Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Δυο «αμαρτωλά» κείμενα: Κώστας Βάρναλης: «Μονόλογος του Μώμου» και Ανδρέας Εμπειρίκος: «Πολλές φορές τη νύκτα» από την «Οκτάνα» του…

Κώστας Βάρναλης, «Ο μονόλογος του Μώμου» (απόσπασμα)

……………………………….

Προμηθέας (στον Ιησού): Δε σε βλέπω.

Ιησούς: Εγώ σε βλέπω.

Προμηθέας: Θα ‘σαι νέος πολύ. Έτσι δείχνουν οι κουβέντες σου.

Μώμος: τριαντατριώ χρονώ.

Προμηθέας: Καλά το ‘λεγα! Παιδί! Και οι στοχασμοί του παιδιάστικοι.

(στον Ιησού) Και για ποια αφορμή σε σταυρώσαν οι Εβραίοι;

Ιησούς: Δίδαξα…

Προμηθέας (κοροϊδευτικά): Καμιάν επανάσταση βέβαια! Μάταια πράματα.

Όλοι στην ηλικία σου έχουν αφτήνε τη λόξα. Με τα χρόνια τους περνάει- όπως κι εμένα!

Ιησούς: Απαγόρεψα κάθε επανάσταση. Δίδαξα την υποταγή στο νόμο.

Την Αγάπη του πόνου και τον Πόνο της αγάπης.

Προμηθέας: Μα τότε πώς σε θανάτωσε ο Νόμος;

Εσύ δεν πήγες κόντρα. Τόνε θεοποίησες καθώς βλέπω.

Ιησούς: Με θανάτωσε για επαναστάτη και γι’ αντίθεο.

Προμηθέας: Περίεργο!

Μώμος: Έλεγε και ξανάλεγε, πως θα ‘δινε τάχα στους φτωχούς (αν καθόντανε φρόνιμα!) τη βασιλεία των ουρανών. Μα τούτ’ οι κακομοίρηδες ακούγανε μοναχά το «βασιλεία», δεν τ’ ακούγανε το «ουρανών»! Και πήρανε τα μυαλά τους αέρα. Γιατί νομίζανε, πως θα ‘διωχνε τον ξένο τύραννο, τους Ρωμαίους, και θα ‘δινε σ’ αυτούς τη βασιλεία της Ιουδαίας.

Μα οι ντόπιοι τύραννοι, οι πλούσιοι Εβραίοι,- Φαρισαίοι μεγαλοπαπάδες- φοβηθήκανε, πως, άμα χάνανε την προστασία των ξένων, θα τους παίρναν οι κουρελήδες τα πλούτια τους και τα εισοδήματά τους.

Γι’ αυτό μεγαλοπαπάδες και Φαρισαίοι κάνανε συμβούλιο και τον κατηγορήσανε από τη μια μεριά στη ρωμαϊκή εξουσία για οχτρό του Νόμου κι από την άλλη στον ιουδαϊκό λαό για οχτρό του Θεού.

Οχτρός του Θεού; Τότες ο λαός των κουρελήδων, που είναι θρήσκος (όλα κι όλα!) αγρίεψε, ξεσηκώθηκε και ζήτησε από τους Ρωμαίους το θάνατό του. Κι οι Ρωμαίοι τον παραδώσανε στους Φαρισαίους, στους μεγαλοπαπάδες και στο λαό κι αυτοί τόνε σταυρώσανε μετά χαράς!

Ιησούς: Αυτό ήθελα. Έπρεπε να με σκοτώσουνε, για να συγχωρεθούνε…

Προμηθέας: Πάλι τα ίδια…

Μώμος: Οι Φαρισαίοι κι οι παπάδες όλου του κόσμου μετά λίγα χρόνια θα σε κάνουνε Θεό. Θα σου χτίζουνε μεγαλόπρεπες εκκλησιές και θα σε προσκυνάνε ντυμένοι στο μάλαμα. Και θα καίνε ζωντανό όποινε σ’ αρνιέται. Εσύ, Θεός- Πνέμα, Σωτήρας της ψυχής, θα γίνεις ο Θεός- Σωτήρας της Κοιλιάς τους. Γι αφτούνους απόθανες. Αντίς να φέρεις τη βασιλεία των Ουρανών, θεμέλιωσες τη βασιλεία του Πλούτου. Θάπρεπε ν’ αφάνιζες τους Φαρισαίους και τους μεγαλοπαπάδες, αν ήθελες να σώσεις τα μιλιούνια των σκλάβων. Μα τότε δε θα γινόσουνα Θεός.

Ιησούς: Κάθε εγκόσμια εξουσία είναι προσωρινή. Τις άφησα όλες να υπάρχουνε, γιατί χρειάζονται. Αλλιώς οι άνθρωποι θα γινόντανε χειρότεροι κι η δυστυχία τους μεγαλύτερη. Η μεγάλη κι ακατάλυτη εξουσία στον κάτου κόσμο είναι ο Θάνατος. Αφτόνε τον κατάργησα.

 

Προμηθέας: Πώς; Έκανες τους ανθρώπους αθάνατους;

Μώμος: Μετά θάνατον! Σου το ξανάπα, μα δεν πρόσεξες. Μετά θάνατον θαν τους αναστήσει όλους στον ουρανό.

Ιησούς: Εκεί καθένας θα κριθεί κατά τα έργα του. Αυτή ‘ναι η Αλήθεια μου. Η ΑΛΗΘΕΙΑ.

Προμηθέας: Φαίνεται, πως από τότες, που καρφώθηκα ψηλά, εγώ ο πνεματικός Λύχνος του Κόσμου, το σκοτάδι πήχτωσε μέσα στο μυαλό και των θεών και των ανθρώπων!…………..

(Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, εκδ. Κέδρος)

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Πολλές φορές τη νύχτα» (απόσπασμα)

…………………………

Ω, ναι, είναι ποικίλες οι φωνές που ακούονται ευκρινώς την νύκτα, όταν σε κήπους και αυλές πολύ το αιγόκλημα μυρίζει και η θλίψις με τους επιταφίους θρηνεί και μες στις πόλεις τριγυρίζει.

Ω, ήδιστον μου έαρ,

Γλυκύτατόν μου τέκνον

Πού έδυ σου το κάλλος.

Αι γενεαίαι νυν πάσαι

Επιταφίους ύμνους

Προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Και ξαφνικά, σαν άρσις μιας νεφέλης, σαν αλλαγή του θυμικού σε μια περίπτωση κυκλοθυμίας, και άλλες φωνές ακούονται, φωνές χαράς μεγάλης:

Ο Άγγελος εβόα,

Τη Κεχαριτωμένη

Αγνή Παρθένε χαίρε

Ο Σος υιός ανέστη

Τριήμερος εν τάφω.

Και λίγο πάρα κάτω, ως είσοδος λευκού μπαλέτου αγγέλων:

Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε. Πάσχα εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα , ω Πάσχα λύτρον λύπης!

Και ακόμη- ακούστε, ακούστε- φωνές μέσα στη νύχκτα:

-Αγνή παρθένε, χαίρε!

– Φύλακες, γρηγορείτε!

– Αγάπη μου, σε λατρεύω!

– Φύλακες, γρηγορείτε!

– Σκατά στα μούτρα σας, χαϊβάνια!

– Χαίρε, παρθένε, χαίρε!

– Φύλακες, γρηγορείτε!

– Γαμόσταυροι, τι περιμένετε!

– Αγνή παρθένε, χαίρε!

– Φύλακες, γρηγορείτε!

– Εμπρός, γαμόσταυροι, εμπρός!

– Γλυκό κορίτσι, χαίρε! Και πάλι ερώ, χαίρε!

– Α, Θεέ μου! Όχι αυτό!…Σας ικετεύω…

– Γαμόσταυροι, μη σταματάτε!

– Γλυκό κορίτσι, χαίρε! Και πάλιν ερώ, χαίρε!

– Βοήθεια! Βοήθεια! Σώστε με, ελάτε…

– Γαμόσταυροι, γαμήστε την, μη σταματάτε! Το εν τούτω νίκα της ζωής το υπέρτατον είναι αυτό. Άγιοι Γαμόσταυροι, μην, γλυκειές παρθένες, φίλτατα αδέρφια σύντροφοι, μη το ξεχνάτε. Χριστός ανέστη  σήμερον, θανάτω θάνατον πατήσας! Πάσχα ¨ερως- Χριστός ο λυτρωτής! Πάσχα ημίν τας Πύλας του Παραδείσου ανοίξαν! Άγιοι γαμόσταυροι, γλυκειές παρθένες, σύντροφοι, μην το ξεχνάτε!

Τέλος από ένα υπόγειον με ανοικτούς φεγγίτες, σαν πίδακες αγαλλιάσεως, σαν πίδακες ουρανομήκεις, και άλλες φωνές μέσα στην νύκτα:

«Γαμώ, γαμώ σε, ως τα έγκατα της γης! Γαμώ σε, ως τ’ αστέρια!».

Και εις απάντησιν από τον ίδιον χώρον, με οίστρον καταφάσεως, με οίστρον ταυτίσεως απολύτου με το θείον:

«Ναι! Ναι! Γάμα με! Γάμα με, αδελφέ! Του Παραδείσου νοιώθω γλύκα!».

Και ξαφνικά, στο γύρισμα ενός δρόμου- ω εσίς που νύκτωρ διασχίζετε τις πόλεις, προσέχετε και συχνά θα ακούσετε να αναπηδά, σαν σίφουνας από έναν λαιμό σε καρμανιόλα, που όλος κόκκινος με ορμήν τα αίματα ξερνά, εκεί που λίγο πριν βρισκόταν η κεφαλή του καρατομημένου, προσέχτε, ω εσείς που νύχτα διαβαίνετε στις πόλεις, προσέχτε και σίγουρα θα ακούσετε συχνά, όχι των υπογείων καφωδείων τα «Αμάν!» που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει, μα το διάτορον, το τρομερόν, το μη περαιτέρω, το εκ βαθέων του απελπισμένου ανθρώπου «ΑΜΑΝ!» που τους βαρύτερους, τους πλέον ασήκωτους καημούς, σαν αίμα ψυχής μες στο σκοτάδι αδειάζει.

(Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 Τοιαύτα ελάλησαν οι ποιητές και αμαρτίαν ουκ έχω….

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: