Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

ΕΡΩΤΑΣ νυν και αεί

 

     

image1ervtas1               

 

Έρως ανίκατε μάχαν,

Έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις,

ος εν μαλακαις παριαιίς

νεάνιδος εννυχεύεις,

φοιτάς δ’ υπερπόντιος εν τ’ αγρονόμοις αυλαίς

και σ’ ουτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς

ουθ’ αμερίων σε γ’ ανθρω-

πων, ο δ΄έχων μέμηνεν.

 

συ και δικαίους αδίκους

φρένας παρασπάς επί λώβα

συ και τόδε νείκος ανδρών

ξύναιμον έχεις ταράξας

νικά δ΄εναργής βλεφάρων

ίμερος ευλέκτρου

νύμφας, των μεγάλων πάρεδρος εν αρχαίς

θεσμών, άμαχος γαρ εμπαί-

ζει θεός Αφροδίτα.

 

              Σοφοκλής

 

 

 

( Έρωτα που ‘σαι ακαταμάχητος

Έρωτα που τα πλούτη εξανεμίζεις

που ξενυχτάς στα απαλά

μάγουλα της κοπέλας,

που βρίσκεσαι ακόμα και στα πέλαγα

ή και στις κατοικίες των ξωμάχων.

Να σ’ αποφύγει εσένα δεν μπορεί

Ούτε θνητός ούτε αθάνατος

Κι αυτόν που τον κατέχεις τον τρελαίνεις.

 

Εσύ και των δικαίων τα μυαλά

Τα παρασέρνεις στ’ άδικο. Για σένα

ακόμα και ομοαίματοι μαλώνουν.

 

Νικά ο πόθος λάμποντας στης κορασιάς τα μάτια,

αυτός που ‘ναι ο μέγιστος ανάμεσα στους νόμους,

γιατί αλλοίμονο μ’ εμάς παίζει η Αφροδίτη,

θεά που δεν μπορεί κανείς να τη νικήσει ).

 

                         Μετ. Γ. Υ.

 

 

 

 

Μα όχι πια, μα όχι πια άλλοι θεοί.

Θεός και Βασιλιάς είναι ο Άνθρωπος.

Όμως ο Έρωτας, αυτός

είναι η Μεγάλη Πίστη.

 

Σε σένα μοναχά, σε σε πιστεύω

θαλασσινή Αφροδίτη μάνα θεϊκή.

Ω τι πικρός που έγινε ο δρόμος

αφότου ο θεός των χριστιανών

μας έχει ζέψει όλους στο σταυρό του.

Σάρκα, λουλούδι, μάρμαρο, Αφροδίτη,

Σε σένα μοναχά, σε σε πιστεύω!

 

                          Ρεμπώ

 

     

 

         Ο έρωτας δεν είναι επέτειος

 

 

Γιάννης Π. Τζήκας

 

 

   «Έρως ανίκατε μάχαν,…Σ’ ουτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς ουθ’ αμερίων σε γ’ ανθρώπων, ο δ’ έχων μέμηνεν.» (Έρωτα ανίκητε στη μάχη,…Να σ’ αποφύγει εσένα δεν μπορεί ούτε θνητός κανείς ούτε αθάνατος κι αυτόν που τον κατέχεις τον τρελαίνεις). Έτσι τραγούδησε ο Σοφοκλής τον Έρωτα, «το μέγιστο ανάμεσα στους νόμους»…και «αλλοίμονο μ’ εμάς παίζει η Αφροδίτη, θεά που δεν μπορεί κανείς να τη νικήσει». «…Ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα» η παρακαταθήκη του Ησίοδου στη «Θεογονία». Και «δια του Έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα» θεωρούσε ο Εμπεδοκλής. «Ο έρωτας που κινεί τον ήλιο και τα άλλα άστρα» (Lamorchemoveilsoleelalterstele), έγραψε ο Ντάντε Αλιγκέρι.

«Υιόν του Πόρου και της Πενίας», μας τον παραδίδει ο Πλάτων στο «Συμπόσιο» και «Δαίμονα» τον αποκαλεί. Θεός και δαίμονας, λοιπόν, και ανατροπέας της καθημερινότητάς μας. Για τούτο και οι άνθρωποι τον φοβούνται. Πώς να αντέξουν το πάθος; Πώς να αντέξουν την τραγικότητα του Έρωτα;

Διότι ο Έρωτας δεν είναι μόνον έκσταση και άφατη ευτυχία. Είναι και ευτελισμός και φυλακή. Ο Έρωτας εν τέλει είναι βίωμα, «ιερή μανία» και «νιρβάνα», είναι ο αναβαθμός και η πτώση μας. Και παρά τους φόβους μας αναπότρεπτη η βίωσή του.

Ο Έρωτας δεν κήρυξε ποτέ δόγματα, δεν αναζήτησε μαθητές και οπαδούς, δεν προσπάθησε να προσηλυτίσει κανένα, οικιοθελώς προσεχόμαστε σ’ αυτόν με σεβασμό και πάθος, παρακινούμενοι από την έμφυτη ανάγκη για συνεύρεση, για συν-ουσία.. Δεν ίδρυσε καμιά θρησκεία, δεν έκανε ποτέ προπαγάνδα, δε συνεργάστηκε με καμιά εξουσία για να επιβληθεί και να επικρατήσει, δεν απαίτησε ποτέ την επέτειό του-της μιας μέρας τη γιορτή του. Ο Έρωτας δεν είναι δώρα- άδωρα επετειακά αμπαλαρισμένα με κόλλες χρυσαφιές και κορδελίτσες και δεν είναι καρδουλίτσες γλυκερές- υποκατάστατα που μας βγάζουν από την ετήσια υποχρέωσή μας.

   Στις μέρες μας, δυστυχώς, τον Έρωτα τον αποθέσαμε στο μαυσωλείο των συναισθημάτων και τον ανασύρουμε επετειακώς για να (τάχα) τον τιμήσουμε ξορκίζοντας τις ενοχές μας. Υποτιμήσαμε την αξία του, καθώς υιοθετήσαμε την εκχυδαϊσμένη του μορφή τη βασισμένη στην ταχεία αποκόμιση ηδονής, ήτοι ταυτίσαμε τον Έρωτα με το sex και τον μετατρέψαμε σε άνυδρο σεξουαλισμό. Ανακαλύψαμε, βλέπεις άλλα «ιερά» κι άλλες «αξίες» κυριευμένες από το άγχος για το ματαιόδοξο: τον πλουτισμό, την επαγγελματική και κοινωνική μας ανέλιξη πατώντας επί «πτωμάτων», την πρόσβαση στην εξουσία, τη φήμη (χυδαία δημοσιότητα), την αγοραπωλησία με κανόνες εμπορίου, τον αγοραίο σεξουαλισμό ως δήθεν ελευθερία επιλογής συντρόφου.  Δυστυχώς ο Έρωτας βιώνεται ως στείρα ηδονή και χάθηκε η ομορφιά του. Στην εποχή μας, στην εποχή της τεχνολογίας, όπου φαίνεται να κατακερματίζονται όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί, ο Έρωτας περισσότερο από κάθε άλλη σχέση με τον άλλον εμφανίζεται ως μια έντονη λατρεία της υποκειμενικότητας ήτοι έμπλεος ιδιοτέλειας και ναρκισσισμού. Αλλά όπως μας λέει ο ιταλός φιλόσοφος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι: «Ο Έρωτας δεν είναι αναζήτηση της δικής μας μυστικής υποκειμενικότητας, που δεν κατορθώσαμε να βρούμε στον κοινωνικό μας βίο. Ο Έρωτας είναι μάλλον η απαλλοτρίωση της υποκειμενικότητας…Τι είναι αυτή η αμοιβαία επιθυμία των εραστών, που γυρεύουν και αγγίζουν ο ένας τον άλλον, αν όχι μια απόπειρα να υπερβούν το «είναι» τους με την ελπίδα ότι θα φτάσουν σε κείνη την ηθική κορυφή που είναι η αληθινή επικοινωνία; Ο Έρωτας δεν μπορεί να είναι η αναζήτηση του εαυτού που περνάει μέσα από την εργαλειοποίηση του άλλου. Πρέπει να είναι η άνευ όρων παράδοση του εαυτού μας στην ετερότητα που προκαλεί ρωγμές στην ταυτότητά μας, όχι για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά μας, αλλά για να ανοίξουμε την ταυτότητά μας σε αυτό που εμείς δεν είμαστε».

     Μην αφήνουμε τον Έρωτα γυμνό και απροστάτευτο. Ας τον βιώσουμε ως μέγιστη ευτυχία και ως μέγα πόνο. Ναι, και ως πόνο, «δεν έμαθες τον έρωτα και ξέρεις από πόνο;», λέει μια τούρκικη παροιμία. Ας παραχωρήσουμε στον Έρωτα αυτό που του αναλογεί στην κάθε μας στιγμή. Ας τον επαναφέρουμε από την εξορία στην οποία οι λογής έμποροι, εξουσιαστές και εξουσιολάγνοι, μας εξανάγκασαν ( και με δική μας ευθύνη) να τον στείλουμε.  

Του «Αγίου Βαλεντίνου»: Η εμποροπανήγυρις του έρωτα – Στίχοι αρχαίων Ελλήνων ποιητών για τον έρωτα….

Ο αγοραίος εορτασμός του έρωτα….

“Αμαρτήσαμε” πέρυσι, ας αμαρτήσουμε και φέτος, μέρα που είναι, μέρα ενός φερτού “αγίου”, που οι μετοχές του, χρόνο με το χρόνο, ανατιμώνται με πρόσχημα την ενιαύσια καθιερωμένη “γιορτή του έρωτα”. 

Σήμερα, λοιπόν, του «αγίου» Βαλεντίνου καλούμαστε να ξαναγαπήσουμε εορτάζοντας μια μέρα που εξαντλείται σ’ ένα εμπορικό «πάρε- δώσε» (λουλούδια, καρδούλες, μπιμπελό, κλπ. “αξεσουάρ”) μέσα σ’ ένα (επιβαλλόμενο άλλοθεν) σκηνοθετημένο τελετουργικό με στόχο το αγοραίο «τζίρος να γίνεται».

Επιχειρήθηκε παλιότερα,  από τον αλήστου μνήμης, Χριστόδουλο, η «εορτή του έρωτα», να “ορθοδοξοποιηθεί” προτείνοντάς μας να γιορτάζουμε τους «Ακύλα και Πρίσκιλα», κι ο τραγουδοποιός Λουδονβίκος των Ανωγείων, παραπέμποντάς μας στην αρχαιότητα, πρότεινε, αντί για «Άγιο Βαλεντίνο» να γιορτάζουμε τον ωραιότατο νεανία της ελληνικής μυθολογίας κι ερωμένο του θεού Απόλλωνα, Υάκινθο.

Όμως και οι δύο προτάσεις αποδείχτηκαν ατελέσφορες, καθώς ηττήθηκαν κατά κράτος από τη δύναμη του κυρίαρχου «αγίου» του σύγχρονου διεθνούς μάρκετιγκ.

Ακόμη κι όσοι βαρυγκομήσαμε κάποια στιγμή από «αγάπης αγώνα άγονο», ακόμα κι όσοι είπαμε, μαζί με τον ποιητή Αλκαίο τον Μεσσήνιο του 2ου αιώνα π.Χ., “εχθαίρω τον έρωτα” τον  “ιοβόλο” καλούμαστε να συμμετάσχουμε σε μια εορτή που κατ’ ουσίαν “πανηγυρίζει” την αναίρεση της ίδιας της αιτίας της, ήτοι την αναίρεση του έρωτα. Γιατί αλίμονο, αν εορτάζουμε, με βάση το εορτολόγιο, μια προσχεδιασμένη «ερωτική ορθότητα», για να είμαστε “in”, μέσα σ’ ένα “εορταστικό” πλαίσιο που εν πολλοίς απουσιάζει ο ίδιος ο τιμώμενος, ο έρωτας.

Αλίμονο, αν μετατρέψουμε και τον έρωτα, αντάρτη κι ανατροπέα από τη γέννα του, παράφορο και παράλογο, σε συμβατικές χειρονομίες αβρότητας, σε φλύαρο διασπαθιστή λέξεων και βλεμμάτων, αλίμονο, αν τον χειροτονήσουμε εν τέλει «άγιο» μιας αγοραίας επιβαλλόμενης “νομιμοφροσύνης”, νόρμας, κανονισμένης συμπεριφοράς, σύμφωνα μ’ έναν τραγελαφικό κώδικα που διακινείται από μεσίτες, εμπόρους, λαϊφσταλίστες και κάθε είδους στυλίστες….

 Αρχαίοι ποιητές για τον έρωτα….

Έστω όμως και με πρόσχημα ταπεινό τον αγοραίο εορτασμό του “αγίου Βαλεντίνου”, που εμπορικώς αποδεικνύεται εξίσου ωφέλιμος με τον επίσης εισαγόμενο Αγιοβασίλη, ας παραθέσω εδώ στίχους αρχαίων ποιητών.

-Ας ξεκινήσουμε από τους τραγικούς…  

Προσπερνώντας το πασίγνωστο του  Σοφοκλή, στην “Αντιγόνη” του, “Έρωτα ανίκατε μάχαν…”, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο εδώ δίπλα, στη σελίδα, “Έρωτας νυν και αεί”, πάω στον Ευριπίδη.

Στον “Ιππόλυτο” του Ευριπίδη (Α’ στάσιμο, στιχ. 525-564) ο Χορός, από Τριζήνιθες γυναίκες, εξυμνεί τον έρωτα μ’ έναν ύμνο αγωνιώδη:

“Έρως, Έρως ο κατ’ ομμάτων/ στάσεις πόθων… Έρως, ο Διός παις.

[Έρωτα, έρωτα που αργοσταλάζεις

τον πόθο μες στα μάτια εκείνων

όταν επάνω τους χυμάς και την ψυχή τους

με ταραχή γλυκιά γεμίζεις, να μην έρθεις

ποτέ σε μένα για κακό μου

μήτε κι αταίριαστος φανείς.

Γιατί μήτε φωτιά μηδέ κι αστροπελέκι

σαν τη σαΐτα της Κύπριδας,

που με τα χέρια του τινάζει

του Δία ο γιος, ο Έρωτας.]

(μτφρ. Τάσος Ρούσος)”

Αντίθετα στη “Μήδεια” (Β’ στάσιμο, στίχ. 627-662) ο Ευριπίδης με μια χορωδιακή προσευχή στην Αφροδίτη απαιτεί το μέτρο και τη σωφροσύνη που οι Θεοί περιμένουν από τους ανθρώπους:

“Έρωτες κινημένοι/ με οργή και με βία περίσσια

ούτε υπόληψη, ούτε αρετή/ στους ανθρώπους δωρίζουν.

Αν όμως η Κύπρις κατέβει ανάλαφρη/ άλλη Θεά τόση χάρη δεν έχει”

(μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκης)

-Αρχαίοι λυρικοί για τον έρωτα….

 

Σαπφώ: αερίων άρχομαι αλλ’ ονάτων…(αρχινώ το τραγούδι μου μ’ αιθέρια λόγια)

 “… στον ύπνο μου είδα ότι μιλούσα λέει με τη Θεά Αφροδίτη

έλα λοιπόν βγάλε φωνή και μίλησε θεϊκή λύρα

Μούσες με τ’ όμορφο μαλλί και σεις απαλές Χάριτες

του Διός κόρες αγνές με το ρόδινο στα χέρια δέρμα

ξεπροβάλλετε από το χρυσό σας το παλάτι

όταν ολονυχτίς ο σκοτεινός ύπνος τα μάτια κυριεύει

και με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη

τι θέλω μήτε ξέρω….

γρήγορα η ώρα πέρασε, μεσάνυχτα κοντεύουν

πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βασιλέψανε

και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη κι έρημη

ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει

ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει

μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε

ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά

χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.”

(μτφρ. Ο. Ελύτης)

 

Αρχίλοχος:

“τέτοια ορμή για σμίξιμο ερωτικό γλίστρησε μέσα στην καρδιά μου,

που ‘χυσε μπρος στα μάτια μου μεγάλη καταχνιά,

κι από τα στήθη μου έκλεψε τα ήρεμα τα λογικά μου.”

 “τόσα της έλεγα, και παίρνοντας της κόρη,

μέσα φουντωμένα λούλουδα την ξάπλωσα

και με τη χλαίνη μου τη σκέπασα τη μαλακιά,

πάνω στο λυγισμένο μπράτσο μου έχοντας το λαιμό της,

ενώ αυτή ριγούσε από το φόβο/ σαν ελαφάκι σε φευγιό,

και με τα χέρια μου άγγιξα ανάλαφρα τα στήθη,

εκεί που η ασυγκράτητη της νιότης η ορμή

τη σφριγηλή τη σάρκα ανάδειχνε,

κι όπως το όμορφο κορμί παντού χαϊδολογούσα,

το μένος το λευκό εκτίναξα,

τις τρίχες τις ξανθιές της ψηλαφώντας.”

 

Ανακρέων:

“πάλι με χτύπησε ο έρωτας σαν τον χαλκιά με πέλεκυ μεγάλο

και μες σε φουσκωμένο χείμαρρο ορμητικό με έλουσε.”

“φοραδίτσα μου θρακιώτικη, γιατί λοξό μου ρίχνεις βλέμμα

και μ’ αποφεύγεις άσπλαχνα;

Μα τι νομίζεις, πως εγώ διόλου μυαλό δεν έχω;

Ξέρε το, λοιπόν καλά, πως θα μπορούσα όμορφα το χαλινάρι

να σου βάλω/ κι ενώ τα γκέμια θα κρατώ,/ από τη μια την άκρη

του ιππόδρομου να σε γυρνώ στην άλλη.

Πλην όμως τώρα, και σε λιβάδια βγαίνεις για βοσκή,

και με ανάλαφρα σκιρτήματα χοροπηδάς και παίζεις,

γιατί δεν έχεις ικανό κι έμπειρο στα άλογα αναβάτη.”

Ρουφίνος:

“Ενάντια στους δυο ερωτευμένους, αν τεντώεις

Έρωτα, μ’ όμοια δύναμη τα τόξα σου,

τότες είσαι Θεός, άμα χαρίζεσαι όμως

στον έναν απ’ τους δυο, Θεός δεν είσαι.”

“Η Μελισσιάς αρνείται πως τη λάβωσεν

ο έρωτας, όμως το σώμα της φωνάζει,

σαν να την κάρφωσαν τα βέλη μιας φαρέτρας,

παραπατάει βαδίζοντας, η ανάσα της

βγαίνει λαχανιαστή και μαύροι κύκλοι

στεφανώνουν τα μάτια της. Ω! Πόθοι,

στ’ όνομα της μητέρας σας Κυθέρειας,

της ωριοστέφανης, την ανυπάκουη

κάψτε, ως να φωνάξει: «καίγομαι!».”

Πηγές:

1. «Ποίηση και έρωτας, Πρακτικά 20ου συμποσίου ποίησης, Παν/μιο Πατρών, 29/6/- 2/7/2006.

2. Σαπφώ, ανασύνθεση κι απόδοση Ο. Ελύτης, Ίκαρος

3. Ανθολογία αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης, Ροές.

4. Τα επιγράμματα του Ρουφίνου, Εστία

5. Π. Μπουκάλας, Υποθέσεις I και II, ΑΓΡΑ

 

Οι φιλόσοφοι κι ο έρωτας….

Τι είναι ο έρωτας; Χιλιάδες απαντήσεις έχουν δοθεί σ’ αυτό το προαιώνιο ερώτημα, και όσο ιλαρές ή ρεαλιστικές κι αν έχουν αποδειχτεί, καμία δεν τον έχει καλύψει επαρκώς. Κι γι αυτό συνεχίζει να ταλαιπωρεί συγγραφείς, ποιητές, ερωτευμένους και φιλόσοφους. Και φιλόσοφους; Αμ δε! Οι μεγαλύτεροι διανοητές του παρελθόντος τον είχαν πάρει από φόβο το έρωτα, καθώς αναστάτωνε τον ειρμό των σκέψεων τους και τους έριχνε ακόμη πιο βαθιά στη μελαγχολία. Υπήρξαν, βέβαια, αρκετοί, που αντί να καταπιαστούν με τη βάσανο να δώσουν απαντήσεις σ’ αυτό το προαιώνιο ερώτημα, βίωσαν παράφορα τον έρωτα, του ‘δωσαν και κατάλαβε δηλαδή κατά τη διάρκεια της ζωής του, όπως για παράδειγμα το (φιλοσοφικό) ζεύγος Ζαν Πολ Σαρτρ – Σιμόν ντε Μποβουάρ.

«Ένας κοινός τόπος, βαθιά εδραιωμένος, είναι ότι έρωτας και φιλοσοφία αποτελούν αταίριαστο ζευγάρι. Τόσο αταίριαστο, που κοιμούνται σε χωριστές κρεβατοκάμαρες, τουλάχιστον στους νεότερους χρόνους», έτσι ξεκινά η εισαγωγή του βιβλίου “Οι φιλόσοφοι και ο έρωτας”, των Γαλλίδων Οντ Λανσλέν και Μαρί Λεμονιέ. «Ο έρωτας μοιάζει να αντιστέκεται σε κάθε είδους εκλογίκευση», σημειώνουν οι δυο συγγραφείς, «Ίσως αυτό να είναι το στοιχείο που εξηγεί την προαιώνια δυσπιστία την οποία εμπνέει στους φιλοσόφους.. αποδιωγμένος στην κυριαρχία του πάθους και των σκοτεινών συναισθημάτων, σ’ αυτό το ψυχολογικό μάγμα που ο ήλιος της λογικής φωτίζει εξ’ ορισμού αμυδρά, ο έρωτας δεν αποτελεί καν “αντικείμενο” για τη φιλοσοφία».

Αυτόν τον “Δαίμονα”, κατά τον Σωκράτη, όπως μας τον παραδίδει ο Πλάτων στο “Συμπόσιο”, «οι φιλόσοφοι δεν τόλμησαν να τον προσεγγίσουν (τι να προσεγγίσουν;). Ο έρωτας – (ξανα)λέει ο Καζανόβα- είναι ένα είδος μανίας πάνω στο ποίο η φιλοσοφία δεν έχει την παραμικρή ισχύ. Η φιλοσοφία, όντως, χάνει κάθε λόγο όταν αναγκάζεται να μιλήσει για τον έρωτα…Πώς να μιλήσει η φιλοσοφία εκεί που ο λόγος δεν μπορεί τίποτα πια να πει… Όλοι αμήχανοι, όλοι υποκειμενικοί. Πώς αλλιώς; Ο έρωτας δεν είναι φιλοσοφία, είναι βίωμα, μανία, μη λόγος, θεότητα, πένης, δαίμονας, παγίδα. Κι όλες αυτές οι ιδιότητες ουδεμία σχέση έχουν με το φιλοσοφικό ορθολογισμό…» (Γ. Σταματόπουλος, Έρωτας- ανθρώπου μύησις, Καστανιώτης).

 

050-de-parme

  

      

 

 

  • Οδυσσέας ΕΛΥΤΗΣ

 

 

Το μονόγραμμα

 

Θά πενθώ πάντα — μ’ ακούς; — γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά «πίστεψέ με» και τα «μή»
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό «τί» καί τό «έ»
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα– ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει — ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’ όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

katageloi 

 

 
 
 
  • Γιάνης ΡΙΤΣΟΣ

 

 

 

Εαρινή Συμφωνία

 

  (απόσπασμα)

 

 

                     I

 

Θ’ αφήσω/ τη λευκή χιονισμένη κορφή

που ζέσταινε μ’ ένα γυμνό χαμόγελο

την απέραντη μόνωσή μου.

 

Θα τινάξω από τους ώμους μου

τη χρυσή τέφρα των άστρων

καθώς τα σπουργίτια

τινάζουν το χιόνι/ απ’ τα φτερά τους.

 

Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος

έτσι πασίχαρος κι αθώος/ θα περάσω

κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες

των χαδιών σου/ και θα ραμφίσω

το πάμφωτο τζάμι του έαρος.

 

Θα ‘μια το γλυκό παιδί

που χαμογελάει στα πράγματα

και στον εαυτό του

χωρίς δισταγμό και προφύλαξη.

 

Σα να μη να γνώρισα/ τα χλωμά μέτωπα

των χελιδονιάτικων δειλινών

τις λάμπες των άδειων σπιτιών

και τους μοναχικούς διαβάτες

κάτω απ’ τη σελήνη/ του Αυγούστου.

 

                    II

Είχα κλείσει τα μάτια

για να ατενίζω το φως.

 

Τυφλός./ Είχα κάψει τη φλόγα

για να αναπνέω.

…………………………………..

Κι ήρθες εσύ. […]

 

 

                  III

 

[…] Αγαπημένη

τι προετοιμάζεται για μας

μέσα στο βλέμμα των θεών

πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

 

 

                 IV

 

Βηματίζεις/ μέσα στα σκονισμένα δωμάτιά μου

μ’ ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα

που ευωδιάζει πράσινα φύλλα

φρεσκοπλυμένο ουρανό/ και φτερά γλάρων

πάνω από θάλασσα πρωινή.

 

Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν

κάτι μικρές φυσαρμόνικες

από κείνες που παίζουν

τα πολύ εύθυμα παιδιά

στις εαρινές εξοχές.

 

 

              Χ

Αγάπη, αγάπη,
δε μού ‘χες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ’ ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ’ τη σιωπή και το τραγούδι.
Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν’ απολογηθώ.
Τι ν’ απαντήσω, αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».
Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».
Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά ‘ρθεις, αγάπη.

Γι’ αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ’ την καρδιά μου, αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ’ τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ’ τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ’ αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να ‘βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.

 

            XV

 

Άξιζε να υπάρξουμε για

να συναντηθούμε.

 

Το φιλί μας εσφράγισε

την αιώνια σιγή.

Δε μένει πια κενή

μήτε μια ρόδινη γωνία

των κυττάρων μας.

 

Τίποτ’ άλλο.

Τίποτ’ άλλο.

Να φύγουν οι σκιές και τα φώτα

απ’ το χλωρό μέτωπό σου.

 

Ρίξε στη φωτιά

τα ξερά δάφνινα στεφάνια

που ρυτιδώνουν το φέγγος

του ερωτικού κοιτώνα μας.

 

Τι προσθέσει ένα διάδημα

στο διάδημα

των φιλημένων μαλλιών μας;

 

Νυχτώνει.

Ένα θάμβος λευκό αιωρείται

πάνω απ’ το σύσκιο δάσος

–         μια σειρά περιστέρια

–         – τα επερχόμενα χάδια μας.

 

Συγχώρεσέ με, αγάπη,

που απόψε τραγουδώ

αυτές τις ασημένιες ώρες

που θα ‘πρεπε τα χέρια μου να υψώνω

στ’ αστέρια των μαλλιών σου.

 

Ρίχνω ένα ψίχουλο

στα πληγωμένα αηδόνια

που ‘χαν ταϊσει

κάποτε με φως

την πληγή μου.

 

 

XVI

 

Χαρ χαρά.
Δ
μς νοιάζει
τί θ
᾿ἀφήσει τ φιλί μας
μέσα στ
χρόνο κα στ τραγούδι.

γγίξαμε
τ
μέγα σκοπο
πο
δ ζητ τ σκοπό του.

Θες
πραγματοποιε
τν αυτό του
στ
φιλί μας.
Περήφανοι
κτελομε
τ
ν ντολ τοῦἀπείρου.

να μικρ παράθυρο
βλέπει τ
ν κόσμο.
να σπουργίτι λέει
τ
ν ορανό.
Σώπα.

Στν κόγχη τν χειλιν μας
δρεύει τὸἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι κομε
μ
ς στ γαλάζιο βράδι
τ
ν νάσα τς θάλασσας
καθ
ς τ στθος κοριτσιο ετυχισμένου
πο
δ μπορε ν χωρέσει
τ
ν ετυχία του.

να στρο πεσε.
Ε
δες;
Σιωπή.
Κλε
σε τ μάτια.

 

 

XXVII

 

………………………….

Άνοιξε τα παράθυρα

να δεις το σύμπαν ανθισμένο

μ’ όλες τις παπαρούνες του αίματός μας,

– να μάθεις να χαμογελάς.

 

Δε βλέπεις;

Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη

πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.

 

Να τος ο ήλιος

πάνω απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες

πάνω απ’ τους πράσινους αγρούς

μες την καρδιά μας.

 

Νιώθω στους ώμους

το βαθύ μυρμήγκιασμα

καθώς φυτρώνουν

όλο πιο νέα και πιο μεγάλα

τα φτερά μας.

 

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

 

Αστράφτει ο κόσμος

έξω από τη λύπη σου

φως και αίμα

τραγούδι και σιωπή.

 

Καλοί μου άνθρωποι

πως μπορείτε

να σκύβετε ακόμη;

Πώς μπορείτε

να μη χαμογελάτε;

 

Ανοίχτε τα παράθυρα.

 

Νίβομαι στο φως

βγαίνω στον εξώστη

γυμνός

ν’ αναπνεύσω βαθιά

τον αιώνιο αγέρα

με τ’ αδρά μύρα

του νοτισμένου δάσους

με την αλμύρα

της απέραντης θάλασσας.

 

Αστράφτει ο κόσμος.

ακούραστος

Κοιτάχτε.

 

 

Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος

 

 

 

 

 

 
 
 
  • Τάσος ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

            [Αγαπημένη μου…]

             (απόσπασμα)

 

 Ναι, αγαπημένη μου, πολύ πριν να σε συναντήσω

εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα…

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;- μου ά-

πλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,

αγαπημένη μου…

Αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα

εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα

και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θάθελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.

Να τ’ ακούσουν οι χτίστες  απ’ τις σκαλωσιές

και να φιλιούνται με τον ήλιο

να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές

και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα

να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα

να το μάθουν τα παιδιά για να μη φοβούνται το σκοτάδι,

να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές,

τα τρυγόνια στους φράχτες…

Να το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να τα’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.

…Μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι

ένα σπουργίτι

μια φυσαρμόνικα…

Καλημέρα γειτόνισσες

να και κει, αγάπη μου, εκεί στη γωνιά,

κοίταξε την άνοιξη που έρχεται

κοίταξε αυτά τα παλικάρια που γνέφουνε με τα δρεπάνια

και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις ακτίνες του ήλιου

κοίταξε μας γνέφουν. Όλα μας γνέφουν. Καλημέρα.

Καλημέρα όλα εσείς κοντινά και μακρινά μου αδέρφια.

Ελάτε να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Πέστε μου, δεν είναι όμορφη;

Σαν τη ζωή και το τραγούδι, αδέρφια μου, την αγαπάω.

Και πιο πολύ.

Καλημέρα ουρανέ, καλημέρα ήλιε, καλημέρα άνοιξη.

Ελάτε λοιπόν να σας γνωρίσω την αγαπημένη μου.

Καλημέρα ευτυχία.

 

 

«Περί Ερωτος», «Αγαπώ, άρα υπάρχω»…

 

Της Pιτσας Mασουρα

 

Στη Γαλλία, δεν περνάει εβδομάδα χωρίς κάποιο από τα ευρείας κυκλοφορίας πολιτικά περιοδικά να αφιερώσει μερικές σελίδες στον έρωτα. Οχι επιφανειακά, όχι κουτσομπολίστικα. Τις περισσότερες φορές είναι σημαντικές οι αναφορές σε Ελληνες φιλοσόφους (Πλάτων, Αριστοτέλης), σε σπουδαίους διαχρονικούς συγγραφείς (Αραγκόν, Σαρτρ), αλλά και σε σύγχρονους, όπως ο Μπρυκνέρ. Και όλες οι αναφορές λειτουργούν κάτω από το κλασικό σύνθημα: «Αγαπώ, άρα υπάρχω». Μια διαφυγή που αφορά όλη την ανθρωπότητα και που τη βοηθάει να αντιπαρέρχεται τις περίτρομες ψυχές και τον ανυποχώρητο πολλές φορές πανικό.

Το 1820, ο διάσημος Γάλλος λογοτέχνης Σταντάλ έγραψε το «Περί Ερωτος» (εκδόσεις Εξάντας) βαθιά επηρεασμένος από τον έρωτά του για τη Ματίλντε Ντεμπόβκσι. Μια στην ουσία γραπτή εξομολόγηση, η οποία όμως ακόμη και σήμερα, με μικρές παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις, θα μπορούσε να γίνει ο τυφλοσούρτης της ερωτικής σχέσης που αγκαλιάζει ή κατατρύχει τον άνθρωπο. Γράφει ο Σταντάλ στην αρχή του βιβλίου: «Υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί έρωτες. Ο έρωτας – πάθος, αυτός της Πορτογαλίδας μοναχής Ελοΐζ για τον Αβελάρδο. Ο έρωτας – ενδιαφέρον, που δέσποζε στο Παρίσι το 1760 και που βρίσκουμε στα μυθιστορήματα της εποχής, στον Λοζέν, στον Σαμφόρ… όπου όλα έχουν χρώμα τριανταφυλλί, χωρίς τίποτα δυσάρεστο που θα έθετε σε κίνδυνο τους καλούς τρόπους και τη λεπτότητα. Ο φυσικός έρωτας, που σημαίνει να βρίσκεις μια ωραία δροσερή χωριατοπούλα που καταφεύγει στο δάσος, και τέλος ο έρωτας της ματαιοδοξίας…».

Σήμερα ο έρωτας έχει ζήσει δεκάδες χιλιάδες μικρές επαναστάσεις και παρ’ όλα αυτά ζει στο μεταίχμιο. Νομίζει ότι ξέφυγε από τον Φάουστ, από τον ερωτοχτυπημένο Βέρβερο, σνομπάρει τον δόκτορα Ζιβάγκο, γελάει με τα νυχτοπερπατήματα του Μποντλέρ και αδιαφορεί για τον Μπόρχες και τον Μάρκες, που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ξεχασμένα χαρτοκιβώτια. Κι όμως, παραπλανημένος είναι κι αυτός, όπως κι εμείς άλλωστε που νομίζουμε ότι ελέγχουμε τα συναισθήματά μας, ότι μπορούμε επιφανειακά να τον αγγίξουμε και με την πρώτη ευκαιρία να του ξεφύγουμε. Θωρακισμένοι συναισθηματικά άνθρωποι, που λανθασμένα πιστεύουμε ότι η ζωή μπορεί να περάσει και χωρίς μεγάλους έρωτες, αλλά δεν μπορεί να περάσει χωρίς το πολύ χρήμα.

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γράφει για τον έρωτα και τους νέους: «Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα – αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Οποιος αγαπά λοιπόν, πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ‘χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον… (Απόσπασμα από αναφορά στον Ρίλκε της «Κ», 13-9-2009, Ολγα Σελλά)

Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, πολυγραφότατος Γάλλος συγγραφέας, προσπαθεί να απαντήσει κατά πόσον ο έρωτας βρίσκεται στον αντίποδα της ελευθερίας. Αν κάποιος μου έθετε ένα τέτοιο ερώτημα, θα έλεγα ότι χρειάζομαι και τα δύο: τον έρωτα και την ελευθερία, σε μια ισότιμη σχέση. Αλλά για πόσο; Ο έρωτας και η ελευθερία δεν διατίθενται σε ποσότητες και κυρίως δεν χαρίζονται. Κατακτώνται. Από την πλευρά του, ο Μπρυκνέρ λέει ότι ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με την ελευθερία. Αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας και δεν επιδέχεται μεταρρυθμίσεις. Με λίγα λόγια, δεν ελέγχεται, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να συμβιώνεις με κάποιον και παράλληλα να παραμένεις κύριος της ζωής σου. Η επιθυμία ενός ισχυρού δεσμού, γράφει ο Μπρυκνέρ στο τελευταίο του βιβλίο «Το ερωτικό παράδοξο», συνοδεύεται από τον πανικό της συζυγικής φυλακής. Για όσους δεν έχουν καταλάβει ακόμη: θέλουμε να ζούμε τον έρωτα χωρίς τις συνέπειές του σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Αμ δε!

                                                        ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/11/’09

 

 

 

 

Είναι ο έρωτας ένα φιλοσοφικό ζήτημα;

 

Από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Jean-Luc Marion , Το ερωτικό φαινόμενο, εκδ. Πόλις

 

Ο έρωτας είναι καθημερινώς στα χείλη όλων μας και όχι κατ’ ανάγκην ως ευτυχής ή εκστατική εμπειρία: μπορεί να μας έχει πρόσφατα ή παλαιότερα προκαλέσει κάποιο οδυνηρό τραύμα, είναι πιθανόν να μας τρέφει με όνειρα και προσδοκίες που μοιάζουν ακόμη με άδηλες εικόνες του μέλλοντος, ενώ δεν αποκλείεται και να μας έχει στιγματίσει διά βίου μέσα από την αδιαφορία και την απουσία του. Ποιος είναι σε θέση να τα ξέρει αυτά και, ακόμη περισσότερο, ποιος μπορεί να πει τι είναι, πώς εκδηλώνεται και τι ακριβώς θέλει ή επιζητεί ο έρωτας; Μήπως η τέχνη; Σίγουρα ναι. Η ίδια έχει πολλάκις δηλώσει ικανή και αρμόδια για το ζήτημα, κι έχει προσπαθήσει κατ’ επανάληψη να προσφέρει τη συνδρομή της, αν και με ελάχιστα διαφωτιστικά αποτελέσματα, αφού εκείνο το οποίο σίγουρα δεν περιλαμβάνεται στις δουλειές της είναι ο διαφωτισμός. Αλλά η φιλοσοφία; Είναι σε θέση η φιλοσοφία να κατεβεί από το βάθρο στο οποίο έχει τοποθετήσει το γνωστικό και το μεταφυσικό της εγώ προκειμένου να καταπιαστεί με κάτι που ανήκοντας (τουλάχιστον σε μια πρώτη προσέγγιση) στον χώρο του επιθυμητικού δεν μπορεί παρά να της προκαλεί ιλίγγους;

Πέρα από αγκυλωμένες βεβαιότητες

Στο έργο του «Το ερωτικό φαινόμενο», που αποτελείται από έξι σχετικώς ανεξάρτητα μεταξύ τους δοκίμια (χαρακτηρίζονται «στοχασμοί»), ο Jean-Luc Marion θέτει ευθύς εξαρχής το ερώτημα για το αν η φιλοσοφία είναι σε θέση να μιλήσει για τον έρωτα, σημειώνοντας αμέσως και την αδυναμία στην οποία έχει περιέλθει ο κλάδος της τους τελευταίους αιώνες. Μπλεγμένη με τις αναζητήσεις της επιστήμης, αλλά και με τις δικές της προτεραιότητες, που ήδη από τα μέσα του Μεσαίωνα την απέσπασαν από την πρώτη της ονομασία, η οποία δεν είναι άλλη από τη «φιλία της σοφίας», ρίχτηκε στις ατελείωτες (και, μιλώντας εκ των υστέρων, μάλλον αυτιστικές) περιπέτειες του όντος και της τεχνολογίας, στο εσωτερικό των οποίων δεν έχει πάψει να περιπλανιέται μέχρι και σήμερα. «Φιλία σοφίας», όμως, σημαίνει «αγάπη σοφίας», κι αυτό προϋποθέτει για τον Μαριόν μιαν έκκληση για νοητικό άνοιγμα στον κόσμο και στα πράγματα: μια χειρονομία η οποία να απευθύνεται σ’ έναν περίγυρο κατά το δυνατόν απαλλαγμένο από τις καρτεσιανές απαγορεύσεις και τα λογικά στεγανά τους. Εκείνο, βεβαίως, το οποίο εννοεί ο Μαριόν δεν είναι πως ο φιλοσοφικός νους οφείλει να μετατραπεί σε μια καρδιά χτυπημένη από το συναίσθημα, έτοιμη να παραδοθεί αίφνης στον ύμνο και τον θρίαμβο ή στο πένθος και την καταδίκη του έρωτα. Γεννημένος το 1946 στο Meudon της Γαλλίας και καθηγητής Φιλοσοφίας τόσο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης όσο και στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ric―r, ο Μαριόν επιχειρεί να στρέψει ξανά τη φιλοσοφία στον έρωτα, προκειμένου να τη βοηθήσει να βγει, όπως και οι δάσκαλοί του, από τις επιστημολογικές της αγκυλώσεις και βεβαιότητες.

Πώς και πότε είναι δυνατόν να προκύψει στον φιλοσοφικό στοχασμό το πρόβλημα του έρωτα; Από τη στιγμή, λέει ο Μαριόν, κατά την οποία θα τεθεί υπό ένα είδος μοιραίας αμφισβήτησης η αυτοεπιβεβαιωμένη γνώση του υπερβατικού υποκειμένου (του ego το οποίο βρίσκεται πίσω από το cogito) για τα αντικείμενα και τα όντα τα οποία το περιβάλλουν. Εστω ότι το αφηρημένο αυτό, καθαρώς νοητικό υποκείμενο ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά (και ελέγχει πέρα για πέρα) τη φυσική, επιστημονική, ηθική, τεχνική, αλλά και καλλιτεχνική ή θεολογική πραγματικότητα η οποία το εμπεριέχει. Τι αξία μπορεί να έχει κάτι τέτοιο για το γυμνό εγώ, που δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις πτυχές της πραγματικότητας και δεν αποκλείεται ως εκ τούτου να μην εμπιστεύεται κατά το παραμικρό αντικειμενικότητες οι οποίες δύσκολα εγγυώνται την οιαδήποτε εξασφάλιση για την απεριχαράκωτη υπόστασή του; Ετσι, όμως, το γυμνό εγώ πέφτει σε μια κατάσταση οδυνηρής ματαιότητας, από την οποία θα καταφέρει να ξεφύγει μόνον αν αναρωτηθεί, όχι για τη λογική, αλλά για την αγάπη: αν αναρωτηθεί, όχι για το τι κατανοεί το ego της μακρινής του αφαίρεσης, αλλά για το αν μπορεί το ίδιο, ένσαρκο και ατείχιστο, να εντοπιστεί και να αγαπηθεί από τους άλλους. Αυτό είναι ένα πρώτο στάδιο του έρωτα, που ο Μαριόν ονομάζει «ερωτική αναγωγή», αλλά είναι αμφίβολο αν φτάνει.

Προς τη μεγάλη υπέρβαση: το δώρο της αγάπης και της αμοιβαιότητας

Θέτοντας το ερώτημα για το κατά πόσο μπορεί να αγαπηθεί από τους άλλους, το γυμνό εγώ ήδη αμφιβάλλει για τον εαυτό του, τον οποίο και θα αρχίσει γρήγορα να αποβάλλει και να μισεί, νιώθοντας παράλληλα πως το ίδιο ακριβώς θα κάνουν και τα υπόλοιπα γυμνά εγώ, σχηματίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο μια κοινότητα καχυποψίας, πικρίας και διάχυτης, ενδημικής ανασφάλειας. Υπάρχει λύση ή έξοδος; Υπάρχει, απαντά ο Μαριόν, και ζητάει από το γυμνό εγώ, σε μια «ριζικοποιημένη» εκδοχή της ερωτικής αναγωγής, να μην περιμένει να το ενθαρρύνουν στη δυνατότητά του να αγαπηθεί, αλλά να σπεύσει εκείνο πρώτο να εκτεθεί, διακηρύσσοντας τη διαθεσιμότητά του για αγάπη, όπως και την προθυμία του να προχωρήσει απροστάτευτο στον στίβο των άλλων. Το γυμνό εγώ οφείλει να διακινδυνεύσει τα πάντα γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει τα πάντα, που είναι το ανυπόκριτο, άδολο και υψηλό δώρο της αγάπης και της αμοιβαιότητας: ένα δώρο που θα μεταφέρει εν κατακλείδι τον άλλο εντός μας, αφού αντί να τον διεκδικήσει εκ του ασφαλούς και εκ των προτέρων, θα του αφήσει μιαν ανοιχτή πρόσκληση και θα προκαλέσει το δικό του ρίσκο ή θα ποντάρει στη δική του διαθεσιμότητα. Τότε δύο διαφορετικές εποπτείες θα αποκτήσουν, όπως ωραία το διατυπώνει ο Μαριόν, κοινή σημασία και ο άλλος θα καταστεί πανοραμικά παρών τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό μας χωρόχρονο.

Μια τέτοια δεξίωση του άλλου έχει, βέβαια, για τη φιλοσοφία (τουλάχιστον για τη φιλοσοφία του Μαριόν) και τις θεολογικές της συνέπειες: τη ριζικοποιημένη εκδοχή της ερωτικής αναγωγής δεν την εφαρμόζει (ακριβέστερα: δεν εναπόκειται να την εφαρμόσει) μόνο το γυμνό εγώ, αλλά και ο θεός, που αγαπά απείρως καλύτερα από τον άνθρωπο, τον οποίο και νικά κατά κράτος ως εραστής (το έσχατο στάδιο της ερωτικής αναγωγής), αφού είναι ως εξ ορισμού απαλλαγμένος από την πλάνη και το σφάλμα. Δεν είμαι βέβαιος πως μπορώ να παρακολουθήσω τον Μαριόν ώς το έσχατο στάδιο της ερωτικής αναγωγής, μια κι έχω την αίσθηση πως εδώ το γυμνό εγώ εγκαταλείπει το πεδίο από την πίσω πόρτα. Εκείνο, όμως, το οποίο έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην προσέγγισή του, πέρα από τα θεολογικά, είναι η άρνηση του ατομικισμού και του αποχαλινωμένου εγωισμού υπέρ ενός διαρκούς εκκοινωνισμού, ο οποίος αναδεικνύει ως κεντρική και απαράγραπτη διαδικασία του την επαφή και την επικοινωνία με τον άλλο. Παραλαμβάνοντας από τον Ρικέρ τη λειτουργία της συνομιλίας ως αδιάλειπτης ανταλλαγής ερωταποκρίσεων οι οποίες διευκολύνουν τη συνεύρεση και τη συμπόρευση των εταίρων, και από τον Λεβινάς τη λειτουργία του άλλου ως ανάδειξης και ενσάρκωσης του απείρου, ο Μαριόν μετατρέπει τον έρωτα σε παιχνίδι μιας έντονα αλληλέγγυας ατομικότητας, που ακόμη κι αν μας κρατάει κάπως διστακτικούς απέναντι στην πλαγίως υπερβατική της βάση (η αγάπη με θεολογικές ή μη αποχρώσεις προκύπτει, όχι ως ενόραση ή άγγιγμα των γυμνών ανθρώπων και πραγμάτων, αλλά, ολοφάνερα, ως ένα διακύβευμα του φιλοσοφικώς νοείν), δεν μπορεί παρά να μας θέλξει και να μας δελεάσει με τη βαθύτερη κοινωνικοπολιτική της σημασία.

 

 

Είναι ο έρωτας δημοκρατικός;…

«Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις παποίηκε», είπε ο Αλκιδάμας 2.500 χρόνια πριν κι ο υπαρξιστής Ζαν Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».  Σωστά τα των φιλοσόφων περί της ελευθερίας του ανθρώπου, με μια διαφορά όμως: ότι στο μόνον που ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του είναι ο έρωτας!

Είναι, λοιπόν, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός; Η απάντηση βγαίνη άμεση κι αυθόρμητη: Καθόλου, ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία! Συμβιβάζεται ο έρωτας με την ελευθερία; Δεν συμβιβάζεται, διότι καθόσο διαρκεί μας «κατέχει», είμαστε «υποτακτικοί» του, κι απέναντι σ’ έναν κατακτητή οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας διασαλεύονται, κι αν δεν αφανίζονται, υπολείπονται πολύ του πραγματικού νοήματός των.

Οι «αρρώστιες» του: ζήλεια, κτητικότητα, μοναδικότητα ή καμιά φορά και απιστία δεν είναι καθόλου δημοκρατικές! Ο έρωτας αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας, αφού το ν’ αγαπάς σημαίνει να προτιμάς!.. Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι μια “φυλακή”! Ο ένας θέλει να επιβληθεί επί του άλλου, να τον κάνει κτήμα του, να τον εξουσιάζει. Όμως μέσα σ’ αυτήν την ωραία “φυλακή” αναπνέουμε άπαντες, σ’ αυτήν την ίδια οφείλουμε να μάθουμε να ερωτεύομαστε, να πενθήσουμε και να υμνήσουμε την ιδιότητά μας του “δεσμώτη”!

”Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας”, έλεγε σ’ ένα ποίημά του ο Αραγκόν. Στην πραγματικότητα όμως, για όσο διαρκεί, κι όποιες μεταπτώσεις και να έχει, ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι ένα πάθος (για την/τον αγαπημένη/νο), με τα ευτυχή και δυστυχή που μπορεί να περικλείει. Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!», (από συνέντευξη του Πασκάλ Μπρικνέρ)…

«”Τι εστί έρως, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο οποίος αφού τον βίωσε όσο κανείς άλλος ίσως απαντούσε: έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης. Τέρας θεϊκό, που ορίζεται μόνον διαμέσου των παράδοξων. Ο έρωτας είναι η απάντηση σε όλα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος είναι και η ερώτηση. Έρωτας λοιπόν σημαίνει έρωτας”.

Ο Ησίοδος γράφει στη Θεογονία του: “…και ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, ο λυσιμελής, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα.”…”Δαίμονα” τον αποκαλεί ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, λοιδορώντας το παράδοξό του, “ανίκατος  μάχαν” κατά τον Σοφοκλή, “παγίδα” κατά τους Σοπενάουερ και Χάρτμαν, και “διά του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα”, θεωρούσε ο Εμπεδοκλής!

Και η Σαπφώ: “…με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη, τι θέλω μήτε ξέρω, δυο γνώμες είναι μέσα μου, σταγόνα τη σταγόνα ο πόνος στην ψυχή μου…Ο έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο έρωτας που παραμύθια πλάθει, μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας ”!

Ο Πλούταρχος για τον έρωτα:

«Ο έρως ούτε την γένεσιν εξαίφνις λαμβάνει και αθρόαν ως θυμός, ούτε παρέχεται ταχέως, καίπερ πτηνός λεγόμενος, αλλ’ εξάπτεται μαλακώς και σχεδόν οίον εντήκων εαυτόν, αψάμενός τε της ψυχής παραμένει πολύν χρόνον, ουδ’ εν γηρώσιν ενίοις αναπαυόμενος αλλ’ εν πολλιαίς ακμάζων έτι πρόσφατος και νεαρός, αν δε και λήξη και διαλυθή, χρόνω μαρανθείς ή λόγω τινί κατασβεσθείς, ούπω παντάπασιν εξαπήλλακται της ψυχής αλλ’ εναπολείπει πυρίκαυτον ύλην κσαι σημεία θερμά, καθάπερ οι κεραυνοί οι τυφόμενοι.

Λύπης μεν γαρ ουδέν απαλλαγείσης ίχνος εν τη ψυχή παραμένει σύνοικον ουδ’ οργής τραχείας πεσούσης, συστέλλεται δε και φλεγμονή επιθυμίας παρεχούσης τραχύ κίνημα, τα δ’ ερωτικά δήγματα, καν αποστή το θηρίον, ουκ εξανίησι τον ιόν, αλλ’ ενοιδεί τα εντός σπαράγματα, και αγνοείται τι ην, πώς συνέστη, πόθεν εις την ψυχήν ενέπεσεν».

(Ο έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, θουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σα να λειώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίξει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό, και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε κι όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαλερός, ακόμη κι αν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από το χρόνο ή ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη, όταν πάψουμε να είμαστυε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας όταν υποχωρήσει, η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια κι αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από πού εφόρμησε εναντίον της ψυχής.)

(μτφ Τάσου Νικολαϊδη, επιλογή από το έργο του Πλούταρχου, εκδ. Στιγμή)

 

Παλατινή ανθολογία, έξι ερωτικά ποιήματα!!!! Τα ποιήματα που αποδίδονται εδώ αντλούνται από το 5ο Βιβλίο, όπου έχουν αποθησαυριστεί πάνω από 300 ερωτικά επιγράμματα:

1. «Ειθ’ άνεμος γενόμην, συ δε στείχουσα παρ’ αγάς

στήθεια γυμνώσας και με πνέντα λάβοις»

(Α, να γινόμουν άνεμος, κι εσύ, στο κύμα δίπλα κυματίζοντας

Το στήθος σου να γύμνωνες, κι ως πνέω να με δεχτείς)! (αγνώστου)

 

2. «Είθε ρόδον ας γινόμην πορφυρόν, όφρα μεν χερσίν

Αρσαμένη χαρίση στήθεσι χιονέοις»!

(Ρόδο ας γινόμουν πορφυρό, και να με δερέψεις

στο στήθος το χιονόλευκο να μ’  αποθέσεις δώρο)! (αγνώστου)

 

3. «Κάποια Δημώ από την Πάφο ερωτεύτηκα, πού το παράδοξο.

Κι άλλη Δημώ από τη Σάμο, φυσικό.

Τρίτη Δημώ από τη Νάξο, δε χωρατεύω.

Πάλι Δημώ, την τέταρτη, από την Αργολίδα.

Για τούτο και μ’ ονόμασαν Φιλόδημο οι Μοίρες:

για μια Δημώ πόθος, φωτιά πάντοτε με κατέχει »!

(Ηράσθην Δημούς Παφίης γένος, ου μέγα θαύμα

και Σαμίην Δημούς δεύτερον, ουχί μέγα

και πάλιν Ναξιακής Δημούς τρίτον, ουκέτι ταύτα

παίγνια, και Δημούς τέταρτον Αργολίδος.

Αυταί που Μοίραι με κατενόμασαν Φιλόδημον

Ως αιεί Δημούς θερμός έχοι με πόθος)

(Φιλόδημος ο Γαδαρηνός)

 

4. «Το βλέμμα σου της Ήρας, τα χέρια σου της Αθηνάς, Μελίτη.

Της Αφροδίτης οι μαστοί σου, και τα σφυρά της Θέτιδας.

Μακάριος που σε θωρεί, και που σ’ ακούει τρισόλβιος.

Ημίθεος που σε φιλεί, θεός ο εραστής σου.»!

(Ρουφίνος)

 

5. «Σαγήνη το φιλί σου, και φλόγα η ματιά σου. Τιμάειον.

Το βλέμμα σου με καίει. Και το άγγιγμάσου με αιχμαλωτίζει.»!

(Μελέαγρος)

 

6. «Δεινός, δεινός ο Έρωτας. Μα τι να κλαίω,

μα τι να λέω πάλι και πάλι ο  «δεινός ο Έρωτας»;

Ένα παιδί είναι, γελάει και τέρπεται που τον κακίζουν,

τον λοιδορούν κι αυτός ακμάζει.

Θαύμα θαρρώ πως είναι: απ’ το γαλάζιο κύμα

Κύπριδα, αναδύθηκες, και γέννησες το πυρ.»!

(Μελέαγρος)

 

– Τ. Λειβαδίτης, «Ο αιώνιος διάλογος»

«Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα τούβαλε ψωμί στο τραπέζι.

Κι όταν ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.

Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω.

Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι.

Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους

Κι η γυναίκα ανέβηκε σαν έτοιμη για θυσία.

Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή το μαστό της.

Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.

Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.

Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.

Και ο άντρας είπε: θάθελα να ‘μαι θεός.

Και η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.

Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.

Και μια μέρα καινούρια ξημέρωσε».

 

Τ. Λειβαδίτης, «Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος»

«Η πόρτα άνοιξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.

Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή. Χιόνιζε.

Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε από το παράθυρο.

Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει

Το λίγο φαϊ που ‘χε απομείνει. Όταν πλάγιασαν

ο άντρας της χούφτωσε τα στήθια. Ήθελε να ξεχάσει.

Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει. Μα ήταν νέα ακόμα.

Τέλειωσαν, χωρίς καν να φιληθούν.

Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά

μες στο σκοτάδι κι αποκοιμήθηκε.

Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας

στην άκρη της κάμαρας, απόμερα, έκλαψε.

Έξω, χιόνιζε».

 

 

Τρία ερωτικά ποιήματα για τις γυναίκες που ερωτευτήκαμε: Νίκος Εγγονόπουλος, Έκτωρ Κακναβάτος, Βύρων Λεοντάρης…

 

Ν. Εγγονόπουλος, «Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες που αγαπούμε»

«Αφού το θέλεις γυναίκα αρμονική κι ωραία/…πέσε στα χέρια μου και χάρισέ μου/ τη θλίψη του πράσινου βλέμματός σου/ τη βαθιά πίκρα των κόκκινων χειλιών σου/ τη νύχτα των μυστηρίων που είναι πλεγμένη μέσα στα μακριά μαλλιά σου/ τη σποδό του υπέροχου σώματός σου»!…Ν. Εγγονόπουλος, «Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες που αγαπούμε»!…“Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια/ έρχονται και μας βρίσκουνε τις νύχτες, όταν βρέχει/ με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας

μες στα μαλλιά μας εισχωρούν βαθιά και τα κοσμούνε σα δάκρυα

σαν ακρογιάλια φωτεινά, σα ρόδια./ Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε κύκνοι

τα πάρκα τους ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας/ ειν’ τα φτερά τους τα φτερά αγγέλων…/Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε λίμνες/ στους καλαμιώνες τους τα φλογερά τα χείλη μας σφυρίζουν/ τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους…

Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν σημαίες/ στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν

τα μακριά μαλλιά τους λάμπουνε τις νύχτες/ μες στις θερμές παλάμες τους κρατούνε

τη ζωή μας…/ τα χρώματά τους είναι τα λόγια της αγάπης/ τα χείλη τους είναι ο ήλιος το φεγγάρι…/ ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε δάση/ κάθε δέντρο τους ειν’ κ’ ένα μήνυμα πάθους/ σαν μέσα σ’ αυτά τα δάση μας πλανέψουνε τα βήματά μας και χαθούμε/ τότες είναι ακριβώς που βρίσκουμε τον εαυτό μας και ζούμε/ κι όσο από μακριά ακούμε νάρχονται μπόρες/ ή και μας φέρνει ο άνεμος τις μουσικές και τους θορύβους της γιορτής/ ή τις φλογέρες του κινδύνου/ τίποτε δεν μπορεί πια να μας φοβίσει/ ως οι πυκνές οι φυλλωσιές ασφαλώς μας προστατεύουν/ μια που οι γυναίκες π’ αγαπούμε είναι σα δάση./ Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σα λιμάνια/ μόνος σκοπός προορισμός των ωραίων καραβιών μας/ τα μάτια τους ειν’ οι κυματοθραύστες/ οι ώμοι τους ειν’ ο σηματοφόρος της χαράς/ οι μηροί τους σειρά αμφορείς στις προκυμαίες/ ειν’ τα κύματά τους οι υπέροχες θωπείες…/ Έχουν οι γυναίκες π’ αγαπούμε θεία την ουσία/ κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας τις κρατούμε/ με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ’ όμοιοι/ στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι/ τίποτε δεν ειν’ πια δυνατό να μας κλονίσει/ με τα λευκά τους χέρια αυτές γύρω μας γαντζώνουν/ κι έρχονται όλοι οι λαοί, τα έθνη και μας προσκυνούνε/ φωνάζουν αθάνατο στους αιώνες τ’ όνομά μας/ γιατί οι γυναίκες π’ αγαπούμε την μεταδίδουν και σε μας αυτή τη θεία τους ουσία ”!

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα τ. β’, εκδ. Ίκαρος)

 

Έκτωρ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: «Του έρωτα»

1. “Με κούρσεψαν τα χρώματα/ ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

λιθρίνι μες στον κόλπο σου πώς σπαρταράω για το κίτρινο

ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

όταν σου λύνω την ταινία του ουρανού

και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

2. Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία/ που σπαρταρούσες.

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πο΄θος μας

χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

καλπάζανε που σπαρταρούσες.

 

3. Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

κι η γλώσσα μου καρίνα να μελετά τα ρεύματα, να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα/ κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μού λιώνουνε τα δάχτυλα/ μα κρούω, κρούω

και μου μιλά/ ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.

 

4. Ήσουν έξαψη του ακόντιου/ Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν/ Καρφωμένη τώρα μέσα μου

ως τρέμει το καρυόφυλλο/ συνέχεια τρέμεις/ κι εγώ στη μέθην όλος.

 

5. Εγώ είμαι της θύελλας/ γι αυτό σ’ αγαπώ

είμαι της λαίλαπας/ γι αυτό σ’ αγπώ

είναι που εντός μου είσαι η δύνη

είναι που έσπασες τον άξονα/ που κράταγε την τάξη

κι όλα γίναν ιαχές/ νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα/ γι αυτό σ’ αγαπώ.

………………………………

8. Ω αρπίστρια του νου μου/ στις φλέβες μου

άπιαστη σαϊτα σαν με κοιτάζεις.

 

9. Τι βουητό βυθού/ τι έλξη στο λαβύρινθό μου/ το όναμά σου.

 

10. Στο κρύφιο χώμα μου/ το άγιο τ’ απάτητο

τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου

 

11. Λες τον έρωτα δεσμώτη/ λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω τ’ αλλουνού/ για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

12. Άμοιρη δεν το ‘ξερες/ που ήμουνα γυάλινος

πως θα γινόμουν θρύψαλα/ πριν καν μ’ αγγίσεις”!

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση ελλήνων ποιητών, εκδ. Καστανιώτης)

 

Βύρων ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ:

«Να ‘χυνες τα χέρια σου

μέσα σ’ αυτή τη φοβερή πληγή

ν’ απίθωνες μιαν υγρασία φιλιού στο μέτωπό μου

μ’ ένα χαμόγελο να μου έπλυνες τα μάτια

κόρη με τα χρυσάνθεμα μαλλιά

χέρια από αγιόκλημα/αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά

άνοιξη ανάμεσα στα χέρια της Αγάπης…

Να ‘σκυβες με μια θάλασσα φτερούγα πάνω μου!..

Θα σε κρατούσα σαν φλύαρο νερό στις φούχτες μου

σαν φυλλωσιά από άστρα.

Θ’ ανέμιζα, έπειτα, το φόρεμα της αστραπής σου στον κόσμο

κατάματα στο θάνατο προτού χυθώ

βροχή απ’ τα μάτια μου στα μάτια σου

βροχή απ’ το σώμα μου στο σώμα σου…

Έπειτα θα μπορούσα ακόμα και να σε ξεχάσω

αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά

ανοιξη στα χέρια της Αγάπης.

Μα έχεις και συ ανάμεσα στα φρύδια/την ίδια σπαθιά πίκρας

τον ίδιο κόμπο υπομονής στα χείλη σου δαγκώνεις

καίει τα χέρια σου ο ίδιος λυγμός τιμόνι-Πρόσεχε!…

Τρέμεις σαν δάκρυ σε βασανισμένο βλέφαρο

η κόμη σου αντηχεί στον άνεμο-μια μυρουδιά δαφνόφυλλου

υποφέρεις από νιότη….

Έχεις και συ την ίδια ουλή ανάμεσα στα φρύδια.

ακόμα ένα βουνό, ακόμα ένα βάλτο

να πηδήσουμε κι αυτό το κύμα

να περάσουμε κι αυτή τη πτυχή αηδίας

ακόμα ένας χειμώνας, ακόμα μια άνοιξη

ακόμα ένας σφυγμός!

Τα χέρια σου μυρίζουνε τα μανταρίνια όλης της γης

συνωμοσία χαμόγελου ξυπνάει στο πρόσωπό σου.

Δε θα βουλιάξεις! Στις κακοτοπιές

ένας ήλιος σε κρτάει από τις μασχάλες.

(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, εκδ. Ύψιλον)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: