Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (258ο): «Μήνες 2ο: Απρίλης, Μάης, Ιούνης»…

*ΑΠΡΙΛΗΣ

*Παντελής Θαλασσινός – Ένας ευαίσθητος Απρίλης

 

“Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.

Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο σταυρό.”

 

(Γιάννης Ρίτσος, Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, «1η Απριλίου»

Ο Απρίλης
—φημισμένος κηπουρός—
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη,
κρυμμένη πίσω απ’ το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό

(Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

 

 

 

-Κ. Παλαμάς, “Ο Απρίλης και η Αυγή”

 

Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει/ ο Απρίλης κι η Αυγή,

να του στρώσει το προσμένει/ νυφικό κρεβάτ’ η Γη.

Χίλια δώρα ετοιμάζει/ για το ταίρι π’ αγαπά,

τα ξεθάφτει, σα χαλάζι/ πλούτη ατίμητα σκορπά.

Εις τους κήπους άνθη χύνει/ και πουλιά στις λαγκαδιές,

Στα πουλιά τραγούδια δίνει,/ και στα άνθη ευωδιές.

Τη δροσιά κάνει να λάμπει/ σα διαμάντι στα κλαριά,

άνθος φτερωτό την κάμπη/ αεράκι το βοριά.

Και τα δέντρα φουντωμένα,/ πράσινα, βαθιά, ανοιχτά,

μόλις βγήκαν νιοβαμμένα/ απ’ τα χέρια της κι αυτά.

Ειν’ η λίμνη πιο γαλάζια, πιο καθάρια η ρεματιά,

πιο πολλά εχ’ η κόρη νάζια/ κι ο έρωτας ψευτιά.

Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει/ ο Απρίλης κι η Αυγή,

να του στρώσει το προσμένει/ νυφικό κρεβάτ’ η Γη.

 

(Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 1ος, Γκοβόστης)

 

 

 

-Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι»

(απόσπασμα)

 «Ο  Απρίλης  με  τον  Έρωτα  χορεύουν  και  γελούνε,

Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,

Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι`

Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κρένει`

Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.

Τρέμ’  η  ψυχή  και  ξαστοχά  γλυκά  τον  εαυτό  της…

 Έστησ’  ο  Έρωτας  χορό  με  τον  ξανθόν  Απρίλη,

Κι  η  φύσις  ηύρε  την  καλή  και  τη  γλυκιά  της  ώρα,

Και  μες  στη  σκιά  που  φούντωσε  και  κλει  δροσιές  και  μόσχους

Ανάκουστος  κιλαϊδισμός  και  λιποθυμισμένος.

Νερά  καθάρια  και  γλυκά,  νερά  χαριτωμένα,

Χύνονται  μες  την  άβυσσο  τη  μοσχοβολισμένη,

Και  παίρνουνε  το  μόσχο  της,  κι  αφήνουν  τη  δροσιά  τους, 

Κι  ούλα  στον  ήλιο  δείχνοντας  τα  πλούτια  της  πηγής  τους,

Τρέχουν  εδώ,  τρέχουν  εκεί,  και  κάνουν  σαν  αηδόνια.

Εξ’  αναβρύζει  κι  η  ζωή  σ’  γη,  σ’  ουρανό  σε  κύμα.

Αλλά  στης  λίμνης  το  νερό,  π’  ακίνητό  ‘ναι  κι  άσπρο,

Ακίνητ’  όπου  κι  αν  ιδείς,  και  κάτασπρ’  ως  τον  πάτο,

Με  μικρόν  ίσκιον  άγνωρον  έπαιξ’  η  πεταλούδα,

Που  ‘χ’  ευωδίσει  τς  ύπνους  της  μέσα  στον  άγριο  κρίνο.

Αλαφροίσκιωτε  καλέ,  για  πες  απόψε  τι  ‘δες`

Νύχτα  γιομάτη  θαύματα,  νύχτα  σπαρμένη  μάγια!

Χωρίς  ποσώς  γης,  ουρανός  και  θάλασσα  να  πνένε,

Ούδ’  όσο  καν’  η  μέλισσα  κοντά  στο  λουλουδάκι,

Γύρου  σε  κάτι  ατάραχο   π’  ασπρίζει  μες  στη  λίμνη,

Μονάχο  ανακατώθηκε  το  στρογγυλό  φεγγάρι,

Κι  όμορφη  βγαίνει  κορασιά  ντυμένη  μες  το  φως  του.» 

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια του ουρανού και του νερού»

(απόσπασμα)

XVIII

Μες στο δάσος μες στη νύχτα/ μια τρυπίτσα είναι τ’ αστέρι

τρέχει από κει μέσα, τρέχει/ τρέχει ρυάκι το φλουρί

ρυάκι το μαργαριτάρι/ γέμισα τις τσέπες μου

γέμισα τα χέρια μου/ δεν μπορώ να σταματήσω

πάρτε τά μου ή πάρτε με

με τα χέρια λεύτερα/ τον Απρίλη να μπατσίσω.

 

 

 

 

 

-Ο. Ελύτη, «Το ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη»

 

(απόσπασμα)

 

Ολοένα σφύριζε ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε

Κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ’ αυτιά μου:

«μια ζωή ολόκληρη»… «μια ζωή ολόκληρη…»….

Άραγες να ‘ναι η μοναξιά σ’ όλους του κόσμους ίδια;

…………………………………

Ολοένα σφύριζε ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε

Κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ’ αυτιά μου:

«μια ζωή ολόκληρη»… «μια ζωή ολόκληρη…»….

Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζουν κινηματογράφο.

Κάπου, φαίνεται, θα διασκεδάζουν

Μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι

Ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τα αποκαΐδια

Την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο…

Άραγες να ‘ναι η μοναξιά σ’ όλους του κόσμους ίδια;»

 

 

 

 

-Τ S Eliot,  «Έρημη Χώρα»   

(απόσπασμα) 

«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας

Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέστανε, σκεπάζοντας

Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας

Λίγη ζωή μ’ από ξερούς βολβούς.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν

Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του Ανθρώπου,

Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο

Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,

Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση

Κι η πέτρα ήχο νερού

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο

Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θα ανθίσει φέτο;»

 

 

 ………………………………………………

 

*Μάης

*Παντελής Θαλασσινός – Ο Μάης έχει μυστικά

 

«Μάης, και η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που ‘χω στο στόμα»

(Α. Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας)

 

 

“Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες

φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.”

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

 

“…Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.”

 

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Η Πρωτομαγιά»

 

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη

ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας

οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά

και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα

ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα

τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες

λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

 

Θα ‘λεγες, έτοιμα όλα τους να παν

στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.”

 

(Ο. Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, [Μπήκε ο Μάης]

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε

με την Πρωτομαγιά του,

τη χαροκόπα θυγατέρα,

και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,

στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,

μεθάει και σκούζει και φρενιάζει

της γυφτουριάς το πανηγύρι,

το πανηγύρι της Κακάβας.

Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει

το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι

σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,

βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει

κι από την άκρη της  την άλλη,

σε μια τριγύρω νερομάννα,

γιορτή παράξενη μεγάλη

το χρόνο μια φορά,

στο έμπα του Μάη του μήνα,

στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”

 

(Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας» από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)

 

 

 

“Αύριο θα κόψουμε/ κάτι λουλούδια

αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια

εις την πολύανθη/ Πρωτομαγιά”  

 

(Δ. Σολωμός)

 

 

 

-“Του Μαΐου ροδοφαίνεται η μέρα
που ωραιότερη φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίδες, νερά.
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναi, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.”

(Διονύσιος Σολωμός)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, “B’ προβολής

…………………………..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Ένα δάσος εκφωνεί τον πανηγυρικό

κίνδυνο της πυκνότητας. Παπαρούνες

ντυμένες το παραδοσιακό τους

δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:

τι θα πει Μάιος σιγά σιγά

με την πάροδο των λέξεων;

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Τα φύλλα των δέντρων

κανιβαλικά χοροπηδούν πάνω στον ήχο.

Ανακινείται δυνατά το σφραγισμένο χώμα

πετάγεται με πάταγο ο φελλός του στεγνού

πίδακες νωπότητας καταβρέχουν

την ντροπαλή αρχή των αρωμάτων.

Χλόη δοκιμάζει τα φτερά της

στους χαμηλούς του χαρακτήρα της ανέμους.

 

Παίζουν κρυφτό τα βόρειά μου

με τα μικρότερά τους χαμομήλια

και η ψυχή κυνηγητό με λάθη

πάντα μεγαλύτερά της- η αιωνία

άνοιξη του αταίριαστου.

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Και τι θα πει Μάιος σιγά σιγά

Με την πάροδο των λέξεων

και ποιος με έφερε εδώ σ’ αυτήν

την τόσο απομακρυσμένη ερώτηση

απ’ το σώμα μου και τώρα πώς

– θέλω τη μάνα μου θέλω τη μάνα μου

να με κουμπώσει στην αρχή μου.  

 

Στο διάολο πα’ να φύγω

το ‘χω ξαναδεί αυτό το έργο

κάποιος παρατάει κάποιον

σε μιαν απομακρυσμένη ερώτηση

ειδοποιούν τα δέντρα τις αρχές τους

πιστολίδι σειρήνες πυροσβεστικές στιγμές

αλλόφρον πλήθος λέξεων κυνηγάει

έναν έρωτα, πιάστε τον, πιάστε τον.

 

Τελικά ο άνθρωπος ήταν αθώος

αφέθηκε ελεύθερος

απλή συνωνυμία αποδείχτηκε

– όλοι οι έρωτες έρωτες λέγονται.  

Κι έτσι καθώς γκρο πλαν απομακρύνεται

ο τύπος μάγκικα λιγάκι αθωωμένος

στραβά ριγμένο το σφύριγμα στις τσέπες

πιάνει εντελώς ξεκρέμαστα κουλτουριάρικα

τελείως ακαταλαβίστικα

μια φυλλοποντή/ μα μια φυλλοποντή.”

 

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Νίκος Γκάτσος, «Απόσπασμα από την Αμοργό»

 Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ένα περπάτημα ελαφρύ
σαν σκίρτημα του κάμπου

Κι αν θα διψάσεις για νερό
θα στίψουμε ένα σύννεφο
κι αν θα πεινάσεις για ψωμί
θα σφάξουμε ένα αηδόνι

 

 

……………………………………………

 

*Ιούνης

*Παντελής Θαλασσινός – Τον έκτο μήνα τον καλό

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ιούνιος μήνας»

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι

ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

(https://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/texnopersona/ioynios-minas-yiannis-ritsos/)

 

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Μέρες του Ιουνίου ’41»

Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια
κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του
κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου
μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.

Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;
Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας
με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια
σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·
πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού.
Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο
με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας
λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά
και σαν ξεριζωμένες ρίζες.
Η δίψα μας
ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος
στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου
δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται
ξενιτεμένη εδώ τριγύρω
κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.

 

 

 

-Τάκης ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η τελευταία κραυγή

                     (απόσπασμα)

“Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας

σε  τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…

Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα

που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει…

Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε

το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά.

Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα…

της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε

μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα

πρωτόγονη ακυβέρνητη…

κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες.

Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες

εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες…

Και τότε ορθώθηκα

κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα

το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση…

Πρώτη ήρθε η Σκίλα ελάφι ανήσυχο…

Καταμεσής στα μάτια ορθή σάρκα μονάχα σάρκα

με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους…

κι οι λόγοι που δεν λέγονταν την έκαιγαν σαν δάδα.

Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα

χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος…

Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα

και διαχυθήκαμε κι ιδρώσαμε φριχτά…

Και τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί

στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.

Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα

δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.

Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός

σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.

Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε

μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…”

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

 

 

 

-Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, «Ιούνιος»

 

“Όταν/ η νύχτα αυτή/ μου πεθάνει

και σαν τρίτος/ να την κοιτάζω θα μπορώ

κι όταν αποκοιμηθώ/ στο θρόισμα

των κυμάτων/ που έρχονται/ να τυλιχτούν

στο φράχτη από ακακίες/ του σπιτιού μου

Όταν ξαναξυπνήσω/ μες στο κορμί σου

που πάλλεται/ σαν τη φωνή του αηδονιού

Εξαντλείται/ όπως το στιλπνό

χρώμα/ του ώριμου σταριού

Στη διαφάνεια/ του νερού

το μεταξένιο χρυσάφι/ της επιδερμίδας σου

θα θαμπώσει

Καθώς θα ξεπετιέσαι

απ’ τις ηχηρές/ πλάκες

του αγέρα θα ‘σαι/ ίδια/ πάνθηρας

Στις κινούμενες/ κόψεις

της σκιάς/ θα φυλλορροήσεις

Μουγκρίζοντας/ σιωπηλή

στον κουρνιαχτό εκείνο/ θα με πνίξεις

Ύστερα/ τα βλέφαρα θα μισοκλείσεις

Θα δούμε τον έρωτά μας να γέρνει/ σαν δειλινό

Ύστερα θα δω γαληνεμένος

στον ασφάλτινο ορίζοντα/ των ιρίδων σου

να μου πεθαίνουν/ οι κόρες των ματιών

Τώρα/ η αιθρία έχει κλείσει

όπως/ την ώρα ετούτη

στην αφρικάνικη πατρίδα μου/ τα γιασεμιά

Τον ύπνο μου έχασα

Τρεμοσβήνω/ στην άκρη ενός δρόμου

σαν πυγολαμπίδα

Θα μου πεθάνει/ η νύχτα αυτή;”

(Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

-Χαρούλας Βερίγου, «Ιούνιος μήνας και στα μάτια σου ανατέλλω»

Στην αγκαλιά σου,
είχε πάντα ουρανό το καλοκαίρι
Στη θύμηση μου,
ένα ματσάκι γιασεμιά το μεσημέρι
Ιούνιος μήνας
και στα μάτια σου ανατέλλω
απελπισμένα,
στο βαθύ της φαντασίας μου, σε θέλω.

Έρωτας είναι,
άγνωστη χώρα δίχως νόμους και θρησκεία
Η αμαρτία μου, μια κόντρα
σε κανόνες κι όλο αλλάζει ηλικία
Χάρτης η θάλασσα
στα χέρια μου κι η σκέψη σου μελάνι
ό,τι  ονειρεύομαι,
βουλιάζει, δίχως λόγο στο λιμάνι.

Ιούνιος μήνας,
πρώτη νύχτα σινεμά στην επαρχία
Μεγάλη οθόνη,
ένα φεγγάρι, δυο φιλιά στην ησυχία.
Σβήνω τα φώτα
καίω απόψε μοναξιές και τη συνήθεια
πως ξεριζώνεται
απ’ τα χείλη το αλάτι κι η αλήθεια.

Περνώ στο κόκκινο,
χρώματα ντύνεται η ψυχή, παλιός καθρέφτης
ουρλιάζουν δαίμονες,
να δραπετεύσω, πριν κι ο χρόνος γίνει ψεύτης.
Δάκρυ στο φως,
αυτή τη νύχτα που σκουριάσανε οι λέξεις
στάλες η ζήλια,
μα ήρθε η ώρα σου φωνάζω, να διαλέξεις.

Ιούνιος μήνας,
στο παγκάκι, πόσα παίξαμε στα ζάρια
πάθη και λάθη
της καρδιάς, κλειστά  συρτάρια.
Ιούνιος μήνας,
να πεθαίνεις για μια νύχτα και να ζήσεις
απ’ τα κρυμμένα, μη γυρέψεις εξηγήσεις.

 (https://www.fractalart.gr/iounios-minas-kai-sta-matia-sou-anatellw/)

 

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (257ο): «ΑΘΩΟΤΗΤΑ-AΓΝΟΤΗΤΑ»

1.ΑΘΩΟΤΗΤΑ


Δεν ξέρει τίποτα η αυγή
όταν χαράζει ευτυχισμένη
και δυναμώνει
και σε μέρα ξετυλίγεται.

τίποτα
απ’ το σκοτάδι που ζυγώνει.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

&&&&&

 

  1. ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

 

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες

διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.

Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.

Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο

πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.

Η νύχτα

διαστέλλονταν πάνω απ΄ την πόλη.

Κι εσύ

απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,

έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

 

&&&&&

 

 

3.ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Η μητέρα δεν παραδέχεται πως φταίει ποτέ για τίποτα.

Αυτό μας οδηγεί για χρόνια να νομίζουμε πως η μητέρα

για τίποτα ποτέ δεν φταίει.

Όμως αφού δεν φταίει εκείνη, λέμε, ε,

κάποιος άλλος τότε, μα ποιος,

ποιος;

 

Ώστε να μη χρειαστεί να απαντήσουμε εγώ,

κλείνουμε οι τρεις τα μάτια μας

και κλέφτικα πάλι σφυρίζουμε

προς το υπερπέραν των λευκών σεμέν της.

 

Τα σεμέν είναι τσίλικα, βρίσκονται παντού, κυκλώνουν τον χώρο.

Μεσολαβούν ανάμεσα στις ρώγες των δαχτύλων μας και σε κάθε πράγμα.

Οι τρεις τυφλοί τα λέμε μπράιγ και μένουμε να τα διαβάζουμε με την αφή.

Αλλά δεν είναι αυτά γραφή, δεν σημαίνουν κάτι – άλλο είναι.

 

Τον κατάλευκο πολύποδα της αθωότητάς της

η μητέρα τον έπλεκε αιώνες με το τσιγκελάκι.

 

Βασίλης Αμανατίδης,  «μ_otherpoem: μόνο λόγος», Νεφέλη 2014

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ – Αθωότητα

 

 

  1. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ  ΑΘΩΟΣ


ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

Τόλης Νικηφόρου, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)

 

&&&&&

 

5.ΜΕ  ΜΑΤΙΑ  ΑΘΩΑ, ΜΑΤΙΑ  ΕΚΣΤΑΤΙΚΑ

 

διαθέτει πρόσκληση διαρκείας

σε υποδοχές και δεξιώσεις

με αναμμένους όλους τους πολυελαίους

όμως εκείνο πάντα απουσιάζει

 

εκείνο πάντα επιλέγει

μια ανύποπτη στιγμή

κάποιον με μάτια αθώα

μάτια εκστατικά

μόνο στην ερημιά του

τότε αναδύεται στο φως το θαύμα

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, «Φωτεινά παράθυρα», Μανδραγόρας, 2014

 

&&&&&

 

6.KAI OYTE  KAN  ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ

υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται


όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ’ όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ’ ουρανού

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

&&&&&

 

7.Ο ΠΟΙΗΤΗΣ  ΕΙΝΑΙ  ΑΘΩΟΣ

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι


ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Μου γνέφουν, 2000

 

&&&&&

 

 

8.ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ  ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

 

Θυμάμαι

 

Τη γλύκα ενός κομματιού κέικ

βουτηγμένου στο γάλα

μ΄ έντονη γεύση βουτύρου

 

Ένα γλυκό κυδώνι 

μαστορικά φτιαγμένο

μ΄ όλο το άρωμα 

των φρούτων της χρονιάς

 

Το χαμόγελο της μάνας μου

-παράδεισος επί της γης-

τη βιαστική καλημέρα του πατέρα

μ΄ ένα φιλί καπνού σε σύννεφα.

 

Μέλι του πρωινού μας ήταν

η πρωτινή τους αγάπη…

 

Τη γιαγιά που σκεφτόταν φωναχτά

όταν άνοιγε φύλλο

-αγαπούσε, η καημένη, πολύ την εκκλησία-

 

Τη ζεστή αγκαλιά του παππού

αρματωμένη παραμύθια κι ιστορίες απ΄ τον πόλεμο

 

Τη ρόδινή μου κάμαρη

με τις κούκλες και τα βιβλία σωρό

-στρατός σε παράταξη-

 

Τις πολυθρόνες στο σαλόνι

με το σταμπαριστό βελούδο

πάνω τους αναπαύονταν πίνοντας τσάι

κυρίες του «καλού κόσμου»

 

Θαυμάζοντας με φθόνο

τις γαλλικές πορσελάνες του μπουφέ.

 

Θυμάμαι

Τα περίτεχνα εργόχειρα της μαμάς

Τη «θεία Λένα» στο ραδιόφωνο 

Και την «Πικρή μικρή μου αγάπη»

 

Τις μίνι φούστες της Μαρίας

που μας πρόσεχε

 

Τα κυριακάτικα ραντεβού της

με τον Μανώλη τον φαντάρο

«το αίσθημά» της

 

Τα θλιμμένα πρωινά

της Μεγαλοβδομάδας

 

Τη μυρωδιά της αλισίβας

στο πλυσταριό

 

Τον κήπο μας με τις αγριοτριανταφυλλιές,

τα ζουμπούλια, τους πανσέδες,

τους μενεξέδες και τη ροδιά.

 

Η κληματαριά στην μπροστινή αυλή

δε χόρταινε ν΄απλώνεται

και να δροσίζεται

πυρωμένα μεσημέρια

και απογευματινά «ζουρ φιξ»

 

Θυμάμαι

Τ΄ ασπρόμαυρα πλακάκια-σκακιέρα

πάνω τους χορεύαμε ταγκό,

τσα-τσα-τσα και μάμπο

 

Τον σκύλο μας τον Τζακ

που λάτρευε τις μέντες

Τις γελαστές γειτόνισσες

Που ΄λεγαν το φλιτζάνι

 

Τα παιδιά της γειτονιάς

με τα λερωμένα μάγουλα

και χέρια

τα ξύλινα σπαθιά

τα πατίνια και τις σβούρες.

 

Μια ανοιχτή αγκαλιά ήταν το σπίτι μας…

 

Θυμάμαι ακόμα

Το γαλάζιο,πονεμένο βλέμμα

του αδελφού μου,

όταν του κλείδωσαν το ποδήλατο,

που ΄χε αγοράσει με το χαρτζιλίκι

μιας ολόκληρης χρονιάς.

 

Υπολείμματα από την αθωότητα

της παιδικής ηλικίας

 

Ειρηνικές, γαλήνιες στιγμές

που μ΄ έκαναν ευτυχισμένη

 

Όλες τους

ξανακερδισμένες απ΄ τη λήθη

συνιστούν το τεράστιο οικοδόμημα

της ανάμνησης.

 

Κρατώ ένα κομμάτι ουρανό

πάνω από τη ζωή μου.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη, «Όνειρα Ασύνορα», 2006-2009, εκδόσεις Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου

 

&&&&&

 

9.Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Να φύγεις
ψυχή τε και σώματι
να φύγεις.

 

Να φύγεις
ν’ απαλλαγείς απ’ τις ματιές
πέτρες πιεστικές
που κοιμούνται στο λαρύγγι.

 

Πρέπει να φύγεις
όχι πια αδράνεια κάτω απ’ τον ήλιο
όχι πια αίμα απελπισμένο
όχι πια κάνοντας ουρά για να πεθάνεις.

Πρέπει να φύγεις.

Αλλά με επίθεση ταξιδιώτισσα!

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Πισαρνίκ. Μτφρ: Βασίλης Λαλιώτης

 

&&&&&

 

10.ΑΘΩΟΙ

Αρχίσαμε νωρίς το παιχνίδι που τελειώνει αργά
δώσαμε την ευχή στους ζωντανούς, κλείσαμε το παράθυρο
και μετά αντικρίσαμε τις μορφές
πάνω στο ταβάνι, δίπλα στον τοίχο, παντού.

Το νερό πια είναι πικρό και αλμυρό
σαν τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων
που δουλεύουν μέσα στα σίδερα του χειμώνα
και το αγιάζι γίνεται αίμα τους
κι οι καπετάνιοι περιμένουν σινιάλο
για να σηκώσουν άγκυρα, για να σηκώσουν τη ζωή μας
λίγο πιο ψηλά, μεταξύ ουρανού και θάλασσας
ενώ στη στεριά τα ίδια και τα ίδια ανέκδοτα χωρίς γέλιο
μια βουβή κατάληξη κάθε φθόγγος, κάθε ήχος
κι εσύ να χαίρεσαι τη λύπη σου σαν κι εμάς
που έχουμε αντλήσει τα χρώματα απ’ τις πληγές·


προχωράμε με βήματα άχαρα και κίτρινα
μια αρρώστια εγκυμονεί στα όνειρά μας
ανήλικα σώματα κοριτσιών προσφέρουν τη γύμνια τους
κι ενώ πλησιάζει η Πρωτοχρονιά χωρίς υποσχέσεις
μονάχα ύμνοι και ψαλμωδίες από το ράδιο
ηχούν στ’ αυτιά μας σαν μια χαμένη πατρίδα
χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη.

Κύριε των συναισθημάτων και της ευαισθησίας
δώσε πνοή στις μελαγχολικές μας Κυριακές
δος ημίν μια καθαρή μέρα, μια έναστρη νύχτα
σκέπασε με μανδύες τις ωραιοπαθείς καλλονές
που ενοχλούν τα μάτια μας – είμαστε αθώοι.

Γιώργος Γκανέλης, Ο Σκοπευτής της Μνήμης

 

 

 

Πες το με ποίηση (256ο): «Πρώτος – τελευταίος»…

*Η Πρωτη Ανοιξη – Λαυρεντης Μαχαιριτσας

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το πρώτο σκαλί»

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης∙
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κι ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα∙
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Είπ’ ο Θεόκριτος∙ «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ’σαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλη.
Και δύσκολο στην πόλη εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ»

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

*Χάρις Αλεξίου – Η πρώτη αγάπη

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Η πρώτη αγάπη»

 

Την ώρα που κατάλαβα την πρώτη αγάπη,

ω τρισευγενική καλόβουλη παιδούλα,

γρίκησα τρόμο νέο σαν τη βασιλοπούλα,

αγνάντια στη μαγεύτρα βέργα ενός Αράπη.

Συντρόφισσα που μου άνθισες τα πρώτα χρόνια,

μακριά σου έφυγ’ αμέσως, μήτε με ξανάειδες,

ανήμερες μου πήραν τη μιλιά νεράιδες,

ολόβολο μ’ αρπάξαν πονηρά τελώνια.

Ψυχή, κορμί, το είναι μου όλο ακόμα φρίττει

από το ξάφνιασμά σου, αιωνία γυναίκα!

Κι ήσουν για με καθώς η μακρυσμένη Μέκκα

για του πιστού την προσευχή προς τον προφήτη.

Ω Μέκκα μακρινή και ω τρομάρα αιωνία

του λευκού πόθου με φτερά ενός μαύρου φταίστη,

του βασιλιά του Έρωτα σαν τον Ορέστη

κυνηγημένου από φιδόμαλλη Ερινύα…

 

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1378)

 

 

*Γιώργος Νταλάρας – Η Πρώτη Ανάσταση

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Πρώτη νύχτα»

1

Είπε ο μεγάλος ποιητής: «Μες στα σκοτάδια το πιο βαθύ σκοτάδι είν’ η ψυχή. Ο άντρας της γυναίκας είναι το αίνιγμα, κι εσύ, γυναίκα, η σφίγγα του άντρα είσαι κι εσύ. Ένας γκρεμός μέσα μου χάσκει, μαύρος νόμος, οϊμένα, οϊμέ! Το δικό μου γκρεμό κανείς δεν ξέρει, έξω από με».

2

Ω πολυστέναχτη καρδιά και ποθοπλανεμένη, χτυπάς ανυποψίαστη κι ολόβαθα κρυμμένη. Πρόβαλε· η νύχτα γύρω σου ξάπλωσε μαύρη σκέπη· βόγκηξε· δε σ’ ακούει κανείς, κανένας δε σε βλέπει.

3

Ω Μούσα μου, όλοι πέτρα σε φαντάζονται, που σκαλισμένη μισοδείχνεις μιαν ιδέα, δυσκολοσίμωτη του κόσμου και άχαρη, και κάποτε για λίγους μόνο ωραία. Όμως κανένας δε σοφίστηκε τ’ αφτί να βάλει απάνου στη μαρμαρωμένη ν’ ακούσει ένα καρδιόχτυπο, σαν καμπάνα θανάτου να σημαίνει.

4

Δίχως βουλή και δίχως γνώμη, οϊμένα! Ούτε περπάτημα, ούτε λόγος, ούτε χέρια, και μόνο ονείρου ένα μεθύσι προς τ’ αστέρια, προς τα ωραία, προς όλα, προς Εσένα! Και μιας ορμής ντροπή, κι ενός χαμού η φοβέρα, κι εγώ ψυχών ακάθαρτων ο κληρονόμος· κι εκεί, που άθλια γονατίζει μ’ ένας νόμος, έχω φτερά ενός διάφανου γαλάζιου αέρα.

5

Ελεήστε τον, άνθρωποι, ελεήστε, και δεηθείτε, χριστιανοί, για τον αμαρτωλό. Άνοιξε, στόμα αφορισμένο, σιωπηλό, μιαν ιστορία της κόλασης γρικήστε. Πού είναι τα μάτια και τ’ αφτιά πού είναι, για να γρικήσουνε και για να ιδούνε; Στον κόσμο τούτο κι α δε βρίσκονται, από κάπου θα πάρουν είδηση, από κάπου, και θα ’ρθούνε.

6

Στη γη της αρνησιάς, της τύφλας, του πολέμου, κάπου αν υπάρχεις, κρίνε με και μίλησέ μου, Δικαιοσύνη! Δικαιοσύνη! η ζυγαριά σου! Το ξέρω από πρωτύτερα το ζύγιασμά σου! «Κι εγώ τα βλέπω, θα μου πεις, καθώς τα βλέπεις, κι εγώ τα ξέρω σαν εσέ. Μα κάπου αλλού, εκεί πέρα, όσο αξημέρωτ’ είν’ η νύχτα, που κυκλώνει σε, τόσο αβασίλευτη σου πλάθεται μια μέρα».

7

Αγνάντια το παράθυρο· στο βάθος ο ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ’ άλλο· κι ανάμεσα, ουρανόζωστον ολόκληρο, ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι· τίποτ’ άλλο. Και ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι, στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμιάς το σάλο, όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι, ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ’ άλλο.

8

Πού είστε, Απρίληδες με τ’ άνθια, ωραίες βραδιές με τους γλυκύτατους αποσπερίτες, κι εσείς των όλων υπερκόσμιες ιδέες, κι εσείς Απόλλωνες του Ολύμπου και Αφροδίτες, ασάλευτη του μυστικού τού ονείρου λίμνη, χαρές της λύρας, θεών παιάνες, ηρώων ύμνοι; Πέρασε μια πλατιά πνοή, πνοή χαλάστρα, κι έσβησε κι όλα τα τραγούδια κι όλα τ’ άστρα!

9

Σ’ ένα γκρεμό να πέσεις πήγαινες· ποιό χέρι σε κράτησε; Του είπες: «Χέρι, σ’ το χρωστώ· είσαι τ’ αστέρι που οδηγάει προς το ξανάνθισμα, προς την ανάσταση και προς το λυτρωμό». Και σου αποκρίθη: «Είμαι το χέρι εγώ του ολέθρου, σε γλίτωσ’ απ’ τον ένα το χαμό, για να σε φέρω σε όλους του θανάτους, μέσα σε όλους τους γκρεμούς εγώ!»

10

Τους μενεξέδες έλιωσε το πέταλο του αλόγου, τη φοινικιά τη σώριασε γοργά το αργό πριόνι, του κήπου η πόρτα κλείστηκε, γυρνώ στο σπίτι, πάει, σεισμός το ξεθεμέλιωσε· στο μνήμα πάω, με διώχνει.

11

Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια καρδιά, πουλί ολοτρέμουλο σ’ αρρωστημένα στήθια, από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου εγώ ειμαι πιο κοντά στο φως και στην αλήθεια. Γι’ αυτό μουγκρίζει μέσα μου βαθιά, και μ’ όλη την αχάμνια μου και μ’ όλο το μαράζι, προς όλους τους μεστούς και δυνατούς του κόσμου μια καταφρόνεση. Και μου ταιριάζει.

12

Η αγάπη, και όλο κρίνα φέρνω σου, η σκέψη, φέρνω σου τ’ αχτιδωτό στεφάνι, ο πόνος είμαι, τα καρφιά σού φέρνω, είμαι η θυσία, φέρνω το σταυρό· σου φτάνει; Στολίσου με τα κρίνα, ω Μούσα υπέρκαλη, και το στεφάνι φόρεσε τ’ αχτιδωτό, και βάλε τα καρφιά σ’ εμένα, κι εμένα σταύρωσέ με. Δεν πεθαίνω εγώ.

13

Το πέρασμα, το πέρασμα, το πέρασμά σου! Δεν έχει χτες, μήτε αύριο το πέρασμά σου, πάντα έχει σήμερα και πάντα εμπρός μου στέκει και πάντα υφαίνει οράματα και πάντα θάμπη πλέκει. Το πέρασμα, το πέρασμα, το πέρασμά σου! Στα πλάτια των ωκεανών, στα μάκρια των ηπείρων τα μεγαλόπρεπα πουλιά και τα καράβια ντρόπιασε, και μάχεται με τους ρυθμούς των ιερών Ομήρων.

14

Με ξεριζώσανε και ανήμπορο με πήρανε του πόνου τα ποτάμια, κι έκλαψα, κι έκλαψα· τα δάκρυα μου σ’ ένα γυαλί τα φύλαξε κακόπραγη μια Λάμια. «Άνθρωποι, λέει, εσείς, που η Μοίρα καταριέται, να καταφρονεθείτε από βαριάν ορφάνια, χάνοντας μια τη σιωπή και μια την περηφάνια, πάρτε και πιέτε!»

15

Πατέρα και μητέρα δεν τους γνώρισα, ο αντίλογος μ’ ανάθρεψε, με πότισε το μίσος, γύρω μου τιποτένιοι, η έχτρα αυτοκρατόρισσα, λίγη φροντίδα μέσα μου και πόλεμος περίσσος. Γι’ αυτό και την Αγάπη σαν επρωταπάντησα, να φέρνει όλα τα όνειρα, να σέρνει όλα τα πάθια, με ξάφνισε σαν Ατλαντίδα αγνώριστη γιγάντισσα, που θα ’βγαινε από θάλασσας ολάνοιχτης τα βάθια.

16

Του Λόγου εσύ νεράιδα, της μητέρας μου και της ψυχής μου γλώσσα, καταφρόνια μύρια σκάψαν την όψη σου, έσκυψαν το μέτωπό σου· στυλώσου ορθή! Σου τραγουδώ τα νικητήρια! Από τους κόσμους του Αύριο το μήνυμα της νίκης εγώ σού φέρνω, ως αστεριού, που ώς εδώ κάτου η λάμψη του ύστερ’ από χρόνους θά ’ρθει. Ω γλώσσα της Ρωμιοσύνης, ω νικήτρα του θανάτου!

17

Μες στου χειμώνα την καρδιά, της μυγδαλιάς τα λούλουδα, από τον ήλιο ιλάρωσε κι ο θυμωμένος μήνας, της ομορφιάς γύρω τριγύρω ένα στεφάνι πλέκετε, ξέσκεποι βράχοι και βουνά γραμμένα της Αθήνας. Τα χιόνια είναι στον Πάρνηθα σαν άνθισμα κι αυτά, χαϊδεύει τον Κορυδαλλό δειλή χλωράδα ονείρου, του θείου του Βράχου του γελά η Πεντέλη, κι ο Υμηττός ακούει γειρτός το ερωτικό τραγούδι του Φαλήρου.

18

Κακός; Μακάρι να ήσουνα· κάτι χειρότερο είσαι· άπλωσες χέρι ανάξιο στη λύρα την ιερή, και πήρεν όχλος άμαθος το πεζοδρόμο τρίκλισμα για το τραγούδι το χρυσόφτερο· κι εσύ θρονιάστηκες αστόχαστος παράπλευρα στον Ποιητή, και μήτε βρέθηκε κανείς να σε τραβήξει, κοίτα! Κι αντί να σε καταφρονέσει ο δίκαιος, οργίστηκε· όμως μια δόξα είναι για σε του στίχου του η σαΐτα!

19

Αμίλητη ώρα και αζωγράφιστη, για σε την όλη μέρα ζει κι όλη αγρυπνάει τη νύχτα, για σένα στο σκυλί το πεινασμένο μέσα του κι απόξω στο σκυλί της λύσσας κράζει: «Αλύχτα, φάγε, δεν τρέμω σε». Για σένα υπάκοα βαστάει και σάρκας και ψυχής αργά βασανιστήρια. Κι έρχεσαι. Φέρνεις τα φαρμάκια, φέρνεις τα περίγελα, σε ντύματα βασιλικά και σε χρυσά ποτήρια.

20

Του σκλάβου ο σκλάβος είμ’ εγώ ο ανέλπιδος, το λυτρωτή δεν τον προσμένω πλια, πάω καθώς πάει του ρηχού νερού τ’ αργό ξεψύχισμα, προς την παντέρμη ακρογιαλιά. Μα όλα τα ξέχασα, τα ξέχασα, τα ξέχασα, και σα Μεσσίας υψώνομαι σε νέα μια γης Ιουδαία, κάθε που γέρνεις και φυσάς προς τα μαλλιά μου την απαλήν ιερή πνοή σου, ω Μούσα Ιδέα!

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1432)

 

 

 

– ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ, «Πρώτη μέρα στο σχολειό»

«Τόση βιάση και σπουδή;
Για πού πας, καλό παιδί; 

Κίνησες νωρίς-νωρίς 

και τρεχάτος προχωρείς;

 

Στάσου δα να διασκεδάσεις 

με τις ομορφιές της Πλάσης! 

Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι 

του χινόπωρου τα κάλλη!»

 

«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ, 

γιατί πάω στο φτερό. 

Και που πάω, να στο πω; 

Στο σχολειό μου π᾿ αγαπώ!

 

Άνοιξε για πρώτη μέρα. 

Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα; 

Έχουν μόνα τους ταιριάξει 

χωριστά κάθε μια τάξη».

 

«Είσαι, βλέπω, μαθητής. 

Μα στον ώμο τι κρατείς, 

που με τη ματιά την πρώτη 

σ᾿ έκαμα για στρατιώτη;»

 

«Είναι τ᾿ άρματά μου αυτά, 

τ᾿ ακριβά τ᾿ αγαπητά: 

Το κοντύλι μου κι η πλάκα, 

το βιβλίο μου στη σάκα.

 

Κι έλα πια να σε χαρώ, 

με ρωτάς κι αργοπορώ… 

Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει».
 

( https://antexoume.wordpress.com/)

 *Γιάννης Κότσιρας, «Η πρώτη μας φορά»

 

 

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Πρῶτοι στίχοι»

Μ᾿ ἀρέσει ν᾿ ἀνοίξω τὸ γράμμα σου ἐκεῖνο
Καὶ δάκρυα νὰ χύνω
Σὲ κάθε γραμμή.

Κι ἐκεῖ καρφωμένος, μὲ μάτια σκυμμένα,
Νὰ βλέπω, ἄχ, ἐσένα,
Ἀκόμα θερμή.

Ἀκόμα θυμοῦμαι ἐκεῖνα τὰ χρόνια
Ποὺ λέγαμε αἰώνια
Νὰ ζοῦμε μαζί.

Θυμοῦμαι τὶς μέρες ποὺ τρέχαμε μόνοι
Ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἀηδόνια
Τὸ πλάνο λαλεῖ.

Τὴν πρώτη θυμοῦμαι ποὺ μοὖπες ἡμέρα:
Πονῶ ἐδῶ πέρα,
Στὰ στήθη πονῶ.

Καὶ σοὔκοψε ὁ βῆχας τὸ λόγο στὸ στόμα.

 

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltiadhs_malakashs_poems.htm#%CE%A0%CE%A1%CE%A9%CE%A4%CE%9F%CE%99_%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%A7%CE%9F%CE%99)

 

 

 

*******************

 

 *Γ. Νταλάρας, «Το τελευταίο αντίο»

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Ο τελευταίος κι ο πρώτος του Λίντιτσε»

 

(Απόσπασμα) 

 

Αυτά απομείναν όλο-όλο απ’ το παλιό μας Λίντιτσε
αυτές οι ταυτότητες τρυπημένες απ’ τις σφαίρες
κ’ οι άλλες, όσες βρέθηκαν στο Κλάντνο, μέσα στις φόρμες
των ανθρακωρύχων,
αυτή η φωτογραφία των παιδιών στο τέλος του σχολικού έτους
με τον Ζντένεκ Πέτρικ
λίγο πριν απ’  τους θαλάμους αερίων του Χέλμν.
[…]
Θα σας πω – οι πεθαμένοι δε θυμούνται,
κάθονται πλαγιασμένοι σε σκοτεινές σειρές μέσα στη μνήμη μας
σ’ ένα ψηλό σανιδένιο πατάρι∙ – λιγάκι αν δεν προσέξεις
λιγάκι να σκοντάψεις, μπορεί και να πέσουν τα μακριά καδρόνια
ολόγυρά σου, να σου φράξουν το δρόμο, να σε φράξουν∙
όμως κι ίδιοι οι πεθαμένοι προσέχουν – το νοιώθεις
απ’ την ακινησία που δεν είναι ακαμψία
μα ισορροπία μας διδάσκουν τον ευθύγραμμο δρόμο∙
κι όσο κι αν δεν θυμούνται μας θυμίζουν
και συμμετέχουν στην ευθύνη του μέλλοντος. Αυτά έμειναν.
[…]
Παλιές φτωχές ώρες, χωρίς την υποψία του κινδύνου, χωρίς τη
γνώση του πλούτου τους
και της βαθειάς τους απλότητας, – γι’ αυτό φτωχές. Αυτά
μονάχα απόμειναν
και μερικές λάμπες των ανθρακωρύχων κ’ οι σκεβρωμένες
μπότες τους
σε μικρά γυάλινα φέρετρα.
[…]
Τίποτ’ άλλο. Ολα τ’ αφάνισαν με τη φωτιά και το σίδερο
ως και τη λίμνη ενταφιάσανε με μεγάλες φτυαριές μίσους.
Σας δείχνω αυτά τα πράγματα που σώθηκαν, για ν’ αποφύγω
να σας δείξω αυτά που δεν σώθηκαν. Το δάχτυλό μου
τρομάζει ν’ αγγίξει τον ίσκιο του. Κι ούτε μπορώ καν να τον δω.
[…]
Ενα σκοινί της μπουγάδας λαμπάδιασε σε μιαν αυλή
κι απόμεινε αποτεφρωμένο στον αέρα, ολοφάνερο0 στο φως
της πυρακαϊάς
σα μαύρο φρύδι πάνω από βγλαμένο μάτι.
Κανείς δεν τ’ άγγιξε. Ο θάνατος φοβήθηκε
Το γδούπο της στάχτης. Θυμάμαι.
Είταν μια νύχτα από κραυγές κι από πέτρες –
το αίμα κυλούσε σιωπηλό μέσα στο μαύρο στόμιο του θανάτου.
[…]
Ενα μεγάλο χρυσοκέντητο τραπεζομάντηλο
σηκώθηκε απ’ την ’για Τράπεζα της εκκλησίας,
ταλαντεύτηκε μετέωρο κάτω απ’ το θόλο,
έσπασε με τη μια γωνιά του τα τζάμια του μεγάλου παράθυρου,
βγήκε στη νύχτα σαν πλατύ κούφιο πουλί,
σα μαδημένο, ακόκκαλο πουλί,
λάμποντας όλο απ’ τη διάφανη γύμνια του
και στάθη σ’ ένα δρόμο αντίκρυ στη μάντρα του Χόρακ.
[…]
Υστερα πια δεν θυμάμαι. Σας μιλάω για τα πράγματα
γιατί δε μου είναι βολετό να μιλήσω για τον άνθρωπο.
Μια σειρά πτώματα απλωμένα στο χώμα,
άκαμπτα σαν κομμένα δέντρα, σα μεγάλα σανίδια
σ’ ένα έρημο ξυλουργείο για ένα μοναδικό, πελώριο φέρετρο,
σα μεγάλα ματωμένα καρφιά.
[…]
Τα παιδιά τάχαν πάρει. Τους άντρες τους είχαν σκοτώσει. Οι
γυναίκες
έμειναν μια σειρά κολώνες από στάχτη
ενός μεγάλου ληστεμένου ναού – κι οι κολώνες κινήθηκαν
βάδισαν όρθιες κατά φάλαγγα προς τα μαύρα καμιόνια
βουβές κι αδάκρυτες με την άφοβη τώρα περηφάνια
της απέραντης ορφάνιας.
Μόνο την τελευταία στιγμή, μόνο για μια στιγμή, οι γυναίκες
Εστρεψαν λίγο και κοίταξαν τα μέρη τους. Στο λοφίσκο
του Λίντιτσε
ένα άλογο ξύλινο παιδιάστικο, ξεχασμένο εκεί πάνω, καιγόταν
διατηρώντας το σχήμα του μεγεθυσμένο –
καιγόταν μόνο, σα μια μάταιη φωτεινή προσευχή, επιμένοντας
σε κάτι άγνωστο,
ώσπου τινάχτηκε μ’ ένα σπασμό πίσω απ’ το λόφο
ή μες στη σκοτεινή καρδιά του ανθρώπου. Δεν ήξερες
που βρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου. Ενα παιδιάστικο παιχνίδι
μόνο
μέσα στην τελευταία του μοναξιά – ένα υπερφυσικό άλογο
που βούλιαξε μέσα στη νύχτα. Ούτε που το θυμάμαι. Τι είταν;
Δεν ήθελα να θυμάμαι. Βασανίστηκα
να σκοτώσω τη μνήμη. Τώρα βασανίζομαι
να σκοτώσω τη λησμοσύνη που απλώνεται
μαλακιά μέσα στους κήπους.
[…]
Και κανείς πια δεν επισκέπτεται το μουσείο του Λίντιτσε
και τα ποιήματα που γράφτηκαν τότε λογαριάζονται «ποιήματα ευκαιρίας»
[…]
Τώρα σκαλίζω και ποτίζω τούτον τον Τριανταφυλλώνα,
κουβεντιάζω με τα τριαντάφυλλα – έχουν όλα μια γλώσσα
μουσική, σχεδόν αποκαλυπτική. Ξέρετε αυτά τα τριαντάφυλλα,
είναι η μεγάλη μας φιλία δεμένη σε μεγάλες ώρες –
και πρέπει να τη διατηρήσουμε πιο πέρα
από τη μεγάλη ώρα του πόνου
ή τη μεγάλη ώρα του ενθουσιασμού – πιο πέρα
απ’ την κρίση της σκλαβιάς ή της ελευθερίας, της μνήμης
ή της λήθης,
τις ώρες που λιγοστεύει το αίμα στους μίσχους
των τριαντάφυλλων,
το χειμώνα, με το ήσυχο, σκληρό χιόνι.
[…]
Καλλιεργώ αυτόν τον κήπο και θυμάμαι και σκέφτομαι.
[…]
Απ’ την κουζίνα μπαίνει
Ο φιλικός αχνός του καφέ και του γάλακτος
Ενα αίσθημα πλατειάς λευκότητας από στρωμένα κρεββάτια
Κι από χέρια παιδιών που φαίνονται διάφανα στον ήλιο.
Και τα παπούτσια μου που πάτησαν σε τάφους κ’ αίματα και λάσπες
και που ανάμεσα στις πρόκες τους κρατούν ακόμη
χώματα σάπια φύλλα και κουρέλια από λυμένα χιτώνια
τα βλέπω μες στον ίσκιο της κάμαρας σα δυο πλοιάρια
που πλέουν αργά σε μια ήσυχη, ανθισμένη λίμνη.
[…]
Και το ότι διακρίνω κι ονομάζω τα πράγματα, μου δίνει μια γλυ-
κειά ευτυχία,
κι η ευτυχία μου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας μου
γιατί μονάχα οι ελεύθεροι μπορούν να διακρίνουν
τα χρώματα, τις μυρωδιές, τη σιωπή και τα σχήματα.
[…]
Τα βουνά είναι γαλάζια κι ο ουρανός γαλάζιος κι ο χρόνος
γαλάζιος,
κι όσο βαθιά και να κοιτάξεις όλα είναι γαλάζια απ’ το βάθος τους.
Αυτόν τον Κήπο τώρα καλλιεργώ – γαλάζιος κήπος. Ισως και
νάχω αργήσει.
Και δε μου φτάνει η μέρα μου ούτε η νύχτα. Βλέπετε,
σέβομαι πολύ τη δουλειά μου. Σέβομαι και το χρόνο σας –
ο αλληλοσεβασμός μας. Κι ο κήπος μας. Καληνύχτα σας.


(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Γ’ Τόμος])

 

 

 

– Γιῶργος Σεφέρης, «Η τελευταία μέρα»

Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ
ἀκούστηκε.
Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ
φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν
ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ
θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ
πεθάνουμε;»
Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ
συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ
χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν – Σαλαμίνι – ναυ-
μαχίας.
Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει
ἕνας ἄντρας;
Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-
νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες…»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».


(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

*Διάφανα κρίνα, «Τελευταίος σταθμός»

 

 

Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός»

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

  (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, «Τελευταῖος»

Ἡ θάλασσα, ἕνα καφενεδάκι, μιὰ καρέκλα
κ’ ἐσύ.
Τελευταῖος ἐσύ. Κι ἀπ’ τὴ θάλασσα
κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα.
Μὴ μοῦ τὰ λὲς ἐμένα αὐτά·
κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα
κι ἀπ’ ὅλα
τ ε λ ε υ τ α ῖ ο ς.

(https://www.tasakos.gr/)

 

 

 

-Ανέστης Ευαγγέλου, «Τελευταία λόγια»

Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά
και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,
προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη
να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις
για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,
για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,
για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,
και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,

βάζοντας όλη σου την αντοχή για να βρεις τους ενόχους —
σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,
σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,
σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο
και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.

(Ανέστης Ευαγγέλου, Αφαίμαξη ’66-’70 (1971) Τα ποιήματα (1956-1993), Εκδόσεις Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007)

 

 

 

-Άρης Δικταίος, «Το τελευταίο ποίημα του έρωτα»

«Δως μου την ηδονή της ηδονής,
ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα, οδύνη.
Το ερωτικόν απόσταγμα μου ηδύνει
την υπερφίαλη σκέψη που πονεί.
Μόνο, τη γεύση αγάπησα μόνο,
ω πονώ πέρ’ απ’ την αίσθηση του χώρου τής γης,
πέρ’ απ’ τα μάκρη αυτά πονώ!
Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς άνθρωπος,
μα αισθάνομαι θεός
κι ως θεός ζούσα, μεθούσα,
πλήρης από έρωτα και δόξα κι ομορφιά…
Πάνω στα σουβλερά καρφιά,
σαν ασκητής έλα κι εσύ να γείρεις,
τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,
να φτάσεις στη σιγή και στο κενό να φτάσεις,
κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.
Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί
του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί
από την πείρα την τόση να κρατείς:
φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις.»


(Σύγχρονη ερωτική ποίηση- 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

 

 

 

-Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Τελευταίο Ταξίδι»

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!»

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, Πέλλα)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Το τελευταίο όνειρο»

 

Κατεβαίνουμε τάχα πάνω απ’ το λόφο.

Τ’ αμάξι κυλούσε. Κι απάνω του οι δυό μας.

Οι τέσσερις ρόδες του, τέσσερα όνειρα, κόκκινα

γαλάζια και κίτρινα. Κι εσύ στην αγκάλη σου,

κρατούσες μια δέσμη ουρανού, που μου σκέπαζε

το πρόσωπο πλάι σου.

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Μετά την τελευταία καμπάνα»

 

Είναι ώρα που σώπασε κι η τελευταία καμπάνα.

Δε θα περάσει άλλο πουλί. Ας μην περιμένω.

Ούτε άλλη φωνή. Ας πάω στο σπίτι

ν’ ανάψω την λάμπα μου.

        Σάμπως

να σου πλέκω ένα μάλλινο ή

να περνώ στη βελόνα μου λεμονάνθια, σου γράφω

στίχους τη νύχτα

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο τελευταίος χαιρετισμός»

 

Ας μου δώσει το χέρι του ο Θεός –

τελευταία ανάβαση. Το σκοινί τεντωμένο

απ’ τη μια άκρη ως την άλλη. Χωρίς καμιά κλίση

του όλου μου σώματος, το γέλιο στη θέση του

(όπως στο πρόσωπο του παιδιού των Δελφών)

το χέρι γυμνό σχεδόν ως το κόκκαλο

πάνω στο στήθος. Ο κόσμος στο βάθος.

Θα κυλήσει από μέσα την καρδιά του ο μικρός

τελευταίος διάττοντας, μια λέξη διαυγής,

κρεμασμένη από μια κλωστή ευτυχίας,

φθόγγος και μάργαρο: «Χαίρε»

 

(http://logocafe.blogspot.com/2012/10/blog-post_14.html)

 

 

Πες το με ποίηση (255ο): «ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ»

1.ΝΑ  ΡΩΤΗΣΩ

Μετά πενήντα, εκατό χρόνια, θα ήθελα
να μου δινόταν το προνόμιο να βγάλω μέσα από ένα
παράθυρο το κεφάλι μου, να ρωτήσω,
με μία διακριτικότητα απέραντη, να μου ειπούν
αν χρειάστηκε στο μεταξύ η αγάπη μου στον κόσμο.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

*****

 

 

2.ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

μορφι δν εναι σιωπ.
Γι’ α
τ κ’ φων μου
δ
ν εναι μονλογος.

Τς ροδις τ λουλοδι,
παραδε
γματος χρη,
ε
ναι να ριστοργημα
πο

τ
παγγλλει μρα.

Βλπω, κοω
φ
τα φωνν.

Γι’ ατ κα μ βλπετε
περπατ
ντας (κμη
κα
μσα στν ρημο)
συχν
, ν ποκλνομαι.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ, 1990

 

 

*****

 

3.ΡΩΤΟΥΣΕ  ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΠΟΙΟΤΗΤΑ

π τ γραφεον που εχε προσληφθε
σ θέσι σήμαντη κα φθηνοπληρωμένη
(
ς κτ λίρες τ μηνιάτικό του : μ τ τυχερά)
βγκε σν τέλεψεν ρημη δουλει
πο λο τ πόγευμα ταν σκυμένος :
βγκεν ρα πτά, κα περπατοσε ργ
κα χάζευε στν δρόμο. – μορφος·
κ νδιαφέρων : τσι πο δειχνε φθασμένος
στν πλήρη του ασθησιακν πόδοσι.
Τ εκοσι ννιά, τν περασμένο μνα τ εχε κλείσει.

χάζευε στν δρόμο, κα στς πτωχικς
παρόδους πο δηγοσαν πρς τν κατοικία του.

Περνντας μπρς σ να μαγαζ μικρ
που πουλιονταν κάτι πράγματα
ψεύτικα κα φθην γι ργατικούς,
εδ κε μέσα να πρόσωπο, εδε μι μορφ
που τν σπρωξαν κα εσλθε, κα ζητοσε
τάχα ν δε χρωματιστ μαντήλια.

Ρωτοσε γι τν ποιότητα τν μαντηλιν
κα τί κοστίζουν· μ φων πνιγμένη,
σχεδν σβυσμένη π τν πιθυμία.
Κινάλογα λθαν παντήσεις,
φηρημένες, μ φων χαμηλωμένη,
μπολανθάνουσα συναίνεσι.

λο κα κάτι λεγαν γι τν πραγμάτειαλλ
μόνος σκοπός : τ χέρια των ν γγίζουν
πάνω π  τ μαντήλια·  ν πλησιάζουν
τ πρόσωπα, τ χείλη σν τυχαίως·
μι στιγμιαία στ μέλη παφή.

Γρήγορα κα κρυφά, γι ν μ νοιώσει
καταστηματάρχης πο στ βάθος κάθονταν.

Κωνσταντνος Καβάφης– 1930, καρος

 

Ρωτώ να μάθω την αλήθεια – Νένα Βενετσάνου


4.ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

Σ΄ είδα να κλαις μια μέρα κ΄ ερώτησα τη γη :
είναι για με το δάκρυ που την δροσολογεί
όπως δροσίζει τ΄ άνθη το ουράνιο πρωτοβρόχι;
Κ΄ η γη μου είπεν : ό χ ι.

Λοιπόν δεν το γνωρίζει, ακόμα δεν το νοιώθει
πως τρέφονται για κείνην οι μυστικοί μου πόθοι;
δεν ξέρει τι γυρεύω; πες μου, ψηλέ ουρανέ.
Κι αυτός μου είπε : ν α ι.

Κ΄ ερώτησα και πάλι τη γη τη ζηλευτή :
δεν θ΄ αγαπήσει τάχα καμμιά φορά κι αυτή;
δεν θα την δω να πέσει στου έρωτος το βρόχι;
Κ΄ η γη μου είπεν : ό χ ι.

Πώς; έτσι θα διαβαίνουν της νιότης μου τα χρόνια
κι αυτήν, αυτήν μονάχα θε να λατρεύω αιώνια
ως που να βρω το μνήμα; πες μου, ψηλέ ουρανέ.
Κι αυτός μου είπε : ν α ι.-

 

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΟΛΕΜΗΣ

 

 

*****

 

5.ΑΠΟΡΙΕΣ

 

Τι νιώθει η έρημος

όταν μακρινός άνεμος

αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

 

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

 

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο

ονειρεύεται άραγε τις μακρινές αποστάσεις;

 

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

 

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε

ότι υπάρχει μόνο ένα μέγεθος θανάτου;

 

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα

ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

 

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια

ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

 

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει

ξέρει ότι είναι δυο γλάροι που ζυγιάζονται

πάνω από το κενό της έλλειψης;

 

Πώς νοιώθει τάχα η νύχτα

μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί τη;

ωραία ή σημαδεμένη;

 

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

 

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ το προσκέφαλό του

περίστροφο ή όνειρα;

 

Τα πούπουλα του μαξιλαριού

ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

 

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος

πως τρίζει η ψυχή του ερημίτη

όταν  την αγγίζει ο θάνατος

τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει

όταν κανείς δεν είναι εκεί για να τ’ ακούσει;

 

Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό

ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

 

Αργύρης Χιόνης.

 

*****

 

6.ΑΠΟ ΤΗΝ  ΠΑΛΙΑ  ΕΡΩΤΗΣΗ

 

Από τη σκοτεινή μου τη γωνιά

(τί το ’θελα στ’ αλήθεια, τότε,
εκείνο το ηλιακό ρολόγι;)

το χέρι στο διαβήτη

το σκύλο ξαπλωμένο ακίνητο
πλάι στα πόδια μου

και κάτι κατάμαυρα μαλλιά

που χτύπαγαν πάνω σ’ έναν κόκκινο ήλιο
καταπρόσωπο

ήταν σα να ρωτούσα το τωρινό κενό

 

—Είσαι στ’ αλήθεια μαζί μου ευτυχισμένη;

Την ερώτησα.

 

— Μα, ναι, μ’ απάντησε

Αφού κάθε πρωί όταν ξυπνάω

τραγουδάω.

 

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Χρωμοτραύματα

 

*****

 

7.ΟΥΡΑΝΙΑ  ΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

Όταν ταξίδεψα στον Ουρανό

ποτέ μου δε συνάντησα τον αστροναύτη

συνάντησα όμως το Θεό

με τους χρωματιστούς αγγέλους.

 

Τον αστροναύτη πάντα τον πληρώνουν

ποτέ τους δεν πληρώνουν το Θεό

ούτε τους χρωματιστούς αγγέλους

κι όταν κι εγώ στέλνω τον πανούργο

ειπράκτορά μου

πάντα γυρίζει άπρακτος.

 

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

*****

 

8.ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ  ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΤΗ  ΠΟΥ  ΔΙΑΒΑΖΕΙ

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;


Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;


Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;


O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.


Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.

Μπέρτολτ Μπρέχτ –Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης, Ποιήματα εκδ. Κορoντζή

 

*****

 

9.Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ  Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕ

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.


Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.


Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Μαρία Κουγιουμτζή, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)

 

 

Μάνος Λοϊζος-Μη με ρωτάς

 

 

10.ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ  ΓΙΑ  ΝΑ  ΜΗΝ ΚΑΘΟΜΑΙ  ΑΕΡΓΟΣ

 

Ποτέ στ΄ αλήθεια δεν το ‘μαθα

τι είναι τα ποιήματα.

 

Είναι πληγώματα

είν΄ ομοιώματα

φρενάκη

φρεναπάτη;

φρενάρισμα ίσως;

ταραχώδη κύματα;

τι είναι τα ποιήματα;

 

Είν΄ εκδορές απλά γδαρσίματα;

είναι σκαψίματα;

είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;

είναι γάζες επίδεσμοι

παρηγόρια ή διαλείμματα;

 

Πολλοί τα βαλσαμώνουν

ως μηνύματα.

Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ

*****

 

11.ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και σαν κίνηση;

Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι

κι οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα

σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;

Σου γράφω λοιπόν…

 

Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι

κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο

θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.

 

Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο

θέλω ναν το πετάξω.

 

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

*****

 

12.ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ


Τι ωραίος που ήταν ο έρωτας!
Πολιορκούσε χωρίς ενοχές
πολεμούσε χωρίς αιχμές, χωρίς φιλοδοξίες.
Λιοπύρι τα μεσάνυχτα
καλοκαιριά στον πάγο
έρωτας, το αντίθετο του αληθινού
έδινε στο πραγματικό ουσία.


Ήταν ωραία η ευωδιά του ιδρώτα
σοφά τα συμπεράσματα της σάρκας τότε
της σάρκας, της πιο παραμελημένης θεάς.
Τη ζωή μου βλέπω τώρα
σαν ένα ντοκιμαντέρ
που δείχνει σπάνια της φύσης πουλιά
ξεχασμένες του κόσμου ακτές
απλησίαστες κορφές.
Τις κινήσεις της ψυχής μου
παρακολουθώ στην οθόνη.


Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή
για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον;
Το ψέμα; Την αλήθεια;
Ή αφήνεται στη φυσικότητα του είναι;
Ποιανού «είναι»;
Πώς μπορεί να υπάρξει «είναι» χωρίς μέλλον;


Όταν πια μόνο μια κάποια ιδέα οδηγεί στο σώμα
μόνο τ’ όνειρο φέρνει το πάθος;
Όσο για τον έρωτα τον τελευταίο
είναι σαν τον πρώτο:
βλασταίνει στο χωράφι του Πλάτωνα. 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΑΓΓΕΛΑΚΗ –ΡΟΥΚ

 

 

*****

 

13.ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ  

Ο Πωλ Ελυάρ με ρωτάει

τη σημασία της λέξης 

«Ελευθερία».

 

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ με ρωτάει

τη σημασία της λέξης 

«Δικαιοσύνη».

 

Ο Ντάντε Αλιγκιέρη με ρωτάει

τη σημασία της λέξης

«Έρωτας».

 

Ο Ιμπν Χουσέιν Ελ Κέντι

-αυτός που λέμε Μουτανάμπι-

με ρωτάει τη σημασία της λέξης

«Φιλότιμο».

 

Ο Γέροντάς μου, ο τυφλός σεΐχης μου

με ρωτάει τη σημασία της λέξης

«Αλήθεια».

 

Κι εγώ 

μη βρίσκοντας απάντηση

τυραννιέμαι χρόνια.

 

Περπατώ στους δρόμους της οικουμένης,

διασχίζω τον κόσμο,

διασχίζω τον ήλιο,

τα πόδια μου,

πληγωμένα από την περιπλάνηση 

με ρωτούν τη σημασία της λέξης 

«Σιωπή».

Σαλάχ Αμπντέλ Σαμπούρ (1931-1981) Μετ. Κωστής Μοσκώφ, «Αραβική ποίηση – 20ος αιώνας», Καστανιώτης 1994

 

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (254ο): «Λίγο – πολύ»…

-«Ζήτησα το λίγο και με τιμώρησαν με το πολύ»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«…Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

-«…και να αγαπάμε κάθε μέρα λίγο περισσότερο, κάθε μέρα λίγο καλύτερα…»

(Ναζίμ Χικμέτ)

 

-«Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι.
Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μας αναγγέλει την
αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.»

(Α. Εμπειρίκος)

 

*Λίγο ακόμα ~ Μ. Φαραντούρη, Μ. Θεοδωράκης

 

-Γ. Σεφέρης, «Λίγο ακόμα»

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν, να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Γ. Σουρής, «Λίγο Μελάνι…»

Ἀφιέρωμα τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1878,
στὴ μετέπειτα γυναῖκα του Μαρία.

Λίγο μελάνι καὶ χαρτὶ καὶ λίγοι πάλι στίχοι
εἶναι τὸ μόνο δῶρο μου ὁποὺ θὰ σοῦ χαρίσω…
Καλὰ ποὺ μοῦ ῾δωσε κι αὐτοὺς ἡ ἀκριβή μου τύχη,
γιατὶ ἀλλιῶς δὲ θά ῾ξερα πῶς νὰ σὲ χαιρετήσω.

Ὡς τώρα ἄλλο τίποτα ἀπ᾿ τὸ δικό μου χέρι,
παρὰ πολλοὺς νερόβραστους καὶ κρύους στίχους εἶδες.
Ἀλλὰ κι οἱ στίχοι ποῦ καὶ ποῦ, καμμιὰ φορά, ποιὸς ξέρει,
ἂν ἔχουν δῶρα ζηλευτὰ καὶ ζωντανὲς ἐλπίδες.

Οἱ εὐτυχίες πού ῾ψαλλα τόσες φορὲς γιὰ σένα
ἂν ἔξαφνα φτερούγιζαν μὲ τὴν αὐγὴ μπροστά σου,
θὰ ἔβλεπες τί εἴχανε οἱ στίχοι μου κρυμένα
κι ἄλλη χαρὰ δὲ θά ῾θελε στὸ κόσμο ἡ καρδιά σου.

 (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_soyrhs_poems.htm)

 

*Σπανουδάκης – είναι πολύ το λίγο (χορωδία)

 

-Γ. Παυλόπουλος, «ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ»

Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο

τον κράτησες στο χέρι σου
κι ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα

θα μείνει λίγος άμμος

με τη δική μας την αφή

κι ο άνεμος που θα φυσάει

όπως τ’ απόγιομα εκείνου του Οκτώβρη

θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί

όλο θα τον πηγαίνει

(http://www.avgi.gr/article/10812/8434916/giorges-paulopoulos-o-poietes-tes-ammou-kai-e-agonia-tes-epidrases)

 

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός»

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ‘στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007

                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

(από τη συλλογή Άψινθος του Μιχάλη Γκανά)

 

 

*Ρίτσος, Θάνος Μικρούτσικος. Καθόλου Λίγο. Γ. Συλλαίου

 

-Γ. Ρίτσος, «Καθόλου λίγο»

 «Ακόμη κάτι – τι; Μήτε εκείνος δεν ξέρει. Να προσθέσει.

Να προσθέσει, πού; Να γίνει τι; Δεν ξέρει. Δεν ξέρει.

Μονάχα τούτη η θέληση – δική του. Παίρνει τσιγάρο. Τ’ ανάβει.

Έξω φυσάει. Οι φοινικιές της εκκλησίας θα σπάσουν. Ο  αέρας

δεν μπαίνει μέσα στα ρολόγια. Δεν ταράζεται η ώρα. Εννέα, δέκα

έντεκα, δώδεκα, μία. Στ’ άλλο δωμάτιο στρώνουν το τραπέζι,

φέρνουν τα πιάτα. Η γερόντισσα κάνει το σταυρό της. Το κουτάλι

ανεβαίνει στο στόμα. Μια φέτα ψωμί είναι κάτω απ’ το τραπέζι.»

(Γ. Ρίτσος, Κιγκλίδωμα, Κέδρος)

 

 

 

Δέσποινα Κουτούφαρη, «Περίσσεψε λίγο όνειρο» 

Περίσσεψε λίγο όνειρο .

θα το μοιραστούμε.

Ένα κομμάτι για σένα,

ένα κομμάτι για μένα.

Περίσσεψε λίγο αγάπη.

Θα τη μοιράσουμε

στους ανθρώπους.

Εκείνοι ξέρουν τι θα κάνουν.

Οι χιονάνθρωποι λιώνουν

πάντα μόνοι τους.

Η δόξα τους τελειώνει

εκεί που αρχίζει η δόξα της άνοιξης.

Σκέψεις που ανθίζουν

στα περιβόλια της παραίτησης ,

της δύναμης για αδυναμία,

της θέλησης για την άρνηση

του εαυτού της.

Στίγμα μοναχικό,

αγκυροβολημένο σε έναν

ξεχασμένο χάρτη.

Οι παλάμες σου γέμισαν φως.

Οι παλάμες μου γέννησαν προσδοκία.

Είμαστε άραγε ελεύθεροι;

(https://atexnos.gr/)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Λίγο πριν την νύχτα»

 

Κοιτώντας το βλέμμα σου, θαρρούσα πως έβλεπα,

πρώτη φορά, ουρανό που κυμάτιζε.

Στο βάθος του ανταύγειες υποπράσινες σύνθεταν

ένα χρώμα ακαθόριστο. Ένα χρώμα από πνεύμα,

από φως, ένα αγίασμα. Νύχτωνε κι όμως

Θαρρούσα πως σάλευαν στους τοίχους λουλούδια,

σάμπως χαράζοντας πέρα σε κάποιο

βάθος ν’ ανταύγαζε. Τα μάτια σου δέσποζαν.

Θωρώντας αυτή τους την ατλάζινη κίνηση

να πηγαίνει και να ‘ρχεται, δε μπορούσα να ειπώ

τι ακριβώς μου θυμίζανε. Μπορεί την Αγία

Άννα στους βράχους, ορθή, με του σύμπαντος

το διάφανο στέφανο γύρω στο στήθος της.

Μπορεί κάτι άλλο που τόχα συλλάβει

ο ίδιος εγώ, αλλά μούκαψε τη σκέψη και χάθηκε.

Θαρρούσα πως έβλεπα τη γιορτή των χρωμάτων,

τη γιορτή της φωτιάς, τη γιορτή του νερού

και της βλάστησης.

Κι όλα

μαζί, σ’ ένα όρθιο ποτάμι που ανέβαινε

και χύνονταν επάνω στον γαλάζιο ουρανό,

σε δυό οροπέδια, που αχτιδίζαν δυό διάφανες

λίμνες: τα μάτια σου.

Ποιος είναι άραγε

απ’ τους δυό μεγαλύτερος; ο κόσμος ή ο άνθρωπος;

 

Σε λίγο, βαδίζαμε μόνοι, κοιτάζοντας

πέρα στο βάθος. Είχεν απ’ ώρα

δύσει ο ήλιος. Πρίν να προφτάσει,

γλυκός σαν μετέωρο μάτι παιδιού,

ν’ ανατείλει ο έσπερος, πήραν να γίνονται

πράγματα άλλα μές στον ορίζοντα.

Μέσα στο ημίφως σηκωνόνταν αυλαίες.

Άναψεν άξαφνα όλα τα μέσα

φώτα του ο κόσμος

λατομείο του ήλιου.

Άπ’ αύριο θ’ αρχίζω να χτίζω.

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

****************

 

-«Ναι, αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα…»
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.»
(Γ. Ρίτσος)

 

Κωνσταντίνος Καβάφης «Πολύ σπανίως»

Είν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απ’ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Έτσι πολύ ατένισα»

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου… μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα…

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, Ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, “Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο”

Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του
που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.

 

*Χρήστος Θηβαίος – Αγάπη ( Πόσο πολύ σ’ αγάπησα )

 

-Κατίνα Παΐζη, «Ποσο πολυ σ’αγαπησα»

Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις
καλέ που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
Απ’ τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.

Τα χέρια μου δεν έδεσα τριγύρω στο λαιμό σου.
Δεν έσταξε απ’ τα μάτια μου το δάκρυ μου θολό.
Κουνούσα το μαντίλι μου αλαφρά στο μισεμό σου
και σιωπηλά σου ευχότανε η ψυχή μου στο καλό.

Δεν είδες το τρεμούλιασμα των κουρασμένων μου ώμων.
Δε μάντεψες τη θύελλα που εκλειούσα στην ψυχή.
Μήτε πως ήμουν σύντροφος των μακρινών σου δρόμων
κι όλη μου η σκέψη ανέκφραστη σ’ άγγιζε προσευχή.

Κι αν ήρθαν μέρες πένθιμες και νύχτες θολωμένες,
που η μοναξιά με τρόμαζε και μου ?παιρνε το νου,
τώρα κρατώ στη θύμηση στιγμές ευτυχισμένες
κάποιου καιρού αλησμόνητου ωραίου κι αληθινού.

Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις,
ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου ?δωσες αξίζουν μια ζωή.

https://www.eros-erotas.gr/

 

*Ορφέας Περίδης – Γιατί πολύ σ΄αγάπησα

 

-Μ. Αναγνωστάκης, [Τώρα είναι πια πολύ αργά]

II

«Το κάθε τι τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Νʼ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απʼ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σʼ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
—Σωστά το κάθε τι τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες—
Μετρώντας ακόμη μια φορά ένα ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή.
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τʼ αυτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το κάθε τι
Είπαν πως ό,τι αγγίζαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε).
Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιούμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μια άλλη συνηθίσαμε μορφή.

…Φυσάει πολύ απʼ το σπασμένο τούτο τζάμι. (Ποιός έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο
πάτωμα;).
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχτεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια
οριστικά το δικό μας).

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ…»

«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί…ε;…μίαν άλλη μέρα…»

(http://www.stcloris.gr/?p=7619)

 

 

 

Πες το με ποίηση (253ο): «ΕΚΔΡΟΜΗ»

Εκδρομή- Δήμητρα Γαλάνη & Ευστάθιος Δράκος

  1. Η ΕΚΔΡΟΜΗ  

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

αφήνει την δραμουντάνα

να σκορπίζει την πανάκριβη στάχτη

του αποτρόπαιου χρόνου.

 

Με την κλεψύδρα προς το τέλος της

ακίνητα τα πράγματα της κάμαρας

υποδέχονται το διαφανές σούρουπο

ιστό σοφής αράχνης

που περιβάλλει μ’ ένα μυστικόφερτο

σφάχτη τις αναπολήσεις.

 

Η εκδρομή τέλειωσε λοιπόν

και στην άδεια σκέψη του εκδρομέα

κυριαρχεί νόστος ανεξέλεγκτος

εκτός συναλλαγής και διαπραγμάτευσης.

 

Κενά τα σακίδια

κι οι υδρίες χωρίς νερό πια

αποτιμούν το κόστος μιας μέρας

μιας ζωής ακόμα

που σαν εκδρομή πέρασε.

 

Τα όποια συναισθήματα

είναι ήδη χωρίς σημασία

αφού όλα αργά αργά τάπνιξε

πυκνό αδιαπέραστο σκοτάδι.

 

Η τεφροδόχος των ωραίων στιγμών

στ’ ανατολικό μπαλκόνι

εξακολουθεί ν’ αδειάζει ανέκφραστη

από την πανάκριβη στάχτη του κάποτε.

 

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

*****

 

  1. ΦΥΓΑΜΕ


Σε κάθε εκδρομή σε ρωτούσα:
πόσο όνειρο έχουμε ακόμη˙
προλαβαίνουμε να βγούμε στην καρδιά;


Αγάπα εσύ, μου απαντούσες,
και όπου πάμε εκεί επιστρέφουμε.


Γιατί δίχως πόνο θα χαθούμε
και χωρίς χαρά θα ξεχαστούμε.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

 

 

Η εκδρομή, Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ. Χ.

 

  1. Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Και τι μ’ αυτό
δεν είναι λόγος ν’ αναβληθεί η εκδρομή.
Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός
Εμείς
απ’ άλλους τόπους
χωρίς δουλειά
μπορούμε ν’ αποκλείσουμε
Αυτούς
που σ’ άλλους συλλόγους ξενυχτάνε.

Και τι νομίζετε
εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;
τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;
και τα χωράφια μας με ξένους.

Καλώ τους οπαδούς ν’ ακολουθήσουν.
Δεν μας φοβίζουνε τα κύματα.
Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί.
Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα.
Την όχθη θα την περάσουμε
πεζή.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΧΡΟΝΑΣ

 

*****

  1. Η ΕΚΔΡΟΜΗ

    Φεύγω με το τρένο για τη λίμνη – ποια λίμνη;-
    Γυρίζουν οι ρόδες, γυρίζουν οι εποχές.
    Βγάζει καπνούς το μυαλό μου.
    Σφυρίζουν τα δέντρα γύρω μου.
    Φεύγω σα σφαίρα. Επιτέλους μετακινούμαι.


Δεν πήρα τίποτα μαζί μου.
Μόνο τσιγάρα κι ένα πακετάκι με ποιήματα για το δρόμο.
– Σα να λέμε τα ξυριστικά μας είδη. –
Τα τελευταία ιστορικά γεγονότα τα ξέρω απέξω
θα τα λέω στον πλαϊνό μου και θα γελάμε.


Έχω γύρω στο λαιμό μου το μάλλινο κασκόλ σφιχτή θηλιά.
Όταν ζεσταθεί η κουβέντα θα μιλήσω για σένα.
Μετά πολιτική συζήτηση. Μετά για τέχνη.
Ωραία μέχρι εδώ. Αλλά δεν υπάρχει κανένας συνεπιβάτης.
Είμαι μόνος στο όχημα με τα χέρια μαγκωμένα στο παράθυρο.


Όλα φεύγουν πίσω μου. Όλα τα ξεχνάω.
Ψάχνω για το μηχανοδηγό. Δεν υπάρχει.
Το τρένο είναι αυτόματο, είναι κατευθυνόμενο.
Άρχισε να φαίνεται η λίμνη.


Κόβεται ο χρόνος.
Το νερό με σφίγγει σα σίδερο.
Τώρα κατεβαίνω στον πάτο της λίμνης.
Κοιτάζω την οροφή του νερού.


Είναι παράξενο μέρος για πικ – νικ.
Γιατί κανονικά πρέπει να ‘χω σκοτωθεί σε δυστύχημα.
Ζω όμως και σκέφτομαι.
Μήπως πήρα λάθος τρένο;
Ή με βάλανε βιαίως σε άλλη εποχή;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

*****

 

  1. ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗ  ΜΕΤΑΛΛΙΚΗ  ΠΟΛΗ

Εκδρομή στη μεταλλική πόλη.
Στις νερατζιές δώσαμε τη μηχανή
σ’ έναν άγνωστο, για φωτογραφία.
Φορούσες ένα χαρούμενο μαύρο φόρεμα
–τα χέρια σου ήσυχα μασούλαγαν
ένα κουλούρι–
Όταν έγινε η εμφάνιση είδα:

Βομβαρδισμένη πόλη, καμένες νερατζιές.
Ο άγνωστος με ανοιγμένο κεφάλι στα πόδια μας.
Τρέχαμε στο άσπρο περιθώριο της φωτογραφίας
να κρυφτούμε έντρομοι και μόνοι.

Γιάννης Κοντός, Τα οστά, εκδόσεις Κέδρος, 1982

 

Η ατέλειωτη εκδρομή, Γκαϊφύλιας-Μαρίζα Κωχ

 

  1. ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΕΚΔΡΟΜΗ

 

Γαλάζια πεύκα τρέχουν στο μυαλό μου
σε τούτη την αξέχαστη εκδρομή,
τα σύνεργα σκουριάσαν στο γυλιό μου,
βαρέθηκα να είμαι στη γραμμή.

Στη γραμμή σαν στρατιώτες που πηγαίνουν
στον άλλο κόσμο, που γυρνούν και δεν πεθαίνουν.

 

Γυναίκες μαύρες κι είναι τρομαγμένες,
τσιγκέλι ο κόσμος δίχως ουρανό.

Στραγγίζει το κορμί μου στους μπαξέδες,
με γδέρνουν σαν μοσχάρι και πονώ.
Δεν είμ’ εδώ γι’ αυτούς που με ζητάνε
είναι κλειστό το μαγαζί και δεν πουλάμε.

 

Αράζουν οι χωριάτες στα βαγόνια
και τρώνε το κασέρι με ψωμί,
στα μάτια τους τα τρομαγμένα χρόνια,
χάρτινα χρόνια, χάρτινη ζωή.

Δεν είμαι ‘γω αυτός που κυνηγάτε
λάθος η πόρτα και ο αριθμός μη με ρωτάτε.

 

Πικρός αέρας μέσα στη ζωή μου
παραμονεύει ο θάνατος κρυφά
μη μου χαλάς αυτή την εκδρομή μου
μη με γυρίζεις πίσω στα στενά.
Αυτά που θέλω να σου πω δεν τα θυμάσαι
κλείνεις τα μάτια, μα το ξέρω δεν κοιμάσαι.

ΜΑΝΟΣ  ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

*****

  1. ΕΚΔΡΟΜΗ


Τη συντροφιά μας τραγουδώ αραγμένη σ’ όχτο
χωρίς κόπο.
Έχω να κάμω μ’ έτοιμο τραγούδι.


Μας φωτογράφισε ο φίλος τη στιγμή που έπεφτε ο ήλιος
όταν σα μουσική περνούσαν πλάι μας αρνιά
και το παιχνίδι των κυμάτων
ερχόταν να συνεχιστεί μέσα στα στήθη μας
πλάι στο παιχνίδι της Επανάστασης.


Η μέρα κύλησεν αξέχαστη
τώρα αναπαύεται στο αίμα μας
και στα τραγούδια της οργής και της αγάπης.


Όνειρο ήτανε κακό τα ΙΧ σταματημένα στον πευκώνα
όνειρο ήτανε κακό η πληγιασμένη αμμουδιά
απ’ τ’ αδειανά κουτιά της μπύρας και της κόκα κόλα
όνειρο ήτανε κακό η θαλασσινή ομορφιά
με τους αμφίβολους κολυμβητές κοντά μας
τους πεθαμένους ανθρώπους να ζητιανεύουν μάταια
ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μας.


Η κυριακάτικη εκδρομή στη Λούτσα
είν’
’ένα κέρδος μέσα μας σαν πίστη και το τραγουδώ
χωρίς αμφιβολίες και κόπο.
Έχω να κάμω μέτοιμο τραγούδι
ξέρουμε δα τι πα να πει αυτό.

ΘΩΜΑΣ  ΓΚΟΡΠΑΣ

*****

 

Σαν μια εκδρομή η ποίηση, αρκετά έξω, μακριά από την πυκνοκατοικημένη γλώσσα. Πας εκεί εντελώς μόνος, στρώνεις κάτω ένα μεγάλο λευκό χαρτί, το στερεώνεις με ένα υπομονετικό μολύβι, και περιμένεις. Μήπως η ετοιμασία σου προσελκύσει εκείνες τις σαύρες – λέξεις που τρέχοντας περνούν και με τη θαυμαστή προσαρμοστικότητά τους πάνε και κρύβονται στο άλλο χρώμα κάθε φορά, του άλλου νοήματος, μέσω του οποίου και διαφεύγουν. Υπερκινητικές οι λέξεις. Περιμένεις, ώρες, μήνες, μπορεί και χρόνια, μήπως και τις μαγνητίσει αυτή η κατάλευκη άγραφη λιχουδιά που τους έχεις απλώσει.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Ο φιλοπαίγμων μύθος

 

Η εκδρομή, Αρλέτα

 

  1. ΕΚΔΡΟΜΗ

Δε θέλω εγώ από σένα
παραμυθάκια να μου πεις
λόγια μεγάλα και ψέματα
δε θέλω εγώ από σένα
παραμυθάκια να μου πεις
πράγματα τις νύχτας
και μπερδέματα

Εγώ από σένα θέλω
μόνο μια εκδρομή
μια αναπνοή
στο φως μια διαδρομή
εγώ από σένα θέλω
μόνο τ’όνειρο
σημερινό
κι άσε τ’αύριο γι’αύριο

Δε θέλω εγώ από σένα
τίποτα να ’ναι πιο βαρύ
απ’το φτεράκι μιας μέλισσας
δε θέλω εγώ από σένα
τίποτα να ’ναι πιο βαρύ
απ’τον αφρό
της άγριας θάλασσας

ΑΡΛΕΤΑ

 

*****

 

9.Η ΕΚΔΡΟΜΗ

Ας προσποιηθούμε πως ουδέποτε συνέβη.
Το καλοκαίρι με τις ερεθιστικές του λεπτομέρειες.
Τα πεινασμένα στόματα των άστρων στο κρεβάτι μας.
Ο όρκος σου στην λακκουβίτσα του λαιμού μου.


Ας υποκριθούμε ακόμα
πως δεν ξεπρόβαλες συνέχεια μπροστά μου
στο ολόφωτο νησί
στη ντουλάπα του ξενοδοχείου,
πίσω από τις κολώνες στα στενά καντούνια


ή καλύτερα ας αποδώσουμε αυτές τις ξαφνικές σου εμφανίσεις
στην κεκτημένη ταχύτητα
που έχουν οι στιγμές
που ενώ τις στραγγαλίζεις
συνεχίζουν ακέφαλες να περπατούν
στάζοντας αίμα.


Ναι, ας προσποιηθούμε. Πως δεν ήταν αυτή η εκδρομή
που είχαμε σχεδιάσει από καιρό μαζί να πάμε.

Γιατί πίσω από κάθε ζωντανή εκδρομή
υπάρχει η δίδυμή της.
Η εκδρομή που δεν θα κάνουμε ποτέ.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

Eμείς του 60 οι εκδρομείς

 

 

10.Η  ΕΚΔΡΟΜΗ

 

λο τ πρω βρεχε σταμάτητα,

ο πεύθυνοί του μίλου δν τ πρόβλεψαν

κι μες, συρφετς τουριστών,παπίζαμε!

 

ποίηση προσφέρθηκε ργότερα, κτς προγράμματος,

ς ντίδοτο τς πρωινς γρασίας.

Τ ποιήματα πάλυναν τν βαρυστομαχι

το λουκούλλειου δείπνου.

 

κδρομ συνεχίστηκε μ θαυμαστικ πιφωνήματα,

shop therapy, φωτογραφήσεις κα περισσ νία.

λαφρότητα τς περιήγησης

εχε πογραφ Πολιτιστικός Σύλλογος…

 

κενο πο γοητεύει τ ψηλ νθος το νο εναι οτοπία.

 

Ανδρέας Γ. Λίτος, Φως ο τόπος του άλλου τρόπου (2012)

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (252ο): «Μυστικό – μυστήριο»…

*Αλίκη Βουγιουκλάκη, Έχω ένα μυστικό

 

-«…Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου…
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του «Υμνου !..»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-Νταν Αλμπεργκότι, «Το μυστήριο του Μεγάλου μπλε ερωδιού

Ο ποιητής προσπαθεί να κάνει τον ερωδιό θεό,
αλλά ο ερωδιός δεν ενδιαφέρεται. Ο ερωδιός
τσαλαβουτά καταμήκος της όχθης, ένα σκοτεινό σώμα
που απορροφά το φως, αναμονή που παύει το χρόνο.
Ο ποιητής βγάζει κάτι ήχους σαν προσευχή,
αλλά ο ερωδιός απλά ενοχλείται, και μ’ ένα βήμα
στον αέρα απομακρύνεται απλώνοντας τις φτερούγες.
Ο ποιητής προσεχτικά μνημονεύει ένα ιερό κείμενο,
αλλά ο ερωδιός έχει βρει μια κρυμμένη λακκούβα με νερό
ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στέκεται εκεί
όλη τη μέρα, ατενίζοντας ψυχρά μέσα στο νερό,
πέρα από τα τραγούδια, πέρα από το αίμα,
πέρα απ’ όλες τις φωνές που ικετεύουν για έλεος.

(από την ποιητική συλλογή The Boatloads 2008 – http://frear.gr/?p=13599)

 

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ»

Ι

Όλα τα ποιήματα είναι ορφανά.

Ζουν σε κάποιο ίδρυμα.

Άλλοτε παιδιά άλλοτε γέροι.

Τις νύχτες μαζεύονται στη σάλα.

Και διαβάζει το ένα το άλλο.

 

ΙΙ

 

Όλα τα ποιήματα είναι ένοχα.

Ποτέ δεν θα απολογηθούν.

Μερικά καταδικάζονται στην λήθη.

Όμως η μνήμη είναι ο πιο ανελέητος κριτής.

 

ΙΙΙ

 

Όλα τα ποιήματα κρύβουν ένα μυστικό.

Σε κάποιο στίχο υπάρχει μια καταπακτή

μια κρύπτη απόκρυφη

ένα χαλαρό πλακάκι ή μία σάπια σανίδα

για να γλιστρήσει ο αναγνώστης στην τσουλήθρα

 

ΙV

 

Τα περισσότερα ποιήματα φοβούνται να πεθάνουν

γι αυτό και ερωτεύονται συνέχεια

μα ο θάνατος δεν έρχεται ποτέ ακαριαία

στην πραγματικότητα

τον προετοιμάζει πάντα η αρχή τους.

 

V

 

Όταν ένα ποίημα ερωτεύεται γίνεται επίμονο συχνά.

Επαναλαμβάνει συνέχεια τους ίδιους στίχους

την ίδια κίνηση το ίδιο χάδι

σαν παλίρροια ή μικρή ακροβάτισσα στο χιόνι.

VI

 

Τα ποιήματα είναι αστέρια.

Στέλνουν το φως τους ακόμα

κι όταν τα ίδια είναι νεκρά.

 

VII

 

Αν δεις στον δρόμο σου ποίημα γνωστό

μην το χαιρετήσεις.

Προσποιήσου ανωνυμία, κάνε πως δεν το ξέρεις.

Σε κανένα ποίημα δεν αρέσει η οικειότητα.

Δίνουν το κορμί τους σε όλους

δεν φιλούν όμως κανέναν.

 

VΙΙΙ

 

Ποίημα από ποίημα διαφέρει.

Κανένα ποίημα δεν είναι ποτέ το ίδιο με το άλλο.

Όλα όμως προέρχονται από την ίδια αρχαία κοίτη.

 

IX

 

Όλα τα ποιήματα είναι αλκοολικά.

γέρνουν επικίνδυνα,

βυθίζονται στο οινόπνευμα.

Κυκλοφορούν στο αίμα.

Κι ύστερα εκσφενδονίζονται στο άπειρο.

Χ

Κάθε ποίημα είναι ένας άντρας.

Πλαγιάζεις μαζί του στο σκοτάδι.

Το πρωί μένει μόνο η μυρωδιά

άγνωστης σάρκας στο χαρτί.

 

(http://www.thraca.gr/2013/12/blog-post_3.html)

 

 

*Δ. Υφαντής, «Μυστικά πως σ’ αγαπώ»

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ»

Που θες να βρω
μέσα στον κάμπο
ποιά μαργαρίτα διάλεξε
για να ντυθεί το μυστικό σου.

(http://www.caravanproject.org/mixalis-gkanas/)

 

*ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ- ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

 

 

-«Μυστικός δείπνος» – του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Άλλο δεν επιθύμησα – μονάχα
τα κουρασμένα πόδια σου να πλύνω.
Να ’ναι η κάμαρα ζεστή, κι απ’ τις κουρτίνες
να πέφτει η αντηλιά του δειλινού.
Ευλαβικά τις αρβύλες θα σου βγάλω,
τις λασπωμένες, και ζεστό νερό θα φέρω
μες σε βαθιά λεκάνη, και θα σκύψω
να σε υπηρετήσω ταπεινά.
Μα όταν, σηκώνοντας τα βρώμικα απονέρια,
γεμάτα απ’ την αγάπη μου, αντικριστούμε,
μες στην ανατριχίλα των ματιών μου δε θα βρεις
αυτό που τα απονέρια ετούτα μαρτυρούνε.

(http://frear.gr/?p=9165)

 

 

 

 

-Στέλιος Σπεράντζας, «Ο Μυστικός Δείπνος»

 

Και λέει ο Ναζωραίος στους μαθητάδες:

«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες

Φως από φως, στα σκότη,

εσείς πιστοί οδηγοί και οι πρώτοι

καταλυτές των γήινων θρήνων,

που θείο μήνυμα θα φέρετε παντού,

κι ακόμα κι ως τη χώρα των Ελλήνων.

Του δείπνου μας χαρήτε απόψε τη χαρά.

Και την καρδιά στυλώσετε γερά

με το ψωμί και το κρασί,

που αίμα και σώμα είναι δικό μου,

μην αποστάσετε χλωμοί

μες την ανηφοριά του δρόμου».

Και λέει στον Ισκαριώτη: «Εσύ,

τούτο το ξέχωρο ολοκόκκινο κρασί

θα πάρης,

τα φλογισμένα χείλη να δροσίσης,

πριν στο Ραββί ένα φίλημα χαρίσης.

Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια!…»

Ο Ιούδας σκύβει,

πως τάχα το ψωμί θέλει να κόψη.

Τα φρύδια κατεβάζει, έτσι που κρύβει

με στενοχώρια

το φόβο, ως καθρεφτίζεται στην όψη.

Και λέγει του ξανά ο Χριστός: «Ας γίνη,

ό,τι γραμμένο υπάρχει να γενή.

Νύχτα είν’ ακόμη σκοτεινή

και -μη φοβάσαι- είναι γεμάτοι καλωσύνη

της Ιουδαίας οι κρίκοι.

Κι ειν’ όλο αγάπη το τριφύλλι,

κι ανθεί κατάσπρο στην πλαγιά του Γολγοθά

το χαμομήλι.

Σύρε και μην αργείς.

Χτυπάει επίμονα η καρδιά της γης.

Σύρε πιο γρήγορα, ακουμπώντας στο ραβδί,

πριν βγη και το φεγγάρι και σε ιδή.»

Κατάχλωμος ο Ιούδας σαν σουδάρι,

απλώνει το ποτήρι του να πάρη.

Μα το ποτήρι πέφτει από τη φούχτα του

και πλέρια

βάφει με τ’ άλικο πιοτό,

το δυνατό,

του Ναζωραίου τα θεία χέρια.

Χαμογελά ο Χριστός. Μα του Ισκαριώτη

πόσο δονείται ακόμα το κορμί!

Της προδοσίας βαρύ το κρίμα… Και με ορμή

τον σπρώχνει να χαθή σκυφτός στα σκότη.

ΙΙ

Ωραίος, καθώς του ήλιου ανατολή,

ανάμεσα ο Χριστός στους μαθητάδες,

ορθώνεται και πάλι αργομιλεί:

«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες…

Στα χείλη η προσευχή πριν ανεβή,

την πόρνη, ας συχωρέσουν, τον τελώνη.

Με ανόμους θα περάση και ο Ραββί.

Την πρώτη πέτρα ο αναμάρτητος σηκώνει.

Αγάπη κόσμου ο νικητής. Κι εγώ η πηγή

για όποιον διψά στοργή δικαιοσύνη.

Ειρήνη… Αν αψηλώσω από τη γη,

ένα με τ’ άστρα κι η ψυχή σας θέλει γίνει»

Είπε κι ανάβλεψε τα μάτια του ο Χριστός.

«Πατέρα μου, κι η αγάπη Σου ας πληθαίνη.

Σε με έθνη και λαοί και η οικουμένη.

Το έργο μου ετελείωσε. Και να,

τώρα ο δικός μου ο διαλεχτός

στα σκοτεινά

του ξεροπόταμου των Κέδρων περιμένει».

Ξάφνου τα νέφη ως σκίζει το φεγγάρι,

απ’ τον ψηλό καγκελλωτό φεγγίτη,

θεία χάρη,

μια δέσμη κατεβαίνει μες στο σπίτι.

Δέσμη από φως, σαν φίλημα ελαφρό,

στα θεία μαλλιά του Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.

Μα κι ένας ήσκιος απ’ τα κάγκελα, που κάνει

πίσω απ’ τους ώμους Του, στον τοίχο, ένα σταυρό.

Με πόνο οι μαθητάδες του Κυρίου,

που τρέμει στων ματιών τους το ακροκλώνι,

το σύμβολο κοιτούν του μαρτυρίου,

Κι εκείνος με χαμόγελο γλυκό

στο δείπνο το στερνό, το μυστικό,

σκορπάει το θάρρος κι εμψυχώνει.

Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος,

καταραμένος,

την ώρα αυτή την ίδια,

τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος.

Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια,

ξεσκίζοντας τ’ αυτιά του, γιατί ο λόγος,

ο λόγος του Άκακου

στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο

που το σαρώνουν ξεροβόρια:

«Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια…».

(https://www.agiameteora.net/index.php/afieromata/megalis-evdomadas/1522-o-mystikos-deipnos-poiima.html)

 

 

 

-Γιώργος Μολέσκης, «To μυστικό»

«Στο μυστικό αλφάβητο γράφει
Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….»

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Μυστικὴ πύλη»

«Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν,
……η μητέρα έκλαιγε και με παρακαλούσε να κατέβω, μα έμενα ήταν η μοίρα μου να περπατάω στο ταβάνι, μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.
……Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.»

 (απὸ τη συλλογὴ Νυχτερινὸς επισκέπτης)

 

*Το μυστικό (Αχ ζωή) – Λιζέτα Καλημέρη

 

-Κωστής, Παλαμάς, «Μυστικό τραγούδι»

 

Καλοκαίρι φιλούσε τ’ ακρογιάλι,

σε πρωτόειδα στ’ ολόδροσο νησί,

αργούσε το φεγγάρι να προβάλει,

απάντεχη ώρα! Πρόβαλες εσύ.

 

Αχνό ένα φέγγος, και χωρίς ν’ αφήσει

το στόμα σου, την πρώτη του φωλιά,

υψώθη πιο πλατιά φωλιά να χτίσει

στα μελιχρά σου φουντωτά μαλλιά.

 

Και σα να ’λαμπε η λάμψη σου αναμμένη

σε κρύσταλλου αποπίσω συννεφιά,

την ξανθή σου τη λάμψη αλαφροδένει

μια καθαρομελάχρινη ομορφιά.

 

Λιγνοζωγραφισμένη ήρθες εικόνα

μες στο μαγνάδι ενός βραδιού απαλού.

Ήταν το μέτωπό σου ή μια κορόνα;

Δικό σου ήταν το γέλιο ή του γιαλού;

 

Αργούσε το φεγγάρι να προβάλει,

πρόβαλες της ψυχής φεγγάρι εσύ,

αγάπης χάιδιο σ’ όλο τ’ ακρογιάλι,

μάγεμα ονείρου σ’ όλο το νησί…

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1667)

 

 

 

-Χριστόφορου Τριάντη, «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ»

 

Η ποίηση,

διάβαινε τούς δρόμους

κι έγινε συνοδοιπόρος

τού νηστευτή.

Συνοδούς είχε νεκρά παιδιά

που κρεμαστήκανε στη χλαμύδα της,

ζητώντας συντροφιά.

Και την ακολούθησαν (είναι αλήθεια),

κρατώντας στήθη,

στεγνά σαν λιθάρια του Αυγούστου.

Ταξίδεψε με τη σάρπα της,

ολοστόλιστη με γράμματα.

«Νηστευτή, σου ‘φερα τις λέξεις.

Ξεκίνα την πορεία

στους πάγους και τη νύχτα.

Στο κελί που έχτισες

με θλίψη, ρυτίδες και εκμαγεία,

μην περιμένεις ο χρόνος

να σε λυπηθεί,

Μάταια θ’ ανοίγεις τις πύλες

να δεις

πού πάνε τα πουλιά.

Μέσα σου είναι το λάθος.

Αυτό είναι το μυστικό»

 (http://fractalart.gr/to-mystiko/)

 

 

*****

 

*Μαρτύριο, μυστήριο – Γιώργος Νταλάρας

 

 

-«Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το μυστήριο»
(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά».

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Η ποίηση είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα»

(Κική Δημουλά)

 

 

 

-Άφησα να μην ξέρω (Κική Δημουλά)

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που ‘χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα ‘ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

(http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=273&author_id=69)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (251ο): «ΧΡΕΟΣ-ΧΡΩΣΤΑΩ»

1. ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


Πολλά ποιήματα είναι ποτάμια.
Άλλα είναι χαμολούλουδα σε βραδινό κάμπο.
Άλλα είναι σαν πέτρες που δε χτίζουν τίποτα.

Πολλοί στίχοι είναι σα στρατιώτες έτοιμοι για τη μάχη.
Άλλοι σα λιποτάχτες κρυμμένοι πίσω απ’ τ’ ανθισμένα δέντρα.
Άλλοι σαν άγνωστοι στρατιώτες που δεν έχουν πρόσωπο.

Πολλά ποιήματα φωνάζουν δυνατά χωρίς ν’ ακούγονται.
Άλλα σωπαίνουνε με σταυρωμένα χέρια.
Άλλα σταυρώνονται και μιλούν σταυρωμένα.

Πολλοί στίχοι είναι σαν εργαλεία.
Εργαλεία σκουριασμένα, ριγμένα στο χώμα
κι άλλα καινούργια που δουλεύουν το χώμα.

Πολλά ποιήματα είναι σαν όπλα –
όπλα πεταμένα στο χώμα
κι όπλα στραμμένα στην καρδιά τού εχθρού.

Πολλοί στίχοι στέκονται πίσω απ’ τη σιωπή
σαν τα χλωμά παιδιά πίσω απ’ τα τζάμια ενός ορφανοτροφείου –
κοιτάζουν μακριά, μες στη βροχή – δεν ξέρουν τι να κάνουν, πού να πάνε.

Πολλά ποιήματα είναι σα δέντρα
άλλα σαν κυπαρίσσια σ’ ένα λιόγερμα θλίψης
άλλα σα δέντρα οπωροφόρα σ’ ένα κολχόζ.

Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες –
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

Είναι και μαύρες πόρτες καμένες σε μια πυρκαγιά,
κι άλλες τιναγμένες από μιαν έκρηξη
κι άλλες πού μεταφέρουν ένα σκοτωμένο σύντροφο.

Υπάρχουν ποιήματα πού καλπάζουν μες στο χρόνο
σαν το κόκκινο ιππικό του Σμύρνενσκη
ποιήματα καβαλάρηδες πού αφήνουν τα γκέμια και πιάνουν την αξίνα.

Πολλά ποιήματα γονατίζουν στη μέση τού δρόμου,
πολλά ποιήματα άνεργα μ’ αδούλευτα χέρια,
πολλά ποιήματα εργάτες που ξεπερνούν χίλιες φορές τη νόρμα τους.

Υπάρχουν στίχοι σα δαντέλες στο λαιμό των κοριτσιών
ή σα δαχτυλιδόπετρες με μικρές μυστικές παραστάσεις
κι άλλοι πού πλαταγίζουν ψηλά σα ρωμαλέες σημαίες.

Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα μες στην ερημιά –
βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα των στίχων τους σ’ ένα ρυάκι,
ύστερα χάνονται ονειροπαρμένοι μες στο δάσος και πια δεν επιστρέφουν.

Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές
δεμένες στα καμπανάκια των άστρων –
αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα.

Πολλά ποιήματα βουλιάζουν μες στην ίδια τους τη λάμψη,
περήφανα ποιήματα∙ δεν καταδέχονται τίποτα να πουν.
Ξέρω πολλά ποιήματα που πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι τής σελήνης.

Ένα σωστό ποίημα ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά τού ρεμβασμού.
Είναι πάντα στην ώρα του σαν τον συνειδητό, πρόθυμο εργάτη
είναι ένας έτοιμος στρατιώτης που λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

Κάποτε οι ποιητές μοιάζουνε με πουλιά μες στο δάσος τού χρόνου,
οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια τού Πόε,
κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι ή σαν αητοί ψηλά σ απόκρημνα Ιδανικά.

Υπάρχουν και ποιήματα όμορφα σαν τα πουλιά Γκλουχάρ –
το Μάη και τον Απρίλη πνίγονται μες στο ίδιο τους το ερωτικό τραγούδι
πνίγονται μες στη μελωδία τους και κουφαίνονται.

Το Μάη και τον Απρίλη τα χαράματα
μες στην κρυστάλλινη δροσιά τού δάσους
βγαίνουν οι κυνηγοί με τα ντουφέκια τους και τα γκλουχάρ δεν τους ακούνε.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, αδέρφια μου,
ας κρατάμε τ’ αυτί μας στυλωμένο στο γυαλί της σιωπής, –
τα βήματα του εχθρού και του φίλου μας μοιάζουν στο θαμπόφωτο του δάσους.

Πρέπει να διακρίνουμε.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας
μη και μας εύρη ανέτοιμους η μεγάλη ώρα,
– ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ’ τις σκάλες των αιώνων
ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά σαν τα γκλουχάρ εκείνα
τα γαλαζόμαυρα μες στους βασιλικούς διάδρομους της Μπίστριτζας.

Σαν τα γκλουχάρ εκείνα με τα δυο φτερά τους σταυρωμένα,
σιωπηλά, πένθιμα, ταριχευμένα – διακόσμηση ξένων παλατιών –
με τα μάτια δυο μάταιες στρογγυλές απορίες κάτω απ’ τα κόκκινα φρύδια τους.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, – ένας ποιητής
είναι ένας εργάτης στο πόστο του, ένας στρατιώτης στη

βάρδια του,
ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του.

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα [Ε’ Τόμος] (1978)

 

***

 

  1. ΧΡΕΟΣχρωστάμε μόνον
    σε κείνους που πολύ αγάπησαν
    και ζήσανε την πίκρα


χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα


χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη


χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο
και πέθαναν
κι είναι νεκροί
κι ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα

χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

***

 

  1. ΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΣ

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου

για το δίκιο του ανθρώπου δουλεύει·

να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου

και τον τίμιο ιδρώτα σου κλέβει.

 

 Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου

του φονιά το μαχαίρι στομώνει·

να μισείς όποιον άσπλαχνα κι άνομα

των παιδιών σου το γέλιο σκοτώνει.

 

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου

για το δίκιο του ανθρώπου δουλεύει·

να μισείς όποιον πάει στο χωράφι σου

και τον τίμιο ιδρώτα σου κλέβει.

 

Έχεις χρέος να μισείς αν το μίσος σου

το σκοτάδι της νύχτας σκορπίζει·

να μισείς όποιον κλείνει τα μάτια σου,

να μη βλέπεις το φως πού ροδίζει.

 

Έχεις χρέος να μισείς αν αλλιώτικα

απ’ το βέβαιο χαμό δε γλιτώνεις

κι αν μ’ αυτό το θανάσιμο μίσος σου

της αγάπης το κάστρο στεριώνεις,

κι αν μ’ αυτό το θανάσιμο μίσος σου

της αγάπης το κάστρο στεριώνεις.

 

Λέων Κουκούλας (1894 – 17 Οκτωβρίου 1967)

 

 

ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ,  Γιώργος  Νταλάρας

 

 

 

  1. ΟΦΕΙΛΗ


Τρέμει η σταγόνα
μην τσακιστεί
και χάσει ό,τι της είπε η βροχή
ν’ αφηγηθεί στο χορταράκι

ΠΑΝΟΣ  ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Σκύβοντας ουρανέ, Γαβριηλίδης 2015

 

 

***

 

  1. […]Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη.

Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει.

Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών.

Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, απόσπασμα Το Σύνταγμα της Hδονής

 

***

 

  1. ΠΡΕΠΕΙ

 

Τηρώ, Χρέος,

το κατά δύναμιν τις εντολές σου

τα δύσκολα Πρέπει σου.

 

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις

αλλά όρκο δεν παίρνω

μια και έχουν την άνεση

***

 

 7. ΠΡΕΠΕΙ

 

Τηρώ, Χρέος,

το κατά δύναμιν τις εντολές σου

τα δύσκολα Πρέπει σου.

 

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις

αλλά όρκο δεν παίρνω

μια και έχουν την άνεση

να παραβαίνουν εν κρυπτώ.

 

Αλλά τις πράξεις μου

πώς να τις δαμάσω;

Βγαίνουν έξω κόσμο συναντούν

γείτονες πειρασμούς

να μην κοντοσταθούν;

 

Μα φταίνε κι οι εντολές σου

ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι.

 

Για παράδειγμα:

Πρέπει να είναι πιστή η αγάπη;

 

Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει;

με σταυρωμένα τα χέρια

ν αγαπάμε;

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Άνω τελεία, Ίκαρος 2016

 

 

***

 

 8. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΕΓΩ κανένα θεό Χρέος,

ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμαι ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά τού γάμου·
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζεις· πλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη !
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Σατιρικά γυμνάσματα, 1912
‘Απαντα, τομ. Ε΄, σελ. 260

 

***

 9. ΠΟΙΑ ΟΦΕΙΛΗ;

 

Δεν μου οφείλεις τίποτα, γιατί κι αυτά τα λίγα που σου δίνω, σου ανήκουν.

Δεν κατάλαβες ακόμη πως γεννήθηκα εκείνο το απόγευμα, στο πάρκο με τ’ αγάλματα;

Δεν πρόσεξες πως αντιλήφθηκα την ύπαρξή μου το βροχερό εκείνο βράδυ

όταν  η ζωή σου – μικρό πουλί, τραυματισμένο – ακούμπησε στα χέρια μου;

Τελικά, δε μου οφείλεις τίποτα.

Εγώ σου οφείλω ακόμη πολλά.

 

ΤΑΚΗΣ  ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

 

Onar & Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Δεν χρωστάω σε κανέναν

 

 

 

10. ΟΦΕΙΛΗ

 Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.


Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.


Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

 

Τίτος Πατρίκιος -Οι ρίζες και η βροχή

 

 

****

 

11. ΧΡΕΟΣ


Δεν θα ήθελα να κλείσω τα μάτια δίχως να ιδώ.
Δεν θα ιδώ χωρίς να μιλήσω.
Και δεν θα μιλήσω χωρίς
να τραβήξω το λόγο από μέσα βαθιά μου, όπως ένα
μπηγμένο μαχαίρι. Το φως έχει μέσα του
αίμα, το αίμα έχει φως,
κι η καρδιά μου, ευτυχώς, τρυπημένη απ’ τα βλέμματα
χιλιάδων παιδιών, είναι τώρα γιομάτη
καρφωμένα μαχαίρια.

Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008) «ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΜΑΣ» [ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΑΙΔΟΥΠΟΛΗ ΠΕΣΤΑΛΟΤΣΙ], 1970

 

***

 

12. ΤΟ ΧΡΕΟΣ

 

Μίλησες και σε πράγματα που δεν ακούν γνωρίζοντας

πως κι από κείνα που ακούνε δεν θ’ ακουστείς.

Άνοιξες το παράθυρο κ’ είπες το λόγο σου.

Ψίχουλα στα παιδιά η φωνή σου – που δεν θα γευτούν,

σπόροι στις πέτρες που δεν θα φυτρώσουν. Αλλά,

ότι κι αν έγινε ότι κι αν γινόταν

το χρέος είναι οφειλόμενο.

Δίνοντας το κανείς αισθάνεται μες

στην τραγωδία του ελεύθερος

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Σου Χρωστώ Κάποια Τραγούδια: Γιώργος Νταλάρας-Ελένη Βιτάλη-Γλυκερία

 

 

 

13. ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΩ ΠΑΝΤΑ  ΕΝΑΝ  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Σου ‘φτιαξα έναν κήπο
να στολίζεις τις μέρες σου.
Nα ‘ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
Nα σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.

Όμως εσύ δεν αρκείσαι στα ρόδα του.
Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
Eσύ έχεις πάντα στο νου τον Παράδεισο.

Eγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου, για ν’ ακούς τα τραγούδια μου
Kι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
Nα διαβάσεις τους άγραφους στίχους
που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.

Mα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.
Δικά σου είναι και τα γραμμένα και τ ‘ άγραφα
και τα φανερά και τα κρυφά μου ποιήματα.
Tι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;

Kι έτσι ξεκινάω πάλι απ’ το τίποτα.
Σου φτιάχνω έναν καινούριο κήπο
να δοξάζει τις μέρες σου.
Mα εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.

Δεν ξέρεις
πως τον Παράδεισο έχω πάντα στο νου μου.
Πως του Παραδείσου κλέβω τ ‘ άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, «Κατάθεση» – 1965

 

 

***

 

14. ΤΟ ΧΡΕΟΣ


Σιωπή τρομακτική του στερεώματος,
μην πουν πως δεν έκαμα το χρέος,
απόφυγα την αναμέτρηση μαζί σου.
Φωνές
χιλιάδες μέσα στη φωνή μου και χέρια
τεντωμένα μες στα χέρια μου, αίμα
μέσα στο αίμα μου, προγονικό, εδώ είμαι
δε σας πρόδωσα:
στην κόψη ετούτη του γκρεμού
από σας ανεβασμένος – με πόσο πόνο
αλλά και πείσμα αδάμαστο – χρέος
που το αποδέχτηκα και με περήφανο
πένθος το σηκώνω, που άλλη δεν ξέρω
έπαλξη, πιο άγρια, πιο μοναχική,
με νύχια και με δόντια κρατημένος καταμεσής
στο χάος για να βλέπω και να μαρτυρώ –
εδώ είμαι αδέρφια μου κι από το στήθος
τραγούδι βγάζω μ’ όση δύναμη έχω
η ανθρώπινη φωνή για ν’ ακουστεί
και το σκοτάδι για μια στιγμή να λάμψει
να ταπεινωθεί
ν’ αντιλαλήσει η μαύρη νύχτα απ’ την κραυγή μας.

Ανέστης Ευαγγέλου, Απογύμνωση, 1979,  Τα ποιήματα (1956-1993), 2007

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

 

Πες το με ποίηση (250ο): «Ναυάγιο – ναυαγός»…

*Αρλέτα – Bar Το Ναυάγιο

 

-«η θάλασσα ηδονίζεται με τα ναυάγια

     τα προκαλεί

     τα κουκουλώνει

 

     είσαι η θάλασσα

     είμαι ναυάγιο»


(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 

 

-«…Κανείς ναυαγός δεν πεθαίνει χωρίς μια φωτογραφία νοσταλγική/ Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα….»

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…»

(Μενέλαος Λουντέμης)

 

 

-«Όλα μου τα ταξίδια εσύ.
Όλες μου οι θάλασσες εσύ.
Όλα μου τα ναυάγια εσύ.
Όταν σε συλλογιέμαι
ένας άνεμος με παίρνει
μαζί με το κρεβάτι μου
χωρίς πυξίδα, χωρίς τιμόνι, χωρίς πανί.»

(Φερεϊντούν Φαριάντ)

 

 

 

 

-«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!»


(Κ. Ουράνης)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τα ναυάγια»

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο’ είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο,ξέρουμε
τους πνιγμένους,καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1998, Κέδρος)

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Το ναυάγιο της Κίχλης»

 «Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ’ το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ’λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·1
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·2
το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιός πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».3

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

(Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, «Τ Ο  Ν Α Υ Α Γ Ι Ο»

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή,
να μην περιμένουμε να προσφερθεί η ευγενικιά πολιτισμένη
βοήθεια. Ψέμα είναι. Δε μπορούμε να βασιστούμε παρά
στη δικιά μας μόνο την αρετή. Ποια όμως δύναμη απομένει
όταν το πλοίο από την κούραση έχει βυθιστεί.

 

Σταχτής, μαβής ουρανός πέφτει
στην πράσινη, κίτρινη θάλασσα πάνω
και η στεργιά που αποκόβει
τη φορά των κυμάτων με τον άσπρο αφρό
ούτε απόμακρα δεν φαίνεται σα σύνορο γαλάζιο.

\

Όταν χωρίσει η ξασπριμένη μαβιά λωρίδα
της δεύτερης αυγής που παραδέρνουμε στο σκοτεινό στερέωμα
ελπίδα δεν απομένει καμιά.
Όμως για τη ζωή δεν πρέπει να μιλάμε
δεν μας είναι άλλο για να διαλέξουμε
αν η ελπίδα δεν υπάρχει, η θέληση είναι η ζωή

πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή.

 

Είναι ένας ναυαγός που συλλογίζεται: Πολύ τον βασανίζει το
ρύπος, από τα βρώμικα νερά, που πέφτει απάνω του.

(http://popaganda.gr/to-navagio-tou-nikou-gavriil-pentziki/)

 

*Το ναυάγιο ~ Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Το ναυάγιο»

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες ; ποιοί γλυτώσαν 😉
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε – ψηλά-ψηλά –
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ‘χουμε γεράσει, μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Γιάννη Ποταμιάνου, «Το ναυάγιο»

Ναυαγισμένο καράβι τσακισμένο
Σε ρούφηξε η θάλασσα
Και σ’ έφτυσε στην άμμο
Σαν κουκούτσι

Τουρίστες μαθητές και δάσκαλοι
Άφωνοι αγναντεύουν
Από ψηλά σαν θαλασσοπούλια
Το αφρισμένο κύμα
Να γλείφει το σκουριασμένο σου κουφάρι
Σε μηχανές και μνήμες αποτυπώνουν
Την εικόνα ενός θανάτου
Το θάνατο ενός ονείρου

Και ο μύθος προσκαλεί
Τη φαντασία μας σε γλέντι
Με ατρόμητους καπετάνιους
Σε φουρτουνιασμένες θάλασσες
Με μονόφθαλμους πειρατές
Και λαθρεμπόρους
Βουτηγμένους στην αλμύρα
Που κουβαλούν λαθραία τσιγάρα

Που κουρσεύουν τη ζωή
Και αψηφούν το θάνατο
Που χτίζουν δικές τους πολιτείες
Δικούς τους νόμους και ηθικές.

Ατρόμητε πολεμιστή των καταιγίδων
Χελώνες και καβούρια μπαινοβγαίνουν
Από τα φινιστρίνια σου
Φύκια στολίζουν την καρίνα σου
Θαλάσσια λουλούδια
Που σου φέρνουν οι γοργόνες
με την αστροφεγγιά
Ατρόμητε θαλασσοπόρε
Αλήτη της θάλασσας
Που προτιμούσες τη φουρτούνα
Για τα άνομα πάθη σου
Πως ξεστράτισες σε τάφο στεριανό;

Σαν τσακισμένος ναυτικός
Βλέπεις τα πλοία να σαλπάρουν
Αναπολείς τους γλάρους
Σε πτήσεις ονειρικές να παίζουν
Με τους αφρούς στο κύμα
Σαν ναυαγός γονατισμένος στην άμμο
Αγναντεύεις την θάλασσα
Χωρίς ελπίδα για ταξίδι
Μόνο με αναμνήσεις και όνειρα
Από λιμάνια και ταξίδια
Από μαντίλια που κουνιούνται
Και λόγια που κατευοδώνουν

Όμως η απόμερη ακρογιάλια
Που ο Ποσειδώνας απόθεσε
το σώμα σου
Ανακαλύφθηκε από τις ύαινες
του κέρδους
Σύγχρονοι πειρατές
Εμπορεύονται το ξεψύχισμά σου
Και ως αξιοθέατο πλέον
Υπομένεις τις κάμερες των τουριστών
Να αποθανατίζουν
Τις ναυαγισμένες ελπίδες
Που έγιναν βορά στις ανάγκες
Φιλάργυρων επιγόνων

(https://skouliki-skoulikia.blogspot.com/2017/10/blog-post_61.html)

 

 

 

-Γιώργου Μαρκόπουλου, «Τ Ο  Χ Ε Ρ Ι  Μ Ο Υ,  Η  Ψ Υ Χ Η   Μ Ο Υ,  Ν Α Υ Α Γ Ι Α»

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκαμε κακό.

Η ψυχή μου ελαφρώς λερωμένη
σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.

Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλλε κουρασμένος.

(http://m.popaganda.gr/to-cheri-mou-i-psichi-mou-navagia-tou-giorgou-markopoulou/)

 

********

*Ναυαγός – Από την Παλατινή Ανθολογία | Λιζέτα Καλημέρη

 

-«Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ ένα κουταλάκι του γλυκού.

Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.
Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.»

(Αργύρης Χιόνης, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη» | Υάκινθος, 1986)

 

 

 

-Γιάννης Βαρβέρης, «Ο κύριος Φογκ ενώπιον ναυαγού»

Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
-Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ‘τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.

(https://redlineagrinio.gr/red-like/editorial/15270-kyrios-fogk-enopion-nauagou)

 

 

-Πάνος Κυπαρίσσης, «Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΝΑΥΑΓΟΣ»

Ανέβηκε στην πέτρα
πήρε ανάσα
και πήρε βροχή
Ένα ζευγάρι κάλτσες
μια φανέλα
αριθμός 333
Οδυσσέας 333
Άπλωσε τα χέρια του στη θάλασσα
στο νου
Η φρίκη θάλλει
Ο αργαλειός πίσω και πάνω στην πλάτη μας

Πήρε να φιλιώνει με τον τόπο

Ήρθε ο επιλοχίας ο Θωμάς,
είχε μυαλό Τζέιμς ο Θωμάς
μυαλό Μ1 επαναληπτικό

Τον γύρισαν λυώμα
δεν τον γνώρισαν ούτε τα σκυλιά

(http://www.poiein.gr/2010/01/21/dhuiio-eodhanssooco-ieenth-aieieiassa-dhieciuoui/)

 

*Σαν ναυαγός Μητροπάνος Βασίλης Παπακωνσταντίνου

 

-Μαρίας Βίτσα Σουλιώτη, «ΝΑΥΑΓΟΣ ΘΕΟΣ»

Θεέ, της θάλασσας ,
μέρεψε την οργή σου.
Ξεχείλισαν με πόνο
απύθμενο τα νερά σου.
Ναυαγός του ονείρου
σε πέλαγος γλυφό,
προσμένεις την αγάπη.
Πόθοι κρυφοί με κόκκινο
μελάνι χαραγμένοι στην ψυχή.
Ελπίδα ανομολόγητη
σε συμφωνία μυστική
με τον περιπλανώμενο χρόνο.
Και εκεί που αμίλητος
το απέραντο της μοναξιάς
σου αγναντεύεις,
κάποιος τυχαία θα μαγευτεί
από τον ήχο της σιωπής σου.
Και ταπεινά θα κρατήσει
τις λέξεις, γράμμα γράμμα
ψηλαφίζοντας, μαργαριτάρια ακριβά .

(http://fractalart.gr/nayagos-theos/)

 

 

 

-Ελένη Δεληβοριά, «Ναυαγός για λίγο»

Ναυαγός θα γίνω

σ’ έρημο νησί θα μείνω

καράβια θα βυθίσω

και δάκρυα θ’ αφήσω

στην άμμο την καυτή.

Τις σκέψεις μου θα θάψω

σε σεντούκι κλειδωμένο με αόρατο κλειδί.

Όνειρα θ’ αφήσω

καράβια να επιπλεύσουν

σε αστραφτερά νερά.

Και τα πρέπει αυτού του κόσμου

χάρτινες βαρκούλες θ’ αμολήσω στα βαθιά.

 (http://fractalart.gr/nayagos-gia-ligo/)

 

 

 

-Δήμος Χλωπτσιούδης, Ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

(http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2016/03/blog-post_24.html)

 

 

Post Navigation