Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (3): «Ανεργία»

disoccupati 2

Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Αυτή η ανεργία»

Κύριοι συνάδελφοι, η ανεργία

πρόβλημα πολύ ακανθώδες.

Εφ’ ω και είναι ευκαιρία

το Συμβούλιόν μας το εργώδες

να της αφιερώσει μίαν… συζήτησιν.

Διότι είναι καθαρά θεομηνία

διά το έθνος η ανεργία.

 

Αίνιγμα αποτελεί διά πάντα τίμιον

πολίτην και υγιώς σκεπτόμενον

της ανεργίας το φαινόμενον.

Και επιπλέον, εξόχως επιζήμιον.

Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί!

Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον,

εάν ημείς, του έθνους οι εκλεκτοί,

δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον, 

 

και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν

του λαού, ήτις μας είναι λίγο χρήσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, δεόντως να αντιδράσωμεν.

Διότι θα είναι συμφορά μοιραία και κρίσιμος

εάν κρούσματα κοινωνικής έχομεν αναταραχής,

ενώ ευρισκόμεθα επί ξηρού ακμής!

Θα ήτο διά το έθνος απειλή ολεθρία,

που το μαστίζει τόση ανεργία!

 

Δεν συμφωνείτε, κύριοί μου;

Το συμφερότερον, κατά την άποψίν μου,

είναι ν’ αποφασίσωμεν ότι το πρόβλημα ελύθη,

και να το παραδώσωμεν στην λήθη.

 

-Την άποψή σας, να τη βράσουμε! Η ανεργία,

πληγή και παιδεμός του τόπου,

θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου

θα μπείτε εσείς στην ανεργία!

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)

 thumb

Νίκος Καρούζος, [Άνεργος]

«Γυρίζει μόνος/ στα χείλη του παντάνασσα σιωπή
συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του./ Ωχρός
με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος
νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός
έλληνας./ Πάντα ο δρόμος μέσ’ στα μάτια του
κ’ η λάμψη απ’ τη φωτιά/ που καταλύει/ τη νύχτα.
Γυρίζει μόνος/ στα χέρια του κλαδί από ελιά
γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά
αισθάνεται/ πως όλα χάθηκαν.
Mην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες

Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.
Άνθη της λεμονιάς
λουλούδια του ανέμου
στεφάνωσέ τον Άνοιξη
τον κλώθει ο θάνατος.»

(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

untitledυθ

Βύρων ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Του δρόμου»

 IV. “…Κάτοχος φυσικά, και ξένης γλώσσης

Είκοσι χρονών με λεπτή κορμοστασιά

Μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.

«-Δυστυχώς δεν εδόθησαν πιστώσεις…»

Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά

-περηφάνιας γραμμές, μ’ όλη την άλλη

δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη-

μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά…

Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής

χαρτιά κι αιτήσεις πάνω στις αιτήσεις.

Και να ‘χεις τόσα. Τόσα ν’ αγαπήσεις

Είκοσι χρονών «στο άνθος της ζωής».

 

V. Ζωή καμίνι, ζωή σκόνη

ζωή ορθοστασία

ζωή πότε θ’ αλλάξεις πρόσωπο ”

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, εκδ. Ύψιλον)

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (3): «Ανεργία»

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Με πολλή χαρά διαβάζω τα ποιήματα που επιλέγετε κάθε φορά. Εσείς όμως δεν το ξέρετε, γι’ αυτό είπα σήμερα να σας το πω.

    Η σημερινή σας επιλογή είναι τρία εξαίσια ποιήματα με στίχους ιδιαίτερα αγαπημένων ποιητών.
    Το «Μην του μιλάτε είναι άνεργος» του Καρούζου έχει γίνει πλέον σλόγκαν.

    Συνεχίστε έτσι ωραία. Ακάθεκτος!

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ

    • Σ’ ευχαριστώ πολύ, Αγγελική, καλή μου, «άγνωστη», αναγνώστρια!… Χάρηκα ιδιαίτερα για το ωραίο σου σχόλιο!…Μπαίνουν καθημερινά πάρα πολλοί «άγνωστοι» στο μπλογκ μου, και όπως γράφει ο Ελύτης σ΄ ένα στίχο του: «Κάποτε νιώθω να είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν γνώρισα ποτέ»…
      Σ’ αρέσει ασφαλώς και σένα η ποίηση (δεν ξέρω, αν γράφεις κιόλας;), κι αυτό είναι πολύ όμορφο… Η ποίηση είναι για τους ευαίσθητους ανθρώπους και νιώθω ιδιαίτερη χαρά, όταν ανακαλύπτω ότι υπάρχουν κι άλλοι (λίγοι, είναι η αλήθεια) που αγαπούν την ποίηση….
      Άλλωστε, τι είμαστε: «ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα/ έρωτα το είπαν/ ποίηση το είπαν…», γράφει ο Βύρων Λεοντάρης…
      Και η Κική Δημουλά: «Η ποίηση βοηθάει όσο το κερί σ’ ένα σκοτεινό ξωκλήσι με φευγάτους όλους τους αγίους, παρηγορεί αυτούς που την αγαπούν, γιατί βρίσκουν κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους, αυτούς που πιστεύουν στη μαγεία της… Τέλος, η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε ένα ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο.»
      Θερμές ευχαριστίες και πάλι, να είσαι πάντα καλά!
      (Αν έχεις κάτι δικό σου, στείλε μου να το αναρτήσω εδώ με μεγάλη μου χαρά)

  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Με συγκινεί η αμεσότητα της ζεστής σας απάντησης (και όλα τα παραθέματα, στα οποία δεν μπορώ να αντισταθώ).
    Πολλά ευχαριστώ που με κάνατε να νιώσω αποδεκτή.

    Ναι, λατρεύω παιδιόθεν τρελά και παλαβά την ποίηση.
    Με βοηθάει να ονειρεύομαι, να ανασαίνω ελεύθερα, να αντέχω στα δύσκολα, για να μην είναι ο βίος μου αβίωτος.
    «Ποίηση είναι σα να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο», λέει ο Λειβαδίτης.

    Πράγματι, είναι λίγοι όσοι διαβάζουν στίχους.
    » Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
    Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
    τίποτα και προσπερνούνε…» (Γιώργης Παυλόπουλος)
    Ας μείνω ανάμεσά τους μόνο ως (δεινή) αναγνώστρια, έχοντας στο νου τον Κύπριο Κώστα Μόντη:

    Προς ποιητήν

    Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
    Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
    γιατί τις ηνώχλησες;

    • Γεια σου, Αγγελική, καλή Κυριακή!…
      Καθώς διαπιστώνω, είμαστε «ομοιοπαθείς» με την ποίηση, αυτό «το καταφύγιο που φθονούμε», όπως έγραψε και ο Καρυωτάκης….
      Μ’ αρέσει αυτό που έγραψε ο Βύρων Λεοντάρης για όσους γράφουν ποίηση (ή και διαβάζουν):«…Για σκέψου, αν παρατούσε κάποτε την ποίηση
      κι ερχόταν να ψυχαναλυθεί ένα ποίημα…/ το μέσα του έξω να γυρίσει/ να δεις τι μακελειό είναι η γραφή μας»…
      Ωστόσο: «…έρημος σαν τη βροχή /διαβαίνω αγιάτρευτος μέσα στο όνειρό μου/ έχοντας το σακούλι του αναστεναγμούκι όλο πηγαίνω/πηγαίνω στις πηγές. /Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.» (Νίκος Καρούζος)…
      Ευχαριστώ πολύ και πάλι, να περνάς πού και πού από το μπλογκ μου και ν’ αφήνεις τα ωραία σχόλιά σου…
      Μπορείς, αν θες, να διαβάσεις ένα κείμενό μου, από το μπλογκ μου, για την ποίηση και τους ποιητές εδώ: https://itzikas.wordpress.com/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ad%cf%82/

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολύ ενδιαφέρουσα -και πλούσια- η ανάρτησή σας για την ποίηση και τους ποιητές. Μου αρέσει που έχετε συγκεντρώσει τόσα ωραία διακειμενικά παραθέματα, πολλά από τα οποία μου είναι πολύ οικεία.
    Σας χαρίζω κι εγώ κάτι, που μου αρέσει εξαιρετικά, για τον εμπλουτισμό (εκείνης) της ανάρτησης:

    Τα ποιήματα στο δρόμο
    Χουλιαράς Νίκος

    Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
    Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
    Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
    Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
    Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
    Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
    Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
    Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

    (από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

    ΥΓ. Ας μη μιλήσουμε για την τελευταία συλλογή του Τίτου Πατρίκιου «Σε βρίσκει η ποίηση». Ταιριάζει (σχεδόν ολόκληρη) στην περίπτωση.

    • Καλημέρα, Αγγελική!… Ευχαριστώ για το πολύ ωραίο κείμενο του Ν. Χουλιαρά, το οποίο δεν είχα υπόψη μου… Το κρατάω για ανάρτηση στο μπλογκ μου, μάλλον τη μέρα της παγκόσμιας ημέρας ποίησης….
      Όντως, είσαι πολύ «ψαγμένη» σε ό, τι αφορά την ποίηση, κι αυτό μ’ αρέσει πολύ, και θα ‘θελα πραγματικά να συνεχιστεί αυτή η (δικτυακή) επικοινωνία μας και σ’ άλλες ευκαιρίες…
      Παρά την απογοήτευση του Χαίλντερλιν που εκφράζεται με το στίχο: «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;», νομίζω πως συμφωνούμε ότι οι ποιητές μάς είναι απαραίτητοι κυρίως στους «μικρόψυχους καιρούς»…
      Και κλείνω αυτό μου το σχόλιο με άκρως αντιφατικούς στίχους σε ό, τι αφορά τη χρησιμότητα της ποίησης…
      Από τη μια η (άτυχη) Ρωσίδα ποιήτρια, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, με τους στίχους: «(ποίηση) Τι πολλούς που κατέστρεψε/ τι λίγους που έσωσε»…
      Και από την άλλη ο περισσότερο αισιόδοξος, Τσέσλαβ Μίλος, με τους στίχους:
      «…Γύρευα την ποίηση δίχως να το ξέρω
      κι ανακάλυψα, αργά, το σωστικό σκοπό της.
      Σ, αυτό, μόνο σ’ αυτό, βρίσκω τη σωτηρία μου…»
      Σ’ Ευχαριστώ πολύ και πάλι… στο «επανιδείν»!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: