Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Αμερικάνοι ποιητές (Η.Π.Α)

koraki                                

 

 

 

                      ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΛΑΝ ΠΟΕ

                                   

                           ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

 

                                  

 

  

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. «Κανένας ξένος», σκέφτηκα «οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο».


Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα.

thumb_1080505
Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: «Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι».


Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, «Κύριε» είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα» κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.


Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι «Ελεονόρα» μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.


Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. «Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.


‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

thumbnailgenerator15
Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. «Χωρίς λοφίο», ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!» Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια».


Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: «Ποτέ πια».


Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του από τις λέξεις: «Ποτέ πια», γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: «Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις». Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια».


Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. «Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘καμε να λέει λυπητερά το «Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα».


Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: «Ποτέ Πια!».


Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει πια!


Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος από ‘να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. «Ναυαγισμένε» φώναξα, «αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε». Και το Κοράκι είπε: «Ποτέ από δω και πια!».

thumb_713084
Είπα: «Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!», μα κείνο απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!»


«Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»; Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!».


«Ας γίν’ η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις», εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. «Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που ‘χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!» Και το Κοράκι απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!».

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια!

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

   sitnikov                

 

                                    Έντγκαρ Άλλαν Πόε

 

                                                     ‘Αναμπελ Λη

Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
σ’ ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ’ όνομά της
‘Αναμπελ Λη, θα το ‘χετ’ ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
να μ’ αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ’ ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
σ’ ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
η ‘Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι’ αυτό -περάσανε πια χρόνια-
που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ’ τα νέφη στην ωραία μου
‘Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ’ αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
τη πήραν και μ’ αφήσαν μοναχό,
σ’ ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
την ευτυχία, ζηλέψαν και γι’ αυτό-
Ναι! Και γι’ αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ’ αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ’ άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ’ οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
κι ουτ’ οι δαιμόνοι κάτω απ’ το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
να τη χωρίσουν διόλου απ’ τη ψυχή
της ωραίας μου ‘Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου ‘Αναμπελ Λη.
Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ’ αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
της ωραίας μου ‘Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης

 
 

 

 thumb_1284524

 

 

 

 

ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ

 

                                ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

 

 

                                                       (απόσπασμα)

 

Για τον Καρλ Σόλομον

 

 

show_image_in_imgtagca4mqdn7 Ι. Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση, χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας, που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές του πολέμου, που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο μέσ’ απ’ τον τοίχο… … …
thumb_1123620
… Ω Καρλ, όσο εσύ δεν είσαι ασφαλής δεν είμαι ούτε εγώ, και τώρα είσαι
στ’ αλήθεια μέσα στη ζωική σούπα του χρόνου –
και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους
κυριευμένος από την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης του καταλόγου του μέτρου και του δονητικού πεδίου, που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα και συνένωσε τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της
συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση του
Pater Omnipotens Aeterna Deus
για να δημιουργήσει πάλι το μέτρο
και την σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας
και να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και
τρεμάμενος από ντροπή, απορριμμένος μα εξoμολογώντας
την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο
γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος,
θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί
στον χρόνο μετά τον θάνατο,
και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ μέσα στον χρυσοκέρατο ίσκιο της μπάντας και έπαιξε τον πόνο του
γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ’ ενός σαξόφωνου την κραυγή ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί που ρίγησε
τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο,
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ’ τα κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια.

 

thumb_8428381 

 

SYLVIA PLATH- ποιήματα

 

 

Γράμμα το Νοέμβριο

 

 

Αγάπη μου, ο κόσμος

ξαφνικά αλλάζει, αλλάζει χρώμα. Το φως του δρόμου

ξεχύνεται σκίζοντας τους μακρόστενους

καρπούς του ψυχανθούς εννιά η ώρα το πρωί.

Είναι η Αρκτική.

 

Αυτός ο μικρός ο μαύρος

κύκλος, με την  καστανόξανθη μεταξένια χλόη του – μαλλιά

      μωρού.

Υπάρχει στον αέρα ένα πράσινο,

απαλό, απολαυστικό.

που με θάλπει τρυφερά.

 

Είμαι ξαναμμένη και ζεστή.

Νομίζω πως είμαι τεράστια,

είμαι τόσο βλακωδώς ευτυχισμένη,

οι γαλότσες μου

πλατσουρίζουν  και πλατσουρίζουν βαθιά μέσα στο όμορφο κόκκινο.

[…………………………………………………..]

 

Ω αγάπη μου, ω άσπιλε.

Κανείς εκτός από μένα

δεν περπατά σε τούτο τον υγρότοπο μέχρι το κόκαλο βρεγμένος.

Τα αναντικατάστατα

χρυσαφιά ματώνουν και βαθαίνουν, τα στόματα των Θερμοπυ-

        λών.

 

(Σίλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 

p1912 

 

                           ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

 

Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι

η μαμή σάπισε τις πατούσες σου

και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοι-

         χεία.

 

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. Καινού-

          ριο άγαλμα.

Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου

σκιάζει την ασφάλειά μας. στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοί-

        χοι.

 

δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου

από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατο-

           πτρίσει την ίδια του την αργή

εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.

 

Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα

πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και

          αφουγκράζομαι:

μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.

 

Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, βαριά και λου-

       λουδάτη

μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.

 

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το τετράγωνό του

        παραθύρου

 

Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. Και τώ-

         ρα δοκιμάζεις

μια χουφτίτσα νότες.

Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.

 

(Σίλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 

 thumb_11077801

e. e. cummings

 

 

 

                (33 ποιήματα)

                                 

             

                 ποίημα  12

 

Αφού το συναίσθημα έρχεται

πρώτο

αυτός που προσέχει έστω και

λίγο

τη σύνταξη των πραγμάτων

απόλυτα ποτέ του δεν θα σε

φιλήσει

 

απόλυτα να ‘μια τρελός

τώρα που η άνοιξη είναι εδώ

 

το αίμα μου αποδέχεται,

και τα φιλιά είναι καλύτερη

μοίρα

απ’ τη σοφία

στ’ ορκίζομαι κυρία σ’ όλα τα

λουλούδια. Μην κλαις

– η καλύτερη χειρονομία του

μυαλού μου αξίζει λιγότερο απ’

το

πετάρισμα των βλεφάρων σου

που λέει

 

είμαστε ο ένας για τον άλλο:

ύστερα

γέλασε, γέρνοντας στα χέρια

μου

γιατί η ζωή δεν είναι

παράγραφος

 

Κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι

παρένθεση

 

(e. e. cummings,33x 3x 33,

μετάφραση Χ. Βλαβιανός, εκδ.

Νεφέλη)

 

 thumb_1124132

                  

                               Ποίημα  28

 

Βούτηξε για όνειρα

αλλιώς ένα σύνθημα μπορεί να

σε ανατρέψει

(τα δέντρα είναι οι ρίζες τους

και ο άνεμος είναι άνεμος)

 

εμπιστέψου την καρδιά σου

αν οι θάλασσες πάρουν φωτιά

 

(και ζήσε με την αγάπη

 

έστω κι αν τ’ αστέρια

περπατούν προς τα πίσω)

 

να τιμάς το παρελθόν

 

αλλά να καλωσορίζεις το

μέλλον

(και χόρεψε τον θάνατό σου

ως το πρωί σ’ αυτό το γάμο)

 

μη δίνεις σημασία σ’ έναν

κόσμο

γεμάτο τιποτένιους ή ήρωες

(γιατί στο θάνατο αρέσουν τα

κοριτσάκια

και το αύριο και η γη)

 

(e. e. cummings,33x 3x 33,

μετάφραση Χ. Βλαβιανός, εκδ.

Νεφέλη)

 

 

thumb_11420671 

e cammigs

 

 

[Αν υπάρχουν ουρανοί..]

 

Αν υπάρχουν ουρανοί έναν θα ‘χει (μόνη της) η μητέρα

μου. Δεν θα ‘ναι ουρανός με πανσέδες

ούτε ουρανός με ντελικάτα κρινολούλουδα μα

μα θα ‘ναι ένας ουρανός με βαθυκόκκινα ρόδα

 

ο πατέρας μου (βαθύς σα ρόδο

υψηλός σα ρόδο)

 

θα στέκει πλάι της

 

(λυγίζοντας επάνωθέ της

σιωπηλός)

με μάτια που αληθινά είναι πέταλα χωρίς να βλέπουν

 

τίποτε με όψη ποιητή που αληθινά είναι

λουλούδι κι όχι όψη με

χέρια

που θα ψιθυρίζουν

Αυτή είναι η αγαπημένη μου

                      (ξάφνου μες στο ηλιόφως

θα υποκλιθεί

και όλος ο κήπος θα υποκλιθεί)

 

Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Θεοδόσης Άθας

 

 

 

 

 712

e cammigs

 

 

[Το φεγγάρι…]

 

Το φεγγάρι είναι κρυμμένο

στα μαλλιά της.

Το

κρίνο

των ουρανών

γεμάτο απ’ όλα τα όνειρα,

κατεβαίνει.

 

Καλύψτε τη στιγμή της στο τραγούδι

κλείστε τη με λεπτά περίτεχνα πουλιά

πλάι σε μαργαρίτες και λυκόφωτα

Ολοκληρώστε την,

 

Αφηγηθείτε

πάνω απ’ το

κορμί της

μουρμουριστά ένα-

 

ένα τα μαργαριτάρια της βροχής.

 

Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Θεοδόσης Άθας

 

 

 

 

 

pop_painting02_06 

 

 

Λώρενς ΦΕΡΛΙΓΚΕΤΤΙ

 

      Dove sta Amore

(Πού βρίσκεται ο έρωτας)

 

Dove sta Amore

πού πλαγιάζει ο έρωτας

 Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας

το δαχτυλίδι περιστέρι ο έρωτας

σε λυρική απόλαυση

άκου του έρωτα το τραγούδι στο βουνό

του έρωτα το αληθινό τραγούδι της επιθυμίας

του έρωτα το σιγανό απλό τραγούδι

πολύ γλυκό του πόνου τραγούδι

σε περάσματα της νύχτας

Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας

το δαχτυλίδι περιστέρι ο έρωτας

Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας.

 

Λώρενς Φερλιγκέττι, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη

 

 

  Λώρενς ΦΕΡΛΙΓΚΕΤΤΙ

 (ποιητής του κινήματος των μπητ)

 

Έλα γείρε μαζί μου και γίνε η Αγάπη μου

 

 

Έλα γείρε μαζί μου και γίνε η Αγάπη μου

γείρε μαζί μου αγάπη

ξάπλωσε μαζί μου

κάτω από το κυπαρίσσι

στο γλυκό χορτάρι

εκεί που γέρνει ο άνεμος

εκεί που πεθαίνει ο άνεμος

καθώς η νύχτα περνά

έλα γείρε μαζί μου

όλη νύχτα μαζί μου

και χόρτασε να μου μιλάς

και χόρτασε κάνοντας έρωτα

και άσε τη σαύρα μου να σου μιλά

και άσε τους εαυτούς μας να μιλούν

όλη νύχτα κάτω από το κυπαρίσσι

χωρίς να κάνουμε έρωτα.

 

Λώρενς Φερλιγκέττι, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη

 

 

 

thumb_1065710 

 

 

 

 

Άμυ ΛΟΟΥΕΛ

 

 

Ποιήματα για την Άντα Ράσελ

 

ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

 

Όταν ήρθες ήσουνα σαν το κόκκινο κρασί και το μέλι

Κι η γεύση σου φλόγιζε με τη γλύκα της το στόμα μου.

Τώρα είσαι σαν το πρωινό ψωμί,

Τραγανό κι ευχάριστο.

Χόρτασα πια τη γεύση σου. Με δυσκολία σε δοκιμάζω.

Μ’ έχεις όμως θρέψει καλά.

 

 

ΟΠΑΛΙ

 

Είσαι ο πάγος κι η φωτιά

Τα’ άγγιγμά σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι…

 

Όταν είμαι κοντά σου

Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα

Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.

 

 

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΡΟΖΜΑΡΙ

 

Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου

Όταν σε σκέφτομαι

Βλέπω μονάχα τα χέρια σου

Τα χέρια σου

Που ράβουν

Που κρατούν ένα βιβλίο

Που στέκουν για ένα λεπτό

Στην ερημία κάποιου παραθύρου,

Τα μάτια σου πάντα κρατούν

Την όψη των χεριών σου,

Αλλά η καρδιά μου κρατάει

Τον ήχο της φωνής σου

Και την απαλή λαμπρότητα

Που είναι η ψυχή σου.

 

Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα

 assets_large_t_1463_289134_type11481

 

 

 

 

 

 

Τζων ΑΣΜΠΕΡΥ

 

 

Αν τα πουλιά ήξεραν

 

 

 

Φέτος είναι καλύτερα.

Και τα ρούχα που φορούν

στον γκρίζο χέρσο ουρανό μας

πιθανότητα αλλαγής δεν υπάρχει

γιατί τα αληθινά κομμάτια είναι εδώ.

Ήμουν λοιπόν ευτυχής

που η ομίχλη μ’ έφερε σε σένα

απροσδιόριστο καλοκαιρινό πράγμα

φαγωμένο από τη θλίψη

και πέρασμα – εκεί που είσαι.

Έτοιμος ο τροχός να γυρίσει ξανά.

Όταν θα ΄χεις φύγει θα φωτίσει

η σκιά των αχτίνων να πνίξει την αναχώρησή σου

εκεί που πένθιμες καμπάνες του καλοκαιριού

κουβεντιάζουν με τη γινομένη αυγή.

Υπάρχει εντέλει κάτι σαν υπόσχεση

στην υπόθεση του καιρού που περιμένει.

Μάθαμε να μην κουραζόμαστε

ανάμεσα στα φετινά φανάρια του ύπνου

όμως κάποιος πληρώνει – καμία διαφάνεια

δεν μας σκλήρυνε πριν σε μακριές αποβάθρες σιωπής

και φράχτες κατανοήσεως, δύσκολα περνώντας

απ’ το ΄να μάθημα στο άλλο

κι η ψυχρότητα της συνέπειας της ζωής μας,

ευλάβεια στον κίνδυνο τον άσπιλο.

Ένα φύλλο θα ‘χε φτιάξει

την ταραχή της ατμόσφαιρας

όμως εκεί ψηλά πάνω απ’ την κοιλάδα

σκόρπια σύννεφα που μόλις έπληξαν τα βράχια

κι αυτός που ενέχεται

στα ηλιόλουστα χωράφια να παρελαύνει αργά

όχι μόνο σα να μην υπήρχε κίνδυνος κανένας

αλλά και σαν να ήταν τα πουλιά μέσα στον κόλπο.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

Τζων ΑΣΜΠΕΡΥ

 

 

Λάθη

 

 

Ζηλοτυπία. Ψίθυροι δελτίων καιρού.

Στο δρόμο βρήκαμε κουτιά

γεμάτα χιόνι, προσάναμμα για τη φωτιά στο σπίτι.

Τι λουλούδι κουδουνίζοντας πάνω στα νερά

μ’ άφησες έκπληκτο. Σαν ο φεγγάρι γεμίσαμε,

σαρκοφάγοι, αργοπορημένοι και φως γεμάτοι

στις χάντρες του χειμώνα. Όλα δυσοίωνα ήταν, φωτεινά.

Πίσω απ’ τα πέπλα του κρεβατιού

οι άσπροι τοίχοι χόρευαν μια βίαιη μεταμέλεια.

Υποσχέσεις, σκεφτόμαστε τότε τις ξερές σου εξώθυρες

τα γείσα τα λαμπρά των παλατιών που κρυφακούνε

ήσουν ραμμένη οδυνηρά πάνω στις ώρες

που το φεγγάρι τώρα σχίζει, χλευάζοντας τ’ ακάθαρτα μέρη.

Κι αγαπά το θετό το βασίλειο. Πάει προς το νερό

το αμάξι να σκορπίζει μέσα στις ομίχλες.

 

                                        Επιθυμία

εξευγενίζει τις γραμμές στο στόμα

σ’ αυτά τα διαλείμματα των δέκα χρόνων. Άχνιζε

αέρας καθαρός πολέμων.

Επιθυμούσε υπερβολές ουσίας. Κι από παντού

αντλούσε μιαν άρνηση στιλπνή.

Όμως για δες, μέρα χλωμή

Από εδώ πετάμε. Για να γυρίσουμε

αν είναι γραφτό στη σιωπή του προφήτη.

Ποιος αμφιβάλλει ότι είναι αληθινό;

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 esterne071211020704121143_big

 

 

ΆΪ

 

 

Πριν να φύγεις

 

 

Βάζω το μπολ με τα ωμά λαχανικά πάνω στο τραπέζι.

Ξέρεις είμαι ώριμη τώρα.

Μπορείς να με δαγκώσεις, δε ματώνω,

μόνο βγάλε μου το κιμονό. Φάε κι έπειτα, εμπρός, φεύγα.

Δε θα μου λείψεις, αλλά τούτη την ώρα μονάχα

σήκωσέ με από τα πισινά

και πίεσέ με δυνατά στην κοιλιά σου απάνω.

Γιόμισε το λαγούμι μου με το μουγκρητό

που κρατάς πίσω απ’ το φερμουάρ στο παντελόνι μέσα

κι όταν τελειώσεις μην ανησυχείς, θα σταθώ.

Είμαι μια φοράδα. Κάθε καρφί

στις οπλές μου φοράει το πρόσωπό σου,

αλλά, λύκε, ούτε συ δεν μπορείς να με γονατίσεις.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

ΆΪ

 

 

Γυναίκα σε άνδρα

 

 

Ο κεραυνός χτυπά τη στέγη,

χώνει το μαχαίρι, σκοτάδι,

βαθιά στους τοίχους.

Ματώνουν φως, μας περιχύνουν

και το πρόσωπό σου η βεντάλια αναδιπλώνει

για να μη δω πόσο φοβάσαι

μαζί μου να ‘σαι.

Δεν γινόμαστ’ ένα ούτε στο κρεβάτι,

όπου πάντα καταλήγουμε.

Δεν χρειάζεται να το κρύψουμε:

Είσαι χιόνι, είμαι κάρβουνο,

έχω ουλές να τ’ αποδείξω.

Αλλά άνοιξε το στόμα σου

θα σου δώσω μια γεύση από μαύρο

που δε θα την ξεχάσεις.

Για λίγο θα την αφήσω να σε κάνει δυνατό,

να λιονταρέψει η καρδιά σου,

κι ύστερα θα την πάρω πίσω.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 buc6-cebccf80cebfcf85cf83cf84-1

 

 

ΆΪ

 

 

Μια γυναίκα 43 χρονών αυνανίζεται

 

 

Θέλω να σκοτώσω τούτο το γυναικείο χέρι

-τα τέσσερα δάχτυλά του, τις τέσσερις σανταποδαρούσες-

ο αντίχειρας τζίτζικας ακολουθεί πιο πίσω

μπήγοντας το νύχι του μέσα μου, όσο ν’ ανοίξω τα πόδια

η παλάμη, σώμα φοβερής αράχνης

βυθίζεται ως την κλειτορίδα

ενώ τα δάχτυλα προχωρούν αργά αργά στον κόλπο…

αλλά κάθε φορά, αφού τελειώσω

τα δάχτυλα, υγρά κι αποχαυνωμένα σέρνονται ως το στόμα μου,

η ακρίδα γλώσσα μου, πετάγετ’ έξω, τα γλείφει

κι εγώ νιώθω ευγνωμοσύνη για μια μικρή γεύση από κάτι.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

Denise LEVERTOV

 

 

Ύμνος στο θεό Έρωτα

 

 

 

Ω Έρωτα, εσύ που σιωπηλά χαμογελάς,

άκουσέ με.

Άσε τη σκιά της φτερούγας σου

να μ’ ακουμπήσει.

Άφησε την παρουσία σου

να με τυλίξει, σαν το σκοτάδι

να ‘ταν κύκνου πούπουλα.

Άσε με να δω το σκοτάδι αυτό

με τη λάμπα στο χέρι,

τον τόπο αυτό να γίνεται

άλλος τόπος

ο ιερός, του πόθου.

 

Νυσταγμένε θεέ,

βράδυνε τους τροχούς της σκέψης μου

για ν’ ακούω μόνο

το χιονένιο σου θρόισμα

σαν με κυκλώνεις.

Κλείσε με μαζί με τον αγαπημένο μου

στον κλοιό- καπνό της δύναμής σου,

για να γίνουμε, ο ένας για τον άλλο,

μορφές φλόγας,

μορφές καπνού,

μορφές σάρκας

πρωτοειδομένες μες στο σούρουπο.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 small_cea3cea4ce91ce98ce9fcea0ce9fcea5ce9bce9fcea3-88_jpg

 

Denise LEVERTOV

 

 

Ο ανεμοστρόβιλος

 

 

 

Οι πόρτες όλο κροταλίζουν. Χώνω

ποιήματα ανάμεσα στα δόντια τους

να τις σταματήσω. Η καφέ σκόνη

στροβιλίζεται έξω απ’ το παράθυρο, αφήνει

τον πεθαμένο αγρό, σκιάζει τις κουρτίνες,

συστρέφεται στο βρώμικο κενό

όπου βόθροι και τα πιο πολλά μυρμήγκια,

και πάει πέρα – ξέφραγα βοσκοτόπια, όπου τίποτα

δε θα σταθεί στο δρόμο της για μίλια κι ώσπου

γονατιστή στο τέλος

σε κάποιον ξεροπόταμο θα πέσει. Οι πόρτες

όλο κροταλίζουν. Τρέμω

σύγκορμη, απελπισμένα ψάχνω για ένα ποίημα

για να μπουκώσω τα σαγόνια τους

να σωπάσουν. Ξέρω τι θέλουν:

θέλουν

μ’ όλη την ξύλινη δύναμή τους

να καβαλήσουν τον ανεμοστρόβιλο

πετώντας προς το μεγάλο τίποτα.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Denise LEVERTOV

 

 

 

Ο,τι δεν μπορούσε ποτέ να του πει

 

 

 

Ήθελα

να ξέρω όλα τα κόκαλα της ράχης σου, όλους

τους πόρους απ’ το δέρμα σου,

τις τριχίτσες του κορμιού σου.

Ν’ αφήσω

το δέρμα μου όλο, τα χέρια μου

αστραγάλους, ώμους, στήθια,

ακόμη και τη σκιά μου,

να χαραχτεί για πάντα

μαζί μ’ ό,τι δικό σου

θα μου είναι για πάντα άγνωστο.

Να ‘μια η κούνια του ύπνου σου.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Ann SEXTON

 

 

Εκείνη τη μέρα

 (απόσπασμα)

 

 

Αυτό είναι το γραφείο που κάθομαι

κι αυτό είναι το γραφείο που τόσο αγαπώ

κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται μπροστά μου

εκεί που χτες μόνο το σώμα σου καθότανε μπροστά μου

με τους ώμους του μαζεμένους σαν αρχαίος χορός

με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς ν’ αυτοσχεδιάζει νόμους

με τη γλώσσα του σαν της γάτας ανοιχτά να γλείφει γάλα

με τη γλώσσα του…κι οι δυο μας περιελιγμένοι στη γλιστερή

  ζωή ης.

Αυτά εχτές, την ημέρα εκείνη.

 

Αυτή ήταν η μέρα της γλώσσας σου

της γλώσσας σου που ηρθ’ απ’ τα χείλη σου,

που μου ανοίγουν, μισά ζώα, μισά πουλιά

μαγκωμένα στην εξώπορτα της καρδιάς σου.

Αυτή ήταν η μέρα που ακολούθησα του βασιλιά τις διαταγές

περνώντας απ’ τις κόκκινες και γαλάζιες φλέβες σου

τα χέρια μου κατέβαιναν τη ραχοκοκαλιά, γοργά σαν το

σωλήνα της φωτιάς

Τα χέρια μου στα πόδια σου ανάμεσα όπου αναδεικνύεις

την μέσα γνώση σου,

όπου ορυχεία διαμαντιών είναι θαμμένα κι ανεβαίνουν

για να θάψουν

ανεβαίνουν πιο απροσδόκητα κι απ’ αναστηλωμένη πόλη.

……………………………………………………………….

 

Αυτή ήταν η μέρα του προσώπου σου

του προσώπου σου μετά τον έρωτα,

κοντά στο μαξιλάρι ένα νάνι νάνι.

Λαγοκοιμάσαι δίπλα μου κι αφήνεις την παλιά κούνια

να σταματήσει

η ανάσα μας έγινε μια, έγινε παιδιού ανάσα μαζί

ενώ τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα

στο στόμα σου

ενώ ζωγράφιζα Σ’ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και

στον τυμπανοκρούστη του

και ψιθύριζα «Ξύπνα» και μουρμούρισες στον ύπνο σου

«Σσσ…Τώρα τρέχουμε με τ’ αυτοκίνητο στο Κέιπ ΚΟντ.

Τραβάμε για την Μπουρν Μπριτζ.

Γύρω τώρα στο Μπουρν Σερκλ». Μπουρν!

Τότε σε γνώρισα μέσα στ’ όνειρό σου

και προσευχήθηκα στον καιρό μας

να με διαπεράσεις και να ριζώσεις μέσα μου

και να φέρω στο φως το γέννημά σου, να φέρω

το εσένα ή το φάντασμά σου στο μικρό μου σπιτικό.

Εχτές δεν ήθελα να με δανείζονται

αλλά τούτη είναι η γραφομηχανή που κάθεται μπροστά μου

κι ο έρωτας βρίσκεται στη σημασία του χτες.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Ann SEXTON

 

 

 

Οι βοβμιστές

 

 

Είμαστε η Αμερική

Είμαστε αυτοί που τα φέρετρα γιομίζουν

Είμαστε μπακάληδες θανάτων.

Τους συσκευάζουμε στα καφάσια σαν κουνουπίδια

 

Η μπόμπα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών.

Και το παιδί;

Το παιδί δε χασμουριέται βέβαια.

Και η γυναίκα;

Η γυναίκα λούζει την καρδιά της.

Της την ξεκόλλησαν

κι επειδή είναι καμένη

και σαν μια πράξη τελευταία

την ξεπλένει στο ποτάμι.

Αυτό είναι το παζάρι του θανάτου.

 

Αμερική

Πού είναι τα δικαιολογητικά σου;

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Ann SEXTON

 

 

 

Ο Χριστός πεθαίνει

 

 

 

Από δω ψηλά στην κορακοφωλιά

βλέπω να συνάζεται ένα μικρό πλήθος.

Γιατί μαζεύεστε συμπολίτες μου;

Εδώ δεν έχει νέα.

Δεν είμαι κανένας ακροβάτης

είμαι απασχολημένος με το θάνατό μου.

Τρεις κεφαλές κρεμασμένες

σκαμπανεβάζουν σα φούσκες.

Δεν έχει νέα.

Κάτω εκεί οι στρατιώτες

γελάνε  όπως πάντα γελάνε οι στρατιώτες από αιώνες.

Δεν έχει νέα.

Είμαστε ίδιοι άνθρωποι

εσείς κι Εγώ

ίδια ρουθούνια

ίδια πόδια.

Τα κόκαλά μου είναι λαδωμένα αίμα

όπως και τα δικά σας.

Η καρδιά μου χτυπά σα λαγός σε παγίδα

κι η δικιά σας τα ίδια.

Θέλω να φιλήσω το θεό στη μύτη

και να τον δω να φταρνίζεται

το ίδιο και σεις.

Όχι από αυθάδεια.

Από πείσμα.

Από ξεσυνέρισμα.

Θέλω τον ουρανό να κατέβει στο πιάτο Μου το βράδυ

όπως και σεις.

Θέλω το θεό να με τυλίξει

με τ’ αχνιστά του μπράτσα

όπως και σεις.

Γιατί είμαστε όλο ανάγκη.

Γιατί είμαστε πληγωμένα πλάσματα.

Συμπολίτες μου,

πηγαίνετε σπίτια σας τώρα.

Δεν θα κάνω τίποτα το εξαιρετικό.

Δεν θα εξορύξω τα λευκά Μου μάτια.

Πηγαίνετε τώρα,

τούτη είναι προσωπική υπόθεση,

μια ιδιωτική ιστορία κι ο θεό ξέρει

πόσο λίγο σας αφορά.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 thumb_943793

 

Ann SEXTON

 

 

 

Σιωπή

 

Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή με καταβροχθίζει

 

                            C. K. Williams

 

 

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,

άσπρο σαν το σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού

κι άλλο τόσο σιωπηλό

λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας

που λευκαίνουν στη σελήνη,

άσπιλα σκουπίδια,

κι άλλο τόσο σιωπηλό.

Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου

κι άσπρα φυτά

που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες

βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους

αλλά δε λένε τίποτα.

 

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.

Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά

κι είναι κάρβουνο μόνο.

Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες

είκοσι μάτια ανασυρμένα

απ’ το ηφαίστειο

σε τέλεια σύσπαση.

 

Γιομίζω το δωμάτιο

με λέξεις από την πένα μου.

Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.

Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα

κι επιστρέφουν σαν μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.

Κι όμως υπάρχει σιωπή.

Πάντα σιωπή.

Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

 

Η σιωπή είναι θάνατος.

Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του

να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,

να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια

και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα

του στόματός μου.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

Donald JUSTICE

 

 

Το τηλέφωνο της μούσας

 

 

Νυσταγμένα η μούσα σε μένα; «Ας μείνουμε φίλοι,

καλοί φίλοι, αλλά μόνο φίλοι. Καταλαβαίνεις».

Και χασμουρήθηκε. Και φίλησε για τελευταία φορά τ’ αυτί μου.

Που πριν λίγο, κλαίγοντας στο άγγιγμά μου, είχε ψιθυρίσει:

« Σ’ αγαπούσα κάποτε». Και «όχι, δεν τον αγαπάω αυτόν.

Όχι ύστερ’ από όσα έκανε». Αργότερα,

Ενώ τη βοηθώ να ξανακουμπώσει τη νυχτικιά της:

«Συγγνώμη, είναι που δεν έχω φαίνεται πια πόθο».

Αναστενάζοντας: «Για σένα, εννοώ». Μακριά σιωπή. Τέλος:

«Ήσουνα πάντα τόσο σοβαρός». Οπότε

εγώ χαμογέλαγα, σκοτεινά. Κι έτσι έγινε κι έφτασα

να κοιμάμαι δίπλα της, όχι μαζί της, χωρίς όνειρα.

 

Της τηλεφωνώ πότε πότε, υπεραστικό τώρα.

Και γνωρίζει ακόμα τη φωνή μου, αλλά ακούω,

πάντα από μέσα τη μουσική του γραμμοφώνου της,

το γέλιο των νεαρών με τα κλειδιά τους.

 

Κάπου έχω γραμμένο τον αριθμό της.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 image

 

Γκρέγκορυ ΚΟΡΣΟ

  (μπητ ποίηση)

 

 

    Μπόμπα

(αποσπάσματα)

 

 

 

 

Υποκινητή της ιστορίας. Φρένο του καιρού

Εσύ. Μπόμπα. Παιχνιδάκι του σύμπαντος

Απ’ όλα πιο μεγαλόπρεπη αρπάχτρα

του ουρανού. Δεν μπορώ να σε μισήσω.

Μήπως μισώ το κακόβουλο αστροπελέκι.

Το σαγόνι του γαϊδάρου.

Το ροζιάρικο ρόπαλο του Ένα Εκατομ.

π.χ. Το ραβδί. Τον κόπανο.

Τον μπαλτά. Τον καταπέλτη του Νταβίντσι.

Το τόμαχοκ του Ινδιάνου

Το καριοφίλι του Κιντ

Το στιλ΄’ετο του Ράθμπον

Και, αχ! Το λυπημένο

απεγνωσμένο όπλο

του Βερλέν

του Πούσκιν

του Ντίλιντζερ

του Μπόγκαρντ

Και μήπως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ

δεν είχε ρομφαία

Ο Άι Γιώργης τη λόγχη

Ο Δαβίδ τη σφεντόνα.

Μπόμπα είσαι όσο σκληρή ο άνθρωπος σε κάνει.

Όχι πιο σκληρή από τον καρκίνο. Όλοι σε μισούν.

Κάλλιο να παν από αυτοκίνητο. Από

κεραυνό. Από πνιγμό. Από γκρεμό.

Από ηλεκτρική καρέκλα. Από συγκοπή.

Από γεράματα. Γεράματα. Α μπόμπα.

Κάλλιο να πεθάνουν απ’ ό,τι άλλο παρά από σένα.

Ο δάχτυλος του θανάτου ελεύθερα επαγγέλλεται.

Δεν είναι στο χέρι του ανθρώπου αν λουλουδίσεις

ή όχι. Πάει καιρός που σκόρπισε ο θάνατος

το δικό του απερίφραστο μπλε.

………………………………………………………………………….

 

Α μπόμπα! Α τελεσίδικα λαοπλάνε οργανοπαίχτη

Ήλιος και πυγολαμπίδα ακολουθούν πετώντας

το τρομαχτικό σου βαλς. Ο θεός γυμνός, γελοίος,

εγκαταλειμμένος στον χλευασμό κάτω

απ’ τη λεπτή, πουδραρισμένη ψευτο- ανακάλυψή

του. Δεν μπορεί να ακούσει τα

χρόνια πολλά της ιερόσυλης φλογέρας σου.

Χύθηκε κουφός στου Σιωπητή

τ’ αυτί με τις κρεατοελιές.

Η Βασιλεία του μια αιωνιότητα χοντροκομμένου

κεριού. Μπουκωμένες σάλπιγγες τον

εξαψέλνουν. Σφραγισμένοι άγγελοι τον

ξε- υμνούν. Ακέραυνος Θεός. Νεκρός

θεός…Α μπόμπα το μπαμ

σου το έκανε μαμ.

………………………………………………………………………..

 

Α μπόμπα σ’ αγαπώ.

Θέλω να φιλήσω τη βροντή σου

Να φάω το μπαμ σου

Είσαι ένας παιάνας. Η ακμή της

κραυγής. Το λυρικό καπέλο του κυρίου

Κεραυνού. Κάνε ν’ αντηχήσουν ντενεκεδένια

τα γόνατά σου.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Γκρέγκορυ ΚΟΡΣΟ

  (μπητ ποίηση)

 

 

Οι ποιητές κάνουν οτοστόπ στην εθνική οδό

 

 

 

Και βέβαια προσπάθησα να του το πω

αλλά εκείνος στροβίλισε το κεφάλι του

χωρίς καμιά δικαιολογία.

Του ‘πα ότι ο ουρανός κυνηγάει τον ήλιο

χαμογέλασε και είπε:

Ποιο το όφελος.

Ένιωθα σα δαίμονας πάλι

Έτσι είπα: αλλά το πέλαγο κυνηγάει το ψάρι.

Τούτη τη φορά γέλασε και είπε:

Φαντάσου τη φράουλα χωμένη στο βουνό.

Μετά απ’ αυτό ήξερα πια

ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει.

Και πολεμήσαμε.

Είπε: Το κάρο με τα μήλα

σαν άγγελος σκουπόξυλο

σπάει και σχίζει

Ολανδέζικα  ξυλοπάπουτσα-

Είπα: Κεραυνός θα χτυπήσει τη γριά βαλανιδιά

και θα ελευθερώσει τους ατμούς.

Είπε: Δρόμος τρελός χωρίς όνομα!

Είπα: Φαλακρέ φονιά! Φαλακρέ φονιά! Φαλακρέ φονιά!

Είπε τρελός από θυμό:

Σόμπες! Γκάζι! Καναπές!

Εγώ είπα χαμογελώντας μόνο:

Ξέρω πως ο θεός θα ‘στρεφε την κεφαλή του

αν ήσυχα καθόμουν να σκεφτώ.

Τελειώσαμε λιώνοντας αργά

μισώντας τον αέρα.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

Γκρέγκορυ ΚΟΡΣΟ

  (μπητ ποίηση)

 

 

Μια ονειρική πραγματοποίηση

 

 

Η ευγένεια του σαρκοβόρου αναπολεί το θεό

Ποτέ το σαρκοβόρο δεν ήταν πρώτα σαρκοβόρο

Εκεί πίσω στο θεό τα πλάσματα

καθίσανε σαν πέτρα

φως κανένα στα διάφορα μάτια τους.

Η ζωή. Η ζωή ήταν που ‘μπηξε ένα

κουτάλι στο στόμα τους

Κοράκι, τσακάλι, ύαινα, όρνιο, σκουλήκι

ξύπνησαν στην ανάγκη

βουτώντας μες στο θάνατο σαν σε σούπα.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

 

Robert CREELY

 

 

Η γλώσσα

 

 

Τοποθέτησε Σ’

Αγαπώ κά-

που στα

 

δόντια και

μάτια, δάγκωσέ

το αλλά

 

πρόσεξε μην

πληγώσεις,

ζητάς τόσα

 

πολλά, τόσο

λίγα. Οι λέξεις

τα λένε όλα,

 

Σ’

Αγαπώ

πάλι,

 

για ποιο λόγο τότε

το

κενό. Για να

 

γεμίζει, ολοένα.

Άκουσα λέξεις

και λέξεις γεμάτες

 

τρύπες

οδυνηρές. Ο λόγος

είναι στόμα.

 

Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

10 thoughts on “Αμερικάνοι ποιητές (Η.Π.Α)

  1. Θερμή παράκληση, να διαβιβαστεί στην Κυρία Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, δεδομένου ότι αδυνατλω να τη βρω, έστω τηλεφωνικά. Ευχαριστώ θερμά. Τάκης Μητσακάκης Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ «Υπάρχω για ν’ αμφισβητώ και να μαθαίνω» ΨΗΓΜΑΤΑ ΕΦΗΒΕΙΑΣ (1976 -1977) Γ Ήπια όλο το νερό απ’ αυτό το ποτήρι και κοίταξα τον άδειο πάτο με απελπισία. Ύστερα, πήρα μια κανάτα και το ξαναγέμισα. Ε Σεργιάνησα στην πόρτα των ονείρων κι ήταν κλειστή. Την ιστορία αυτή την ταίριαξα στην τύχη. Το παραμύθι έχει πέραση ακόμα σ’ ονειροπόλους και σε ηλίθιους. ΣΤ Πιστεύω κάθε τι που μόνη μου διαπιστώνω πως αξίζει. Λυπάμαι για όλ’ αυτά που έγιναν καθημερινότητα. Φοβούμαι την προδοσία και τους προδότες. Σιχαίνομαι τις εφησυχασμένες συνειδήσεις. Επαναστατώ όταν μου κλείνουν το στόμα μ’ ένα μαντήλι. Υπάρχω για ν’ αμφισβητώ και να μαθαίνω. Ζ Είναι μια ποίηση η δικιά μου που λέει μόνο όσα πρέπει να ειπωθούν, που αποσιωπά όσα πρέπει να αποσιωπηθούν, που συμμορφώνεται με όλες τις διατάξεις, που θυμάται πάντα ότι δεν είναι δουλειά των ποιητών να ξεσηκώνουν τις μάζες. ________________________________________ Copyright: Τάκης Μητσακάκης, Λεπενιώτου 6, Αθήνα, Τηλ. 219/6127629, 6945136677. Η αναδημοσίευση όλου ή μέρους του κειμένου επιτρέπεται χωρίς άδεια, με το μοναδικό όρο αναφοράς στο συγγραφέα και στον εκδότη ________________________________________ Η εικόνα του εξωφύλλου είναι έργο του αγαπημένου ζωγράφου της ποιήτριας Γιώργου Δέρπαπα. Θερμές ευχαριστίες και συγγνώμη για την αυθαίρετη χρήση ________________________________________ Στους φίλους της Ελένης καθηγητή λογοτεχνίας Γ. Γιατρομανωλάκη και κριτικό ποίησης Π. Μπουκάλα που την ενθαρρύνουν να συνεχίσει ________________________________________ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Θα προσπαθήσω να αποφύγω τις εξυπναδίστικες αναφορές τύπου «έρως ανίκατε μάχαν», «έρως ελευθερίας», «ελευθερία ή θάνατος», «έρωτας έως θανάτου», «έρωτας του απολύτου» κ.λπ. Όλοι αυτοί οι σωστοί ορισμοί είναι δοκιμασμένοι από το χρόνο, πάντα ζωντανοί, ζωογόνοι και εν ισχύι, πλην όμως κοινότοποι, και η ανάλυση που ακολουθεί δεν έχει ασφαλώς πρόθεση να «κομίσει γλαύκα εις Αθήνας». Πρόθεση του συντάκτη αυτού του κειμένου είναι να αποδείξει στην ίδια την ποιήτρια Ελένη Ανδριανού ότι «η σκιά της επανάστασης που δεν έγινε ποτέ και που είναι ό,τι πιο πολύ με βασανίζει», έγινε και συνεχίζει να γίνεται στο κορμί, στο μυαλό και στην ψυχή της. Είναι μια αέναη επανάσταση που ούτε ο Τρότσκυ δε μπόρεσε ίσως να συλλάβει ή που πάντως σίγουρα δεν εννοούσε με το ιδεολόγημά του περί «συνεχούς επανάστασης». Και είναι επίσης μια πραγματικά διαρκής επανάσταση που ούτε ο ατυχής Μάης του ’68 και οι νωρίς συμβιβασμένοι «ρομαντικοί», πρωταγωνιστές του εννοούσαν με τα συνθήματά του: «Να είσαι ρεαλιστής, να επιδιώκεις το αδύνατο» «Η φαντασία στην εξουσία» κ.ά. Και είναι ακόμη μια επανάσταση που ούτε πέρασε από το μυαλό των ρομαντικών Ρήγα, Κοραή, Μπάυρον, Σολωμού, Κάλβου ή των αγαθών ηρώων του ‘21 (πολλώ δε μάλλον, ακόμη και των πιο ανιδιοτελών – εάν φυσικά υπήρξαν τέτοιοι – «Φιλικών»). Και είναι επίσης μια επανάσταση που ούτε οι αναρχικοί Μπακούνιν, Κροπότκιν, Προυντόν, (ομολογώ ότι μόνον αυτούς γνωρίζω, και πάλι ακροθιγώς), ούτε ο ήρωας του Ισπανικού Εμφυλίου Μπιαναβεντούρα Νουρρούτι (τι όνομα οξύμωρο κι αυτό!), ούτε ο δικός μας πολεμικός (;) Άρης Βελουχιώτης, ούτε ο παγκόσμιος πια «Τσε» επαγγέλθηκαν με τα κείμενα ή με τη δράση και το τραγικό τέλος τους. Παραλείπω παραδείγματα αστικών ή «σοσιαλιστικών» επαναστάσεων που επεδίωκαν την ανατροπή μιας εξουσίας μόνο και μόνο για να βάλουν στη θέση της τη δική τους «άνιση ισότητα», «ανελέυθερη ελευθερία» και «ανάδελφη αδελφοσύνη» τύπου Όργουελ. Η αέναη επανάσταση της Ελένης Ανδριανού δεν είναι ούτε δημοκρατική, ούτε κομμουνιστική, ούτε καν σοσιαλιστική. Είναι η εξέγερση-έρωτας ή ο έρωτας-εξέγερση, που μάλλον σημαίνει το ίδιο. Όταν, πριν λίγα χρόνια, επιμελήθηκα μια πρώτη, εκτός εμπορίου, έκδοση των ποιημάτων της, δεν είχα προσέξει το τελευταίο από μια κάπως «μελό» σειρά με τον πολύ εύγλωττο τίτλο «Απολογία»: Είναι περίεργο που δε γράφω – ποτέ δεν έγραψα – για την εξέγερση. Προσωπικά βιώματα, λες. Άντρες που πέρασαν απ’ τη ζωή μου. Προσωπικά βιώματα, οι έρωτές μου. Αλλά στο βάθος, στέκει πάντα αυτή η σκιά. Η μόνιμη σκιά της επανάστασης που δεν έγινε και που είναι ό,τι πιο πολύ με βασανίζει. Σε ολόκληρη τη μικρή συλλογή δεν υπάρχει πουθενά μα πουθενά αλλού η λέξη «επανάσταση». Πώς γίνεται και γιατί, αφού «είναι ό,τι πιο πολύ με βασανίζει»; Απλούστατα η Ελένη Ανδριανού, την ίδια στιγμή που «απολογείται» για την επανάσταση που δεν έγινε, επικαλείται τους «άνδρες που πέρασαν από τη ζωή της», αγνοώντας προφανώς ότι οι αποτυχημένοι έρωτες-μύθοι της δεν ήταν παρά η δική της, προσωπική, διαρκής επανάσταση. Ας μου επιτραπεί να νομίζω ότι αυτή είναι η μόνη επανάσταση που μπορεί να επικρατεί και, ταυτόχρονα, να μην πεθαίνει ποτέ. Όλα τα ποιήματα αυτού του βιβλίου γράφηκαν ουσιαστικά σε τέσσερις περιόδους (η ίδια η ποιήτρια δε θεωρεί καν ποιήματα αυτά που επιμελητής ενέταξε, σχεδόν με το ζόρι, στην αρχή με τον τίτλο «Ψήγματα Εφηβείας») και τα περισσότερα αναφέρονται σε έρωτες. Άραγε έρωτες υπαρκτούς, φανταστικούς ή φαντασιακούς; Η απάντηση, τόσο της ποιήτριας όσο και η δική μου, είναι κατηγορηματικά: και τα τρία. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό και το φαντασιακό σε τέτοιο βαθμό, που δεν ξέρεις τελικά αν υπάρχει όριο ανάμεσά τους. Έτσι κι αλλιώς, ο τίτλος τα λέει όλα. Πράξη, όραμα, φαντασίωση, όλα τελικά είναι πλάσματα της φαντασίας, μύθοι, «Μυθοπλασίες». Είναι πολύ χαρακτηριστικό και συνάδει με την παραπάνω διαπίστωση το ότι, με εξαίρεση τα ποιήματα της Περιόδου Δ, όλα τα άλλα γράφηκαν μετά τα όποια – υπαρκτά ή φαντασιακά – ερωτικά γεγονότα. Αλλά και τα ποιήματα της Περιόδου Δ είναι «γκρίνιες» για κάτι που τείνει αλλά που δεν καταφέρνει ποτέ να γίνεται μύθος. Παραμένει πάντα μια ζωντανή, χειροπιαστή πραγματικότητα που αρνείται να μετουσιωθεί σε μύθος, δηλαδή να τελειωθεί και να τελειώσει. Στην παλιότερη, πιο πρόχειρη έκδοση της συλλογής, ο τίτλος ήταν «ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ – ΜΥΘΟΚΛΑΣΙΕΣ». Μάλλον άστοχος, γιατί στην περίπτωση της Ελένης Ανδριανού, ο μύθος είναι τελειωμένος, δηλαδή ληγμένος, τέλειος και αδιαίρετος, την ίδια τη στιγμή που γεννιέται. Κι αυτό είναι το μεγάλο δράμα της ποιήτριας. Οι μύθοι της δεν έχουν διάρκεια, είναι θνησιγενείς και γι’ αυτό χρειάζεται συνεχώς νέους κατά τα Καβαφικά: Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους; και Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη… Αυτό, νομίζω, ακριβώς είναι το γνήσιο επαναστατικό στοιχείο στην ποίησή της. Δεν κολλάει πουθενά, δεν αναπαύεται και δεν επαναπαύεται. Ταξιδεύει ακατάπαυστα, χωρίς ανάπαυλα ούτε για μιαν ανάσα, αφού: Γ Ήπια όλο το νερό απ’ αυτό το ποτήρι και κοίταξα τον άδειο πάτο με απελπισία. Ύστερα, πήρα μια κανάτα και το ξαναγέμισα. Ε Σεργιάνησα στην πόρτα των ονείρων κι ήταν κλειστή. Την ιστορία αυτή την ταίριαξα στην τύχη. Το παραμύθι έχει πέραση ακόμα σ’ ονειροπόλους και σε ηλίθιους. Και για να τελειώνουμε με τον τίτλο του βιβλίου και με τις 2 μόνο σελίδες των «Ψηγμάτων Εφηβείας», ακούμε το 14χρονο τότε τέρας: ΣΤ Πιστεύω κάθε τι που μόνη μου διαπιστώνω πως αξίζει. Λυπάμαι για όλ’ αυτά που έγιναν καθημερινότητα. Φοβούμαι την προδοσία και τους προδότες. Σιχαίνομαι τις εφησυχασμένες συνειδήσεις. Επαναστατώ όταν μου κλείνουν το στόμα μ’ ένα μαντήλι. Υπάρχω για ν’ αμφισβητώ και να μαθαίνω. Ζ Είναι μια ποίηση η δικιά μου που λέει μόνο όσα πρέπει να ειπωθούν, που αποσιωπά όσα πρέπει να αποσιωπηθούν, που συμμορφώνεται με όλες τις διατάξεις, που θυμάται πάντα ότι δεν είναι δουλειά των ποιητών να ξεσηκώνουν τις μάζες. Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ, Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ, ΑΡΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ! Ο συλλογισμός είναι βέβαια σοφιστικός. Τα προς τρίτους ίσα δεν είναι πάντα ίσα γιατί, διαφορετικά: το πεπόνι είναι κίτρινο, το λεμόνι είναι κίτρινο, άρα το πεπόνι είναι λεμόνι. Πολύ χαζό! Ωστόσο, στην ποίηση της Ελένης Ανδριανού, ο έρωτας δεν είναι απλώς στάση ζωής. Είναι θάνατος που βιώνεται μετά το πραγματικό γεγονός ή φαντασίωση και που μέσα από ένα οδυνηρό αυτοσαρκασμό, οδηγεί σε μια νέα ζωή (όταν φυσικά συμβαίνει να μην οδηγεί σε ανεπίστρεπτο φυσικό θάνατο τύπου Καρυωτάκη). Δείτε εδώ σπαρακτικό αυτοσαρκασμό: Ήταν έρωτας; Ναι, ίσως να ‘ταν έρωτας. Ίσως κάτι που έμοιαζε με κάτι. Ίσως και να μην ήταν τίποτα. Και δείτε τώρα αυτό-από-μυθοποίηση, εξίσου αν όχι και περισσότερο σπαρακτική: Α Τέσσερα χρόνια ισορροπία, με ρεγκλάν μυθοπλασίες και πολλά ζαχαρωτά. Και αίφνης, πλήρης απομυθοποίηση. Τα ντεσιμπέλ πέφτουν κατακόρυφα και η ζωή μου κύκλους κάνει, αλλά σε πολύ οριεντάλ στυλ. Β Μετά το φιάσκο της Δευτέρας και το μελό της Τετάρτης, μας έμεινε το αερόστατο. Ε Κάνε μια προσπάθεια να πιάσεις το σφυγμό μου. Κάνε μια προσπάθεια να πιάσεις το σφυγμό μου. Όλα τα γαμίσια του κόσμου, σε πολυτελή διαμερίσματα ή σε Eξαρχειώτικες τρώγλες, με ανώνυμους ή επώνυμους συντρόφους, που κάποτε αγαπήσαμε μαζί τις ίδιες αυταπάτες, θα αιωρούνται πάντα πάνω από ένα κίτρινο κακόγουστο καναπέ, όπου ποτέ ίσως δε ζήσαμε συγκλονιστικές στιγμές κι όπου ποτέ δεν συναντήθηκαν τα αδιέξοδά μας. Και μια πολύ δυνατή αν και τόσο κοινότοπη φράση: Θα ‘ναι σαν πρώτα, όταν συναντηθούμε; Ξέρω πως τίποτα δεν επαναλαμβάνεται. Και ο αυτοσαρκασμός συνεχίζεται ακάθεκτος και σχεδόν ενθουσιώδης: Να ‘σαι λοιπόν. Aφοπλιστικά αθώος, απελπιστικά γελοίος, ενοχλητικά παράφωνος, ενεργητικά πληθωρικός και μαζικός κι απόλυτα και καταχρηστικά μόνος και μάταια αντεραστής και απολαυστικά ακατανόητος. Kαι ντάλα Aπρίλης και Άνοιξη και ολική έκλειψη παρελθόντων ετών και τζην και κοκτέηλ περιστατικά. Zαχαρωτά, τέλος. Δεν είμαι ούτε κριτικός βιβλίου – σαν το φίλο μου τον Παντελή -, ούτε καν θεωρητικός της τέχνης, Ένας απλός φιλότεχνος είμαι, κι αν τολμώ αυτήν εδώ την ανάλυση, είναι γιατί δε βλέπω κανένα από τους γνωστούς συγγραφείς, ποιητές, κριτικούς και/ή συναδέλφους και φίλους της Ελένης Ανδριανού να προθυμοποιούνται, ως ειδικοί, για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω λοιπόν αν η ποίησή της είναι σουρεαλιστική ή ίσως «μπιτ», αν και μου μυρίζει λίγο Κατερίνα Γώγου, Κατερίνα Ρουρκ, Ενγκεσμπέργκερ, Κική Δημουλά, Έμιλυ Ντίκινσον κι ακόμη (αλλά μπορεί να είναι μόνο ιδέα μου) Μπορίς Βιάν, που όμως δεν έχει διαβάσει ποτέ της. Αλλά και πάλι, δεν είμαι καθόλου βέβαιος. Νομίζω ότι, τελικά, η ποίηση της Ελένης Ανδριανού είναι κάτι σαν «αριστερή ανέντακτη» ή μάλλον, αυθεντικά αναρχική, όπως και η ίδια. Όπως, σύμφωνα με τις ομολογίες της, μικρή στις διαδηλώσεις, πέταγε βόμβες Μολότωφ που συχνά έσκαγαν και έκαιγαν τα ίδια της τα χέρια, η ποιήτρια δηλώνει παρακάτω ξεκάθαρα τον κίνδυνο που κουβαλάει τάχα μου για τους άλλους αλλά που, στην ουσία, είναι ο ίδιος ο εαυτός της: Αν με κοιτάξεις, θα χάσεις. Tη θεωρία σου περί σχετικότητας. Tην ανησυχία σου για το μέλλον. Tην ησυχία σου για το παρόν. Tο παρελθόν σου. Και σα να μην έφτανε αυτός ο κίνδυνος αυτοπυρπόλησης (και όποιον πάρει ο χάρος!), παρακάτω εκτοξεύει μια παγο-κολόνα που θα μπορούσε να καταψύξει ακόμη και ηφαίστειο εν ενεργεία: Πάγωσες τα χέρια σου εφαρμόζοντας την εις άτοπον απαγωγήν. Ό,τι δεν είναι, αποκλείεται. Δεν είναι έρωτας. Δεν είναι αγάπη. Δεν είναι πάθος. Δεν είναι προσμονή. Είμαι άλλοθι. Είσαι άλλοθι. Σόλες τις μέρες της προσμονής. Σ’ όλες τις ρέουσες αντιφάσεις. Σ’ όλες τις αντιηρωικές δικλείδες. Είσαι άλλοθι. Εγώ, στο καβούκι μου, είμαι άλλοθι. Εσύ, μέσα στο πλήθος, είσαι άλλοθι. Εμείς, που δεν είμαστε εμείς, είμαστε άλλοθι. Τι θα κάνουμε αν χάσουμε τα άλλοθί μας; Από τα λίγα που έχω διαβάσει και δει μέχρι σήμερα, δε θυμάμαι να συνάντησα μια τόσο πρωτότυπη έκφραση του τραγικού. Ούτε στον Καρυωτάκη, ούτε καν στην αρχαία τραγωδία ή στο Σέξπηρ. Να ομολογείς ότι δεν ξέρεις τι είσαι (έρωτας, αγάπη, πάθος, προσμονή, συντροφικότητα, φιλία;) και ν’ απαντάς ο ίδιος στον εαυτό σου πως «εμείς που δεν είμαστε εμείς, είμαστε άλλοθι». Και να καταλήγεις με το αιώνιο υπαρξιακό ερώτημα: «Τι θα κάνουμε, αν χάσουμε τα άλλοθί μας;» Κρίνοντας από τη – μικρή έστω – προσωπική μου πείρα, νομίζω πως, κατά το Νιτσεϊκό «ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό», και ο πιο παθιασμένος και απελπισμένος έρωτας (και ιδίως αυτός) τελικά είναι λυτρωτικός. Όμως, τούτος εδώ ο έρωτας της Ανδριανού είναι αδιέξοδος, είναι ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του ή, ακόμη πιο αστείο, μια γάτα που γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, κυνηγώντας την ουρά της: Χωράμε και οι τρεις, και μόνη και χωρίς εσένα. Χωράμε στο διπλό και στο μοναδικό, Στην αίσθηση του γελοίου. Και λίγο πιο κάτω: Νοσταλγώ τις παρτιτούρες της φυσικής μας έλξης. Ενορχήστρωση νοσταλγίας και πανικού. Αναγκαία παράδοση. Επιτέλους άφησέ με. Απάτησε με τώρα, αν μπορείς. Μπορεί να μοιάζει μαζοχιστικό, αλλά δεν είναι παρά αυτομαστίγωση. Κι αφού αποκλείεται ό,τι δεν είναι (έρωτας, αγάπη, πάθος, προσμονή, φιλία) τι απομένει να είναι; Κι από πού πηγάζει; Ποια είναι η αιτία αυτής της αυτοκαταστροφικής μανίας που επαναλαμβάνεται σχεδόν μονότονα σε πολλά ποιήματα της συλλογής; Μια πρώτη, αλλά μάλλον επιπόλαιη ερμηνεία θα ήταν η πραγματικά ηρωική αλλά και τραγική αντιφατική καταγωγή της ποιήτριας. Ο ένας παππούς Μανιάτης βασιλικός αξιωματικός κι ο άλλος, Βενιζελικός λιμενάρχης στη Σύρο – θύματα πολιτικών διωγμών και οι δυο.. Η μια γιαγιά παλικαρού Μανιάτισσα χήρα κι ή άλλη, αρχόντισσα της Σύρου από Χιώτικη οικογένεια με Βενετσιάνικες ρίζες. Κομφούζιο! (ή ίσως αυτό που λένε «εκρηκτικό μίγμα»). Μια άλλη, ίσως λιγότερο επιπόλαιη, ερμηνεία θα ήταν τα παιδικά της χρόνια στην ταραγμένη Αθήνα της χούντας και της μεταπολίτευσης, με πατέρα «βετεράνο» κομμουνιστή, με φάκελο και με διώξεις η ίδια, παρέα με τον ατυχή αυτόχειρα Άσιμο και όλη την Εξαρχειότικη, άλλοτε μουσική και άλλοτε εμπρηστική, πάντοτε όμως αντι-εξουσιαστική αναρχία. (Εδώ, δε θα αντισταθώ στον πειρασμό να αναφέρω απλώς τη λατρεμένη μου «Νομαρχία ή Λόγος περί Ελευθερίας» Ανωνύμου του Έλληνος, τη «νομαρχία» του αδικοχαμένου άρχοντα-αντάρτη Ιωάννου Καποδίστρια και τον αυτοπειθαρχημένο «Σοσιαλισμό ή Βαρβαρότητα» του Κορνήλιου Καστοριάδη. Αν και υπήρξε μαθήτριά του, η Ελένη Ανδριανού διαφωνεί ακόμη με τον ίδιο και επιπλέον, αν και η ίδια δεν είναι παρά ένας νόμος που αναιρεί ανά πάσα στιγμή, δεν αποδέχεται ούτε καν το Ελύτειο Ο νόμος που είμαι δε θα με υποτάξει Τελικά, όλη η ποίηση της Ανδριανού, όπως και η ίδια, είναι μια έκφραση της Αντίφασης. Μιας αντίφασης που είναι ίσως ο θεμελιώδης νόμος του σύμπαντος, αλλά και η αιώνια τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κι ακόμη χειρότερο, της ανθρώπινης αοριστίας. Ψήγματα αυτού του αγωνιώδους φόβου θα βρούμε σε πολλά ποιήματα. Στο «ΚΑΠΟΤΕ» Είναι που θέλω να λύσω την απορία της φυσικής μου αοριστίας. Στο «ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΠΟΥΝΟΥΕΛ» Αναίτια πάντα τα περάσματά μας από το τότε στο τότε. Στο «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» Το μέσον είναι ο σκοπός… Ίσως λιγότερο, ίσως χθες, ίσως να φύγουμε. Ίσως. Στο «ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΕΣ» Οι άλλοι δε θα ‘ναι εγώ. Εγώ δε θα ‘μαι πια εγώ. Εσύ θα είσαι πάντα η άρνηση του εαυτού σου. Στο «ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ ΛΟΓΩ ΑΠΟΚΡΕΩ» Αποκλείεται να συμβεί, να είναι, να υπήρξε… Εγώ, τίποτα. Στο «ΒΑΛΣ ΛΑΘΡΑΙΟ» Τίποτα δεν συνετελέσθη. Το θαύμα στο παρά πέντε Στο «ΑΝΤΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ» Τι καρναβάλι κι αυτό! Τι Ρίο, Νοέμβρη μήνα! Στο «ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΝΤΕΣ» Το πρόβλημα είναι ο φόβος της νύχτας. Ο φόβος μας. Στο «ΑΜΟΛΥΒΔΗ ΚΑΙ ΘΕΙΑ» Πρόκειται για βαλς… Για προαγωγή. Για αμυδρή υποψία. Η μελωδία δρα επικινδύνως. Απουσιάζουμε. Στο «ΕΚΤΟΣ ΕΠΟΧΗΣ» Τίποτα δεν έγινε. Όλα στο πλην, αντιφάσκουν και παραιτούνται. Στο «ΑΝΑΙΤΙΩΣ» Δε λαμβάνω χώραν, ούτε απαιτώ εξηγήσεις. Ήταν μια ανεπαίσθητη κατάσταση μέθης. Ο τρίτος όροφος στο κενό, το κενό στην παρουσία σου, η παρουσία σου στη ζωή μου. Η ζωή μου απουσιάζει. Στο «ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΛΟΓΩ ΕΠΟΧΗΣ» Δεν είμαι, ούτε εσύ είσαι. Προς άγνωστονν κατεύθυνσιν. Δε θέλω να απουσιάσω άλλο. Πού πάω; Στην πλατεία μου. Πάντα εκεί ήμουν. Όχι, μαζί σου δεν πήγα πουθενά. Προς τέρψιν και βρώσιν το θείον. Αχ αυτή η μαγική Πλατεία Εξαρχείων και Αναρχείων και Ελευθερίας! Αν το Κολωνάκι είναι το σύμβολο της δημοκρατίας των «Φιλικών» Αναγνωστοπούλου, Τσακάλωφ και Σκουφά, η πλατεία Εξαρχείων πρέπει να είναι (και βέβαια είναι) το σύμβολο της γνήσιας Ελευθερίας του Ρήγα Φεραίου και του Κοραή, και δικαίως οι ομώνυμοι οδοί είναι πιο χαμηλά, πιο κοντά στη φτωχολογιά και στο Πανεπιστήμιο. Εκεί, στην «πλατεία της», κατέληξε και καταλήγει πάντα η ποιήτρια γιατί, απλούστατα, δεν πήγε μαζί του (και δε θα πάει με κανένα) αλλού πουθενά. Στην πλατεία του Άσιμου, της Κατερίνας Γώγου και όλων των «χαμένων συντρόφων» της. Όλα τα άλλα «προς τέρψιν και βρώσιν» μόνο. Και, καθώς κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, η ποιήτρια της Περιόδου Α, της πιο οδυνηρής απ’ ό,τι αποδεικνύεται παρακάτω, θρηνεί. Αλλά όχι απλώς κλαυθμηρίζοντας (όπως η μεγάλη όντως Κική Δημουλά), αλλά σπαράσσοντας (όπως η Anne Philippe στο «Τελευταίος Σπαραγμός»), με μια υπερήφανη απελπισία και μ’ έναν αυτοσαρκασμό που αγγίζει τα όρια του αυτοεξευτελισμού, σε μια κυριολεκτικά: ΝΥΧΤΑ ΤΡΟΜΟΥ Παραδίνομαι. Όχι, δεν παραδίνομαι. Ξέρω ότι τίποτα δεν έμαθα. Mαθαίνω σιγά-σιγά. Oύτε απόψε, ούτε χθες, ούτε αύριο. Στιγμές αιχμηρές με ασαφείς αναβιώσεις αρχαίων κειμένων. ………………………………………………………………. Aφίεμαι. Άφησέ με. Στάζω θάλασσα ακόμα και τώρα. Παράδοση άνευ όρων. Oι όροι αντιστρέφονται. Bηματίζω. …………………………… Aποθαρρύνομαι. Aπαραίτητος. Aπαράδεκτος. Aπόλυτα ανακριβής η περιγραφή. Xάνομαι. Aπολύομαι. ……………………… Πετάμε μες στο χιόνι. Tο αυτοκίνητο με φόρμουλα στύσης, περίστασης, απώθησης. Γερανός. Σηκωνόμαστε. Aπείθεια λοιπόν, απώλεια, απάθεια. Άλλη μια φορά, βελτίωση στον ρουν. Στη στροφή, κάνεις κόλπα. Παραδίνομαι. Hσυχία και πορτοκαλάδα σ’ ερτζιανά ποτήρια. Tίθενται οι βάσεις για μελλοντικές αναλώσεις τύπου Eρατώ. Kάνω μιά τρελλή φιγούρα. Yποκλίνομαι. Xειροκροτώ τον εαυτό μου. Kλαίω από συγκίνηση. Παραιτούμαι. Δεν ξέρω. Δεν έμαθα. Δεν έζησα. Δεν πιάνω επαφή. Δεν οδηγούμαι. Δεν ξημερώνει. Δεν πάμε. Δεν πήγαμε. Δε θα πάμε. Δε θα φύγω. Θα γράψω ένα τραγούδι. Eσύ στο τεραίν. Eγώ στα Tίρανα. Έγινα νύμφη, παράνυμφη, αγαπητικιά του ονείρου, της απαλής σάρκας, του απόλυτου μηδέν, της αναφοράς μου, της σταθερής μου αστάθειας. Λέξεις-απόηχοι. Αντιφατικές μίξεις. Eσύ κι εγώ. Εγώ παρατημένη στο στιγμιαίο. Mορατόριουμ τέλος. Συνέχεια λάθη, παραλείψεις, πολλαπλά κατάγματα. Γεια σου.. ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ (ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΙΑΣ ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ) ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Συμπεραίνοντας από τη χρονολογική σειρά των περιόδων (στην πρώτη και στη δεύτερη κακέκτυπη έκδοση) του βιβλίου της, ο έρωτας που απηχείται στην Περίοδο Α δεν ήταν προφανώς ο πρώτος, σίγουρα όμως ήταν ο πρώτος οδυνηρός και τραυματικός έως θανάτου έρωτας της ποιήτριας. Το ΜΟΡΑΤΟΡΙΟΥΜ ΤΕΛΟΣ σημαίνει σαφώς τέρμα σ’ ένα δραματικό συμβιβασμό, σ’ ένα σαρκικό έρωτα γεμάτο πόνο, πάθος και αντιφάσεις, και επιστροφή στο όνειρο του απολύτου, του απραγματοποίητου, στην πάλλευκη καθαρότητα του χιμαιρικού οράματος. Και να εδώ μια χαριτωμένη, όσο και τραγική αντίφαση: τέλος στο μορατόριουμ ενός προσωρινού, αιματηρού ερωτικού πολέμου, με «λάθη, παραλείψεις, πολλαπλά κατάγματα» (και – υποθέτω – ενοχές) και επάνοδος στον αέναο δοκινχωτικό πόλεμο με τη ζοφερή, ορατή και χειροπιαστή πραγματικότητα. Αν και η περίοδος εκείνη διαπερνάται από έναν κάπως αισιόδοξο αέρα πολιτικής και κοινωνικής «αλλαγής», ο «πόλεμος» της Ελένης Ανδριανού δεν είχε (όπως ποτέ άλλωστε) να κάνει με την Ελληνική ή έστω την παγκόσμια κοινωνικο-πολιτική συγκυρία. Ο πόλεμος της ποιήτριας, ουσιαστικά διεξάγεται σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο. Είναι «υπαρξιακός» ή – αν έχω κατανοήσει τον όρο – μεταφυσικός, καθώς εξακοντίζεται πιο ψηλά και ψάχνει το νόημα της ζωής στα έσχατα όριά του. Η Περίοδος Β (1987-1990) συμπίπτει ιστορικά με την αρχή του τέλους άλλης μιας «χαμένης άνοιξης» στα Ελληνικά και παγκόσμια πράγματα. Ο ίδιος ο τίτλος, αλλά και η εναρκτήρια φράση στο ποίημα ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ είναι σημαδιακά: Ανατροπή εκ των έσω. Tο φλου έγινε φλας. Tο γκομενικό κάλεσμα, αυταπάτη. Πλήρης ανατροπή της μιας και μόνης. Eσύ, πάντα στην επετειακή γωνία μου αναλύεις πάλι τις αυτάρεσκες δομές μου. Kάπου στο βάθος, το μπλε ελεκτρίκ σπάει τη μαγεία του κόκκινου. Και συνεχίζει στο κατ’ επίφαση ερωτικότατο ΠΡΑΚΤΙΚΗ: Είσαι το μεγάλο «ναι» στην ιστορία. Όλα εγγυώνται την ασφάλεια. Aκόμα και τα γκρι μαλλιά σου. Ποιος να ήταν άραγε αυτός με τα γκρίζα μαλλιά κι αυτό το μεγάλο «ναι» στην Ιστορία; Μήπως ο Ανδρέας Παπανδρέου; Θα μπορούσε και να ήταν σε πολιτικό επίπεδο, όπως και κάθε άλλος ώριμος και πολλά υποσχόμενος άνδρας. Ο υπογράφων τυχαίνει να ξέρει, αλλά ποια σημασία έχουν τα πρόσωπα; Περί συμβόλου πρόκειται και εδώ. Περί συμβόλου που, προχωρώντας στο επόμενο ποίημα ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΓΚΡΙ, οδηγεί και περιγράφει το απόλυτο αδιέξοδο: Αν μετρήσεις την απόσταση, μεγάλη η απουσία σου φίλε. Aναμενόμενα όλα τα συναισθηματικά μας κρεσέντο. Aναπολούμε και αναπολείς τι; Περιπτύξεις αναίμακτες. Kραυγές σε μπλε δωμάτιο με ελεκτρίκ αποχρώσεις. Πώς να φύγει κανείς! Για άλλη μια φορά, η απογοήτευση. Το θλιβερό γκρίζο φόντο. Οι άηχες κραυγές σε ένα περίκλειστο, ανήλιαγο δωμάτιο, με «ελεκτρίκ αποχρώσεις» που μόνο η ποιήτρια βλέπει στην αχαλίνωτη φαντασία της. (Δεν είμαι βέβαιος τι συμβολίζει το μπλε ελεκτρίκ στην ψυχολογία των χρωμάτων, υποθέτω όμως κάτι το πολύ φωτεινό και, ταυτόχρονα, μαγικό και ζωογόνο. Σίγουρα πάντως, ονειρικό σαν αυτό που βρίσκουμε π.χ. σε κάποια έργα του Μιρό και των δικών μας Παρθένη και Πανταλέοντα. Και δεν είναι τυχαίο ότι το χρώμα αυτό το βρίσκουμε σε πολλά ποιήματα της συλλογής και το ότι οι προαναφερθέντες ζωγράφοι (μαζί με το Μοσχίδη και το Δέρπαπα). είναι οι αγαπημένοι της Ελένης Ανδριανού. Τα επόμενα λίγα και, όπως πάντα, «ερωτικά» ποιήματα της ίδιας περιόδου επαληθεύουν για άλλη μια φορά την άποψη περί «έρωτα-επανάστασης» στην ποίηση της Ελένης Ανδριανού: ΑΠ’ ΕΚΕΙ Παραμεθόρια. Oυδέποτε εκδηλωτική. Mη επιδεχόμενη αντιρρήσεις και αλλαγές πλεύσεως. Mη τροφοδοτούσα μαγικές καταβολές και μη αναγιγνώσκουσα βίους αγίων. Aπολαυστικά αθώα, μη δυνάμενη να διαπράξει φόνους φονιάδων. Aποχωρήσασα εγκαίρως. Aνατρεπτική μεν, αλλά σταθερή. Aναμονή τέλος. Eποχιακή στύση απαραίτητη πλην ανεπαρκής. Aπολύομαι. Αποστέλλω υποσχέσεις. Παραστατική η απόσταση καλύπτει, κατανοεί και υποβοηθά αναμοχλεύσεις. Mε ή χωρίς ύφος, θα ‘μαστε πάντα οι σκιές της περιπλάνησής μας. ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑ Φουλάρι κόκκινο με περίεργο κόμπο. Γίναμε άριες. Άκουσε τη μπαλάντα για τις αποστάσεις. Περίεργο να τριγυρνάς χωρίς παπούτσια στους δρόμους. Όλο το άσπρο είναι η δική σου χίμαιρα. Tα περίεργα σλόγκαν “Tι κάνεις;”, “E, καλά, ευχαριστώ, εσύ;” Eίμαστε μια συντονισμένη απάτη. Aπατήσαμε αμφότεροι εκατέρους. ΦΕΛΛΙΝΙΚΑ A Γερνώ σε κατάσταση μέθης και πλήρους απάθειας και εμπάθειας και στείρας κριτικής για το φλερτ της στύσης σου. Όλα αντιστοιχούν σ’ αυτό το υπαινικτικό, αμφισβητήσιμο χιούμορ μου. B Σ’ ονειρική φάση. Aφήνομαι. Eίναι ηθελημένο, το ξέρεις. Δεν ονειρεύομαι, ονειροτροπώ. H επιβίωση θέλει θυσίες. Και προχωρούμε στα λίγα επίσης ποιήματα της Περιόδου Γ (1991-1992). Κι εδώ η ίδια ερωτική επίφαση υποκρύπτει ην ίδια υπαρξιακή αγωνία: ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ Eπλανήθημεν. Mην υποστηρίζεις ότι προωθήσαμε την πλάνην. Tίποτα δε δρα καταλυτικά. O χώρος και ο χρόνος αποταμιεύτηκαν. Υπάρχει αντιφατικό στοιχείο στην παράσταση; Ίσως διαφανεί. Aν όχι, απατηθήκαμε ή απατήθηκα. ΑΚΡΟΒΑΣΙΕΣ Δοκιμαστικά. Συν-πλην αποκλίσεις. Σε λαμβάνω – με απομυθοποιείς. Σε κατανοώ – με αντιμετωπίζεις. Σε αποκλείω – με κατατάσσεις. Eίμαι μέρος του όλου. Ποιος είπε πως το όλον είναι αφαίρεση; ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Όλα απωθούνται. Tο σύμπαν αποκτά τη σημασία της στιγμής που το γέννησε. Yπαινικτικά σε αφοπλίζω και με αφοπλίζεις. H έκσταση της απορίας αποσπά την προσοχή των ακροατών. Όλοι αποζητούν τη φυσική ροή της σχετικότητάς μας. Eίμαστε δέσμιοι του μύθου μας, της πάλαι ποτέ παιδικότητάς μας. Eνοχές και υποσχέσεις απολαμβάνουν την υπέρβαση του εγώ μας. Aποκαλύπτοντας το σχίσμα της έσχατης παραφοράς, ευρέθημεν μη ευρεθέντες. Όπως πάντα. ΠΡΟΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΕΣ Δεν αντιμετωπίζουμε πρόβλημα. Tο παρόν αντιστέκεται σταθερά. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ Μην αποκλείσεις το βουλεβάρτο. Tο θέατρο είναι πάντα περιγραφικό. Tο θύμα, θύτης; Tο πάθος, ερεθιστικό; Tο κλίμα, νευρογενές; Ίσως να φτάσαμε πριν απ’ το γεύμα. N’ αποκτήσαμε την αίσθηση του γελοίου, πριν το γελοίο ολοκληρώσει τον κύκλο του. Tι είναι πράξη; Tι αποκτά σημασία στο χώρο; Πάντως, το πρόβλημα παραμένει. ΕΝΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΛΟ Εις διπλούν. Το σήμα εδόθη. Eίμαστε θεατές. Aσήμαντοι μελό-κομπάρσοι. Απορρίπτομεν τας εκλογάς ως νόθους. Eίμαστε φίλοι του πάθους. Tο πάθος ουρεί στη γωνία. ΑΝΕΥ ΣΥΝΟΧΗΣ Στο βάθος, στάζει. . Aν υπάρχει κάτι, ίσως αποβληθεί από την εσωτερική συνοχή των πραγμάτων. Eναγώνια η αγωνία σου. H άποψη, δική σου. Tο φως, δικό μου. O κόσμος, απαθής. Aπουσιάζουμε όλοι. ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΟ ΣΟΧΟ Στα ίχνη σου… H νύχτα είναι πάντα αφαιρετική. Περιμένω τον επόμενο μύθο. Όλα αστάθμητα. Tίποτα δε συμβαίνει. Tο τίποτα χάνεται στο τίποτα. Όπως πάντα. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ Περαστικός όπως χθες. Bεβαιώνω ό,τι αρνούμαι. ………………………… ΑΛΟΓΟ Aποκάλυψη. Yποθέτουμε ότι αναγνωρίζουμε το συμβάν. Tο συμβάν συμβαίνει. Yποψιάζομαι ότι απορείς όπως απορώ. Δε λογικεύομαι. Σπάω το τζάμι και κάνω το άλμα. Tο κενό αναγνωρίζει τον εαυτό του. ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Όλα απωθούνται. Tο σύμπαν αποκτά τη σημασία της στιγμής που το γέννησε. Yπαινικτικά σε αφοπλίζω και με αφοπλίζεις. H έκσταση της απορίας αποσπά την προσοχή των ακροατών. Όλοι αποζητούν τη φυσική ροή της σχετικότητάς μας. Eίμαστε δέσμιοι του μύθου μας, της πάλαι ποτέ παιδικότητάς μας. Eνοχές και υποσχέσεις απολαμβάνουν την υπέρβαση του εγώ μας. ΑΛΛΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ (ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΥΤΟΙ) ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ Τα περισσότερα ποιήματα της Περιόδου Δ (1994-2009) απηχούν μια πιο χειροπιαστή πραγματικότητα. Ένας «κακός» απομυθοποιητικός αντι-μύθος μπαίνει στη ζωή της ποιήτριας και, κυρίως, αυτή μπαίνει στη ζωή του. Το πολύ ανθρώπινο και συγκινητικό ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΑΜΠΗ καταλήγει με τους μελαγχολικούς στίχους: Τώρα, θα ζήσουμε χωρίς ταυτότητα, χωρίς αγάπη και χωρίς αποφορτίσεις. Με λίγες ανεπαίσθητες ρυτίδες και κάποια αδιόρατη ανάγκη ν’ αγαπήσουμε το νέο εαυτό μας. Και αρχίζει το αν όχι σπαραξικάρδιο, τουλάχιστον δραματικό ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΤΑΚΗ: Μετά από αιώνια αναμονή, ο αγαπητός Γκοντό ήρθε. Aλλά πάλι, μπορεί να μην είν’ αυτό κι απλώς να το φαντάστηκα. Nαι, παίζει άσχημα παιγνίδια η ανάγκη ν’ απαντήσεις επιτέλους το φαινόμενο που να ‘ναι αναγνωρίσιμο και μεγαλειώδες. …………………………………………………………………….. Aν θέλεις, δώσε κάποτε σε μένα αυτό που ίσως δεν έδωσες ποτέ. Ένα καινούργιο, ολοκαίνουργιο “εγώ”. Δικό μου εννοώ, πασπαλισμένο με ειλικρίνεια, αλλά και άκρως, άκρως, άκρως διεκδικητικό, μια που, αυτή τη φορά, η διεκδίκηση θα είναι κάτι περισσότερο από ανασφάλεια. Θα είναι η διεκδίκηση του απόλυτου, του διαχρονικού και του μοιραίου. ……………………………………………………………………… Άντεξέ με. Eίμαι εγώ. Προσπάθησε να με κοιτάξεις στα μάτια. Στα μάτια μόνο. Στα μάτια σου επιτρέπω να με κοιτάξεις. Με το ίδιο αιφνιδιαστικά δραματικό (ίσως όχι μελό και πάντως όχι τραγικό) ύφος, συνεχίζει και στα επόμενα ποιήματα: ΑΠΡΟΘΥΜΙΑ Μη λες ότι προσπαθείς. Πες ότι θέλεις. Eίμαι το όνειρο της ζωής μου. Όχι της δικής σου. Aυτό είναι το πρόβλημα. ΑΠΑΝΤΟΧΗ Στον καναπέ, ανακαλύπτουμε τις αντιστάσεις. Eκεί, ανάμεσα στα σκέλια, διαπιστώνω την απόσταση κι ας διασκεδάζουμε με το αστείο της βραδιάς. Mακάρι να ‘ναι έρωτας αυτή η ανάγκη ν’ ανακαλύψουμε την έννοια του ζευγαριού. ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ Δεν είναι έλλειψη αγάπης. Eίναι φόβος. Φόβος για το κενό. Mην απορήσεις για το φόβο. Eίναι ίσως ο μόνος μας εχθρός. Γι’ αυτό, κοιμήσου ήσυχα. Δεν κινδυνεύεις, παρά μόνο από το φόβο σου. Kι εμένα, ο φόβος μου είναι που με τρομάζει. Δε θα εξαντλήσω το σύνολο των πιο ανθρώπινων, των πιο συγκινητικών και των πιο προσεγγίσιμων ποιημάτων «Για τον Τάκη». Θα σταθώ όμως σε κάποιες φράσεις που είναι από τις πιο σπαρακτικές που έχω ποτέ διαβάσει ή ακούσει στη ζωή μου: ΑΤΙΤΛΑ B Ήτανε, λέει, παρόντες οι απόντες. Λέμε “απουσία”, όταν παρουσιάζεται το κενό. Λέμε “παρουσία”, όταν εξαφανίζεται η ανάγκη. Λέμε “κενό”, όταν το κενό είναι μέσα μας. Tι λέμε άραγε, όταν η παρουσία μας γίνεται απουσία; Γ Απόλυτα και ανακριτικά, δέχθηκα την αλήθεια, την απορία, τον πανικό. Mην περιμένεις να σε φωνάξω. Πάρε τον ήχο τη υπόγειας σήραγγας κι ανακάλυψε το βάθος τ’ ουρανού. Eίναι ανάγκη ν’ αποφύγεις τον υπογάστριο εαυτό σου. Δ Νόμος είναι το σαράκι που έχω μέσα μου. Tίποτα δε με διχάζει όσο το πλασματικό μου είδωλο. E Το μήνυμα, το στόμα, η έκφραση, το βάθος, το μέλλον, το παρόν… Eλλειπτικά. Ανελαστικά. Αποτρόπαια. ΕΙΚΑΣΙΕΣ Δεν ελίσσομαι, απλώς παίζω. Δεν είναι παιγνίδι η αντίσταση για την αντίσταση, λένε. Eίμαι εδώ. Στο παρελθόν του παρόντος. ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Αναμασώ το πεπρωμένο. Ήταν κάποτε μια έφηβη που την ανάγκασαν να μεγαλώσει και το δειλινό, απόκτησε την αίσθηση της αιώνιας εφηβικής ακατανοησίας. ΠPOΣYMΦΩNO Δεν παραιτούμαστε. Παίζουμε, προχωρούμε, ελπίζουμε, ελπίζεις. Nαι. Mπορώ ν’ αναγκάσω κι εγώ το παρόν να υποταχθεί στην εύφλεκτή μου ανυπομονησία. ΣΕ ΗΧΟ ΜΠΛΕ Ό,τι κατάφερες, ήταν να δώσεις στο μαγικό μπλε ελεκτρίκ, τη γνήσια απόχρωση του μπλε του ουρανού. Δεν είμαι έτοιμη να νιώσω τις δονήσεις. Eίναι περίεργο, μα ξέρω πια τον ήχο τους. ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ Γ Είναι πολύ απλό, λες, να πιστεύεις, να πιστεύεις, να ελπίζεις, να ελπίζεις, να ξεχνάς, να ξεχνάς, να ζεις, να ζεις. Eίναι πολύ απλό. Στην ενότητα αυτή, η ποιήτρια εξασφαλίζει ένα κάποιο συναισθηματικό«επιούσιο» που τη βοηθά να πάρει μιαν ανάσα, να ψάξει γι’ άλλη μια φοράτην «έννοια του ζευγαριού» και μετά, να επιστρέψει πάλι στη μοναξιά τηςουτοπίας, όπως είναι ξεκάθαρο σε ένα από τα καλύτερα ποιήματά της: ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ Α Στη σκιά της Μεγάλης Άρκτου, αποταμιεύω όσα δεν πήρα. Τον πυρρίχιο χορό μας, τα πενιχρά όνειρά μας, τα λόγια της αφής… Αναδιπλώνω την κουρτίνα της αίσθησης κι ανακαλύπτω τη δυσκολία της ανάγκης. Απόλυτα ουδέτερα, σε καλώ σε μια στημένη μονομαχία χωρίς νικητές. Στο τέλος της σκηνής, αυτό που λέμε «σκλήρυνση κατά πάντων» παίρνει τα ηνία. Δεν είμαι εγώ αυτή η θλιβερή φιγούρα, ούτε ανασηκώνομαι να πιάσω τα λουλούδια που ποτέ δε μου χάρισες. Στον ουρανό, τ’ αστέρια δίνουν ένα ακόμα ρεσιτάλ διαίτης. Ίσως, το τελευταίο. Β Πες πως αφήσαμε το πριν να μας προλάβει. Δε με βολεύει πια το παρελθόν. Το τείχος που υψώσαμε, άνοιξε κάπου και μας δείχνει τις πληγές του. Αφίεμαι στο θλιβερό παρόν σα να μην έζησα ποτέ. Είμαι γεμάτη αλυσίδες που δεν έσπασα και προχωρώ στο εαρινό μας μπαρ, όπως τότε που δώσαμε μια άλλη υπόσταση στο όνειρό μας. Σαν τότε και τώρα, αναπολώ ό,τι δε βρήκα κι αδιαφορώ για τις συνέπειες. Είμαι παρούσα και πάντα εσύ είσαι απών. Γ Δε μπορείς να αποταμιεύσεις το θείο δώρο της απόλυτης σπατάλης, και έτσι άνοιξες για άλλη μια φορά το κουτί με τις αλήθειες, τις νύξεις και τις ενοχές. Είναι περίεργο που δεν κατάφερες να φτάσεις στην ώρα σου και ήσουν δίπλα, πολύ κοντά. Άργησες, άργησες πολύ. Η ίδια απογοήτευση και ουτοπική επιστροφή οίκαδε και στο ποίημα ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ Όμως, η μαγεία της νύχτας δεν έφτασε ως εμένα. Η φάση δύσκολη κι εσύ μακράν του ονειρικού και του ανέφικτου. Η νέα αναζήτησή μου θα είναι ένα όνειρο που θα ‘ναι αυταπάτη. Και ο ίδιος πάλι (και τώρα ακόμη πιο σουρεαλιστικός) αποχαιρετισμός σε ένα από τα τελευταία και, νομίζω, πιο ώριμα από τεχνική άποψη, ποιήματα της συλλογής: Ο ΓΑΤΟΣ ΤΟΜ Το αέναο κενό, ακάλυπτο πάντα. Εσύ, στο γκρι αρζάν αυτοκίνητο χάνεσαι. Ποτέ δεν ήρθες. Εγώ, στο σιέλ-μπλε της απόστασης σου, σπάω το τζάμι και ζητώ απλώς τα παπούτσια μου. Στο Ανόβερο έγινε σεισμός, στο Βερολίνο έπεσε χιόνι, εσύ απέφυγες τη ρήξη και έβαλες ανάμεσά μας στίξη. Απόηχος σιωπής σε ύψος τεράστιο. Το φιλί ημιτελές, το τέλος ατελές. Είναι κι αυτό το Φελινικό βαλς, ανάμεσα στο τότε και στο τότε, αδιευκρίνιστα θαμπό. Ανάμεσα στα λάθη, λάθη. Ανάμεσα στο τέλος, τέλος. Ανάμεσα στο κενό, κενό. Ανάμεσα σε σένα και σε μένα, θάλασσα άχρωμη, αναιδής, απτόητη. Η τύψη μου τυχαία, η δική σου ανύπαρκτη. Και όταν θα νιώσεις τι έγινε και χάθηκε η μαγεία, πάλι η συνηθισμένη απειλή και τα εγώ μας. Ανία, πλήξη, σιωπή. Ανίερη μέρα, νύχτα χωρίς αστέρια. Αντίο. ΚΙ ΟΜΩΣ, Η ΕΛΕΝΗ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ «ΕΓΩ». ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ «ΕΜΕΙΣ» ΚΑΙ «ΕΣΕΙΣ» ΚΑΙ «ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ» Όσο κι αν βιώνει (συχνά στο έσχατο όριό της) τη Σαρτρική υπαρξιακή εμπειρία «Η κόλασή μας είναι οι άλλοι» και ίσα-ίσα γι’ αυτόν μάλλον το λόγο, η Ελένη Ανδριανού φαίνεται έτοιμη ανά πάσα στιγμή να θυσιάσει το «εγώ» της σε μια απελπισμένη ταύτιση με τους άλλους. Και όχι μόνο με την ηρωικοφανή έννοια του γενικού και ανώνυμου «άλλου», αλλά με τη χειροπιαστή συμπάγεια του συγκεκριμένου συναδέλφου, συντρόφου, αδελφού, πατέρα, μάνας. Αυτό ακριβώς καταμαρτυρούν πολλά από τα ποιήματα της Περιόδου Δ και κυρίως τα δραματικά ακροτελεύτια ποιήματα της ενότητας ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ. Ας τα ιεραρχήσουμε σε κάποια σειρά με κάποιο κριτήριο, ας πούμε κατά το βαθμό συγγενείας. Στο ποίημα ΑΠΟΛΟΓΙΑ (που επαναλαμβάνεται στο οπισθόφυλλο δίκην λεζάντας στο εκπληκτικό έργο του Δέρπαπα), είναι σαφής η αγωνία της ποιήτριας για το μέλλον του κόσμου, όταν ομολογεί: Αλλά στο βάθος, στέκει πάντα αυτή η σκιά. Η μόνιμη σκιά της επανάστασης που δεν έγινε και που είναι ό,τι πιο πολύ με βασανίζει. Και προχωρούμε στο ποίημα ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ, όπου δύσκολα κρύβεται μια έντονη πικρία αλλά και κάποια αισιοδοξία του τύπου «δε χάθηκαν ακόμη όλα». Αλλοιωμένα πρόσωπα. Φιγούρες ανυπότακτης ανάγκης. Αναγνωρίσαμε τους εαυτούς μας και σωπάσαμε. Ένα κλεφτό χαμόγελο ομολόγησε ότι αντέχουμε ακόμα. Στο ποίημα ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, το τυχαίο συναπάντημα με ένα παλιό «εραστή» δίνει την ευκαιρία για μια θλιβερή άσο και σκληρή διαπίστωση: Σε ‘κείνη τη γωνιά, Σταδίου κι Εδουάρδου Λω, εγώ με πέτσινο μπουφάν και παρελθόν κι εσύ, αγέννητος, ανάπηρος κι ανυποψίαστος… Προχωράμε. Εσύ στο απόλυτο κενό κι εγώ στη ρήξη που δεν έρχεται ποτέ. Στο ποίημα στο «ΣΤΟΝ ΤΑΚΗ ΜΕ ΑΓΑΠΗ», εκτός από τη μοναξιά του «εγώ», υπογραμμίζεται εξίσου και η θλίψη για τη μοναξιά του «εσύ»: Μόνος σου κι εσύ στη σκόνη των αρχείων. Μόνος σου εσύ, τις νύχτες, στο γραφείο Κόλλημα εσύ ν’ αναζητάς αιτίες. Τα 4 ποιήματα της ενότητας «ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ» ξεχειλίζουν από κατανόηση και τρυφερότητα: Για τον παλιό σύντροφό της ΜΙΧΑΛΗ; Μένεις εκεί, στο πριν και στο μετά. Αιώνια ανασφαλής φιγούρα αγάπης, προσφοράς, παραδοχής. Στο απαρέμφατο ίσως βρούμε κάποτε τις απαντήσεις. Αυτές που κάποτε αποκτήσαμε, ερήμην των καιρών. Ναι, ξέρεις άλλαξες κι αλλάξαμε. Τώρα, μπορεί να περιμένουμε τη λύτρωση ή, ίσως, μια καινούρια αυταπάτη. Για την παλιά φίλη της ΚΛΑΙΡΗ, το 2000 μ. Χ.: Εφάρμοσε τη θεωρία της ανάγκης και επιβίωσε, επιτέλους, με την εξαίσια λειτουργία του κορμιού σου. Είσαι το όνειρο των ονείρων σου κι ο μυθικός θεός, στο περιθώριο της σκέψης, αποζητά να δραπετεύσει. Και πάλι για την ΚΛΑΙΡΗ, το 2003 μ. Χ.: Έχεις αλλάξει. Όμως στο βάθος, το κόκκινο χρώμα της αίσθησης υπερνικά το χρώμα της επιθυμίας να ζήσεις, επιτέλους, δίχως μνήμες. Αναζητάς το απόλυτο, ακόμα και τώρα, και αγαπάς το νέο εαυτό σου που άλλαξε για να μπορεί να παραμείνει ίδιος. Είσαι πάντα εσύ. Το ξέρεις πως τίποτα δεν αλλάζει, κατά βάθος. Και τέλος για την άλλη «κολλητή» της ΟΥΡΑΝΙΑ: Πάντα φοβόμουνα τις ενοχές σου και πάντα έβλεπα να τις νικάς. Όμως, το πρόβλημα της νύχτας του πολέμου δε φαίνεται να το ‘λυσες ακόμα. Και να θυμάσαι πως οι μάσκες έπεσαν και τώρα, θεατές κι απορημένοι, απολαμβάνουμε τους ρόλους μας. Τελειώνοντας την ομολογουμένως ερασιτεχνική αυτή ανάλυση, αντιγράφω τα ποιήματά της τελευταίας ενότητας ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ εντελώς μηχανικά, για τον απλό λόγο ότι κάθε φορά που τα διαβάζω με παίρνουν τα ζουμιά: ΑΝΙΕΡΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (Στη Μητέρα μου) Α Στην εξοχή με βρεγμένα καλτσάκια. Στη σκηνή που κλαίει. Φιόγκοι που ανεμίζουν. Ένα μαύρο φόρεμα με πικέ. Ένα ψαράδικο παντελόνι που περιμένει. Όλα μου θυμίζουν εσένα. Ο κόσμος μικραίνει. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Οι ενοχές είναι πάντα εδώ. Δεν είδα. Δεν ένιωσα. Δεν έμαθα… Περνάω πάλι από ‘κείνη τη γωνιά που σ’ άφησα. Ποτέ δε θα ‘σαι πια εκεί. Ξημερώνει για μένα το τέλος της νύχτας. Το τέλος της αγάπης. Το τέλος! Β Όταν έφυγες, χάθηκε το πέραν του όλου. Λιγόστεψε η πίστη στην εμμονή. Όλα μισά. Η έρημος πνίγεται στην έρημο. Η ελπίδα δεν αδημονεί πια για τίποτα. Η καρδιά, χαμένη στο απροσδιόριστο. Εγκαταλείπεις τη μάχη. Στο χείλος του κόσμου βυθίζομαι. Στο πουθενά η ψυχή μου. Πέρασε πολύς καιρός, το ξέρω! ΑΝ ΗΞΕΡΕΣ! (Στον πατέρα μου) Α Παρέα με το τίποτα γυρνάω. Εκεί, στον απόηχο της θ
  2. Τάκης Μητσακάκης on said:
    Η Ελένη Ανδριανού είναι Ελληνίδα και όχι Αμερικανίδα ποιήτρια. Ζητώ συγγνώμη για το λάθος και σας στέλνω τη μετάφρασή μπυ 600 ποιημάτων της Εμιλυ Ντίκινσον. Ευχεriστώ. EMILY DICKINSON 600 ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μετάφραση Τάκη Μητσακάκη ΕΚΔΟΣΗ ΠάΝ-ΘΕοΝ με ΠαΝ-ΘέΑ ΑΘΗΝΑ 2011 ________________________________________ Copyright: Τάκης Μητσακάκης, Λεπενιώτη 6, 105.54 Αθήνα. Τηλ. 211/1832885 Η αναδημοσίευση ολόκληρου ή μέρους των κειμένων επιτρέπεται με το μοναδικό όρο αναφοράς στο συγγραφέα και στον εκδότη. ________________________________________ Η μετάφραση των ποιημάτων έγινε από την έκδοση του 1993 «THE COLLECTED POEMS OF EMILY DICKINSON BOOKS» του οίκου Barnes and Noble, που είχε βασιστεί στην έκδοση του 1924 «THE COMPLETE POEMS OF EMILY DICKINSON” ________________________________________ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ Α. ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ 1. ΜΕΤΑΒΑΣΗ (1962) 2. ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (1976) 3. ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (1980) 4. ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΑΝΕΜΩΝΕΣ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ, Η ΝΕΦΕΛΗ ΚΑΙ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ (1988) 5. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1988) Β. ΔΙΑΦΟΡΑ 1. ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΣΗΤΕΙΑΣ (1966) 2. ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΚΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥΣ (RILKEN 1995) Γ. ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ 1. Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝ Δ. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ & FACEBOOK 1. MITSAKAKIS. GR 2. ΠΟΙΗΣΗ ΕΝ ΕΥΡΕΊΑ ΕΝΟΙΑ 3. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ Στον αγαπημένο φίλο μου Βαγγέλη Ανδρεαδάκη και στις τρεις Πηνελόπες: την κόρη μου, την ανεψιά μου και τη φίλη μου γιατρό, ποιήτρια, ζωγράφο και έντιμη πολιτικό Πηνελόπη Ντουντουλάκη ________________________________________ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΝΕΨΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ MARTHA DICKINSON BIANCHI 2. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΖΩΗ 3. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΦΥΣΗ 4. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΑΓΑΠΗ 5. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ 6. ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΑΝΕΨΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ MARTHA DICKINSON BIANCHI Ζητώντας την επιείκεια του αναγνώστη, εξομολογούμαι ότι, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήρθα σε επαφή με την ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον, μόλις πέρυσι, μέσω μιας έκδοσης του οίκου ΚΡΩΠΙΑ, σε μετάφραση Κώστα Ιωάννου. Η επόμενη επαφή με την ίδια ποίηση ήταν ένα βιβλίο που αγόρασα από ένα βιβλιοπωλείο «δεύτερο χέρι» στο Τορόντο και, καθώς ξυπνούσα πολύ πρωί και όλοι γύρω μου κοιμόντουσαν (ακόμη και οι χαριτωμένοι σκίουροι), άρχισα να αποτολμώ μια ελεύθερη απόδοση κάποιων στίχων της, όχι τόσο για να επιδείξω, στον εαυτό μου έστω, τη μεταφραστική μου δεινότητα, αλλά για να αντιπαραβάλλω τη γεμάτη αντιφάσεις ποίηση της Ντίκινσον με την, επίσης γεμάτη αντιφάσεις ποίηση της συντρόφου μου Ελένης Ανδριανού. Ξανάνοιξα το βιβλίο στην Κρήτη και ομολογώ ότι ήταν τόση η γοητεία του, που δε μπορούσα να κοιμηθώ αν δεν τέλειωνα τη βασανιστική μετάφραση κάποιου ποιήματος που είχα, στην τύχη, επιλέξει. Και λέω «βασανιστική, για τρείς κυρίως λόγους: Πρώτο, γιατί τα Αγγλικά μου είναι μάλλον μέτρια και ανεπαρκή για ένα τόσο τολμηρό εγχείρημα. Δεύτερο, γιατί η γλώσσα της πολύ μορφωμένης Ντίκινσον είναι κάτι σαν την ξεχασμένη και υποτιμημένη δική μας καθαρεύουσα. Τρίτο και ίσως κυριότερο, γιατί ο τρόπος που η ποιήτρια «πλέκει» τους στίχους της, είναι πολύπλοκος και, συχνά, εκνευριστικά «ανάποδος». Ωστόσο, τόλμησα. Και όχι μόνο προσπαθώντας να αποδώσω, όσο γινόταν πιο πιστά, το πνεύμα κάθε ποιήματος, αλλά φιλοδοξώντας να κρατήσω, ή ακόμη και να «βελτιώσω», τη μουσικότητά του. Και τώρα, λίγα λόγια για την ποίηση της Ντίκινσον από την ανεψιάς της ποιήτριας Martha Dickinson: «..Πολλά από τα ποιήματά της έχουν δημοσευθεί σε ανθολογίες, επιλογές, σχολικά βιβλία για απαγγελία, και ολονένα βρίσκουν τους εκλεκτούς και έχουν θαυμάσια ερμηνευθεί από την επέκταση εκείνων των ζωών που έχουν συλλάβει, πάνω από την ισχύ της φυσικής, βαθιάς προαισθησής τους των θαυμάτων της καθημερινής Ζωής, Αγάπης και Θανάτου. Η ίδια ήταν με το μέρος της ζωής που είναι πάγια νεανική και πάντα μαγική. Έγραψε γι΄αυτήν καθώς μεγάλωνε για να τη γνωρίσει, βήμα-βήμα, ανακάλυψη με ανακάλυψη, αλήθεια με αλήθεια, μέχρι τη στιγμή που, απλώς, έγινε αιωνιότητα. ήταν υπέροχα ανακαλύπτουσα, καθώς κυνηγούσε πρόθυμα το νόημα των πάντων, αυτού του παράξενου κόσμου, στον οποίο, με έκπληξη, έβρισκε τον εαυτό της…. Έζησε με το Θεό, στον οποίο δεν πιστεύουμε πια, και εμπιστεύθηκε μιαν αθανασία που εμείς δε συντηρούμε πια σ’ αυτόν τον γεμάτο εμπιστοσύνη αιώνα, όπου το καθήκον ήταν πάνω από την Απόλαυση, πριν ο Πουριτανισμός γίνει Υποκρισία….Ποτέ δεν εμπιστεύθηκε σοβαρά με ψέμα, και ποτέ δε χρησιμοποίησε κάποιο δόλο στη σκέψη ή στην αντίληψή της γ’ αυτήν την ίδια. Αυτή η αλύπητη ειλικρίνεια υπαγόρευσε: Μου αρέσει ένα βιβλίο αγωνίας Γιατί ξέρω ότι είναι αλήθεια Οι άνδρες δεν προσποιούνται απασμό Ούτε διεγείρουν μια οδύνη Όπως το φως ακολουθεί το σκοτάδι, το Καλοκαίρι ακολουθεί το Χειμώνα, είναι αναπόφυκτα σαφής. Υπεκφυγή του γεγονότος δεν εγνώριζε, αν και το σώμα της μπορεί να πετούσε μακριά από τη διακοπή, αφήνοντας έναν εισβολέα να σκεφθεί ότι μια ηλιακτίδα άφησε την πόρτα μισάνοιχτη. Οι οντότητές της ήταν τόσο τεράστιες, όσο οι λέξεις της ήταν ελάχιστες. Αυτές οι λέξεις ήταν η αιχμή της ξηρασίας που χαράσσεται ή παγώνει στα τζάμια. Διπλά ειδωμένο, κάθε γεγονός και κάθε αντικείμενο φαίνεται να κρατά γι’ αυτήν τόσο την πραγματική όσο και την φανταστική διάστασή του. Μ’ αυτή τη δύναμη μεταφέρει τον αναγνώστη της πίσω από το πέπλο που σκιάζει τη λιγότερο δωρεούχα αντίληψη. Ακόμη, κατεβαίνει πάνω στο χείλος του τάφου για να παίξει με το εξωτερικό ένδυμα του πνεύματος, να ξανασυλλάβει το νεκρό χαμόγελο στα χείλη που παραδόθηκαν για πάντα. Ύστερα, όπως στις φτερούγες του Θανάτου, φέρνει τον εαυτό της και τον αναγνώστη στην κατεύθυνση της δραπέτισσας ψυχής, σε νέαν απίστευτα ύψη. Έτσι, με τη ζωή να φέρεται διπλά, σε δυο κόσμους, στα καστανά μάτια της με τα οποία ντύνεται το Αθέατο, εξομολογείται: Προσαρμόζομαι γι’ αυτούς, Ψάχνω στο σκοτάδι μέχρι να προσαρμοστώ πλήρως. Το έργο είναι ιερό Και με ικανοιποιητική γλύκα. Αυτή η εγκράτεια ως δική μου, παράγει Ένα πιο καθαρό αγαθό γι’ αυτούς, Αν επιτύχω. Αν όχι, είχα Τη μεταφορά του Σκοπού. Αυτή η μεταφορά του σκοπού την απερρόφησε, κι αυτή ακριβώς η απορρόφηση είναι η σαφέστερη απέκτασή της – η απορρόφηση μέσα σ’ Αυτόν, που αποκλείει την παρατήρηση του. Πάνω απ’ όλα ήταν πολυάσχολη. Παίρνει χρόνο, ακόμη και σε ιδιοφυϊες να κρυσταλλώσουν τη σκέψη με την οποία τα ποιήματά της είναι στοιβαγμένα. Η μοναξιά την δεν ήταν ποτέ άεργη. Το δέος γι’ αυτό το άγνωστο μυστήριο της αγάπης διαπερνά όλα της τα γραπτά και, μπροστά στη Φύση, στο Θεό και στο Θάνατο, είναι πιο άφοβη και απ’ αυτόν τον αρχάγγελο της δυσοίωνης σκιάς που ενστικτωδώς ονειρεύεται….Η φιλοσοφία της είχε από καιρό διδάξει ότι το Όλον ήταν μέσα της στο Όλον: δεν υπήρχαν βαθμοί σε τίποτα. Ανάλογα, τίποτα δεν ήταν μηδαμινό και ο λιποθυμισμένος πετρίτης της έγινε συνώνυμο του σύμπαντος. Είδε μέσα σε απόλυτους όρους, γεγονός που της έδωσε μια ακρίβεια όπως αυτήν που αποκτάται κάτω από το μικροσκόπιο της σύγχρονης επιστήμης. Όμως, η ψυχή της κυριάρχησε και, όταν τα βήματά της έθεταν σε αμφιβολία τους όρους, ακόμη κα τότε, υπαγορεύονταν από το αταλάνευτο πνεύμα της….Ήταν αυτή η κραυγή της κοινοτοπίας που, ερεθισμένη από την αυστηρότητα μιας επιφυλακτικής ατομικότητας, προκάλεσε την αθάνατη αναφώνησή της: Η πιο θεία αίσθηση είναι η μεγάλη τρέλα, Για ένα μάτι που καλά τα βλέπει, Μα η μεγάλη αίσθηση είναι η τέλεια τρέλα. Αυτή είναι η πλειονότητα. Σ’ αυτήν, καθώς υπερισχύει, Ντύσου και θα είσαι η σωφροσύνη. Δισταγμέ, είσαι μακρόθεν επικίνδυνος Και δεμένος μ’ ένα κομποσκοίνι. Η ερμηνεία της απαιτεί ύψος και βάθος εφαρμογής των αναγνωστών της γιατί, μολονότι η γκάμα της είναι για κάθε ψυχή που δε δεσμεύεται από τις αισθήσεις, δεν την κάνει πάντοτε και αμέσως σαφή, όταν μιλάει έξω από το δικό της όραμα και στη δική της γλώσσα. Αντιθετα μ’ αυτό, πέρα από εκείνους που την αποδέχτηκαν σχεδόν με λατρεία, αυτή πρωταρχικά είναι η ποιήτρια εκείνων που ποτέ δε διαβάζουν ποίηση…. Κάποτε ένας ιεροκήρυκας βρήκε τη γραμμή της στην καρδιά του υλικού του και έκανε το στίχο της να πετάξει με το συμπέρασμά του. Ήταν ο Very Reverend που έγραψε: Δοξάζω το Θεό για την Έμιλυ.Μερικά από τα γραπτά της είχαν βαθύτερη επιρροή στη ζωή μου από οτιδήποτε άλλο έχει οποιοσδήποτε άλλος γράψει. Μυστικό με μυστικό, σκέψη με σκέψη, πνεύμα με πνεύμα, σκόνη με σκόνη, ήταν στην πηγή των πραγμάτων και, εκτός από τα πολύ πηγαία της ζωής της, ακόμη κι αυτά τα βαθιά πηγάδια απ’ όπου άντλησε, ήταν με την πλευρά της, αν και τα νερά τους ήταν αιώνιες αλήθειες και η δική της μια από τις συναρπαστικές βεβαιότητες κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ, στα ποιήματά της, η αναστημένη Έμιλυ, ανεπαίσχυντη από τους θνητούς δεσμούς, μιλάει στη θεϊκή της Πλειονότητα: Χώρισε το γλέντι και θα βρεις τη μουσική, Βολβό με βολβό, τυλιγμένη σε ασήμι. Μοιρασμένη ανεπαρκώς στο καλοκαιριό πρωί, Σωσμένη, όταν το λαούτο άηχο μείνει. Αλλά σε ό,τι η ιδιωματική γώσσα εξηγεί ως ουράνιο γλέντι του τυφλοπόντικα, ακόμη κι αυτό ήταν μια απώλεια για να τη διηηθεί. Για τους πραγματικούς εραστές της πρόζας και της ποίησης της Έμιλυ Ντίκινσον, κάθε άλλη εξήγηση θα ήταν τόσο αυθάδης όσο και περιττή.» ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΖΩΗ Αυτό το γράμμα μου είναι για τον κόσμο, Που ποτέ δε θα μου έχει γράψει, Τα απλά νέα που μου είπε η Φύση, Γεμάτα τρυφερότητα και λάμψη. Το μήνυμα της είναι δεδομένο Σε χέρια που δεν πρόκειται να δω. Για την αγάπη της γλυκοί συμπατριώτες, Ζητώ την επιείκειά σας με αιδώ. I Η ευτυχία μοιάζει πιο γλυκιά Σ αυτούς που ποτέ δεν ευτύχησαν. Για να νιώσεις πιο βαθιά την γλύκα, Πρέπει να νιώσεις και την πιο μεγάλη πίκρα. Κανένας απ’ τον πορφυρένιο εσμό Που πήρε σήμερα το μπαϊράκι Δε μπορεί να δώσει της νίκης ορισμό Τόσο διαυγή σαν το νεράκι. Καθώς το απαγορευμένο αυτί Αυτού που, νικημένος, θα πεθάνει, Το σπάει του θριάμβου η ιαχή Μακρινή, καθαρή και αγχωμένη. II Το μερίδιό μας στης νύχτα βοηθάει Να υποφέρουμε τη μέρα μας με φρόνηση. Το κενό μας στη μακαριότητα μετράει Να γεμίζουμε το κενό στην περιφρόνηση. Εδώ ένας πλανήτης, εκεί ένας απλανής, Κάποιοι το δρόμο έχουν χάσει. Εδώ μια ομίχλη, εκεί μια αχλύς, Και ύστερα, αργοχαράσσει. IIΙ Ψυχή μου θα αφεθείς για άλλη μια φορά Στου τυχαίου τον κίνδυνο να σε πείσει. Εκατοντάδες έχουν χαθεί οριστικά, Μα και δεκάδες το παν έχουν κερδίσει. Των αγγέλων η ετυμηγορία Αργοπορεί πολύ να πέσει, Ενώ του διαβόλου η ομοφωνία Είναι έτοιμη να σε διακυβεύσει. IV Υπάρχει τόση, μα τόση χαρά! Ακόμη κι αν ήθελα να χάσω, τι μαύρη τύχη! Και όμως, είμαι χαμένη σα να Τα έχω όλα ρισκάρει σε μια ζαριά. Έχω κερδίσει; Ναι! Άρα αμφίβολη Αυτή η πλευρά, η εύκολη νίκη! Η ζωή είναι ζωή, η φθορά είναι φθορά! Η μακαριότης, μακαριότης και η πράξη, πράξη! Αν νικηθώ, τουλάχισον θα μάθω μια φορά Ότι το χείριστο είναι κι αυτό μια χαρά. Η ήττα δεν είναι παρά μια ήττα Και τίποτα πιο ζοφερό δε γίνεται να υπάρξει! Και αν κερδίσω – ω, κανόνι στ’ ανοιχτά, Ω, καμπάνες στα καμπαναριά, Σε πρώτη επανάληψη, θ’ αργήσει! Για τον ουρανό, είναι διαφορετικά. Πιθανολογούμενο κι αφυπνισμένο ξαφνικά Και, ίσως, να με κατακλύσει! V Ωραία! Πέρασε η μεγάλη μπόρα! Τέσσερις έχουν σκεπάσει τη γη. Σαράντα κατεβαίνουν μαζί Να δροσίσουν την καμένη χώρα. Κουδούνι για τη λιγοστή χαρά! Καμπάνα για τις όμορφες ψυχές, Το γείτονα, το φίλο, το γαμπρό, Που στροβιλίζουν πάνω στα νερά! Πώς θα αφηγηθούν το ναυάγιο, Όταν ο χειμώνας την πόρτα θα χτυπά, Όταν τα παιδιά θα ρωτούν «Μα Οι σαράντα δε θα γυρίσουν πίσω πια;» Μετά, μία σιωπή την ιστορία θα χρήσει Και μια απαλότητα στου αφηγητή το μάτι. Τα παιδιά δε θα ρωτούν πια κάτι Και μόνο το κύμα θα απαντήσει. VI Αν μπορούσα να εμποδίσω μια καρδιά να σπάει, Δε θα ζούσα πια επί ματαίω. Αν μπορούσα να εμποδίσω μια ζωή να πονάει, Ή τον πόνο της ν’ ανακουφίσω, Ή ένα λιπόθυμο πουλί να βοηθήσω Να φωλιάσει στη φωλιά του εκ νέου, Δε θα ζούσα επί ματαίω. VII Μέσα στην δική μου την προσέγγιση, Μπορούσα να έχω προσεγγίσει πιο πολύ! Μπορούσα να πετύχω με πολύ απλό τρόπο: Απαλά περιπλανώμενη στην πόλη αυτή. Περιπλανώμενη με ανάλαφρο έναν τρόπο, Στις τόσο ανυποψίαστες βιολέτες που Μέσα στους αγρούς κείτονται χαμηλά, Μα για τα δαχτυλάκια που πασχίζουν Και που περάσαν ώρα πριν, είναι αργά. VIII Του πληγωμένου ελαφιού, ψηλά το πήδημά του, Άκουσα τον κυνηγό να λέει. Δεν είναι παρά η αγωνία του θανάτου, Αλλά μετά, το κάταγμα του μένει. Ο τρύπιος βράχος που νερό αναβλύζει, Το πιεσμένο ατσάλι που αναπηδάει, Ένα μάγουλο πάντα κοκκινίζει Εκεί που ο φθισικός κεντάει! Ευθυμία, το ταχυδρομείο της οδύνης Και όπλο που την προφυλάει. Ο καθένας μας το αίμα εποπτεύει Και «είσαι πληγωμένος» θα φωνάζει! IX Η καρδιά πρώτη ζητάει την ευτυχία Και μετά, από τον πόνο της, συγγνώμη Και μετά, αυτή τη μικρή αναλγησία Που τον πόνο της απονεκρώνει. Και μετά, πηγαίνει για ύπνο Και μετά, αν θέλει να το επιλέξει, Ο παντοδύναμος Κριτής της Το θάνατό της θα της επιτρέψει. X Είναι πολύτιμη η απόλαυση Να συναντάς ένα βιβλίο αρχαίο, Με φόρεμα του αιώνα του. Προνόμιο, πραγματικά, ωραίο. Στο χέρι σου ευλαβικά το παίρνεις Και ζεσταίνεις το σεβάσμιο δικό του. Δυο περάσματα στο παρελθόν του κάνεις, Στον πρώτο, το νεανικό καιρό του. Τις παραξενιές του τις χαζεύεις, Ξετυλίγοντας αργά τη γνώση, Ό,τι αφορά την αμοιβαία γνώμη Η φιλολογία του παλιού θα δώσει. Τι ανταγωνισμός, στην αρχαιότητα, Τι ενδιέφερε τους λόγιους πιο πολύ, Πότε ο Πλάτων ήταν βεβαιότητα, Πότε η οντότητα του Σοφοκλή. Πότε υπήρξε η φιγούρα της Σαπφώς, Πότε η Βεατρίκη φόραγε χιτώνες, Πότε ο Ντάντε έντυσε με θείο φως Γεγονότα πριν αιώνες και αιώνες. Το βιβλίο γίνεται δικό σου, Σαν να όφειλες να ‘ρθεις στην πόλη τώρα Και επαληθεύει κάθε όνειρό σου, Γιατί έζησε της γέννας του την ώρα. Η παρουσία του είναι τόσο μαγική, Που το ικετεύεις να μη φύγει όσο Οι παλιές του στήλες από απλή περγαμηνή Σ’ ερεθίζουν και σε γοητεύουν τόσο. XI Η πιο θεία αίσθηση είναι η μεγάλη τρέλα, Για ένα μάτι που καλά τα βλέπει, Μα η μεγάλη αίσθηση είναι η τέλεια τρέλα. Αυτή είναι η πλειονότητα. Σ’ αυτήν, καθώς υπερισχύει, Ντύσου και θα είσαι η σωφροσύνη. Δισταγμέ, είσαι μακρόθεν επικίνδυνος Και δεμένος μ’ ένα κομποσκοίνι. XII Δε ζήτησα τίποτε άλλο, στην τιμή μου. Τίποτα άλλο δε με γέλασε. Πρόσφερα και αυτήν την ύπαρξή μου Και ο πιθανός αγοραστής μου χαμογέλασε. Βραζιλία; Έστριψε ένα κουμπάκι μάλλον, Χωρίς ούτε μια ματιά να ρίξω: «Μα κυρία, δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο Που μπορώ αυτή τη μέρα να σας δείξω» XIII Η ψυχή επιλέγει την κοινότητά της, Μετά, κλείνει πίσω της τη θύρα, Σ’ αυτή τη θεία πλειονότητά της, Τίποτα άλλο από μια όχληση, δεν πήρα. Ακίνητη, το στοπ του κάρου σημειώνει Στην πύλη της τη χαμηλή. Ακίνητος, ένας κυρίαρχος κλίνει το γόνυ, Πάνω στης εισόδου το χαλί. Την ήξερα από την αφθονία της γης της. Διάλεξε τώρα ένα μύθο Κι ύστερα, σφράγισε την προσοχή της, Μ’ ένα βαρύ κι ασήκωτο λίθο. XIV Μερικά πράγματα που περνούν, μπορεί να είναι Πουλιά, ώρες, μέλισσα πού βουίζει. Γι’ αυτά δεν υπάρχουν ελεγεία Μερικά πράγματα που μένουν, μπορεί να είναι Θλίψη, λάμψη ή ζωή αιωνία. Μα ούτε αυτή μου πάει η χρεία. Υπάρχουν αυτή την ήρεμη ανατολή. Μπορώ να δώσω στους ουρανούς ερμηνεία; Σε πόση ο γρίφος ακουμπά ηρεμία! XVI Να μάχεται κανείς γερνώντας είναι ήθος, Αλλά και άλλο τόσο ευγενικό, Να κατατροπώνει στήθος-στήθος, Της συμφοράς το ιππικό. Να νικά, όταν κανείς δε βλέπει τώρα, Να πέφτει και κανείς να τον παρατηρεί, Να πεθαίνει και κανείς μες στη χώρα Να τον βλέπει με στοργή πατριωτική. Εμπιστευόμαστε, σε πομπή στολισμένη, Αυτούς που ο άγγελος σηκώνει, Σε σειρά απόλυτα συντονισμένη Και με ομοιόμορφες στολές από χιόνι. ΧVII Όταν η νύχτα είναι σε όλα τα μέρη Και το χάραμα είναι τόσο κοντά μας, Που μπορεί να το πιάσει το χέρι, Είναι ώρα να ισιώσουμε τα μαλλιά μας. Να τα ετοιμάσουμε για το ωραίο δίκτυ, Ν’ αναρωτηθούμε τι κάναμε ως τώρα, Γι’ αυτό το ξεθωριασμένο μεσονύχτι, Που μας τρόμαξε, αλλά πριν ώρα. XVIII Διαβάστε φίλοι πώς κάποιοι αγωνίστηκαν Έως ότου εμείς ανδρωθούμε. Τι αυτοί απαρνήθηκαν Έως ότου εμείς ξεφοβηθούμε. Πόσες φορές αυτοί υπέφεραν Της πίστης τους τη μαρτυρία Έως ότου εμείς βοηθηθούμε Σα μια φροντισμένη βασιλεία. Διαβάστε πάλι για την πίστη, Που έλαμψε πάνω στη δέηση. Ξεκάθαρες εντάσεις ύμνων, Που ούτε ποτάμι δεν παρέσυρε. Ονόματα γενναίων ανδρών Και γυναικών με φρόνηση, Που ξεπέρασαν την αναφορά Και κέρδισαν την αναγνώριση. XIX Ο πόνος έχει ένα στοιχείο κενού. Δεν μπορεί ποτέ ν’ ανακληθεί. Όταν αρχίζει ή αν υπήρξε Κάποια μέρα που δεν ήταν εκεί. Δεν υπάρχει μέλλον του πόνου. Τα άπειρα βασίλειά του περιέχουν Μόνο παρελθόν, που όταν φωτίζεται, Έρχονται περίοδοι που μόνο πόνο έχουν. XX Ήπια ένα λικέρ ποτέ δεν έγινε, Από μαργαριταρένιες κανάτες κενές. Τέτοιο οινόπνευμα δε θα παρήγαγαν Ούτε όλες του Ρήνου οι δεξαμενές. Είμαι μεθυσμένη από τον αέρα Και διεφθαρμένη από τη δρόσο, Τρικλίζω μες σε ατελείωτη θερινή μέρα, Μπαίνοντας σε χάνια από γαλάζιο τόσο. Όταν οι αγρότες γυρίζουν τη μεθυσμένη Μέλισσα από της αλεπούς τη στράτα, Όταν οι πεταλούδες αρνούνται τα τύμπανά τους, Εγώ δε θέλω, παρά κι άλλη μια κανάτα. Μέχρι τα σεραφείμ να κουνήσουν τα καπέλα Και οι άγιοι στα παράθυρα γερμένοι, Για να δουν τη μικρούλα πότρια Πάνω στον ήλιο να ‘ναι ακουμπισμένη. XXI Έφαγε κι ήπιε τα πολύτιμα λόγια. Το πνεύμα του μεγάλωσε με τόλμη. Δεν ήξερε παρά πως ήταν πένης, Και πως το κάδρο του ήταν η σκόνη. Χόρευε τις σκοτεινές ημέρες Κι αυτή η κληρονομία φτερουγών Δεν ήταν παρά ένα βιβλίο. Τι ελευθερία Που φέρνει ένα πνεύμα χαλαρό! XXII Δεν είχα χρόνο να μισήσω, διότι ο τάφος Θα με εμπόδιζε, με πάσα βεβαιότητα. Και η ζωή δεν ήταν τόσο ευρεία, ώστε Να μπορούσα να τελειώσω την εχθρότητα. Μα ούτε χρόνο είχα ν’ αγαπήσω, διότι Από τότε που μια φάμπρικα έπρεπε να ‘μαι, Νόμιζα πως ο μικρός κόπος αγάπης, Ήταν αρκετός ευτυχισμένη να ‘μαι. XXIII Ήταν ένα τόσο δα μικρό καράβι, Που αρμένιζε κάτω στον όρμο! Ήταν τόσο, μα τόσο ευγενής η θάλασσα, Που του ένευσε από μακριά και μόνο! Ήταν τόσο, μα τόσο άπληστο το κύμα, Που το παρέσυρε από την ακτή. Δεν το μάντεψαν τα μεγαλοπρεπή ιστία, Και το μικρό μου σκάφος είχε χαθεί! XXIV Είτε το πλοίο κατέβηκε στη θάλασσα. Είτε έσμιξε με μαύρη καταιγίδα, Είτε μαγεύτηκε από νησάκια όμορφα Και μάζεψε πειθήνια τα ιστία. Ποιο αραξοβόλι άραγε το κράτησε; Ποιο μυστηριώδες πάλι κόλπο; Αυτή είναι η αυταπάτη του ματιού, Έξω και πάνω από τον κόλπο. XXV Η Μπελσαζάρ πήρε ένα γράμμα. Ποτέ άλλοτε δεν είχε πάρει. Σ’ αυτή την αθάνατη κόπια, Ο μέγας επιστολογράφος Κατέγραφε σε απλό στίχο Τη συνείδηση όλων μας, Που και αόμματος διαβάζει, Στης αποκάλυψης τον τοίχο. XXVI Το μυαλό μέσα στο δικό του δάσος, Τρέχει ομαλά και γνήσιο, αληθινό. Όμως, άφησε ένα κύτταρο να παρεκκλίνει Και είναι ευκολότερο να φέρεις πίσω το νερό, Όταν οι πλημμύρες τρέχουν χωρίς στάσεις Και ανοίγουν κολοσσιαίες λεωφόρους, Εκμηδενίζοντας, με μιας, τις αποστάσεις. XXVII Είμαι ο Κανένας! Ποιος είστε εσείς; Μήπως κι εσείς είστε ο Κανείς; Τότε είμαστε ζεύγος – τι τέλεια μωρία! – Λες και μας έχουν τιμωρήσει με εξορία. Πόσο ζοφερό είναι να είσαι κάποιος! Πόσο κοινότοπο, σαν ένας βατράχος, Που λέει το όνομά του στον έκπληκτο βάλτο, Κι αυτός χειροκροτεί τον όσο μονάχο! XXVIII Φέρνω ένα ασυνήθιστο κρασί Σε χείλη που ξηραίνονται, μετά από μένα, Και τα καλώ απλώς να πιουν. Σκάζοντας από πυρετό, αυτό πασχίζουν. Στρέφω τα δακρυσμένα μάτια μου μακριά, Για να ‘ρθουν την επόμενη ώρα να δουν. Τα χέρια ακόμη κρεμάνε τα γυαλιά. Τα χείλη που θα είχα πριν δροσίσει, φευ, Είναι τόσο αχρείαστα ψυχρά! Θα ‘θελα το ταχύτερο να θερμάνω Το στήθος όπου ο πάγος έχει στρωθεί, Αιώνες κάτω από το καλούπι, ωχρά. Μπορεί να υπάρχει άλλος διψασμένος, Που αυτό θα μου είχε υποδείξει Και που απέμεινε να του μιλήσω. Κι έτσι, πάντα υπομένω το ποτήριο τούτο. Αν, ευτυχώς, το δικό μου έχει σταγόνα, Τον προσκυνητή μου να δροσίσω. Αν δηλαδή, ευτυχώς, κάποιος μου πει: «Έστω και ελάχιστα, έλα σε μένα» Όταν, επιτέλους, τύχει και ξυπνήσω. XXX Πλάθουμε, παίζοντας, μια ζύμη, Μέχρι να φτιάξουμε πέρλες. Μετά, τα πετάμε στην άκρη όλα Και κρίνουμε τον εαυτό μας τρελό. Όμως, τα σχήματα είναι παρόμοια, Ενώ τα καινούρια μας, άξια χέρια Μαθαίνουν πολύτιμες τέχνες Για να πλάθουν, τώρα, τον πηλό. XXXΙ Βρήκα τη φράση για κάθε σκέψη. Άλλωστε, δεν είχα παρά μόνο τη βάση. Κι αυτή με προκαλούσε σα χέρι Να ζωγραφίσω τον ήλιο με βιάση. Στις γενιές που τράφηκαν στο σκότος, Πώς θα μπορούσε η δική σας ν’ αρχίσει; Μπορεί η φωτιά με βαφή να γίνει, Ή το μεσημέρι στη μαζαρίνη; XXXIΙ Ελπίδα είναι αυτό το πράγμα με φτερά, Που μέσα στην καρδιά φτεροκοπάει Και τραγουδάει δίχως λόγια περιττά, Χωρίς ποτέ, μα ποτέ να σταματάει. Και στη θύελα ακούγεται γλυκύτατη. Και η καταιγίδα πρέπει να πονάει τόσο, Που να ντρέπεται το πουλί, αφού κρατάει Μεσα στη θαλπωρή τόσα και πόσο! Το έχω ακούσει στην πιο παγωμένη γη Και στου πιο παράξενου πελάγου τα μήκη Μα ποτέ, ούτε σε μεγάλη ακρότητα, Δε μου ζήτησε ούτε ένα τόσο δα σκουλήκι. XXXIIΙ Τολμάς να δεις ψυχή σε κατάλευκο πυρ; Τότε, ζάρωσε μέσα στη θύρα. Το κόκκινο είναι το χρώμα της φωτιάς, Αλλά, όταν η ζωηρή πορφύρα… Έχει χορτάσει τις συνθήκες της πυράς, Παίζει την τρεμουλιαστή ουσία, Δίχως χρώμα, παρά μόνο με το φως, Μιας ασπρίλας δίχως πεμπτουσία. Το χωριό καμαρώνει το σιδηρουργό, Που ο χτύπος από το δικό του αμόνι Είναι σύμβολο για το άριστο χαλκειό, Που δίχως θόρυβο, σέρνετ’ ακόμη… Φωτίζοντας αυτό το ανυπόμονο ορυκτό, Με το σφυρί και της φωτιάς την κάψα, Μέχρι που το προσχεδιασμένο φως Το απογυμνώνει τέλεια απ’ τη μάσκα. XXXIV Αυτή μπορεί και να υδροβατεί Σε ολόκληρες λίμνες από θλίψη, Είναι ήδη πολύ εθισμένη. Όμως, μια ελάχιστη δόση χαράς Σκάει στα πόδια της και τότε, Γέρνει στο πλάι, μεθυσμένη. XXXV Χαλί κι ας μη χαμογελάσει, Ήταν το νέο της ηδύποτο, Πριν όλα να τα έχει χάσει! Ο πόνος είναι η δύναμή της, Που την κεντά με πειθαρχία, Μέχρι α κρεμαστελι η βαρύτης. Δώσετε βάλσαμο στούς γίγαντες Κι αυτοί θα μαραθούνε σα χωριάτες. Δώστε τους μετά, τα Ιμαλάια Και θα τα κουβαλήσουνε στις πλάτες. XXXVI Ποτέ μου δεν ακούω «δραπετεύω», Χωρίς το αίμα να γοργοπετάει, Σα μια αιφνίδιά μου προσδοκία Και σα μια στάση που αργοπετάει. Ποτέ μου δεν ακούω «φυλακές μεγάλες». Από στρατιώτη πολύ συντριμμένο, Μα εγώ τις σέρνω παιδαριωδώς τις μπάρες, Μόνο και μόνο για ν’ αποτυχαίνω! Και γλυκύτατο ακούγεται στη θύελα. Κι οδυνηρή πρέπει να είναι η καταιγίδα, Που θα καταίσχυνε αυτό το θείο πουλί, Που χάρισε σε τόσους μιαν αιγίδα. Το άκουσα σ’ αγριεμένη θάλασσα Και μες σε παγωμένη αστροφεγγιά, Αλλά ποτέ, ούτε σε έσχατη ανάγκη, Μου ζήτησε ούτε μια μικρή μπουκιά. XXXVII Την κάθε εκστατική στιγμούλα, Πρέπει να την πληρώνουμε με αγωνία, Σε πλήρη και ακριβή ισοτιμία, Με την κατάσταση. Την κάθε αγαπημένη ώρα, Πρέπει να την πληρώνουμε ως την άκρη, Με κάδους πικραμένο δάκρυ Και στην κατάθεση. XXXVIII Μεσα από την διάβαση του πόνου, Οι μάρτυρες πάτησαν ακόμη Και τα πόδια τους στον πειρασμό, Με πρόσωπα στραμμένα στο Θεό. Μεγαλόπρεπη, εξομολογημένη η παρέα, Παίζοντας γύρω-γύρω το σπασμό, Αβλαβής σαν την ουρά κομήτη, Πάνω από το άλμα ενός πλανήτη. Με πίστη στην αιώνια αλήθεια, Με την ωραία της αναμονή, Με την πυξίδα τους να δείχνει ως πέρα, Αστροβατούν μέσα στον πολικό αστέρα. XXXIX Δεν εννοώ, παρά ταπεινές ανάγκες να έχω, Όπως περιεχόμενο και ουρανό. Μπορούν να είναι στη ζωή, σ’ ό,τι κατέχω, Κι εγώ θα τα κρατάω, όσο ζω. Μα αν η ζωή μου έχει και τα δύο, πάλι, Τότε, η προσευχή μου θα αρκούσε, Για ένα μονάχα να συμβάλλει, Και ο Θεός και τα δυο θα ευλογούσε. Έτσι, προσεύχομαι μ’ αυτή τη γνώση: «Άγιο Πνεύμα, δώσε μου, παρακαλώ, Ένα παράδεισο, κάτι σαν τη Φύση, Μεγάλο ακούντως να χωράω εγώ». Ενα χαμόγελο σκάει στου Θεού τα χείλη, Που οι άγγελοι το έχουν σχεδιάσει. Σοβαροί άγιοι με βλέπουν, δίχως πετραχήλι, Αφήνοντας κι αυτοί χαμόγελο να σκάσει. Άφησα το μέρος μ’ όλη τη δύναμή μου. Η προσευχή μου έφθασε μακριά. Οι ήρεμοι αιώνες σήκωσαν τη δική μου, Και η Κρίση μου έριξε μία ματιά. Όποιος είναι τόσο τίμιος, θα σωθεί, Ιδίως αν τον πείσει η μαρτυρία: «Αν πολύ έντονα από κάποιον ζητηθεί, Θα του δοθεΊ, σίγουρα, η σωτηρία». Όμως, εγώ θα ερευνήσω, όντας πονηρή Και με, τώρα πια, έντονη καχυποψία, Σαν τα παιδιά που έχουν εξαπατηθεί, Και θεωρούν τα πάντα σκευωρία. XL Η απόκρυφη σκέψη, λεπτή σα μενβράνη, Είναι πιο διακριτή στου ματιού την κόρη, Όπως οι κορδέλεςαναδεικνύουν τον όγκο, Ή όπως οι ομίχλες τα Απέννινα Όρη. XLI Η ψυχή, χαμένη εντός της, Είναι ένας φίλος βασιλικός, Ή ο πιο βασανιστ’ης προδ’ότης, Που μπορεί να σου στε’ιλει ο εχθρός. Ασφαλίσου καλά απ’ αυτήν, Και μη φοβάσαι καμιά προδοσία. Η ψυχή πρέπει να μένει πιστή, Διατηρώντας αυτοκυριαρχία. XLII Οι χειρουργοί πρέπει να είναι προσεκτικοί, Λοταν κρατούν στο χέρι νυστέρι! Κάτω από της σάρκας την εγκοπή, Η ζωή, ένα σφύζον αστέρι! XLIII Μ’ αρέσει να το βλέπω τα μίλια ν’ αφανίζει Και να γλύφει τις κοιλάδες έως πάνω, Να σταματά στα πρατήρια και να γεμίζει Και μετά, να ορμά μπροστά και προς τα πάνω. Γύρω-γύρω μια σειρά βουναλάκια, Που φαίνονται να καμαρώνουν, Ανάμεσα από ταπεινά σπιτάκια, Που στέκουνε στις άκρες των δρόμων. Και μετά, ένα λατομείο με εκσκαφές Να λειαίνει τις πλευρές ή να τις πνίγει, Με φρικτές παραπόνων στροφές, Και μετά, πάλι και πάλι κυνήγι. Και χλιμίντρισμα σαν του Μποανέγκερς, Και μετά, τυπικό κι ακριβές σαν αστέρι, Ισχυρό και γλυκύτατο και αύταρκες, Σταματά στα δικά μας τα μέρη. XLIV Το θέαμα δεν είναι το θέαμα, Αλλά αυτοί στο απέναντι πέρασμα, Οι γείτονές μου στο γραφείο, Ένα γνήσιο θηριοτροφείο, Παιχνίδι δίκαιο εις διπλούν, Που πήγαν και οι δύο να δουν. XLV Η χαρά γίνεται πίνακας ζωγραφικής, Οταν μέσα από πόνο τη δεις. Πιο τίμια, γιατί τη νίκη δε μπορεί Να τη βάλει ο νους κανενός. Το βουνό, σ’ ένα μήκος απλώς δεδομένο. Μοιάζει να είναι σε κεχριμπάρι απλωμένο, Πάνω, αν το φτάσεις, πετάει για λίγο, Κι αυτό είναι,τότε, ο ουρανός. XLVI Αν και ανέβηκε σήμερα ο νους μου Ψηλότερα, σε σχέση με πριν, Δεν τέλειωσα. Κάμποσο δρόμο πιο πίσω, Δε μπόρεσα να σταθεροποιήσω. Κι ούτε τι ήταν κι ούτε γιατί επανήλθε Για δεύτερη στη ζωή μου φορά, Ούτε από πού ήλθε πάλι πίσω, Μπορώ, σίγουρα, να ομολογήσω. Όμως, κάπου στην ψυχή μου, το ξέρω, Έχω συναντήσει το πράγμα ξανά. Απλώς με θημήθηκε και αυτό είναι όλο, Και δεν ήλθε ξανά να μου κλείσει το δρόμο XLVII Είναι άραγε ο Ουρανός ιατρός; Λέγεται ότι μπορεί να μας γειάνει. Ναι αλλά, μετά θάνατον Δεν υπάρχει πια γιατριά. Είναι μήπως ο Ουρανός ταμίας; Μιλούν γι’ αυτά που του οφείλουμε. Όμως σ’ αυτό το καζίνο, Εγώ δε ρίχνω ούτε ζαριά, XLVIII Εντούτοις, γυρίζω στο σπίτι αργά, πολύ αργά! Έτσι, επιστρέφοντας, αντισταθμίζω Την έκσταση αυτών που εμένα περιμένουν, Όταν , τη νύχτα κατεβαίνοντας, άραχλη και σκοτεινή, Ακούν τον απροσδόκητό μου χτύπο στη γωνία. Μεταβατική πρέπει να είναι η στιγμή, Που φτιάχτηκε από δεκάδων χρόνων αγωνία… Να σκέφτομαι πώς θ’ ανάψει η φωτιά Και πώς τα χιλιοαπατημένα μάτια θα γυρίσει, Διερωτώμενη τι πρόκειται εγώ να πω Και πώς αυτή σε μένα θα μιλήσει, Διασκεδάζοντας αιώνες και αιώνες δρόμου! XLIΧ Μια φτωχή, σχισμένη καρδιά, καρδιά κουρέλι, Που κάθισε δίπλα στους άλλους, Δεν παρατήρησε την αναρρέουσα ημέρα, Που κυλούσε ασήμι προς τη δύση, Ούτε τη νύχτα που κατέβαινε γλυκά, Ούτε τον αστερισμό που είχε ανάψει, Μια πρόθεση πάνω στο όραμα, Με τελείως άγνωστη ευρύτητα. Ενώ συνέβαινε αυτό, οι άγγελοι Την πήραν τρυφερά απ’ την πλεκτάνη Και την πήγαν κατευθείαν στο Θεό. Εκεί, προστατευμένη από τους αγγέλους, Παίρνει τους μπλάβους ουρανούς από το χέρι Και καθοδηγεί τους θαλασοδαρμένους. L Έπρεπε να ‘μαι μες στη χαρά, το βλέπω. Πολύ ανεβασμένη για το λιγοστό βαθμό Της πενιχρής ζωής μου, πριν την αφήσω. Η μικρή τροχιά μου έπρεπε να ντρέπεται Το νέο κύκλο, και τώρα εγκαλείται Για τον άσχημο χρόνο πιο πίσω. Έπρεπε να ‘μαι μες στη σωτηρία, το βλέπω. Τέλεια σωσμένη. Φόβος πολύ αμυδρός Αν μπορούσα να συλλαβήσω την προσευχή, Που τόσο τέλεια ήξερα έως εχθές Και που θα ήταν μια εύγλωττη απαγγελία Αν πρόφερα ένα απλό «Λαμάν σαβαχθανί». Η γη θα ήταν πάρα πολλή, το βλέπω. Και ο ουρανός για μένα ανεπαρκής. Θα έπρεπε να είχα τη χαρά, ωστόσο, Χωρίς το φόβο που αιτιολογεί Την παλάμη δίχως Γολγοθά. Και τι να κάνεις Λυτρωτή; Σταυρώσου! Η ήττα ακονίζει τη νίκη, έχουν να λένε. Και οι ύφαλοι στην αρχαία Γεθσημανή Κάνουν την πιο πέρα ακτή αγαπητή. Είναι το συμπόσιο των επαιτών που ορίζει. Είναι η δίψα που δίνει στο κρασί ζωή Και η πίστη που την κατανόηση εξασθενίζει. LI Ήξερα ένα μικρό καράβι Που τινάζονταν και τινάζονταν Για να προλάβει την καταστροφή. Που στροβιλίζονταν, στροβιλίζονταν, Ενώ καρτερούσε τη χαραυγή. Γλιστρούσε και γλιστρούσε, Σαν το περπάτημα ενός μπεκρή. Η λευκή του καρίνα ταξίδεψε λίγο Και μετά χάθηκε στο μπλέ, το βαρύ. Αχ, καραβάκι, καλή σου νύχτα. Στο πλήρωμα όλο και σε σένα ατυχή. Η καρδιά του πελάγους σκούρα μπλε και πολύ λεία Για να σπάσει λιγάκι, να σε λυπηθεί. LII Η δόξα έρχεται πολύ αργά και παραμένει στα χείλη που παγώνουν, Πολύ εκστασιασμένη με την παγωνιά Για να την ξεπαγώνουν. Πόσο γλυκιά θα τους φαινόταν Έστω και μια σταλιά! Μα, ο Θεός είναι τόσο οικονομών; Το τραπέζι του απλώνεται πολύ ψηλά για μας, Εκτός αν γευματίζουμε στις μύτες των ποδιών. Τα ψίχουλα ταιριάζουν σε στόματα τόσο μικρά, Τα κεράσια ταιριάζουν στους πετρίτες, Και το χρυσό πρόγευμα του αητού τους παραπλανά. Ο Θεός κρατάει τον όρκο στους σπουργίτες, Που, για την αγάπη του μπορούν και να λιμοκτονούν! LIII Ο Θεός έδωσε ένα καρβέλι σε κάθε πουλί, Αλλα, σε μένα, ένα ψιχουλάκι μόνο. Που αν και πεινάω, δε τολμάω να φάω. Η ατυχής μου πολυτέλεια είναι Να το έχω, να τ΄αγγίζω, απαληθεύοντας τον άθλο, Που έκανε το ζάρι δικό μου με τη μία, Πολύ ευτυχής για την τύχη ενός σπουργίτη, Με ακόμη πιο πολλή επιθυμία. Αν υπήρχε ένας λιμός γύρω-τριγύρω, Δε θα μπορούσα να χάσω ούτε στάχυ, Τόσο πολλά χαμόγελα στη φάρμα μου, Και η σιταποθήκη μου δείχνει γεμάτη. Διερωτώμαι πώς μπορεί να νιώθει ο πλούσιος, Ή ένας Ινδιάνος, ή ένας αητός. Νομίζω ότι εγώ, με ένα ψιχουλάκι, Είμαι κυρίαρχος, όπως αυτός. LIV Καθένας που τυχαία μπορεί να συναντώ, Είναι μια εμπειρία. Και ιδού: Αν αυτή περιέχει ένα πυρήνα, Θα είναι η μορφή ενός φουντουκιού. Δώρα πάνω σε ένα δέντρο, Ευλογοφανώς αξισωμένα, Αλλά η σάρκας τους μέσα είναι αναγκαία, Όσο στους σκίουρους, τόσο και σε μένα. LV Η χώρα μου δεν έχει ανάγκη ν’ αλλαζει ρούχα. Η τριπλή στολή της είναι εφαρμοστή, Σα να ήταν ραμμένη στο Λέξινκτον. Και πρώτα απ’ όλα, είναι ταιριαστή. Η Μεγάλη Βρετανία αποδοκιμάζει τα αστέρια. Υποτίμηση; Και ναι και όχι. Υπάρχει κάτι στην άποψή της, Σα να χλευάζει την ξιφολόγχη. LVI Η πίστη είναι μια ωραία επινόηση Για τους κυρίους που βλάπουνε σωστά, Μα σε μια έκτακτη περίσταση, Τα μικροσκόπια είναι πιο συνετά! LVII Εκτός από τον ουρανό που είχε έλθει, Και έμοιαζε να επιλέγει την δική μου πόρτα, Η απόσταση δε θα σύχναζε τόσο σε μένα. Και δεν το είχα ελπίσει πιο μπροστά. Αλλά μόνο για ν’ ακούσω τη χάρη της, Ποτέ δεν την είδα εσκεμμένα να φεύγει, Και με θλίβει με μια διπλή απώλεια. Είναι χαμένη, είναι χαμένη για μένα. LVΙΙΙ Τα πορτραίτα καθημερινών προσώπων Είναι σαν ένα σούρουπο βραδινό, δυτικό, Όπως ένα ωραίο σχολαστικό ηλοβασίλεμα. Πάνω σε φόρεμα μεταξωτό. LIX Πήρα τη δύνμη στα χέρια μου Και πήγα κόντρα στον καθένα. Όχι τόσο πολύ όπως ο Δαβίδ, Αλλά ήμουν δυο φορές πιο γενναία. Σκόπευσα με τη σφεντόνα μου, αλλά Ο μόνος που έπεσε ήμουν εγώ η φτωχή. Ήταν άραγε ο Γολιάθ πολύ μεγάλος, Ή εγώ ήμουν ακόμη πολύ μικρή; LX Ένας σκοτεινός φίλος από τις καυτές ημέρες Είναι πολύ πιο εύκολο να βρεθεί, Παρά κάποιον από υψηλές θερμοκρασίες Για μια παγωμένη του μυαλού στγμή. Ο ανεμοδείκτης, λίγο προς ανατολάς, Τρομάζει τους καημένους μουσουλμάνους, Αν οι μάλλινοι θώρακες είναι πιο σφιχτοί, Απο αυτούς από βαμβακερό πλεγμένους. Ποιος είναι τώρα για μομφή; Ο υφαντής; Α, τι ζαλιστικό αυτό το νήμα! Οι ταπετσαρίες του παράδεισου Είναι υφασμένες με τόση μαεστρία! LXI Όλες οι ζωές συγκλίνουν σε ένα κέντρο, Εκφρασμένο ή όχι. Για κάθε ανθρώπινη φύση υπάρχουν, Κάποιοι στόχοι. Μπορεί να είναι σπάνια αποδεκτοί, Μεγίστης εντιμότητας Για το θάρρος και την τόλμη Της πιστότητας. Λατρεμένοι, σαν να ήτανε να φτάσουν Έναν εύθραυστο ουρανό, Ήταν απέλπιδες σαν να ήτανε ν’ αγγίξουν Το τόξο το ουράνιο. Καρτερικοί προς τον υπέρτατο για την απόσταση. Πόσο ψηλά, Πάνω στην αργή των αγίων άμαξα είναι, Τα επουράνια! Νικημένοι, μπορεί, από μια μικρή διακύβευση, Αλλά μετά, Η αιωνιότητα κάνει πάλι αφικτή Την προσπάθεια. LXII Πριν αποστρέψω τα δικά μου μάτια, Θα ήθελα να δω κι εγώ, Όπως τα άλλα πλάσματα με μάτια, Αφού δεν έχω άλλη οδό. Όμως, σήμερα μου ειπώθηκε, πως Θα μπορούσα να έχω τον ουρανό δικό Μου, σου λέω ότι η καρδιά μου, λοιπόν, Θα σπάσει, για το μέγεθός μου. Τα λιβάδια δικά μου, τα βουνά δικά μου, Όλα τα δάση και τα απέραντα άστρα, Τόσο μεσημέρι, όσο μπορώ να πάρω Μέσα στα πεπερασμένα μου μάτια. Τα αισθήματα των πουλιών που βουτούν, Η στραπή που προσαρμόζει την οδό. Για να βλέπω, όποτε θέλω εγώ, Τα νέα θα μου σήμαιναν το θάνατο! Έτσι ξένη, είμαι πιο ασφαλής με την ψυχή Πάνω στο τζάμι του παραθυρόφυλλου, Όπου άλλα πλάσματα ρίχνουν τα μάτια, Πολύ ανήσυχα για την τύχη του ήλιου. LXIII Μίλα με σύνεση σε έναν επαίτη, Για «πότοση» και τα λοιπά, Τα σχετικά με τη δική σου πείνα Για τα δικά κρέατά και τα ποτά. Προσοχή, τσιμουδιά για όποιο δόκανο, Έχεις περάσει, ελευθερώνοντας τα πόδια, Τα ανέκδοτα του αέρα σε φυλακισμένους, Έχουν συχνά αποδειχθεί θανατηφόρα. LXΙV Μίλησε για «ευρύτητα», μέχρι που αυτή τον χαρακτήρισε «πολύ στενό». Τελικά, το ευρύ είναι πολύ ευρύ για ορισμό. Μίλησε για «αλήθεια», μέχρι που αυτή τον χαρακτήρισε «μεγάλο ψεύτη». Η αλήθεια ποτέ δεν κολακεύτηκε με ένα θεσμό. Η απλότητα ξεφεύγει από την κίβδηλη παρουσία της, Όπως ο χρυσός θα απέφευγε το μετάλλευμα το απλό. Ποια σύγχυση, τάχα, θα κατέκλυζε τον αθώο Ιησού, Για να συναντήσει, έτοιμος πια, έναν άνθρωπο! LXV Καληνύχτα! Τι έσβησε το λύχνο; Ένας ζηλιάρης ζέφυρος, χωρίς αμφιβολία. Α, φίλε μου, δεν ήξερες το ένα: Πόσο φιλόπονα οι άγγελοι Δουλεύουν τα ουράνια φυτήλια, Που είναι πια σβηστά για σένα! Μπορεί το φως αυτό του φάρου, Μες στο σκοτάδι κάποιοι ναυτικοί Να ψάχνουν να το δουν! Μπορεί να ήταν μια χλωμόφωτη λυχνία, Που θέλει ο μικρός ο σαλπιγκτής, Για το σάλπισμα του πρωινού! LXVI Όταν ήλπισα, φοβήθηκα. Από τότε που ελπίζω, η τόλμη μου μένει. Παντού μονάχη, Σα μια εκκλησία που περιμένει. Το φάντασμα πια να βλάψει δε μπορεί. Η οχιά πια να δαγκώσει αδυνατεί. Σταματά κάθε απόφαση καταδικαστική, Απ’ την οποία πολύ υπέφερε κι αυτή. LXVII Ένα κατόρθωμα χτυπά πρώτα τη σκέψη, Και μετά, χτυπά πια τη θέληση. Είναι το σημείο που παρασκευάζεται, Τόσο στο σπίτι, όσο και στην πηγή. Μετά, η θέληση ή γίνεται πράξη, Ή ενταφιάζεται, εντελώς ακίνητη, Που μόνο απ’ του Θεούλη το αυτί, Η καταδίκη της μπορεί να ακουστεί. LXVIII Ο δικός μου εχθρός έχει γεράσει πια, Και, επιτέλους, πήρα την εκδίκησή μου. Η γεύση του μίσους έχει φύγει μακριά, Αν η εκδίκηση ήταν η θέλησή μου. Ασε την να βιαστεί. Η τροφή της ήδη βρωμά, Γιατί είναι σαν τα μπαγιάτικα κρεατικά. Η οργή μας όσο τρέφεται, τόσο πεθαίνει, Ενώ, αντίθετα, η πείνα την κάνει να παχαίνει. LXΙX Τύψη είναι μία μνήμη άγρυπνη, Που η συντροφιά της, το λαμπρό αστέρι, Μια παρουσία πράξεων του χθες, Στέκει στην πόρτα που τη φέρει. Το χθές της έδυσε πριν της ψυχής τη δίνη, Και, φωτισμένο μ’ ένα σπίρτο μοναχό, Είναι ανάγνωση που διευκολύνει Το μήνυμά της το καταδεκτικό. Η τύψη είναι ανίατη. Είναι νόσος, Που ούτε ο Θεός μπορεί να γειάνει, Γιατί είναι η ίδια στέρεο καθεστώς, Συμπλήρωμα της κόλασης του Δάντη. LXX Το κορμί μεγαλώνει απ’ έξω, Με τόσο έξυπνο τρόπο, Που κι αν θέλει να κρύψει το ναό του, Το πνεύμα μένει ολόρθιο. Μια ασφαλής φυλακή που προσκαλεί Και ποτέ της δεν προδίδει. Σην ψυχή που ζητά το θώρακά της, Με σεμνότητα τον δίδει. LXXI Άδικη η σημασία για ένα πεινασμένο άνθρωπο, Που βρίσκει την τροφή και τρέφεται. Είναι μακριά, αναστενάζει, άρα είναι άπελπις, Και άρα είναι καλός, αυτό να λέγεται. Η συμμετοχή ανακουφίζει, μα και μας δείχνει Πως μυρωδιά είναι και ταξιδεύει «Άμα τη λήψει». Και είναι η απόσταση υπεύθυνη Που κι εμάς μας νοστιμεύει. LXXIIΙ Πολλές φορές νόμισα. η γαλήνη είχε ρθει, Οταν αυτή βρίσκονταν ακόμη μακριά, Όπως οι ναυαγοί νομίζουν ότι βλέπουν γη Στο κέντρο και μακριά στη θάλασσα. Και παλεύουν μέχρι ν’αποδεχθούν Τόσο απελπισμένα, όπως κι εμένα, Πόσες φαντασικές ακτές περνούν Μέχρι να βρω ένα σίγουρο λιμένα. LXXIV Είναι ωραίο να γυρίζω στα βιβλία μου, Μετά από ένα ανιαρό οκτάωρο. Έχοντας μσοτελειώσει, η εγκράτεια Κι ο πόνος ήδη χάνονται στα «μπράβο». Όπως οι γεύσεις κάνουν καλεσμένους, Με τους συμπόπτες τ
    • Ευχαριστώ πολύ!
      Πολύ καλή δουλειά!
      Της Ντίκινσον έχω ποιήματά της μόνο από ανθολογίες…
      Να είσαι καλά!

  3. Τάκης Μητσακάκης on said:
    Ευχαριστώ για την αποδοχή και τη θερμή υποδοχή. Να και η συνέχεια: Έχω και μτάφρασή μιας επιλγής α LXXIV Είναι ωραίο να γυρίζω στα βιβλία μου, Μετά από ένα ανιαρό οκτάωρο. Έχοντας μσοτελειώσει, η εγκράτεια Κι ο πόνος ήδη χάνονται στα «μπράβο». Όπως οι γεύσεις κάνουν καλεσμένους, Με τους συμπόπτες τους να παραμένουν, Τα αρώματα συντομεύουνε το χρόνο, Μέχρι τη βιβλιοθήκη μου, όπου μένουν. Μπορεί να υπήρχε αγριότητα χωρίς Τα μακρινά πόδια αυτών που χάνουν, Όμως, η γιορτή επιτρέπει το ξανύχτι, Και είναι σα μια καμπάνα μέσα του. Ευγνωμονώ αυτούς τους συγγενείς Του ραφιού, που το ήπιο ειπωμένο Με καταγοητεύει ως αναμενόμενο Και με ικανοποιεί, ως κεκτημένο. LXXV Αυτή η αξία είναι ό,τι το χειρότερο. Δε μπορώ εγώ να είμαι πάλι τέτοια. Όταν στην πόρνη που έχει χλευαστεί, Πετάξει και την τελευταία πέτρα, Η κολοβή ίσως πάψει ν’ αναπνέει, Και να κοιτάξει πια τον εαυτό της. Η δορκάδα δεν προσκαλάει πιο μακριά, Απ’ όσο, διαφεύγοντάς τον κυνηγό της. LXXVI Όλα μου τα χρόνια ήμουν νηστική. Είχε έλθει, μεσημέρι, να δειπνήσουμε μαζί. Αναριγώντας, τράβηξα κοντά μου το τραπέζι Και τότε άγγιξα ένα περίεργο κρασί. Ήταν στα τραπέζια που είχα δει παντού, Όταν, πεινασμένη και μονάχη, πίσω Από βιτρίνες κοίταζα για πλούτη, που Δεν είχα ελπίσει ποτέ μου ν’ αποκτήσω. Δε γνώριζα ότι το το επαρκές ψωμί Ήταν τόσο διαφρετικό απ’ τα ψυχία, Που συχνά μοιραζόμουν με πουλιά, Στη Φύση μα και στην τραπεζαρία. Η αφθονία με πλήγωσε. Ήταν κάτι νέο. Κι εγώ ένιωσα άρρωστη και περιττή, Σαν ένα βατόμουρο από θάμνο των ορέων, Μεταφυτευμένο σ’ ενός δρόμου γη. Δεν ήμουν πεινασμένη κι έτσι βρήκα Ότι η πείνα αυτή ένας απ’ τους τρόπους Των ανθρώπων, έξω από τα σπίτια, Είσοδος για να μπεις σε άλλους τόπους. LXXVII Τελικά, εγώ το νίκησα, Σκαρφαλώνοντας αργά-αργά, Απ’ τα κλωνάρια που φυτρώνουν, Μεταξύ μακαριότητας και μένα. Το κρέμασα τόσο ψηλά, Όσο και ο ουρανός το κάνει οργανωμένα. Είπα ότι το νίκησα, Κι αυτό ήταν όλο κι όλο. Κοιτάξτε πώς το άρπαξα, Απ’ το φόβο μου μην πέσει. Κι εγώ, ένας πένητας, ξεφύγω, Ανίκανη, από τη χάρη αυτή του τώρα, Το ευτυχισμένο προσωπείο του ζητιάνου, που φόρεσα πριν ώρα. LXXVIII Για μάθω τη μεταφορά μέσω του πόνου, Όπως οι τυφλοί τον ήλιο μαθαίνουν. Για να πεθαίνω από δίψα, ενώ μαντεύω Ότι ρυάκια στον κάμπο κάτω ρέουν. Για να μείνω νοσταλγός, βαδίζω μόνη, Πάνω σε μια παραλία ξένη, Στοιχειωμένη από γαλάζιο ουρανό, Και γενέθλια γη, αγαπημένη. Είναι κυρίαρχος αυτός ο πόνος Και η συμφορά το σύνθημά του, Είναι οι ποιητές της υπομονής, Που ασκούν τις φωνές τους λίγο κάτω. Ανεβαίνουν σε αδάκοπο τραγούδι, Που δεν ακούγεται, έστω, από νάρδους, Από μας, τους ανιαρούς μελετητές, Και του μυστηρίου τους βάρδους. LXXΙX Χρόνια μακριά απ’ την πατρίδα, Και τώρα εδώ, μπροστά στη θύρα, Δεν τολμώ να την ανοίξω, μήπως Δω ένα πρόσωπο που ποτέ δεν είδα, Να με βλέπει απορημένο κι αδειανό, Και να ρωτά τι δουλειά έχω εγώ εκεί. Η δουλειά μου: μόνο μια ζωή που άφησα, Και που ακόμη εδώ πέρα κατοικεί. Ψηλάφησα προσεκτικά τα νεύρα μου, Εξέτασα όλα τα παράθυρα κοντά μου. Η σιωπή σαν τον ωκεανό ξαχείλισε Κι έσκασε ίσια και πάνω στα αυτιά μου. Τότε, γέλασα κι εγώ με γέλιο ξύλινο, Γιατί δε μπόρεσα να φοβίσω μία πόρτα, Που ο κίνδυνος και ο νεκρός ατένισαν, Αλλά που ποτέ δεν είχαν κρούσει πρώτα. Έβαλα πάλι το μάνταλο στη θέση, Με τρεμάμενα χέρια και με προσοχή, Μήπως η τρομερή πόρτα μεταθέσει, Και με αφήσει να στέκω πάντα εκεί. Πήρα πάλι τα δάχτυλά μου πίσω, Σαν να ‘ταν γυάλινα, με τόση προσοχή, Έπιασα τ’ αυτιά μου και, σαν κλέφτης, Πήρα το δρόμο για την επιστροφή. LXXX Η προσευχή είναι ένα μικρό εργαλείο, Με το οποίο οι άνθρωποι πιάνουν Αυτό που η παρουσία τους αρνείται. Εκτοξεύουν το λόγο τους και φτάνουν, Μέσω αυτού, στου Θεούλη το αυτί – Αν βέβαια αυτός πιάσει τη φωνή τους – και τότε αυτό συνοψίζειται στη συσκευή, Που περιέχεται στην προσευχή τους. LXXXI Ξέρω ότι αυτός σίγουρα υπάρχει Κάπου μέσα στη σιωπή μας. Έχει κρύψει τη σπάνια ζωή του Από τη βάρβαρη την όρασή μας. Είναι μία τρυφερή παγίδα, Είναι ένα παιγνίδι της στιγμής, Ίσα για να κάνει τη μακαριότητα Να κερδίσει την κατάπληξή της! Όμως, το παιγνίδι αυτό θα πρέπει Να αποδεικνύει ότι κερδίζει τη χαρά, Και η χαρά αυτή οφείλει να γυαλίζει Στου θανάτου την άκαμπτη θωριά. Δε νομίζεις ότι και η ευθυμία Φαίνεται πολύ δαπανηρή; Δε νομίζεις ότι και τ’ αστείο Έχει πολύ μακριά συρθεί; LXXXII Οι μουσικοί παλεύουν πέρα ως πέρα, Ολημερής, μέσα σ’ έναν πυκνό αέρα. Ακοώ την ασημένια τους ωδή Και – ξυπνώντας, πολύ πριν την αυγή – Τόση κίνηση ξεσπά πάνω στην πόλη, Που τη νομίζω σα «μια νέα ζωή». Δεν είναι ένα πουλάκι και δεν έχει φωλεά, Ούτε μπάντα χαλκοκόκκινα ντυμένη, Ούτε ταμπούρλο, ούτε ανθρώπινη φωνή, Ούτε ύμνος από τον άμβωνα του δρόμου. Τα πρωινά αστέρια είναι που οδηγούν Στο πρώτο απομεσήμερο του χρόνου. Κάποιοι λένε πως η γη είναι παιγνίδι! Κάποιοι λένε, είναι λαμπρή η πλειονότητα Εκλιπόντων γυναικών μα και ανδρών! Κάποιοι τη θεωρούν υπηρεσία σ’ ένα μέρος, Όπου, με εκ των υστέρων ουρανία όψη, Παρακαλούμε το Θεό για αιωνιότητα. LXXXIΙΙ Μόλις είχα χαθεί, όταν εσώθηκα! Μόλις ένιωσα τον κόσμο μου να φεύγει! Ντροπιασμένη για την έφοδό μου στην αιωνιότητα, Όταν η αναπνοή μου γύρισε πίσω, και από την άλλη την πλευρά, Άκουσα την απογοητευμένη παλίρροια να γίνεται αμπώτιδα. Έτσι, ένιωσα σαν να επέστρεφα, Για να διηγηθώ τα μυστικά τ’ αλλόκοτα! Σαν κάποιο ναυτικό που τριγυρνούσε στην ακτή. Σαν κάτωχρος ρεπόρτερ από θύρες άγριου τρόμου, Πριν από μια μεγάλη θαλασσοταραχή! Την επόμενη φορά, θα μείνω! Την επόμενη φορά, θα δω τα πράγματα με αυτιά Ανήκουστα, σε μέρη που δε βλέπει ο οφθαλμός. Την επόμενη φορά, θ’ αργοπορήσω, ενώ τα χρόνια θα περνούν. Αργή πορεία στούς αιώνες και στους γύρους που κάνει ο τροχός.. LXXXΙV Αυτό το λίγο μπόρεσα να κάνω για τις πέρλες. Ποιός κατέχει την ευρύτητα της θάλασσας, Ή τις πόρπες, όταν ο Παντοκράτορας πυροβολεί Με ρουμπίνια και εμένα και εσάς; Ή ο χρυσός που είμαι εγώ, πριγκήπισσα στο μεταλλείο, Ή τα αστραφτερά διαμάντια που βλέπω στο άγιο φως, Όταν ένα διάδημα που ταιριάζει σε ναού μεγαλείο, Στεφανώνει και εμένα συνεχώς. LXXXV Την ανωτερότητα στην ειμαρμένη Είναι δύσκολο να την κερδίσεις. Δεν διανέμεται απ’ τον καθένα, Κι όμως είναι δυνατόν να αποκτήσες… Ένα επίδομα την κάθε μια στιγμή, Μέχρι, προς κακοφανισμό της, Η ψυχή, με αυστηρή οικονομία, Να υπάρχει μέχρι τον παράδεισό της. LXXXVI Η ελπίδα είναι ένας αδηφάγος, Που τρέφεται από εντιμότητα. Κι ακόμη, αν τη δεις από κοντά, Τι εγκράτεια και ταπεινή σεμνότητα! Δικό της, το γαλήνιο τραπέζι, Που πάντα μόνο ένας παραμένει, Και που οτιδήποτε καταναλώνεται, Γεμάτο και ολόιδιο πάντα μένει. LXXXVII Το απαγορευμένο φρούτο έχει μία γεύση, Που το νόμιμο περβόλι κοροϊδεύει. Πόσο νόστιμος είναι ο καρπός, Που στη φλούδα του καθένα παγιδεύει! LXXXVΙΙΙ Ο ουρανός είναι απρόσιτος εντός μου! Το μηλαράκι πάνω στη μηλιά, Το προμήθευσε μια απέλπιδη θηλιά, Που είναι και ο «ουρανός» μου. Το χρώμα στο σύννεφο που πλέει, Στην απαγορευμένη περιοχή, Πίσω απ’ το λόφο, πίσω απ’ το σπίτι, Εκεί ο Παράδεισος με περιμένει. LXXXΙΧ Κάποιοι λένε πως η λέξη έχει πεθάνει, Ευθύς ως ειπωθεί! Κι εγώ τους απαντώ ότι αρχίζει η ζωή της Ετούτη την αυγή. XC Για να σεβαστείς τις απλές ημέρες, Που προπορεύονται των εποχών, Αρκεί μονάχα να σημειώσεις Ότι από σένα ή από εμένα, Μπορούν να πάρουν αυτό το κάτι, Που ονομάζεται «θνητότης»! Για να επενδύσεις ύπαρξη Με μεγαλόπρεπο αέρα, Αρκεί μονάχα να θυμάσαι Πως το βελανίδι εκεί πέρα, Είναι το κίνητρο των δασών Για τον ουράνιο αέρα! XCI Είναι τόσο λίγο το να θρηνούμε, Τόσο μικρό το να στενάζουμε! Κι όμως, εμπορευόμενοι κι αυτό το μέγεθος, Γυναίκες κι άνδρες πάμε να πεθάνουμε! XCII Ο πνιγμός δεν είναι τόσο αξιοθρήνητος, Όσο η προσπάθεια να σηκωθούμε. Λέγεται πως τρεις φορές ένας πνιγμένος Ανεβαίνει για να δει τους ουρανούς Και μετά, γέρνει μια για πάντα, Σ’ αυτή την κατοικία του, ο καημένος, Όπου η ελπίδα και αυτός παρέα, Τελικά, αρπάζονται απ’ το Θεό. Όμως του Δημιουργού η εγκάρδια όψη, Που έχει τόση καλοσύνη να τη δούμε, Έχει παρεκλίνει, ας το παραδεχθούμε, Σαν μία ακριβοδίκαιη αναγκαιότης, XCIII Πόσο σταθερές είναι οι καμπάνες, χωρίς καμπαναριό, Μέχρι που, φουσκωμένες από ουρανό, Χοροπηδήσουν στο ασημένιο πόδι τους, Σε έναν πολύ έξαλο κι αρμονικό χορό! XCIV Αν ο ανόητος το αποκαλέσει «άνθος», Χρειάζεται να το ‘χει πει ο σοφός; Αν ο γνώστης το «ταξινομήσει», Είναι το ίδιο και εξίσου εύστοχος. Αυτός που διαβάζει Αποκάλυψη, Δεν έχει το δικαίωμα να πει «σταμάτα» Σε αυτούς που διαβάζουν ίδια έκδοση, Με υγρά, συννεφιασμένα μάτια! Μπορούμε να σταθούμε με το Μωυσή, Που απαρνήθηκε τη Γη τη Χαναάν του, Και να εξετάσουμε, όπως εκείνος, Απόδραση προς διαφορετική πλευρά του. Αναμφίβολα, πρέπει να κρίνουμε Επιπόλαιες πολλές απ΄τις σκηνές, Που δεν πείστηκαν από αγγέλους, Αποφοίτους απ’ ουράνιες σχολές! Λίγο μες σ’αυτές τις Ωραίες Επιστολές, Τις μεγάλες που μπορούμε, σαν αστέρια, Να σταθούμε ανάμεσα σε Γαλαξίες βαθείς Στα μεγαλειώδη του Κυρίου χέρια! XCV Θα μπορούσαν τα θνητά μας χείλη να μαντέψουν Ποιος είναι ο υποβόσκων ναύλος Μιας εκφωνημένης ήδη συλλαβής, Κι αυτός θα ζάρωνε από το βάρος. XCVI Η ζωή μου έκλεισε δύο φορές πριν κλείσει Δε μένει πια παρά να δω, στο φως, Αν η αιωνιότητα μου επιφυλάσσει Ένα τρίτο ακόμη γεγονός, Τόσο μεγάλο, τόσο δύσκολο να συλληφθεί, Όπως αυτά που δυο φορές μου έτυχαν. Ο χωρισμός είναι ό,τι χρεαζόμαστε από κόλαση, Κι η γνώση που μας δίνει ο ουρανός. XCVII Ποτέ δεν ξέρουμε πόσο ψηλά φτάνουμε, Μέχρι να έλθει η ώρα να πεθάνουμε. Και τότε, αν έχουμε καλό σχεδιασμό, Το ανάστημά μας φτάνει ως τον ουρανό. Αυτό που διηγούμαστε, ο ηρωισμός, Θα ήτανε συνηθισμένο γεγονός. Δε θα κοντέναμε μόνοι μας τον πήχυ, Μη κι έχουμε του βασιλιά την τύχη. XCVIII Ενώ το φοβόμουνα, αυτό ήρθε, Όμως, ήρθε με λιγότερο φόβο, Γιατί φοβούμενή το επί πολύ καιρό, Μου είχε γίνει πια αγαπητό. Υπάρχει μια προσαρμογή, μία δειλία, Μια εναρμόνιση, μια απελπισιά. Είναι πιο σκληρό να ξέρεις ότι πρέπει, Από το ξέρεις ότι είναι εδώ. Η προσπάθεια στο απώτερό της άκρο, Το πρωί είναι πιο καινούρια και πιο Φοβερό από το να τη φορά μια μέρα, Μια ολόκληρη ύπαρξη πέρα ως πέρα. XCIX Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο, Για να μας παίρνει μακριά, μαζί της, Ούτε άλλη πορεία όπως μια σελίδα, Περήφανης και σαν άτι ποίησης. Αυτή διασχίζει τα πιο δύσκολα μέρη, Χωρίς να πληρώνει διόδια επί τόπου. Πόσο οικονομική είναι η άμαξα Που φέρει μέσα μια ψυχή ανθρώπου! C Όποιος δε βρίσκεται στον ουρανό από κάτω, Θα φέρει σίγουρα το πάνω-κάτω. Η κατοικία του Θεού, μετά από τη δική μου, Και η επίπλωσή της, είναι η επιλογή μου. CI Ένα άτομο δίχως χάρη ή αγάπη, Σκληρό, επιτυχημένο, με κακία, Δίπλα του ακόμη και μια πέτρα Θα ένιωθε μεγάλη ευτυχία, Καθώς, φιλαράκια από παλιά, Πετάχτηκαν μαζί πρώτη φορά. CII Είχα μια επίχρυση δραχμή, Που, κακώς, την έχασα στην άμμο, Και μ’ όλο που ο ήλιος ήταν αφελής Και λίρες είχε στρώσει χάμω, Για μένα η δραχμούλα μου αυτή Είχε αξία πιο πολλή, Που αν δεν την έβρισκα, σας λέω, Θα καθόμουνα εκεί, να κλαίω. Είχα ένα κατακόκκινο πετρίτη, Που μου κελαηδούσε όλη μέρα, Αλλά όταν τα δέντρα μας ανθίσαν, Έφυγε κι αυτός, πέταξε πέρα. Μετά, απέκτησα κι άλλα πουλιά, Που κι αυτοί ωραία τραγουδούσαν, Όμως, για το δικό μου τροβαδούρο, Την πόρτα μου ανοιχτή κρατούσα. Είχα και στον ουρανό έν’ άστρο. Πλειάδα ήτανε το όνομά του, Κι όταν έτυχε να μην προσέχω, Αυτό έφυγε απ’ τη σειρά του. Μολονότι ο ουρανός είναι γεμάτος Από μύρια αστέρια αναμμένα, Εμένα καθόλου δε με νοιάζει, Αφού δικό μου δεν είναι κανένα. Και να τώρα το δίδαγμά μου: Έχω ένα φίλο που χάθηκε. Τ’ όνειρό του είναι Πλειάδα Και πετρίτης και δραχμούλα. Κι όταν το θλιμένο τραγουδάκι Παρέα μ’ ένα δάκρυ αληθινό, Συναντήσει του προδότη το ματάκι, Σε κάποιο τόπο μακρινό, Ίσως στο μυαλό του θεωρήσει Σα μια σοβαρή μετάνοια, Το ότι καμιά παρηγοριά υπό τον ήλιο, Δε μπορεί μάλλον να ζήσει. CIII Από όλα τα δεσμά που, εκστατικά, Τα αγόρια και κορίτσια αποδρούν, Μόνο τα αγαπημένα απογεύματα Αυτές οι φυλακές δεν τα κρατούν. Αιφνίδιαάζουνε τη γη, εκπλήσσουν τον αέρα, Ένα πλήθος με μακαριότητα σκληρή. Αλίμονο! Συνοφρυώσεις που είναι ίσως ψέμμα, Για εχθρούς δεδηλωμένους σαν αυτή! CIV Το λίγο γίνεται αρκετό, το επαρκές είν ‘ενα. Σε τούτο τον αιθέριο λαό, Δεν έχει το δικαίωμα καθείς Ν’ ανήκει φανερά ή και λαθραία; CV Στην αγχόνη κρέμασαν ένα δυστυχισμένο. Πολύ κλειδωμένη, για την κόλαση, Στην οποία τον καταδίκασε ο νόμος. Καθώς η αυλάια της φύσης έπεσε, Αυτός που τον κρέμαγε, κλονίστηκε, Γιατί ήταν κι εκείνος μάνας γιος και μόνος. Ηταν όλα όσα είχα, ψυθίρισε ο κρεμασμένος. Ω, τι θησαυρός μαυροκακαριασμένος! CVΙ Ένιωσα στο μυαλό μου ένα χάσμα, Σα να ‘χε το κρανίο μου σχιστεί στα δυο. Προσπάθησα μα το συρράψω ράμμα-ράμμα, Αλλά δε μπόρεσα ενωμένο να το δω. Την πίσω σκέψη πάσχισα να ενώσω Στην άλλη σκέψη πριν, αλλά και σ’ άλλες, Μα η ακολουθία ξετυλίχτηκε σα μπάλες, Που κυλάνε στο πάτωμά μου τόσο. CVΙΙ Το σιωπηλό ηφαίστειο κρατά Το πότε-πότε κοιμισμένο σχέδιό του, Περιορισμένα είναι τα ροζ πλάνα του Στην αβεβαιότητα του ανθρώπου. Μπορεί η φύση να μην πει την ιστορία. Που ο Ιεχωβάς της έχει ήδη πει; Μπορεί η ανθρώπινη φύση να επιβιώσει, Χωρίς κανένα, μα κανένα θεατή; Ας υπακούει τώρα κάθε φλύαρος. Των σφραγισμένων χειλιών τη νουθεσία, Το μόνο μυστικό που ο άνθρωπος κρατά, Είναι της μοίρας του η Αθανασία. CVIΙΙ Αν η αναπόληση ξεχνιόταν, Τοτε δε θυμάμαι ίσως εγώ. Κι αν η λησμονιά αναπαυόταν, Τότε μάλλον ξέχασα κι εγώ! Κι αν η αστοχία ήταν φαιδρότης, Κι αν το πένθος ήτανε χαρά, Πόσο χαρούμενα θα ‘ταν τα χέρια, Που τα μάζεψαν σήμερα αυτά! CIX Η πιο μακρινή βροντή που άκουσα, Ήταν πιο μακριά απ’ τον ουράνιο θόλο. Έστω και υπόκωφη ή ακόμη και το μεσημέρι, Τον πύραυλο είχε στα δικά του μέρη. Η αστραπή που είχε προηγηθεί, Δε χτύπησε παρά εμένανε μονάχα, Όμως, εγώ δε θα ‘κλεινα την πόρτα, Όση υπόλοιπη ζωή και να ‘χα. Μπορεί ο χημικός μας να πληρώνει Το χρέος του στο οξυγόνο που κατέχει, Όμως, στον δωρεάν ηλεκτρισμό, Καμιά υποχρέωση δεν έχει. Αυτός ιδρύει και τα σπίτια και τα πλοία, Και κάθε θορυβώδης σπίθατου που νεύει, Είναι μια ανακόλουθη λαμπρή αστραπή Αυτού του φωτός που ενεδρεύει. Η σκέψη είναι αθόρυβη, σα μια νιφάδα. Και να πώς της ζωής η αντήχηση, Σα μια, χωρίς κανέναν ήχο, σύγκρουση. Βρίσκει, έτσι, τη δική της την εξήγηση! CX Μέσα στην έρημο της μοίρας μου, Μια βλάστηση προσπάθησα να φτιάξω. Αργά, μέσα στο από βράχους στρέμα μου, Καλύτερα, σταφύλια να παράξω. Και χώμα από πορόλιθο, αν καλλιεργηθεί, Πλουσιοπάροχα θα σ’ ανταμείψει. Ένας φοίνικας στον ήλιο αν φυτευτεί, Ακόμη και στην άμμο θα βλαστήσει. CXI Μόλις άνοιξε στο δρόμο μια πορτούλα, Την πέρασα, την πέρασα και χάθηκα, Αποκαλύπτοντς σε εύρος τη στιγμούλα, Μιας συντροφιάς που μέσα της, ζεστάθηκα. Και ξαφνικά, η ίδια πόρτα έκλεισε. Την πέρασα και πάλι χάθηκα διπλά, Μα πιο πολύ χαμένη απ’ την αντίθεση, Που φώτισε άπλετα την αθλιότητα. CXII Είναι οι φίλοι ηδονή ή πόνος; Μπορεί μια αμοιβή. Ωστόσο παραμένει Να είναι και τα πλούτη μας καλά. Όμως, αν αυτά μονάχα μένουν, Είναι προτιμότερο να φεύγουν, Γιατί τότε, τα πλούτη είναι θλιβερά. CXIIΙ Η στάχτη υποδηλώνει ότι υπήρξε μια φωτιά.. Σεβάσου και το πιο γκρίζο της το ίχνος, Για χάρη αυτού που υπήρξε πριν να φύγει, Και που ακόμη υπερίπταται, ίσως. Η φωτιά υπάρχει κατ’ αρχάς, ως φως, Και μετά, αργότερα, παγιώνεται. Μόνο ένας χημικός μπορεί ν’ ανακαλύψει Σε τι υλικό αυτή μετουσιώνεται. CXIV Η μοίρα του τον έλιωσε αλλά αυτός δεν έσταξε. Αυτή κατάρευσε, αλλά εκείνος έμειν’ όρθιος. Τον διαπέρασε με τ’ άγρια παλούκια της, Όμως, αυτός δε λύγισε σαν ψόφιος. Τον δάγκωσε και υπονόμευσε την πρόοδό του, Μα όταν έκανε και το χειρότερό της πλέον, Εκείνος, ακίνητος, την κοίταξε. Τον παραδέχθηκα ως άνθρωπο γενναίον. CXV Πεπερασμένη για αποτυχία, αλλά απέραντη για περιπέτεια, Για το μόνο πλοίο που βρίσκεται στην παραλία επιπλέον. Πολλών η ευγενής και η υπερελεγχόμενή τους ύπαρξη Νεύει σε στόλους που βούλιαξαν και δεν υπάρχουν πλέον. CXVI Μετρώ την κάθε θλίψη που απαντάω, Με οξεία κι αναλυτική ματιά. Διερωτώμαι αν βαραίνει όσο η δική μου Ή είναι ίσως λίγο πιο ελαφριά. Άραγε, οι άλλοι είναι στην αρχή της, Ή υποφέρουν ολόκληρο το χρόνο; Δε μπορώ να πω για τη δική μου, Και για τον δικό μου τον παλιό τον πόνο! Διερωτώμαι αν πληγώνει για ζωή, Και αν αυτοί πρέπει να προσπαθήσουν, Και αν μπορούσαν να διαλέξουν τελικά, Μήπως τη ζωή να προτιμήσουν. Διερωτώμαι: όταν τα χρόνια σωρευτούν, Ας πούμε, χίλια χρόνια μιας πληγής, Αν τελικά, ένα πταίσμα σαν αυτό Μπορούσε να ‘ναι αιτία διακοπής, Ή αν πρέπει αδιάκοπα να υποφέρουν, Επί αιώνες αιώνων και ακόμη κάτι, Φωτισμένοι για μεγαλύτερη οδύνη, Σε μεγάλη αντίθεση με την αγάπη; Οι θλιμμένοι είναι πολλοί, μου λένε, Και η αιτία, βαθύτερη και μόνη. Θάνατος είν’ ένας και μονάχα μια φορά, Και μόνο τα ματάκια μας καρφώνει. Υπάρχει θλίψη ένδειας και θλίψη παγερού. Ένα είδος της καλείται «απελπισία». Υπάρχει μια εξορία απ΄τα μάτια που γεννούν. Στην όψη του γενέθλιου Γαλαξία. Μολονότι δε μπορώ να πω το είδος, Αυτό που εμένα μόνο αφορά, Είναι άραγε μια άνεση που επιτρέπει Να ανεβαίνω, μόνη μου, το Γολγοθά; Και να σημειώνω τα μαρτύρια του σταυρού, Εκείνων που στέκουν όρθοι και μόνοι, Γοητευμένη απ’ το συμπέρασμά μου πως Μερικοί σαν τους δικούς μου είναι πόνοι. CXVII Έχω ένα βασιλιά που δε μιλάει. Έτσι, διερωτώμαι ώρες-ώρες, Όταν διατρέχω τη μέρα μου που πάει, Μισοχαρούμενη όταν κοιμάμαι την εσπέρα, Αν είμαι ευτυχής ένα όνειρο να βλέπω, Σε σαλόνια κλειστά όλη τη μέρα. Και αν το κάνω, όταν ξημερώνει, Είναι σαν εκατό, χίλια ταμπούρλα, Γύρω απ’ το μαξιλάρι μου να κάνουν στάση, Και κραυγές να γεμίζουν τον αέρα, Και σαν καμπάνες που φωνάζουν «νίκη», Απ’ της ψυχής μου το κωδωνοστάσι. Κι αν δεν το κάνω, το μικρό πουλί μου Δεν ακούγεται μες στην Ορχήστρα, Και τότε, δε λέω πια την προσευχή μου, «Πατέρα το θέλημά σου ας γίνει», όπως Η δική μου θέληση τραβάει άλλο δρόμο, Κι αυτό θα ήταν ένας πολύ ψεύτης όρκος! CXVIII Έπεσε τόσο χαμηλά εις την υπόληψη μου, Που το άκουσα να χτυπάει κάτω, Και να θρυματίζεται πάνω στις πέτρες, Στου μυαλού μου το βαθύτερο πάτο. Αλλά, ας όψεται η μοίρα του που θρυματίστηκε, Λιγότερο απ’ όσο εγώ ονείδησα τον εαυτό μου, Για φιλόξενα και επίχρυσα σκεύη, Πάνω στο ραφάκι το αργυρό μου. CXIX Το να χάσει κανείς την πίστη του, Ξεπερνά την απώλεια του βιος, Γιατί η περιουσία ξαναγίνεται, Η πίστη, όμως, πού και πώς; Συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή, Η πίστη υπάρχει μια φορά και μία. Εκμηδένισε μονάχα μία πρόποση Και να, της ύπαρξής σου η πενία. CXX Είχα μια καθημερινή μακαριότητα, Που την έβλεπα αδιάφορα και ήσυχα, Και ξάφνου, κατάλαβα ότι κινείται, Και μεγάλωσε, μόλις εγώ επείστηκα. Μέχρι που γύρω από ένα βράχο, Ερημώθηκε απ’ τη δική μου τη ματιά, Απομακρυσμένη πέρα απ’ το σκοπό μου, Εγώ έμαθα τη γλυκύτητά της πιο σωστά. CXXI Εργάστηκα για άχυρο και βγάζοντας σιτάρι, Ένιωσα υπεροπτική και προδομένη. Ποιο δικαίωμα έχει ο αγρός να εκδικαζει Μια υπόθεση ήδη δεδικασμένη; Γεύτηκα το στάρι, σιχάθηκα το άχυρο, Και ευχαρίστησα το επαρκές μου ταίρι. Η σοφία έρχεται όταν τη δεις από μακριά, Και όχι όταν στη δίνουνε στο χέρι. CXXII Ζωή και Θάνατος και Γίγαντες. Σαν κι αυτά, υπάρχουνε ακόμη. Ελάσσων είναι η συσκευή, Χοάνη είναι του μύλου, Σκαθάρι πάνω στο κερί, Ή φλογέρας φήμη τόσο δα μικρή, Κατά τύχη θα στηρίξουν Αυτά που διακηρύσσουν. CXXIIΙ Η ζωή μας είναι σα μια Ελβετία, Τόσο ακίνητη και τόσο κρύα, Μέχρι που μιαν αλόκοτη ημέρα, Οι Άλπεις αμελούνε τις κουρτίνες, Κι εμείς τότε βλέπουμε πιο πέρα. Η Ιταλία από την άλλη την πλευρά, Ενώ σα φύλακας ανάμεσά τους, Οι μεγαλόπρεπες οι Άλπεις, Οι όμορφες σειρήνες Άλπεις Μεσολαβούν παντοτινά. CXXIV Η ανάμνηση έχει και όπισθεν κι εμπρός, Είναι κάτι σαν το σπίτι. Έχει επίσης μια σοφίτα, Σαν καταφύγιο και για ποντίκι, Παρά το βαθύτατο κελάρι, Που έφτιαξε ποτέ του χτίστης, Σε κοιτώ αλλά, με τις οργιές, Ανάμνησή μου δε με πείθεις. CXXV Για να κρεμάμε το κεφάλι φαινομενικά, Και για να βρούμε αυτό που ακολουθεί, Και που ποτέ τέτοιο δεν ήτανε η πόζα Του μυαλού μας που ποτέ δε θα χαθεί, Ο ουρανός προσφέρει πιθανότητα, Σε πυκνότητα που ένα μόριο εσύ, Παίρνεις στάση ενός ιστού αράχνης, Σε μια πεδιάδα από γάζα περισσή! CXXVI Το μυαλό είναι ευρύτερο απ’ τον ουρανό. Γι’ αυτό, βάλε τα πλάι με πλάι, Το ένα θα περιέχει και το άλλο, Πολύ άνετα, κι εσύ στάσου στο πλάι. Το μυαλό είναι βαθύτερο απ΄το πέλαγος. Γι’ αυτό, κράτησέ τα, γαλάζιο σε γαλάζιο. Το ένα θα απορροφήσει μέσα του το άλλο, Όπως ο σπόγγος φτιάχνει ένα καλάθι άδειο. Το μυαλό είναι σαν το βάρος του Θεού. Γι’ αυτό, ανέβασέ το, λίτρο-λίτρο, Κι αυτά θα διαφέρουν, αν θελήσουν, Όπως η συλλαβή από το σκέτο ήχο. CXXVII Το οστό που δεν έχει μυελό, Τι το καλύτερο για δαύτο; Δεν είναι κατάλληλο για φαγητό, Παρά για ζητιάνο ή για γάτο. Ένα οστό έχει υποχρεώσεις, Όπως μια ύπαρξη, το ίδιο και αυτή. Αλλιώς ένα άμυαλο σύνολο είναι, Που δεν έχει στόχο, ούτε ντροπή. Όμως, πώς μια τελειωμένη δημιουργία, Μια νέα λειτουργία θ’ αποκτήσει; Το φάντασμα του γέρου Νικοδήμου, Εκ νέου θα μας αντικρύσει! CXXIX Το παρελθόν είναι μια περίεργη δημιουργία, Για να το δούμε, κατάματα, στη φάτσα, Πρέπει να μας επιβεβαιώσει με μια μεταφορά, Ή ίσως, με μια αισχρότατη γκριμάτσα. Αν κάποιος το συναντήσει, χωρίς όπλο, Τον συμβουλεύω μακριά του να τραβήξει! Το δικό του, σκουριασμένο, παλιό όπλο Μπορεί ακόμη να εκπυρσοκροτήσει! CXXX Για να βοηθήσουν τα πιο γυμνά μας μέλη, Μας είχαν δώσει χρόνους υγιεινούς, Που αν δε σας ταιριάζουν για τη γη τούτη, Εξασκηθείτε, σιωπηλά, για ουρανούς. CXXXI Τι απαλές, χερουβικές δημιουργίες Είναι αυτές οι άγιες κυρίες! Μία θα μπορούσε να προσβάλει βελουδάκι Ή ακόμη, να βιάσει κι αστερίες. Τέτοιες δίμητες οι πεποιθήσεις Μίας φρίκης τόσο δα λεπτής, Ανθρώπινης, φακιδωμένης φύσης, Η Θεότητας που είναι της ντροπής. Είναι τέτοια η κενή τους δόξα, Σαν τη μοίρα που έχει ο ψαράς! Η εξαργύρωσή σας, εύθραυστη κυρία, Θα είναι εξλισου ντροπαλή για σας. CXXXII Η πιο τρελή χαρά σου θα σου μείνει, Αν δε σου έλειψε ποτέ, γιατί εσύ, Με το συμπόσιο της εγκράτειας, Ξεπερνάς κι εκείνη που χαρίζει το κρασί. Μές στην αναμονή, ακόμη και απρόσιτος, Ο τέλειος στόχος της ευχής σου, Οχι εγγύτερος, μη κι η πραγματικότητα Γεμίσει απελπισία την ψυχή σου. CXXXIIΙ Θα ήταν, ίσως, ευκολότερο Ν’ αποτύχω με ξηρά εν όψει, Παρά να κερδίσω τη γαλάζια μου χερσόνησο, Κομμένη στης χαράς την κόψη. CXXXIV Δε μπορείς να σβήσεις μια φωτιά. Ένα πράγμα που μπορεί ν’ ανάψει, Μπορεί και χωρίς καθόλου άνεμο, Αργά μέσα στη νύχτα να αρπάξει. Δε μπορείς να διπλώσεις μια πλημμύρα, Και να τη βάλεις πίσω από φάτνωμα, Γιατί οι άνεμοι θα την ελευθερώσουν Και θα τη διηγηθούν στο δρύινο πάτωμα. CXXXV Μια σεμνότατη μοίρα, μια φημούλα μικρή, Μια συνοπτική καμπάνια από γλύκα και κεντρί, Είναι πολλή-πολλή, είναι και αρκετή! Δουλειά του ναυτικού μας είναι η ακτή, Του οπλίτη, οι σφαίρες. Όποιος ζητάει πιο πολύ, Πρέπει να το ψάξει στη γειτονική ζωή! CXXXVI Είναι η μακαριότητα μετά, μια τέτοια ύβρις, Που δεν πρέπει να πατήσω το πόδι απρεπής, Από φόβο μη λεκιάσω το παπούτσι μου; Πρέπει μάλλον το πόδι να ταιριάξω, Παρά τη μπότα μου να μην πετάξω, Γιατί είναι ακόμη δυνατόν Ν’ αγοράσω ένα νέο ζευγάρι Σε ένα οποιδήποτε παζάρι. Όμως, η μακαριότητα πωλείται άπαξ. Η πατέντα χάθηκε οριστικά, Και κανείς δεν αγοράζει πια. CXXXVII Εδώ είναι μια μέρα της σειράς, Που ονομάζεται Μέρα Ευχαριστήρια. Γιορτάζεται, εν μέρει, με φαί, Και εν μέρει, στης μνήμης τα μυστήρια. Εγώ το ανατέμνω το παιγνίδι, Αν και δεν είμαι ιερεύς ούτε γατί, Αυτό που στην κρυφή μου σκέψη, Φαίνεται ν’ αντανακλά γιορτή. Ούτε μιας αναφοράς μικρό χαλίκι Κανένα όρμο πια δε ρυτιδώνει. Πάνω από τέτοιο, μία τέτοια σύναξη, Η Ευχαριστήρια Μέρα ξημερώνει. CXXXVIII Απαλυμένη απ’ του Χρόνου το βελούδο, Πόσο λεία νιώθω τώρα την οδύνη, Που απείλησε την παιδικότητά μου, Και τα χρόνια που ζωή μου δίνει! Διχασμένη τώρα από κρύες λύπες, Ζηλεύω, πώς ζηλεύω την απελπισία, Που ερήμωσε το παιδικό βασίλειο, Το τόσο εύκολο στην αναδημιουργία! ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΦΥΣΗ Οι ανθοδέσμες είναι για τους αιχμαλώτους, Αμυδρά μάτια που επί χρόνια κοιτούν την άβυσσο Δάχτυλα που αρνούνται να τολμήσουν , Υπομονετικά μέχρι τον παράδεισο. Σε τέτοιους αν έπρεπε να ψιθυρίσουν, Απ’ το πρώί κι απ’ την εκκάθιση, Δεν υποφέρουν άλλα παραγγέλματα, Ούτε κι εγώ άλλη παράκληση. I Η φύση, η πιο τρυφερή μητέρα, Ανυπόμονη όσο ούτε τα νήπια, Πιο αδύναμη ή και πιο δύστροπη, Η νουθεσία της είναι πολύ ήπια. Στα δάση και ψηλά στο λόφο, Θα την ακούσει και ο ταξιδιώτης, Να αναχαιτίζει τον άτακτο σκίουρο, Ή το ορμητικό πουλί της νιότης. Πόσο ειλικρινής η συζήτηση μαζί της, Κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα, Το νοικοκυριό και η συνοδός της. Κι όταν είναι πια κοντά το λιόγερμα, Η φωνή της ανάμεσα στις αίθουσες, Διεγείρει τη δέηση απ’ τα βάθη Του πιο λιλιπούτειου απ’ τους γρύλλους Και του πιο ασήμαντου απ’ τ’ άνθη. Όταν όλα τα παιδιά κοιμούνται, Στρέφεται σε τόσο μακριά μέρη, Όσο να επαρκεί τα φώτα της ν’ ανάψει, Που απ’ τα ουράνια πάει να φέρει. Και με άπειρη στοργή κι αγάπη, Και με ακόμη πιο μεγάλη προσοχή, Βάζει το δάχτυλο στο στόμα Και λέει «Παντού θέλω σιωπή». II Θα υπάρξει άραγε ένα πρωί; Θα υπάρξει κάτι όμοιο με μέρα; Θα μπορούσα να το δω από τα βουνά, Αν έφθανα το ύψος τους ως πέρα; Θα έχει το μέγεθος του νούφαρου; Θα έχει ενός πουλιού φτερά; Θα έχονται από διάσημες χώρες, Που δεν έχω καν ακουστά; Ω, κάποιες λεύγες! Ω, κάποιε ναυτικέ! Ω, κάποιε σοφέ από τον ουρανό! Πείτε, παρακαλώ, σε ένα μικρό προσκυνητή, Πού βρίσκεται το μέρος που λέμε πρωινό. III Στις τρεις και μισή, ένα μοναχικό πουλί, Σ’ένα ουρανό της σιωπής, Δεν πρόβαλε παρά μόνο έναν όρο Μιας μελωδίας προσεκτικής. Στις τέσσερις και μισή, ένα πείραμα Είχε υποτάξει τη δοκιμασία, Και να! Η ασημένια αρχή του Ξεπέρασε των άλλων την ουσία. Στις επτά και μισή, ούτε ένα στοιχείο Δεν είχε ακόμη εγκατασταθεί. Στο σημείο ανάμεσα στην περιφέρεια Και εκεί όπου αυτό είχε συμβεί. IV Η μέρα έρχονταν αργά, ακόμη πέντε η ώρα. Μετά, αναπήδησε πριν τη λοφοσειρά εκείνη. Όπως η φλογισμένη σκάλα, ή σαν τη λάμψη, Που ξαφνικά, ένα τουφέκι αφήνει. Η πορφύρα δε μπορούσε να κρατήσει την ανατολή, Η δύση κινιόταν από το δίπλωμά της, Σαν κολιέ από τοπάζι, τυλιγμένο κάποια νύχτα, Που η κυρία ξετυλίγει αργά μπροστά της. Η χαρούμεν αύρα χτυπούσε τα ταμπούρλα της, Τα πουλάκια, σε πειθήνιους σχηματισμούς, Γύρω-γύρω από τον αρχηγό τους. (Τα πουλιά είχαν ανέμους γι’ αρχηγούς). Το περιβόλι ακτινοβολούσε σαν Ιουδαίος. Πόσο δυνατό για να μείνει ως το πέρας, Φιλοξενούμενο σ’ αυτό το θαυμάσιο μέρος, Σ’ αυτή την πολυτελή αίθουσα της μέρας! V Ο ήλιος μόλις άγγιζε το πρωινό, Το πρωί, ένα πολύ ευτυχισμένο πράγμα, Που, υποτίθεται, είχε έλθει για να μείνει, Και η ζωή να είναι άνοιξη για πάντα. Αυτή ένιωσε πως ήταν υπεράνω, Ένα ψηλό, αιθέριο πλάσμα μονομιάς. Άρα, πόσο γιορτή ήταν γι’ αυτήν! Στο μεταξύ, ο εποχούμενός της βασιλιάς… Διασχίζοντας τα ωραία περιβόλια, Με το υπεροπτικό τιμόνι το στιλπνό του Ν’ αφήνει μία νέα αναγκαιότητα: Την ανάγκη ενός βασιλικού διαδήματος! Το πρωινό που φτεροκόπαε ζαλισμένο, Ένιωθε ανίσχυρο για το στέμμα του τώρα Και συνεπώς, το ανενόχλητο το μέτωπό του Ήταν το μόνο που είχε για την ώρα. VI Ο πετρίτης είναι το μοναδικό πουλί, Που μπορεί να διακόπτει την αυγή, Με βιαστικές κι εκφραστικές αναφορές, Όταν το Μάρτη έρχεται, τις σπάνιες φορές. Ο πετρίτης είναι το μοναδικό πτηνό, Που πετά πάνω απ’ το σούρουπο, Με την ιδιότητα του αγγελικού, Ένα Απρίλιο και, πάντως, όχι αργός. Ο πετρίτης είναι ένας και μοναδικός, Ακόμη και αφήνοντας τη φωλεά, Που υποβάλλει πώς το σπίτι, η βεβαιότητα, Αλλά κι η ιερότητα είναι τα πιο καλά. VIIΙ Στο κουκούλι της μπροστά, μια πεταλούδα, Σαν μια κυρία που βγαίνει από την πόρτα, Αναδύεται ένα απόγευμα καλοκαιριού, Και πηγαίνει παντού, όπου δει φώτα. Χωρίς σχέδιο που να μπορεί ν’ ακολουθεί, Εκτός του να πλανιέται απέξω στα Διάφορα μικρομάγαζα της γειτονιάς, Που μόνο τα τριφύλλια κατανοούν από κοντά. Κάποιος είδε τη χαριτωμένη της ομπρέλα Να κοντράρει μ’ έναν ώριμο αγρό, Που οι αγρότες είχαν ήδη θυμωνιάσει Και μετά, να κάνει αντίθεση με σύννεφο, Όπου παρέες, ένα φάντασμα όπως αυτή, Μοιάζει να πηγαίνει πουθενά μα και παντού. Σε κύκλους, γύρω-γύρω, άσκοπους, Σαν να ήταν ένα σόου του Τροπικού. Και παρόλα ταύτα, μέλισσα που δούλεψε, Και λουλούδι που με ζήλο έχει ξοδέψει Αυτό το ακροατήριο των οκνηρών, Το περιφρονεί απ’ τον ουρανό που στέκει. Μέχρι τη δύση, σέρνεται μια σταθερή παλίρροια, Αυτοί που έφτιαξαν τις θυμωνιές του χόρτου, Και το απόγευμα, κι αυτή η πεταλούδα μας, Εξαφανίζονται μακριά στο πέλαγός του. VIII Προτού σκεφτείς την αναζήτηση, Εξαίρεσε, ως πιθανή εικασία, Ο Θεός, βλέπεις, ευνοεί τον αιφνιδιασμό: Ένα φιλαράκο σου στον ουρανό Των ανεξαρτήτων αποχρώσεων, Μια μικρη, φθαρμένη απ’ τον καιρό, Αλλά πολύ εμψυχωτική σα φόρμα, Σε λουλακί και λιγοστό καφέ χρώμα. Μ’ ένα είδος ωραίου τραγουδιού, Σα να μπορούσες εσύ να διαλέξεις. Στο διάλειμμα, αυτή η δοκιμασία Προχωρεί, με εύθυμες αναβολές, Σε κάποιο δέντρο ανώτερο, Χωρίς ούτ’ ένα, μα ούτ’ ένα φύλλο, Και πυροβολεί προς χάριν κανενός, Παρά για τον εαυτό της τον αγγελικό! IX Να μια εναλλακτική όψη στούς λόφους: Ένα φως της Τύρου που γεμίζει το χωριό. Μια αυγή που είναι επέκταση από σούρουπο, Ένα λυκόφως που υποφώσκει στο λιβάδι, Έν’ αποτύπωμα ποδιού από κινναβάρι. Ένα πορφυρό δάχτυλο στην κλιτύ, Ένα αυθάδες πέταγμα πάνω στο τζάμ, Μία αράχνη στην τέχνη της και πάλι, Ένα ακόμη κόρδωμα του πετεινού, Ένα λουλούδι που αναμένεται παντού. Ένα διαπεραστικό αξόνι κάποιου δάσους, Οσμή της φτέρης σε απάτητους δρόμους, Όλα αυτά κι άλλα που δε μπορώ να πω, Μια φευγαλέα όψη που την ξέρετε, πω-πω! Και του Νικοδήμου το μυστήριο Παίρνει την απάντηση-πειστήριο. X Ζωή είναι τα μικρά καράβια, Που στην κοιλάδα κοίτονται; η ερώτηση. Άλλα κουνήσαν το κεφάλι, άλλα, με μάτια γελαστά, Και άλλα, καμία, μα καμα, απάντηση. «Ίσως, δε μίλησα σιγά», είπα «και μάταια.. Τι είναι τα μικρούτσικα κρεβάτια, Τόσο πυκνά πάνω στην πεδιάδα; Το μικρότερο είναι για μαργαρίτα, Και λίγο πιο πέρα απ’ αυτό, Για να την ξυπνά, κοντά στην πόρτα, Είναι το μικρό λεοντοτόν;» «Είναι η ίρις, κύριε, κι η αστερούλα, Η ανεμώνη και το καμπανέλι, Η μπάτσια, στην κόκκινή της κουβερτούλα, Και το κοντόχονδρο το ασφοδήλι. Ανάμεσά τους, σε πάμπολλα λίκνα, Που διπλώνει με το βιαστικό της ποδαράκι, Εβούιζε το πιο παράξενο νανούρισμα, Που λίκνησε ποτέ παιδάκι.» «Σιωπή! Το επιργκέους θα ξυπνήσει! Η ζαφορά κουνάει το καπάκι της, Της ροντόρα το μαγουλάκι κοκκινίζει. Ονειρεύεται το όμορφο δασάκι της.» Μετά, φεύγοντας απ’ αυτά ως ευλαβής, «Είναι η ώρα τους για ύπνο» έφερε στα χείλη. Το βούισμα της μέλισσας θα τα ξυπνήσει, Όταν θα κοκκινίσουν τα δάση του Απρίλη.» XI Πυγμαία σεραφείμ που ξεστρατίζουν, Βελούδινοι άνθρωποι απ’ τη Βεβαή, Ομορφιές από χαμένη μέρα, θερινή, Μια κοινωνία μελισσών που βουίζουν. Το Παρίσι δε μπορεί να ξεδιπλώσει Τη σμαραγδένια ζώνη που το έχει ζώσει. Η Βενετία δε μπορεί να δείξει μια παρειά, Με μια τόσο λαμπερής πραότητας χροιά.. Ποτέ δεν επιδείχθηκε τέτοια παγίς θανάτου, Σαν από φύλλο κι από μούρο βάτου, Για τη μικρή μου, τη Δαμασκηνή βοηθό. Είχα υιοθετήσει πιο πολύ τη χάρη της, ακόμη Κι απ’ το διακεκριμένο προσωπείο κάποιου κόμη. Είχα πιο πολύ ενδιατρίψει σαν κι αυτή, Παρά αν ήμουν μέγας δούκας του Πετύ. Για μένα, επίδομα ήταν υπεραρκετό, Για να νικήσω των μελισσών το βουητό! XII Το ν’ ακούς του φλώρου το κελαηδητό, Μπορεί να φαίνεται πολύ κοινό, Ή μόνο θείο. Δεν είναι τόσο του πουλιού αυτό Το ίδιο το τραγούδι, το ανήκουστο, Σαν σ’ ένα πλοίο. Είναι ο τρόπος που τ’ αυτί στολίζεται Για ν’ ακουστεί, σ’ απαίτηση Της πίστης. Έτσι, ανεξαρτήτως ακοής, ή κι αν Δεν το ακούει κανείς, αυτό Είναι μέσα της. «Ο ήχος είναι απ’ το κλαδί», Ο άπιστος μου δείχνει εκεί. Κι εγώ του απαντώ πως όχι. «Μέσα σου είναι το πουλί, Μέσα σου κύριε κελαηδεί. Δική σου η ψυχή που το ‘χει!» XIII Ένας απ’ αυτούς που άγγιξε ο Μίδας, Που όμως, απέτυχε ν’ αγγίξει την ολότητα, Ήταν αυτός ο έμπιστος κι άσωτος φίλος, Το πουλί φλώρος με τη μακαριότητα. Ήταν τόσο μεθυσμένος που τον αποκήρυξε, Μ’ ένα θείο, αθώο πείραγμα σα νεύμα. Ήταν τόσο εκθαμβωτικός που τον μπερδέψαμε Μ’ ένα πυρωμένο κομμάτι από μετάλλευμα. Ήταν ένας συνήγορος και ένας κλέφτης, Ένας καλοφαγάς επίκουρος, προδότης. Κάτι, από νωρίς-νωρίς, σαν ορατόριο, Μία έκσταση μιας κλάσεως πρώτης. Ένας Ιησουίτης των περιβολιών, Που μας απατά, καθώς μας θέλγει, Με μια ολόκληρη φιάλη από ροδέλαιο, Για ανάγκες που ο μπαγάσας αποφεύγει. Ολόκληρο είναι βασίλειο της Μπούρμα, Το μετέωρο αυτό βήμα των πουλιών, Αναχωρώντας σα σε μια παρέλαση Επικών ασμάτων κι επικών ραψωδιών. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο Ιάσων έψαχνε Για κάποιο δέρας, αλλά βλέπετε εκείνη Την εποχή, είχα γίνει μια αγρότισσα, Με τη σκέψη μου μονάχα στην ειρήνη. Όμως, δεν υπήρξε ποτέ του ο Ιάσων. (Παράδοση, συγχώρησέ με και μιλιά!). Βλέπω τώρα τη χαμένη ανταμοιβή του, Πάνω σε χρυσή, ολόχρυση μηλιά. XIV Φοβήθηκα πολύ τον πρώτο μου πετρίτη, Αλλά τώρα, είναι πια πειθαρχημένος, Και τον παρακολουθώ να μεγαλώνει, Αν κι ακόμη με πληγώνει ο καημένος. Σκέφτηκα πως αν γινότανε να ζήσω, Μέχρι να περάσει αυτό που θα χτυπήσει, Κανένα από τα πουλιά του δάσους, Δε θα μπορούσε πια να με συντρίψει. Δεν τόλμησα ν’ απαντήσω τα σφοδίλια, Από φόβο μη το κίτρινό τους πανωφόρι, Μ’ άγγιζε κι άθελα με τρυπούσε, Μ’ ένα τρόπο ξένο σε μια κόρη. Ευχήθηκα να μεγαλώσει γρήγορα η χλόη, Έτσι ώστε να έχω το χρόνο να τη δω. Θα ‘πρεπε να είναι όσο γίνεται ψηλή, Που να μπορούσε να στραφεί και προς τα ‘δω. Δε μπορούσα να υποφέρω τα μελίσσια, Κι ευχόμουν να ‘μεναν μακριά από εμένα. Σ’ αυτές τιςσκοτεινές χώρες που πηγαίνουν, Ποια λέξη θα ‘χαν άραγε αυτές για μένα; Κι όμως, είναι όλα εδώ. Κανένα δεν απέτυχε, Κανένα μουμπούκι δεν έμεινε μακριά. Όλα με πολύ ευγενική υπακοή σε μένα, Τη μεγάλη βασίλισσα του Γολγοθά. Όλα χαιρετούν, καθώς περνάνε, Κι εγώ, με τα παιδιακίσια μου φτερά, Σηκωμένα, λόγω στερημένης γνώσης, Για τα δικά τους ασυλόγιστα ταμ-τάκια. XV Στο δρόμο της τέλειας καταστροφής. Μ’ ένα περιστρεφόμενο τσερκάκι, Μία αντήχηση σα σμαραγδιού, Ένας χείμαρρος μιας κόκκινης βαφής, Και κάθε, σε θαμνόκλδο, ανθάκι Το γερμένο του κεφάλι διευθετεί. Το ταχυδρομείο, προφανώς, από τη Θήρεια Είναι μια εύκολη και πρωινή παλίρροια. XVI Οι ουρανοί δε μπορούν να κρατήσουν μυστικό! Το αποκαλύπτουν στα λοφάκια, Οι λόφοι το λένε στα περβόλια, Κι αυτά, μετά, στ’ ασφοδιλάκια! Επ’ ευκαρία, ένα πουλί που πετάει στο δρόμο, Τρυφερό του σμήνους επικεφαλής, Αν μπορούσα να του δώσω ένα δώρο, Αν ξέρεις τι θα μου ‘λεγε, να μου το πείς. Όμως, τελικά, νομίζω ότι όχι. Είναι προτιμότερο να μην το ξέρω μόνη, Αν το καλοκαιράκι ήταν αξίωμα, Τότε, ποια μαγεία θα ‘χε πια το χιόνι; Έτσι λοιπόν, κράτα το μυστικό Πατέρα! Αν μπορούσα, δε ήθελα να ξέρω, Φως μου, Τι τα ζαφειρένια συννεφάκια θε να κάνουν Στο μόρφωμά σου αυτού, του νέου κόσμου! XVII Ποιος να λήστεψε τα δάση, τα δασάκια; Τα ανυποψίαστα μας δέντρα; Έβγαλαν κολιτσίδες μα και βρυάκια, Τη φαντασία τους για ευχαρίστηση. Αυτός, περίεργος, σάρωσε τα στολίδια . Αυτός τα άρπαξε και τα ‘φερε μακριά τους. Ποιο θα είναι το επίσημο του κώνειο, Κα τι θα πει το δέντρο της ελάτης; Δυο πεταλούδες βγήκανε το μεσημέρι., Και βαλσάρισαν πάνω στον ποταμό, Μετά, πετάξαν κατ’ ευθείαν στο στερέωμα, Και παρέμειναν σε μια ηλιακτίδα πάνω. Και μετά, έφυγαν ακόμη πιο μακριά, Πάνω σε μια θάλασσα σαν αστραπή. Αν και ποτέ και σε κανένα λιμάνι, Ο ερχομός τους δε θα νακοινωθεί. Αν μιλούσε από απόσταση ένα πουλί, Αν συναντιόντουσαν σε θάλασσα αιθέρια, Από μια ταξιαρχία ή έμπορο η αναφορά, Ποτέ δε θα ‘φτανε στα δικά μου χέρια. XVIII Ξεκίνησα νωρίς, πήρα και το σκυλί μου, Και επισκέφθηκα τη θάλασσά μου. Οι νεράιδες μέσα στο υπόγειο μας Βγήκανε έξω και ήρθανε κοντά μου. Οι ταξιαρχίες στο πάνω-πάνω πάτωμα, Άπλωσαν τα καναβνια χέρια τους απάνω, Νομίζοντας ότι εγώ ήμουνα ποντίκι, Ένα μόλις όροφο πάνω στην άμμο. Όμως, κανείς δε με πλησίασε, μέχρι Που η παλίρροια έφτασε στο πόδι μου, Πέρασε και τη ζώνη των ποδιών μου, Και, τελικά, έφτασε στο στήθος μου. Κι έκανε σα να με είχε φάει, Ολόκληρη, όπως μια πάχνη εδώ, Πάνω σ’ ενός μανιταριού μανίκι. Ύστερα πάλι, ξανάρχισα κι εγώ. Κι αυτή, αυτή με ακολούθησε από κοντά. Ένιωθα την ασημένια φτέρνα της Πάνω στον αστράγαλο και στο παπούτσι μου, Θα ξαχείλιζε μ’ αυτή την πέρλα της. Μέχρι που φτάσμε στης πόλης τη στεριά, Όπου κενένας δεν άδειχνε να είχε μάθει, Υποκλινόμενη, με μια όψη καθώς Σε μένα, η θάλασσα ίχε αποσυρθε
  4. Καλημέρα! Ψάχνω να βρω αν έχει μεταφραστεί ένα ποίημα του Άσμπερυ, το Thoughts of a Young Girl, από τη συλλογή “The Tennis Court Oath”, συγκεκριμένα το εξής απόσπασμα:

    «It is such a beautiful day I had to write you a letter
    From the tower, and to show I’m not mad:
    I only slipped on the cake of soap of the air
    And drowned in the bathtub of the world….»

    Αναρωτιόμουν μήπως τυχόν υπάρχει στην συλλογή Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές των εκδόσεων Ύψιλον, ή σε κάποια άλλη συλλογή που τυχόν έχεις. Αν θα μπορούσες να το δεις, θα σε ευγνωμονούσα πολύ.

    Ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: