρέχουν ασθμαίνοντας να βρουν
      αυτό που τους ταιριάζει για ευτυχία
      -την αυταπάτη τους που τη λένε «ευτυχία»-…
      Βγαίνω και ‘γω στο δρόμο
      μα η νύχτα νύχτα μέσα μου
      και η μέρα νύχτα
      περπατώ και
      αλαφροΐσκιωτα ψελλίζω: Έλα…
      Η σκιά σου παντού μ’ ακολουθεί
      μια μπρος μια πίσω, δεξιά αριστερά
      μα γω, Άδωνή μου, δε σε θέλω σκιά
      δίπλα μου σε θέλω
      με σάρκα και οστά.
      Δεν έρχεσαι…
      Χαμένη στη νύχτα μου είμαι
      μα θα σε περιμένω όσο αντέχω…”

      -Αποχαιρετώντας σε, προτείνω να πάμε απόψε ένα νυχτερινό περίπατο καθώς μας προτρέπει μουσικά ο Χατζιδάκις:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: