Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

1η Ιουλίου 2013, καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: «Αλωνάρης μήνας»…

 vitadura-vi

«…Ήτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,

που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,

στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια

και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος

κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος…»

(Κώστας Βάρναλης)

-Γιάννης Ρίτσος, «Κυρά των αμπελιών «

(απόσπασμα)

«Κυρά κυρά θαλασσινή και στεριανή
με τα λουλουδιασμένα μάγουλα
σφίγγοντας μες στον μπούστο σου
την κάψα του αλωνάρη

πότε κρατώντας στην ποδιά σου

ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν παναγιά αιγιοπελαγίτισσα
ντυμένη μ’ένα δίχτυ
να κουβαλάς στο σούρπωμα στηνκεφαλή σου
το πανέρι με τα ψάρια

Μηλί βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριαντιαφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης

Σπανε τα ρόδια στη ροδιά και πεφτουν γέλια στο ποτάμι
με κουκουναρια κυνηγιουνται οι κορασιες στο περιγιάλι κι αχ, ο δραγάτης δε βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ, δε βαστάνε οι βιολιτζήδες τ’αμπελιόυ μες στα βιολιά τους

Μηλί, βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης»

vino_e_passione_aria

-Γιάννης Ρίτσος, «Ρωμιοσύνη ΙΙ»

(απόσπασμα)

«Κάθε πού βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας

είναι μία σταγόνα νερό πού σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι

είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο πού φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς

κ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη

– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ τον καημό της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα λεκιασμένη απ τα σταφύλια.

Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.

Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.

Απάνου στο τραπέζι το ψωμί κ η ελιά,

μές στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη

καί κεί ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας

καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Ά, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί

γιά να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»

πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της

ώσπου να βρεί το φώς το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο πού βγαίνει από τη γής

μετράει οργιά-οργιά τη γής και τις κόρδες του λαγούτου

καί το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα

καημό-καημό το λέν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους

καί ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες

κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

Ά, ποιός θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιό σπαθί θα κόψει το κουράγιο

καί ποιό κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά πού με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα

κοιτάει του Θεού τ αστροπερίχυτα περβόλια;…»

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “1η Ιουλίου 2013, καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: «Αλωνάρης μήνας»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τα ιουλιανά μου ευρήματα:

    Ιούλιος-Αύγουστος

    Ὁ ἡλιοφόρος Ἰούλιος λίγος,
    ὁ εὔγευστος Αὔγουστος ἐλάχιστος
    καὶ πότε κιόλα ὁ σιγαλὸς Σεπτέμβριος.
    Πρὸς τὸ κενὸ καλπάζοντας
    νὰ κρατηθεῖς, ἀπὸ ποῦ
    νὰ φύγεις,
    κλειδί—κλαδί δὲν ἔχει ὁ χρόνος λεῖος, ἀπότομος
    κάθε στιγμὴ του γκρεμὸς — πῶς νὰ σώσεις
    τὴν ἀστραπὴ τὴ ζωή σου
    —μ’ ἕνα ποίημα, μ’ ἕνα παιδί,
    μ’ ἕνα ἄγαλμα στὸ μουσεῖο;
    Μία, δύο καὶ τρεῖς φορὲς κι ἑκατοντάδες
    κι ἂν ἔρθει ὁ Ἰούλιος
    κι ὁ Αὔγουστος ἂν ἔρθει πάλι
    στὸ θάνατό σου θὰ σ’ ἐγκαταλείψουν
    ποὺ λίγο-λίγο, καθημερινὸς σ’ ἔχει κερδίσει, ὅσα
    φιλιὰ κι ὅσα φτερὰ
    μέσα τους κι ἂν ἐπρόφτασες νὰ θησαυρίσεις.
    (Λένα Παππά)

    ΙΟΥΛΙΟΣ

    Το θέρος
    Πώς να ευοδωθεί
    Με ανεκπλήρωτα όνειρα
    Μιά λύπη το σταυρώνει
    Ένας κομμένος ουρανός.-
    (Αντώνης Περδικούλης)

    Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
    καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
    βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
    ANAΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
    Καιρός να ετοιμάσεις
    τις τρεις βαλίτσες
    — τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
    και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα
    που τόσο σου πήγαινε
    παρ’ ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
    Εγώ,τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
    θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
    αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα,
    μάλλον πως έχω αφαιρέσει πολλά,
    καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
    η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
    με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
    με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
    με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο
    κάτω απ’ τα μπαλκονάκια
    και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ‘ναι το τελευταίο.
    (Καρλόβασι, 3.IX.89, ΡΙΤΣΟΣ)

    Επίσης: Ioύλιος, Ορφέας Περίδης

    • …Πάμε τώρα και στα δικά μου «Ιουλιανά ευρήματα»:
      «Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
      γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος! Α, νάρθει η ώρα που θα
      δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
      νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»
      (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον, Ίκαρος)

      -Αλλόφρονες οι καιροί που ζούμε, να, κι ένας ποιητικός αλλόφρονας Ιούλιος:
      Νίκος Καρούζος, «Αλλόφρονας Ιούλιος»:
      “Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου
      μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα
      φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
      Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο
      Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
      τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.
      Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.
      Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
      προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
      ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
      να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
      Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.
      (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, εκδ. Ίκαρος)

      -Κι από μουσική το υπέροχο «Της αγάπης αίματα» (σκέφτηκα ότι θα ήταν το πρώτο που θα μου ‘βαζες στο σχόλιό σου, φαίνεται όμως πως το ξέχασες, για να με βγάλεις και μένα από τη δύσκολη θέση να βρω κάτι μουσικό για τον Ιούλιο!):

      «Τον Ιούλιο κάποτε
      μισανοίξανε
      τα μεγάλα μάτια της
      μες στα σπλάχνα μου
      την παρθένα ζωή μια στιγμή
      να φωτίσουν
      μακρινή μητέρα
      ρόδο μου αμάραντο
      μακρινή μητέρα
      ρόδο μου αμάραντο»

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο «Αλλόφρονας Ιούλιος» του Καρούζου και «τον Ιούλιο κάποτε» ήταν τα πρώτα που σκέφτηκα, αλλά είπα να ψάξω λιγάκι παραπάνω. Και να που βρήκα το εξής, που μου αρέσει πολύ:

    ΙΟΥΛΙΟΥ ΛΟΓΟΣ – Οδυσσέας Ελύτης

    Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
    Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ’
    Απέραντος!
    Απέραντος ο κήπος όπου μόλις απο-
    Χωρισμένος απ’ τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
    Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη

    Ο ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιούπ το σπάσιμο!
    Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
    Ρεύματα! Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!

    Τι τώρα μου ήρθαν. Αλλά σαν χθές δεν υπήρξα
    Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
    Έστω. Και μόνο να τα λές ωραία ξοδεύεσαι˙ όπως του νερού η ροή
    Πού ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
    Κι από ‘να σ’ άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
    Ενώ κάτω απ’ τα πόδια σου να βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι

    ‘Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές. Θή-
    λεις άγγελοι
    Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
    Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
    Πάλι θα μου κάνει το άλογο
    Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
    Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
    Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από τις
    καμινάδες!
    Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
    Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ’ το παράθυρο
    Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα

    Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Έπειδή τ’ απέξω
    Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
    εκδικείται
    Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
    Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
    που το λένε Σκέψη
    (Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
    Πού το κολύμπι μ’ έβγαζε απ’ ανέκαθεν)

    Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
    Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ’
    Απέραντος!
    Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
    Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας˙ ώστε
    Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
    Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από ‘ν
    Σ’ άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.

    Από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»

    ΥΓ. Αχ, αυτός ο Ελύτης!
    Μα δεν είναι εξαιρετικός;
    Οσο κι εκείνος ο υπνάκος που παίρνεται ψελλιστί…

    • -Καλημέρα, Αγγελική!!!…Όντως εξαιρετικότατος ο Ελύτης, αλλά τους δυο παρακάτω τους έχω ψηλότερα στις προτμήσεις μου….

      -Ο Καβάφης γράφει για το «θείο Ιούλιο μήνα που επύρωνε» σε στιγμές ηδονικές:

      Κ. Π. Καβάφης, «Να μείνει»

      Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
      ή μιάμισυ.

      Σε μια γωνιά του καπηλειού•
      πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
      Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
      Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
      Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

      Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
      είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
      που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

      Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
      γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

      Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
      στα μισοανοιγμένα ενδύματα•
      γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
      είκοσι έξι χρόνους διάβηκε• και τώρα ήλθε
      να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.
      (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

      -Και ο Νίκος Καρούζος: «17 Ιουλίου 1979»:

      “Μακρινός ο ήχος απ’ τα πένθη
      στο ακόρεστο ξέφωτο που οδεύουμε
      τόσο λεπτή σαν κλωστούλα φυσαρμόνικα
      στα σαρκώδη χείλη της βραδιάς η απουσία
      ξετινάζοντας
      όνειρα πρησκόμενα
      κι αγιάτρευτα.
      Είμαι πικρός και επώδυνος
      από αρχαϊκότητα
      ωσάν το στρουφί που ραμφίζει
      τα μικρά του ευρήματα.
      Είμαι σήμερα κλειδωμένος στην ευτυχία.
      Τη μουσική μου δεν τη θέλω πια
      σας τη χαρίζω.”
      (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: