Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (6ο): «Κατάσταση πολιορκίας»…

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Κατάσταση πολιορκίας»

«Πολιορκούμεθα λοιπόν

Πολιορκούμεθα από ποιον

Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα

Πολιορκούμεθα στενά

Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική

Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,

Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους

Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά

Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία

Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά

Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες

Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,

Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές

Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,

Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις

Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,

Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,

Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς

Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους

Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας

Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.»

Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα), «Κατάσταση Πολιορκίας»

                       (απόσπασμα)

 

«…Ο Χρόνος παραμορφώθηκε,

Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.

Ξέρεις πού θα με βρεις,

Εγώ ο Φόβος.

Εγώ ο θάνατος.

Εγώ η μνήμη, ανήμερη.

Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,

εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.

Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.

Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,

ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν

ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.

Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.

Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,

πλούσια απ’ την κληρονομιά μας

πρώτη φορά, τα παιδιά

σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,

θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα

τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών

διορθώνοντας τα λάθη,

σβήνοντας τα ψέματα,

ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,

χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας

σημαδεμένα από την αστραπή

τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης

που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.»

(http://www.poiein.gr/archives/18854/index.html)

*Και μια διαφορετική, εαρινή, «κατάσταση πολιορκίας»…

 Γιάννης Π. Τζήκας, «Εάλω η πόλις μου!»

 «Την επαύριον του Πάσχα

Η άνοιξη που κελαηδεί

Εξ όρθρου βαθέως

Εαρινή σύναξη συναισθημάτων

Με πολιορκεί

Αδύναμος να προστατευτώ

Πρωτίστως τα βέλη του έρωτα

Αδυνατώ να αποκρούσω

Επί ματαίω η αντίστασις

Εάλω η πόλις μου αμαχητί»

Advertisements

Single Post Navigation

2 thoughts on “Πες το με ποίηση (6ο): «Κατάσταση πολιορκίας»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    «Κατάσταση Πολιορκίας»

    του Μαχμούντ Νταρουίς (Mahmoud Darwish).

    Εδώ, στην κατηφόρα των βουνοπλαγιών
    στη Δύση απέναντι
    και στων καιρών το χάσμα
    πλάι στα περιβόλια με την κομματιασμένη σκιά,
    σαν τους φυλακισμένους
    σαν τους άνεργους
    καλλιεργούμε την ελπίδα.

    Πατρίδα που κοντεύεις στην αυγή,
    γίναμε όλο και πιο άμυαλοι
    Αφού τόσο καιρό ατένιζε το μάτι μας τη νίκη:
    ανύχτωτες οι νύχτες μας κι οι πυροβολισμοί τις καταυγάζουν
    οι εχθροί μας που επαγρυπνούν,
    οι εχθροί μας που για μας το φως ανάβουν
    μες στο πηχτό σκοτάδι των σπηλαίων.

    Ο ουρανός το μεσημέρι μολυβένιος
    τη νύχτα πορτοκαλένιος.
    Ενώ οι καρδιές παραμένουν ουδέτερες
    όπως τα τριαντάφυλλα του φράχτη.

    Στην πολιορκία, ζωή είναι ο χρόνος
    ανάμεσα στην ανάμνηση της αρχής της
    και τη λησμονιά του τέλους της…

    Λέει, στο χείλος του θανάτου:
    τίποτα δεν μου απέμεινε να χάσω.
    Ελεύθερος πλάι στην ελευθερία μου
    και με το αύριο στο χέρι μου…
    Σε λίγο θα μπω στη ζωή μου
    να γεννηθώ ελεύθερος, χωρίς γονείς
    να επιλέξω για όνομά μου τα γράμματα του κυανού…

    Εδώ, πάνω στις υψωμένες καμινάδες, πάνω στη σκάλα του σπιτιού,
    δεν υπάρχει χρόνος για τον χρόνο.
    Κάνουμε ό,τι
    κι όσοι ανεβαίνουνε προς τον Θεό:
    Τον πόνο λησμονάμε.

    Ο πόνος
    είναι αυτός: πως το πρωί
    του σπιτιού η κυρά δεν κρεμάει της μπουγάδας το σκοινί
    και πως της φτάνει η καθαρότητα ετούτης της σημαίας

    Ο κάθε θάνατος
    κι ο αναμενόμενος ακόμα,
    είναι ο πρώτος.
    και πώς να δεις
    ένα φεγγάρι αποκοιμισμένο
    κάτω από κάθε πέτρα;

    [Σ’ έναν κριτικό:]
    Μην εξηγείς τις λέξεις μου
    με το κουτάλι του τσαγιού ή την παγίδα για πουλιά!
    Οι λέξεις μου με πολιορκούν μέσα στο όνειρο.

    Οι λέξεις που δεν είπα
    με καταγράφουν κι ύστερα μόνο με αφήνουν να αναζητώ
    ό,τι απέμεινε από το όνειρό μου…

    Αυτή η ρίμα δεν ήταν
    απαραίτητη,
    ούτε για του ρυθμού την αρμονία
    ούτε για την οικονομία του πόνου.
    Είναι περίσσεια, ανώφελη,
    όπως μια μύγα πάνω στο τραπέζι.

    Η ομίχλη είναι σκοτεινιά,
    σκοτεινιά πυκνή κι άσπρη
    που ξεφλουδίζουν το πορτοκάλι κι η γυναίκα που υπόσχεται.

    Οι απώλειές μας:
    Δύο με τέσσερις μάρτυρες τη μέρα
    δέκα τραυματίες
    είκοσι σπίτια
    πενήντα ελιόδεντρα
    κι ας μην ξεχνάμε τη δομική ανισορροπία
    που θα χτυπήσει το ποίημα, το θεατρικό έργο
    Και τον μισοτελειωμένο πίνακα.

    Της λέει: Περίμενέ με στην άκρη του γκρεμού.
    Κι αυτή του λέει: Ελα…έλα! Εγώ είμαι ο γκρεμός.

    Μια γυναίκα λέει στο πλήθος: Σκέπασε τον αγαπημένο μου
    γιατί τα ρούχα μου έχουν βραχεί από το αίμα του!

    Αν δεν είσαι βροχή αγάπη μου
    γίνε δέντρο
    Γόνιμο…γίνε δέντρο.
    Κι αν δεν είσαι αγάπη μου δέντρο
    γίνε πέτρα
    Υγρή…γίνε πέτρα.
    Κι αν πέτρα, αγάπη μου, δεν είσαι
    γίνε φεγγάρι
    Στο όνειρο της αγαπημένης…γίνε φεγγάρι.
    [Ετσι είπε μια γυναίκα
    Στον γιο της καθώς έθαβαν.]

    Τούτη η πολιορκία θα διαρκέσει μέχρι ο πολιορκημένος
    σαν τον πολιορκητή, να αντιληφθεί ότι η στενοχώρια
    είναι ένα απ’ του ανθρώπου τα γνωρίσματα.

    Σεις που επαγρυπνείτε! Δεν κουραστήκατε
    να επιτηρείτε το φως μες στο αλάτι μας;
    Κι από τη φλόγα των ρόδων μέσα στην πληγή μας
    δεν κουραστήκατε, σεις που επαγρυπνείτε;

    Στον δρόμο για τη φυλακή, μου είπε:
    Βγαίνοντας, θα ξέρω
    πώς να επαινώ την πατρίδα
    ή να τη λοιδορώ
    Είναι ένα επάγγελμα όπως όλα.

    [Στην ποίηση:]
    Πολιόρκησε την πολιορκία σου.

    [Στην πρόζα:]
    Από το λεξικό του Νόμου,
    πάρε τις αποδείξεις σου για μια πραγματικότητα
    που οι αποδείξεις την κατέστρεψαν
    κι εξήγησε τη σκόνη σου.

    [Στην ποίηση και την πρόζα:]
    Πετάξτε μαζί
    όπως τα δυο φτερά ενός χελιδονιού που φέρνει
    την ευλογημένη Άνοιξη.

    «Εγώ ή αυτός»
    έτσι αρχίζει ο πόλεμος.
    Όμως τελειώνει με μια αμήχανη συνάντηση:
    «Εγώ κι αυτός».

    «Είμαι για πάντα εκείνη»
    Έτσι αρχίζει ο έρωτας.
    Μα σαν τελειώνει,
    τελειώνει μ’ ένα αμήχανο αντίο:
    «Εγώ κι αυτή».

    Τούτη η πολιορκία θα διαρκέσει ως την ημέρα που
    οι δάσκαλοι του Ολύμπου
    θα επαναλάβουν την αθάνατη Ιλιάδα.

    Ενα παιδί θα γεννηθεί, εδώ, τώρα,
    στον δρόμο του θανάτου…κάθε ώρα.

    Θα παίξει μ’ έναν χαρταετό
    τεσσάρων χρωμάτων,
    [κόκκινο, μαύρο, άσπρο, πράσινο]
    έπειτα θα μπει μέσα σ’ ένα άστρο φευγαλέο.

    Ο μάρτυρας με πολιορκεί:
    Δεν έκανα τίποτε άλλο από το ν’ αλλάξω την κατοικία μου,
    τα απλά μου έπιπλα
    Έβαλα μια γαζέλα πάνω στο κρεβάτι μου
    και μια ημισέληνο στο δάχτυλό μου
    για ν’ απαλύνω τον πόνο μου.

    Ο μάρτυρας με πολιορκεί:
    Μην ακολουθείς τη νεκρώσιμη πομπή
    εκτός εάν με γνώριζες.
    Δεν ζητώ τη χάρη κανενός.

    Το ποίημα «Κατάσταση Πολιορκίας»(A State of Siege) γράφτηκε με αφορμή μια άλλη πολιορκία: την πολιορκία του αρχηγείου του Γιασέρ Αραφάτ στη Ραμάλα, από τον ισραηλινό στρατό, τον Σεπτέμβρη του 2002. Είναι το πρώτο ποίημα του Νταρουίς, που μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Αγγελική Σιγούρου

    (Mahmoud Darwish).

    ΣΧΟΛΙΑ:

    Πάντα θυμάμαι με συγκίνηση την «Κατάσταση πολιορκίας» της Ρένας Χατζιδάκη (κόρης της Λιλής Ζωγράφου), που αγόρασα στο δρόμο. Κάποτε ήξερα όλους τους στίχους στη γνωστή ανεπανάληπτη μουσική του Θεοδωράκη, της οποίας η εισαγωγή, ακόμα και σήμερα που την ακούω, μου φέρνει ρίγη.

    Για να μην καταχρώμαι περισσότερο το ευγενικό βήμα, που μου δίνετε, θα κάνω μόνο μια απλή αναφορά σε δυο σχετικά έργα:

    «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» του Βάρναλη και
    «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού

    ΥΓ. Εξαιρετικός ο Νάνος Βαλαωρίτης. Πάντα.

    Αλλά και οι στίχοι σας:

    «Εαρινή σύναξη συναισθημάτων
    Με πολιορκεί
    Αδύναμος να προστατευτώ»

    αξίζουν πολλά.

  2. Καλημέρα, Αγγελική… Καλή Κυριακή!!!… Είσαι απίθανη, βρίσκεις πάντα κάτι σχετικό με το θέμα της ανάρτησής μου για να τη συμπληρώσεις, και σ’ ευχαριστώ πολύ!!!
    Γνωρίζω την ποίηση του Νταρουίς, του εθνικού ποιητή των Παλαιστινίων, ο οποίος ήταν μάλιστα και αδελφικός φίλος του δικού μας, Ρίτσου… Δεν πήγε καθόλου το μυαλό μου στη δική του «Κατάσταση πολιορκίας»… Παλιότερα, στο Βόλο που ζω, είχαμε κάνει ένα αφιέρωμα στον Νταρουίς για να τιμήσουμε την «Παγκόσμια ημέρα των Παλαιστινίων», αλλά και στο μπλογκ μου έχω αναρτήσει κάποιες φορές ποιήματά του…
    Ανταποδίδω κι εγώ με Μαχμούντ Νταρουίς:

    Μαχμούντ Νταρουίς, «Η Ρίτα και το όπλο»

    “Ένα όπλο χώρισε τις ματιές μας
    Τη Ρίτα αν γνωρίζει κανείς
    γονατίζει και προσεύχεται για τα μελί της μάτια.
    πόσο θυμάμαι όταν φίλησα τη Ρίτα σαν ήταν μικρή
    Και θυμάμαι πως κρεμάστηκε πάνω μου
    Η όμορφη μικρή γέμησε την αγγαλιά μου
    Και θυμάμαι τη Ρίτα όπως θυμάται το σπουργίτι τη φωλιά του
    Aχ Ρίτα ανάμεσα μας πια εκατομμύρια σπουργίτια και μια εικόνα και πολλές ημερομηνίες
    Το όπλο την πυροβόλησε
    Το όνομα Ρίτα ήταν μια γιορτή στο στόμα μου
    Το σώμα της ήταν ένα γαμήλιο γλέντι στο αίμα μου
    Και χάθηκα για δύο χρόνια με τη Ρίτα
    Στην αγκαλιά μου χάθηκε δύο χρόνια
    Και υποσχεθήκαμε
    Ο ένας στον άλλο
    Πάνω στο πιο όμορφο κανδήλι
    Και καΐκαμε και καΐκαμε και καΐκαμε και καΐκαμε
    Μέσα στο κρασί δύο χειλιών
    Γεννηθήκαμε πάλι
    Aχ Ρίτα αχ Ρίτα
    Τι πήρε τα μάτια μου
    Μακρυά από τα δικά σου
    Εκτός από δύο μυστικά
    Και τα μελί σου μάτια
    Πρόβαλε το όπλο
    Μια φορά κι έναν καιρό ω σιωπή της νύκτας
    Το φεγγάρι μου έδιωξε μακριά
    Το πρωί
    Τα μελί της μάτια”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: