Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (9ο): «ΚΟΚΚΙΝΟ»…

-Καίτη Δρόσου: «ΚΟΚΚΙΝΟ φόρεμα φορώ/ και καίγονται τα σύννεφα

και στα χωράφια σεργιανώ/ και καίω τις παπαρούνες»!

 

-Γιάννης Ρίτσος: «Πίσω απ’ τα χρυσά βουνά, λιοκαμένο παλικάρι

ΚΟΚΚΙΝΟ σου αγόρασα πουκάμισο, ΚΟΚΚΙΝΑ παπούτσια στο παζάρι.

Τ’ άλογο έφυγε στη θάλασσα, ο ήλιος κόπηκε στη μέση-

τώρα τα χρυσά, τώρα τα ΚΟΚΚΙΝΑ ποιος θα τα φορέσει;»!

(Γ. Ρίτσος, Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού, Κέδρος)

 272478

-Οδυσσέας Ελύτης:

(ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΠΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ
ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ.
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ)

 

-«ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»

ΚΟΚΚΙΝΟ

Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.

 

Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.

 

Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια

Της κλώστρας κοπελιάς

Το αντίο το έρχομαι το θα σου δώσω

Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου

Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι

Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.»

(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος, Ίκαρος)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA-Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ: «Γυμνό Σώμα»

«Είπε: ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυο μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.»

(Αθήνα 18.11.80, από “Τα Ερωτικά” εκδόσεις “ΚΕΔΡΟΣ” 1981)

 

 

-Τεντ Χιουζ: «Κόκκινο ήταν το χρώμα σου.…

Η βελούδινη μακριά σου φούστα, ένας αιμάτινος επίδεσμος…

Το δωμάτιό μας ήταν κόκκινο…

Κι έξω απ’ το παράθυρο

παπαρούνες ντελικάτες κι εύθραυστες…

Τα χείλη σου ένα βαμμένο, βαθύ κόκκινο…

Οτιδήποτε έβαφες, το έβαφες λευκό

κι ύστερα το ‘πνιγες στα τριαντάφυλλα…

τριαντάφυλλα που έκλαιγαν,

ακόμα περισσότερα τριαντάφυλλα

και μερικές φορές, ανάμεσά τους, ένα μικρό γαλαζοπούλι.»

*(Τεντ Χιουζ, Άγγλος ποιητής, σύζυγος της Αμερικανίδας ποιήτριας, Σύλβια Πλαθ, που την εγκατέλειψε κι αυτό ήταν η κύρια αιτία για την αυτοκτονία της. Οι παραπάνω στίχοι είναι από το βιβλίο του «Γράμματα γενεθλίων» που το ‘γραψε για την Πλαθ αρκετά χρόνια μετά την αυτοκτονία της, ίσως για να ξορκίσει τις τύψεις του)

 

 

– Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, «Το κόκκινο φεγγάρι»

«Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας-
κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους
σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο,
ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν
να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές : έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.»

0 bandiera_rossa

-PIER PAOLO PASOLINI, «ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΗΜΑΙΑ»

«Για όποιον γνωρίζει μόνο το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
οφείλεις να υπάρχεις στ’ αλήθεια, γιατί κι εκείνος υπάρχει.
Όποιος είταν καλυμμένος με κρούστα είναι καλυμμένος με πληγές,
ο μεροκαματιάρης χειρώνακτας γίνεται ζητιάνος,
ο ναπολιτάνος καλαβρέζος, ο καλαβρέζος αφρικάνος,
ο αναλφάβητος βόιδι ή ζαγάρι.
Όποιος γνώριζε έστω μόλις το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
δεν σε αναγνωρίζει τώρα πια, ούτε καν με τις αισθήσεις.
Εσύ που τόσες και τόσες δόξες σημάδεψες,
και της αστικής και της εργατικής τάξης,
ξανάγινες κουρέλι, και ο πιο φτωχός απ’ όλους σε ανεμίζει.»
(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (9ο): «ΚΟΚΚΙΝΟ»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έρχονται διάφορα …κόκκινα στο μυαλό μου. Επιλέγω πρόχειρα τα συγκεκριμένα, παρόλο που σήμερα η επέτειος είναι μαύρη. Πολύ μαύρη όμως.

    Κόκκινο ποίημα

    Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
    αίμα, χρώμα
    κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
    και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

    αλλά κι αν ήτανε κρασί
    κόκκινο, κατακόκκινο
    και μεθυσμένο το ποίημα
    αιμόφυρτο θα έδειχνε

    σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
    που σκουριασμένο στο υπόγειο
    ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
    κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
    με ματωμένες αταξίες

    Η Ποίηση είναι, μην ανησυχείς
    φεύγει μόνο με αποδόμηση κυττάρων
    κι ίσως με τη σιωπή της γνώσης
    κάνει τα όνειρα αληθινά
    κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα(ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ)

    Τὰ δῶρα

    Σήμερα φόρεσα ἕνα
    ζεστὸ κόκκινο αἷμα
    σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
    μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
    ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
    ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

    Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
    καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
    τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
    εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
    ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
    ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
    εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
    ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
    καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
    στὸν οὐρανό

    Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
    τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
    ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
    ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής (ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ)

    Το κόκκινο του ουρανού σου

    Πώς να συλλέξω
    το κόκκινο του ουρανού σου
    στις διαπιστεύσεις δειλινών
    που μαγεύουν αισθήσεις;

    Αναποφάσιστα σύννεφα
    ζωγραφίζουν
    απροσχημάτιστους τριγμούς
    σε αυτοκτονικά ύψη
    με αδιευκρίνιστα υστερόγραφα
    στα μελλοντικά λεξιδρόμια
    ποιητικών καταθέσεων.

    Είναι που αγαπώ
    το ανέφικτο !
    Υποψιάζομαι…
    πως σε εμπεριέχει
    το κόκκινο μιας ματωμένης δύσης
    στο ελάχιστο του ήλιου
    που δύει το μαγεμένο μας όνειρο
    την ώρα που ταξιδεύει στην ευπρέπεια
    όταν όλοι οι άλλοι
    κοιμούνται…(ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ)

    ΥΓ. Ξαναγράφω το σχόλιό μου. Τις τελευταίες φορές, εμφανίζεται για λίγο και μετά χάνεται.

    • Καλημέρα, Αγγελική μου, καλή (κόκκινη) Κυριακή… Συνεπέστατη στο ποιητικό ραντεβού μας!… Τέλεια και τα ποιήματα που επέλεξες και τα τραγούδια… Grazie mille:-)))))
      Όλα κόκκινα, όλα «στο κόκκινο».. Στο ΚΟΚΚΙΝΟ της αγάπης, του αίματος, του πάθους, του έρωτα, του ποιήματος, της επανάστασης….

      -FEDERICO GARCÍA LORCA, [Σεντέφι κόκκινο]

      Λουκία Μαρτίνεθ
      Σκιά από σεντέφι κόκκινο.

      Σαν την εσπέρα είναι οι μηροί σου
      περνούν από το φως στο σκότος.
      Τα μυστικά σου τ’ αμπανόζια
      σου μελανώνουν τις μανόλιες.

      Μα εγώ είμαι εδώ, Λουκία Μαρτίνεθ.
      Το στόμα σου ήρθα να ρουφήξω
      κι απ’ τα τσουλούφια να σε σύρω
      στη χαραυγή πού ’χει κοχύλια.

      Και το μπορώ μα και το θέλω.
      Σκιά από σεντέφι κόκκινο.
      (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

      -Νίκος Γκάτσος, «Κόκκινα γαρύφαλλα»

      «Ένα καράβι φεύγει για τα ξένα
      έν’ ακρογιάλι θυμάται το νοτιά.
      Χρυσό καράβι πάρε με και μένα
      τώρα που πας που πας στην ξενιτιά.

      Κόκκινα γαρύφαλλα
      στου φεγγαριού την άκρη
      κόκκινα γαρύφαλλα
      στου Μάη την αμμουδιά.
      Άνοιξε την πόρτα σου
      στο πικρό μου δάκρυ
      άνοιξε την πόρτα σου
      στην πιο ζεστή καρδιά.

      Κανείς δεν ξέρει ποιο ‘ν’ το ριζικό του
      κανείς μες στου άλλου τ’ όνειρο δε ζει.
      Έχει ο καθένας τ’ άστρο το δικό του
      έχει ο καθένας τ’ άσπρο του νησί.»

      -«Κόκκιν’ αχείλη», (παραδοσιακό)
      (Το απήγγελε ο Ελύτης στην ομιλία της βράβευσής του με το Νόμπελ λογοτεχνίας)

      -Και ένα ιταλικό όμορφο τραγούδι: “Il amore rosso” (Η κόκκινη αγάπη)

      -Ciao, Aggeliki, buona Domenica di nuovo… e tanti baci:-)))

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Θα σας παραθέσω 3 ποιήματα του αγαπημένου Τόλη Νικηφόρου πάνω στο θέμα (και 2 για περαιτέρω αναζήτηση, αν το επιθυμήσετε) συν έναν λατρευτό Βρεττάκο. Θα πρέπει να βάλω μια τελεία κάπου. Ας είναι εδώ.

    1. ΕΙΜΑΙ ΟΣΑ ΜΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ

    είμαι όσα μου δόθηκαν
    μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε
    ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
    ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω
    με το δικό μου όνομα
    γράφω για τον δικό σας πόνο
    που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας
    δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ
    γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν
    γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι
    τώρα απομένει να επιστρέψω
    εκεί που κάποτε ξεκίνησα
    να επιστρέψω εκεί που οφείλω
    το εγώ που είμαι
    και που ποτέ δεν γνώρισα

    2. ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται

    νάμασταν, λέει, τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
    δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο,
    ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
    ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια
    πλάι στην καπνοδόχο την ώρα
    που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός.
    κι ύστερα, λέει, να φύτρωναν κόκκινα,
    κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας, στα μάτια μας
    ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
    να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και τον θάνατο.
    νάμασταν, λέει, με κόκκινα φτερά
    ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.

    3. ουτοπία αναρχικού λούστρου

    κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
    βουτώντας το πινέλο του
    στο κασελάκι με τα χρώματα
    το κασελάκι με τις λέξεις
    με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
    και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
    κάθε περαστικού θεού
    κόκκινο κόκκινο και μαύρο
    ένα παιδικό μπαλόνι

    με την απρόσεχτή του κίνηση
    τα θαμπωμένα μάτια του
    από του ήλιου την εγγύτητα
    τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
    και τότε στάζει ο ουρανός
    μυριάδες άστρα

    4. Τόλης Νικηφόρου, Εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού

    5. Τόλης Νικηφόρου, Κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

    Σέ ὀνειρευόμουνα ποίηση

    Σέ ὀνειρευόμουνα δέντρο – ἕνα πρωί
    μυριάδες ἰβίσκοι ν’ ἀνάβουνε πάνω σου.
    Σέ ὀνειρευόμουνα μήτρα.
    Ἀλλά νά:
    μέρες παράξενες, καιροί σκοτεινοί,
    σέ πάλευαν ὅλα. Κι ὅμως, ποίηση ἐσύ,
    ἀμετάπειστο ρεῦμα τ’ οὐρανοῦ, ἐπιμένεις.
    Ἕνα κύμα ἀπό κόκκινα παράξενα φῶτα,
    ἕνα κύμα πληγές, πού ξεσπώντας φωτάει
    τά χαρτιά μου τή νύχτα.
    (Νικηφόρος Βρεττάκος)

    Φτάνει. (Κάποιος να με σταματήσει…)

    • … Καλημέρα, Αγγελική, καλή εβδομάδα!!!… Μη σε σταματήσει κανείς, κατάκλυσε το μπλογκ μου, κατάκλυσέ με, με στίχους και μουσικές… Με τόσα ποιήματα λέω να εκδώσουμε μια «Ανθολογία ποίησης» με μουσικές παραπομπές, λες ν’ αρχίσω να ψάχνω για εκδότη;…

      1. Γιάννης Π. Τζήκας, «Με της καρδιάς το κόκκινο»

      «Γράφω ποιήματα
      Γίνομαι ναρκαλιευής
      Στα ναρκοπέδια του νου
      Με προσοχή ιχνηλατώ
      Μην και τις λέξεις μου πατήσω
      Και εκραγούν

      Πόλεμο κάνω με τις λέξεις
      Πολλές οι νίκες και πολλές οι ήττες
      Μα περισσότερα τα θύματα
      Γιατί και στις νίκες και στις ήττες
      Πάντα τα θύματα περισσεύουν

      Περπατώ σε ρίμες κοφτερές
      Πάνω σε στίχους λεπίδια
      Σε λέξεις κάρβουνα αναμμένα
      Αναστενάρης μιας ζωής που φθίνει
      Μασάω λαίμαργα τον καιρό
      Φτύνω τα κουκούτσια του χρόνου
      Και προχωρώ στον κατακλυσμό

      Κανείς δε με καταλαβαίνει
      Κι όλο τρέχω
      Κυνηγώντας τον κατακλυσμό μου
      Παραβιάζω όλα τα STOP
      Να προλάβω να σου (σας) μιλήσω
      Με της καρδιάς το ΚΟΚΚΙΝΟ»

      2. «Κόκκινο πάθος»

      3. «Γυναίκα στα κόκκινα»

      Υ.Γ.: Μη μου «μιλάς» στον πληθυντικό… Στον ενικό, απλά, Γιάννης… Ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: