Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Μεγάλη Εβδομάδα: «Από λύπην υπάρχουμε…»…

katraki43

Μια κλωστή ποίησης, μια χορδή συγκίνησης διαπερνούσε πάλαι ποτέ τη Μεγάλη Εβδομάδα μας. Και μια θεσπέσια μουσική των θλιμμένων ύμνων της έραινε την παιδική μας αθωότητα. «Τω καιρώ εκείνω», τότε που «αι γενεαί πάσαι ύμνον την ταφή σου…», τότε που σχολιαρόπαιδα ντυμένα με το κοντό παντελονάκι και το πολύχρωμο πουκαμισάκι της άνοιξης στριμωχνόμασταν, κρατώντας το βιβλιαράκι του «Επιτάφιου θρήνου», για το ποιος θα πιάσει την καλύτερη θέση να ψάλλουμε με σέβας και μ’ ένα ρίγος που μας διαπερνούσε, με μια εξαίσια «φάλτσα» φωνή, μέσα στο κατανυκτικό αχνό φως των κεριών: «Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;… Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;…». Βαθιά εντυπωμένη μέσα μου ακόμη η φωνή, θρηνητική κραυγή, του παπά από την ωραία πύλη, τη φοβερή στιγμή της κορύφωσης του θείου πάθους: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…». Και κένταγε τα σπλάχνα μας η λύπη, γιατί εξανθρωπίζαμε το Χριστό, τον κάναμε ολότελα δικό μας, πατέρα, μάνα, αδερφό, αγαπημένο φίλο, και ο καθένας κείνη τη στιγμή θρηνούσε μέσα του το δικό του εσταυρωμένο, το δικό του ενταφιασμένο. (Γι αυτό ποτέ μην κακολογείτε και μην περιφρονείτε κείνες τις ολόμαυρες γυναίκες με τα βαθουλωμένα από τη λύπη μάτια τους, όταν τις βλέπετε σκυφτές, με βιαστικό βήμα να τρέχουν στους εσπερινούς και στα ψυχοσάββατα, γιατί τους νεκρούς τους βιάζονται να προλάβουν να θρηνήσουν). Κι ύστερα τη Μ. Παρασκευή από νωρίς το πρωί κοριτσόπουλα κι αγόρια, παρέες παρέες, να τρέχουμε στους αγρούς να μαζέψουμε αγριολούλουδα για το στολισμό του Επιτάφιου με συνοδεία το θλιβερό ήχο της καμπάνας (πόσες φορές δεν τσακωθήκαμε, εκεί στο καμπαναριό, για το ποιος έχει σειρά να συνεχίσει το χτύπημά της!). Και γύρω μας και εντός μας η άνοιξη ανθισμένη, ανθισμένα και τα πρώτα μας ερωτικά σκιρτήματα.

Δεν είναι αναγκαίο να είναι κανείς θρήσκος για να νιώσει το μεγαλείο της λύπης του Μεγαλοβδόμαδου, φτάνει να έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του, ζωντανούς και νεκρούς, να κλει’ μέσα του τους δικούς του Χριστούς. Και να συνεχίζει να ανάβει το κεράκι του στο ξωκλήσι του αγίου Λύπιου: « ζήτα το δάκρυ να ελεήσει τα ξερά σου μάτια/ κλάψε να πλύνεις το κορμί σου από τις λάσπες και τα εγκώμια…» (Β. Λεοντάρης). Δυστυχώς στις μέρες μας ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο, βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά, μιλάει μόνο με σήματα μες στη οχλαγωγία της ερημιάς, στις φαντασμαγορίες του τίποτε. Μας ψέκασαν με αναισθητικό, έτσι που αποξενωθήκαμε από τον πόνο και γίναμε κραυγή έξω από τον πόνο. Απωλέσαμε τη θεσπέσια υμνωδία της λύπης, τη Μεγάλη Εβδομάδα μας.

a221105katraki_dig_2001_646_a2_tcebaceb1cf84cf81ceaccebaceb7Μα ό,τι κι αν δηλώνουμε σήμερα, άθεοι ή αγνωστικιστές, από την Ορθοδοξία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Έχουμε μια στενή βιωματική σχέση μαζί της, είναι διαποτισμένη στα κύτταρά μας, καθότι, ιδιαιτέρως στην παιδική μας ηλικία, ο ναός στο χωριό ή στη γειτονιά της πόλης υπήρξε και είναι ακόμα και σήμερα (τουλάχιστον στη μνήμη μας) σημείο αναφοράς της ίδιας της ζωής μας: από το παιχνίδι στον αυλόγυρο της εκκλησίας στα βαφτίσια, στους γάμους και στις κηδείες. Γι αυτό δες τε πως «έκλεψαν» (εμπνεύστηκαν) δυο άθεοι ποιητές από το θρήνο της Μεγάλης Εβδομάδας: «Γιε μου, ποια Μοίρα στο ‘γραψε και ποια μου το ‘χει γράψει/ τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθια μου να ανάψει;…Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω/ άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω…» (Επιτάφιος, Γιάννης Ρίτσος). «Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου/ άνοιξη μου γλυκιά , γυρισμό που δεν έχεις/ η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου/ δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου;» (Η μάνα του Χριστού, Κώστας Βάρναλης). «Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;/ Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφή ερημική;/ Ξέρω πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή/ που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις» (Οι πόνοι της Παναγίας, Κώστας Βάρναλης).

Ποια απ’ τα παιδιά μας σήμερα, απ’ τους νέους μας, παρά την τόση πληροφόρηση, γνωρίζει το Ρωμανό το Μελωδό, τον Ιωάννη το Δαμασκηνό; Κι εμείς δε γνωρίζαμε τα ονόματα των μεγάλων υμνωδών, μα είμαστε τυχεροί, γιατί αξιωθήκαμε να κοινωνήσουμε και να βιώσουμε την ποιητική και μουσική στίλβη (λάμψη) των ύμνων τους. Πρώτη και μέγιστη η ευθύνη των ταγών της εκκλησίας γι αυτή την αποξένωσή μας. Αφ’ ότου ενέσκηψε η «πρόοδος» και στους ναούς, χάθηκε και η μαγεία της υμνωδίας. Τα μεγάφωνα, οι ηλεκτρικές καμπάνες, ο λουσάτος φωτισμός, η επιδειξιμανία της ένδυσης, ο έκδηλος νεοπλουτισμός καθώς και άλλα δρουν αποτρεπτικά στο στοχασμό και στην κοινωνία της χαρμολύπης. Και όπως γράφει ο Γ. Κοροπούλης στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (11-4-08) «Το κομμένο νήμα της ποίησης (των ύμνων) μπλέκεται τώρα με φανταιζί και μαύρες κλωστές υφαίνοντας τα πεποικιλμένα άμφια και το ανούσιον του θεάματος που οι πιστοί τηλεθεατές θα καταναλώσουν».

Ας είναι… έτσι ήρθαν τα πράγματα κι έτσι θα πάνε, αν δεν τα αλλάξουμε… «Καλή Ανάσταση!» με στίχους: «Ανάσταση είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι/ κόκκινο αβγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι/ όσα άστρα είναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα/ όλα έχουνε στην καθαρή ψυχή Απρίλη μήνα/ της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλή οι στύλοι/ ειρήνη! ειρήνη! Φιληθείτε οχτροί μαζί και φίλοι» (Η γυναίκα, Κώστας Βάρναλης).

(Γ. Π. Τζ.)

 

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Μεγάλη Εβδομάδα: «Από λύπην υπάρχουμε…»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Στο ωραίο σου κείμενο παραθέτω κλασικά Ελύτη αφήνοντας την Ανάσταση για αργότερα:

    Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
    ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

    Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.

    Μ. ΤΡΙΤΗ
    ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

    Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

    Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

    Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

    Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
    ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει

    Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

    Και τώρα μαύρος αιώνας.

    Μ. ΠΕΜΠΤΗ
    ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
    με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

    Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

    Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε

    (Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
    να ήμουν)

    Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
    Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

    Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
    ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
    γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
    έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.

    Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
    πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

    Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

    Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
    ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

    Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
    φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής

    Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
    με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
    και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

    Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
    Αντίς για Όνειρο

    ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι
    αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
    τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
    μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

    Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
    ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
    κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
    το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

    Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
    ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
    λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
    η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
    που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
    Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
    να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
    – της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –
    εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
    και αγέρωχο το πέλαγος.

    Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
    ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
    εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
    όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

    Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα

    Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
    που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
    και θωρακοφόρους
    και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
    ψυχή μου.

    (Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον / βιβλία», 1984).

    • Καλημέρα, Αγγελική!… Ευχαριστώ για τον Ελύτη!!!…
      Μιας και η ημέρα το «επιβάλλει»:

      Νίκος Γκάτσος, «Μεγάλη Τρίτη»

      Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
      εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.

      Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
      στην τέντα της Μαγδαληνής
      εσύ πατέρας της συγγνώμης
      κι εμείς παιδιά της ηδονής.

      Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.

      Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
      Στα καπηλιά της πολιτείας
      Εσύ αμνίον για σφαγή
      Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

      Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
      εις τους αχράντους πόδας σου.

      Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
      ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
      εσύ στων ουρανών τα πλάτη
      κι εμείς παρείσακτοι της γης.

      Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
      εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.
      (Ν. Γκάτσος, «Φύσα αεράκι φύσαμε, μη χαμηλώνεις ίσαμε», Ίκαρος)

  2. Θυμάμαι για καμιά δεκαετία στους Χαιρετισμούς και φυσικά όλο το Μεγαλοβδόμαδο να βρίσκομαι στο αριστερό ψαλτήρι μαζί με άλλους της ηλικίας μου και να παλεύουμε να βοηθήσουμε τον ψάλτη με τις παιδικές φωνές μας. Στην περιφορά του Επιταφίου δε, πρώτη μούρη δίπλα στον παπά και τους ψάλτες να …ψέλνω το «Αι γεννεαί πάσαι».
    Όμορφες στιγμές, όχι μόνο λόγω της παιδικής αθωότητας, αλλά κυρίως λόγω της μυσταγωγίας και των συναισθημάτων που δημιουργούν αυτές οι άγιες μέρες.

    • Είμαι άθρησκος, αλλά αποδέχομαι, όπως γράφω και στο κείμενό μου, ότι η Ορθοδοξία, η θρησκεία που βιώσαμε από παιδιά, μας «σφράγισε»…Αυτή τη βιωματική σχέση ό,τι και να κάνουμε δεν μπορούμε, όσο και να δηλώνουμε άθρησκοι ή άθεοι, να την αποδιώξουμε… Πρέπει ακόμα να επισημάνω τη μεγάλη λογοτεχνική αξία των εκκλησιαστικών ύμνων, ιδιαίτερα αυτών της Μεγάλης Εβδομάδας…. Αν τύχει και βρεθείς τις ημέρες της Μ. Εβδομάδας, ιδιαίτερα τη Μ. Παρασκευή, σε κάποια μικρή εκκλησία, μακριά από τα μεγάφωνα και το θρησκευτικό κιτσαριό, με καλούς ψαλτάδες, όντως πρόκειται για πραγματική μυσταγωγία!…
      Τις θερμότερες ευχές μου σε σένα και στην οικογένειά σου… ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ για όλους μας!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: