Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Για τη γιορτή του πατέρα (τρίτη Κυριακή του Ιουνίου): δύο ποιήματα κι ένα πεζό για τον πατέρα (Μελισσάνθη, Βαρβέρης, Καζαντζάκης)…

 

Μελισσάνθη, «Στον πατέρα μου»

Όταν κοιτάζω τα παιδάκια κάθε μέρα

Στους δρόμους, το πρωί, με του σχολείου την τσάντα

Φτωχοντυμένη μια μικρούλα βλέπω πάντα

Με την παλιά της σάκα δίπλα στον πατέρα.

 

Απ’ το χεράκι με στοργή τηνε κρατάει

Τόσο κι οι δυο είναι ευτυχισμένοι, καθώς πάνε

Με πόση αθώα σοβαρότητα μιλάνε!

Το κοριτσάκι ολοένα τον ρωτάει.

 

Και κείνος σοβαρά της λέει, της διηγάται…

Πόσο σοφός είν’ ο πατέρας! Πόσα ξέρει!

Πόσην ασφάλεια νιώθει στο μεγάλο χέρι!

Τίποτε, αν το κρατεί, στον κόσμο δε φοβάται.

 

Ξάφνου του λέει εκείνο: «Σαν θα μεγαλώσω…»

«Τότε εγώ πια ένας φτωχός γεράκος θα ‘μια

Δε θα μπορώ στα χέρια μου να σε σηκώσω

Και θα μου λες: ακούμπα πάνω μου να πάμε.

 

Σαν θα ‘ρχονται για να σε παίρνουν έξω οι ξένοι

Μόνος στη σκοτεινή γωνίτσα μου θα γέρνω».

«Εγώ, στην άμαξά μου πάντα θα σε παίρνω»

Λέει, έτοιμη η μικρή να κλάψει κι επιμένει.

 

Νιώθει μια τέτοια ανυπομονησία, σκάει

Θέλει μεγάλη τώρα γρήγορα να γίνει

Αν είναι δυνατόν την ώρα αμέσως εκείνη

Για να του δείξει πόσο θα τον αγαπάει!

 

Κι όπως θερμά του σφίγγει το λιγνό χεράκι

Ο κουρασμένος νιώθει τόση εμπιστοσύνη!

Έγινε εκείνος τώρα το μικρό παιδάκι

Κι ο προστατευτικός πατέρας εκείνη.

 

Γιάννης Βαρβέρης, «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς»

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. Καθόμασταν οι

δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας

έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; Του λέω.

– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. – Άντε, στην

υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε

πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; Ρώτησα. – Εσύ να πιεις,

απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

 

Νίκος Καζαντζάκης, [Πρώτη μέρα στο σχολείο με τον πατέρα]

Με τα μαγικά πάντα μάτια, με το πολύβουο, γεμάτο μέλι και μέλισσες μυαλό, μ’ έναν κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και τσαρουχάκια με κόκκινες φούντες στα πόδια, ένα πρωί κίνησα για το σχολείο, μισό χαρούμενος, μισό αλαφιασμένος, και με κρατούσε ο πατέρας μου από το χέρι. Η μητέρα μου είχε δώσει ένα κλωνί βασιλικό, να τον μυρίζομαι, λέει, να παίρνω κουράγιο, και μου κρέμασε το χρυσό σταυρουλάκι της βάφτισής μου στο λαιμό.

– Με την ευχή του Θεού και με την ευχή μου…μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.

Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο, μα το χέρι μου ήταν βαθιά σφηνωμένο στη χούφτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Πηγαίναμε, πηγαίναμε, περάσαμε τα στενά σοκάκια, φτάσαμε στην εκκλησιά του Αϊ- Μηνά, στρίψαμε, μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή, με τέσσερις μεγάλες κάμαρες στις γωνιές κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα, το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή χούφτα.

Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα, ποτέ δε θυμόμουν να μ’ είχε χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:

– Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.

Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι, κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.

– Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου.

Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη χούφτα του και με παράδωσε στο δάσκαλο.

– Το κρέας δικό σου, του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου, μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.

– Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη, έχω εδώ το εργαλείο σου που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

Μια μέρα που κάναμε Ιερά Ιστορία φτάσαμε στον Ησαύ που πούλησε στον Ιακώβ τα πρωτοτόκια του για ένα πιάτο φακή. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι, ρώτησα τον πατέρα μου τι θα πει πρωτοτόκια. Έβηξε, έξυσε το κεφάλι.

– Πήγαινε να φωνάξεις το θείο σου το Νικολάκη.

Είχε βγάλει το Δημοτικό ο θείος μου αυτός, ήταν ο πιο γραμματισμένος της οικογένειας, αδερφός της μητέρας μου. Κοντορεβιθούλης, φαλακρός, με μεγάλα μάτια φοβισμένα, με τεράστια χέρια, όλο τρίχες.

– Έλα εδώ, του’ πε ο πατέρας μου ως τον είδε, του λόγου σου που σπούδασες, εξήγα!

Έσκυψαν κι οι δυο τους απάνω στο  βιβλίο, έκαμαν συμβούλιο.

– Πρωτοτόκια θα πει κυνηγετική στολή, είπε ύστερα από πολλή σκέψη ο πατέρας μου.

Ο θείος κούνησε το κεφάλι:

– Θαρρώ θα πει τουφέκι, αντιμίλησε μα η φωνή του έτρεμε.

– Κυνηγετική στολή, βρουχήθηκε ο πατέρας μου.

Μάζεψε τα φρύδια του, κι ο θείος μου λούφαξε.

Την άλλη μέρα ο δάσκαλος ρωτάει:

– Τι θα πει πρωτοτόκια;

Πετάχτηκα:

– Κυνηγετική στολή!

– Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος αγράμματος σου τις είπε;

– Ο πατέρας μου!

Ο δάσκαλος ζάρωσε, τον  φοβόταν κι αυτός τον πατέρα μου. Πού να του φέρει αντίρρηση!

(απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

3 thoughts on “Για τη γιορτή του πατέρα (τρίτη Κυριακή του Ιουνίου): δύο ποιήματα κι ένα πεζό για τον πατέρα (Μελισσάνθη, Βαρβέρης, Καζαντζάκης)…

  1. Πολύ΄ομορφα και συγκινητικά! Αν μου επιτρέπεις να προσθέσω έναν σύνδεσμο για ένα ποίημα που έγραψε ένας μπαμπάς της διπλανής πόρτας για τη γέννηση της κόρης του:
    http://newagemama.com/2011/05/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: