Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

-“Ας μπορούσε ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο”.

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-“Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει” 

(Pablo Neruda)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ακόμα δεν μπόρεσα»

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους·

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/sarantarhs_akoma.html)

 

 

-Ράντυαρντ Κίπλινγκ, «ΑΝ…»

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/kiplig_an.htm)

 

-ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, «ΑΝ ΜΠΟΡΩ»

Αν μπορώ να σταματήσω

μια καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν θα ζήσω μάταια

.Αν μπορώ να απαλύνω

μιας ζωής την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή να βοηθήσω

ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του

Δεν θα ζήσω μάταια

(http://hallofpeople.com/gr/text/ntikinson.pdf)

 

 

-Πάμπλο Νερούδα – Το Εικοστό από τα Ερωτικά Ποιήματα

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: ” Η νύχτα είν’ αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ’ αστέρια μακριά”.

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα και φόρες κι εκείνη μ’ αγαπούσε.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ’ αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. να νιώσω πως την έχω χάσει.

Ν΄ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τί πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
η νύχτα είν’ αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν’ όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα
Εμείς, εκείνοι από το παρελθον, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν’ αγγίξει.

Του άλλου. Θα ‘ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ’ απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.
Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμιονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα’ ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα’ ναι οι τελευταίοι στίχοι που τις γράφω.

(Πάμπλο Νερούδα: Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι Ενα Τραγούδι Απελπισμένο,

μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

-Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ, «ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

http://www.vakxikon.gr/

 

-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

«Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.»

http://www.poiein.gr/archives/197/index.html

 

 

-Ράινερ Μαρία ΡΙΛΚΕ, […Σβήσε τα μάτια μου…]

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισε, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

Και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

Σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά

Και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ»

Στην Ανθή

«Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.»

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

-«Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Ετσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια/ μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«…Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[πηγή: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 129]

-Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ’ το καράβι μου»

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.»
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ)

Ναυτολογήθηκα στο «Σύνταγμα»

για 46 λιμάνια, μέρες 67·

καλό καράβι ταπέτα πέρα ώς πέρα, καθαρό

και μάστορας του μπριτζ ο Γκόρεν·

όλο χαρά και ξεγνοιασιά

—ο Ισμπράντσεν έτσι το διαφήμιζε—

καλοθάλασσο με το παραπάνω.

Αψηφώντας τις φουρτούνες του Ατλαντικού

σκαμπανεβάζοντας στις φουσκοθαλασσιές της Αφρικής

ήταν κάπως μεγάλο για τη Μεσόγειο,

σίγουρα για το Αιγαίο.

Με τέτοιο βύθισμα πώς να πλευρίσουμε

περιμέναμε αρόδο.

Ξενιτεμένος

έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος

απ’ το καράβι «Αγωνία 937»

ανέβηκες βίαια στο καράβι μας,

με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη.

Με της Ελλάδας τις πληγές

μας πλήγωσες.

Μας πλήγωσες με το βαθύ βογκητό

γυναικών που ολόλυζαν μέσα από τους αιώνες —

και με τη ρηχή σιωπή

της θαμμένης φλογέρας.

Μας πλήγωσες

με το φόβο τον κοφτερό

του σπασμένου κουπιού, δείχνοντας τον τάφο

στ’ ακρογιάλι

και με τη μουγγή πίκρα του λιμανιού

όταν μισέψουν όλα τα καράβια.

Μας πλήγωσες με την ασπράδα

της αμυγδαλιάς της ανθισμένης

και με τα μαύρα αποκαΐδια

στα δεκατισμένα χωριά.

Μας πλήγωσες

με τη γλύκα του ροδιού

και με την πίκρα

της θαλασσινής αρμύρας.

Μας πλήγωσες

με τ’ αλαφρύ περπάτημα των παιδιών,

με τα βαριά μαρμάρινα κεφάλια

και με τις ασήκωτες πέτρες.

Μας πλήγωσες ώσμε το θάνατο

κι ώσμε τη ζωή.

Έντεκα λιμάνια μ’ απομένουν

όμως θα φύγω απ’ το καράβι μου

για να μπαρκάρω με το «Αγωνία 937».

(Απόδοση από τ’ αμερικανικά
(Ελλείψει άλλης χειρός)
Σκύρος, Αύγουστος 1969)

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1993, σ. 127-129]

(Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή.)

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Σε βλέπω να φεύγεις…»

«Να ταξιδεύεις θες

Ν’ αφήνεις πίσω τη ζωή σου

Να βρεις μιαν άλλη

Μα όπου και να πας πάλι θα φεύγεις

Θα φοράς το νυφικό της Οφηλίας

Και θα φεύγεις

Τάσεις φυγής σε δυναστεύουν…

Και γω χωρίς ποτέ να ‘χω ταξιδέψει

Έστω ναύτης

Σε τσακισμένο όνειρο

Σε μεθυσμένο τρεχαντήρι

Μένω εδώ…

Σε μένα, βλέπεις, τα φεγγάρια

Δε μιλάνε για ταξίδια…

Σε βλέπω να φεύγεις

Με το λυγμό μου σου φωνάζω

Πού πας; Πού μ’ αφήνεις;

Αν μου φύγεις

Της ζωντάνιας σου το φέγγος

Θα μου λείψει

Κι άλλο αστέρι

Δεν έχω από σένα

Στάσου μια στιγμούλα

Στάσου…

Θα περπατήσω στα κύματα

Του αγέρα που είσαι

Και θα σε φτάσω

Να σου χαρίσω ένα λουλούδι θέλω

Ένα «μη με λησμόνει»

Κι ύστερα φεύγεις…

Και τώρα που μόνος μένω

Καθώς χάνεσαι οπτασία στα νέφη

Θέλω να σου πω

Πως στα ταξίδια σου

Μια θλίψη πάντα διακρίνω

-αυτή μην τάχα θες ν’ αφήνεις πίσω;-

Κ’ είναι η θλίψη σου

Στα μύχια σου χωμένη

Και σε τραβάει και χάνεσαι

Σ’ ονείρωνε δαιδάλους…

Αχ, του μυχού τα μυστικά σου δείξε μου

Να βυθιστώ στη δύνη τους και γω μαζί τους

Το ψέμα, την αλήθεια σου να δω

Και πάρε με μαζί σου…

Σε βλέπω πάλι να φεύγεις

Αέρινη, κρινόλευκη

Και το λυγμό μου

Στη γλώσσα του ανέμου ακουμπώ

Να σου τον πέμψει

Αν ποτέ γυρίσεις

Θα ‘μαι εδώ να περιμένω

Μόνος, καταμόναχος

Με τη θύμησή σου

Με τη γλυκόπικρη γεύση

Του λειψού φιλιού στα χείλη»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/tag/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BA%CE%B1%CF%82/)

 

-Χριστίνα, «Να μάθεις να φεύγεις…»

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι -από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες

Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

(Το κείμενο είναι της Χριστίνας και όχι του Μενέλαου Λουντέμη, όπως αποδίδεται στο διαδίκτυο)

(Πηγή: http://www.sophia-ntrekou.gr/2014/11/na-matheis-na-feygeis-casablanca.html)

 

-*Και η απάντηση στο παραπάνω κείμενο «Να μάθεις να φεύγεις» από την «Tάδε Έφη»

«Αν όλοι μάθουν να φεύγουν τότε ποιος θα μείνει να προσπαθήσει, να διορθώσει, να συγχωρήσει, να συγχωρεθεί, ν΄αγαπήσει, ν΄αγαπηθεί; Η φυγή δεν ήταν ποτέ θαρραλέα, η πιο εύκολη λύση είναι η λήθη. Και ποιο είναι το μάθημα τότε; Χαμένος χρόνος όλα; Στιγμές καταδικασμένες,αφού η ανάμνηση τους ίσως φέρει πόνο. Και ο εγωισμός στην πρώτη γραμμή,γιατί κάποιος κάποτε μας πλήγωσε και γίναμε καημένοι από ερωτευμένοι. Και προτιμούμε να θάψουμε ένα ολόκληρο κομμάτι τις ζωής μας που μας διαμόρφωσε σ΄αυτό που είμαστε σήμερα-πιο μνησίκακοι και εγωιστές αν προσκολληθούμε στον πόνο και τον θυμό,πιο ανθρώπινοι αν κατανοήσουμε τα λάθη και συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο κι έτσι πιο κοντά στην ευτυχία και την ηρεμία. Μου κάνει εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν με το μελοδραματικό «Να μάθεις να φεύγεις». Ακόμα κι εγώ, παθούσα η ίδια, δε συμφώνησα παρά ίσως σε δυο σημεία. Και ταυτίστηκες ακόμα κι εσύ, που από θύτης έγινες θύμα. Μπούρδες. Επειδή πάντα έφευγες βρέθηκες εδώ. Επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις, να συμπαθείς, να συμπάσχεις, να συμμετέχεις, να αποδέχεσαι και να κατανοείς. Επειδή είναι πιο εύκολο να φεύγεις όπου βρεις δυσκολία και να ψάχνεις μάταια αλλού αυτό που δε σου χαρίστηκε όπως επιθυμούσες και προτίμησες να μη κάνεις τίποτα για να το αποκτήσεις. ‘Επρεπε μικρή μου βασίλισσα να σου ρθει έτοιμο, γιατί δεν είσαι μια κοινή θνητή, αυτός που σε αξίζει φαίνεται από χιλιόμετρα μακρυά, φέγγει σα πυγολαμπίδα και ο κώλος του όταν κλάνει σφυρίζει τ΄όνομα σου. Και θα ναι τόσο τέλειος που ποτέ δε θα σε πληγώσει, ούτε καν θα σε προβληματίσει. Και θα σ’ αγαπήσει γιατί είσαι τέλεια σε όλα και γ@μάτη, μέχρι να βαρεθείτε την τελειότητα σας και να ψάξετε εμάς τους ατελεις που μένουμε και ότι χαλάει το διορθώνουμε, δε το πετάμε. Και στην τελική, αν είναι να φύγεις, φύγε περήφανα, με το κεφάλι ψηλά και τις πληγές σου μάθημα, χωρίς να τρέχεις να ξεφύγεις από τις ίδιες σου τις επιλογές, ρίχνοντας στον άλλο την ευθύνη για τα δεινά σου. Γιατί έτσι, το μόνο που θα μάθεις, είναι να φεύγεις.»

(Πηγή: www.lifo.gr)

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, [Φεύγεις…]

*

«Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
της μνήμης σου
και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
Φεύγεις, άρα υπάρχεις.
Eρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
από τα έγκατα του ασύλληπτου. Ερχεσαι,
άρα σου ανήκω.
Ετσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.
Αφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
Υστερα κοίταζέ με
να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.
Γερνάμε μαζί αλλά
θα πεθάνω μόνο εγώ,
αγάπη μου.»
(από τη συλλογή «Γράμματα στον πρίγκιπα»,
Μικρή Αρκτος, 2010)

 

-Μαίρη Πέστροβα, «Δρομολόγιο φυγής»

[Αναμμένο καρβουνάκι

θυμιάματος

τα άδηλα

και τα κρύφια

καίω

ως άλλης

παραβολής

καιόμενη

βάτος]

Όταν θα φύγω

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής

ή

ξεκαθαρίσματος λογαριασμών

από κείνη την ημέρα

την βροχερή

[όλα τα όμορφα

έρχονται εν μέσω τυφώνα

και παραμένουν

αυτοκόλλητα ανεξίτηλα,

να! εδώ κολλήστε το

σας παρακαλώ,

θέλω σαν πηγαίνω

στον καθρέπτη

να βλέπω μορφή

να βλέπω μάτια

να βλέπω χέρια]

Να βλέπω

στο κρύσταλλο

των ματιών μου,

υαλοκαθαριστήρες

το χαμόγελο,

αυτό,

με την λακουβίτσα

στο πλάι…

Όταν θα “χω φύγει

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής,

μα δίστασα να στο φωνάξω.

(http://fractalart.gr/dromologio-fygis/)

 


-Κώστας Βάρναλης, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ»

Πάνω στου πελάου

το σπιθάτ’ αφρό

έστησα χορό,

φεύγω, αναχωρώ!

Έκανα φτερά

κι έγινα πουλί

γεια χαρά, καλή,

και μην κλαις πολύ.

Θάνατος εδώ

κι ανθρωποσφαγή.

Τούτ΄η μάβρη γη

κόκκινη πληγή.

Μέσα στην καρδιά

κόβω κάθε τι

που με συγκρατεί

με τη λάσπη αφτή,

Βούλωσα κι αφτιά

και μνημονικό,

για να μην ακώ

τίποτα κακό.

Ντύθηκα γαμπρός

από καινουργίς

άστρο της αυγής,

έβγα να με διεις.

Πάω για θεός

σε νησί τρανό

μες στο γαλανό

τον ωκεανό.

Άνεμος φυσά

παίρνει με και πα

κι η καρδιά χτυπά!

Όλα Χαρωπά!

Παίρνει με και πα

πούλουδο αλαφρό.

Πάντα με χορό

φέβγω, αναχωρώ!

(Κ. Βάρναλης, «Ποιητικά», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958)

 

-Μιχαήλ Μήτρας, «ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ»

«να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν»

(από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, Εκδόσεις, Απόπειρα)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Φυγή»

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η φυγή»

«T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Aλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
«Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.

(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Πες το με ποίηση (165ο): «Αγώνας – αγωνιστής»…

-«Η ποίηση πρέπει να ’ναι
ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή
μία σημαία στα χέρια της ελευθερίας…»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

-«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

-«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως

μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή

-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…

άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως….»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 -Βύρων Λεοντάρης, «Γενική αίσθηση» [Αγάπη πάντοτε κι αγώνας]

(απόσπασμα)

«Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα σε πλάθουν και θα δίνουν

νόημα στον πυρετό της ύπαρξής σου, μ’ ένα φως

φτεροκοπώντας γύρω σου τις στάχτες να σου πλύνουν

-Σήκω! Της ζωής δε σταματάει ποτέ ο τρικυμισμός.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα μοιράζουνε το βάρος

της αίσθησής σου ίσα στους πόρους του κορμιού,

θα σου χαρίζουν βλήματα σ’ ένα λιβάδι θάρρος,

δάχτυλα πιο συγγενικά στη χλόη του χαδιού

κι όνειρα γήινα, ταιριαστά στο ανθρώπινό μας σχήμα.

Χωρίς αγάπη ειν’ ο αγώνας πανοπλία κενή,

χωρία αγώνα κάθε αγάπη πεθαμένο κύμα,

αίμα χωρίς σφυγμό, καΐκι δίχως το πανί.

Χωρίς αγώνα κι ο Ποιητής λιμνάζει και σαπίζει

κι από το σώμα του μαδάει του κόσμου μας η αφή,

της αδικίας ο αίνος γύρω του σαλπίζει

και σαν σκουλήκια που πηδούν στη βρόμικη τροφή,

ευθύς αρχίζουν άνθρωποι- φενάκες από ανθρώπους-

να του κουφώνουν και ζωή και δόξα κι ομορφιά.

Όμως η Γη μισεί τους βαλτοτόπους

και ο Ήλιος σκληρός, εκδικητής, ανοίγει τα πανιά,

ξεραίνει όλους τους βάλτους και δε μένει

στάχτη της στάχτης, λησμονιά της λησμονιάς

κι ο συρφετός των σκουληκιών πεθαίνει ενώ βυζαίνει

την προσδοκία μιας αηδίας πιο πλατιάς.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα συμπτύσσουν

τους μελανούς ορίζοντες στο χάδι του υψωμού

κι αφού τη νέα ζωή σου αθλοθετήσουν,

θα σε συνέχουν πάντα στην πορεία του λυτρωμού.

Τι δύσκολο το βάδισμα! Κάθε βήμα και πάλη

κάθε βήμα κι ηφαίστειο που η λύπη καταρρέει

σε κάθε βήμα μια αίσθηση σ’ εγκαταλείπει κι άλλη

προσηλυτίζει την ψυχή σου ευθύς και γλυκολέει:

“Ζει ο άνθρωπος κι ένας σφυγμός αν μείνει ακόμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια πληγή,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια συγγνώμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια κραυγή.”…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/ βιβλία)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ»

«Σπίτι του όποιος μένει, όταν αρχίζει ο αγώνας

κι αφήνει άλλους για την υπόθεσή του να παλέψουν,

πρέπει να ξέρει (για να ’ναι προετοιμασμένος) ότι

όποιος δεν επήρε μέρος στον αγώνα

την ήττα αναγκαστικά θα μοιραστεί στο τέλος.

Και κάτι άλλο: ουδέποτε εν τέλει

αποφεύγει τον αγώνα

όποιος θέλει τον αγώνα ν’ αποφύγει –

καθώς

για του εχθρού του την υπόθεση θα ’χει παλέψει

όποιος για τη δική του δεν επάλεψε υπόθεση.»

(http://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, [Λες…]

«…Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,
οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.»

 

-Π. Καρυώτη, «ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ»

(απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ)

«Με τ’ άρματα πάλι κι’ εμπρός στον αγώνα

Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,

παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.

Εμπρός στον αγώνα με τ’ άρματα πάλι.

* * *

Χαλάσματα οι τύραννοι, κι’ αίμα και δάκρυ

γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.

Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,

μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.

* * *

Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,

στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.

Λιτόχωρο – Γράμμος, ο δρόμος π’ ανοίγει

με τ’ άξια σου τ’ άρματα, φτάνει στη νίκη.

* * *

Προχώρα, προχώρα!… Οι τύραννοι κάτου!

Για πάντα να φύγουν κι’ οι ξένοι δυνάστες.

Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,

χαρά της ειρήνης ν’ αρθεί στην πατρίδα».

(Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ», Χρόνος Γ’, φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948)

 

-ΠΕΤΕΡ ΒΑΙΣ, «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ»

«Πέθανε κει που τον χρειαζόμασταν

Πιο πολύ παρά ποτέ!

Γιατί πέθανε;

Τάχα ν’ αρρώστησε; Για λιποψύχησε;

Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;

Μ’ αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;

Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ’ το Σταυρό…

Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς

Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια

Εμείς τον εγκαταλείψαμε

Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ’ όλη μας τη δύναμη.

Κι’ η γη που ρούφηξε το αίμα του δικιά του γη δεν ήταν,

Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.

Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα

Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.

Ή μήπως κάνω λάθος;

Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;

Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;

Μήπως ο θάνατός του μας δίδαξε την ατολμία μας;

Μάθετε

Μάθετε

Μάθετε

Ο αγώνας εξακολουθεί.»

(Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

-Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!»

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα]

Πες το με ποίηση (164ο): «Νίκη – Ήττα)…

-«Κάθε νίκη από χιλιάδες μικρές ήττες καμωμένη»

(Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά)

 

-«…Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;…»

(Κική Δημουλά)

 

-«Όποιος λέει είναι νικητής

διαπράττει ένα ανιαρό λάθος

όποιος λέει πως είναι νικημένος

διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος»

(Ν. Καρούζος)

 

-«Γράφω ποιήματα. Πόλεμο κάνω με τις λέξεις.
Πολλές οι νίκες και πολλές οι ήττες.
Μα περισσότερα τα θύματα
Γιατί και στις νίκες και στις ήττες
Πάντα τα θύματα περισσεύουν.»

(Γ. Π. Τζήκας)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Η ΝΙΚΗ»

Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,

το στοιχειωμένο και ιερό,

που το ίδιο χώμα μένει ακόμα

κι απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε

κι έχουν αθάνατη ζωή

και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,

τη Νίκη την παντοτεινή!

Την είδα εμπρός μου να προβάλη

με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,

σαν όνειρο λαχταριστή,

είδα τη Νίκη την αρχαία,

τη Νίκη την κυματιστή![…]

Την είδα να περνά μπροστά μου

με φορεσιά ολοφωτεινή

και λύγισα στη γη εκεί χάμου

κι έκραξα με τρανή φωνή,

γονατιστός με θαμπωμένα

μάτια, με λαύρα περισσή:

«Χαίρε θεά, χαίρε παρθένα,

Ω Νίκη, ω Νίκη, ω Νίκη. Εσύ!

Εσύ που δείχνεις πως ανθούνε

εδώ  μ’ αθάνατη ζωή,

πως μας εμπνέουν και μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!»

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ἡ νίκη»

(Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ ποιητῆ,
ἐντὸς τοῦ Β´ παγκοσμίου πολέμου)

«Παιδιά μου ὁ πόλεμος,
γιὰ σᾶς περνάει θριαμβευτής·
τῶν ἄδικων ὁ πόλεμος
δὲν εἶν᾿ ἐκδικητής
εἶναι ὁ θυμὸς τῆς ἄνοιξης
καὶ τῆς δημιουργίας;

Κι᾿ ἂν εἶναι, καὶ στὸν πόλεμο
μέσα ἡ ζωὴ θυσία,
ὁ τάφος εἶναι πέρασμα
πρὸς τὴν Ἀθανασία!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ, «Η ΝΙΚΗ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ»

Χτυπάει η καμπάνα… Πόλεμος! Βουίζει το χωριό.

Περήφανες υψώνονται σημαίες στον αγέρα.

Σκύβουν λεβέντες και φιλούν το χέρι το δεξιό

της μάνας, του πατέρα.

Το τρέμουλο απ’ τη φωνή να κρύψουν οι γονιοί

μάταια πασκίζουν, όταν λεν: « Παιδιά με την ευχή μας».

Κι αυτοί αποχαιρετώντας τους ξεσπούν σε μια ιαχή:

«η Νίκη είναι δική μας!».

 

-Ο Αζίζ Νεσίν για τον Ναζίμ Χικμέτ:

«Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».

(http://atexnos.gr/)

 

-Αγγελάκη-Ρουκ, «Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων»:

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν ασύστολο σαν το νερό

σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο

με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες

τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια

τους σκούρους ελαιώνες του

ερωτευμένους

δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων

σαν κείται μακρύ κι αδειανό

–να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ–

με τις αναιμικές τριχίτσες του

ανέραστο απ’ το χρόνο

βογκάει, πλήγεται

μισεί την κίνησή του

ξεθωριάζει σταθερά

το αρχικό του μαύρο

ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα

από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά

ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο

και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.

Ένα τόπο.

Με τράνταγμα βαρύ.

Θάνατο.

Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του

με θάνατο

στην πλατεία

σα λύκος με ρύγχος καυτό

ουρλιάζει το «θέλω»

«δεν αντέχω»

«φοβερίζω – ανατρέπω»

«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του

και το υπερασπίζεται.

Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι

φτύνει το κουκούτσι-θάνατο

κατρακυλάει πετάει

ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα

–κίνηση του κόσμου–

στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει

ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους

κι υποφέρει·

χάνει τα δόντια του

τρέμει από έρωτα

σκάει η γη του σαν καρπούζι

και τελειώνει.

 

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα» (Μ. Αναγνωστάκης)

-«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες…»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-Γιάννης Ρίτσος, «Μετά την ήττα»

Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός

Ποταμούς, και λίγο αργότερα

μετά την τελική μας ήττα, -πάνε πια οι ελεύθερες κου-
βέντες μας, πάει κι η Περίκλεια αίγλη,
η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσια
των σοφών μας. Τώρα
βαριά σιωπή στην Αγορά και κατήφεια, κι η ασυδοσία των
Τριάντα Τυράννων.
Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χω-
ρίς καθόλου
τη δυνατότητα μιας κάποιας προσφυγής, μιας υπεράσπι-
σης ή απολογίας,
μιας έστω τυπικής διαμαρτυρίας. Στη φωτιά τα χαρτιά και
τα βιβλία μας˙
κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια. Κι αν γινόταν ποτέ
να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αυτός
δε θα δεχόταν από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας-με το δίκιο του ο άνθρω-
πος. Γι’ αυτό
καλά είναι εδώ,-μπορεί και ν’ αποχτήσουμε μια νέα επα-
φή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα, τις
πέτρες, τα χορτάρια,
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινη-
μένο. Κι ίσως
μια μέρα να βρεθεί ένας νέος Κίμωνας, μυστικά οδηγημένος
από τον ίδιο αιτό, να σκάψει και να βρει τη σιδερένια
αιχμή απ’ το δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αυτήν, και να την κουβαλήσει
επίσημα
σε πένθιμη ή δοξαστική πομπή, με μουσική και στεφάνια
στην Αθήνα.
(Λέρος, 21-03-68.)
(Από την ποιητική συλλογή Επαναλήψεις. Σειρά Δεύτερη.)

 

-ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ » ΗΤΤΑ «

Βλέπεις τη λέξη ‘ήττα’ και οδύρεσαι,
λες φταιν οι άλλοι, θες να εκδικηθείς,
ή απαθής σηκώνεις τα χέρια ψηλά.
Είναι η νίκη σου ένας πίθος Δαναΐδων
χωρίς πάτο, κόπος μάταιος; Μήπως είναι
πλάνη να θεωρείς την ήττα σου ως ήττα;

Ο θάνατος είναι ήττα. Πόση ήττα προκαλεί;
Ο Λεωνίδας, νεκρός στη μάχη, κερδίζει το μέλλον,
ο αθάνατος Αχιλλέας τελικά δεν αφάνισε τον Έκτορα,
ο Αγωνιστής ως Κούρος πεθαίνει εν ονόματι της αρετής∙*
ζώσα η ψυχή του νεκρού, νεκρή πολλών που ζουν.

Ξαναζύγισε τον στόχο, το βάρος της ήττας σου,
είναι νίκες που σου καρφώνουν τα πόδια στη γη
που είχαν πήχυ χαμηλό και τον νομίζαμε ψηλό,
είναι ήττες που προσφέρουν πιο πολλά απ’ τη μέθη
ή απ’ όσα έχασε ο νικητής σαν του γλίστρησε η νίκη.

Τα φύλλα του φθινοπώρου είναι άνθη άλλης Άνοιξης,
σαν έχεις πτώση ο έρως-πτέρως σε παίρνει σε πτήση,
η αλήθεια δεν είναι φάντασμα, ζει εντός, άγγιξέ την
πίστεψε: νικώντας την ήττα σου στέρεα θα ’χεις νίκη.

(Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης  Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2015/09/blog-post_25.html)

 

-Γ. Π. Τζήκας, «Ηττημένοι έρωτες»

«Και δεν το ξέρατε; Να σας το πω…

Από έρωτες ηττημένους πάσχουμε

Εσαεί και

ανιάτως…

Των ερώτων μας τα Άγια Πάθη

στα γκρεμισμένα τείχη της Ιεριχούς μας

μοιρολογούμε

και των δακρύων την αρμύρα

μαζεύουμε

σε τεφροδόχους ιερές

να προστατευτεί

(μην και το άλας μωρανθεί).

Πάντα το έλεγα

κάθε ερωτική ιστορία

είναι το χρονικό μιας αποτυχίας.

Πάντα το ψυχανεμιζόμουν

πως η  δύναμη που τη Γη γυρίζει

δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες

μα αυτοί που απ’ την πολλήν

του ήλιου τους τη λάμψη

λαμπριάτικες λαμπάδες γίνονται

και καίγονται..»

Πες το με ποίηση (163ο): «Ήρωες»….

-Νίκος Γκάτσος, «Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί»

«Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μες στο χώμα…
Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…»

.

-«Με παρελάσεις, με ηρώα, με στεφάνια –

Τι πένθος: να θυμόμαστε πάλι

Πόσο οι νεκροί είναι ξεχασμένοι»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«…Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.»
(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ”)

-Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
(Απόσπασμα)

«…Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη…

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!»

(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)

-Γ. Σουρής, «Οἱ Ἥρωες»

«Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότους
ἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.
Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ
κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.

Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,
κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,
κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,
κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.

Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,
κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,
μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,
σταυρὸ δὲν ἔχουνε μήτε καντῆλι.

Μόνο μιᾶς κόρης μαργαριτάρια
κυλοῦν σὲ τάφους ποὺ κάποια μέρα
θὰ γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
καὶ φάροι Νίκης γιὰ μία μητέρα.»

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Μή-ἥρωας»

«Αὐτός, πού, ἀκούγοντας τὸ βῆμα τῶν συντρόφων του
νὰ ξεμακραίνει πάνω στὰ χαλίκια, μὲς τὴ μέθη του,
ἀντὶ νὰ κατεβεῖ τὴ σκάλα πού ῾χε ἀνέβει, πήδησε ἴσα
τὸν τράχηλό του κόβοντας, ἔφτασε πρῶτος
μπροστὰ στὸ μαῦρο στόμιο. Κι οὔτε ποὺ ἄγγιξε
τὸ αἷμα τοῦ μαύρου κριαριοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε
ἦταν μιὰ πήχη τόπος στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Αἰαίας
κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσουν τὸ κουπί του – ἐκεῖνο πού ῾λαμνε
πλάι στοὺς συντρόφους του. Τιμή, λοιπόν, καὶ δόξα
στ᾿ ὄμορφο παλικάρι. Ἀλαφρόμυαλο τό ῾παν. Ὡστόσο
μήπως δὲ βοήθησε κ᾿ ἐκεῖνο κατὰ δύναμη
στὸ μεγάλο ταξίδι τους; Γιὰ τοῦτο, κιόλας, ὁ Ποιητὴς
τὸ μνημονεύει χώρια, ἂν καὶ μὲ κάποια περιφρόνηση,
κ᾿ ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ πιότερο ἔρωτα.»

(Μαρτυρίες. Σειρὰ δεύτερη, Ἀθήνα, ἔκδ. Κέδρος)

 

-Κώστας Βάρναλης «Στον ήρωα Λαμπράκη»

Σε φάγαν οι φασίστες σκύλοι, Ελλάδα,
με μάσκα ή χωρίς μάσκα, ξένοι, ντόπιοι.
Εσύ ’σουνα, Λαμπράκ’, η αιώνια Ελλάδα,
φως, αρετή, παλικαριά και πρώτος!

Χρόνια και χρόνια, Μάνα οι δουλεμπόροι
σε σούρνανε στη λάσπη και στη νύχτα.
Μα στα κόκαλα μέσα των παιδιώ σου
λαμπάδιαζεν η πάναγνη τιμή σου.

Τ’ άδικον αίμα του παλικαριού μας
κοκκίνισε πελάη, βουνά και κάμπους,
ανάστησε τ’ αρχαία σου μεγαλεία,
Μάνα – πατρίδα, Μάνα – ελευτερία.

Αθάνατε λαέ, της Ιστορίας
εσύ τα περασμένα κι αυριανά!
Δεν άφησες τον ήρωα να πεθάνει.
Απ’ τον τάφο του η νέα ζωή σου αρχίζει.

Όχι κλάμ’, αναστάσιμες καμπάνες
για τη μεγάλη της οργής σου νίκη.
Έδειξες στον οχτρό τη δύναμή σου,
ξέροντας ποιος και πούθε σε χτυπάει.

(Κώστας Βάρναλης, «Ελεύθερος Κόσμος»).

 

-Καρλ Ουέντελ Χάιμς, «Ο άβολος ήρωας»

Τώρα που είναι για τα καλά νεκρός
Ας τον υμνήσουμε
ας χτίσουμε μνημεία στη δόξα του
ας ψάλουμε το ωσαννά στο όνομά του.
Οι νεκροί γίνονται
οι πιο βολικοί ήρωες: Ανήμποροι
να σηκωθούν
και ν’ αρνηθούν τις εικόνες
που πλάθουμε από τις ζωές τους
Ετσι κι αλλιώς,
είναι πιο εύκολο να χτίσεις μνημεία
από το να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο.
Κι εμείς, με τη συνείδηση ήσυχη
θα μάθουμε στα παιδιά μας
ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος … κι ας ξέρουμε
πως παραμένει
η υπόθεση για την οποία έζησε
και πως το όνειρο για το οποίο πέθανε
παραμένει όνειρο,
το όνειρο ενός νεκρού ανθρώπου.
(Γραμμένο για το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ 3 μέρες μετά τη δολοφονία του)

 

-Μελισσάνθη, «Ἡρωικὴ Φυγή»

«Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.»

(users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm)

 

– Ντίνου Σιώτη, «Διακοπές με ήρωες του καλοκαιριού»

«Οι διακοπές εφέτος θα είναι μικρές σύντομες

προβλέψιμες φτηνές μονοήμερες απαλλαγμένες

από περιττά βάρη όπως παραλία βαλίτσα άμμος

Thermos μια και κανείς δε μιλά πια για αφανείς

ήρωες του θέρους αφού μπορεί ίσως και να μην

υπάρχουν ή να τους έφαγε κανένας μοναχικός

λύκος όχι σαν εκείνους που βγαίνουν στην

τηλεόραση και μας παρηγορούν με άθλους

της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ή με

τα απολιθώματα ενός συστήματος κενού ή

με δύσπιστα ριάλιτι διαρκείας. Ήρωες του

καλοκαιριού είναι οι πυροσβέστες οι δια

σώστες οι ναυαγοσώστες οι τροχονόμοι κι

όσοι δίνουν απ’ το περίσσεμα της καρδιάς

τους στους επαίτες, ήρωές μας δεν είναι οι

αξιωματικοί αλλά οι οπλίτες όχι οι πολιτικοί

αλλά οι πολίτες, όχι οι λωποδύτες, όχι εκείνοι

που απατάνε αλλά όσους τους πατάν, είναι οι

καταφρονεμένοι οι σεμνοί οι ταπεινοί κι όχι

οι υπερόπτες οι υπερφίαλοι και οι αχαμνοί,

είναι τα ιστιοφόρα κι όχι τα καταμαράν, τα

κανό κι όχι τα ιπτάμενα, το κύμα κι όχι το

χρήμα, το μέτρο κι όχι η αφθονία, το πάθος

της ουσίας, η κανονικότητα (αλλά πώς να την

αποσπάσεις απ’ τη φριχτή καθημερινότητα),

ήρωας είναι μια σκιά για τα τραύματα μια

πατρίδα για τα θαύματα μια γάζα για τα

εγκαύματα, ήρωες είναι όσοι φωτογραφίζουν

τη σκιά του ανέμου ενώ διασχίζει το Αιγαίο,

όσοι αντικρίζουν την όμορφη θεά απέναντι

που απολαμβάνει τη θέα των νησιών, όσοι

φορτίζουν την μπαταρία του ανέφικτου σε

ουρανό που πετά πάνω απ’ τον ορίζοντα,

όσοι επισκευάζουν καθυστερήσεις που είχαν

αργήσει για τα εγκαίνια της αθέατης πλευράς

των πραγμάτων, περνώντας από το σώμα στο

στρώμα την αχανή φαντασία της σελήνης

του Αυγούστου, ήρωας είναι ο φάρος που

αναβοσβήνει τη θέληση του κάπταιν να

αποφύγει τον ύφαλο, ήρωες οι ξέρες που

λοιδορούν τα μποφόρ της έντασης τόσης

κατάντιας του μέσου πολίτη, τα πολλά

ερημονήσια στη μέση του πελάγου και οι

πρόσφυγες που παραμένουν στα αζήτητα

στα αμπάρια της Μεσογείου, ήρωας είναι

το εκτοπισμένο, το πλήρωμα του χρόνου

σε μακρινή χώρα, οι άγκυρες που δεν

σηκώνονται με τίποτε στη Ραφήνα στον

Πειραιά στην Πάτρα γιατί είναι για να

ξενιτευτούν τα νέα παιδιά στα ξένα να

βρουν δουλειά, ήρωας η Ακτοφυλακή

που μαζεύει σήματα Μορς: τα σκορπά

σε άλλα πλοία για να σωθούν επιβάτες

με ζωές ασυμμάζευτες, προορισμοί που

αναζητούν ένα λιμάνι για έναν καλύτερο

κόσμο: αν δεν είναι το λιμάνι ο ήρωας του

καλοκαιριού τότε τι σόι λιμάνι είναι…

Αθήνα, 17 Ιουνίου 2016

(http://fractalart.gr/diakopes-me-iroes-tou-kalokairiou/)

Πες το με ποίηση (162ο): «Τα φύλλα»…

-«Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

-Μάρκος Μέσκος, «ΦΥΛΛΑ»

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;

Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς

λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν
για τ’ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).

Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως

φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τ’ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.
Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

(Χαιρετισμοί, 1995)

 

 -Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι’ έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)

 

-Γ. Σεφέρης, «Το φύλλο της λεύκας»

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος

έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

(Hμερολόγιο Καταστρώματος Α΄)

-Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου»

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει

Το ποίημα της ημέρας: Φύλλα ημερολογίου

 

-Ο. Ελύτης, «Ο Φυλλομάντης»

Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο

Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Mη». Kι ύστερα πάλι «Mη». «Mωρό μου».
«Tι σού ‘μελλε», «Mια μέρα θα το θυμηθείς».
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά».
«Eγώ που σ’ αγαπώ». «Πες πάντα». «Πάντα».

Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι –
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ

Mέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
«Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

(από τα Eτεροθαλή, Ίκαρος 1974)

 

-Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο»

«Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,
σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

-Μανόλης Ξεξάκης, «Κορδόνι πρώτο: Αινίγματα και φύλλα»

Φύλλα παράκτια πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη.

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη–

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης!

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η θρηνώθης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ’ το φραγγέλιο
του γυμνού καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης∙

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ’ αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατέλειωτα.

Μ’ έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει
τους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ’ αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή,

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά∙ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,

να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος…

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας με βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραντο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου
στο ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης…

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ’ εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.
(Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μανόλης Ξεξάκης)

Πες το με ποίηση (161ο): «Η σκάλα»…

 

-«…Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε,

ίσως, μακριά. Αλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«… Και, να,

που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-«…Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί!

Θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!

Τα φτερά…

τα φτερά, τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

 

-Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Όταν κατέβουμε τη σκάλα»  

«Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.»

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Πρώτο Σκαλί»

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Η σκάλα»

Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος –όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
–άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
–φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

Όλες τις μοναξιές τις έζησα
ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
–είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά –έτσι κι ο λόγος
φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ‘γινε κι η δημιουργία διαστροφή
και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

–αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/Βιβλία)

 

 

 

 *STAIRWAY TO HEAVEN (ΣΚΑΛΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ)

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Η σκάλα»

«Ανέβαινε, κατέβαινε τη σκάλα. Λίγο λίγο

το πάνω και το κάτω συγχέονταν μέσα στην κούρασή του

έπαιρνα το ίδιο νόημα- κανένα νόημα- ένα ίδιο σημείο

ενός τροχού περιστρεφόμενου. Κι αυτός, ασάλευτος,

δεμένος στον τροχό, με την ιδέα πως ταξιδεύει τάχα,

νιώθοντας τον αγέρα να χτενίζει προς τα πίσω τα μαλλιά του,

παρατηρώντας τους συντρόφους του, πετυχημένα μεταμφιεσμένους

σε πολυάσχολους ναύτες, τραβώντας ανύπαρκτα κουπιά,

να βουλώνουν τ’ αυτιά με κερί, ενώ οι Σειρήνες

είχαν πεθάνει εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια.»

(Γ. Ρίτσος, Ο διάδρομος και η σκάλα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «Η σκάλα»

«Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος, με τρομάζει.
Τι ωραία θάτανε με μια ένεση
να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
η επόμενη χιλιετία!
Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της όταν τ’ ανέβεις χαλιέται πέφτει.
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Χρίστος Λάσκαρης, «Θα κατεβαίνεις σκάλες»

«Θα κατεβαίνεις σκάλες,
κάθε πρωί θα κατεβαίνει σκάλες.
σαν άγαλμα προς τη θυρίδα για το εισιτήριο θα προχωρείς
κι ύστερα στην ουρά
-πάντα σαν άγαλμα-
που μες στο μάρμαρό του ονειροπολεί,
θα στέκεις.
Στο τραμ
πιασμένος στη χειρολαβή θα ταλαντεύεσαι
με το κεφάλι μες στη λύπη κρεμασμένο.
Στον Πειραιά,. η πρωινή ομίχλη θα σε πνίγει
και στο γραφείο οι συνάδελφοι.
Και θα ραγίζεις
και στα δυο η πέτρα σου θα σπα
καθώς απ’ το παράθυρο στην προκυμαία θα κοιτάς
το πλοίο που ξεμάκρυνε-
σφυρίζοντας μες στην ψυχή σου.»

(http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_15.html)

 

 

 

 

-Ρενέ Σαρ, «Το σκαλοπάτι»

 «Μέσα στο συνειδητό σου σώμα, η πραγματικότητα πάει μπροστά μερι-

κά δευτερόλεπτα φαντασίας. Ο χρόνος αυτός, που ποτέ δεν τον προ-

φταίνει κανείς, είναι ένα βάραθρο ξένο προς τις πράξεις αυτού του κό-

σμου. Δεν είναι ποτέ ένας ίσκιος παρ’ όλο το άρωμά του από νυχτερινή

επιείκια, από ιερή επιβίωση, από άφθαρτη παιδικότητα.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

Πες το με ποίηση (160ο): «Το λάθος»…

 

-«…Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.»
(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε άλλα επόμενα,

δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.»

(Ο. Ελύτης)

 

 -«Αφού κατά λάθος

ο κόσμος

είναι μια ποίηση.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

«(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.»

(Julio Cortázar)

 

 

 

-Κική Δημουλά, «Γράψε λάθος»

«Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων

ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω

συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει

συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο

τα δυο μαζί ενώνω – το ζω το αφήνουμε έξω

για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

 

Δεν είναι λάθος φίλε μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον

που τα κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν

τη ρηματική τού ζω απεραντοσύνη.

 

Απ’ τη σκοπιά τού καθενός η ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα

τι κινητά που γράφεται το ψέμα:

όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον

σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα

τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από πού ως πού

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

 

Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια

ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση

το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν

και η αοιδός επιθυμία

απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

 

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.»

(Από τη συλλογή  Χαίρε ποτέ, 1988)

 

 

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «Το λάθος»

«Να μη χαθούμε μες στην ερημιά του κόσμου έλεγε
χαθήκαμε μες στο κατάμεστο ξενυχτάδικο
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό .
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
Δε σ’ ακούω της είπα πάρε το μηδέν .
Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος μου είπε
να με συγχωρείτε»

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Μαρία Ι. Χρονιάρη, «ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΛΑΘΟΣ»

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.

Ένα απόγευμα κουρασμένη από το πολύωρο περπάτημα, κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας να πάρω μια ανάσα. Στο ακριβώς διπλανό, δυο νεαρά κορίτσια συζητούσαν χαμηλόφωνα όταν το ένα φώναξε: «Δεν είναι σωστό». Η φράση αυτή με έβαλε αμέσως σε σκέψεις. Ποιο είναι το σωστό; Ποιο είναι το λάθος; Και κυρίως, που; Για όλα υπάρχει η προσωπική μας οπτική και πρόσληψη. Ποιος είναι εκείνος που θα κρίνει το σωστό και το λάθος; Με ποια ιδιότητα θα αποφανθεί; Κι αν η κρίση του δεν είναι σωστή, ποιος θα του επισημάνει πως είναι λάθος;

Πόσο επηρεάζει η προσωπική μας κρίση την κριτική και κυρίως τον διαχωρισμό λάθους – σωστού; Ποιος όρισε τη διαφορά ανάμεσά τους; Το δικό μου λάθος είναι το δικό σου σωστό και το αντίστροφο; Τι είναι εκείνο που τα κάνει να διαφέρουν; Κανόνες ηθικής; Νομικοί; Τάξης; Αν το δικό σου σωστό το εφαρμόσω σε μένα  κι αποδειχθεί λάθος; Είναι όντως σωστό; Ή εγώ έπραξα λάθος;

Οι καλές προθέσεις είναι σωστές, αλλά πολλές φορές φέρνουν λάθος αποτελέσματα. Μήπως λοιπόν οι προθέσεις είναι εκ προοιμίου λανθασμένες; Κι αν είναι, ποιος μπορεί να το γνωρίζει αν δε δει το λάθος αποτέλεσμα; Εσύ πόσες φορές έκανες λάθος σήμερα; Πόσες έπραξες σωστά; Για ποιο από τα δύο καταδίκασες την πράξη σου;  Μήπως το ότι θεωρείς πως κάνεις το σωστό σε βοηθά να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου; Τελικά μήπως το λάθος είναι αυτό που μας βοηθά να βλέπουμε πιο βαθιά και με περισσότερη αλήθεια τον εαυτό μας;

Σε όλα τα γεγονότα, σε όλες τις καταστάσεις, ισχύει ο νόμος της σχετικότητας. Ο σωστός άνθρωπος βρίσκεται τη λάθος στιγμή στο σωστό μέρος. Ο λάθος άνθρωπος βρίσκεται τη σωστή στιγμή στο λάθος σημείο. Πώς θα ξεχωρίσουν πού, πότε, και κυρίως γιατί; Είναι σωστό να κρίνουμε τις πράξεις των άλλων; Κι αν ναι, γιατί οι υπόλοιποι είναι λάθος να μας κρίνουν; Πώς προσδιορίζεται; Πώς ορίζεται η κρίση για την κριτική σωστού  – λάθους;

Πάλι από εκείνο που μας συντελεί ως χαρακτήρες και προσωπικότητες. Και ποιος έχει τη δικαιοδοσία της απόφασης του λάθους; Ποιος του σωστού; Από πού εξουσιοδοτείται εφ’ όσον δεν σκέφτεται αντικειμενικά; Πόσο ο προσωπικός παράγοντας επηρεάζει το λάθος μου; Πόσο το σωστό μου; Υπάρχει αντικειμενικότητα ή είναι όλα υποκειμενικά; Κι αυτό από μόνο του είναι λάθος ή σωστό;

Η αντικειμενικότητα του σωστού καταδεικνύει το λάθος ή μήπως η υποκειμενικότητα του λάθους καθιστά το σωστό, σωστό; Ποια αντίληψη είναι εκείνη που επιτρέπει την σωστή ή λάθος ανάγνωση των πραγμάτων;

Κι εν τέλει τόση ώρα κάνω λάθος που το αναλύω; Ή μήπως όχι;

(Πηγή: http://mchroniari.blogspot.gr/2015/07/blog-post_15.html)

 

 

 

 

-Φ. Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ

Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι

Που δεν αντιστοιχώ

Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί

Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.

Άλλοι με βλέπουν αλλιώς

Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον

Κι αφήστε με ήσυχο.

Αν εγώ δεν θέλω.

Να βρω τον εαυτό μου

Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

 

 

Βάσκο Πόπα, «To υπερφίαλο λάθος»

«Ήταν κάποτε ένα λάθος
Τόσο αστείο τόσο μικρό
Που είδηση δε θα το ’παιρνε κανείς

Το ίδιο δεν ήθελε τον εαυτό του
Ούτε να τον βλέπει ούτε να τον ακούει

Και τι δεν σοφίστηκε
Μπας κι αποδείξει
Πως κατά βάθος δεν υπάρχει

Σοφίστηκε τον χώρο
Για να βολέψει μέσα του τις αποδείξεις
Και τον χρόνο για να του φυλάει τις αποδείξεις
Και τον κόσμο για να του κοιτάει τις αποδείξεις

Όλα όσα σοφίστηκε
Δεν ήταν ούτε τόσο αστεία
Ούτε και τόσο μικρά
Αλλά φυσικά ήταν λάθος

Αν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς»

(Βάσκο Πόπα, Ποιήματα, Εκδόσεις Κέδρος, 1979)

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η λάθος ερώτηση»

“«Θα μ’ αγαπάς για πάντα;»
ρώτησε η Αλίκη τον βιαστικό Λαγό.
Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,
τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο
κι ο λαγός χάθηκε στην τρύπα του.
«Με τι ο γράφεται η απώλεια;»
ρώτησε μια σοφή κάμπια που κάπνιζε την πίπα της
επάνω σ’ ένα μανιτάρι.
Η Αλίκη μίκρυνε απότομα
κι ύστερα βασανιστικά
άρχισε να μεγαλώνει.”

(Από τη συλλογή, «Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», 2006)

 

 

 

 

-Γιώργος Λευθέρης, «Το λάθος»

«Κοπάδια
τίποτα στο δρόμο μας
δεν είναι λαθεμένο
το κάθε τι είναι σωστό απ’την αρχή
όπως είναι καμωμένο
η έννοια του λάθους
δεν είναι του Θεού
είναι δικό μας λάθος
ο ήλιος ανατέλλει πάντα
απ΄τη σωστή μεριά
το ίδιο βασιλεύει
τίποτα δεν άλλαξε
γιατί δε γίνεται ν’αλλάξει
ο έρωτας κάνει την αρχή
ο θάνατος τελεύει
ο χρόνος μπερδεύει το σκοπό
χρόνος στο σύμπαν δεν υπάρχει
όλα είναι κατασκευάσματα
δικά μας των φθαρτών
των λαθεμένων ανθρώπων…
θέλουν μα δε μπορούν
αιωνιότητα να φτιάξουν
αιωνιότητα προυπάρχει…»
(Γιώργος Λευθέρης, Το όνομά μου, Γαβριηλίδης)

 

 

-Τάκης Τσαντήλας, «Λάθος χρόνος»

«Τυλίγεται ο λόγος πάνω μας

χάδι ακόρεστο

σαν αλισάχνη
ακατάληπτων κυμάτων

 

Σου το ‘λεγα μικρή μου
πως: σε λάθος χρόνο

φθάνει πάντα η σοφία

απρόσμενη

ενδεδυμένη με πληγές

και με ηλιοκαμένες μνήμες»

(http://tsantilas-poems.blogspot.gr/2014/12/blog-post_49.html)
 

Πες το με ποίηση (159ο): «Επαρχία»…

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Της επαρχίας»

«Ήσυχες, φτωχικές Κυριακές της επαρχίας

Με τα λαμπρά λιογέρματα, με τις ανύπαντρες γυναίκες,

Με τα ποτήρια στο τραπέζι, τις μύγες, τα φύλλα.

Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν πρόσθετο και ξένο.

(Γ. Ρίταος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

 

 

 

-ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, «Θάνατος στην επαρχία»

( ανάμνηση Κ.Γ. Καρυωτάκη )

«Τα νιάτα τους σημαία διπλωμένη.
Φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν.
Τις Ώρες που γυρνούν οι πεθαμένοι
μονάχα αυτοί με λύπη τούς πενθούν.

Ανώνυμα συχνά τα γράμματά τους.
Κατασκευάζουν σχέσεις και δεσμούς.
Λιωμένο ρούχο γίνεται η καρδιά τους.
Μεθούν κι έχουν συχνά παροξυσμούς.

Στα μαγαζιά τους στέκουν στοιχειωμένοι.
Στο θλιβερό υπάλληλο ξεσπούν.
Σε μια κηδεία όλοι παγωμένοι
τους φίλους σαν εχθρούς ακολουθούν.

Με τις γυναίκες ζουν δυστυχισμένα
–έχουν πολέμους, λες, με Αγαρηνούς–.
Κι όλα κρυφά, σιγά κι αρρωστημένα
μην ακουστούν ποτέ στους διπλανούς.

Γερνούν, παραφυλούν, κατασκοπεύουν.
Κλειστές οι πόρτες. Ξέρουν και τι τρως.
Με κόλπο δυο φτερά κρυφά σου κλέβουν.
Το μίσος γιατρικό τους και γιατρός.

Στα καφενεία μόνοι τους συχνάζουν.
Πίνουν καφέ. Κοιτούν ποιος τους κοιτά.
Γελούν μ’ ό,τι συμβεί και σχολιάζουν.
Χιονίζει απόψε φως του θανατά.

Κορίτσια λυρικά τα όνειρά τους –
θα γίνουν σκύλες αν τους αρνηθούν.
Ξαναμετρούν με τρόμο τα έξοδά τους.
Αγρίεψε η ζωή. Θα τρελαθούν.

Γυναίκες, που είχαν μοίρα για να γίνουν
ποτάμια, δέντρα κι άστρα με φιλιά,
το σώμα τους μονάχες πια το γδύνουν
και στον καθρέφτη ακούν την πιστολιά.

Στο τέλος ζουν μες στα γηροκομεία
κι ο αγέρας έξω αφρίζει και λυσσά.
Τις σάρκες της θα τρώει η επαρχία
ντυμένη τέτοιες ώρες στα χρυσά.

(Η Πόρτα της Πηνελόπης, Καστανιώτης)

 

 

 

 

-Κώστας Ουράνης, «Οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν»

Ι

Τὶς νέες συλλογίζομαι στὶς ἀπομακρυσμένες
τὶς ἐπαρχίες, τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά,
ὅταν πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοὺς κοιτᾶν στηλὰ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

Τὶς συλλογιέμαι στὶς θαμπὲς τοῦ φθινοπώρου ἡμέρες,
ὅταν κοιτᾶνε τὴ βροχὴ νὰ πέφτει στὴν αὐλή τους
κι ἀνασηκώνουν στοὺς στενούς τους ὤμους τους τὸ σάλι,
γιατὶ ἕνα ρῖγος παγερὸ νιώθουν ὡς τὴν ψυχή τους…

ΙΙ

Συλλογιστήκατε ποτὲ τὶς νέες στὶς ἐπαρχίες,
ποὺ περιμένουνε νὰ ῾ρθεῖ, τὸ βράδυ, ἡ ἐφημερίδα,
γιὰ νὰ διαβάσουν ἄπληστα τὸ μυθιστόρημά της
καὶ νὰ μάθουν τί ἀπόγινε ἡ ὄμορφη ἡρωίδα;

Ποὺ ἀνταλλάσσουν κάρτ-ποστὰλ -«ἰδίως τοπία καὶ ἂνθη»-
καὶ διατηροῦν ρομαντική, κρυφά, ἀλληλογραφία
μ᾿ ἕνα ἄγνωστον, ποὺ μ᾿ ἄπειρα χαρίσματα τὸν πλάθουν
κι ἐκεῖνος εἶναι ἕνας γραφεὺς σὲ κάποια Δημαρχία;

Ποὺ γράφουν καλλιγραφικὰ -καὶ μ᾿ ἀνορθογραφίες-
«σκέψεις» μὲς σὲ λευκώματα παρμένες στὰ βιβλία
καὶ ποὺ μὲ μελαγχολικὰ ψευδώνυμα ὑπογράφουν,
ὅπως: «Ἀνέραστος Ψυχή» ἢ «Θλιβερὰ Καρδία»;

ΙΙΙ

Ἐγὼ τὶς συλλογίζουμαι τὶς νέες αὐτές, ποὺ εἶναι
τῆς Ἔμμας Μποβαρὺ ἀδερφὲς -καὶ πάντα καρτερᾶνε
τὸ Νέο τὸ ρομαντικό, τὸν πλούσιο, τὸν ὡραῖο,
ποὺ θὰ τοὺς δώσει τὴ λαμπρὴ ζωὴ ποὺ λαχταρᾶνε…

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Πότε θὰ ῾ρθεί ἀπὸ τὸ γαλανὸ
βασίλειο τῆς Χίμαιρας, μ᾿ ἐρωτικὰ ἀνοιγμένη
τὴν ἀγκαλιά, καὶ νὰ τὸν δοῦν νὰ τοὺς χαμογελᾶ;
Τάχα γιατί τόσο πολὺ ν᾿ ἀργεῖ; Τί περιμένει;

Δὲν ξέρει πῶς στὴν πένθιμη αὐτὴν ἀναμονὴ
λιώνουν οἱ ἄσπρες τους ψυχὲς σὰ μάταιες λαμπάδες;
Καὶ δὲ φοβᾶται, σὰ θὰ ῾ρθεῖ μιὰ μέρα, νὰ μὴ βρεῖ
σβηστὸ τὸ φῶς καὶ -ἀλίμονο- νεκρὲς τὶς Ἑστιάδες;

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Κατάμονες καὶ θλιβερὲς στὸ σπίτι
-στοῦ φθινοπώρου τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά-
οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν κοιτᾶν στηλᾶ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

 

 

 

 

-Ζυλ Λαφόργκ,  «Η ΘΡΗΝΩΔΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ»  

 

«Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί.

Μια σάλπιγγα μακριά σημαίνει…
Ο κύριος πάρεδρος διαβαίνει.
Παίζει ένα πιάνο μέσ’ στο βράδυ,
μια γάτα τρέχει στο σκοτάδι.
κι αποκοιμιέται η επαρχία!…
Με μια στερνή του συγχορδία
το πιάνο κλει το σκέπασμά του.
Τι ώρα να ’ναι απάνου κάτου;
Τι εξορία, φτωχιά Σελήνη!
Πρέπει να πούμε «τι να γίνει;»
Λοιπόν, Σελήνη — που όλ’ οι τόποι
σε χαίρουνται όμοια κι όλ’ οι ανθρώποι,
του Παρισιού είδες τα οχυρά,
του Μισουρή χτες τα νερά,
της Νορβηγίας τα γαλανά
τα φιόρδ. Τους πόλους, τα βουνά…
Καλότυχη, που βλέπεις τώρα,
σ’ αυτή την ήσυχη την ώρα.
του γάμου της τη συνοδεία!
Φύγανε, λέει, για τη Σκωτία…
Τι γλέντι, αν πάρει μια φορά
τους στίχους μου στα σοβαρά!
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία,
στον πόνο ας γίνουμε παρέα…
Έχω, ως πεθαίνω, ω θεία βραδιά,
την επαρχία μέσ’ στην καρδιά!
 
Κι είναι η Σελήνη σα γριά
που έχει μπαμπάκια μέσ’ στ’ αυτιά.

(μτφρ. Αιμιλία Δάφνη, http://ebooks.edu.gr/)

 

 

 

-Γιώργος Ιωάννου, «ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ»

«Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή
Ζήτω ηΕλευθερία• γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.
Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.
Κάθε καφές κι ένα καινούριο όνειρο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.
Και μόνο τις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.»

(http://tritolykkalam.blogspot.gr/2015/04/24.html)

 

 

 

-Θανάσης Κωσταβάρας, «ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ»

«Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου•
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.

(Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993)

Πες το με ποίηση (158ο): «Έρημος – ερημιά»…

 

-«Όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου/ σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια»

(Ν. Καρούζος)

 

 

«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ»

«Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

– Νίκος Καρούζος,  «Ἕνα ἔρημο ἄνθος»

«Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα».

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Έρημος σταθμός»

«Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φάνεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 2ος, Κέδρος

 

 

 

-Τ. Σ. Έλιοτ, «Έρημη χώρα»

(απόσπασμα)

Α΄  Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

(Τ.Σ. Έλιοτ, Έρημη χώρα», μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

 

-Ηλίας Λάγιος, «Η Έρημη Γη»

(απόσπασμα)

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….

(Η. Λάγιος, “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ)

 

 

 

-Γ. Θέμελης, «Ερημία»

«Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.»

(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο φιλοξενούμενος της ερημιάς»

 Πέθανες πριν δεκατέσσερα χρόνια.

Σου παραχώρησε η μητέρα μια ρίζα βελανιδιά

και τον ορίζοντα προς τη θάλασσα

να με δεις που θα επέστρεφα.

Με περίμενες πάντοτε, κ’ ήσουνα ήσυχος.

Είχες μια πίστη σ’ εμέ τόσο ακλόνητη-

όπως την πέτρα που κρατάς στο κεφάλι σου.

«Σας εύχομαι» μούργραφες «ο πατήρ σας

υγείαν, ειρήνην και αγάπην». Δικό σου

δε μούμεινε τίποτα. Κράτησα μόνον αυτό

το «ειρήνην και αγάπην». Το στήθος μου

είναι ένα άσπρο τετράγωνο φάκελλο.

Κι’ αυτό το κάνω τώρα. Πηγαίνω

Και φέρνω το γράμμα σου.

Δεν ξέρω τι με ήθελε η πίστη σου.

Δεν ξέρω αν αυτό σε αναπαύει.

Δεν ξέρω αν σου είπανε. Έγινα

ο ταχυδρόμος της αιωνιότητας.

ΙΙ

Τρεις μεγάλες βελανιδιές μου μιλάνε με τρεις

αδιάκοπους ψιθύρους. Σ’ έχουν βάλει στη μέση,

σε φυλάνε απ’ τους κεραυνούς. Το φθινόπωρο οι σαύρες

ανοίγουνε δρόμο στα κίτρινα φύλλα

που πέφτουνε πάνω σου. Και τ’ άγρια λουλούδια

σα νάχουν βυθίσει τις ρίζες τους μες

στης καρδιάς σου το φως, είναι μες στη διαφάνεια τους

παράξενα όμορφα. Κάτι σαν καλοσύνη

ή σαν λόγια παιδιού. Σα νάναι απ’ τα ίδια,

μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που μοιράζω

τώρα στον κόσμο.

ΙΙΙ

Έμεινες μοναχός ανάμεσα στα σύμβολα μου,

εδώ, στο προαύλιο της μικρής εκκλησιάς και

δεν ξέρω

αν βγαίνει ο Αη- Γιώργης τη νύχτα κι αλλάζετε

λίγες κουβέντες. Γιομάτος ευγένεια

γραμμής και σιωπής, παραστέκει ο Ταΰγετος.

Δεν έμεινε άλλος εδώ να σε νοιάζεται.

Κι εγώ θα σ’ αφήσω.

Είναι Σεπτέμβριος

του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ.

Εγώ βρίσκομαι ακόμα πάνω στη γη.

Εγώ ψάχνω να βρω την πορεία του κύκλου,

ψάχνω το νόημα να βρω του φωτός,

το φως του νοήματος. Δεν είμαι ζωσμένος

το ουράνιο τόξο. Έχω μια ζώνη

λύπης στη μέση μου κι έχω αυτό το κλειδί

που μου πέρασε ο ήλιος.

Εγώ προσπαθώ

ν’ αποκαλύψω την άγια γραφή

του στερεώματος.

IV

Ανεβαίνοντας στο άλογο, σαλεύω το χέρι

χαιρετώ την ειρήνη σου. Βιάζεται ο χρόνος.

Γυρνώ κάθε τόσο το κεφάλι μου φεύγοντας.

Στο βάθος ο βράχος μακραίνει ολοένα.

Τα σύννεφα πάνε κ’ έρχονται πάνω σου

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Θανάσης Πάνου, «Ασκητής εν τη ερήμω»

Και μέσα στην πιο αφιλόξενη έρημο, στα άχραντα στήθη σου τα μαρμάρινα και αν σήκωνα τα βλέφαρά μου , τα κόκκινα, με τσίμπλες από πόθο βλέφαρά μου, θα με ερωτευόσουν στην στιγμή, αν έβλεπες τον ηλιοκαμένο πόθο μου, φαλό ξεροκαμένο πορθητή ενός ιππότη δον Κιχώτη καμηλιέρη» …

Στον πειρασμό ενός Αγίου Αθανασίου, η περιγραφή του πόθου δεν μπορεί παρά να είναι ερωτική γιατί ως γνωστόν ο έρωτας όποιας μορφής στην έρημο και αν ζεις, δεν σε αφήνει ήσυχο να αγιάσεις. Ακόμα και μέσα σε νερόβραστες φακές, στην πιο αυστηρή νηστεία σου, κυκλοφορεί προκλητικά και ξεπροβάλει αιφνίδια, ως σε πειρασμό αρμόζει, η ηδονή, κόρης παρθένας ή πόρνης χορεύτριας με σκέλια ορθάνοικτα και αυτή είναι της ποίησης η όαση του καμηλιέρη ο πόθος.

(Πηγή: http://fractalart.gr/thanasis-panou-9/)

 

 

Post Navigation