Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Για την ημέρα της γυναίκας (8 Μάρτη): Μπρεχτ, «Στις γυναίκες» και «Η διέξοδος» που προτείνει- Κική Δημουλά, «Λυπούμαι τις νοικοκυρές», ο Κάρλο Γουίλιαμς, «Πορτρέτο προλετάριας» και ο Ουμπέρτο Σάμπα, «Γυναίκα» …

 

Μπέρτολτ ΜΠΡΕΧΤ, «Στις γυναίκες»

Βούρτσισε το σακάκι/ βούρτσισ’ το δυο φορές!

Όταν το βούρτσισμα τελειώσεις/ μένει μια πατσαβούρα καθαρή.

Μαγείρευε όλο φροντίδα/ μη λυπηθείς κανένα κόπο!

Σαν κι η δεκάρα λείπει/ σκέτο νεράκι είναι η σούπα.

Δούλευε, δούλευε ακόμα πιο πολύ!

Κάνε οικονομία, μοίραζέ τα πιο καλά!

Λογάριαζε, λογάριαζε μ’ ακρίβεια!

Σαν κι η δεκάρα λείπει/ τίποτα δεν μπορείς να κάνεις.

Ό,τι πάντα κι αν κάνεις/ ποτέ αρκετό δε θα ‘ναι.

Η κατάστασή σου είναι άσκημη/ κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.

Δεν πάει άλλο πια/ αλλά η διέξοδος ποια είναι;

Σαν την καρακάξα που άλλο/ δεν μπορεί πια τα μικρά της να ταϊζει

ανίσχυρη μπροστά στη χιονοθύελλα του χειμώνα

και δε βλέπει διέξοδο καμιά και στο μοιρολόι το ρίχνει

έτσι και συ δε βλέπεις διέξοδο καμιά/ κι αρχινάς το μοιρολόι.

Ό,τι πάντα κι αν κάνεις/ ποτέ αρκετό δε θα ‘ναι

η κατάστασή σου είναι άσκημη/ κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει

δεν πάει έτσι άλλο πια/ αλλά η διέξοδος ποια είναι;

Τζάμπα δουλεύετε και δε λυπάστε κόπους

για να αναπληρώσετε αυτό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί

και να προκάνετε αυτό που κανένας να προκάνει δεν μπορεί

σαν η δεκάρα λείπει, καμιά δουλειά δεν είναι αρκετή.

Το ζήτημα για το κρέας, που σας λείπει στην κουζίνα

δεν πρόκειται μες στην κουζίνα να κριθεί.

Ό,τι κι αν κάνετε/ ποτέ αρκετό δε θα ‘ναι.

Η κατάστασή σας είναι άσκημη/ κι ακόμα πιο άσκημη θα γίνει.

Δεν πάει έτσι άλλο πια/ αλλά η διέξοδος ποια είναι;

 

…κι ο Μπρεχτ προτείνει στο επόμενο ποίημα τη διέξοδο…

 

«Το τραγούδι της σούπας ή Το τραγούδι της διεξόδου»

1. Σαν άλλη σούθπα πια δεν έχεις/ τι άλλο να σε σταματά;

Πρέπει ολάκερο το κράτος/ τα πάνω κάτω ανάποδα να φέρεις

μέχρι τη σούπα να ‘χεις.

Τότε θα ‘σαι πια του εαυτού σου μουσαφίρης.

2. Όταν για να ‘βρεις δεν υπάρχει πια καμιά δουλειά

πρέπει να αντισταθείς! Πρέπει ολάκερο το κράτος

τα πάνω κάτω ανάποδα να φέρεις

μέχρι να γίνεις ο ίδιος του εαυτού σου εργοδότης.

Και τότε πάντα διαθέσιμη δουλειά για σένα θα ‘χει.

3. Όταν για την αδυναμιά σας σας περιγελούν

δεν επιτρέπεται καιρό να χάνετε άλλο!

Πρέπει έτσι να φροντίσετε

που όλοι, όσοι αδύνατοι είναι, να βαδίσουνε μαζί.

Τότε μεγάλη δύναμη πια θα ‘στε

να σας περιγελάει τότε δε θα τολμά κανένας.

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σύγχρονη εποχή)

 

Κική Δημουλά, «Σκόνη ή Λυπάμαι τις νοικοκυρές» (απόσπασμα)

Λυπάμαι τις νοικοκυρές/έτσι που αγωνίζονται

κάθε πρωί να διώχνουν απ’ το σπίτι τους τη σκόνη

σκόνη , ύστατη σάρκα του άσαρκου.

Σκούπες σκουπάκια/τιναχτήρια ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν

θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες/μαστίγιο πέφτουν  οι κινήσεις

πάνω στην κατοικίδια σκόνη.

Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα

ακρωτηριάζουνε μια δράση και μιαν έξαψη

χέρια εξέχουν και σφαδάζουν/σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα

σπασμένα σώματα μισά/που τα πριόνισε το σκύψιμο.

Τινάγματα τινάγματα/να φύγει η σκόνη απ’ τις ρηχές

να φύγει κι από τις βαθιέ φωλιές του ύπνου

σεντόνια και σκεπάσματα./Κι εκείνες οι φορές

όπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο

νύχτα και ουρλιάζει «θεέ μου μικραίνω»

θα τιναχτούν κι αυτές σαν σκόνη

σκόνη η ελάττωση κι ο τρόμος

και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα/του μέσα βίου έξω.

Χτυπήματα χαλιών/κι ο γρήγορος βηματισμός

ο τρελαμένος πέρα δώθε μες στο σίτι

μες στη ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών

να μην ακούν οι από κάτω τι βαδίζει

να μην ακούνε τι δεν συμβαδίζει

θα τινασχτεί κι αυτό σαν σκόνη

και πώς δεν αντέχω τα τινάγματα/του μέσα βίου έξω.

Λυπάμαι τις νοικοκυρές/τον άγονό τους κόπο.

Δεν φεύγει η σκόνη δε στερεύει.

Κάθε που πάει ο καιρός και ρό να συναντήσει

καινούρια συμφωνίας σκόνης κλείνεται.

Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται…

Κάθεται στον καθρέφτη μου/δικός της, της τον χάρισα..

Την αφήνω να κάθεται/την αφήνω να έρχεται

την αφήνω να κάθεται απάνω μου

σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας…

και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη

την αφήνω να κάθεται, χρονίζει/να με σκεπάζει την αφήνω

με σκεπάζει/να με ξεχνάς την αφήνω

να με ξεχνάς αφήνω/να με ξεχνάς σε αφήνω

γιατί δεν αντέχω τα τινάγματα/του μέσα βίου έξω.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (ΗΠΑ, 1883-1963)

«Πορτρέτο προλετάριας»

Μια ψηλή, νέα γυναίκα/ με ποδιά/ δε φοράει καπέλο.

Πιάνει σβέλτα τα μαλλιά της/ αλογοουρά.

Το ένα της πόδι/ στο πεζοδρόμιο./ Φορά μια κάλτσα πλεκτή.

Το παπούτσι στο χέρι./ Το κοιτά μέσα προσεκτικά.

Τραβά το χαρτόνι της σόλας/ γι να βρει το καρφί

που την πληγώνει.

(«Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, εκδ. Ελληνικά γράμματα)

 

Ουμπέρτο Σάμπα (Ιταλός, 1883- 1957)

«Γυναίκα»

Όταν ήσουν/ νεαρή τσιμπούσες

σα βατόμουρο. Ακόμα και το πόδι σου

ήταν για σένα όπλο, ω αγρίμι.

Δύσκολα σ’ έπιανε κανείς. Ακόμα

νέα, ακόμα/ είσαι όμορφη. Τα σημάδια

του χρόνου και του πόνου δένουν

τις ψυχές μας, τις κάνουν μία. Και πίσω

απ’ τα κατάμαυρα μαλλιά σου,

δε φοβάμαι πια το μικρό λευκό

σουβλερό αυτάκι σου, το δαιμονικό.

(«Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, εκδ. Ελληνικά γράμματα)

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: