Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Αποχαιρετώντας το Νίκο Παπάζογλου…«Το κόκκινο μαντίλι στο λαιμό του Νίκου»…

 

Το Νίκο τον Παπάζογλου τον είδα και τον άκουσα για πρώτη φορά εκεί γύρω στα τέλη της 10ετίας του ‘70, σε κείνη την αξέχαστη συναυλία στον αύλειο χώρο της Παντείου με τους «Αχαρνείς» του Σαββόπουλου. Εικοσιτεσσάρηδες τότε, ήταν για μας κάτι πρωτόγνωρο η μουσική και τα τραγούδια που ακούσαμε. Και ο Νίκος κορυφαίος να τραγουδά με τη χαρακτηριστική, εκφραστική φωνή του: «Μούσα καρβουναρού, θράκα μου πυρωμένη…»! «Θράκα πυρωμένη», όπως κι οι καρδιές μας κείνη την εποχή της «άγριας» νιότης μας, της έντονα πολιτικοποιημένης, των κομματικών νεολαίων, των φεστιβάλ και των αφισοκολλήσεων, κι ο μπάτσος να παραφυλάει να μας συλλάβει.

Κι ύστερα, ξαφνικά, μπουχτισμένοι από το πολιτικό τραγούδι και τα αντάρτικα, σκάει εκείνος ο παράξενος δίσκος, που απ’ το εξώφυλλό του μας κοίταζε χαμογελαστό ένα νεανικό, όμορφο, μελαψό πρόσωπο. Το πρόσωπο του Νίκου, μ’ ένα κόκκινο γαρύφαλλο να κρέμεται στ’ αυτί του. «Η εκδίκηση της γυφτιάς», παράξενος και ο τίτλος του δίσκου, τράβηξε την προσοχή μας, κι άλλαξε τις μέχρι τότε προτιμήσεις μας στο τραγούδι. Ο Παπάζογλου, ο μόλις πρόσφατα χαμένος Ρασούλης, ο Ξυδάκης κι ο Σαββόπουλος στην παραγωγή έφεραν τα πάνω κάτω στο ελληνικό τραγούδι κι δημιούργησαν «σχολή».

Έγινε πάταγος με κείνο το δίσκο, σαν να τον περιμέναμε από καιρό. Και πέσαμε με τα μούτρα, τον ακούγαμε μετά μανίας και σ’ ένα δυαράκι κάπου στου Ζωγράφου γρατζουνούσαμε ώρες την κιθάρα μας, μπας και βγάλουμε κάνα τραγούδι, κυρίως το «Τρελή κι αδέσποτη» και το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά», και κάνουμε το κομμάτι μας σε καμιά γκόμενα τα βράδια στις ταβέρνες.

 

Κι ύστερα ήρθαν «Τα δήθεν» με το «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια τους πάτησε το τρένο», και ξανάγινε πάταγος!

Το Νϊκο, μετά από κείνη την αξέχαστη συναυλία στο Πάντειο, τον είδα πάμπολλες φορές ζωντανά σε μπουάτ και σ΄ άλλα μουσικά στέκια, μα κυρίως στα φεστιβάλ των αριστερών νεολαιών που πάντα έδινε το παρόν. Με το κόκκινο μαντίλι δεμένο πάντα στο λαιμό του, ένα μαντίλι που στα μάτια της νεότητάς μας έμοιαζε «σήμα κατατεθέν» της επανάστασής μας, της πίστης μας ότι όλα, δεν μπορεί κάποια στιγμή, θ’ αλλάξουν και θα γίνουν κατακόκκινα σαν το μαντίλι του Νίκου! Δεν έγιναν. Η ζωή τα ‘φερε αλλιώς, το κόκκινο όνειρο άρχισε σιγά σιγά να ξεφτίζει και τώρα το κόκκινο μαντίλι του Νίκου «μεσίστια σημαία» γι όσα μεγάλα κατακόκκινα ονειρευτήκαμε.

 

Και τώρα, αφού μας πρόσφερε πολλά, «εδώ στη ρωγμή του χρόνου» μας αποχαιρετά με κείνο το γλυκό πρόσωπο, με το χαμόγελο και το γαρύφαλλο στ’ αυτί, κουνώντας μας το κόκκινο μαντίλι του.

«Εδώ στη ρωγμή του χρόνου/ Θάβομαι για να μεστώσω/ μες του Διογένη το πιθάρι/ Στον όγδοο μήνα της, είναι η ελπίδα μου/ Σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά/ καθώς εσύ κουρνιάζεις/ Εδώ στη γιορτή του πόνου/ Ντύνομαι να μην κρυώνω/ του Ουλιάνωφ το μειδίαμα/ Σαντάλια του Χριστού, φορώ στα πόδια μου/ Πραίτορες, βράχοι πάνω μου σωρό/ μα ‘γω θα αναστηθώ»!

Απόψε, Νίκο, μ’ ένα ποτηράκι κρασί στο χέρι θα σου τραγουδήσουμε εμείς, και σίγουρα θα μας ακούσεις: «Ραγίζει απόψε η καρδιά/ με το μπαγλαμαδάκι/ πολλά κομμάτια έγινε/ σπασμένο ποτηράκι/ Κανείς εδώ δε τραγουδά/ κανένας δε χορεύει/ ακούμε μόνο την πενιά/ κι ο νους μας ταξιδεύει»…Σε σένα, Νίκο!

Υ.Γ: Ζηλεύω τους καλλιτέχνες σαν τον Νίκο, εμείς «ανώνυμοι» θα φύγουμε κι όταν επέλθει και το δικό μας «επέκεινα» «εκτός από τη μάνα μας κανείς δε θα μας θυμάται», ενώ ο Νίκος θα βρίσκεται ανάμεσά μας, θα τον ακούμε στις ταβέρνες και στα μουσικά στέκια, και θα συνεχίσουμε να τραγουδάμε τα τραγούδια του στις παρέες μας, όπως και τα παιδιά μας και οι γενιές που θάρθουν,  πότε στο τσακίρ κέφι και πότε γλυκαίνοντας τον πόνο και τις στενοχώριες μας.

Σ’ ευχαριστούμε, Νίκο!

Γ. Π. Τζ.

 

….Και οι στίχοι από ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, οι στίχοι δικοί του…

 «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ», (Μουσική, στίχοι, Νίκος Παπάζογλου)

Μα γιατί το τραγούδι να ‘ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ’ την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με ‘πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το ‘χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: