Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Ο «χορός» των ανιστόρητων…

15628661

Πριν δέκα μέρες περίπου, όταν η ιστορικός και βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Μαρία Ρεπούση, βρέθηκε και πάλι στην επικαιρότητα με τις γνωστές δηλώσεις της για το «Χορό του Ζαλόγγου» και τη «Γενοκτονία των Ποντίων», ανάρτησα στο προφίλ μου στο fb το παρακάτω κείμενο υποστηρίζοντας την ιστορικό Ρεπούση και όχι την πολιτικό. Για την ανάρτησή μου αυτή δέχτηκα έντονες επικρίσεις έως κι αναθέματα σε σχόλια διάφορων «φίλων» που μάλλον δεν τους ενδιαφέρει ή που κυρίως αγνοούν την ιστορική αλήθεια και που επιμένουν σε μια «εθνοκεντρική ιστορία» που δεν εδράζεται στην ιστορική έρευνα αλλά σε μια στρεβλή, παραχαραγμένη, «γνώση» της ιστορίας διαποτισμένης από πλήθος (ιστορικών) θρύλων, μύθων και παραδόσεων ήτοι σε μια εθνικά «παραμυθητική ιστορία» και όχι σε μια «επιστημονική ιστορία».

-Το κείμενό μου στη σελίδα μου στο fb:

Η Ρεπούση και ο «Χορός του Ζαλόγγου»…

Μην «πυροβολείτε» την ιστορικό Ρεπούση… Πολιτικά την κρίνουμε, την κατακρίνουμε και τη «μαυρίζουμε», αλλά στα επίμαχα ιστορικά θέματα που θέτει επιστημονικά έχει δίκιο… Η εθνική μας ιστορία (όπως κι άλλων λαών) βρίθει θρύλων και μύθων τους οποίους διδάσκουμε στα παιδιά μας σαν αληθινά ιστορικά γεγονότα, κι αυτό επιστημονικά είναι απαράδεκτο!
«Ο χορός του Ζαλόγγου»:

-Τι συνέβη τον Δεκέμβριο του 1803 στο Σούλι; Καταδιωκόμενη από στρατιωτικό απόσπασμα του Αλή Πασά, μια ομάδα από Σουλιώτες κατέφυγε στους πρόποδες του Ζαλόγγου. Στις εχθροπραξίες, κάποιοι παραδόθηκαν, κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν και ορισμένες γυναίκες κατέφυγαν σε έναν κοντινό βράχο, η απόληξη του οποίου ήταν γκρεμός.
Σύμφωνα με την ιστορικό Βάσω Ψιμούλη, συγγραφέα του βιβλίου «Σούλι και Σουλιώτες» (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, 1998), «στη διάρκεια της διεξαγόμενης, σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικόπαιδων κατακρημνίστηκε, είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν γι’ αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμαλωσία».

Ο καθηγητής Αλέξης Πολίτης, από τη σκοπιά του, δεν αρνείται το περιστατικό, αλλά κάνει λόγο για μυθοποιητική χρήση του την οποία εντοπίζει «στην εξιδανίκευση, στον χορό. Αυτό άλλωστε είναι το διαφορετικό και το εξαιρετικό, επειδή αυτοκτονίες απελπισμένων, ακόμη και ομαδικές, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία» («Ο χορός του Ζαλόγγου», στον τόμο «Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα», Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 2007).

Σε όσους μάλιστα επικαλούνται το τραγούδι «Εχε γεια καημένε κόσμε» ως απόδειξη του περιστατικού, σημειώνει ότι είναι δημιούργημα του 1908.

*Τέλος σε ό, τι αφορά τις «γενοκτονίες» (και των Ποντίων) η Ρεπούση είπε το αυτονόητο: ότι η αναγνώρισή τους δεν είναι υπόθεση των Κοινοβουλίων αλλά των ιστορικών και της ιστορικής έρευνας.

-Απάντηση σε επικριτικό σχόλιο «φίλου»:

Οι συμβολισμοί, οι εθνικοί θρύλοι και μύθοι, οι παραδόσεις έχουν την εθνική τους σημασία, αλλά δεν είναι Ιστορία!… Τη Ρεπούση, με την οποία πολιτικά διαφωνώ, την κρίνω γι αυτά που λέει σαν ιστορικός, και έχει το θάρρος σ’ «ευαίσθητα ιστορικά» θέματα να λέει ιστορικές αλήθειες, αποδομώντας τα παρα-μυθητικά «ανιστόρητα ταμπού»… Βλέπω τώρα και το δεύτερο σχόλιό σου για το «χορό (του Ζαλόγγου)» και τη σύνδεσή του με το θέατρο ή την αρχαία τραγωδία: Η ιστορία δε γράφεται με συμβολισμούς…Αυτό που αναπαρήχθη για κοντά δυο αιώνες- από τα σχολικά εγχειρίδια ως την προφορική παράδοση- ώσπου (ο θρύλος) να παγιωθεί σαν «ιστορική αλήθεια» είναι ο χορός των γυναικών που τραγουδούν το συγκεκριμένο τραγούδι και πέφτουν στο γκρεμό. Κάτι που δεν τεκμαίρεται ιστορικά.  Η Ιστορία δεν είναι «θεατρική σκηνή», είναι επιστήμη και ως εκ τούτου οφείλει να στηρίζεται στην έρευνα…. Δεν είμαι κατά των θρύλων και των παραδόσεων αλλά πρέπει να τα διαχωρίζουμε από την ιστορική επιστήμη και τα πραγματικά (ιστορικά) γεγονότα…

«Εθνικόν είναι ό, τι το αληθές», έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός!

 

"Κρυφό σχολειό": ο πιο εδραιομένος ιστορικός μύθος.

«Κρυφό σχολειό»: ο πιο εδραιομένος ιστορικός μύθος.

-Σχετικά παραθέτω και δυο κείμενα που δημοσιεύτηκαν χθες (Κυριακή, 9/6/’13): το πρώτο είναι του Στρατή Μπουρνάζου δημοσιευμένο στα Ενθέματα της Κυριακάτικης ΑΥΓΗΣ και το δεύτερο του Παντελή Μπουκάλα δημοσιευμένο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:

 

  • Στρατής Μουρνάζος: «Ο χορός της ακροδεξιάς»:

Πρέπει σήμερα, επειδή οι γνωστοί «πατριωταράδες» το θέλησαν, να μιλήσουμε για τον Χορό του Ζαλόγου; Πρέπει να ασχολούμαστε με ό,τι απίθανο διακινούν περί «ξαναγραψίματος» της Ιστορίας; Πρέπει, τέλος, να υπερασπιζόμαστε μια ιστορικό η οποία είναι βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ, έχει ψηφίσει τα Μνημόνια και ενδεχομένως δεν μας είναι ιδιαίτερα συμπαθής;

Η απάντηση για μένα είναι αναμφισβήτητα καταφατική. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι ούτε το Ζάλογγο ούτε η προσωπικότητα και το έργο της Μ. Ρεπούση. Διακυβεύεται κάτι πολύ συνολικότερο και σοβαρότερο: η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και έκφρασης. Όπως ακριβώς με την Ιστορία της ΣΤ΄ Δημοτικού: η κουβέντα ξεκίνησε από τα προτερήματα και τις αδυναμίες του βιβλίου, από μεθοδολογικά και διδακτικά ζητήματα, αλλά στην πορεία υπερέβη εντελώς το βιβλίο, αγγίζοντας ένα μείζον για την παιδεία και τη δημοκρατία ζήτημα: αν η Ιστορία είναι υπόθεση της επιστημονικής έρευνας ή αν μετριέται με τη «μεζούρα» της εθνικοφροσύνης, αν χρειάζεται την «έγκριση» της Εκκλησίας, του Σαράντου Καργάκου και άλλων πλειοδοτών της εθνικοφροσύνης.

Με λίγα λόγια, δεν υπερασπιζόμαστε τη Μ. Ρεπούση, αλλά το βασικό δικαίωμα της ελευθερίας της επιστημονικής έκφρασης και έρευνας, δικαίωμα όλων, άρα και δικό μας. Σύμφωνοι, αλλά γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε και τη Ρεπούση προσωπικά; θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί, πολύ απλά, είναι δώρον άδωρον να μιλάς γενικά και αφηρημένα. Το 1992, λ.χ., το κρίσιμο δεν ήταν να βγάζεις φλογερούς λόγους υπέρ του διεθνισμού· το κρίσιμο ήταν να μιλήσεις κατά της πολιτικής του ελληνικού κράτους έναντι της ΠΓΔΜ και να υπερασπιστείς όσους καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για μια «αντεθνική προκήρυξη», όπως έκαναν οι «169» διανοούμενοι — κι ας μην συμφωνούσαν, ούτε όλοι ούτε πλήρως, με τους καταδικασθέντες. Αυτό πρέπει να κάνουμε τώρα. Επειδή το επίδικο δεν είναι ο Κίτσος Τζαβέλας, η Γκόλφω και η κυρα-Φροσύνη, αλλά ο χορός της ακροδεξιάς.

Σημ.: Παραπέμπω στο ωραίο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου «Το Ζάλογγο και οι μύθοι» (http://goo.gl/nFfCj).

Και, για τα ιστορικά γεγονότα, στη μελέτη της Βάσως Ψιμούλη Σούλι και Σουλιώτες (εκδ. Εστία) και το σχετικό άρθρο του Αλέξη Πολίτη (http://goo.gl/a9d46).

 

  • Παντελής Μπουκάλας: «Η ιστορία και ο διάλογος που δε γίνεται»:

Αν δεν πολιτικολογούμε μαζικά και φανατικά, θα γλωσσολογούμε. Κι αν δεν γλωσσολογούμε, θα ιστοριολογούμε. Κι αν δεν ιστοριολογούμε, θα θρησκειολογούμε ή θα θεολογούμε. Ή μάλλον, για να είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια, πολιτικολογούμε, πάντοτε ες μνήμην του Αριστοτέλη, είτε με τα γλωσσικά καταπιανόμαστε είτε με την ιστορία, τη θρησκεία, το ποδόσφαιρο, τη μαγειρική, τον τουρισμό. Ιδιαίτερα η Ιστορία είναι το πάθος μας. Και μακάρι αυτό να μας είχε οδηγήσει σε διάβασμα, πολύ διάβασμα, απροκατάληπτο και ανεξίθρησκο. Τώρα μάλιστα που διαθέτουμε πολλές δωρεάν ψηφιακές βιβλιοθήκες ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων, μπορούμε να συνεχίσουμε να σφαζόμαστε για το δείνα γεγονός ή το τάδε πρόσωπο, σκύβοντας κι εμείς λίγο στις πηγές και όχι αρκούμενοι σε όσα φέρνει ώς τ’ αυτιά μας το σπασμένο τηλέφωνο· θραύσματα θραυσμάτων δηλαδή.

Οπως και να το κάνουμε, δύσκολα τα βγάζουμε πέρα σε έναν πραγματικό διάλογο καταφεύγοντας σε όσα θυμόμαστε (ή νομίζουμε ότι θυμόμαστε) από τα σχολικά μας χρόνια. Το ζητούμενο άλλωστε είναι να προσπαθήσουμε κάποια στιγμή να καλύψουμε μόνοι μας, μελετώντας, τα κενά που μας άφησε η «καθαρισμένη» ιστοριογραφία των σχολικών θρανίων. Και να μικρύνουμε την απόσταση που χωρίζει ανέκαθεν την επίσημη (κρατική ή εθνική) ιστορία, που υπακούει σε ιδεολογήματα και σκοπιμότητες και πάντως δεν μένει ίδια με το πέρασμα του χρόνου, αφού υπόκειται στην πολιτική, από την επιστημονική, που κι αυτή δεν είναι μία, μονοφωνική και παγιωμένη.

Ας υποθέσουμε λοιπόν, δοθέντος του ιστοριολογικού πάθους μας, ότι ένα πρωινό κάποιος με εκπομπή στο ραδιόφωνο ρωτάει (από φιλομάθεια ή με προβοκατόρικη διάθεση) έναν ιστορικό ποια γνώμη έχει για τον Ανδρέα Μιαούλη. Ο ιστορικός μας, εξόφθαλμα προβοκάτορας αυτός, απαντάει δι’ ερωτήσεως: «Για ποιον Μιαούλη λέτε; Εκείνον που έβαλε φωτιά στη φρεγάτα του ελληνικού στόλου, την “Ελλάδα”, στον ναύσταθμο του Πόρου; Εκείνον που την πράξη του αυτή τη χαρακτήρισε κακούργημα και προδοσία ολόκληρος Κανάρης;». Πριν ο ιστορικός μας προλάβει να δώσει την παραμικρή εξήγηση, τα τόπια παίρνουν φωτιά. Τα τηλέφωνα στο κέντρο του σταθμού σπάνε από τις κλήσεις των εξαγριωμένων ακροατών· το twitter πολιτικών, ιεραρχών και δημοσιολογούντων κατακαλύπτεται από τιτιβίσματα, αναθέματα και κατάρες για τον ιερόσυλο· οι εθνοφύλακες του Ιντερνετ αρχίζουν να συγκεντρώνουν υπογραφές για τον εξοστρακισμό του εθνοπροδότη ιστορικού από την Ελλάδα, ει δυνατόν και από τον πλανήτη· στη Βουλή, οι εκπρόσωποι του έθνους ανταγωνίζονται ποιος θα καταθέσει πρώτος τη δριμύτατη επερώτησή του· στο υπουργείο Παιδείας, ψάχνουν να δουν πού φοίτησε ο ιταμός ψευτοκουλτουριάρης, ώστε να τον αποβάλουν αναδρομικά από όλα τα δημοτικά και τα γυμνάσια της χώρας· οι καμπάνες στις μισές μητροπόλεις θα σημαίνουν πένθιμα. Και όσα άλλα μπορεί να εικάσει κανείς χωρίς τον κίνδυνο να τον πουν φαντασιοκόπο. Ακούς εκεί. Πυρπολητής του ελληνικού στόλου ο Μιαούλης… Και κακούργος… Και προδότης…

Ας κάνουμε μολαταύτα μία επιπλέον υπόθεση: Οτι ο ανθέλλην καταφέρνει να βγει σώος από τον πολιορκούμενο ραδιοφωνικό σταθμό και ότι του επιτρέπεται να προσκομίσει κάποια στοιχεία στο μεγάλο δικαστήριο της τηλεόρασης που θα στηθεί το ίδιο βράδυ, κάπως σαν Γυάλινος Πάγος. Πελιδνός φυσικά, ακούει το κατηγορητήριο μία-δύο-πέντε φορές από τον εισαγγελέα, τον πρόεδρο και τους «ενόρκους» τής ούτω ειπείν συζήτησης, ακούει και την καταδικαστική απόφαση, κι ύστερα, λίγο πριν από τις διαφημίσεις, του δίνουν το περιθώριο μιας κάποιας απολογίας. Βγάζει λοιπόν κι αυτός μια φωτοτυπία από την τσέπη του και αρχίζει να διαβάζει: «Ο Μιαούλης βλέπων τον Ρώσον ναύαρχον ενεργούντα μονομερώς, αποκλείοντα τον ναύσταθμον και κωλύοντα πάσαν κομιδήν τροφών, (…) εν τη υπερτάτη στιγμή φόβου και απογνώσεως απεφάσισε να καταστρέψη μάλλον τα υπ’ αυτόν πλοία ή να ίδη αυτά καταλαμβανόμενα υπό Ρώσων και έκαυσε την ωραίαν φρεγάδα “Ελλάδα” ης επέβαινε· είτα κατεστράφη και η κορβέτα “Υδρα”. Ταύτα εγένοντο τη 1 Αυγούστου 1831». «Αίσχος!» τον διακόπτουν εξαγριωμένοι οι «συνομιλητές» του, τρέμοντας από ιερή οργή. «Ποιο κουμμούνι τα λέει όλα αυτά τα αναίσχυντα; Ο Κορδάτος; Ή ο Σκαρίμπας;» «Μα όχι…/ ψελλίζει ο κατηγορούμενος, που κι αυτός τρέμει, για άλλους λόγους όμως. «Ποιος Κορδάτος και ποιος Σκαρίμπας. Δεν ακούσατε τι σας διάβασα; Ηταν στην καθαρεύουσα. Από την “Ιστορία του Ελληνικού Εθνους” ήταν. Του Παπαρρηγόπουλου. Του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Αφήστε να…» Δεν τον αφήνουν. Γιατί «τελείωσε ο χρόνος». Και δεν άκουσαν έτσι τον μάρτυρά του, τον Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό μας ιστοριογράφο, να συμπεραίνει πως «η πράξις του Μιαούλη δεν δύναται να χαρακτηρισθή πάντως ως έμπνευσις φιλοπατρίας», να μνημονεύει τον Αλέξανδρο Ραγκαβή που «εχαρακτήρισε την πράξιν ως μεγαλουργόν κακούργημα» και να προσθέτει ότι «εστιγμάτισαν δ’ αυτήν και ο Κυβερνήτης και ο Κανάρης ως προδοσίαν και κακούργημα». Δεν άκουσαν καν την απολογία του ίδιου του Μιαούλη, που, σύμφωνα με όσα «είπεν βραδύτερον εις τον Σ. Τρικούπην, εθεώρει το έργον αυτού προϊόν εξάψεως υπερτάτης και ελυπείτο ότι εκείνην την στιγμήν δεν ευρέθη τις παρ’ αυτώ ανήρ της περιωπής Τρικούπη ή Μαυροκορδάτου, ίνα κρατήση την χείρα αυτού».

Φυσικά και δεν έπαψε να είναι ήρωας της Επανάστασης ο Μιαούλης επειδή κάποια στιγμή θόλωσε ο νους του. Ηρωας ήταν βέβαια και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, και ας πέρασαν κάμποσες δεκαετίες μετά τη δολοφονία του στην Ακρόπολη ώσπου να τον αναγνωρίσει επίσημα η ελληνική πολιτεία. Ηρωας και ο Κομνάς Τράκας, συμπολεμιστής του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς, κι ας ακούμε τώρα φθαρμένο το άγνωστό μας όπως φαίνεται όνομά του στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, στα ρεπορτάζ για τον κ. Τζοχατζόπουλο και τα σπίτια του: «Στην οδό Κόμνα Τράκα», «στην οδό Κομνατράκα», μόνο Κόμνα Τράγκα δεν τον έχουν πει ακόμα. Κι αν θυμήθηκα τώρα το περιστατικό στον ναύσταθμο του Πόρου και προσπάθησα να το αναπαραστήσω τηλεθεατρικά, είναι επειδή μια τέτοια εικόνα δίνει ώρες ώρες ο δημόσιος διάλογος, είτε την Ιστορία αφορά (το Ζάλογγο ας πούμε ή το Κρυφό Σχολειό) είτε σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Μια εικόνα γεμάτη ειρωνικούς ή και υβριστικούς χαρακτηρισμούς, όπου η λειψή γνώση και η αδιαφορία για τις «πηγές» μετασχηματίζονται σε δογματισμό και αυταρέσκεια.

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Ο «χορός» των ανιστόρητων…

  1. Πολύ περιληπτικά, μιας και νομίζω πως μεταξύ μας το θέμα το έχουμε εξαντλήσει, κι ας εμμένει ο καθένας στις απόψεις του. Κατά τη γνώμη μου Δημοκρατία είναι ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη. Χωρίς αντεγκλήσεις και προσωπικούς χαρακτηρισμούς, κάτι το οποίο θεωρώ πως μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων είναι αυτονόητο.

    Ανιστόρητος καλείται αυτός που ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ. Όχι αυτός που γνωρίζει διαφορετική και μάλιστα αυτή που διδάχτηκε!
    Όσοι αγνοούν την «ιστορική αλήθεια», αυτή που φαίνεται να γνωρίζει η κ. Ρεπούση και μια παρέα φίλων της, ΔΕΝ έγραψαν τη δική ΤΟΥΣ Ιστορία. Διδάχτηκαν από τα μικρά τους χρόνια αυτήν που το επίσημο κράτος δίδαξε στα σχολεία του. Αν τους δίδασκαν άλλη θα γνώριζαν άλλη!
    Ζητάμε τώρα από αυτούς τους ανθρώπους (μερικά εκατομμύρια δηλαδή) να ξεχάσουν όσα έμαθαν, επειδή βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου κάποιοι αποφάσισαν να επαναδιατυπώσουν τα ιστορικά λάθη(;) και τους μύθους(;).
    Θα παλέψω αν χρειαστεί στο πλευρό της κάθε Ρεπούση, αν κάποιος προσπαθήσει να θίξει το δικαίωμα ενός ιστορικού στην έρευνα.
    Δεν δέχομαι με τίποτα όμως το αφ’ υψηλού υφάκι της εν λόγω και τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς της ίδιας και μιας δράκας επιστημόνων (με ή χωρίς εισαγωγικά) που θεωρούν πως πρόκειται για απαίδευτο λαό, που δέχεται μόνο ότι του εξυψώνει το ηθικό και αρνείται τις πικρές αλήθειες.

    Αφού σου ευχηθώ καλό βράδυ θα σε παρακαλούσα να διαβάσεις κι αυτά:

    http://24gr.blogspot.com/2013/01/blog-post_764.html

    http://palio.antibaro.gr/society/agtzidhs_sunwstismos.php

    Ξέρω πως οι παραπάνω δεν είναι ιστορικοί. Αναφέρουν όμως πηγές. Και για μένα αυτό μετράει απείρως περισσότερο από τη …γνώμη της κ. Ρεπούση.

    • Καλημέρα, Πέτρο… Ανιστόρητος είναι σίγουρα αυτός που δεν γνωρίζει καθόλου ιστορία, αλλά ανιστόρητος επίσης είναι κι αυτός που γνωρίζει μια στρεβλή, παραχαραγμένη, αυτή που μας μάθανε στα σχολεία, ιστορία…Απέναντι στις ιστορικές απόψεις της ΡΕπούση πρέπει να αντιπαρατεθούν ιστορικές έρευνες που να αποδεικνύουν τα (ιστορικά) της λάθη, αυτά όμως που διαβάζω εγώ είναι τα εύκολα αναθέματα και κατάρες εναντίον της… Δεν πρόκειται για μια δράκα ιστορικών που υποστηρίζει τα ίδια με τη Ρεπούση αλλά το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων ιστοριογράφων μας…
      Σε ό, τι αφορά τώρα τα δυο σάιτ που μου επισημαίνεις, αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι πρόκειται για δυο γνωστά σάιτ εθνοκεντρικά έως και εθνικιστικά, δε λένε κάτι διαφορετικό για τη Μικρασιατική καταστροφή, απ’ αυτά που έγραψε, όπως σου έχω επισημάνει και σ’ άλλο σχόλιό μου, και η Ρεπούση στο «εξοβελιστέο» βιβλίο της… Οι «καλοθελητές» όμως στέκονται για να την απαξιώσουν στη (ατυχή όντως) λέξη «συνωστισμός»…
      Να ‘σαι καλά… Ο δημοκρατικός διάλογος εμπεριέχει και τις διαφωνίες, άλλωστε έτσι νοείται η δημοκρατία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: