Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (16ο): «Σώμα ή κορμί»

«… Τα σώματά μας θα χαθούν θα σβήσουν

από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων

αυτό το “σ’ αγαπώ” που σου ψιθύρισα στις ώρες μας τις πιο κρυφές»

(Ν. Εγγονόπουλος, από το ποίημα “Ελεονώρα II”)

___1_~1

-Γιάννης Βαρβέρης, «Τι να ‘ν’ το σώμα;»

 

“Μην ειν’ οι κάμποι, τα ψηλά βουνά;

Κάτι από δύση θα ‘ναι πάντως σε κραιπάλη

κι έχει στολίδια του μαντείες

να μη σαστίζει σ’ αλλαξοκαιριές.

Πάλι μπορεί και να ‘ναι πέρασμα ενός τρένου

κι όχι το πέρασμα ενός τρένου επακριβώς

αλλά η ησυχία της διάβασης: – δυο ησυχίες:

εκείνη που προηγείται κι αυτή που έπεται.

Ή το πιο απίθανο, μες στον κοιτώνα

καθώς επικρατεί το σκόρπισμα του ελέους

κι οι αψήφιστες ραγισματιές στο ημίφως

να ΄ναι μια σάρκα που φτεροκοπά

ενώπιον των οστών της.”

(Γ. Βαρβέρης, Πεταμένα λεφτά, Κέδρος)

Yannis Tsarouchis39

-Δ. Π. Παπαδίτσας, «ΟΠΩΣ Ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ»

 

“Από χρυσές περιπαθείς διώρυγες τραβάει προς τις αέρινες τροφές του

το άλλο σώμα

Σημαδεμένο με την κιμωλία του μέσα στο ατέλειωτο τραγί του

Σώμα της δάφνης και του πιπεριού

Φωνές δαγκώνουν άγιους άρτους βιαστικές αγριότητες

μιας κορυφαίας κραυγής:

Από τον ένα ήλιο στον άλλο μεσημέρι αποθανατισμένη

πράσινη στριγγιά του φρύνου

Ωραίο κορμί θηκάρι διπλής κόψης ανεμόδροσης

Ποιο σε αλαφρώνει πότισμα

Μια λέξη σ’ εξατμίζει επεκτεινόμενη

Θερίζει δάση και άσπρους θανάτους που ζευγαρώνουν το τσακάλι με

το αηδόνι στη Μαντινεία και στη Λοκρίδα

ωραίο κορμί

Σφυρίζουν τα τρυπάνια σου κι ανοίγουν αμμουδιές απελπισμένες

Σε γράφουν με ίσκιους οι αλμυρές κάμαρες στη λιακάδα

Κι όπως σε γδέρνει το σγουρό μαϊστράλι χάνονται τα πυρά μαλλιά

Σαν εκατό κατσίκια που καταποντίζει στο σκοτάδι

Ένα φανάρι

Βαθύ κορμί στο άσπρο σου εκμαγείο η προδοσία της

πλάνης σου μετράει σφυγμούς

Μετράει με χτύπους της ακρογιαλιάς μάταιες ημέρες

Έναν κύκλο θαυμάζεις σε τροχίζει από μέσα η ακοή

Το νούμερό σου είναι το δύο, πλάνο που ανοίγεις θήκες

μορφασμών ασβέστη

Με ένα πουλί που άξαφναγίνεται λιθάρι

Και μια ψηφίδα αγνώστου του μας γνέφει

Το βήμα σου και η πέτρινη σου περιδίνηση

Η αρπαγή της πυράς με όλο το στόμα

Η αποστροφή του σκοταδιού με όλο το χέρι

Το βύθισμά σου ψηλά με όλους τους πίδακες

Κι όλο το ενδοκρινές αλάτι

Βαθύ κορμί”

(από την ανθολογία “Σύγχρονη ερωτική ποίηση”, Καστανιώτης)

1160_2432

-Κωστής Παλαμάς, «Στο κορμί»

 

“Δόξα στ’ ανθρώπου το κορμί! Στη σάρκα,

που σαν καλοκυβέρνητο καράβι

σιδερένιο στα παλάτια του πελάγου

βαστάει του ανέμου τους δαρμούς, του δρόμους

και τα λιοπύρια.

tsar2Δόξα στα χέρια, ω χέρια προκομμένα,

σα σπαθιά δυνατά και σαν αλέτρια,

στα πόδια, που ματώνεστε περνώντας

τα φτερά, δόξα στο χορταριασμένο

βράχο του στήθους.

 

Το φέγγος του ματιού και του προσώπου

την αντρίκια ψυχή και του στομάτου

τ΄ οργισμένο τ’ ανάκρασμα δοξάζω,

των Ηρακλειδών τα ραβδιά, τα νιάτα

των Αντινόων.

 

Δοξάζω το κορμί, που αποτολμάει

στη μέρα αγνάντια ολόγυμνο, απ’ τ’ αρπάγι

άγγιχτο της ακάθαρτης Αρρώστιας,

θεϊκά να μετρηθεί με τη γαλήνη

των αγαλμάτων.

 

Στο κορμί δόξα, ρόδο της Υγείας,

και απέραντο χαμόγελο της Ύλης,

και σύγνεφο, που κλει τ’ αστροπελέκι,

στο Πνεύμα, πόγινε από πλάστης πλάσμα,

στο κορμί δόξα!

 

Στο κορμί δόξα, που και κείνο πλάθει

με την ορμή της πύρινης αγάπης

τα ωραία παιδιά, τα λιονταροθρεμένα παλικάρια,

τους πολέμους, τις νίκες, και τις πατρίδες!”

(Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ. 3ος)

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (16ο): «Σώμα ή κορμί»

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γιάννη, χαιρετώ σε!

    και παραχρήμα επί το έργον, με τρεις υπέροχους στίχους, που δεν ξέρω σε ποιον ανήκουν:

    Φωνήεντα σώματα

    Μα τι χώρα είναι αυτός ο ΕΡΩΤΑΣ
    με τόσα φωνήεντα-σώματα
    που τα χέρια τους σύμφωνα σε μύχιες επιθυμίες αναθρώσκουν;

    ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ – Τάκης Σινόπουλος

    Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
    η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
    η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
    σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
    φεγγάρι ασύγκριτο
    περνώντας των δασών τα αινίγματα
    τις αίθουσες των δέντρων.

    Ναι μοναξιά
    κι ένα κορμί
    γεμάτο με ησυχία και μηδέν.

    Έκλεισα τις ρωγμές του σώματός μου
    σκούπισα των καιρών τ’ αποκαΐδια
    τόσα συντρίμμια
    τόση στάχτη εντός μου
    στόλισα της ψυχής τ’ανθοδοχεία
    όλα τα φώτα μου άναψα
    και τώρα
    προσμένω μάταια να μ’ επισκεφθείς
    προσμένω μάταια να με κατοικήσεις.
    (Ορέστης Αλεξάκης)

    ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
    Το Κορμί και το Σαράκι

    μπατιρημένο κουρείο
    Σάββατο βράδυ
    χωρίς δουλειά
    μπατιρημένο κορμί
    Σάββατο βράδυ
    χωρίς έρωτα

    το φιλί
    ενώνει πιο πολύ
    απ’ το κορμί
    γι’αυτό το αποφεύγουν
    οι πιο πολλοί

    το γατί μου
    δε χορταίνει μόνο με χάδια
    θέλει και φαΐ
    το κορμί μου
    δε χορταίνει μόνο με φαΐ
    θέλει και χάδια
    (Χριστιανόπουλος)

    ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ

    Έχουμε πολύ ταξιδέψει
    το σώμα σου κι εγώ
    έχουμε φανταστεί
    όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
    μπορούν να φανταστούν.
    Το σώμα μου κι εγώ
    έχουμε ονειρευτεί
    το σώμα σου σε στάσεις
    που ποτέ σου δεν φαντάστηκες.
    Δεν έχεις θέση τώρα
    τι ζητάς
    αναμεσα σ’ εμένα
    και στο σώμα σου.
    (Γιάννης Βαρβέρης)

    ΡΙΜΑ (από τη ΣΤΡΟΦΗ του Γ. Σεφέρη)

    Χείλια φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει
    χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει
    χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση
    δένδρα… πουλιά… κυνήγι…

    Κορμί, μαύρο μες το λιοπύρι σαν το σταφύλι
    κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις;
    Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι
    και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη…

    (Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).

    ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ)

    Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
    και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
    με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά-
    έτσι η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
    χωρίς να εκπληρωθούν, χωρίς να αξιωθεί καμιά
    της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό

    ΤΟ ΣΩΜΑ
    Όσες μορφές κι αν πάρεις
    και όποιες, Σώμα,
    πάντα θα ομοιοκαταληκτείς
    με κάποιο Χώμα.

    Το Πνεύμα κόλαση. Παράδεισος το Σώμα.
    Κι οι Άγγελοι φθονούν. Φθονούν τη Γη.
    Ο Ουρανός είναι όλος από χώμα.
    Τρόπος της σάρκας είναι ο Λόγος, λάσπη απλή.
    Να ’χω τη λάσπη σου, τη λάσπη σου στο στόμα
    κι η λάσπη σου να με πυρώνει δροσερή,
    με αυτήν να τρέφομαι και να πεινώ ακόμα
    και ζωντανός να θάβομαι σ’ ένα κορμί.

    Πόδια να με τυλίγουνε και χέρια
    και να ’χει δόντια κάθε σου φιλί
    κι η κάθε κώχη σου να βρίθει από μαχαίρια,
    κάθε καμπύλη σου να είναι και αιχμή.
    Να με συνθλίβει τ’ αλαφρό σου βάρος,
    η ανάσα σου να μου είναι πνιγμονή,
    ότι εσύ ο Θάνατος, ο Μόρος και ο Χάρος•
    μ’ όποιο όνομα κι αν με σκοτώσεις, μού αρκεί.

    Μα πνίξε ή κάψε με – πάντως, θανάτωσέ με•
    στη νύχτα έγινα η μάταια υλακή,
    γη με τη γη στη γη σου να κυλιέμαι,
    νόημα, νίκη και ήττα μου εσύ.
    Να πάψεις κάθε νου, να μου στερέψεις
    όλη τη σκέψη που τον κόσμο αυτόν πενθεί
    και ταπεινό στη Γη να μ’ επιστρέψεις
    ως πένθημα, ως θλίψη, ως οιμωγή.

    Φάε το Πνεύμα, Σώμα – ανάλωσέ με.
    Κάθε μου άλλη ουρανική καταγωγή
    την καθυβρίζω, την πατώ και αρνιέμαι
    ό,τι απ’ το εγώ μου στέκει ξένο στο Εσύ.
    Και για το σώμα σου, το σώμα σου, το σώμα,
    του Αόρατου η ρίζα η ορατή,
    δίνω τη Λέξη μου – και πιο πολύ ακόμα
    τον Άνεμο, το Πνεύμα, την Πνοή.

    Να μη θυμάμαι πια, να μη θυμάμαι
    ό,τι κι αν με ξεκόρμισε απ’ τη Γη
    και να κοιμάμαι μόνο, να κοιμάμαι
    μες στη χωμάτινη της σάρκας σου σιωπή.
    Κάνε με Σώμα, μόνον Σώμα – τίποτ’ άλλο.
    – Γίνε κορμί, γίνε κορμί, γίνε κορμί –
    αυτό το ξόρκι στον εαυτό μου που υποψάλλω•
    αυτή η βλαστήμια η δική μου προσευχή.
    (Θεοδόσης Βολκώφ)

    ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ
    Τίτος Πατρίκιος

    Ι. Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
    σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
    που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
    που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
    σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
    τις δικές του προσταγές γι’ αέναες επιθυμίες
    για σμίξιμο και συνταύτιση μ’ ένα άλλο σώμα.
    Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
    το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
    το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
    το σώμα που το απειλεί η ακινησία
    το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
    που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
    δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.

    VI. Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
    ίσως γιατί λιγότερο μ’ εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
    ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ’ της γυναίκας.
    Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
    όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ’ ατυχήματα,
    το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
    Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.
    Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ’ όλες του τις εποχές
    όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
    που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
    Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
    όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
    παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
    που μπορεί ν’ αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.

    VII. Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
    που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
    που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
    που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
    αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
    γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
    ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.
    Υμνώ το σώμα που μ’ αντέχει, δεν μ’ έχει βαρεθεί
    δεν μ’ έχει αποτινάξει από πάνω του
    το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
    με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
    Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
    που με καλύπτει, μ’ έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
    αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.

    (από τη συλλογή Συγκατοίκηση με το παρόν)

    • Καλησπέρα, Αγγελική, καλή Κυριακή!!!… Συνεπέστατη στο ποιητικό «ραντεβού» μας, το οποίο είναι αλήθεια ότι αναμένω!… Χίλια ευχαριστώ για τα ποιητικά και μουσικά «καλούδια» σου!….
      -Ξεκινώ με Γιάννη Ρίτσο και στίχους από τα «Ερωτικά» του:
      I. «Ανεξάντλητο- λέει-/ ανεξάντλητο/ το ανθρώπινο σώμα
      πηγμένος ουρανός/ κόκκινος ουρανός/ βυθίζεσαι
      κλαδί δεν έχεις να πιαστείς/ πηγμένος ουρανός-
      για να ανοιχτούνε τα φτερά σου/ πρέπει να βγεις…»
      II.“Το σώμα -λέει-
      στη γενική: του σώματος
      και γενικά το σώμα
      άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
      παίρνω τη νάϋλον σακούλα
      μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
      μαζεύω ψαροκόκαλα
      για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
      στα διαλείματα -λέει-
      κουβεντιάζω με τους μουσικούς
      στα σκοτεινά παρασκήνια-
      τι απέραντη απόσταση διανύω
      απ’ το σώμα σου
      έως το σώμα σου.”

      -Ο Κώστας Λογαράς γράφει στο ποίημά του: «Στις γαλάζιες πλαγιές σου»:
      “Όταν βαθιά, θαλασσινά νερά
      μετατοπίζονται απ’ τους ανέμους,
      υπόγειες φλέβες του έρωτα
      αναταράζουν το κορμί σου.
      Τα χείλη σου/ εγκάρσιος σπαραγμός
      που αποκαλύπτουν το βυθό,
      χαράδρες της αιώνιας σιωπής
      κι ανεξερεύνητες εκτάσεις.
      Σβήνουν στα χέρια σου οι πληγές
      από τον έρωτα της νύχτας
      κι όλα ξεχνιούνται/ άσπρο πρωί
      που ορμάει μέσα του/ από παντού το φως.
      Λάμπεις μετέωρη στο διάφανο κενό
      σάρκα απαστράπτουσα
      σώμα πολύτιμο
      με διάσπαρτες ελιές στις γαλάζιες πλαγιές σου.”
      (Από την ανθολογία «Ερωτική ποίηση», Καστανιώτης»

      -Ο Κωστής Παλαμάς υμνεί το γυναικείο κορμί…
      -Κωστής Παλαμάς, «Γυμνό τραγούδι»:
      «Εδώ τα πάντα ξέστηθα
      κι αδιάντροπα λυσσάνε
      αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
      και το κορμί φωτιά.
      Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
      εδώ χαράζει ακόμα
      στης νύχτας το αχνό στόμα
      χαμόγελο ξανθό.

      Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
      η σάρκα αποθεώθη,
      οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
      Ερμήδες είναι οι πόθοι.
      Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
      θάμα στα υγρόζωα κήτη
      πετιέται κι η Αφροδίτη
      και χύνεται παντού.

      Μέτωπο, μάτια, κύματα
      μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
      κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
      ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.
      Τα στρογγυλά, τα ολόισια
      χνούδια, γραμμές, καμπύλες
      ω θείες ανατριχίλες,
      χορεύτε το χορό.

      Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
      στα ολανοιγμένα πλάτια,
      που ζωντανό θα το δειχναν
      μόνο δυό φλόγες μάτια,
      κάτι από τους σάτυρους
      κρατιέται κι ειναι αγρίμι
      και είν’ η φωνή του ασήμι,
      μη φύγεις, ειμ’ εγώ.»
      -Εδώ το ποίημα πολύ όμορφα μελοποιημένο από το Νίκο Ζούδιαρη:

      -Μιχάλης Γκανάς, «Το κορμί σου το αλάνι»

      Πήγε δώδεκα και κάτι
      στην Αθήνα και στη Σπάρτη
      το κορμί σου δε νυστάζει
      και τα φώτα του ανάβει

      Βάζει κόκκινο φουστάνι
      δυο τραγούδια του Τσιτσάνη
      και στις πίστες του Σαββάτου
      γδύνεται τα μυστικά του

      Το κορμί σου το αλάνι
      πόσους φόνους έχει κάνει
      πόσους φόνους έχει κάνει
      και ο νόμος δεν το πιάνει

      Πήγε δύο παρά δέκα
      στο Αλγέρι και στη Μέκκα
      γύρω γύρω παλαμάκια
      και στη μέση τα μεράκια

      Ποιος γεμίζει τα ποτήρια
      και σου κάνει τα χατίρια
      και στις πίστες του Σαββάτου
      γδύνεται τα μυστικά του

      Το κορμί σου το αλάνι
      πόσους φόνους έχει κάνει
      πόσους φόνους έχει κάνει
      και ο νόμος δεν το πιάνει

      -Οι στίχοι του Γκανά τραγουδισμένοι από το Γεράσιμο Ανδρεάτο:

      -Και για την αναπόφευκτη φθορά του σώματος, αυτή «την πληγή από φρικτό μαχαίρι»:
      -Κ. Π. Καβάφης, «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.»:
      “Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
      είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
      Δεν έχω εγκαρτέριση καμιά.
      Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
      που κάπως ξέρεις από φάρμακα,
      νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

      Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. –
      Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
      που κάμνουνε – για λίγο- να μη νιώθετε η πληγή.”
      [1927]
      (Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία)

      -Γιώργος ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, «Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας»:
      «Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας
      Γυμνή στο κρεβάτι μου.
      Το πρόσωπό της βαμμένο
      Και το κορμί της
      Μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
      Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
      Που ο μαραγκός δεν ήξερε
      Από πού να αρχίσει.
      Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.
      Το πρόσωπό της μισό
      Είχε κάτι από όλους αυτούς
      Που την κατοίκησαν.
      Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.
      Έπιπλα που κουβαλούσαν
      Από τη γέννησή τους
      Την ερημιά του μάστορα.»

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί

    Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
    να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου
    να σκοτώσω κι απόψε την απόγνωσή μου,
    δεν αντέχω πια αυτά τα δρομολόγια,
    αυτό τον παιδεμό πίσω από ξένα ίχνη.

    Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
    δεν εξετάζω αν το στήθος είναι όμορφο,
    αν τα μπράτσα είναι ψημένα στη δουλειά
    ούτε και νοιάζομαιι για των ματιών το χρώμα,
    όνομα, επάγγελμα και ηλικία.

    Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί,
    έστω και για μισή ώρα, για ένα δεκάλεπτο∙
    σου τάζω πρώτα πρώτα το κορμί μου,
    σου τάζω το μέλλον μου,
    σου τάζω κάτι περισσότερο: την ψυχή μου –

    χάρισέ μου ένα κορμί.
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος )

    Χαμένο κορμί
    5.
    Πέθανα δυο φορές: την πρώτη
    σαν άντρας, τη δεύτερη σαν γυναίκα.
    Ξεκούρδιστα βήματα Κυριακή
    στους δρόμους της Λιοσίων.
    Την τρίτη μου ζωή ως οροθετικός
    Ένα κορμί να συντηρώ
    με φάρμακα προτού να γίνει
    οριστικά χαμένο, ένα κορμί
    ψυχή των ντραγκς του σεξ
    και των ρεμπέτικων,
    που βάζει αέρα από παντού
    και σέρνεται και ίπταται
    πολύχρωμο μπαλόνι,
    ζαχαρωτό μιας εφηβείας αξόδευτης
    ακόμα-δώστε μου.
    Δώστε μου κι άλλα φάρμακα
    να περπατώ στο πλήθος.
    Παιδί να γίνομαι κι εγώ
    μαζί με τα παιδιά σας.
    (Σωτήρης Παστάκας)

    ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΒΙΑΙΑ
    Μαζί με την κόπωση του σώματος
    ας υποχωρήσει έστω και βίαια ο θρίαμβος της επιθυμίας.
    (Μανόλης Τσακίρης)

    Τὸ Σῶμα
    Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει
    καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς
    ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι
    γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός.
    ΣΕΦΕΡΗΣ

    ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
    Το σώμα του ποιητή
    είναι ένα κομμάτι ουρανού
    που κατέβηκε στη γη
    για ν’ απογειωθεί
    η ψυχή μας.
    Το σώμα του ποιητή
    είναι θάλασσα
    για να ταξιδεύουν
    καράβια
    τα όνειρά μας.
    Το σώμα του ποιητή
    είναι πόρνη
    για να χωράνε
    ελεύθερα
    οι έρωτές μας.
    Το στόμα του ποιητή
    είναι στόμα
    ματωμένο
    για να ακούγονται
    οι κραυγές μας.
    Το σώμα του ποιητή
    είναι στρατός
    χιλιάδες λέξεις
    που μάχονται
    να σπάσουν
    όλα
    τα δεσμά.
    Το σώμα του ποιητή
    είναι οδόφραγμα
    για τους λίγους τρελούς
    που ακόμα
    αντιστέκονται.
    Το σώμα του ποιητή
    είναι επαναστάτης
    που διαρκώς αναζητά
    την εφαρμογή
    της ουτοπίας.
    (Τάσος Π. Καραντής)–

    Μπάιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!!
    Au revoir!

    • Καλημέρα Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!…. Grazie mille!!!!…

      -Νίκος ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ:
      «Ποίημα που του λείπει η χαρά
      αφιερωμένο σε γυναίκα υπέροχη
      δωρήτρια πόθου και γαλήνης»

      “αφού το θέλεις
      γυναίκα αρμονική και ωραία
      έτσι καθώς ένα βράδυ του Μαϊού
      ετοποθέτησες απλά και έφυγες
      άσπρη ζωντανή γαρδένια
      ανάμεσα στα νεκρά λουλούδια
      μέσα στο παλιό- ιταλικό μου φαίνεται-
      βάζο με παραστάσεις
      γαλάζιες τεράτων και χιμαιρών
      έλα
      πέσε στα χέρια μου
      -αφού το θέλεις-
      τη θλίψη του πράσινου βλέμματός σου
      τη βαθιά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου
      τη νύχτα των μυστηρίων που είναι
      πλεγμένη μέσα στα μακριά μαλλιά σου
      τη σποδό του υπέροχου σώματός σου”

      -Τάσος ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Μια γυναίκα”
      1
      “Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
      Σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
      Έσταζες όλη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
      Τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
      Απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνες- α, για να γεννηθείς εσύ
      Κι εγώ για να σε συναντήσω
      Γι αυτό έγινε ο κόσμος.
      Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα
      Πάνω απ΄το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
      Ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη….”

      -Τίτος ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, “Πολιορκημένος χρόνος”

      “Νομίζαμε πως γνωριζόμαστε καλά.
      Μα όταν τα κουρασμένα ρούχα μας αρχίσανε να πέφτουν
      Χωρίς προσχήματα ούτε ανταλλάξιμη παραφορά
      Και μείναν τα κορμιά μας απροσποίητα
      Φάνηκε καθαρά πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος
      Πόσο ήταν ο χρόνος μας πολιορκημένος, κι εμείς
      Δυο άνθρωποι συνηθισμένοι, περίπου απροσπέλαστοι.”

      -Κι ας κλείσω με’ ένα τετράστιχο από το «Ρομαντικό επίλογο» του Ν. Καρούζου:
      «…Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
      δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
      Ὥρα νὰ πηγαίνω
      δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος…»

      -Ο Μανόλης Μητσιάς τραγουδά: «Ποτέ δε θα μπω σ’ άλλο σώμα»…

      -Κι ο Παντελής Θαλασσινός:
      «Γέμισε μύρα κι ευωδιές το κορμάκι μου
      που ανασταίνουν τις καρδιές λεμονάκι μου
      που ανασταίνουν τις καρδιές λεμονάκι μου
      που σταματούν τον πόνο…»

      -Ciao, Aggeliki, ci vediamo (που λένε κι οι Ιταλοί)!

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Καλημέρα!
    Καλό μήνα!

    • Ευχαριστώ πολύ, καλό μήνα επίσης, Αγγελική!!!!
      …Αυτό το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου μ’ αρέσει πολύ!…
      Οδυσσέας Ελύτης, «Γυμνός Ιούλιο μήνα»…
      “Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
      Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
      Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.”

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Παραδίνομαι…
    Με κέρδισες στα σημεία.
    Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια το ΠΟΤΕ.
    Σου βγάζω το καπέλο που το σκέφτηκες και μόνο.

    (Καλά, μην καμαρώνεις έτσι…)

    • Ciao Aggeliki!!!… Ε, άσε να «κερδίσω» κι εγώ μια φορά έστω και στα σημεία… Εσύ τόσες φορές μ’ έχεις ρίξει στο καναβάτσο με «νοκ άουτ» (και το εννοώ, γιατί πολλές φορές έμεινα έκπληκτος με τις (ποιητικές και μουσικές) γνώσεις σου… Και αναρωτιέμαι μέσα μου (καμιά φορά και φωναχτά): «Πώς στο καλό τα ξέρει όλα αυτά, μα πόσο έχει διαβάσει!!!!»…. Να ‘σαι πάντα καλά, Αγγελική μου, την αγάπη μου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: