Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Καθαρή Δευτέρα των χαρταετών- Χαρταετοί στη λογοτεχνία: Κοσμάς Πολίτης, Εμπειρίκος, Ελύτης…

 

«Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»,  (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

*Τσερκένι: ο χαρταετός

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(Α. Εμπειρόκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 

«Ποίηση χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού, πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις …»,  Θωμάς Γκόρπας…

«Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει….».

 (Ο. Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος)

 

Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

» Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: