Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Όταν έρχεται ο ξένος «ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη»!

 

Ο ξένος «ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη»!

«Ξένος ειμί και μισθοφόρος/ όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο

τα βράδια κάτω από το λύχνο/καθώς με πιάνει η νοστολγία της πατρίδας

συγγράφω την ανάβασή μου!», (Χ. Ρουμελιωτάκης)…

 

Από ιδιόμελον της Μ. Παρασκευής: «Δος μοι τούτον τον ξένο, τον εκ βρέφους

ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν

του θανάτου τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδε ξενίζειν

τους πτωχούς τε και ξένους..Δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ότι ξένος

ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη»! ( ο ξένος εδώ είναι ο σύντροφος Χριστός,

για τον οποίο έχει γραφεί και το ιδιόμελο)….

Όταν οι μυριάδες λιμοκτονούντες του Τρίτου-Κάτω κόσμου αποφασίσουν να ξενιτευτούν: “Κανένα εμπόδιο δεν τους σταματά, όλες οι οδύνες, όλες οι προσβολές,΄όλες οι απορρίψεις τους είναι αδιάφορες. Το μόνο που αναζητούν είναι η αόρατη επικράτεια της επαγγελίας, μια χώρα που την κουβαλούν μέσα στο όνειρό τους και πιθανόν τη βλέπουν σαν ένα επέκεινα”. Ξενιτεύονται, λοιπόν, στη χώρα των ονείρων τους και κει τους περιμένει η “κόλαση” του ξένου και  “επειδή ο ξένος, ο μετανάστης, αισθάνεται διαρκώς το μίσος των άλλων, δεν έχει άλλο περιβάλλον παρά αυτό το μίσος”. (Τζ. Κρίστεβα, Ξένοι μέσα στον εαυτό μας, εκδ. Scripta)

Αλλά οι ξένοι είναι οι μετανάστες και συνακόλουθα υφίστανται όλοι τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή τους στην ξένη χώρα. «Ο Ξένοι, οι μετανάστες, αυτοί οι άνθρωποι, σκέφτονται οι πολλοί, δεν είναι σαν και μας. Η αθώα αυτή διαπίστωση διάκρισης στη γλώσσα του λαού αντιστοιχεί σ’ ένα απέραντο στρώμα προκαταλήψεων στο συλλογικό φαντασιακό». (Κατερίνα Στενού, Εικόνες του άλλου-Η ετερότητα από το μύθο στην προκατάληψη,  εκδ. Εξάντας-Unesco)!

Οι ξένοι, οι μετανάστες, στις ξενόφοβες, ρατσιστικές κοινωνίες, όπου κράτος και εξουσία έχουν οι δοξασίες και οι προκαταλήψεις, καθίστανται το “κακό” αντικείμενο επί του οποίου διοχετεύονται ο φθόνος, η μνησικακία και η καταπιεσμένη επιθετικότητα της πλειοψηφίας. Αν παρακολουθήσει κανείς τη ρατσιστική ρητορική θα διαπιστώσει την έμφαση που δίνεται στη δαιμονοποίηση του Άλλου: Ο ερχομός του θα αλλοιώσει τις παραδόσεις μας, θα νοθεύσει τη φυλή και τη θρησκεία μας, θα απειλήσει τη δημόσια υγεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, θα τροφοδοτήσει την εγκληματικότητα, θα χάσουμε τις δουλειές μας κ.ο.κ.

«Γίνεται κανείς ρατσιστής ή ξενόφοβος πολύ εύκολα, αρκεί να μην αισθάνεται αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του…Δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι οι ρατσιστές είναι διαφορετικοί από μας, ότι είναι τέρατα»! (Τσβ. Τοντόροφ, εφ. Η ΑΥΓΗ).

 

 

Ο Όμηρος και ο ξένος…

Στη ζ’ ραψωδία της Οδύσσειας, ο πολύτροπος βασιλιάς της Ιθάκης ξεβράζεται στο νησί των Φαιάκων και συναντά τη Ναυσικά που προσφέρεται να τον οδηγήσει στην πόλη, στον πατέρα της -χωρίς να ξέρει ποιός είναι.

Στην η’ ραψωδία, ο Οδυσσέας φτάνει μπροστά στο βασιλικό ζεύγος, την Αρήτη και τον Αλκίνοο και εκεί -πάντα, χωρίς κανείς να ξέρει ποιός είναι- πέφτει ικέτης και ζητά να τον βοηθήσουν να πάει στην πατρίδα του οπότε ο Εχήνος, ο γεροντότερος των Φαιάκων, παίρνει το λόγο και, μεταξύ άλλων λέγει στο βασιλιά του:

Εμπρός λοιπόν τον ξένον ανόρθωσε, οδήγησέ τον να καθήσει

σε θρόνο στολισμένο μ’ αργυρά καρφιά,

δώσε την εντολή σου και στους κήρυκες να συγκεράσουν το κρασί,

σπονδή να κάνουμε για τον κεραύνιο Δία που παραστέκει

σ’ ευσεβείς ικέτες

ας φέρει και η κελάρισσα στον ξένο φαγητό απ’ τα αποθέματά της.

Και αρχίζει το φαϊ, το ποτό, το γλέντι, οι αγώνες, η προετοιμασία των εκλεκτών δώρων («χρυσό και ρούχα που του χάρισαν οι Φαίακες»), και περνά έτσι σχεδόν ολόκληρη η θ’ ραψωδία -χωρίς κανείς να ξέρει ποιός είναι…- για να φτάσει λίγο πριν το τέλος της ο Αλκίνοος να ρωτήσει την ταυτότητά του ξένου λέγοντας:

Αφού προς χάριν του όλα γίνονται του τιμημένου ξένου

το κατευόδιο και τα φιλόξενά μας δώρα, όσα

μ’ αγάπη του προσφέρουμε.

Ο κάθε ξένος που ικετεύει αξίζει όσο κι ο αδελφός,

αν έχει κι ο φιλόξενος λιγάκι στέρεο νου.

Αλλά και συ μην κρύβεσαι σε σκέψεις υστερόβουλες,

απάντησε σ’ ότι κι αν σε ρωτήσω -ομολογώντας, κάνεις το καλύτερο.

Πες πρώτα το όνομά σου, μ’ όποιο κι αν σε καλούν στα μέρη σου

η μάνα κι ο πατέρας σου κι οι άλλοι,

όσοι σε γειτονεύουν μες στην πόλη. Γιατί το ξέρουμε,

σ’ αυτόν τον κόσμο κανείς δεν μένει ανώνυμος,

το ίδιο ο άσημος όπως κι ο ευγενής,

από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε δίνουνε στον καθένα που γεννούν

όνομα οι γονείς του.

Σχεδόν τρεις ραψωδίες μετά και αφού τον έχουν περιποιηθεί βασιλικά, τον ρωτάνε: ποιός είσαι…

(Τα αποσπάσματα της «Οδύσσειας» παρατίθενται σε μετάφραση Δ.Ν.Μαρωνίτη, εκδόσεις Καστανιώτη).

 

Από το «Όταν έρχεται ο ξένος του Γιάννη Ρίτσου:

Αυτός ο Ξένος έρχεται ακάλεστος στο σπίτι μιας οικογένειας, την ώρα που πενθεί τον θάνατο αγαπημένου προσώπου. Η παρουσία του, στην αρχή, παραξενεύει κι ενοχλεί:

Από πού έρχονταν αυτός ο Ξένος; Τι ζητούσε; Ο δρόμος του ερχόταν απ’ το χτες ή απ’ τ’ αύριο; (…).

Ομως η μορφή του είναι οικεία, και σ’ αυτά που λέει αναγνωρίζουν πράγματα από τον δικό τους κόσμο, βιώματα από τη δική τους απλή ζωή, κουβέντες που έλεγαν και οι ίδιοι:

(…) Στ’ άλουστα μαλλιά του

ήταν στάχτες και σταγόνες δροσιάς – φανερό πως είχε οδοιπορήσει μες στη νύχτα

κι ίσως να ‘χε περάσει απ’ τη φωτιά, κάτω απ’ τ’ αποκαΐδια. Στη φωνή του αναγνωρίζαμε

το τρίξιμο της πόρτας όταν ανοίγουν να μας φέρουν ένα ζεστό,

όταν τα συνεργεία των ξυλουργών στη γειτονιά μας πλανίζουν μεγάλα σανίδια

για νέες οικοδομές, όταν στον ίσκιο της μάντρας, τα θερινά μεσημέρια,

συνάζονται μαστόροι και τεχνίτες, χειρώνακτες και θεληματάρηδες

και κουβεντιάζουν για το μεροκάματο (…).

(…) Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε,

εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,

είναι δικά μας, και μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε, –

 

ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος,

κι ήταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα

γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,

θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα

κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε,

ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,

την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή

κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα κουδούνια των προβάτων(…)

πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση(…).

[…] Ολα δικά μας, – είπε ο Ξένος. – Ολα του κόσμου τούτου –

και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας

χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε –

συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες,

τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. (…).

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: