Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Στης ιστορίας τα γυρίσματα: «Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει… και αναγεννιέται»…

9772

«Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού το οποίον αρχινάει από το σπόρο που γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλες τες φυτικές μορφές, δηλαδή τη ρίζα, τον κορμό, τ’ άνθη και τους καρπούς».

Με τέτοιους  στοχασμούς καθοδηγεί την έμπνευσή του, στην εισαγωγή των κορυφαίων Ελεύθερων Πολιορκημένων, ο Διονύσιος Σολωμός- ο «εθνικός», καθώς ευκολυνόμαστε να λέμε, ποιητής μας, έστω κι αν πάνε χρόνια που έχουμε πιστέψει ότι ο «Ύμνος» του εξαντλείται στις δυο πρώτες στροφές. Ο σπόρος που ριζώνει, υψώνεται, θάλλει, καρπίζει, τρέφει, κι ύστερα γίνεται πάλι σπόρος, πάλι ρίζα, πάλι καρπός. Πάλι; Πόσο φυσικός, πόσο εν ισχύι μπορεί να θεωρηθεί αυτός ο ζωτικός κύκλος αν ιδωθεί όχι πια στο περιβάλλον της τέχνης αλλά της ιστορίας που έζησε τούτη η χώρα, η ίδια πάνω – κάτω χώρα που αιμοδότησε τη σολωμική τέχνη; Πόσο άνθησε, ας πούμε, και ποιους καρπούς απέδωσε ο σπόρος της ελευθερίας, που συνήθως τον θυμόμαστε στις εθνικές γιορτές και στα σχετικά «τυποποιημένα» διαγγέλματα;

Μεσολάβησαν πολλά έκτοτε, όπως και πάλι στην τέχνη θα μπορούσαμε να τα δούμε, αποτυπωμένα με αποκαρδιωτική ενάργεια. Μεσολάβησαν, ας πούμε οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι, του Κώστα Βάρναλη, όπου ο θάνατος έχει πάψει να είναι η μήτρα της ζωής και η πτώση είναι βύθος κακό και όχι το φυσιολογικό μισό της βεβαίως επερχόμενης ανόδου, αφού «Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια». Μεσολάβησε η αγιοποίηση του Μακρυγιάννη, η οποία παγίδευσε την ανάγνωσή του (προσανατολίζοντάς την προς τη λογοτεχνικότητά του και όχι προς την ιστορικότητά του), αν κιόλας δεν την απέτρεψε. Μεσολάβησε η πίκρα του Κώστα Καρυωτάκη μετουσιωμένη στην ειρωνεία των προς Ανδρέα Κάλβο στίχων του: «Ίππους δεν επιβαίνουσι,/ αμή την εξουσίαν/ και του λαού τον τραχηλον,/ ιδού, μάχονται οι ήρωες/ μέσα εις τα ντάνσιγκ». Για να φτάσουμε τελικά ακόμα και στην ελαφρόκαρδη παραποίηση του «Ύμνου εις την ελευθερίαν» από τους οπαδούς ομάδων ποδοσφαίρου και του μπάσκετ, και να ξαναγραφτεί έτσι η ιστορία σαν παρωδία. Αλλά για να καταλήξουμε στο λειψό αίσθημα που αποκαλύπτουν τέτοιας λογής δια κωμωδήσεις, δούλεψε επί δεκαετίες η λειψή γνώση της ιστορίας, της νεότερης συμπεριλαμβανομένης, όπως π.χ. του Εικοσιένα, η οποία εξακολουθεί να υπομένει την παραμορφωτική στρέβλη της εξιδανίκευσης, της ηρωλογίας που βασίζεται στα «καλολογικά στοιχεία» και ποτέ στην κρίση, αλλά και της παραγραφής των «άτυχων περιστατικών» που δε χωρούν στα σχήματα της εξαγιαστικής απλούστευσης.

Το αχώριστο δίδυμο ζωής και θανάτου, όπως παραμυθητικά απεικονίζεται με την πορεία του σπόρου και τους κύκλους που γράφουν οι αλλεπάλληλες αν- μορφώσεις του, είναι ένα μοτίβο της τέχνης κληροδοτημένο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την περικοπή «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει».

Στη θρησκεία, η διά κύκλων σύλληψη και ανάγνωση της πορείας των ανθρώπινων διατηρεί τον αισιόδοξο χαρακτήρα της και αυτόν προτείνει προς εγκαρδίωση. Στη φιλοσοφία, η κατά Τζιαμπατίστα Βίκο τρίβαθμη πορεία της ιστορίας μέσα από τον αέναα επαναλαμβανόμενο κύκλο της (θεία εποχή – ηρωική – ανθρώπινη: από τον εκπεσμό στην ανάσταση κ.ο.κ.), οχυρωμένη στην καταγραφική ουδετερότητά της, δεν υπακούει στη βελτιοδοξία που εμπνέει τη μαρξιστική «σπειροειδή εξέλιξη».

Στη λογοτεχνία, η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία μοιράζονται το λόγο, ακόμη και στον ίδιο ποιητή: Ο Γιώργος Σεφέρης, το 1955, με τον Σολωμό και τον Ιωάννη στη μνήμη και με την Κύπρο στην αίσθηση, γράφει στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’»:

«Έτσι προχώρεσα στο σκοτεινό μονοπάτι

κι έστριψα στο περιβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι

και πάλι ψιθύρισα: “Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,

πώς λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η

μαρμαρυγή,

θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την

Αφροδίτη,

είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει”. Και μπήκα στ’ αδειανό μου σπίτι.»

Δέκα κι ένα στυφά χρόνια αργότερα. Το 1966, κλείνει τα «Τρία κρυφά ποιήματα» καλώντας τα παιδιά «να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν». Τη στάχτη πια… Διότι, πλέον, το δίκιο της φύσης δεν επιβάλλεται αυτονοήτως και ομαλά, ντετερμινιστικά δηλαδή, παρά χρειάζεται να συντρέξει κι ο πόνος του νου και η δαπάνη της καρδιάς, για να υπάρξουν ελπίδες ότι δε μαράθηκε οριστικά ο σπόρος. Αλλά ο νους αυτός και η καρδιά παραμένουν προς εύρεσιν.

 

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: