Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (201ο): «Περιμένω – αναμονή»…

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ»

«Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960)

 

 

 

 -Κ. Π. Καβάφης, «Περιμένοντας τους βαρβάρους»

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 -Τάσος Λειβαδίτης, «Σε περιμένω παντού»

 «Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή 

να χωριστούμε, αγάπη μου, 

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, 

είναι να ‘χει  καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα, 

είναι όταν χρειάζεται 

να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, 

θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, 

πλάι στα ονόματα των άστρων 

και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν 

όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, 

θα προτιμούσα

μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, 

φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, 

μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, 

πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, 

γιατί  σ’ α γ α π ώ.

Κλείσε το σπίτι. 

Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί 

και προχώρα. 

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται 

ένα ψωμί στα οκτώ, 

εκεί που κατρακυλάει 

ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων. 

Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,

εκεί που πολεμάνε 

και πεθαίνουν οι άνθρωποι 

για ένα καινούργιο κόσμο… 

εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!»

 

(Τάσος Λειβαδίτης, τόμος Ι, Κέδρος)

 

 

-Μιχάλης Κατσαρός, «Θα σας περιμένω»

 Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

 

(https://tokoskino.me/)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Παντού μας περίμενε η Ελλάδα»

 

Ποιος άνεμος μετέφερε τούτα τα αγάλματα

κρατώντας τα με δυο πελώρια χέρια κάτω άπ’ τις μασχάλες

αυτά τα πιθάρια με τη στρογγυλή αυτοπεποίθηση

αυτά τα δοχεία του λαδιού και του κρασιού

αύτη την πετρωμένη ευγένεια των αμφορέων

όπου ή ελληνική ομορφιά έχει χαράξει με το μικρό της δάχτυλο

το στέρεο τρίγωνο, την οριζόντια σπείρα, το σοφό τετράγωνο;

 

Ποιός έφερε, ποιός πήρε, ποιός αντάλλαξε απ’ τα πέρατα

γραμμές και χρώματα και λευκές χειρονομίες,

σταυρούς στα ράμφη των αητών, ένα μακρόσυρτο χαμόγελο,

μια ωχρότητα βυζαντινή πού συνεχίζεται μέσα στη νύχτα

μια ωχρότητα ντυμένη το χρυσάφι, την πορφύρα, το σμαράγδι;

 

Βήματα των Ελλήνων πλανώμενα στους χώρους και στους αιώνες

σταθερά βήματα, πικρά βήματα, σιωπηλά βήματα

διατηρώντας το σχήμα τους καθάριο,

καθάριο αχνάρι του γυμνού ποδιού σ’ όποιο χώμα της γης

με το μεγάλο δείχτη του ποδιού αποχωρισμένο απ’ το λουρί του αρχαίου σανδάλου.

 

Και το άσβηστο αχνάρι του σανδάλου ανάλαφρο πάνω στην πέτρα

και το άλλο του βυζαντινού,

τ’ αχνάρια απ’ τα συγκεντρωμένα βήματα της Φιλικής Εταιρίας

κι αυτά τα ελληνικά  ιστία διασχίζοντας αθόρυβα

το νύχτιο αγέρα και τα δάση της Ρουμανίας

αυτά τα ιστία φωτίζοντας με τρίγωνες λάμψεις

πρόσωπα, σπίτια, χρόνια και γιγάντιους κορμούς δέντρων.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού σ’ όλο τον κόσμο

καθώς ταξιδεύαμε με την ‘Ελλάδα σταυρωμένη στην καρδιά μας,

ή ‘Ελλάδα στην «Ιστρια, στο Γαλάτσι, στην Κονστάντσα

μες στις στοές και στις καμπάνες της Αγκάπια

μες στα ψηλά εργαστήρια της ταπητουργίας όπου άνθιζαν

επίπεδα άνθη γαλανά και κόκκινα

μες στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής

όπου ένα σχήμα αφηρημένης γεωμετρίας

αναπολούσε τη συγκεκριμένη σκέψη της Ελλάδας.

 

(Είναι ένας σπόρος πάντα ελληνικός πού σπάει τη στενότητα της πέτρας

ν’ ανθίσει μες στην απεραντοσύνη όλα τα φύλλα του και τούς καρπούς του —

κι ή πέτρα ή συντριμμένη από το σπόρο γίνεται μια πομπή από αγάλμα¬τα).

 

Σταθερές σκιές του παρελθόντος μες στην πρωινή κατάνυξη,

όταν ή μοναχή, εγερμένη, μόλις, απ’ το κάδρο μιας εικόνας

με το χρυσόν αχνό του χρόνου στη μορφή της

με τη στάχτη ενός ύπνου απαρνημένου στα ματόκλαδά της

και με το μαύρο πτυχωτό μανδύα της

μόλις ξεκρεμασμένον απ’ τη στοά των αιώνων,

καλούσε στην Αγκάπια τούς αντίλαλους

απ’ το φτερούγισμα των σβησμένων δικέφαλων

χτυπώντας τελετουργικά το ξύλο το εργασμένο απ’ τα δάχτυλα της σιωπής

ενώ ή σκιά της σέρνονταν στις πλάκες του μοναστηρίου σαν φάσμα

αυτοκρατόρισσας

κι ενώ οι καμπάνες σώπαιναν εμβρόντητες

σα φωλιές αντεστραμμένες πού άδειασαν απ’ τα χάλκινα πουλιά τους.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού μέσα στον κόσμο,

κάτω από τις ολάνθιστες μηλιές μες στα κολχόζ της Ρουμανίας,

μες στα Μουσεία, μες στη σιωπή, μέσα στις ντόινες.

Κι εγώ, διασχίζοντας τον κόσμο και το χρόνο συνεχίζω το δρόμο της Ελλάδας

τραβώντας το σκοινί του στίχου μου και ειδοποιώντας την αγάπη

όπως τραβούσε ως τη στερνή στιγμή του ό Βασίλε Ροάιτα τον κρίκο

του συναγερμού για μια παγκόσμια συνάντηση ειρήνης.

 

 

 

Τάκης Σινόπουλος, «Χώρος αναμονής»

Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;

Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;

Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που
  καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.

Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;

Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;

 

 

Κονσταντίν Σίμονοφ, «Περίμενέ με»

Περίμενέ με, θα γυρίσω,
θέλω πολύ να περιμένεις,
περίμενε, σαν σε μελαγχολεί
η χρυσή βροχή,
περίμενε, σαν πέφτουνε τα χιόνια,
περίμενε στις ζέστες,
ακόμα κι όταν οι άλλοι
δεν περιμένουν πια.
Περίμενε, κι όταν δε φθάνουν γράμματα
από τόπους μακρινούς,
περίμενε, κι αν όλοι έχουν βαρεθεί
αυτούς που περιμένουν.
Περίμενέ με, θα γυρίσω,
δεν εύχονται όλοι το καλό
όσοι το ξέρουν σίγουρα,
πως πρέπει να ξεχάσεις.
Άσε να το πιστεύουνε η μάνα και ο γιος μου,
πως πια δε θα γυρίσω,
άσε να το πιστεύουνε οι κουρασμένοι φίλοι,
να κάθονται μπρος στη φωτιά,
πικρό κρασί να πίνουν
μνημόσυνο ψυχής…
Περίμενε. Να μη βιαστείς
μαζί τους για να πιεις.

Περίμενέ με, θα γυρίσω
σε πείσμα όλων των θανάτων.
Όποιον δεν περιμένει,
ας τον να λέει: «ήταν τυχερό».
Γιατί δε θα το νοιώσουνε όσοι δεν περιμένουν,
πως μέσα στα πυρά
μ’ έσωσε
η αναμονή σου.
Μονάχα εσύ κι εγώ
θα ξέρουμε πως γύρισα,
επειδή ήξερες όπως κανείς
εσύ να περιμένεις.

(http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/7469-konstantin-simonov)

 

 

 

-«…Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται

Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει

Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, «Αναμονή»

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!

 

 

-Μενέλαος Λουντέμης, «Αναμονή»

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει

Και όμως περιμένει.

 

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

 

Αβάσταχτο είναι…Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

 

(http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/2012/05/blog-post_12.html)

 

 

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Η αναμονή και το όνειρο»

«Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.
Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.»

 

 (http://stithaghi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_4.html)

 

 

 

-Γωγώ Θ. Μπελεκούκια-Σπανού, «Ανανονή»

Ξημερωμένες μέρες
δίχως νύχτες
διασχίζεις
-σηκωμένα μπατζάκια
τον ποταμό Αδιάφορο.
Πέλματα γυμνά
που παγώνουν
σε σκληρό βυθό.
Βήμα
που παραμένει αργό
-πατάς πάνω σε Φόβους που πονούν…
Κρατήσου!
Μια ανάσα
και βγαίνεις απέναντι.
Σε περιμένω.
Φόρεσε τη λάμψη στα μάτια σου.

(https://atexnos.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE/)

Advertisements

Πες το με ποίηση (200ο): «ΑΡΙΘΜΟΙ -ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ- ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ «

*200 θεματικές ενότητες Ποίησης κιόλας.

Τι ωραίο που φτάσαμε ως εδώ.

Οι αριθμοί έχουν τη σημασία τους ακόμα και στην …ποίηση.

Για του λόγου το αληθές:

 

 

Το μέτρημα, Νατάσα Μποφίλιου

 

  1. ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

Χωρς τ μαθηματικ τάξη, δν στέκει
τίποτε: Ο
τε ορανς ναστρος,
ο
τε ρόδο. Προπαντς να ποίημα.


Κι ε
τυχς τι μ᾿ κανε μορα μου
γνώστη τ
ν μουσικν ριθμν,
τι κρέμασε μίαν χτίνα π πλέον
τ
στρο τς μέρας στν ρασή μου
κα
κάνοντας τ γόνατά μου τραπέζι
ργάζομαι, ς νά ταν ν φτιάξω
ναν ναστρο ορανό, να ρόδο.


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΕΝΑΣ ΕΠΙΛΗΣΜΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας αριθμός
Αγνός και στρογγυλός σαν τον ήλιο
Αλλά μόνος πάρα πολύ μόνος

 

Άρχισε να λογαριάζεται με τον εαυτό του

Διαιρούσε πολλαπλασίαζε τον εαυτό του
Αφαιρούσε πρόσθετε τον εαυτό του
Κι έμενε πάντα μόνος

 

Έπαψε να λογαριάζεται με τον εαυτό του
Και κλείστηκε στη στρογγυλή
Ηλιακή του αγνότητα

Απ’ έξω έμειναν τα πύρινα
Ίχνη των λογαριασμών του

 

Άρχισαν να κυνηγιούνται μεταξύ τους μέσα στο σκοτάδι
Να διαιρούνται όταν έπρεπε να πολλαπλασιαστούν
Να αφαιρούνται όταν έπρεπε να προστεθούν

Αυτά συμβαίνουν στο σκοτάδι

 

Και κανείς δε βρέθηκε να του πει
Να σταματήσει τα ίχνη
Και να τα σβήσει

 

ΒΑΣΚΟ  ΠΟΠΑ, μετ: Σπύρος Τσακνιάς

 

***

 

  1. ΠΡΟΣΘΕΣΙΣ

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

 

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993

 

 

***

 

 

  1. ΤΡΙΩΝ,ΤΕΣΣΑΡΩΝ, ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 

Υπήρξαν! Πώς! Υπήρξαν ηλικίες
που μετρούσαμε στα δάχτυλα:
Τριών, τεσσάρων, πέντε ετών.
Κι ο αιτών, τριών,
τεσσάρων, πέντε φιλιών. Μία, δύο οι λύπες. 

 

Αναμνήσεις που χωρούσαν στο ένα χέρι –το άλλο,
το ‘χαμε ακόμη για να πιάνουμε ζωή.

Τώρα πια, ούτε λόγος. Κι οι γηραιότεροι
σαν ζητιάνοι πλησιάζουν:
«δάνεισέ μου το χέρι σου,
όσα δάχτυλα έχετε ευχαρίστηση».

 

Τι έμαθες, λοιπόν; Ψεύδεται το παρόν,
μαζί κι εσύ.
Κι η ευτυχία, τίποτε άλλο,
παρά οι μικρές παύσεις, οι εκκωφαντικές
σφηνωμένες, αναπάντεχα, καταμεσής στη μουσική.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Αυτός που γράφει το ποίημα
κι εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.

 

Μέσα στο ποίημα βέβαια
έχουν χαθεί κι οι τρεις.

 

ΓΙΩΡΓΗΣ  ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Dave Brubeck – Take Five

 

 

  1. ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ  ΑΡΙΘΜΟΣ


Τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη,
αλλά η φαντασία μου είναι όπως ήταν πάντα:
δεν τα πάει καλά με τους μεγάλους αριθμούς.
Εξακολουθεί να συγκινείται απ’ τη μοναδικότητα.


Πετάει στο σκοτάδι σαν την ακτίνα ενός φακού,
φανερώνοντας πρόσωπα στην τύχη,
καθώς τα υπόλοιπα περνάνε στα τυφλά,
αμνημόνευτα, άκλαφτα.
Ούτε ένας Δάντης δε θα μπορούσε να το εμποδίσει αυτό.
Πόσο μάλλον όταν δεν είσαι αυτός,
ακόμη και μ’ όλες τις μούσες στο πλευρό σου.

Non omnis moriar – μια πρόωρη αγωνία.
Είμαι ακόμα ολοζώντανη κι αυτό είν’ αρκετό;
Ποτέ δεν ήταν, και πολύ περισσότερο τώρα.
Διαλέγω απορρίπτ
oντας, διότι άλλος τρόπος δεν υπάρχει,
αλλά αυτά που απορρίπτω, είναι πιο πολλά,
πιο πυκνά, πιο επίμονα από ποτέ.


Σε αντίτιμο της άφατης απώλειας – ένα ποίημα, ένας στεναγμός.
Απαντώ μ’ έναν ψίθυρο σ’ ένα βροντώδες κάλεσμα.
Για πόσα πολλά σιωπώ, δε θα μπορούσα καν να πω.
Ποντίκι στους πρόποδες ενός βουνού.
Η ζωή διαρκεί όσο μερικές νυχιές στην άμμο.

Τα όνειρά μου – ακόμη κι αυτά δεν έχουν όση πολυκοσμία θα ‘πρεπε.
Περισσότερο ερημιά, παρά κραυγές και πλήθη.
Καμιά φορά, κάποιος νεκρός από καιρό, περνάει για μια στιγμή.
Ένα αποκομμένο χέρι γυρίζει ένα πόμολο.
Η ηχώ καλύπτει το άδειο σπίτι.
Τρέχω απ’ το κατώφλι σε μια κοιλάδα
σιωπηλή, σαν να μην είναι κανείς, ένας αναχρονισμός ήδη.

Από πού προέρχεται όλο αυτό το κενό μέσα μου –
μόνο αυτό δεν ξέρω.

 

Wislawa Szymborska, 1976.
(μετάφραση από τα αγγλικά)

http://skyvala.blogspot.gr/2013/02/blog-post_388.html

 

 

***

  1. […]εξασκούμαι στις τέσσερις πράξεις της συγκίνησης.

 

Διαίρεση για να διασώζω τη μοναδικότητα,

Αφαίρεση για να βρίσκω την ουσία,

Πρόσθεση για να πλουτίζω από τον Όμηρο στους Προσωκρατικούς

κι από το δημοτικό τραγούδι στο Σολωμό και στον Ελύτη.

 

Τέλος, Πολλαπλασιασμό

για να προσφέρω τη βαθιά χαρά ή τον καθαρό πόνο της συμμετοχής.

 

Να γιατί μιλώ για έρωτα και για ταξίδι στο άλλο με το λόγο.

Να γιατί εμπιστεύομαι τη δημοκρατία των συναισθημάτων

ή αλλιώς την εσωτερική αρμονία

και προσπαθώ να τηρώ το θεμελιώδες άρθρο

του Συντάγματος της Αληθείας.

«Όποιος θέλει να λάμψει, πρώτα καίγεται».

 

Το ταξίδι της γλώσσας δεν τελειώνει

κι αυτό είναι η χαρά της ποίησης.


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Ένα κι ένα – Νίκος Παπάζογλου

 

  1. ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙV)

Τ’ ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

(2) Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

(3) Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

(4) Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

(5) Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

(6) Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

(7) Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

 


  1. Διαιρώ αυτό που ξέρω.
    Προκύπτει αυτό που είμαι
    κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.

 

Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.

 

Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
της απαλής, βέβαιης αύρας
που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

 

FERNANDO PESSOA – «Φερνάντο Πεσσόα / Κ.Π. Καβάφης, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου», μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης, Μεταίχμιο 2009

 

 

***

 

10.Η ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Κι ο τρελός της παλιάς συνοικίας – μια νύχτα θυμάμαι, τον κυνηγούσαν και για να σωθεί, κρύφτηκε στο γειτονικό σχολείο, κανείς δεν τον ξανάδε από τότε, τι απέγινε, άγνωστο. Μόνο που ο δάσκαλος έκανε πάντα λάθος στο μέτρημα κι έβρισκε ένα παιδί περισσότερο.

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

 

11.ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμιση κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

 

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο κάνει μηδέν

 

Francesco Tomada, «Ποιήματα», μετ. Ευαγγελία Πολύμου

 

 

Κάπου την έχουμε πατήσει, Κηλαηδόνης

 

12.ΜΕΤΡΗΤΗΣ  ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Αριθμούσε υπομονετικά
όλες τις πέτρες.
Σ’ όσες μάλιστα, ήτανε μικρές
έβαζε δεκαδικούς
-τέτοια ακρίβεια-.

Το χειμώνα δεν είχε δουλειά.

Ανέβαινε στο παράθυρο
και περίμενε
το μεγάλο
κύμα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ  ΒΟΥΤΣΙΝά, Το λάθος ποίημα, 2012

 

***

13.ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ


«Μάθε επιτέλους να μετράς»,
από παιδί του φώναζε ο πατέρας
κι αυτός προσπαθούσε τόσο
που όταν ο πατέρας πέθανε
έσκυψε πάνω απ’ το φέρετρο
και του ‘πε


«Πέθανες στις τρεις και τέταρτο ακριβώς.
Ζύγιζες εβδομήντα έξι κιλά.
Ως ώρας έκλαψα δώδεκα λίτρα δάκρυ.
Απέχεις τετρακόσια είκοσι μέτρα από το μνήμα.
Σου έφεραν εξακόσια δεκαοχτώ γαρύφαλλα.
Είδες πατέρα; Τα υπολόγισα όλα»


και τον κοίταξε για τελευταία φορά.
Με μια λύπη
αμέτρητη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ  ΒΟΥΤΣΙΝά, Το λάθος ποίημα, 2012

 

 

ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ, Μαρίνα

 

14.ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΕΝ

Δεν έχουν κουραστεί

αυτοί οι γιγαντιαίοι αριθμοί

στο μικρό computer του γραφείου μου;

 

Χθες το ξέχασα ανοιχτό

με την τελευταία πράξη

στην οθόνη του να λαμπυρίζει.

 

 

Από τότε μίλησα με πολλούς,

έβγαλα από την ύλη του

όλα τα φύλλα των περασμένων

ημερών, έγινα άλλος, μικρός,

σχεδόν μηδέν μέσα στον ύπνο και όμως

 

αυτοί οι τερατώδεις αριθμοί

με περίμεναν σήμερα το πρωί

για να μου πουν πως ζουν ξανά

και πάντοτε στο μέλλον.

 

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΞΕΞΑΚΗΣ, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 50 (Απρίλιος-Ιούνιος 2000)

 

 

***

 

15.ΠΡΟΣΘΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ

Μετρούσε τα χρόνια

Τόσα

Αφαιρούσε
Τα χρόνια του ύπνου
Εκείνα του κάτεργου
Τη χαμένη δεκαετία
Τόσους θανάτους
Τόσα σφάλματα
Αναμονές
Τι μένει

Υπάρχουν βέβαια
Οι προσαυξήσεις
Τ’ αναδρομικά
Τόσοι φίλοι
Χέρια φωνές
Εσύ

Το αποτέλεσμα
Δεν φαίνεται
Να είναι ζημιογόνο

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ, Ο πρωθύστερος λόγος (1996)

 

 

 

***

 

16.Η  ΑΠΕΝΑΝΤΙ   ΟΧΘΗ

Ο πατέρας μου έζησε 56 χρόνια στη γη
Η μητέρα μου 86 και δεν κουράστηκε
Αθροίζω τα χρόνια που έζησαν
Και τα διαιρώ διά του 2
Έτσι λοιπόν βγάζω τη σημερινή μου ηλικία

έχουμε ζήσει τόσο πιο πολύ απ’ όσο
μας μένει να ζήσουμε και παρ’ όλα
αυτά ακόμα δεν ξέρουμε ακόμα δεν
μάθαμε τα όρια των πραγμάτων που
μπορούμε να κάνουμε ή να ζήσουμε

Οι άνθρωποι συνήθως αργούν να καταλάβουν
Προσφεύγουν σ’ επιχειρήματα κάποιων άλλων εποχών
Αγωνίζονται για κοινωνικές ή όποιες άλλες απελευθερώσεις
Δεν υποπτεύονται πως η ελευθερία είναι κατά βάθος μια δουλεία δίχως αντιπαροχή
Μίση αβυσσαλέα που κάποτε θα ξεχαστούν
Η φωνή μου περνώντας μέσ’ από τους φωταγωγούς
Και τα θυροτηλέφωνα φτάνει βραχνή κι απρόσωπη
Στ’ αυτιά σας μέσα σ’ αυτά τ’ αποφόρια που βλέπετε
Αναπηδούσαν κάποτε θηρία ανήμερα
Το δυναμικό της ζωής κάθε στιγμή αφανίζει
Δεν τελειώνει ποτέ

Στην έξοδο συνωστισμός

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ, Ο πρωθύστερος λόγος (1996)

 

 

***

17.ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

 

Μια μέρα τον άκουγα που μιλούσε με συναδέλφους του για μαθηματικά, για τη σοφία των αριθμών, για το σύμπαν.

Χωρίς να καταλαβαίνω τα πάντα, μάντευα το νόημά τους.

Και δεν ξέρω αν ταίριαζε στην ώρα να πω εκείνο που είπα, μα το είπα πριν σχεδόν τ’ αποφασίσω.

 

«Οι αριθμοί μέσα μου, από το ένα ως το μηδέν – έτσι το είπα – , είναι πολύ καθαροί κι αλληλένδυτοι’ ο ένας σχηματίζεται από τον άλλον, και συνάμα ο ένας στέκεται εδώ, ο άλλος εκεί, (παρίστανα με τα χέρια μου διάφορα επίπεδα), και κάνουν άπειρους συνδυασμούς…

Είναι σα μια πολιτεία» πρόσθεσα, αλλά δεν με ικανοποίησε η παρομοίωση’

 

«Σαν ένα τέλειο σχέδιο», προσπάθησα να αποδώσω καλύτερα την εικόνα που είχα για τους αριθμούς – μα παραιτήθηκα.

ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ -Στην ερημιά με χάρη

 

 

Απλή Αριθμητική, Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

18.ΑΠΛΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΓΙΑ ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΕΣ

νίοτε κατό τν σβήνεις
λλοτε μόλις πέντε νάβεις
νίοτε γιορτάζεις
κάποτε ξοφλε
ς λυπητερές.

μως ποτέ ατό τό κατό
κι α
τό τό πέντε
δέ γίνονται
να
θροισμα
να, ς πομε, κατόν πέντε.

Χαμαιλέοντας χάνεσαι, φανίζεσαι
πάνω στήν προοπτική τ
ν πραγμάτων
λές κι
βίος
ποτέ δέν γίνεται βιός
ξόν σπαταλημένος γενναιόδωρα.

(νοιξη ’87)

ΣΤΕΛΛΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

***

19.ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ

(Στο γιο μου και καμάρι μου Νικόλα)

 

Πόσο επί Μηδέν κάνει Ένα; Δέκα, εκατό, χίλια, ένα εκατομμύριο;

Νομίζω πως Μηδέν επί  Άπειρο κάνει Μηδέν.

 

Και σε ρωτάω τώρα εγώ ο μαθητής εσένα που είσαι δοκτορούχος μαθηματικός.

Πόσο κάνει Άπειρο επί Άπειρο; 

Μη φοβάσαι και δε θα τρελαθώ, γιατί δεν είμαι ούτε Πυθαγόρας, ούτε ένας μικρός Πουανκαρέ, ούτε καν ο νέος Αϊνστάιν.

 

Είμαι ο ημιμαθής πατέρας σου και το μόνο που θυμούμαι τώρα είναι ο τίτλος και το τέλος του μοναδικού βιβλίου «περί χάους» που έχω διαβάσει:

«Και ο Θεός παίζει ζάρια…και συνήθως κερδίζει»

 

Που σημαίνει πως, ακόμη κι ο Θεός,

έστω και σπανίως,

χ ά ν ε ι!   

 

ΤΑΚΗΣ  ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (199ο): «28 Οκτωβρίου 1940 – στρατιώτης»

 

  1. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)»

 

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,

μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε η Πίνδος

σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν

οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν:

«Ίτε παίδες Ελλήνων…»

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,

ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

 

Κι οι μάνες στα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν

και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

κι αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες τα σύννεφα

χανόταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.

           

 

 

 

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»

(Οχτώβρης 1940)

 

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –

μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,

κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,

μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους

και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους

να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

 

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,

να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,

όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,

η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,

μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,

κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι

δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,

η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –

κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.

           

 

 

 

  1. ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Σειρήνα που στριγγά σκούζεις, σκληρίζεις πάλι,

σαν κουκουβάγιας θρήνος λάλησες αυγή.

Σ’ ενός πρωινού σε πρωτακούσαμε τη ζάλη

και πέντε χρόνια ακέρια έχουν βγει.

 

Κίνησαν τότε κατ’ εμάς τα εκατομμύρια

κι οι λόγχες που θα μας τσακίζαν τα πλευρά,

μα δεν αργήσαν ν’ ακουστούν τα νικητήρια

με το δικό μας τον «αέρα!» βροντερά.

 

Γεια σας, της Αλβανίας απλόκαρδοι φαντάροι,

που ανήξεροι νικήσατε όλα τα στοιχειά

και που χωρίς νεφέλη δόξας να σας πάρει

δε θα ’χετε ποτέ απ’ το έθνος αστοχιά.

 

Γεια σας κι οι κουβαλήτρες, οι παλληκαρούδες

γυναίκες απ’ την Πίνδο, η ρίζα κι η ψυχή,

θα’ χουν να λεν οι νιοι σα γίνουνε παπούδες

για κείνο το κατόρθωμά σας στην αρχή.

 

Γεια σου, ήρωα στρατέ, γεια σου λαέ πατριώτη,

που ενώ στην άκρη σ’ είχαν φέρει του γκρεμού,

στερεώθηκες στη γη και τίναξες την πρώτη

κλωτσιά του απάνθρωπου, υπερόπτη Φασισμού.

           

 

  1. ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Μπρος στα χαλύβδινα άρματα ολοένα

των τυράννων που ερήμωση σκορπίζουν

έθνη – μικρά ή μεγάλα – τρομαγμένα

σαν ανεμόδαρτα κλαριά λυγίζουν.

 

Εσύ μονάχα, Ελλάδα, την ωραία

την κεφαλή σου υψώνεις. Τα παιδιά σου,

όπως στα χρόνια των Περσών τ’ αρχαία,

παίρνουν φτερά, πετούν στα σύνορά σου.

 

Και ξάφνου ο χρόνος όλος, που τη φρίκη

της συντριβής σου τρέμει, χαρμοσύνων

στροφές ακούει παιάνων για τη Νίκη –

τη νίκη των ασύγκριτων Ελλήνων.

 

Ω, χαίρε, χαίρε, Ελλάδα δοξασμένη

στα Μεσολόγγια και στους Μαραθώνες.

Σύμβολο τ’ όνομά σου ήταν και μένει

της Λευτεριάς ανάμεσα στους αιώνες!

           

 

 

  1. ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Ποιος ειν’ ο γίγαντας λαός, που η μπόρα δεν τον σκιάζει

κι από το μόχτο ορθώνεται κι ορμά μες το χαλάζι;

 

Τον βλέπω, φτάνει απ’ τα νησιά τα θαλασσοδαρμένα

θολό ποτάμι απ’ τα βουνά χυμάει τα χιονισμένα.

 

Τ’ αλέτρι του καταμεσίς κάτω στον κάμπο αφήνει.

Την ήσυχη πετά ζωή και τ’ αργαστήρι κλείνει.

 

Κι ορμά φωτιά μες τις φωτιές με στέρεο βήμα αντρίκιο

για της πατρίδας την τιμή, για λευτεριά, για δίκιο.

 

Της Πίνδου αστράφτουν οι κορφές, βροντά τ’ αστροπελέκι.

Τα στήθια ηφαίστεια γίνονται, χαμός τ’ απλό ντουφέκι.

 

Εδώ η ψυχή μας άναψε, γιγάντια καίει λαμπάδα

για σε, ακριβή μας Λευτεριά, για σένα, Ελλάδα, Ελλάδα.

           

 

 

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΤΖΗΚΑΣ, «ΟΧΤΩΒΡΗΣ 1940»

 

Ήταν η μέρα εικοσιοχτώ

του Οχτώβρη του Σαράντα

κι ήταν της μοίρας μας γραφτό

στο νου μας να γραφτεί για πάντα.

Τη μέρα αυτή την ιερή

ζητούν να μπουν οι Ιταλοί

να πάρουν την Ελλάδα.

«ΟΧΙ!» φωνάζει ο λαός

και σειέται ο πάνω κόσμος

«ΟΧΙ!» φωνάζει κι ο στρατός

και τρέμει ο κάτω κόσμος.

Ορμούν οι Έλληνες μπροστά

σαν τίγρεις, σα λιοντάρια

ακλοθούν αντρίκεια, ηρωικά

κλεφτών κι αρματολών τα χνάρια.

Και πα στις Πίνδου τις κορφές

σε διάσελα, σε ρουμάνια

της νίκης ακούστηκ’ ιαχή

να σκίζει τα ουράνια:

«αέρα! αέρα! αέρα!»

την πήρε ο άνεμος μακριά

την πήγε πέρα ως πέρα.

Και μες στους πάγους, στο χιονιά

στήσαν χορό της λευτεριάς

του Διάκου τα εγγόνια

χαρίσαν στους κατοπινούς

δόξα, τιμή αιώνια!

           

 

 

 

  1. ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ 1940»

 

Τι εποχή εκείνη του Σαράντα!

 

Έβρεχαν άστρα οι ουρανοί

και χύνονταν από χιλιάδες στόματα

το χρυσάφι των λέξεων

 

Τα παλικάρια γράφανε στα μέτωπα

τα πιο ωραία ποιήματα

 

Δεν υποτεύονταν

πως ήταν μια παρένθεση

ένα παιχνίδι στον καθρέφτη των νερών

μια λάμψη μόνο που άλλαζε

τα βάτα σε σμαράγδια και τριαντάφυλλα

Ασύνορη ήταν η ζωή

Ουρανοδρόμοι της ελπίδας

σημαδεύαν όνειρα

γράφαν πρωτάκουστα ποιήματα

με λέξεις βόλια λέξεις πυρκαγιές

λέξεις φιτίλια στους αστερισμούς

του στίχου.

           

 

  1. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό 

της Αλβανίας»  (απόσπασμα)

 

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

………………………………………….

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του – γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μεσ’ στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί! 

 

 

 

            9.      ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ, «ΟΙ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ»

 

Κι αν ακόμη μπορούσαμε να λησμονήσουμε μια μέρα

πως μέσα μας κυκλοφορούν οι Μαραθωνομάχοι μας

κι οι Σαλαμινομάχοι μας, κι αν ακόμη σκοτεινιάζαμε

τη μεγάλη κατατρόπωση των Μήδων από τους Λακεδαιμονίους

Έλληνες στην περίφημη μάχη των Πλαταιών μας, έχουμε

να θυμηθούμε, να θυμόμαστε τους πατέρες μας και τους πάππους μας

που κίνησαν στο Σαραντάπορο και στο Σκρα, στα Γιαννιτσά,

στα Γιάννενα και στο Κιλκίς και στο Λαχανά.

 

Κι ακόμη μπροστά μας έχουμε τους κρυοπαγημένους μας

στρατιώτες, που έχασαν τα πόδια τους στ’ Αλβανικά βουνά,

για να μπορούμε να περπατούμεν εμείς το δικό μας, το τέλειο

περπάτημά μας ελεύθερον από το σκυμμένο βάδισμα

της κάθε ξένης υποτέλειας.

 

Κι εκείνους έχουμε τους χιονισμένους μας στρατιώτες

της Αλβανίας. Δε γύρισαν εκείνοι στη γαλάζια μας πατρίδα,

για να ντυνόμαστε οι μεταγενέστεροι εσείς κι εμείς

το ηρωικό τους το παράδειγμα καθώς ένα επανωφόρι

για τον κάθε χειμώνα των γεγονότων μας ζεστό και καθαρό,

ζεστό, πολύ ζεστό και καθαρό,

για να νικούμε πάντοτε όρθιοι τον κάθε δύσκολο καιρό.

           

 

 

  1. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ»

 

Σ’ όλη μου τη ζωή, ήμουν στον πόλεμο.

Μέσα σε χαρακώματα, γιομάτα βροχή

όταν έβγαινε ο ήλιος. Τη νύχτα, περνούσα ποτάμια.

Στο ένα μου χέρι, στο ένα μου πόδι, στο μέτωπο, επίδεσμοι.

Στο άλλο μου χέρι, στο άλλο μου πόδι, στο στήθος μου, λάσπες.

Στα μάτια μου, μόνο σιωπή και παράπονο.

Στα χείλη μου ανάμεσα ένα τριαντάφυλλο

κι απ’ αυτό, κρεμασμένο, σαν ένας γυλιός

με τα υπάρχοντα όλης μου της ζωής εδώ κάτω,

            ένα χαμόγελο.

 

 

*Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», των Γιάννη Τζήκα – Τάσου Γούκου, εκδ. ΑΤΡΑΠΟΣ

 

 

Πες το με ποίηση (198ο): «Τρέλα – τρελός»…

Το τραγούδι του τρελού, Μαρία Δημητριάδη

 

 

  1. ΔΕΣΜΟΙ

Ωραία Παράνοια, φτάνεις τη νύχτα, σύντροφε,

κι ανοίγεις τα κουτιά με τις εικόνες. Είναι οι δικές μου.

 

Μου τις ξαναφέρνεις σε ώρες της σπουδής, κι εγώ αποθέτω

ευθύς όλο το φόρτο του φθαρτού Λόγου της ημέρας κι αφοσιούμαι

σε ό,τι κομίζεις αλλαγμένο. Μαζί γευόμαστε, οι παλιοί εταίροι,

ό,τι χωρίς εσέ είναι στείρον. Αλλά πού πηγαίνεις
τις άλλες ώρες και, ενώ βιάζει ο χρόνος, τόσα μου αφαιρείς;

Ποια ορμή ακρασίας, προς ποιες οδούς σε απομακρύνει;

Πού μου πλανάσαι, τι καλύτερο σε απασχολεί, όταν η συνάφεια

μαζί μου, μόνη, σε περιάγει σε μυθώδη ισχύ;

Σε ποια σπατάλη δίδεσαι, όταν ο δεσμός μας

δεν επιτρέπει πλέον τις εκλείψεις σου; Καμώματα

δεν σου ταιριάζουν γυναικός·  ιδέα του κόρου

είναι από μένα τόσο ξένη, όσο τ’ απώτερα των άστρων·

 

είσαι η εστία του συμπλέγματος εκείνου,

που την αμφίβολη ύπαρξή μου συνιστά στον κόσμο·

 

είσαι το σχήμα και το χρώμα του σχεδίου μου, ενός σχεδίου,

που, δίχως την παρεμβολή σου, θα έμενε ό,τι οι κέραμοι

της αταξίας οι ερριμμένοι, ωραία Παράνοια.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

*Ακρασία: η, κατά τον Αριστοτέλη, ακράτεια (αντίθετο της εγκράτειας)

 

 

***

 

  1. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ  ΤΡΕΛΟΣ

Εγώ είμαι ένας τρελός που μπροστά στις βιτρίνες

φαντάζομαι μια μεταμόρφωση του εαυτού μου

στου εραστού την προκλητικότητα να με οδηγήσει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί στο δίσκο της εκκλησίας

ποτέ δε ρίχνω δεκάρα μήπως εξευτελίσω

τους άμοιρους παπάδες, γιατί πάντα νομίζω

πως αυτοί πρέπει να τρέφονται μόνο με πνεύμα Κυρίου.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ποτέ δε σηκώνω

το λόγο μου πάνω από το ζεστό τόνο της ομιλίας.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί δεν αρκούμαι

σ’  αυτό που βλέπω. Η απ’ έξω ομορφιά με τρομάζει

και ψάχνω να βρω μέσα στο καθετί αν υπάρχει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί βασανίζομαι

να πείσω τον άλλον να μου πει μιαν ομαλή καλημέρα.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί έσπασα το ρολόι μου

νομίζοντας έτσι πως θα νικήσω το χρόνο.

 

Τέλος εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ακόμα νομίζω

πως οι πόλεμοι γίνονται για να κερδηθεί η ελευθερία.

 

ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ  (1916-1979)

 

 

***

 

  1. «Η Τρέλα η πολλή είναι εξαίσια Λογική –

στα Μάτια που γνωρίζουν να διακρίνουν –

Η Λογική η πολλή – η πιο ακραία Τρέλα –

Είναι σε τούτο η Πλειοψηφία,

 

Καθώς στο όλον που επικρατεί –

Συναίνεσε – και είσαι συνετός –

Εναντιώσου – παρευθύς κίνδυνος είσαι –

Και μ’ Αλυσίδες βρίσκεσαι δετός -».

 

ΕΜΙΛΥ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, [Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μτφ. Άρτεμις Γρίβα, Gutenberg, 2013

 
***

  1. ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι – το ξέρω – λογικός.  Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τ’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό απ’ το ένα. Νοερά μου :
πως είναι στρόγγυλοι – επιμένω – οι οριζόντοι.

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φιάχνω, και πάω πατώντας˙ ούτε λόγος
ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πα στους τοίχους…

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία! Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι – τακ για κείνηνα – στοχιά μου :
για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε! Πώς την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου –
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε – και πάω…

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ/ Εαυτούληδες, Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970 ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

 

***

  1. Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

 

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη
κ’ ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

 

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

 

Ή μη—βαρκάκια του—μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ’ ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ, Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952]

 

 

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα, Φλέρυ Νταντωνάκη

 

  1. ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ


Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου’ δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ’ αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ’ απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω;
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ’ όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Πού να’ σαι; Τι ν’ απόμεινε από σε να το ζητήσω;
Πού να’ ναι το στερνό μου αυτό αγαθό;
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι’ αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να ‘ρθεί.
Τ’ ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω;
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πώς μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου; Και να μη σ’ αγαπώ,

ενώ θα ‘ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή. 

ΜΑΡΙΑ  ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

***

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ

νας τρελς καθότανε στν εσοδο
τ νύχτα πόψε κα μιλοσε,
μιλοσε βιαστικ κι᾿ ταν πόσταινε
κάποτε, σκεφτικ χαμογελοσε.

 

Μιλοσε γι τ γνώση, τν νόμαζε
τν πρώτη δυναμία τν νθρώπων.
«Μ
θ μιλήσω πόψε κι᾿ ς μ δέσουνε,
ξέρω τ μυστικ τν γιων τόπων!

 

»Ξέρω λο μυστικ κα γύρω μου φοβα
θ τ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, μουν τρελλς τόσον καιρ πο σώπαινα
κι᾿ ατ μοχουν βαρύνει τ κεφάλι.

 

»Φίλε μου νσαι πλς πολυλογάς
χωρς οσία, θσαι βάρος.
Φρόντιζε νσαι πι πικίνδυνος
κα μόνος σου ν παίρνς θάρρος.

 

»Νχς καρδι κι᾿ λο ν εφραίνεται
μ᾿ ασθημα κα φιλοτιμία,
ενεν καρτερς τ θάνατο
κα νρθη μία λιποθυμία!!!

 

»Εδες φουκαρς τζίτζικας
ψόφησε χτς π ελικρίνεια.
Τ
λέγε ληθιν κ᾿ πίμονα
κα μες τ παίρναμε γι γκρίνια.

 

»Στ τέλος σκασε π εγένεια
κ᾿ πίσημα κυλίστηκε στ χμα
Α φαλοι, δ θ μο τ κλείσετε
ποτ τ᾿ χρεο μου τ στόμα!»

 

Κα τλεγε τόσο ρεμα
τόσο γλυκ ματιά του φωτοβόλει,
γελο
σε ξαφνικ κ᾿ τσι χαρούμενα
σ νταν καρδιά του περιβόλι!

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡH

 

 

 

Tρελή κι αδέσποτη

 

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟΥ

Όταν τα έργα όλα που έχουν φτάσει
Από την κούνια ως στον τάφο
Αρχίζουν απ’ τον τάφο να γυρνούν στην κούνια·

 

Όταν οι σκέψεις που ένας τρελός
Έχει τυλίξει επάνω σε καρούλι
Είναι μόνο αξετύλιχτο νήμα, μόνο αξετύλιχτο νήμα·

 

Όταν κούνια και καρούλι θα ‘χουν φύγει
Κι εγώ, μια απλή σκιά απομείνω τελικά
Με πράγματα γεμάτη
Διάφανα σαν τον αέρα,
Θα  βρω νομίζω
Μια πιστή αγάπη, μια πιστή αγάπη.

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Άντρια Γαριβάλδη

 

  1. Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της

την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά

με την ψυχή της τώρα χωρισμένη

και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού

 

και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι

με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,

είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι

ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

 

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙

την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη

και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της

εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια

έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:

 

«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

 

WILLIAM BUTLER YEATS, Μετ : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

Μαντάλωσε και κλείσε το παντζούρι,

Γιατί ο απαίσιος άνεμος φυσά:

Ο νους μας είναι στην ακμή του αυτή τη νύχτα,

Κι εγώ, όπως φαίνεται, ξέρω καλά

Πως όλα έξω από μας είναι

Τρελά σαν την ομίχλη και το χιόνι.


Ο Οράτιος, εκεί, στέκεται πλάι στον Όμηρο,
Ο Πλάτων από κάτω έχει σταθεί,
Κι εδώ είναι του Τύλλιου η ανοιχτή σελίδα.
Πόσα χρόνια πριν εγώ κι εσύ
Ήμασταν δυο αγράμματοι έφηβοι,
Τρελοί σαν την ομίχλη και το χιόνι;

Ρωτάς τι έχω και στενάζω, παλιέ φίλε,
Τι έχω και ριγώ;
Ριγώ κι αναστενάζω γιατί νιώθω
Ότι ακόμη και ο Κικέρων
Κι ο Όμηρος με το πολύπτυχο μυαλό ήταν
Τρελός σαν την ομίχλη και το χιόνι.
 

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

 

Τρελή κι αλλοπαρμένη – Χαρούλα Αλεξίου

 

 

  1. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΟΙ

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.

 

Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.

 

Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.

 

Roberto Fernadez Retamar, Μτφρ. Ρήγας Καππάτος

 

 

***

  1. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

Φυσάμε ξεφυσάμε

Δε βγαίνει ο βράχος από μέσα μας

Οι τρελοί

γεννιούνται

από τις πέτρες

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα

από ια παρέα παιδιών

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος

να φτιάξουνε μια συμμορία

κι έτσι δεν κατάφεραν

να κάνουν γκελ στη θάλασσα

 

δε γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε

 

ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

 

 

Είδα Του Τρελού Τα Κλάματα – Φωτεινή Βελεσιώτου

 

 

13.ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ
βαρύ μου βμα
σ᾿ να μνμα!

 

Σν μ᾿ ρπάχθηκε χαρ
πο χαιρόμουν μι φορ
τσι σ μίαν ρα
μέσ᾿ σ᾿ ατν τν χώρα
λα λλαξαν τώρα!

 

Κι᾿ π τότε πο θρην
τ ξανθ κα γαλαν
κα οράνιο φς μου,
μετεβλήθη ντός μου
κα ρυθμς το κόσμου.

 

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ βαρύ μου βήμα
σ᾿ να μνμα

 

Τν σταυρ τν ψηλ
γκαλιά, γλυκοφιλ
τ μυριάκριβο νομά της,
κι᾿ π᾿ τ χώματά της

 

φωνή της χρυσ
μ καλε «λα κα σ
δίπλα στ ξανθ παιδί σου
κα κοιμήσου!»

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

 

***

14.ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη

σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα

χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη

σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο

δωμάτιο καρφωμένο σ’ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα

σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

 

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα (1987) [Ενότητα άλλα πλάσματα]

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)

  1. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

    Γράφω γι’ αυτούς

που περπατούν μόνο μεσάνυχτα

για να μην φαίνονται οι πληγές στα πόδια,

 

γράφω γι’ αυτούς

που κάνουν τους άλλους επιβάτες ν’ απορούν

γιατί κλαίνε δίχως λόγο στο αστικό λεωφορείο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που απ’ το χάιδεμα ενός άλλου χεριού στην πλάτη τους

διάλεξαν το τρίψιμο του σκοινιού στον σβέρκο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που τους είπανε τρελούς

επειδή έσπασαν το κεφάλι τους στα σύννεφα

επειδή έχωσαν στον άνεμο τα δόντια τους

επειδή ουρλιάζουν κλεισμένοι στο ασανσέρ του έκτου ορόφου

μιας γυψωμένης πολυκατοικίας του ’60.

 

Γράφω γι’ αυτούς

που πόθησαν την ομορφιά,

μα μείναν με την όρεξη.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι», Πολύτροπον, 2012

 

ΑΣΤΟΝ ΤΡΕΛΟ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ

 

 

 

  1. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

 

Ο ήλιος ζει στον ουρανό, το φίδι ζει στη γη.
Xωρίς ασπίδα και κοντάρι προχωρώ.
Mου αρκεί το ψάθινο καπέλο που φορώ.
Mου αρκεί το καλαμένιο μου ραβδί.

 

Στον κόσμο τον μικρό και τον απέραντο
γυμνό μ’ ηύρε το βράδυ και απένταρο.
T’ αρχαία μου τα σύνεργα κοιτώ στον ουρανό:
Tον Tρίποδα, την Άμαξα, το Στέμμα. Προχωρώ.
Kοντά στον Eφταπάρθενο Xορό
σ’ ένα φαράγγι άστρων σκοτεινό
η κουκουβάγια με ρωτά καθώς περνώ:

 

“Xουχουχουχούου, χου;”. Δεν απαντώ,
γιατί πιο πέρα στη σκιά του Γαλαξία
με περιμένει η πανέμορφη Eυδοξία.

 

Στον Mπεντελγκέζε ορκίζομαι τον Mέγα
ομώνω στον Ωρίωνα και στον Bέγα
είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι και οι στερνοί θεοί
εγώ το Άλφα είμαι και τ’ Ωμέγα εσύ.
Aπ’ της Γυναίκας και του Άντρα τη λατρεία
είναι που ανθίζουν τα κλαδιά του Γαλαξία.

 

Mέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί
και περπατάμε στην απέραντη τη γη.
Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει
όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΣ  ΕΠΙΒΑΤΗΣ

 

«Άλλαξε πορεία, δυστυχισμένε» –

Φώναξε ο τρελός επιβάτης στον οδηγό

«Δεν τα βαρέθηκες, τόσα χρόνια, αυτά τα πληκτικά

Σύρε κι έλα; Αριστερά το τιμόνι, όλο αριστερά

Προς το απέραντο θαλασσί που αφρίζει».

 

Οι ταξιδιώτες τινάχτηκαν απ τον ύπνο

Και ζήτησαν απ τον επόπτη να διατάξει έξωση.

Ο τρελός επιβάτης γύρισε και τους κοίταξε

Με βαθιά επιείκεια. Είταν όλοι τους

Σχεδόν πεθαμένοι.

 

«Κουβαλάμε απ την αφετηρία το σάπιο φορτίο» –

Ξαναφώναξε με μανία στον οδηγό

Κι άρπαξε το τιμόνι, το ‘στριψε στον γκρεμό

Άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου,

Κι οι νεκροί επιβάτες κατρακύλησαν στο σκοτάδι.

 

ΣΤΕΛΙΟΣ  ΓΕΡάΝΗΣ

 

 

***

 

  1. ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

 

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι ·

ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους
τρυφερά
και το προσφέρουνε.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

Στη σκέψη της τρελής – Γεράσιμος Ανδρεάτο

 

 

 

  1. Η ΤΡΕΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Αποτολμώντας μια ακόμη προσπάθεια
να συγκρατήσει τις λέξεις που χάνονται.

 

Παραδίπλα ο τουρίστας
φωτογραφίζει ένα άγαλμα,
απέναντι μια γριά
κοιμάται στο παγκάκι.

 

Κι η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Η τρελή της πόλης.

 

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του νπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (197ο): «Έρχομαι»….

 

-«Έρχεσαι

και φεύγεις

πεταρίζοντας

στο σκοτάδι

πυγολαμπίδα-χορεύτρια

φωτεινή και μαγεμένη.

Εγώ πάλι,

λάμπα σταθερή

μονίμως αναμμένη

σε ελκύω.»

(Μαρίας Πέστροβα)

 

 

-«…Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Ναι, ξέρω από πού έρχομαι!

Αχόρταγος σαν την φωτιά

καίγομαι και αναλώνω τον εαυτό μου.

Ό,τι πιάνω γίνεται φως

Ό,τι αφήνω γίνεται στάχτη:

Φλόγα είμαι, σίγουρα!»

(Friedrich Nietzsche)

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, [Το ποίημα έρχεται από μακριά…]

«Το ποίημα έρχεται από μακριά
δεν ξέρεις αν χορεύει ή παραπατάει.
Μοιάζει ανάρρωση γλυκειά
με απουσίες δικαιολογημένες
μέρα που λείπουν όλοι από το σπίτι
κι οι θόρυβοι ακούγονται αχνά
μέσα και έξω από το σώμα.
Ο ήλιος συνομήλικος και σκασιάρχης
καπνίζει σιωπή
και φυσάει γύρη στο δωμάτιο.
Σιγά σιγά το ποίημα μεγαλώνει
με πόνους με χαρές και λύπες
και ξανά χαρές ώσπου κάποτε
βλέπει τις πρώτες άσπρες λέξεις
και τυφλώνεται.
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες τ’ ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο.
Αυτός ο στίχος είναι αχθοφόρος
που σηκώνει στις πλάτες του το ποίημα
και σταθερός βατήρας για τον τελευταίο στίχο
που παίρνει φόρα και πηδάει στο κενό.
Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης.»

 (Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Όταν έρχεται ο ξένος»

 (αποσπάσματα)

«Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ- νους καθρέφτες, ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε; Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν’ ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε. Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό – δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία – τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, – δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα – ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας, ήρθε να λυπηθεί εμάς, πίσω απ’ τα σκονισμένα γένεια του τρεμόφεγγαν τ’ αστέρια του χαμόγελου μ’ αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του, σα ναλέγε: «Κι αυτό θα περάσει», όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες) κ’ οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες. Τι ήθελε;

Κι αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα. Ας μας αφήσουν επιτέλους στο σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό μας, στην περιφάνεια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά στις σκιές των πρα- γμάτων, να μας αφήσουν να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλησίας μας, ακούγοντας παρήγορο τον ξυλοφάγο στις γωνιές της σιωπής. Να φύγει είπαμε, ξένος, ακάλεστος, ύπουλος, – υποκρινόταν το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας, να μη μας ταπεινώσει, να μας δωροδοκήσει με την ορφάνεια του, με την αχάμνια του (έδειχνε κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του στέρνο) για ν’ αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι, μια νέα μαρτυρία ζωής. …………………………………………………………………….

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρινός τοίχος κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο, τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή, δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε, εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε, είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε – ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος, κι είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα, θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε, ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα, την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα κου- δούνια των προβάτων -διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση, πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση μπροστά ή πίσω, απ’ τονα ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα, πίσω απ’ το χτες και το αύριο, πέρα απ’ το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο τον πεθαμένο και τον αγέννητο, πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων που μοσκοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα, πάνω απ’ τους λύχνους που ανάβαν πριν απ’ τ’ άστρα, πάνω απ’ τ’ άστρα πού άναβαν πριν απ’ την προσοχή μας και τη γνώση μας –

Ευτυχισμένα τ’ άστρα, πράα, ευοίωνα, δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου, δίχως καθόλου θάνατο. …………………………………………………………………….

Όλα δικά μας, – είπε ο Ξένος. Όλα του κόσμου τούτου – και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε – συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διφάνεια, διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την αντί- πέρα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος, – τελείωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες. Ενας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί, φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφόρτωναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία.

Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης ειρηικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες με προσοχή και τάξη σε ορθογώνια καφάσια που μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύ- βουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε, ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, νέοι ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας, κι αυτό το φως δεν ήτανε καθόλου αντικατοπτρισμός μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα απ’ όλους τους θανάτους.

Κι αυτός ο Ξένος ήταν πιο δικός μας…»

(Γ. Ρίτσος, 4η διάσταση, Κέδρος)

 

 

– Γιάννης Υφαντής, «Έρχομαι»

Στον Ivan Moody

Δεν ξέρω αν ο Ρίτσος ή ο Όμηρος
είναι που μ’ έπεισε να μπω στον Δούρειο Ίππο
έχοντας μόνο ένα σπαθί κι έναν καθρέφτη.

Έρχομαι από την έρημο εκεί όπου η άμμος
είναι η συντριβή κάθε μορφής.

Έρχομαι από τις Άρκτους, κουβαλώντας
ένα τσουβάλι άστρα και κρατώντας
στο χέρι μου μια μάσκα φεγγαριού.

Έρχομαι απ’ το καλύβι το πλεγμένο μ’ αστραπόκλα-
δα.
Έρχομαι από ‘να σπίτι καμωμένο από καθρέφτες.

Έρχομαι απ’ το φαράγγι το κυρτό όπως σπαθί
μισό από χιόνι και μισό από λουλούδια.

Έρχομαι από τις όχθες του βουνήσιου ποταμού
εκεί που καταρράχτες ασκητές
στέκονται όρθιοι μες στα πέτρινα πιθάρια.

Έρχομαι απ’ το Βορρά• με παγοπέδιλα
δυο μισοφέγγαρα, γλιστρούσα διαρκώς
πάνω στα χιόνια τρεις χιλιάδες χρόνια.

Έρχομαι απ’ των Τατάρων τις ορδές• είμαι ο στρα-
τιώτης
που ‘σφαξε τον Αττάρ κ’ είμαι επίσης
ο ίδιος ο Αττάρ και το μαχαίρι που τον έσφαξε.

Έρχομαι απ’ το μαύρο γαλαξία των μυρμηγκιών που
παρασέρνει
μια πεταλούδα πεθαμένη σα να είναι
ιστιοφόρο αγγέλου σα να είναι
ο Ίκαρος μετά από την πτώση του.

Έρχομαι από την Ελλάδα που με χέρι
την Πελοπόννησο ξαμώνει και σκορπά
γύρω της τα νησιά για να μην είναι
μόνη της απλωμένη μες στη θάλασσα.

Έρχομαι από την τρύπα ενός σάπιου κλωναριού
όπου ιερουργούσα με στολή άγριας μέλισσας
είτε φορούσα άμφια πεταλούδας.

Έρχομαι από το σούρουπο
της Θεσσαλίας,
όπου βόσκησα για χίλια χρόνια ένα κοπάδι από φωτιές.

Έρχομαι απ’ το βιβλίο του Αναξίμανδρου• σ’ αυτό
βρίσκομαι πάντα όπου κι αν πηγαίνω.

Με ρώτησαν από πού έρχομαι.
Τι να τους έλεγα;
Δεν θα με καταλάβαιναν
και τότε
θα μ’ οδηγούσανε δεμένο στον ψυχίατρο.

”Έρχομαι”, είπα, έτσι απλά, “απ’ το Αγρίνιο”,
κρύβοντας μες τη λέξη αυτή όσο μπορούσα
το “άγριος”, το “νι”, και προ παντός
το “ο”, που ‘ναι πηγάδι και παγίδα,
σπίτι μου και καθρέφτης και λαβύρινθος (μα ναι
ο πιο πολύπλοκος λαβύρινθος κι ας φαίνεται
τόσο απλό, ένα μικρό δαχτυλιδάκι).

(Γιάννης Υφαντής, Ναός του κόσμου, Εκδόσεις Δελφίνι)

 

 

-Σταύρος Βαβούρης, “Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»”

 Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
των εγκλίσεων και των χρόνων
του ρήματος: έρχομαι.

«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
«μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια»
«θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).

Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.

(http://www.poiein.gr/archives/6949)

 

 

 

Μπουλώτης Χρήστος, «Να έρχεσαι στον ύπνο μου»

 Τώρα που μας χωρίζουνε βουνά από λόγια αλόγιστα και θάλασσες
να έρχεσαι συχνά στον ύπνο μου
Να ‘ρχεσαι πιο συχνά με αερόστατο, με ξύλινο τρενάκι,
με τρεχαντήρι υπερωκεάνιο, με τα πόδια…
να ‘ρχεσαι πάντως

Εξάπαντος να ‘ρχεσαι κάθε νύχτα με ρούχα ή χωρίς
«Σουσάμι άνοιξε» θα λέω τρις και θα σε μπάζω στ’ όνειρο

Στο ίδιο όνειρο, πολύχρωμα μπαλόνια
που τα πήρε ο αέρας να τα ταξιδέψει μακριά
μια πάνω και μια κάτω μεθυσμένα

Έλα στον ύπνο μου, σε περιμένω
να καθαρίζουμε παρέα φρέσκα φασολάκια,
να τρώμε καρμπονάρα, να σε ταΐζω μενεξέδες κουκουνάρια
και να σε πασπαλίζω φεγγαρόσκονη, θα δεις …

Ανάμεσα σε ερωτιδείς αγγέλους να πετάς εσύ,
μαζί κι εγώ

Κι αν θέλεις θα γινόμαστε ακροβάτες,
ηθοποιοί σε θίασο πλανόδιο, έλα …
Στο ίδιο όνειρο εμείς οι δυο να παίζουμε τρίλιζα
στο κατώφλι του καλοκαιριού

Σε πύργους από φίλντισι κι ακριβό βελούδο
να κυνηγιόμαστε στο μυρωμένο λιβάδι των αισθήσεων,
να σε φτάνω, να σ’ αγγίζω, να σε πιάνω

Να ‘μαι τα χέρια εγώ κι εσύ το πιάνο
και να σε τραμπαλίζω
και να σου φτιάχνω κούνια σ’ ανθισμένη κερασιά
να σε κουνώ, να σε ταρακουνώ

Μόνο να έρχεσαι στον ύπνο μου κάθε νύχτα
Τ’ άλλα θα στα πω στ’ αυτί
Γιατί τα όνειρα σαν τα θαύματα είναι
Βγαίνουν αληθινά αν τα πιστεύεις…

(http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5910.html)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 «Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δεν μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.»

(http://www.ainigma.net/gr/nikiforos-vrettakos/poihmata/)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι»

 Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ»

 Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·

όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·

όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·

όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

 

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

 

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

 

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

 

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.

Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.

Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.

 (https://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

 

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ 

14.

έρχομαι
με τις κραυγές των γλάρων στο σκοτάδι
φορώντας ένα σωσίβιο από κόκκινο γυαλί

έρχομαι μ’ έναν διερμηνέα που μιλά όλες τις γλώσσες του ουρανού
κι έχει ακριβώς ενενήντα εννέα ονόματα

έρχομαι
όπως το τελευταίο όνομα
ύστερα απ’ όλα τα ονόματα του κόσμου

πλατύς σας φράχτης έρχομαι
νωχελικός σαν τις ατέλειωτες ουρές του φαγητού
απόλυτος σαν συρματόπλεγμα κι απάνθρωπος

σαν ήλιος

(Χρήστος Μαρτίνης, Το ξένο φως, Αθήνα, Υποκείμενο)

 

 

 

 -Διονύσιος Σολωμός, [Κάκιωμα]

 

 «Πλέον δεν έρχομαι στο βρέφος

ωραιότητες γεμάτο,

σαν τραντάφυλλο δροσάτο

οπού ανοίγει αυγερινό.

 

Όχι, πλέον δε θέλω νά ’λθω,

ούτε αν έξαφνα αρχινήσει

λυπηρά να τραγουδήσει

τη Βοσκούλα στο βουνό·

 

ούτε αν ψάλλοντας το ιδούνε

τον πατέρα του να δείξει

και τα δάκρυα να σφουγγίξει

με το χέρι το μικρό.

 

Μόνον αν το πάρει η Μοίρα

και στενέψει εμέ να κλίνω,

τότες έρχομαι και δίνω

ένα φίλημα κι εγώ.»

 (http://www.greek language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=2043)

 

 

Maya Angelou, «Όταν έρχεσαι σε μένα»

 

 «Όταν έρχεσαι σε μένα

Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος

Νεύοντας μου

Σε αλλοτινά δωμάτια

Εκεί που υπάρχουν οι αναμνήσεις

Προσφέροντάς μου, σαν σε παιδί, μια σοφίτα,

Συναντήσεις ελάχιστων ημερών,

Στολίδια κλεφτών φιλιών,

Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες,

Μπαούλα μυστικών λέξεων,

 ΚΛΑΙΩ.»

 [Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Ραφίκ Σαμπίρ, «ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 (στον Γιλμάζ Γκιουνέι)

 Σε τούτα τα μεσάνυχτα του κόσμου από πού ήρθες;

Πώς μπόρεσες ν’ αποτινάξεις τα δεσμά

και να υψωθείς σαν ήλιος μέσα απ’ την ομίχλη

του χειμώνα;

Χώρα πάγων ήταν εδώ. Εσύ από ποιον δρόμο ήρθες;

Εδώ ήταν ο τόπος της φωτιάς. Από πού μας ήρθες;

Το Κουρδιστάν ήταν γεμάτο άγριους λύκους

και το ‘πνιγε το έγκλημα. Ποιο δρόμο πήρες κι ήρθες;

Πως έμαθες, πού έμαθες τον πολιτισμό

και τραγουδάς ταχταρίσματα στη χώρα των λύκων;

Ποιο δρόμο πήρες και μας ήρθες;

Στην καταιγίδα ετούτη, στη νεροποντή, χαμένος σε όνειρα

είσαι; Ουράνιο τόξο είσαι; Τραίνο ονείρων είσαι;

Λιμός χτυπάει τον τόπο μας

ερείπια κατάντησαν οι εποχές

και συ τι είσαι μέσα στο χαμό;

Του ορίζοντα το πρόσωπο

ή του σταριού ένα φύτρο;

Κάποια καταχτημένη αυγή

θα ξυπνήσουμε μαζί σου και θα βρούμε

τα χνάρια της ταυτότητάς μας στα όνειρά σου.

Θα γεμίσουμε το Κουρδιστάν με αγάπη.

με ουράνια τόξα, ταχταρίσματα κι αλήθειες.

ΕΥΑ

Ήσουν φωτιά

μα μήτε μ’ έκαψες

μήτε με ζέστανες

Ήσουν ποταμός

μήτε μ’ έπνιξες

μήτε με νανούρισες στην αγκαλιά ενός από τα κύματά σου

Τώρα ακίνητος είσαι στρόβιλος

και μουγκρίζεις δέκα φορές τη μέρα

μα δεν με ξεκουράζεις λίγο

μήτε με παίρνεις έστω μια φορά μαζί σου.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

Είχα έναν μικρό γαλάζιο ουρανό

Οι καταχτητές μου τον πυρπόλησαν

Είχα ένα ρυάκι κόκκινο αίμα

ένα σακουλάκι μελένια όνειρα

και λίγα βιβλία

Μου τα λεηλάτησαν.

Μα όταν ήρθαν

το δέρμα να μ’ αλλάξουν

και το πρόσωπο

ντύθηκα το χιόνι και τον κεραυνό

φορτώθηκα στον ώμο την πατρίδα

και πήρα το δρόμο του όπλου.

 (http://www.cemilturan.gr/)

 

 

 

-Χάρης Παπασάββας , «ΕΡΧΕΣΑΙ…ΑΠΕΡΧΕΣΑΙ»


Στην έκρηξη της κηλίδας του ήλιου
έρχεσαι
στην έκρηξη του ηφαιστείου της σελήνης
απέρχεσαι.

Τ΄ αστέρια χωρίς πανοπλία
έλιωσαν σαν κεριά
στο φως της παρουσία σου.

Ο Κρόνος ξέφρενα στροβίλιζε
στα κόκκινα σου βήματα,
παπαρούνες φύτρωναν παντού,
και το τοπίο αγκάθινο στεφάνι
πέρα απ΄το σύμπαν εκτείνεται.

Στο λυκαυγές απροσκάλεστη περνάς
με λάμψη θαμπή,
πόθος και πάθος σε ουρά κομήτη
διακτινίζεσαι πάνω απ΄την ζωή μου,
στα όνειρα μου εισχωρείς,
σε ώρες νηνεμίας,
με τέλεια αρτιότητα συνουσιάζεσαι.

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2016/02/blog-post_40.html

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (196ο): «Όνομα»….

 

1. Τ’ ONOMA  ΣΟΥ

Τ’ όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

 

Τ’ όνομά σου : ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ’ όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.

 

Τ’ όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ’ όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ’ όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ’ όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

 

Τ’ όνομά σου : ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ’ όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

 

Τ’ όνομά σου : ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων.
Τ’ όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ’ όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα.

 

Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ’ όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε.

 

Τ’ όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

  1. Τ‘ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΠΡΟΦΕΡΩ

Τ’ όνομά σου προφέρω

μες στις σκοτεινές νύχτες,

σαν έρχονται τ’ αστέρια

να πιούνε στο φεγγάρι

και τα κλαδιά κοιμούνται

των κούφιων φυλλωμάτων.

Νιώθω, μ’ έχει κυκλώσει

η μουσική και το πάθος.

Ρολόι τρελό, που ψάλλει

ώρες νεκρές, αρχαίες.

 

Τ’ όνομά σου προφέρω τη σκοτεινή τούτη νύχτα

και μου ηχεί τ’ όνομά σου

μακρινό όσο ποτέ.

Μακρινότερο απ’ όλα

τ’ άστρα και θρηνώδες

κι από βροχή γαλήνια.

 

Θα σε θέλω, όπως τότε,

καμιά φορά. Ποιο λάθος

έχει η καρδιά μου κάνει;

Αν διαλύεται η καταχνιά,

άραγε, ποιο άλλο πάθος

με περιμένει; Θα ‘ναι

ήρεμο κι αγνό, τάχα;

Αχ, αν τα δάχτυλά μου

μπορούσαν να μαδήσουν

ετούτο το φεγγάρι!

 

Federico Garcia Lorca, Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν (απόσπασμα)

 

http://www.pic-a-poem.gr/index.php/poihmata/foreign-poets/t-onoma-sou-profero-lorca/70

 

 

***

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μια νύχτα που το λιβάδι ήταν πράσινο χρυσαφί και τα
μαρμάρινα φεγγαρόλουστα δέντρα υψώνονταν σαν φρέσκα μνημεία
στον μυρωδάτο αέρα κι όλη η φύση παλλόταν
από το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων,

 

ξάπλωσα στο γρασίδι
νιώθοντας τις μεγάλες αποστάσεις από πάνω μου, κι αναρωτιόμουν
τι θα γίνω —και πού θα βρω τον εαυτό μου—
και αν και η ύπαρξή μου ήταν ελάχιστη,

 

ένιωσα για μια στιγμή
πως ο απέραντος ουρανός με τ’ άστρα ήταν δικός μου κι άκουσα
τ’ όνομά μου λες για πρώτη φορά,

 

τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο
που κανείς ακούει τον άνεμο ή τη βροχή αλλά ξέπνοο και μακρινό
σαν ν’ ανήκε όχι σε μένα αλλά στη σιωπή
απ’ την οποία είχε ’ρθει και προς την οποία θα πήγαινε.

 

ΜΑΡΚ  ΣΤΡΑΝΤ , μετ: Ντίνος Σιώτης

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Στον τοίχο του δωματίου μου
είναι τυπωμένο τ’ όνομά σου,
αόρατο,
ανεξιχνίαστο.

Σε κάθε γωνιά του δωματίου
αναπνέει τ’ όνομά σου.

Κολλημένο στις σκιές
παραμένει,
νιώθεται.

 

Στην κόγχη του δωματίου μου
ξεπηδά στη ματιά τ’ όνομά σου,
ζωντανό,
παλλόμενο,
βροντερό.

 

Στο πάτωμα του δωματίου μου,
μπροστά, στην ψευδοροφή,
τ’ όνομά σου γράφεται μόνο του
και ζωγραφίζεται
και γίνεται γλυπτό.

 

Σε κάθε νυχτερινό όνειρο
μέσα στο δίχτυ του δωματίου
τ’ όνομά σου μεγαλώνει ή δραπετεύει
με κατοικεί,
ρέει
και χύνεται.

 

Εκεί παραμένει τ’ όνομά σου
σαν μια άμορφη παρουσία.
Τ’ όνομά σου που ήταν τυφώνας
και τώρα πια μια λίμνη από νοσταλγίες.

 

José Luis DíazGranados, Μετ: Δημήτρης Αγγελής

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Είμαι πολύ μικρός για να’ χω όνομα
δικό μου.

Όμως, τα καλοκαίρια
ο ίσκιος μου μακραίνει.
Σκαρφαλώνει σε μαντρότοιχους
και κλέβει ονόματα κοριτσιών
και ρόδα.

 

Το φθινόπωρο σπέρνω όσα φωνήεντα
δεν έχουν εξατμιστεί
και προσμένω να φυτρώσουν φθόγγοι.
Το όνομά μου είναι διαλυμένο
στις σταγόνες της βροχής και βάφει
το χώμα κόκκινο.

 

Το χειμώνα δεν υπάρχω
και η ανάγκη για όνομα δικό μου
εκμηδενίζεται σχεδόν.

 

Την άνοιξη κυοφορώ την ύπαρξή μου.
Κλέβω νέκταρ από τις πασχαλιές
αυξάνοντας ισόποσα τη δύναμή μου
κι αγναντεύω στο σύμπαν
το αληθινό μου όνομα.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΥΚΙΟΣ

 

 

Πες μου τ΄ όνομά σου – Αλίκη Καγιαλόγλου

 

  1. Ο ΑΛΛΟΣ  ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ  ΜΟΥ

 

 

Ο άλλος που φέρει τ’ όνομά μου

έχει αρχίσει να με ξεγνωρίζει.

 

Ξυπνάει όπου εγώ κοιμάμαι,

διπλασιάζει την πεποίθησή μου ότι είμαι απών,

πιάνει τον τόπο μου λες και ο άλλος είμαι εγώ,

με αντιγράφει στις βιτρίνες που δεν αγαπώ

μου οξύνει τις παραιτημένες κόγχες των ματιών

ξεκρεμάει τα σημεία που μας ενώνουν

κι επισκέπτεται χωρίς εμένα τις άλλες εκδοχές της νύχτας.

 

 

Μιμούμενος το παράδειγμά του

αρχίζω κι εγώ τώρα να με ξεμαθαίνω.

Ίσως να μην υπάρχει άλλος τρόπος

ν’ αρχίσουμε να γνωριζόμαστε.

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

7. ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ  ΟΝΟΜΑ


Εσύ δεν έχεις όνομα.

Τίποτα ίσως δεν έχει.

 

Αλλά υπάρχει τόσος καπνός μοιρασμένος στον κόσμο,

τόση βροχή ακίνητη,

τόσος άνθρωπος που δεν μπορεί να γεννηθεί, 

τόσος θρήνος οριζόντιος,

τόσο κοιμητήριο στριμωγμένο,

τόσο ρούχο νεκρό

κι η μοναξιά καταλαμβάνει τόσο κόσμο,

 

που το που δεν έχεις όνομα με συντροφεύει

και το όνομα που έχει το τίποτα δημιουργεί έναν τόπο

όπου είναι περιττή η μοναξιά

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

 

  1. ΚΑΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο

Με κιμωλία σπασμένη

Και το μολύβι μου το κόκκινο

Τ’ όνομά σου σχεδιάζω

 

Τ’ όνομα του στόματός σου

Των ποδιών σου το αποτύπωμα

Στον τοίχο του κανένα

Στην απαγορευμένη πόρτα

 

Να χαράξω το όνομα του σώματός σου

Έως ότου η λεπίδα του σουγιά μου

Να ματώσει

             Μέχρι που κι η πέτρα να φωνάξει

Κι ο τοίχος να αναπνεύσει

                              Σαν το στήθος.

 

ΟΚΤΑΒΙΟ  ΠΑΖ, Η πέτρα του ήλιου κι άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Δενέγρης, Ίκαρος

 

 

Δεν είχες όνομα (Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος)

 

  1. Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Ήλιος ο πρώτος

 

 ***

 

  1. ΟΝΟΜΑΤΟΘΕΣΙΑ

                                                                   

Τρία λευκά χαρτάκια-τσαλακωμένα
Τράβηξες κλήρο τ’ όνομά σου
την ίδια τη μέρα του μυστηρίου
Πρωί πρωί έσπασαν τα τηλέφωνα
Οι νονές θορυβημένες
»Τί όνομα θα δώσουμε στο παιδί;»


Τρία χαρτάκια
Τρία ονόματα
Ευδοκία, Μαρία, Γαλήνη.  Όλα ωραία, δε λέω,
μα εσύ τράβηξες »Γαλήνη»
-με τα χεράκια τα λιλιπούτεια-


Γαλήνη
Επιλογή ζωής
Κι ήταν μια πράξη απόσχισης
Ερήμην, η πρώτη σου επανάσταση
Οι γονείς σου ήξεραν
(ο μπαμπάς σου μεγάλωσε με μια Μαρία,
η μαμά σου με μια Ευδοκία)


Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 ***

 

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η οικογένειά μου έτρεφε ανέκαθεν εκτίμηση
στα ξενικά ονόματα, κι έτσι στα δέκα πολιτογραφήθηκα Τζένη,
ίσως με την κρυφή ελπίδα
πως, όταν αδυνατίσω, θα γίνω σταρ.

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές προσπάθησα
να το γυρίσω στο Ιφιγένεια, μετά που
ανακάλυψα τις αρετές των σπάνιων ονομάτων,
αλλά τότε δεν ήτανε πρακτικό. Σήμερα,
ίσαμε που να σε συστήσουνε με το Ιφιγένεια,
σε τρώνε λάχανο οι άλλες με τα δισύλλαβα ονόματα.

 

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

 

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ -ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ ΠΟΠΗ

 

  1. ΕΣΥ ΘΑ ΤΟΥΣ  ΟΝΟΜΑΣΕΙΣ

 Έχουν όνομα, Κύριε, είναι όσοι πονάνε,
Οι πλησίον σκιές ,
Οι σκιές που απομένουνε στα σώματα
την ώρα που η ζωή τους σπάει γράμμα γράμμα
για να κερδίσουν το ψωμί. Μόνο σε σένα ελπίζουν.


Είναι οι νεκροί που γεννιούνται
απ’ το χειμώνα του κόσμου, είναι οι νεκροί
που είναι εν ζωή και καίνε
με λαδάκι του Θεού οι γινάμενοι
ζητιάνοι, με το αίμα
που ανεβαίνει από τα σώματά τους όπως ανεβαίνει
η υγρασία στης φυλακής τους τοίχους

 

Έχουν όνομα , Κύριε, είναι αυτοί που θέλουν
να ονειρευτούν τη νύχτα και η πείνα τους ξυπνάει,
αυτοί που υποφέρουν τόσο που δεν μπορείς
να τους κοιτάξεις δίχως να τους κάψεις.


Εσύ, ναι, θα τους ονομάσεις. Είναι αυτοί που υποφέρουν
οι αυτοκίνητοι ναυαγοί που ξέρουν
πως ο βράχος θα φάει μέρα τη μέρα
το σώμα και τον πόνο τους,
το εύκολο χιόνι
των νεκρών που ζουν γιατί ποτέ
δεν σταματούν να πέφτουν. Ονόμασέ τους πάλι!


κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά τους μεταξύ μας
είναι οι νεκροί που γεννιούνται,
είναι οι νεκροί που αρρωσταίνουν απ΄ τους ζώντες,
νεκροί φυσιολογικοί.

 

Λουί Ροσάλες, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης

 

 

 ***

 

 

13.ΧΡΗΣΤΟΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΑΚΗΔΕΣ

 

Τους ονόμασαν Κωστάκη, Χρήστο, Βασιλάκη, Γιάννη

γιατί εκείνα τα δικά τους, που έφερναν,

δυσκολοπρόφερτα

τους φάνηκαν.

Κι εκείνοι φοβήθηκαν μην εξοργίσουν

και τη λίγη ανοχή που τους έδειχναν.

το σωστό τους όνομα και όχι το άλλο

που μυρίζει ξενιτιά και βρόχινο νερό, θολό από πόνο και σιωπή.

 

Πολλοί είναι οι Χρήστοι, οι Βασιλάκηδες και οι Γιάννηδες

που λένε καλημέρα, καληνύχτα και καλά Χριστούγεννα.

Κανείς σχεδόν δεν τους θυμάται με το όνομα της μάνας τους…

αφού τους διόρθωσαν το λάθος με μια καινούργια αλήθεια, βολική

για όλους.

 

Μέσα στον ύπνο τους θυμούνται ποιοι είναι,

σαν ονειρεύονται την αδερφή τους να τους παρακαλά

να της χτενίσουν τα μαλλιά.

 

Λουάν Τζούλι, «Πού να ζητήσω συγγνώμη» (Ελληνικά Γράμματα. Επιμέλεια Γιάννης Ξανθούλης)

 

 

 ***

 

 

  1. ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους
ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα

 

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα
ξυπνούν κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται
να νοιώσουν έτσι πως υπάρχουν

 

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά
λουλούδια
πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
στης νεραντζιάς τη φλούδα

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες
σε εξώθυρες και εξώφυλλα
βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

 

Εμείς χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα.

 

ΒΥΡΩΝ  ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996)

 

 

***

 

  1. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

 

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ – ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ

 

  1. ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ  ΤΗΣ  ΠΟΙΗΣΕΩΣ Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
    ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
    στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
    για ν’ αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
    με τ’ άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
    ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

    Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
    είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
    Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
    στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
    είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
    δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

    Αν ν’ αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
    του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
    κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
    στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
    ίσως θ’ ακούσεις, μέσ’ από το πάφλασμα της νύχτας,
    τους πτοημένους ψίθυρους απ’ τα όνειρα των ποιητών,
    που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.

    Γ.Θ. Βαφόπουλος, Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

 

 ***

 

  1. ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου

γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.

Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,

θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.

 

Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.

Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.

Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.

Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.

 

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει

από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

 

Ρόκε Ντάλτον, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (195ο): «ΕΙΡΗΝΗ»…

 

 

-Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»

Στον Κώστα Βάρναλη

“Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.”

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, [ΟΔΟΙΠΟΡΩ]

(Απόσπασμα)

Δε φτάνει ν’ αγαπάμε την Ειρήνη και τον Άνθρωπο.

Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτόν.

Είμαι ένας από την ατέλειωτη στρατιά που ζώνει τον κόσμο.

Οδοιπορώ για να ενώσω κι εγώ τη θέλησή μου με τη θέληση όλων για

την Ειρήνη.

Και δε θα σταματήσω

πριν η Ειρήνη στεριώσει για πάντα σ’ ολόκληρη τη Γη.

Οδοιπορώ για τη βαθιά συνεννόηση ανθρώπου μ’ άνθρωπο,

οδοιπορώ για την πρόοδο, την ευτυχία, την ελευθερία του ανθρώπου,

οδοιπορώ για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έμαθε να περπατάει,

ανάμεσα στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για να στήσουμε τη σημαία της ειρηνικής γης πάνω

στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ.

(Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Σ.Ε.)

 

 

 -ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΕΡΓΗΣ – ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

Εσένα, που σε θέλησε στο πέλαγο

και που σε ζήτησε εσέ, ο ξενητεμένος

για να μεργιάσουν τα στοιχειά που πάλευε,

να φτάσει στο απάνεμο λιμάνι.

Εσένα, που σε τίμησαν θεότητα

στα πανάρχαια χρόνια ιδανικό τους

και που σα θυγατέρα σε αγάπησαν

σαν πιο πολύτιμο αγαθό τους

Εσένα, που μετά τον κάματο

βαριάς δουλειάς της αξημέρευτης

σ’ ευλόγησαν τα γηρατειά, τα νιάτα,

κι ύστερα, εσένα, από πόλεμο

ανθώνα έφτιαξες τα χαλασμένα μονοπάτια

κι έστρωσες δρόμους συ πρωτόφαντους

να μην δακρύζουνε πια μάτια.

Εσύ, της εργατιάς τρανή θεότητα

και του λαού το πρώτο βίωμά του,

ένα με την Ελευτεριά ολόγιομη

κι ένα το τιμημένο όνομά σου

που το υμνεί ο κόσμος ολάκαιρος

– λαέ ο ίδιος ο εαυτός σου –

σ’ όλη τη γη με μια ψυχή, με μια φωνή

– μες τη γαλήνη –

Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη!

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

«Έλα, Ειρήνη, χαρά των λαών, των μανάδων ελπίδα,

συ που φυτεύεις και χτίζεις και κάνεις τη γη περιβόλι,

 

συ που αναθρέφεις κι αντρειεύεις τα νιάτα μ’ αγώνες ωραίους,

έλα κι οι δρόμοι σου λάμπουν πλυμένοι με δάκρυα κι αίμα×

 

τόσα κορμιά φυτεμένα στα πλάγια πετάξανε κλώνους,

έλα σαν άνοιξη κι άνοιξε πόρτες κλεισμένες και κάστρα,

 

έλα να βγουν τα κοπάδια στην έρημη γη να βοσκήσουν,

να βγουν ανθοί και πουλιά να λαλήσουν επάνω στους φράχτες,

 

έλα σαν μάνα γλυκιά, σε καλούνε τα νιάτα του κόσμου,

να μπεις με νέο τραγούδι μπροστά στο χορό τους, Ειρήνη.»

 

 

 

-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ»

 

«Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.

Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τα ’χετε όλα

καλά λογαριάσει, δεν τα ’χετε δει,

ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται

τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω

το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:

Ειρήνη!

Ειρήνη, λοιπόν,

είναι ότι συνέλαβα μέσα απ’ την έκφραση

και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη

είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε

όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή

γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος× κι ο ήλιος

ψυχή μες στον άνθρωπο.»

 

 

 -ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ»

 

«Η παρουσία μου είναι παντού όπου οι άνθρωποι

μιλάνε για την ειρήνη, κ’ είναι παντού

όπου τ’ αδέρφια μου τη βλέπουνε όνειρο

να γεφυρώνει τη γης με το ουράνιο τόξο της,

φωτίζοντας κάτω τα τρύπια καλύβια τους.

 

Κ’ είμαι κοντά στα λουλούδια της γης, που μοιάζουν

σα νάναι η γραφή της ειρήνης πάνω στο χώμα της.

(Γιατί ένα λουλούδι είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε πουλί του Μαγιού που συνθέτει

τη λέξη ειρήνη στο φως με τις τρίλιες του.

(Γιατί η φωνή είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε ρυάκι που ρέοντας σαν ένας προαιώνιος

ψαλμός, κυλά συνεχώς τη λέξη ειρήνη.

(Γιατί το νερό είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και θέλω πολύ, ικετεύω και δέομαι

να γίνουμε όλοι αυτό το λουλούδι, αυτό

το πουλί, αυτό το ρυάκι. Να γίνει ο καθένας μας

ένας ήλιος που σκέφτεται.»

 

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, [ΕΙΡΗΝΗ]

 

«[…] Ειρήνη εσύ, ω πασίχαρη και ω πλουτοδότρα Ειρήνη,

ο ξάστερος εσύ ο ουρανός και η ξεδιψάστρα η κρήνη,

τον όλβο τον καλείς εσύ, την τύχη εσύ την κάνεις,

καλότυχος θνητός ή λαός, που θα τον ξανασάνης.

Στα πόδια σου άνεργη σπαράζει από τα καταχθόνια

και η καταλύτρα των εθνών, η φάγουσα η Διχόνοια.

Ευλογημένοι όσοι για σε δουλεύουν και «σαρκώσου!»

κράζουν με χέρια ικετικά προς τ’ άπιαστο όνειρό σου! […]»

 

 

-ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ, «ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ»

 

«Ω έλα συ, ατσαλομάτα κόρη

μεσ’ στης αγρύπνιας μας τη μουσκεμένη αυγή

έλα από κει που μας τους πήραν

και τώρα ουρλιάζουν μόνο τα σκυλιά,

θα υψώσουνε το μπόι σου οι λόφοι των κορμιών τους

το δάσος των χεριών μας θα σε προφυλάξει

σου’ χουμε καταφύγιο σκάψει μεσ’ στην καρδιά μας

σκήνωμα, Ειρήνη, ν’ αποκτήσεις

να μην πλανιέσαι μέσα σε τόσες στάχτες

επαίτισσα-

δαρμένη από έναν άπληστο χειμώνα… [ ]»

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΜΠΡΟΣ ΠΕΡΗΦΑΝΟ»

«Εμπρός, περήφανο και λεύτερο

πνεύμα της νιότης

για την Ειρήνη γίνου κήρυκας

και στρατιώτης.

Όλοι μαζί να πολεμήσουμε

για την ειρήνη

να σταματήσουμε τον πόλεμο

να μη γίνει.

Κανένας να μην έχει πύραυλον

ούτε κανόνι,

ούτε κανένας το δικαίωμα

να σκοτώνει.

Εμπρός ξεκίνα από τα μνήματα

του Μαραθώνα,

γενναίο πνεύμα ρίξου ολόψυχα

στον αγώνα.

Για την Ειρήνη εμείς θα κάνουμε

κάθε θυσία

κι όλος ο κόσμος είναι πίσω μας

στην πορεία.

Να πρωτοπόρος ο Λαμπράκης μας

με τη σημαία,

Εμπρός προχώρα με το βήμα του,

Νεολαία!»

 

*Όλα τα ποιήματα είναι από το: Γ. Π. Τζήκας- Τ. Γούκος, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, εκδ. Ατραπός)   

 

 

 

Πες το με ποίηση (194ο): «Γυμνό»…

Γυμνς κυλίστηκα μέσα στν μμο μ δν ποτάχτηκα.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη, Μάνος Χατζιδάκις

 

  1. ΕΤΣΙ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΟΛΟΓΥΜΝΗ

Έτσι σ΄ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται
και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο.

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει.

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές
μια τρυφερή μου αγάπη
ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη
πάνω στο φλουρί της.

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη
μια τρυφερή μου αγάπη.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός

 

 

***

 

  1. ΣΠΟΥΔΗ ΓΥΜΝΟΥ

Αν είσαι απ’ τους Ατρείδες άμε

σ’ άλλα μέρη να ολολύξεις. Πυρά τέτοια τον ήλιο δεν ανάβει
εδώ που ανάτειλε η συνείδηση κι έλαβε σώμα Κόρης

        υπαρχτό
με λάμψεις από την απέραντη πεδιάδα –

 

Κοίταξε: πως η μνήμη δένει τα μαλλιά

πίσω και αφήνει εμπρός να πέφτουν τα ματόκλαδα

τρέμοντας απ’ την τόση αλήθεια·

                                                      πως
τσιτώνει το δέρμα στους ώμους στις λαγόνες·

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΗ Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΚΕΡΑΙΑ Η ΨΥΧΗ

 

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή


ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

 

 

***

 

  1. Η ΓΥΜΝΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

 

Κάθε κορίτσι κατεβαίνει πάνοπλο στον κόσμο.

Αλλά η γοητεία των ανδρών η αλαφρομυαλιά τους

η ένοχη σκληράδα τους, μια νύχτα σαν ωραίοι

λογχοφόροι τη βρίσκουν και την αφοπλίζουν.

 

Βίαια της αποσπούν τα ξίφη, της αποσπούν τα ακριβά

 περιδέραια που με σύνεση της κρύβαν το τρυφερό

κόκκινο φύλλο.

 

Της αποσπούν το φόρεμα από αλαλαγμούς και κόκκινους

βοριάδες και μετά το σκληρό

κάτασπρο καπέλο που μαγνητίζει τα τριζόνια

και τις σιγαλιές. Κι ύστερα τη ρίχνουν

σε μια τρικυμία από προορισμούς.

 

Εκείνη που είναι προορισμένη ν’ αφοπλίζεται

και να πληγώνει.

 

Μανόλης ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

 

 

 ***

 

  1. ΓΥΜΝΟΣ

Λίγο πιο πριν μέσα στο λεωφορείο
άγγιζα πληγές ανοιχτές
και το σώμα μου ασήκωτο ένοιωθα
τόσο που στη στάση ξεχάστηκα, σα
να ‘μουν έξω απ’ τ’ όχημα.


Άκουγα μουσική απ’ το δρόμο
ή κρυφαπάγγελνα ποιήματα μέσα μου
μισοχαμένος μισοϋπαρκτός,
καλά καλά δεν ήξερα τι ήμουν.


Όταν ο εισπράκτωρ φώναξε τέρμα
ντράπηκα
σα να μ’ είχε πιάσει γυμνό!

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Στις προσβάσεις του ύπνου, 1976

 

 

***

6. ΤΟ ΓΥΜΝΟ

Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ’ τον πίνακα.

Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Αμήχανη έξοδος (1982)

 

 

***

 

  1. ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Όταν κοιμάσαι τη νύχτα
Έρχονται ακροποδητί
Και σου παίρνουν ένα-ένα
Τα ρούχα σου τα μέλη σου


Ξυπνάς γυμνός επιπλέοντας
Σε όνειρα αμύθητα φασματικά
Χάσκει επάνω σου ένας τρύπιος
Ουρανός ξέπνοες ακούγονται
Λεπτές ανυπεράσπιστες φωνές


Κι από τις χαραμάδες
Βλέπεις ελάφια να τρέχουνε
Στα ξέφωτα

 

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ

 

 

***

 

  1. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥΔΑ

Γυμνή είσαι τόσο απλή όσο το ένα σου χέρι,
Λεία, γήινη, μικροσκοπική, στρογγυλή, διάφανη,
Έχεις γραμμές φεγγαριού, μονοπάτια μήλου,

 

Γυμνή είσαι λεπτή σαν το γυμνό σιτάρι,
Γυμνή είσαι γαλάζια σαν τη νύχτα στην Κούβα,
Έχεις κληματαριές και αστέρια στα μαλλιά.

 

Γυμνή είσαι πελώρια και κίτρινη,
Όπως το καλοκαίρι σε μια χρυσή εκκλησιά.

 

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ, Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα, Μετ: Λήδα Παλλαντίου, Ωκεανίδα

 

 

Χάρης και Πάνος – Γυμνή σκιά

 

9.  ΓΥΜΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γυμνές γυναίκες μας έλεγαν λόγια κωμικά, πως δηλαδή δεν
υπάρχει έρωτας. Αλλά εμείς είχαμε ξαπλωθεί κι ανάμεσα στα
στήθια τους περιμέναμε μονάχα ο ουρανός να μας σηκώσει. Δεν
ξέραμε άλλη τροφή, δεν θυμούμαστε ένα χορτάρι πιο τρυφερό
και πιο εύοσμο από το δέρμα μιας γυναίκας.

28.7.1938, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

 

***

 

  1. ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ΄ αυτή την αίθουσα

τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.

 

Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.

Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά

μα εσύ τα λευτερώνεις.

Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου

κι έρχεσαι εδώ.

 

Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.

Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.

Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.

Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.

Σου χαρίζω την πιο ζεστή φωνή μου για να ντυθείς.

 

Μα εσύ φεύγεις

όπως ήρθες

γυμνή

για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα

να λέει

για σένα.

 

ΤΑΚΗΣ  ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η νύχτα και η αντίστιξη»

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΓΥΜΝΟΙ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΝΤΥΜΕΝΟΙ

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάς

μ’ αυτούς που έχασαν την εξουσία

ή αντίθετα να τους λυπάσαι.

 

Ίσως καλύτερα ταιριάζει η λύπηση

έτσι κακόμοιροι που περιφέρονται

ψάχνοντας κάτι να βάλουν πάνω τους

για να σκεπάσουνε τη γύμνια τους.

 

Ή μήπως πρέπει πάντα να τους φοβάσαι;

 

Έτοιμοι καθώς είναι μόλις ευπρεπιστούν

μόλις φορέσουν το κατάλληλο κουστούμι

ν’ αρπάξουνε ξανά την εξουσία.

 

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ,  «Συγκατοίκηση με το παρόν», Κέδρος 2011

 

***

 

12. ΕΚΕΙΝΗ ΓΥΜΝΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

εκείνη γυμνή στον παράδεισο
της μνήμης της
εκείνη αγνοεί το σκληρό πεπρωμένο
των οραμάτων της
εκείνη φοβάται να μην ξέρει να ονομάσει
αυτό που δεν υπάρχει

ALEJANDRA PISARNIK, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης. Από το βιβλίο: Αλεχάνδρα Πισαρνίκ, «Δένδρο της Αρτέμιδος»

 

 

Έφυγες ολόγυμνη-Μητροπάνος, Τερζής, Νταλάρας

 

 

13. ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ…

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,


με την έκθαμβη προσφορά των,
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,


πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,


τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.


Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.


ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ

 

 

***

 

  1. ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΑΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ

 

Ήταν τόσο γυμνή

που η γυμνότητα φαινόταν ένδυμά της

κι η τελειότητα του σχήματός της

ήταν μια λύση.

 

Ίσως ελευθερία μιας στιγμής στο χρόνο,

τόσο πυκνής, που ήταν της ψυχής

παραδοχή.

Δεν μπορεί νάταν άψυχο

το τέλειο σώμα. Η συμμετρία

είναι το πνεύμα της ζωής.

 

Ποιος σου την έμαθε;

Τι σου την αποκάλυψε;

Πώς το γνωρίζεις κι ομολογείς;

 

Όχι, δεν ήταν πια ο έρωτας.

Η επιθυμία είχε ξεπεραστεί.

Ούτε η γαλήνη εσήμαινε τη νίκη.

 

Ήσυχη η γυναίκα στον εαυτό της

περιείχε την γέννηση.

 

ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ, 1957

 

***

 

  1. ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

 

Όταν θα τελειώσουνε τα τραγούδια,

όταν η ποίηση θα χτυπήσει τα χέρια της

όπως όταν σημαίνει η τελευταία καμπάνα

μιας μέρας που τέλειωσε – τότε,

φτωχός, φτωχότατος άνθρωπος,

ένα με τα πράγματα και τις πέτρες,

 

θάχω βγάλει το ρούχο που μούδωσε ο Θεός,

το καπέλο που με προστάτευε, τα παπούτσια,

το ρολόι μου για το χρόνο,

το δαχτυλίδι του αρραβώνα μου.

 

Πιεσμένος στο χώμα, θα γυρίσω τις πλάτες μου να μη βλέπω

και έρποντας, έρποντας, θ’ αποσυρθώ στο καλύβι μου,

στο μέλλον μου, στη σκηνή μου,

σε μια σταγόνα αέρος.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

16.  ΓΥΜΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ψυχορραγεί το φως του κεριού
στον απέναντι τοίχο.
Από το βάθος μίας υπόγειας στοάς
με κοιτάζει το ασαφές σκοτεινό μου πρόσωπο.


Μία ακτίνα φωτός εξαντλείται στο βάθος.
Το πιο δικό μας γίνεται εν αγνοία μας.


Ο πιο αληθινός εαυτός μας είναι αθέατος.
Το πιο αληθινό μας πρόσωπο δεν έχει νόημα.
Δεν υπάρχει λέξη για την πιο γυμνή μας αλήθεια.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

17. Η ΠΙΟ ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ

Η πιο γυμνή ψυχή μας
κατοικεί σ’ ένα μικρό πουλί,
στο πέταλο που τρέμει ενός λουλουδιού,
σ’ ό,τι αποσιωπήθηκε από αγάπη ή κατανόηση,
στην κορυφή μιας μουσικής μέσα στην νύχτα,
στο ραγισμένο δάκρυ μιας επιστροφής,
στην θερμότητα μιας μεταμέλειας,
στο χαμηλό ύψος μιας ταπεινής πράξης.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΑ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ

 

Γυμνά γρανιτένια κορμιά

από την σύλληψη ώς την πτώση,

στέκουν εκφραστικά, αμήχανα, θλιμμένα

στον υπαίθριο κήπο τού Όσλο.

Όπως τα σμίλεψε ο Βίγκελαντ

εκφράζοντας τον ανθρώπινο χρόνο

δίχως προοπτικές βελτίωσης.

 

Οι αρχαίοι Έλληνες αγαλματοποιοί

δημιούργησαν μία άγνωστη θεότητα

αφήνοντας ένα παράθυρο ανοιχτό.

 

BAΓΓΕΛΗΣ  ΧΡΟΝΗΣ, Τα αγάλματα και οι ψυχές, Καστανιώτη, Αθήνα 2016, σ. 52

 

 

 

ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,  Γεωργία Νταγάκη

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά.
Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας το αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.
Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.
Τα στρογγυλά, τα ολόισια
χνούδια, γραμμές, καμπύλες
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε το χορό.

Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το δειχναν
μόνο δυό φλόγες μάτια,
κάτι από τους σάτυρους
κρατιέται κι ειναι αγρίμι
και είν’ η φωνή του ασήμι,
μη φύγεις, ειμ’ εγώ.

ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ


Τα πιο ωραία που γνώρισα και τα πιο πλήρη
ήταν πάντα γυμνά.
Γυμνή καίει η αλήθεια γυμνός πονά ο θάνατος,
γυμνή ανθίζει η χαρά, σαν το νερό
και σαν το πράσινο χορτάρι,
γυμνό το σώμα και το πρόσωπο της αγαπημένης μου.

Ό, τι αποκαλύφθηκε γυμνό
κανένα ντύμα δεν μπορεί να το σκεπάσει.
Γυμνός χορεύει πάνω σε ακονισμένο μαχαίρι ο πόθος
και νόημα θεϊκό δίνει στο ένστικτο.
Γυμνή βαδίζει η ψυχή στη έσχατή της κρίση
ανάμεσα στο Μηδέν και στο Είναι.

Το ωραίο σώμα έχει τη δική του αλήθεια
ακόμη κι αν το ευτελίζουν.
Πέρα από την ασχήμια των σκέψεων και των υπολογισμών
γυμνό προβάλλει τη βαθύτερη απ’ το ήθος ηθική του.

Δίχως τις μάσκες των παραστάσεων
και τα κοστούμια των ρόλων,
δίχως τις μάσκες της ψυχής και τα κουρέλια του θανάτου,
γυμνοί όπως ήρθαμε να ζήσουμε,
γυμνοί να φύγουμε μέσα στη μήτρα της γης
και να εμφανιστούμε μπρος στους απογόνους.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ,  Από το ελάχιστο, 2001

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

 

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

 

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΙΑ

    

Από το πρώτο κι όλας βράδυ

φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.

Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε

κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,

ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

 

Όλοι και όλα εξισωμένα,

δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.

Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (193ο): «Μαχαίρι»

 

-«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι
(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 -«Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δε βρήκε που να καρφωθεί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

****

 

 

-«…Ώσπου σε μια στιγμή

Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι

Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος

Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-«Κάποιος

Θα  πλύνει    κάποτε

Το  αίμα   απ’ το  μαχαίρι

Κάποιος

Που  δε  θα  ξέρει

Ούτε  και   θα’  χει  υποπτευθεί

Έτσι  θα  γίνει

Βέβαια , μπορεί

Και  να  πετάξει   το  μαχαίρι

Στα   σκουπίδια

Και   θά΄ ναι   κρίμα

Όχι  για  το  αίμα – φυσικά

Αλλά  για  την  υπέροχη  λαβή

Τη  λίγο σκαλιστή

Στα   δύο  γράμματα

Τα  αρχικά

Τα  αιματοκυλισμένα»

(Αγγελική Ελευθερίου, από το βιβλίο «Θα καπνίζω»)

 

 

*****

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Περί μαχαιριών»

  1. Ένα μαχαίρι που ακονίστηκε αμέτρητες φορές, που ακο-

νίστηκε ως την εξαφάνιση, ειν’ ένα μαχαίρι εξαϋλωμένο, ειν’

ένα μαχαίρι εξιλεωμένο.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που έκοψε, έκοψε αμέτρητες φορές, ώσπου η

αιχμή του στόμωσε, όσο κι αν φαίνεται άχρηστο, είναι σοφό

μαχαίρι. Έπαψε πλέον να μοιράζεται σε χίλιες δυο εντυπώ-

σεις, καρπούς και σάρκες τεμαχίζοντας, από χυμούς και αίμα

μεθώντας. Απόκτησε εσωτερική ζωή και στη μοναδική αλή-

θεια του θανάτου συγκεντρώθηκε. Η κόκκινη σκουριά, που

ιδρώνει η λάμα του, μιλάει για τη μέσα του αγωνία.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που πετά και στον στόχο καρφώνεται ειν’

ένας αετός μ’ αλάνθαστο ράμφος.

Ένα μαχαίρι που πετά και στη μέση της πτήσης του πέφτει

ειν’ ένα κουρασμένο χελιδόνι.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι ακουμπησμένο στο τραπέζι, πλάι στο πι-

ρούνι ή το κουτάλι, ένα καθ’ όλα ήμερο μαχαίρι, ένα κοινό

επιτραπέζιο σκεύος, παρ’ όλα τα φαινόμενα, καμιά δεν έχει

σχέση με το υπόλοιπο σερβίτσιο. Για να το νιώσεις, φτάνει να

προσέξεις τη σαρκαστικήλ λάμψη της κόψης του, να δεις πως

σπαρταρά μόλις σερβιριστεί το κρέας.

 

 

  1. «Κοιμισμένο στο συρτάρι της κουζίνας, το ταπεινό μαχαίρι

ονειρεύεται πως γίνεται σπαθί κι αστράφτει απειλητικά

μέσα στον κουρνιαχτό της μάχης.
Την άλλη μέρα, τεμαχίζοντας καρότα, μέσα στους

υδρατμούς και στις κλαγγές σκευών, θαρρεί πως

ξανακούει το κάλεσμα της σάλπιγγας κι ορμάει,

ξαφνικά, ακάθεκτο και κόβει της νοικοκυράς το

δάχτυλο.»

 

 

  1. Υπάρχουνε μαχαίρια που ζήσαν πολυτάραχη ζωή κι

αλλάξαν πλήθος χέρια πριν καταλήξουν, θλιβεροί απόμαχοι,

στη σκονισμένη σιωπή των παλαιοπωλείων, αιμοσταγή μα-

χαίρια που πωλούνται, τώρα, κι αγοράζονται ως χαρτοκόπτες.

 

 

  1. Φτωχό μαχαίρι, στομωμένο, άλλοτε για την κόψη σου κα-

μάρωνες, τώρα, για τη λαβή σου.

 

 

 

  1. Το δίκοπο μαχαίρι δεν μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη, δεν μπο-

ρεί τα νώτα του να στρέψει στη σφαγή.

 

 

  1. Πες μου με τι μαχαίρι θα κοιμηθείς για να σου πω με τι

πληγή θα ξυπνήσεις.

 

 

  1. «Μάχαιρα έδωσες, μάχαιρα θα λάβεις» έλεγαν οι παλιοί και

εννοούσαν, φυσικά, τη φιλική χειρονομία του δώρου και του

αντίδωρου που, δυστυχώς, έχει εκλείψει πλέον.

 

 

  1. Διόλου τυχαίο που το χέρι ομοιοκαταληκτεί με το μαχαίρι,

μαζί στο φόνο καταλήγουν.

 

 

  1. Χαρούμενα βελάζουμε, μα χέρι φονικό μαχαίρι ετοιμάζει.

 

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Είναι δυο άνθρωποι]

«Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: «Θα σε σκοτώσω».

«Μα γιατί;», ρωτά ο άοπλος «τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις».

«Γι’ αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα», λέει αυτός με το μαχαίρι.

«Ή και να με μισούσες», λέει ο άοπλος. «Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!»

«Κι αν σ’ αγαπήσω», επιμένει ο οπλισμένος, «αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;»

«Ω, μη φοβάσαι», λέει ο άοπλος, «σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση».»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Άρης Αλεξάνδρου, «Το μαχαίρι»

«Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι

έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.

Στο μεταξύ

όσο δουλεύεις στον τροχό

πρόσεχε μην παρασυρθείς

μην ξιπαστείς

απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.»

 

(http://www.poiein.gr/archives/648)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα (μτφ. Οδυσσέα Ελύτη), «ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ»

Καταμεσής στη ρεματιά
λάμπουνε τα μαχαίρια

 

Ωσάν ψάρια αστραφτερά

που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

 

Μες στις άγριες πρασινάδες
ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ’ αψηλές φοράδες

 

Άγγελοι μαύροι έφερναν

μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

 

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
πέφτει με μια λαβωματιά

 

Έχει ανεμώνες στο πλευρό

και ρόδι έχει στον κρόταφο

 

Κατάκοπο από τις φωνές

το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

 

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα

με τα μεγάλα τους φτερά

πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.

 

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα, «θρήνος από τον «Ματωμένο Γάμο»»

Μάνα:
Γειτόνισσες: μ’ ένα μαχαίρι,
μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
μέρα πικρή κι αφορεσμένη,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι’ αγάπη.
Μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει.
Κι όμως μι’ αφορεσμένη μέρα,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παληκάρια μείναν κάτου
με πανιασμένα τους τα χείλια.
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

-Έκτωρ Κακναβάτος, «Όπως ο Αίας»

«Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι «σωτήρες»·
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τά που του σφίγγανε το
υπογάστριο
«ιερά, εθνικά» και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.»

(Έκτωρ Κακναβάτος. 2010. Ποιήματα (1943–1987). Αθήνα: Άγρα.)

 

 

 

-Δημήτρη Πέτρου, ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ

«Το αίμα
ξεπλένεται με νερό
Αντίθετα απ’ ό,τι λένε
Ανάποδα απ’ όσα διδάσκουν
τα βιβλία και οι διηγήσεις
Έτσι κάνεις
το μαχαίρι στην πηγή
και πάει έφυγε
Έβαψε κόκκινο τον κάμπο
Τις φωλιές των αγριμιών
έβαψε
Τις κρύπτες στα πέτρινα τα σπίτια
Κι όποιον κακότυχο βρεθεί
στο δρόμο
Και δεν σβήνει την αυγή
Με τη νέα μέρα δεν ξεχνιέται
το μαύρο στην πληγή
Το μαύρο, λέω,
δεν ξεχνιέται.»

(http://apoikia.gr/kokkinos-kampos-poiimata-dimitris-petrou/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (192ο): «Γλώσσα»

 

1. ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΔΙΧΩΣ ΓΛΩΣΣΑΠερπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους που περπατούν μιλώντας
    γλώσσες που δεν καταλαβαίνω
    σε δρόμους που δεν ξέρω πού με πάνε.

    Στους τοίχους φράσεις που δεν ξέρω τι λένε,
    τι φωνάζουν σιωπηλές.

    Μια γυναίκα πλησιάζει
    και με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω,
    με ξαναρωτά, και πάλι δεν την καταλαβαίνω.

    Φαίνεται όνειρο μα είμαι ξυπνητός.

    Κι έτσι, μέρες τώρα θα μπορούσα να πω χρόνια,
    συνήθισα σιγά σιγά να μην καταλαβαίνω.

    Τη συμπάθησα τούτη την άγνοια,
    την έλλειψη που είμαι, την πραϋντική
    χαρά να μην μπορώ να επικοινωνήσω.

    Θυμάμαι ότι ο Κανέττι ονειρευόταν έναν άνθρωπο
    που δεν μιλούσε καμιά από τις γλώσσες του κόσμου.

    Juan Vicente Piqueras, Αθήνα, μετ: Κώστας Βραχνός, Γαβριηλίδης, 2014

 

 

***

 

  1. ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,
τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά
και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

 

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,
καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί
της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους
αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

 

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,
κομπιάζει η μνήμη.

Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,
μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας
όταν γράφεται.

 

Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά
απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

 

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς
μόνον για να τον χάσεις.


(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, Άγρα)

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝΤο παιδί αποτελείται από εκατό.
    Το παιδί έχει:
    εκατό γλώσσες,
    εκατό χέρια,
    εκατό σκέψεις,
    εκατό τρόπους σκέψης
    παιχνιδιού και ομιλίας.

    
Εκατό πάντα εκατό
τρόπους να  ακούει και να αγαπά.
Εκατό χαρές
να τραγουδά και να καταναλαβαίνει.
Εκατό κόσμους
να ανακαλύψει.
Εκατό κόσμους
να εφεύρει.
Εκατό κόσμους
να ονειρευτεί.
Το παιδί έχει
εκατό γλώσσες
(και εκατό εκατό εκατό περισσότερες…)
Αλλά κλέβουν τις ενενήντα εννέα…
το σχολείο και ο πολιτισμός!

Διαχωρίζουν το κεφάλι από το σώμα.
Λένε στο παιδί:
να σκεφτεί χωρίς χέρια,
να το κάνει χωρίς κεφάλι,
να ακούει και να μην μιλάει,
να μαθαίνει χωρίς χαρά.
Να αγαπά και να θαυμάζει
μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα

   
Λένε στο παιδί:
να ανακαλύψει τον κόσμο που ήδη υπάρχει.
Και από τις εκατό
κλέβουν τις ενενήντα εννέα.
Λένε στο παιδί:
Αυτό είναι το έργο και το παιχνίδι,
η πραγματικότητα και η φαντασίωση,
η επιστήμη και η φαντασία,
ο ουρανός και η γη,
η λογική και το όνειρο
είναι πράγματα
που δεν πάνε μαζί.


Και έτσι, λένε στο παιδί
ότι οι εκατό δεν υπάρχουν
Και το παιδί λέει:

«ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Οι εκατό υπάρχουν!!!!»

Loris Malaguzzi

 

 

 

Νατάσσα Μποφίλιου – Βαβέλ


  1. λληνικ γλώσσα ταν κάποτε φύγω π τοτο τ φς
    θ
    λιχθ πρς τ πάνω πως να
    ρυακάκι πο
    μουρμουρίζει.


Κι
ν τυχν κάπου νάμεσα
στο
ς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω
γγέλους, θ τος
μιλήσω
λληνικά, πειδ
δ
ν ξέρουνε γλσσες. Μιλνε
μεταξ
τους μ μουσική.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΚαι μέσα στο τίποτα, υπάρχει μια γλώσσα,
    Περισσεύει το φως και μέσα στο τίποτα
    και ρέει προς τα έξω. Περνά στην καρδιά μου,
    φλεβίζει στο χέρι μου, ζητά να το ειπώ,
    να το γράψω,
    Αλλά πώς:

Δε βρίσκω τις λέξεις γιατ’ είν’ απ’ του κόσμου
τον πλούτο πιο λίγες. Πιο λίγες απ’ τα
γεγονότα της άνοιξης. Προσπαθώ, συμμετέχω,
επιμένοντας μ’ όλα τα δάκρυα μου, μ’ όλους
των φλεβών μου τους χτύπους. Προσπαθώ ν’ αποχτήσω
μια επαφή με το φως, μ’ αυτές τις αμέτρητες
λέξεις που λάμπουν, μια επαφή με τη γλώσσα
που θάγραφα ένα προσκλητήριο, σαν την ανατολή του ηλίου:

Με στίχους αχτίνες.
Με στίχους σπαθιά. Με στίχους αγάπη

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

 

Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,

περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε

να ιδώ

τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη

να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.

Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα

πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας

ψευδός μπρός σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

ατελεύτητη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Μια γλώσσα μια πατρίδα

 

8.ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ


Μια χούφτα είν’ ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι
γεννιέται σαν αρχάγγελος

πεθαίνει σαν αγρίμι.

 

Του μένει μόνο στη ζωή
μια γλώσσα μια πατρίδα
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα.

 

Όλο το βιός κι η προίκα του
ένας καημός στα στήθια
κι ο τόπος που τον γέννησε
η δυνατή του αλήθεια.

 

Για ιδέστε κείνο το παιδί
με τα γερά τα χέρια
πώς οδηγεί τ’ αδέρφια του
ν’ ανέβουν ως τ’ αστέρια.

 

Κι απ’ τα βουνά της Ρούμελης
και τα νησιά του νότου
ένας πανάρχαιος παππούς
κοιτάει τον εγγονό του.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

 

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

 

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
——————————–να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

 

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες

 

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Κάθε φορά πού κυρ λέξανδρος γύριζε στό παιθρο

ερισκε καί τά σωζε μ᾿ να βλέμμα τς γλώσσας του

χρώματα δίως ατά πό τή γ πού τά λεγαν δίφορα

κι πως τά γγιζε γίνονταν παραχρμα ονωπό

τό πρόσωπό του

πό αδώ πού ταν τά χρώματα σκεπ

 

πως καί γύρη τους πού πεφτε στά μέλη του

καί δίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον βρου το ποταμο)

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑΠρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ενώνει τα σύννεφα
    Να χωρίζει τη θάλασσα
    Να οξύνει τον πόνο
    Για να μπορώ να σε κοιτάζω
    Σκύβοντας και ρωτώντας
    Ρουφώντας και παίζοντας
    Περπατώντας στα τέσσερα.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ταιριάζει στις φωνές
    Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
    Και θα ξυπνά το αίσθημα
    Όταν θα βάζω το νύχι
    Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
    Στα μαλλιά μου.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
    Που να γεμίζει πύον
    Θα γίνεται μπλε το πρωινό
    Και τρυφερό το βράδυ.
    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που θα ‘χει την πίκρα
    Του πιο γλυκού φιλιού
    Την αλαφράδα του πουλιού
    Και το στυφό της γνώσης.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Για να σου μιλήσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΙΣΑΡΗΣ,   Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

 

 

***

 

  1. ΑΦΩΝΗ ΓΛΩΣΣΑΑπό μακρυά μόνο μιλούμε.
    Με τη φωνή μιλούμε, με τον αντίλαλο,
    Μ’ όλα τα όργανα της Απουσίας:

    Με Τηλεβόες,
    Κλήσεις,
    Με τηλέφωνα.

    Όταν βρεθούμε δοσμένοι
    ο ένας στον άλλο,
    Βυθισμένοι
    Στο κλίμα της Παρουσίας,
    Πρόσωπο μέσα στο πρόσωπο,
    Τότε,
    Δε μιλούμε,
    Δεν μπορούμε να μιλήσουμε.
    Τότε
    Μιλούμε αλλιώς.
    Μιλούμε την άλλη
    Γλώσσα την ανεκλάλητη.

    Την άφωνη γλώσσα της σιωπής.

    ΓΙΩΡΓΟΣ  ΘΕΜΕΛΗΣ, Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΜΙΛΗΤΗΔεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
    σαν ψάρι έξω από τα νερά του
    και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
    – την γλώσσα του.
    Χτίζει τους κήπους τις αυλές
    όχι το σπίτι
    Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
    να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

    Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
    την τρομάζεις, χαμογέλασες,
    και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
    και γλώσσα τιμημένη.
    Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
    και προσπερνούν
    Να μη θυμούνται
    τον έρωτα που κάποτε
    τους άνοιξε πανιά
    – κι αυτήν την μόνη και μοναδική
    γλώσσα για να μιλήσουν

    Που ελησμόνησαν.

    Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
    μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
    κατοίκησέ με μη φοβηθείς.


Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ, Μαύρη Θάλασσα (2000)

 

 

***

 

  1. ΓΛΩΣΣΑ

 

(Στον Σίντι Μοχάμεντ Λάκχνταρ-Μπάρκα, Αλγερία)

 

Η μάνα σου και η δική μου,

Χιλιάδες μίλια μακριά η μια από την άλλη,

Δεν έμαθαν ποτέ τους ούτε λέξη

Από τούτης της γης την ιστορία.

 

Κι όμως, εδώ, κι οι δυο μας

Δεν έχουμε παρά τούτης της γης τη γλώσσα

Για τις νεράιδες και για τους δαίμονες να πούμε

Που κατοικούν στις ιστορίες

Της μάνας σου και της δικής μου.

 

Muhammad Hesham, Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

 

***

 

  1. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝΣ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
    Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
    –Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
    Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
    Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
    Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
    Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
    Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
    Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
    Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
    Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
    Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
    Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
    Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
    Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
    Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
    Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
    Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
    Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
    Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
    Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
    Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
    Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
    Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
    Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
    Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
    Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
    Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

 

 

***

 

  1. Η ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Μπαίνω στην ξένη γλώσσα σάμπως να μπαίνω σε βασίλειο.

Ανάγλυφο λέξεων

που είναι κοιλάδες, βάλτοι, όρη.

 

Μερικές φορές συμπλέκονται και ακούω μια φωνή.

και ευλαβικές αφοσιώσεις που παραμένουν μυστικές

πλησιάζουν στο τραπέζι μου σαν φρουροί πανύψηλοι.

 

Συζητούν γενναίες, αλλάζουν βλέμματα,

τις ακούω ν’ ανασαίνουν σαν καθεδρικοί ναοί

και περπατώ στα ευρύχωρα κλίτη τους.

 

Τότε ανοίγει μια πόρτα και τη διαβαίνω.

Και πίσω υπάρχει ένα παλάτι με τον τεράστιο κήπο του

και μια καθάρια λίμνη όπου βουτώ και κολυμπάω.

 

RAFAEL FELIPE OTERIÑO, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

«Έλεος»

φώναξε με τα μάτια.

Όμως

ο θύτης μιλούσε άλλη γλώσσα.

 

ΟΥΡΑΝΙΑ  ΚΟΥΝΆΓΙΑ, ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ (2012)

 

 

***

 

  1. ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΩΣΣΑ Ο ΠΟΝΟΣ


γυμνός, απέραντος, ανυπόκριτος
εν αρχή ην ο πόνος
το μέγα της γης μαγνητικό πεδίο
η σφραγίδα των αιώνων

σύντροφοι, αντιλάλησε
ο υπέρτατος ειρηνοποιός
άστρα είναι τα δάκρυα του θεού
πάνω στο ανθρώπινο δράμα

η κραυγή που αναθρώσκει στον σύμπαντα κόσμο

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο πλοηγός του απείρου (1986)

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

ν Θες εναι γλώσσα, νας πο τόσες λλες φτιαξε

γι ν τς μπερδέψει στερα,

πς θ το ποταθομε κα πς

θ πιστέψουμε τι μίλησε κα τι σαε θ μιλε

ναποκρυπτογράφητα, μολονότι τοτο

π τ τίποτα καλύτερο εναι. Σίγουρα

κάτι καλύτερο π τ τίποτα εμαστε κι μες

πο χουμε ξεμείνει ν τραυλίζουμε. Κι λίμονο

ν μι μέρα ο φωνς λυθον κυρωθονε. γλώσσα,

ετε εναι ετε δν εναι τίποτα,

εναι πανούργα, εναι πολύτροπη.

 

EUGENIO MONTALE, Μετ: Γιργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Τα πλάσματα που βρίσκονται εκείθεν

του κεραυνού έχουν πει πως ο Θεός

    είναι αγάπη.

 

Γι’ αυτό κ’ οι στεναγμοί της ευφροσύνης μας,

το παραλήρημα, τα βογγητά μας, οι ανάσες μας,

είν’ όλα η γλώσσα της αγάπης

είν’ όλα αυτά η γλώσσα του Θεού.

 

    Οι άνθρωποι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άνθρωποι

δεν την αναγνωρίζουν και γι’ αυτό

λένε: «Θεός φυλάξοι… τ’ είν’ ετούτο…

ήρθε ο Σατανάς μέσα στα σπίτια μας… δεν ντρέπονται…

και νά ’χουμε παιδιά να τους ακούν…»

 

    Όμως οι άγγελοι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άγγελοι

ξέρουν κι ανακρατώντας τις φτερούγες τους

πάντα με σεβασμό παραμερίζουν.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤήΣ, «Οι μεταμορφώσεις του μηδενός», Εκδόσεις Άγκυρα, 2006

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Post Navigation