Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (15ο): «Μοναξιά»…

«Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.»

(Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός)

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Επικίνδυνη μοναξιά»

Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου,
ψάχνω μες σε χιλιάδες πρόσωπα να βρω
εκείνο το τρεμούλιασμα στην άκρη του ματιού σου.

Αν έστω κι ένας μόνο απηχούσε
κάτι από τη δική σου ομορφιά,
θα του ’λεγα: «Λοιπόν, τι περιμένεις;
με τα καρφιά των παπουτσιών σου κάρφωσέ με» –

και δε θα καρτερούσα πια γλυκό φιλί
ούτε μια τρυφερή περίπτυξη.

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Μοναξιά»

 

Μεσάνυχτα, και λείπετε, αδερφούλες μου.

Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.

Τις κάμαρες θ’ ανοίξω που στοιχειώσανε,

τ’ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.

 Άνε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ’ όνειρο

θα ’ρθει κάποια από σας να με ξυπνήσει.

 

Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμεινα

μονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη;

Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα,

η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει.

Τα χέρια μου, όπως δένω κι όπως θλίβομαι,

με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει.

 

Τί να ’φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο,

σαν τάφοι, τ’ αδειανά σας τα κρεβάτια;

Ποτέ του γυρισμού το γλυκοτράγουδο,

ποτέ δε θαν το πουν τα σκαλοπάτια;

Πώς ξεχειλά σε δάκρυον, αδερφούλες μου,

 η αγάπη στα μεγάλα μου τα μάτια!

-Ζωή Καρέλλη, «Μοναξιά»

Πού θα πάμε, ψυχή, μ’ όλη τούτη
την εξορία που μέσα μας φέρνουμε;
Μαζί μας κανένας κι η μοναξιά
έγινε τόσο παράξενη, που είναι ίδια
με τη συντροφιά των πολλών ανθρώπων.
Μιλάς και σωπαίνεις και τα πράγματα
μένουν αδιάλλαχτα, σα να μην υπάρχει
θέληση καμιά, να τα κυβερνήσει.
Αστειότερες, οι θλιβερές προσπάθειες,
γιατί τόση απαισιοδοξία;… Σαν το τίποτα
να μεγάλωσε, να φούσκωσε αλλόκοτα,
δείχνει ένα πρόσωπο παράφορο δίχως μορφή,
έτοιμο να σκάσει, να βγάλει απ’ το νου,
όλα τα πλήθη που το κρατούν
και τώρα διασπώνται, σαν το τίποτα
να γίνετ’ ένα μυρμήγκιασμα.

Α, τι αθλιότητα περιέχουν
τα μάτια τής μοναξιάς!
Φύγετε τόσο μακριά,
που ποτέ να μη συναντήσετε πια
την μονάχην εικόνα σας,
καθώς φαίνεται, σήμερα, ολόκληρη.

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ένα πρόσωπο»

 Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.

 

-Βρεττάκος Νικηφόρος, «Μοναξιά δεν υπάρχει»

 Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένας άνθρωπος
σκάφτει ή σφυρίζει ή πλένει τα χέρια του.
Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένα δέντρο
σαλεύει τα φύλλα του. Εκεί που ένα ανώνυμο
έντομο βρίσκει λουλούδι και κάθεται,
που ένα ρυάκι καθρεφτίζει ένα άστρο,
εκεί που βαστώντας το μαστό της μητέρας του
μ’ ανοιγμένα τα δυο μακάρια χειλάκια του
κοιμάται ένα βρέφος, μοναξιά δεν υπάρχει.

 

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (15ο): «Μοναξιά»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γειά σου, Γιάννη!

    Σου γράφω σε νέο μέιλ (το ΥΑΗΟΟ έχει μπλοκάρει -να δούμε τι θα κάνω). Σε ενημερώνω λοιπόν, για να ξέρεις ότι …ιγώ-ίμι-ιγώ-ιβζουνάκι-γουργό.

    Έχεις κορφολογήσει πρώτος κάποια από τα ωραιότερα ποιήματα, όπως πάντα, μιας και παίζεις στην έδρα σου.

    Ωστόσο, θα ξέρεις πλέον ότι δεν πτοούμαι. Το κακό είναι ότι έχω συγκεντρώσει πολύ υλικό και η επιλογή γίνεται δύσκολη, γιατί είναι πολύ καυτό το θέμα σήμερα, πέρα από τη ζέστη του καλοκαιριού, βρε παιδί μου…

    (Σημειωτέον ότι αφού ολοκλήρωσα την …παρουσίασή μου μετά από αρκετή ώρα, περισσότερη από μία ίσως, έχασα το σχόλιό μου και το ξαναγράφω από την αρχή στο word.)

    Ξεκινάω με μια υπέροχη μουσική, για να διαβάζεις τους ωραίους στίχους, υπό τους ήχους της.

    ΤΟΣΟ ΓΥΜΝΟΣ
    Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη
    Τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια
    Τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος.
    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

    Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά
    απο θηρίο της ερήμου ζώο
    την έκανε, οικόσιτο
    κι ήτανε τρυφερη και διακριτική
    και στην αφή τόσο απαλή
    πιο απαλή ακόμα κι απο γάτα.

    Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά
    αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά
    τον κατασπάραξε,
    κανείς δεν ξέρει.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    Νεότερος(Καρούζος)

    […] Αἰσθάνομαι μόνος
    ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
    καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
    Σύντροφε οὐρανὲ
    ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
    κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
    πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
    χάνεται
    σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
    Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
    Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

    Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι. Εἰκόνα

    Γυρίζει μόνος
    στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
    συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
    Ὠχρὸς
    μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
    νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
    ἕλληνας.
    Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
    κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
    ποὺ καταλύει
    τὴ νύχτα.
    Γυρίζει μόνος
    στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
    γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
    αἰσθάνεται
    πὼς ὅλα χάθηκαν.
    Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
    τὰ χέρια στὶς τσέπες του
    σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
    Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
    Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
    λουλούδια τοῦ ἀνέμου
    στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
    τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Οι Στίχοι

    Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού
    που παίζει ολομόναχο σ’ έναν κήπο
    μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου.
    Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή
    ν’ άρχισαν από κει.
    (Λειβαδίτης)

    Απόψε διανυκτερεύει η μοναξιά

    Απόψε διανυκτερεύει
    η μοναξιά
    μ όλα τα φώτα αναμμένα
    σα γιορτή
    με τα παράθυρα ορθάνοικτα
    γιορταστικά
    με μια μουσική ν ακούγεται
    νοσταλγική
    που θα μπορούσες να την πεις
    θλιμμένη.
    …………………………………………………………………………………………………………….

    (Ανδρέας Καρακόκκινος)

    Αποχαιρετισμοί στη μουσική, ΙΙ

    Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, – κι ήσαν όλοι, γύρω μόνοι,
    κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.

    Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοίμονό μου,
    το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

    Τη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
    μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου …

    Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
    μόνος έζησα του κάκου, – κι όπως ήρθα, και θα φύγω.

    Τ’ είναι, τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
    – κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου …

    (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

    ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

    Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
    φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
    Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
    κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

    Μόνο καμιὰ φορὰ
    σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
    ἡ περιέργεια
    – ὄφις προγενέστερος
    καὶ πιὸ φανατικὸς
    ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

    Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
    δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
    καὶ τὴν πείθει
    νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
    νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
    πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
    ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

    Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
    ἀπὸ τὴ στέρησή της.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    Γράμμα στη μητέρα

    Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
    αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
    που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
    κι αρχίζω να πετώ,
    πετώ χωρίς ελπίδα
    βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
    και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
    βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
    να φεγγίζουνε
    σαν πλάσματα από φώσφορο
    ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
    και στους νερόλακκους διαμάντια.
    Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
    το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
    τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
    τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
    και τα σκόρπισε
    πέρα απ’ τους χάρτες
    στους πάγους των δακρύων.

    Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
    έβγαλα ράμφος
    εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
    έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
    δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
    τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
    και πνίγω ό, τι αγαπώ
    (Κατερίνα Καριζώνη)

    ΤΩΡΑ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

    Τώρα η μοναξιά
    δεν είναι η κοπέλα του αλλοτινού καιρού
    με το ελάχιστο κοκκινάδι στο μάγουλο
    που την έπαιρνες το κατόπι
    εκλιπαρώντας το βλέμμα της
    κι όταν την κέρδιζες στο κίτρινο του φεγγαριού
    αφηνόσουν σαν αμμουδιά στα κύματα
    των χεριών της

    Τώρα η μοναξιά
    σε στριμώχνει καταμεσής του δρόμου
    στον αγοραίο συνωστισμό
    σου δίνεται απεγνωσμένα
    και δεν πα να ουρλιάζεις σα ζώο εσύ
    εκείνη επιτελεί το έργο της εν ψυχρώ
    κι ύστερα αποσύρεται στη γωνιά
    γλείφοντας τα ματωμένα της δάχτυλα.
    (Θανάσης Μαρκόπουλος)

    Η πόλη που ζω

    Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
    Επιβάλλει το βήμα μου να’ ναι πίσω
    Εξαναγκάζει την καρδιά
    Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
    με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
    τους στρατιώτες της στα φυλάκια
    Αυτή η χώρα μου μ’ εξαγοράζει

    Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
    Λένε πως η μοναξιά
    ζει με τους πεθαμένους
    πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
    με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
    Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
    και φρούτα παράκαιρα.
    Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.

    Ρούλα Αλαβέρα

    Το κατοικίδιο ζώο μοναξιά

    … θέλει φροντίδα θέλει
    προστασία
    δεν αγαπά τους κοπετούς
    τα φώτα
    μόνο στο ημίφως κάπως ησυχάζει
    Λοιπόν αν τύχει κάποτε ν’ ακούσει
    φωνές από το βυθισμένο σπίτι
    και ζωντανέψουν οι παλιοί τριγμοί
    και λάμψουν απροσδόκητα οι καθρέφτες
    τότε

    ξυπνούν οι τρομαγμένες μνήμες
    οι εφιαλτικές αναδρομές
    τα πάθη των εξιλασμών
    τα δάκρυα των καθαρτηρίων

    Ραγίζουν οι μορφές και στάζουν φως

    Θυμώνει το θηρίο και σκοτώνει
    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Η πρώτη μουσική είναι αυτή, αλλά κατά λάθος μπήκε ο Ντιουκ Έλλινγκτον δύο φορές.
    Νομίζω ότι αξίζει να την ακούσεις, έστω εκ των υστέρων.

    • Καλώς την καλή μου Αγγελική!!!!…Εγώ μπορεί να παίζω στην έδρα μου αλλά έρχεσαι εσύ και συνήθως παίρνεις «διπλό», όπως καλή ώρα τώρα… Υπέροχα ποιήματα, υπέροχα τραγούδια!… Bravissima, Aggeliki!!!!!
      Όντως η «μοναξιά» ποιητικά και μουσικά έχει απασχολήσει πάρα πολλούς καλλιτέχνες (ποιητές, μουσικούς, και όχι μόνο) και μας έδωσαν αριστουργήματα!… Πιστεύω ότι η «μοναξιά» (αρρωστημένη ή όχι) είναι στη φύση των καλλιτεχνών- δημιουργών, ώστε «όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους», όπως γράφει σ’ ένα ποίημά του ο Αναγνωστάκης, απερίσπαστοι, μακριά από «την πολλήν συνάφεια του κόσμου», να δημιουργούν… Χίλια ευχαριστώ και πάλι:-)))))

      -Ράινερ Μ. Ρίλκε, «Μοναξιά»

      «Η μοναξιά μοιάζει με τη βροχή.
      Κατά τα βράδια, από τη θάλασσα ανεβαίνει,
      από τους κάμπους, που απόμερά ‘ναι και χαμένοι
      πάει στον ουρανό, που την κρατεί
      πάντα. Κι από τον ουρανό, στην πόλη, σα βροχή

      πέφτει. Σ’ ώρες, μιγάδες πέφτει, προς το πρωί
      τα σοκάκια όλα σα γυρίζουν,
      κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα, χωρίζουν
      θλιμμένα κι απογοητευμένα, κι ακόμη, όταν οι
      άνθρωποι, που ο ένας τον άλλονε μισούνε,
      πρέπει στο ίδιο κρεβάτι και οι δυο να κοιμηθούνε:

      πάει τότε η μοναξιά, όπου πάνε οι ποταμοί…»

      -Σ’ άλλο ποίημά του ο Ρίλκε τη μοναξιά την ονομάζει «αγία»:

      «Ω άγια μοναξιά μου, είσαι τόσο
      πλούσια κι αγνή και πλατιά,
      σαν ύπνος που απ’ τον ύπνο βγαίνει,
      Ω άγια μοναξιά μου, κράτα
      κλεισμένες τις χρυσές σου πόρτες
      μπρος σ’ ό, τι οι πόθοι περιμένουν.

      Σιγαλές μελωδίες έχει το ρυάκι,
      σκόνη και πόλη μακριά ‘ναι.
      Εδώ κι εκεί οι κορφές μου νεύουν, –
      με κάνουν τόσο κουρασμένο!

      Άγριο το δάσος και φαρδύς ο κόσμος,
      φωτεινή η καρδιά μου και μεγάλη.
      Πάνω στο στέρνο της κρατά
      η χλωμή μοναξιά την κεφαλή μου.
      (Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

      -Γιάννης Ποταμιάνος, «Το πρόσωπο της μοναξιάς»

      «Ουρλιάζει η μοναξιά σαν Λύκος
      στην πανσέληνο
      Λικνίζεται σαν σημαδούρα
      δεμένη στο ανοιχτό πέλαγος

      Σκουριά είναι η μοναξιά
      Ναυάγιο που εξόκειλε
      σ’ άγνωστη αμμουδιά»

      -Μιχάλης Γκανάς, «Ο μόνος»

      «Ο μόνος μόνος περπατά
      και μοναχός κοιμάται
      για δυο πονάει κι αγαπά
      για τέσσερις θυμάται

      Ο μόνος μόνος του κερνά
      και πίνει στην υγειά του
      σαν δυο πλαγιάζει και ξυπνά
      στην άδεια αγκαλιά του

      Ο μόνος μόνος δεν μπορεί
      και άλλον δεν αντέχει
      ο πόνος του οπλοφορεί
      και άδεια δεν έχει

      Ο μόνος μόνος του μιλά
      και μοναχός δειπνάει
      τη νύχτα ψάχνει για δουλειά
      τη μέρα ξενυχτάει»

      Και τέλος, θα ‘ταν σοβαρή παράλειψη να μη βάλουμε εδώ και το κλασικό «Άνθρωποι μονάχοι» με την αξέχαστη Βίκυ Μοσχολιού…

  3. Εξαιρετικά!
    Τι άλλο να πω…
    Λέω να κλείσω μ’ ένα τελευταίο ποίημα:

    ΜΟΝΟΣ
    Μόνος
    Σαν το ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
    Μόνος
    Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
    Μόνος
    Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
    Μόνος
    Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στον λόφο
    Μόνος
    Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
    Μόνος
    Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
    Μόνος
    Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

    Τάκης Βαρβιτσιώτης

    Το μελοποιημένο ποίημα που χωρίς να αναφέρει τη λέξη μοναξιά, μιλάει μόνο γι’ αυτήν, είναι:

    Κι επειδή θέλω, σώνει και καλά, να ακούσεις και τον Πανδή στο λατρεμένο μου τραγούδι, ελπίζω στη μεγαλοψυχία σου.

    • Perfetto (τέλεια), Αγγελική μου!!!!… Άκουσα με συγκίνηση τον Πανδή, χρόνια είχα ν’ ακούσω αυτό το τραγούδι, σ’ ευχαριστώ!…
      -Αγαπημένοι στίχοι του Νίκου Καρούζου:
      «…έρημος σαν τη βροχή
      διαβαίνω αγιάτρευτος μέσα στο όνειρό μου
      έχοντας το σακούλι του αναστεναγμού
      κι όλο πηγαίνω
      πηγαίνω στις πηγές.
      Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.»

      -Αλλά, για την (απόλυτη) μοναξιά δε μιλούν και τούτοι οι στίχοι από τα «Τείχη» του Καβάφη:
      «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ/ μεγάλα και αψηλά τριγύρω μου έχτισαν τείχη…
      Α, όταν έχτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω/ αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον
      Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

      -Τώρα σε γυρίζω μουσικά πίσω στη δεκαετία του ’70 με μια «μοναξιά» της Ρομίνα Πάουερ (παρέα με τον Αλ Μπάνο ήταν σε πρώτη ζήτηση στα τοτινά εφηβικά πάρτυ!)…
      Solitudine
      nel mio silenzio penso al passato.
      E mi accorgo che
      non dovevo mai andare via da te.
      Ed ora sono qui,
      il vuoto dentro me,
      speranza di vederti tornare.

      Vorrei averti qui,
      il volto mio è triste, sai.
      Ti amo ancora e forse tu
      mi pensi un po’.
      Amore accanto a te
      è come nelle favole
      ti amo, sai.
      (Μοναξιά/ μες στη σιωπή μου σκέφτομαι το παρελθόν
      και συλλογιέμαι ότι/ δεν έπρεπε ποτέ να ξεφύγω από σένα.
      Και τώρα είμαι εδώ/ το άδειο μέσα μου
      ελπίδα να σε δω να ξανάρχεσαι.

      Θα ήθελα να είσαι εδώ/ το πρόσωπό μου είναι θλιμμένο, ξέρεις.
      Σ’ αγαπώ ακόμα και ίσως/ με σκέφτεσαι έστω και λίγο.
      Έρωτας δίπλα σε σένα/ είναι όπως στα παραμύθια/ (μοναξιά) σ’ αγαπώ, ξέρεις.)

      -Τέλος, ας ξορκίσουμε τη μοναξιά με τους παρακάτω στίχους- θερμή επίκληση, στο όμορφο, τρυφερό, τραγούδι του Χατζιδάκι, «Έλα σε μένα/ να μοιραστείς τη μοναξιά μου/και να σου δώσω λίγο φως»…
      «Αν κουραστείς απ’ τους ανθρώπους
      κι είν’ όλα γύρω γκρεμισμένα,
      μην πας ταξίδι σ’ άλλους τόπους,
      έλα σε μένα, έλα σε μένα.

      Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ
      με τ’ άστρα του τ’ απελπισμένα,
      μη φοβηθείς απ’ το σκοτάδι,
      έλα σε μένα, έλα σε μένα.

      Έλα και γείρε το κεφάλι
      στα χέρια μου τ’ αγαπημένα,
      να ζήσεις τ’ όνειρο και πάλι,
      έλα σε μένα, έλα σε μένα.

      Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν
      κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα,
      μην πεις μαζί τους να σε πάρουν,
      έλα σε μένα, έλα σε μένα.

      Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
      μ’ αγάπη κι ήλιο κεντημένα
      για την καρδιά σου πού `ναι άδεια
      έλα σε μένα έλα σε μένα.

      Έλα και κάθισε δεξιά μου
      σαν ξεχασμένος αδερφός,
      να μοιραστείς τη μοναξιά μου
      και να σου δώσω λίγο φως.»

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    «Έλα σε μένα».
    Πόσο χαίρομαι που σκέφτηκες το αγαπημένο τραγούδι, που για χάρη του αγόρασα την «Πορνογραφία» και άκουγα ξανά και ξανά την ερμηνεία του Βασίλη Λέκκα!!!
    Σε ζηλεύω και μόνο που το σκέφτηκες. Δεν πήγε καθόλου το μυαλό μου προς τα εκεί.

    Σου απαντάω λοιπόν, για να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτό το τραγούδι -και όχι μόνο.
    (Και που ο Πανδής βρήκε αποδέκτη, χαίρομαι ακόμη περισσότερο.)

    Al Bano -Romina Power, Iο di notte και τα λοιπά και τα λοιπά. ( = Εφηβεία)

    • Καλημέρα, Αγγελική!!!!…. Σαν «οικοδεσπότης» ας κλείσω εγώ αυτή την όμορφη «συνομιλία» μας με πολλές ευχαριστίες και ένα λαϊκό τραγούδι του αξέχαστου Νίκου Παπάζογλου…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: