Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Είναι ο έρωτας δημοκρατικός;…Ησίοδος, Σαπφώ, Πλούταρχος, Παλατινή Ανθολογία…Τάσος Λειβαδίτης: «Ο αιώνιος διάλογος» και «Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος»!…

 

«Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε», είπε ο Αλκιδάμας 2.500 χρόνια πριν, κι ο υπαρξιστής Ζαν Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».  Σωστά τα των φιλοσόφων περί της ελευθερίας του ανθρώπου, με μια διαφορά όμως: ότι στο μόνον που ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του είναι ο έρωτας!

Είναι, λοιπόν, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός; Η απάντηση βγαίνει άμεση κι αυθόρμητη: Καθόλου, ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία! Συμβιβάζεται ο έρωτας με την ελευθερία; Δεν συμβιβάζεται, διότι καθόσο διαρκεί μας «κατέχει», είμαστε «υποτακτικοί» του, κι απέναντι σ’ έναν κατακτητή οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας διασαλεύονται, κι αν δεν αφανίζονται, υπολείπονται πολύ του πραγματικού νοήματός των.

Οι «αρρώστιες» του: ζήλεια, κτητικότητα, μοναδικότητα ή καμιά φορά και απιστία δεν είναι καθόλου δημοκρατικές! Ο έρωτας αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας, αφού το ν’ αγαπάς σημαίνει να προτιμάς!.. Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι μια “φυλακή”! Ο ένας θέλει να επιβληθεί επί του άλλου, να τον κάνει κτήμα του, να τον εξουσιάζει. Όμως μέσα σ’ αυτήν την ωραία “φυλακή” αναπνέουμε άπαντες, σ’ αυτήν την ίδια οφείλουμε να μάθουμε να ερωτεύομαστε, να πενθήσουμε και να υμνήσουμε την ιδιότητά μας του “δεσμώτη”!

”Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας”, έλεγε σ’ ένα ποίημά του ο Αραγκόν. Στην πραγματικότητα όμως, για όσο διαρκεί, κι όποιες μεταπτώσεις και να έχει, ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι ένα πάθος (για την/τον αγαπημένη/νο), με τα ευτυχή και δυστυχή που μπορεί να περικλείει. Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!», (από συνέντευξη του Πασκάλ Μπρικνέρ)…

«”Τι εστί έρως, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο οποίος αφού τον βίωσε όσο κανείς άλλος ίσως απαντούσε: έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης. Τέρας θεϊκό, που ορίζεται μόνον διαμέσου των παράδοξων. Ο έρωτας είναι η απάντηση σε όλα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος είναι και η ερώτηση. Έρωτας λοιπόν σημαίνει έρωτας”.

Ο Ησίοδος γράφει στη Θεογονία του: “…και ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, ο λυσιμελής, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα.”…”Δαίμονα” τον αποκαλεί ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, λοιδορώντας το παράδοξό του, “ανίκατος  μάχαν” κατά τον Σοφοκλή, “παγίδα” κατά τους Σοπενάουερ και Χάρτμαν, και “διά του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα”, θεωρούσε ο Εμπεδοκλής!

Και η Σαπφώ: “…με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη, τι θέλω μήτε ξέρω, δυο γνώμες είναι μέσα μου, σταγόνα τη σταγόνα ο πόνος στην ψυχή μου…Ο έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο έρωτας που παραμύθια πλάθει, μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας ”!

Ο Πλούταρχος για τον έρωτα:

«Ο έρως ούτε την γένεσιν εξαίφνις λαμβάνει και αθρόαν ως θυμός, ούτε παρέχεται ταχέως, καίπερ πτηνός λεγόμενος, αλλ’ εξάπτεται μαλακώς και σχεδόν οίον εντήκων εαυτόν, αψάμενός τε της ψυχής παραμένει πολύν χρόνον, ουδ’ εν γηρώσιν ενίοις αναπαυόμενος αλλ’ εν πολλιαίς ακμάζων έτι πρόσφατος και νεαρός, αν δε και λήξη και διαλυθή, χρόνω μαρανθείς ή λόγω τινί κατασβεσθείς, ούπω παντάπασιν εξαπήλλακται της ψυχής αλλ’ εναπολείπει πυρίκαυτον ύλην κσαι σημεία θερμά, καθάπερ οι κεραυνοί οι τυφόμενοι.

Λύπης μεν γαρ ουδέν απαλλαγείσης ίχνος εν τη ψυχή παραμένει σύνοικον ουδ’ οργής τραχείας πεσούσης, συστέλλεται δε και φλεγμονή επιθυμίας παρεχούσης τραχύ κίνημα, τα δ’ ερωτικά δήγματα, καν αποστή το θηρίον, ουκ εξανίησι τον ιόν, αλλ’ ενοιδεί τα εντός σπαράγματα, και αγνοείται τι ην, πώς συνέστη, πόθεν εις την ψυχήν ενέπεσεν».

(Ο έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, θουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σα να λειώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίξει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό, και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε κι όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαλερός, ακόμη κι αν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από το χρόνο ή ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη, όταν πάψουμε να είμαστυε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας όταν υποχωρήσει, η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια κι αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από πού εφόρμησε εναντίον της ψυχής.)

(μτφ Τάσου Νικολαϊδη, επιλογή από το έργο του Πλούταρχου, εκδ. Στιγμή)

 

Παλατινή ανθολογία, έξι ερωτικά ποιήματα!!!! Τα ποιήματα που αποδίδονται εδώ αντλούνται από το 5ο Βιβλίο, όπου έχουν αποθησαυριστεί πάνω από 300 ερωτικά επιγράμματα:

1. «Ειθ’ άνεμος γενόμην, συ δε στείχουσα παρ’ αγάς

στήθεια γυμνώσας και με πνέντα λάβοις»

(Α, να γινόμουν άνεμος, κι εσύ, στο κύμα δίπλα κυματίζοντας

Το στήθος σου να γύμνωνες, κι ως πνέω να με δεχτείς)! (αγνώστου)

 

2. «Είθε ρόδον ας γινόμην πορφυρόν, όφρα μεν χερσίν

Αρσαμένη χαρίση στήθεσι χιονέοις»!

(Ρόδο ας γινόμουν πορφυρό, και να με δερέψεις

στο στήθος το χιονόλευκο να μ’  αποθέσεις δώρο)! (αγνώστου)

 

3. «Κάποια Δημώ από την Πάφο ερωτεύτηκα, πού το παράδοξο.

Κι άλλη Δημώ από τη Σάμο, φυσικό.

Τρίτη Δημώ από τη Νάξο, δε χωρατεύω.

Πάλι Δημώ, την τέταρτη, από την Αργολίδα.

Για τούτο και μ’ ονόμασαν Φιλόδημο οι Μοίρες:

για μια Δημώ πόθος, φωτιά πάντοτε με κατέχει »!

(Ηράσθην Δημούς Παφίης γένος, ου μέγα θαύμα

και Σαμίην Δημούς δεύτερον, ουχί μέγα

και πάλιν Ναξιακής Δημούς τρίτον, ουκέτι ταύτα

παίγνια, και Δημούς τέταρτον Αργολίδος.

Αυταί που Μοίραι με κατενόμασαν Φιλόδημον

Ως αιεί Δημούς θερμός έχοι με πόθος)

(Φιλόδημος ο Γαδαρηνός)

 

4. «Το βλέμμα σου της Ήρας, τα χέρια σου της Αθηνάς, Μελίτη.

Της Αφροδίτης οι μαστοί σου, και τα σφυρά της Θέτιδας.

Μακάριος που σε θωρεί, και που σ’ ακούει τρισόλβιος.

Ημίθεος που σε φιλεί, θεός ο εραστής σου.»!

(Ρουφίνος)

 

5. «Σαγήνη το φιλί σου, και φλόγα η ματιά σου. Τιμάειον.

Το βλέμμα σου με καίει. Και το άγγιγμάσου με αιχμαλωτίζει.»!

(Μελέαγρος)

 

6. «Δεινός, δεινός ο Έρωτας. Μα τι να κλαίω,

μα τι να λέω πάλι και πάλι ο  «δεινός ο Έρωτας»;

Ένα παιδί είναι, γελάει και τέρπεται που τον κακίζουν,

τον λοιδορούν κι αυτός ακμάζει.

Θαύμα θαρρώ πως είναι: απ’ το γαλάζιο κύμα

Κύπριδα, αναδύθηκες, και γέννησες το πυρ.»!

(Μελέαγρος)

 

– Τ. Λειβαδίτης, «Ο αιώνιος διάλογος»

«Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα τούβαλε ψωμί στο τραπέζι.

Κι όταν ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.

Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω.

Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι.

Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους

Κι η γυναίκα ανέβηκε σαν έτοιμη για θυσία.

Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή το μαστό της.

Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.

Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.

Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.

Και ο άντρας είπε: θάθελα να ‘μαι θεός.

Και η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.

Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.

Και μια μέρα καινούρια ξημέρωσε».

 

Τ. Λειβαδίτης, «Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος»

«Η πόρτα άνοιξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.

Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή. Χιόνιζε.

Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε από το παράθυρο.

Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει

Το λίγο φαϊ που ‘χε απομείνει. Όταν πλάγιασαν

ο άντρας της χούφτωσε τα στήθια. Ήθελε να ξεχάσει.

Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει. Μα ήταν νέα ακόμα.

Τέλειωσαν, χωρίς καν να φιληθούν.

Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά

μες στο σκοτάδι κι αποκοιμήθηκε.

Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας

στην άκρη της κάμαρας, απόμερα, έκλαψε.

Έξω, χιόνιζε».

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: