Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (5ο)…

4seasons_tsarouxis1

1.theofilos

21-1--6-thumb-large

52d9e013c5a6dc2af3c8e96805994d3c_XL

179

543801_2_24

mujer-sentada-sobre-el-cesped-con-las-manos-alzadas-cielo-azul

750604

Dali-y-Lorca -Federico-Garcia-Lorca-El-Beso-1927

DSC05385

Festival_In_Cordoba_5

flying-flock-birds-against-sunset-28659924

How_To_Save_A_Life_by_ArhcamtIlnaad1

in-the-tavern-1899.jpgHalfHD

kouros-kori-skiniko

may_day_133815

nikiforos-vrettakosνμ

shakespeare3

Tango.jpg

vrexei

Vrk501.jpg

windmillbluechurch_60x90

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (4ο)…

12963665_10209245708876790_8775975008459753132_n

12928406_10209123137372579_3961389692418732148_n

12974396_10209235020009575_2786516432918149540_n

12986990_10209281681256077_1509671741902917750_n

12985561_10209307558302987_2596774353546213593_n

13000165_10209260949737802_7142720068037284433_n13043442_10209289280206046_1970903232336316814_n13055391_10209320230099774_8119731250132754405_n104000166ceb3ceb9cf8ecf81ceb3cebfcf82-cf83cf84ceb1ceb8cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82-e2809cceb6ceb5cf85ceb3ceaccf81ceb9e2809dbertolt-brecht2D1C00FB8ED6555E24D9E4044A0BC18A5DSC00645DSC05747.JPGdhioeeioEdvard_Munch Separationfield-of-poppies-monetintro-poesie01-420 μκkokkino-rouxoFRINTA2gallery_14-stathopoulos1kokoschka_dreaming_700-1KyklosMathimatwn_newsite_main.jpglwf412993552_10209312843515114_8639862396079777563_n

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (3ο)…

18ac02e19fbc2f1a8ee307139dd001f4_L

13

1

32-2--32_002eat esa

200px-lytras_nikolaos_001

9-screen (1)

7

6BF759F91EA991795469E1A8D2FA8895

958px-El_Greco_-_The_Purification_of_the_Temple_-_WGA10542

17880

201287-1621_1840

202025-screen_shot_2016-05-14_at_2.50.59_m.m.

430805-oxlos ΠΛΗΘΟΣ

944972_10209055752848008_2712372733999214532_n

1656065_10209169539012591_3464303328390236428_n

12472559_10209226328112283_9073877116784028591_n

12809723_10209090215589555_2274014976346008982_n

12919781_10209204550047845_9214162248391320150_n

12920261_10209274707761744_1929615284572925471_n

12920524_10209334213929361_8606371327876563502_n

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (2ο)…

65497209

DSC_1154

DSC00322

031010-anagnostakis

4840569090_90644b112f

eida-ston-ypno-mou-galinia-thalassa-kai-aspra-poulia-na-petoun-ston-ourano

o-VOLANAKIS-900

1250951834028_florida_palm_tree

1250951834292_florida_sand_bar_

garcia-lora-770x470

1η Αυγούστου 2016: Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα – «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»….

kouros-kori-skiniko

 

Ιωσήφ Μπρόντσκι, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»

«Οι εραστές τ’ Αυγούστου,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,
τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα
τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,
εξαφανίζονται στα σοκάκια,
τρέχουν στις πλατείες.
Στους εραστές τ’ Αυγούστου
αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα
οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω
στα πουκάμισά τους,
φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές
κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.
Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,
να το που χρωματίζει τα δέντρα,
που σβήνει τη λάμπα,
που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .
Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,
γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.
Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.
Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες
κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,
συνομιλώντας με τον εαυτό σου.
Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,
με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,
παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,
παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,
κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,
κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,
κανείς δε θα σου παρασταθεί,
κανείς δε θα σου σταθεί,
πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,
απ’ τα λουλούδια,
απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.»
(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου.»

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (1ο)…

PavlosSamios_01_0

pinakas10

post-1-1287125662,44

primavera

quadri-ritratti-silvia-03020-20donna20orientale

sun

texni753

thanatos1ι

to-xeri-pou-afoplizei-mprosta-apo-tin-kleisti-trapeza.w_l

van-gogh_painter-on-the-road-to-tarascon

wallpapers-love-paintings-background-wallpaper-romance

zografiki-se-kamva_013L1

Βαϊφόρος

ένας-φτωχός-άνθρωπος-που-προσεύχεται-στον-τοίχο-wailing-ιερουσα-ήμ-ισραή-30973008

κερασιες

λεωφορείο ο πόθος - πινακες ζωγραφικής

μεγαλη εβδομαδα

μνημείο-αντίστασης-Θεσσαλονίκης

Πρόσφυγες

σταθοπουλος

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (2ο)…

Πες το με ποίηση (154ο): «Φτωχός – φτώχεια»…

-«Ποιητές: Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως –και σαπίσαν παρευθύς.»

(Μπ. Μπρεχτ)

 

 

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Είμαι φτωχός

«Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;»

(Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976)

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΠΟΥΛΙ»

«Να ‘χεις στόλους και βαπόρια
και πλεούμενα πελώρια

Με το δένε και το λύνε
λίγο βέβαια δεν είναι

Όμως της ζωής το αλάτι

βρίσκεται μες στο κρεβάτι

Μια μονάχα μες στις δέκα
να ‘ναι αληθινή γυναίκα

Και τα τέτοια δεν τα θέλει
κύριε Γιώργο κύριε Τέλη

Μάθετέ το είναι καιρός
ίδια τα ‘δωκε ο Θεός

Τι λιγάκι τι πολύ

έχει κι ο φτωχός πουλί.»

(Ο. Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, Ίκαρος)

 

Emily Dickinson, [Γι ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!]

«Μονάχα δυο φορές έχασα τόσα

Κι έγινε αυτό στην χλοερή την γη

Δυο φορές εμπρός καθώς ο επαίτης

Στην πύλη του Θεού χω σταθεί!

                           ***

Οι Άγγελοι δυο φορές κατήλθαν

Το απόθεμα μου για να επιστραφεί

Κλέφτη, Τραπεζίτη – Πάτερ

Γι ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!»

(http://www.schooltime.gr/2014/02/05/afieroma-stin-emily-dickinson-poiimata-epistoles/)

 

 

 

 

 

-Α. Πούσκιν, «Ο φτωχός ιππότης»

Ήταν στον κόσμο ένας φτωχός ιππότης
              απλός και σιωπηλός μ` όψη χλωμή, 
              συννεφιασμένο τ` όνειρο της νιότης
              κι αλύγιστη η γενναία του ψυχή.

              Κάποια οπτασία που ποτέ δε σβήνει
              και που κανείς δεν έχει φανταστεί
              τούτυχε, κι από τότε η εικόνα εκείνη
              στα φύλλα της καρδιάς του έχει γραφτεί.

              Στάχτη κι αποκαϊδια πια η ψυχή του,
              σ` άλλη γυναίκα μήτε μια ματιά
              δεν έριξε, κι ως τη στερνή πνοή του
              δεν άλλαξε ούτε λέξη με καμιά.

              Αντί μαντήλι στο λαιμό του γύρω
              δένει το κομποσκοίνι του ασκητή,
              κι απ` τη μορφή του τ` ατσαλένιο γείσο
              δε σήκωσε, κανένας να τον δει.

              Κείνη η οπτασία μόνη του ηλιαχτίδα,
              γεμάτος έρωτα πιστό κι αγνό,
              Α. Μ. Δ. πάνω στην ασπίδα
              με το αίμα του είχε γράψει το ζεστό.

              Στης Παλαιστίνης τις ερήμους. Βράχοι
              ολόγυρα, κι οι Παλαδίνοι εκεί
              κραυγάζαν, καθώς ρίχνονταν στη μάχη,
              τ` όνομα της καλής τους -μουσική.

              Και, Lumen coeli, sancta Rosa! εκείνος
              εφώναζε άγριος, και σαν κεραυνός
              στων Μουσουλμάνων πάνωθε το σμήνος
              έπεφτε της φοβέρας του ο αχός.

               Κι ως γύρισε, στον πύργο του κλεισμένος,
               τυλίχτηκε σε μοναξιά αυστηρή,
               πάντοτε σιωπηλός, πάντα θλιμμένος,
               και σαν τρελλός ετέλειωσε τη ζωή.

απόδοση: Άρης Αλεξάνδρου

(http://the-grand-utopia.blogspot.gr/2010/10/1799-1837.html)

 

 

 

 

-Φώτης Αγγουλές, «Μείνε φτωχός»

Συδαύλιζε μ’ ό,τι μπορείς
της πίστης σου το πυροφάνι
και μια χαρά να σού ‘μείνε
κάψτην και κείνη.
Μείνε φτωχός μείν’ άχαρος
μείνε ό ,τι να ‘ναι, φτάνει
στα σκοτεινά η ψυχή σου να μη μείνει.
Άκου το σκλάβο πώς βογκά
άκου τον κόσμο π΄ψς στενάζει
κάτι πεθαίνει μέσα του,
κάτι γεννιέται, κάτι αλλάζει.

(http://atexnos.gr/)

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, [Μεγάλη φτώχεια]

Μεγάλη φτώχεια πλάκωσε, παιδί μου,/ και το ψωμί το τρώμε με το δράμι.

Πέθανε η κόρη εψές του μπάρμπα Τίμου- δεκάξι χρονών, σαν το κρύο νερό-

κ’ η σεμνούλα η Πηνιώ του μπάρμπα Τσάμη/ την κακιά στράτα πήρε από καιρό.

 

Η φτώχεια τους ανθρώπους έχει αγριέψει./ Προχτές τη Δημαρχία είχαν κυκλώσει

μάνες, παιδιά, που η πείνα τα ‘χει ρέψει,/ κι άλλος ψωμί ζητούσε, άλλος δουλειά,

μ’ αντίς ψωμί- σαν πήρε να σουρουπώσει-/ με το ξύλο τους διώξαν τα σκυλιά.

 

Τα μάτια τους παράξενα σπιθίζαν,/ κ’ είχαν σφιχτά τα χείλη. Ακολουθούσα

και γω μαζί, και την καρδιά μου αγγίζαν/ τα λόγια τους σα γνώριμη λαλιά,

και πόθησα, δεν ξέρω πώς, να κλειούσα/ όλους μ’ ίδια στοργή στην αγκαλιά.

 

Λες κ’ ήτανε παιδιά μου σαν και σένα/ και γω ήμουνα γι αυτούς  καλή μητέρα,

κ’ είχα τα μάτια, γιε μου δακρυσμένα/ σαν από λύπη, σαν από χαρά,

κ’ ήμουνα νέο πουλί που στον αγέρα/ δοκίμαζα πρωτάνοιχτα φτερά.

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 1ος)

 

 

 

-Πάμπλο Νερούδα, Ωδή στη φτώχεια 

Όταν γεννήθηκα,

φτώχεια,

με ακολούθησες,

με κοιτούσες

μέσα από

τις τάβλες που είχαν σαπίσει

από τη βαρυχειμωνιά.

Ξαφνικά

ήταν τα δικά σου μάτια

εκείνα που κρυφοκοιτούσαν απ’ τις τρύπες.

Οι σταλαγματιές

τη νύχτα

επαναλάμβαναν

το ονοματεπώνυμό σου

ή, μερικές φορές,

η άδεια αλατιέρα,

το σκισμένο σακάκι,

τα τρύπια παπούτσια,

με προειδοποιούσαν.

Ήταν εκεί

παραμονεύοντάς με

τα όμοια με σαράκι δόντια σου,

τα μάτια σου, τέλματα σωστά,

η σταχτιά σου γλώσσα

που κόβει

τα ρούχα, το ξύλο,

τα κόκαλα και το αίμα,

ήσουν εκεί

ψάχνοντάς με,

ακολουθώντας με

στους δρόμους

από τότε που γεννήθηκα.

Κι όταν νοίκιασα ένα κούτσικο

δωμάτιο, στην άκρη της πόλης,

καθισμένη σε μια καρέκλα

με περίμενες,

ή όταν, έφηβος,

ανασήκωνα τα σεντόνια

ενός σκοτεινού ξενοδοχείου

δεν έβρισκα το άρωμα

του γυμνού τριαντάφυλλου,

αλλά το ψυχρό σφύριγμα

του στόματός σου.

Φτώχεια,

με ακολούθησες

στις γειτονιές και στα νοσοκομεία,

στην ειρήνη και στον πόλεμο.

Όταν αρρώστησα χτυπήσαν

την πόρτα:

δεν ήταν ο γιατρός, παρά ερχόταν

ξανά η φτώχεια.

Σε είδα να βγάζεις τα έπιπλά μου

στο δρόμο:

οι άνθρωποι τ’ αφήναν

να πέσουν σαν τις πέτρες.

Εσύ, με αβάσταχτη στοργή,

απ’ όλη την εγκατάλειψη του κόσμου

στη μέση του δρόμου και κάτω απ’ τη βροχή

έφτιαχνες

έναν σαραβαλιασμένο θρόνο

και κοιτώντας τους φτωχούς

μάζευες από χάμω

το τελευταίο πιάτο μου να το κάνεις διάδημα.

Τώρα,

φτώχεια,

σ’ ακολουθώ εγώ.

Είμαι αμείλικτος

όπως ήσουν κι εσύ.

Μαζί

με κάθε φτωχό

θα με βρεις να τραγουδώ,

κάτω από κάθε σεντόνι

αδιανόητου νοσοκομείου

θα βρεις το τραγούδι μου.

Σ’ ακολουθώ,

φτώχεια,

σε παραμονεύω,

σε κυκλώνω,

σε στήνω στον τοίχο,

σε απομονώνω,

σου μπήγω τα νύχια,

σου σπάω

τα δόντια που σου απομένουν.

Βρίσκομαι παντού:

στον ωκεανό με τους ψαράδες,

στο ορυχείο

όπου οι άντρες,

σκουπίζοντας το μέτωπό τους

για να στεγνώσουν τον μαύρο ιδρώτα, βρίσκουν

τα ποιήματά μου.

Σχολάω κάθε μέρα

με την εργάτρια της κλωστοϋφαντουργίας.

Τα χέρια μου είναι κάτασπρα

απ’ το μοίρασμα του ψωμιού στους φούρνους.

Όπου κι αν πας,

φτώχεια,

το τραγούδι μου

τραγουδά,

η ζωή μου

ζει,

το αίμα μου

αγωνίζεται.

Θα καταρρίψω

τις ωχρές σου σημαίες

όπου κι αν υψωθούν.

Άλλοι ποιητές,

στο παρελθόν, σε αποκάλεσαν

αγία,

ασπάστηκαν το μανδύα σου,

τράφηκαν με αέρα

και χάθηκαν.

Εγώ

σε προκαλώ,

με σκληρούς στίχους σού ραπίζω το πρόσωπο,

σε σκάφος σε φορτώνω και σε εξοστρακίζω.

Εγώ μαζί με άλλους,

πάρα πολλούς άλλους,

σ’ εξορίζουμε

από τη Γη στη Σελήνη

για να μείνεις εκεί

παγωμένη κι αιχμάλωτη

κοιτώντας με μισό μάτι

το ψωμί και τα ελέη

που θα καλύψουν τη γη

από αύριο.

(Μετάφραση: Δήμητρα Παπαβασιλείου)

(http://www.oanagnostis.gr/nerounta-ke-aritzis-gia-ti-ftochia/)

 

 

 

-Δύο αποσπάσματα από το “Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου” του Ραϊνερ Μαρία Ρίλκε που έχει ως κεντρικό θέμα την φτώχεια:

“Φτωχοί δεν είναι
μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών
κι αφημένοι στην τύχη, δίχως δύναμη και δίχως θέληση.
Είναι σημαδεμένοι απ’ τη σφραγίδα μιας αγωνίας δίχως όνομα
γυμνωμένοι απ’ όλα, ακόμη κι απ’ το νόημα της φτώχειας τους.
Η σκόνη των πόλεων σηκώνεται ν’ αμαυρίσει τα πρόσωπά τους
κι όλος ο βόρβορος κολλάει πάνω τους.
Θα ξωκείλουν μια μέρα ακυβερνητοι σαν ξεβρασμένα ναυάγια·
προκαλούν το φόβο σαν τους πανουκλιασμένους
μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης
θα είχε σαν τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο.
Γιατί οι φτωχοί έχουν την αγνότητα της πέτρας
και την αθωότητα του νιογέννητου τυφλού ζώου·
και μέσα στην πλέρια από σένα απλότητά τους
δεν ζητούν παρά να μείνουν φτωχοί όπως κι είναι στ’ αλήθεια…
Γιατί η φτώχεια είναι σαν μεγάλο φως στο βάθος της καρδιάς..
Εσύ είσαι ο φτωχός, ο γυμωμένος απ’ όλα,
είσαι η πέτρα που κυλά δίχως αναπαμό,
είσαι ο απεχθής λεπρός που όλοι αποστρέφονται
και που πλανιέται ολόγυρα απ’ τις πόλεις με τα κουδούνια του.Μήτε καν σαν τον άνεμο δεν έχεις χώρο
κι η ομορφιά σου με κόπο κρύβει τη γύμνια σου
κι ακόμη και το ρούχο που τ’ορφανό βάζει τις καθημερινές
είναι λαμπρότερο, γιατί τουλάχιστον του ανήκει…
Είσαι φτωχός σαν την ανάγκη ενός μωρού να γεννηθεί
στα σπλάχνα μιας κόρης ντροπιασμένης που ‘ναι μάνα
και που σφίγγει την κοιλιά της τόσο που να πάει να πνίξει
την άλλη ζωή που φέρνει και σκιρτά μέσα της.
Είσαι φτωχός σαν ανοιξιάτικη βροχή
που σιγανά πέφτει στις στέγες μιας πόλης
και σαν τη μόνη λατρεμένη ευχή ενός φυλακισμένου
στα βάθη του κελιού του για πάντα έξω απ’ τον κόσμο.

Είσαι φτωχός σαν τους αρρώστους που ολονυχτίς
στριφογυρίζουν ολοένα κι είναι σχεδόν ευτυχισμένοι
και σαν τ’ ανθάκια μέσα στις ράγες
τόσο θλιμμένα μες στον άνεμο τον ταραγμένο απ’ το ταξίδι
και σαν το χέρι που έρχεται στα μάτια να κρύψει
δάκρυα μεγάλης θλίψης…

Και τί είναι μπροστά σου τα τρεμάμενα πουλιά;
Τί είναι μπροστά σου, το σκυλί το κοκκαλιάρικο;
Τι είναι για σένα η αιώνια και σιωπηλή θλίψη των ζώων
των εγκαταλειμμένων απ’ όλους στην υποδούλωση;
Και μπροστά σε σένα και τη δυστυχία σου
τι είναι όλοι οι φτωχοί των ασύλων της νύχτας;

Δεν είναι παρά ταπεινά χαλίκια,
κι όμως σαν τη μυλόπετρα του μύλου,
λίγο ψωμί του δίνουν…
Μα εσύ είσαι αληθινά ο φτωχός, ο γυμνωμένος απ’ όλα,
ο επαίτης που κρύβει το πρόσωπο·
είσαι το μεγάλο φως της πενίας
που ο χρυσός δίπλα του ωχρά.

Είσαι εξόριστος, δίχως πατρίδα,
κανένα μέρος εδώ-κάτω δε σου ανήκει.
Το μέγεθός σου μας συνθλίβει, είσαι τεράστιος για εμάς.
Ουρλιάζεις στον άνεμο,
είσαι σαν άρπα που θα την έθραυε όποιο χέρι άγγιζε τις χορδές της.
Εσύ που γνωρίζεις τα πάντα, εσύ που η αστείρευτη γνώση σου,
πηγάζει από την υπεραφθονία της φτώχειας,
κάνε να μην είναι πάντα οι φτωχοί συντριμμένοι,
λευτέρωσέ τους από τη βαρειά καταφρονιά
τη δεμένη στην περπατησιά τους.

(…)

Οι φτωχοί είναι σιωπηλοί σαν πράγματα,
κι αν έρμαια των δρόμων μια εστία τους υποδεχτεί
παίρνουν μια θέση ταπεινά σαν πρόσωπα οικεία
κι ανακατεύονται στις ακαθόριστες σκιές του σκηνικού,
σβήνοντας στη λησμονιά σαν εργαλεία παρατημένα.

Μοιάζουν με κείνους τους φύλακες αγαθών
που δεν τα αντίκρισαν ποτέ με τα μάτια τους·
περιπλανιούνται χαμένες σχεδίες πάνω από βάραθρα
και σε σεντόνια ύφασμα απλωμένα στους κάμπους
κείτονται ανυπεράσπιστοι, εκτεθειμένοι σ’ όλους τους ανέμους.

Πάσχουν από εκείνη τη μοναδική και μεγάλη οδύνη
την οποία ο άνθρωπος μετέτρεψε σε μικρομέριμνες·
κι αποδέχονται την ύπαρξή τους με πολλή αγάπη,
που θε να ‘χε τη γλύκα του χόρτου ή τη σκληράδα της πέτρας.

Και πηγαίνουν στο χώρο που αγκαλιάζει το βλέμμα σου
όπως τα χέρια πάνω στις χορδές της άρπας.
Σώσε τους μόνο από την αμαρτία των μεγάλων πόλεων
όπου το μίσος κι η σύγχυση βαραίνουν πάνω τους.
Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους
και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·
θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό
αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη
πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους
αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.
Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες
και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.

Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.
Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…
Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια
εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.

Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό
κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.
Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού
και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·
είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης
και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.

Έρμαια των δρόμων τα πάντα τους προσβάλλουν και αηδιάζουν:
το κυνικό φτιασίδι των γυναικών
και το θαμβωτικό βροντολόγημα των αυτοκινήτων…”

http://redlineagrinio.gr/greece/arts/3751-poiisi-ftoxoi-einai-siopiloi-san-pragmata

Πες το με ποίηση (153ο): «Άννα – Μαρία»…

 

 

  1. Ποιήματα για την «Άννα»

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Άννα Κομνηνή»
«Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οφθαλμούς….. Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Άννα Πασών των Ρωσιών»

«Στην Άννα την χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Στον Λόγο εξιλαστήριο –
Αγέρα την φωνή μου φέρε
Και τον βαρύ αναστεναγμό
Πύρινε ουρανέ την ιστορία πες μας
Για κείνα τα μάτια μαύρισε ο πόνος
Για την βαθιά υπόκλιση
Καταμεσής στην χρυσή κοιλάδα

Ρυάκι καταπράσινο, μέσα στο δάσος που κυλάς,
Πες μας πως απόψε το βράδυ
Σαν έσκυψα από πάνω σου
Πως την μορφή εκείνης είδα

Εσύ πάνω στης θύελλας τα ύψη
Εφάνηκες ξανά!
Ανώνυμε! Σύ!
Στην Άννα τη χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Την αγάπη μου φέρε!»

(27 Ιουνίου 1916, μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)

(Πηγή: http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 -Σταύρος Βαβούρης, «Giudici, ad Anna, giudici»

«Σπρώξε τους τότε τους ανίδεους
τους χαμερπείς και ξέφυγε
για μια στιγμή, για λίγα δευτερόλεπτα
απ’ άρχοντες αστάθμητους κι αόρατους
αλλά και σταθμητούς
π’ άρον άρον θα σε σέρνουν
σαν την Άννα Μπόλεϊν στο δήμιο.

Ξέφυγέ τους κι ούρλιαξε:
«Δικαστές, για μένα δικαιοκρίτες, δικαστές».

Όχι για να σε βγάλουν λάδι δηλαδή·
όπως εσύ,
όλοι τις έχουν κάνει τις λαδιές τους
όπως και η Άννα φυσικά.
Αλλά
τα χρόνια που ’ρχονται τουλάχιστον Μετά
να σε δικάσουν έντιμα
κι έστω, να σε καταδικάσουνε Σωστά.»

(http://www.poiein.gr/archives/6949)

 

 

-Τάκης Σινόπουλος, «Ποιήματα για την Άννα»

«ΠΡΟΛΟΓΟΣ»:
1) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα
στην Άννα-πουλί.
Βγήκανε μέσα από δύσκολες στιγμές κι’ από θαυμαστές
πάλι στιγμές της νύχτας και της ημέρας. Η νύχτα είταν
η μεταρσίωση και τη μέρα είταν ο ήλιος.
Η Άννα-η Αννούλα, είναι η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
κι εγώ ένας τρελλός ποιητής.
Λοιπόν ας βοηθήσουν οι θεοί
για την αγάπη αυτή που γεννήθηκε και γεννιέται κάθε μέρα,
μέσα σε τόση τρέλλα, τόσο παραλογισμό, τόση μέθη και τόσο πόνο.

2) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα της θάλασσας
την Αγαπημένη
μπορεί σιγά-σιγά ν’ αλλάξουν μορφή. Όμως το πρώτο
γράψιμο, όπως βγήκαν τα ποιήματα, ανήκει στην Άννα,
όπως φυσικά και το τελευταίο.

(Τάκης Σινόπουλος, «Ποιήματα για την Άννα», Ερμής)
 

-Ἑλένη Ἀρβελέρ, «Ἄννα Δαλασηνή»

«Ποτὲ δὲν τὴν φαντάστηκε τέτοια τιμὴ ἡ Δαλασηνή!
Ὁ γιός της αὐτοκράτορας, κι ἐκείνη νὰ κινεῖ
τοῦ Κράτους τὰ ἡνία, στὴν Πόλη ἀρχηγός,
ὅσο ἔλειπε ὁ Ἀλέξιος στὴν μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια ἡ Ἄννα,
ὅμως κι ἀγέρωχη, ἄτεγκτη, ὡς βασιλέως μάνα,
ἔκρυψε τὴ χαρά, ποὺ νὰ τὴν κάνει θὰ μποροῦσε,
ἀπὸ συγκίνηση νὰ χύσει, δημόσια, ἕνα δάκρυ,
σὰν τῆς διάβαζαν τὸ χρυσοβουλλο, ποὺ τὴν τοποθετοῦσε
στῆς Ῥωμανίας τὴν ἀρχή, Δέσποινα ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρη…
«Ὅ,τι δικό μου, καὶ δικό σου», ἔγραψε ὁ Κομνηνός,
στὴ μάνα του ἀφήνοντας τὴν αὐτοκρατορία.
Ὥστε ἕνα τὸ ὄνειρό τους, κι ὁ στόχος τοὺς κοινός.
Κι ἂς ἔλεγαν, στῆς Πόλης τὴν ἀγορά, μὲ μοχθηρία,
ἔξαρχοι τῶν συντεχνιῶν, μὰ καὶ συγκλητικοί,
ὅτι ἀπὸ τοὺς Κομνηνοὺς ἀρχίζει ἡ ἱστορία
ποὺ ἔκανε τὸν θρόνο, καρέκλα οἰκογενειακή.
(Ἴσως ἐξαίρεση ὁ Ἀνδρόνικος· ὅμως κι αὐτὴ περαστική).»

(Ἑλένη Ἀρβελέρ, Τὸ Ἄγνωστο Βυζάντιο, Ἑρμῆς 2006)

 

2. Ποιήματα για τη «Μαρία»

 

 -BERTOLT BRECHT, «Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.»

1

Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι ήταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν ήτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι… τότε… που το ξέρω… το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!
(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη»

(απόσπασμα)

 «Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Η ΝΕΦΕΛΗ
Μέρα τη μέρα ζω – που ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.
Το ‘να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει
Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη
και να ‘μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη».
Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης
η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης
Δεν πα’ να ξενυχτάς- να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους
ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους
Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο
και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο.

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι καταπώς λεν «κοινός διαιρέτης»
εγώ θα πρέπει να ‘μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ ο Νεφεληγερέτης.
Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία. […]

 

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος.
Μακριά μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται.

 Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Αλλού είναι ο θάνατος.
Κεραυνός οιακίζει.
Εσείς άνθρωποι θα χαθείτε
το χτένι μες στο χέρι σας θ’ ακινητήσει ένα πρωί στον αέρα
κι ο καθρέφτης θα δείξει την υποδόρια υφή
των ιστών όπου ο χρόνος
όπως έντομο σε απελπισία παγιδεύτηκε.

Αλλού είναι ο θάνατος.
Μη μ’ αφήνετε να τρέξω γιατί θα χαθώ.
Δεν μου δόθηκε η χάρη να κλάψω αλλά φοβάμαι.

Δεν έχω συγγενείς
απ’ όλη μου τη ζωή
προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα.

Γέμισα τον έρωτα σταυρούς.
Η Λύπη ομορφαίνει
επειδή της μοιάζουμε.[…]»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, [Μαρία! Μαρία!]

«Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Άσε με να ‘μπω Μαρία!
Δε βαστώ πια στους δρόμους!
Δε θες;
Περιμένεις
σε λάκκους να βουλιάξουν τα μάγουλά μου

κι έτσι απ’ όλες δοκιμασμένος,

γλυκανάλατος

να ’ρθω
και φαφούτικα να ψευδίσω, πως

σήμερα είμαι

«απίθανα τίμιος».

Μαρία,

βλέπεις,

έχω αρχίσει

να καμπουριάζω.

Στα σοκάκια

οι άνθρωποι
μέσ’ απ’ το λίπος της τετραώροφης σγάρας τους
θα ξετρυπώσουνε τα ματάκια,
τα φαγωμένα απ’ τη σαραντάχρονη χρήση,
κάνοντας χάζι
με πνιχτά χαχανητά,
που στα δόντια κρατάω-
-ξανά-
το μπαγιάτικο κουλούρι
απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Πλημμύρισε η βροχή
με λυγμούς τα πεζοδρόμια·

κυκλωμένη απ’ τους νερόλακκους λωποδύτρα,

μούσκεμα, γλείφει του δρόμου

το στουπωμένο απ’ το λιθόστρωτο πτώμα,

ενώ στα λευκά τσίνορα, άκρη ως άκρη

-μάλιστα-
στων κρουστάλλων τα τσίνορα

-μάλιστα, κοίτα-
στα χαμηλωμένα μάτια απ’ τα λούκια

σταλάζει το δάκρυ.
Μαρία!
Πώς στ αφτί τους, απ’ το λίπος πρησμένο,

να τρυπώσει μια λέξη απαλή;
Το πουλί
με το τραγούδι του διακονεύει,

τραγουδάει πεινασμένο,

ηχερό.
Μα εγώ είμ άνθρωπος, Μαρία, το ξέρεις,

απλός,
που μ’ έφτυσε η νύχτα η χτικιάρα

στης Πρέσνιας το βρόμικο χέρι.

Μαρία, τέτοιον με θέλεις, λοιπόν;
Άσε με να μπω, Μαρία!
Με δάχτυλα σπασμωδικά θα σφίξω

του κουδουνιού το σιδερένιο λαιμό!

Μαρία!

Αγριεύει των δρόμων η βοσκή.
Το λαιμό μου πληγώνουν
τα δάχτυλα του συνωστισμού.

Άνοιξέ μου!
Πονώ!

Βλέπεις – οι καρφίτσες απ’ τα γυναικεία καπέλα

στα μάτια μου έχουν μπηχτεί!

Άνοιξες!

Μωρό μου!
Μη φοβάσαι πως στο σβέρκο μου το βουβαλίσιο

υδροκοίλες γυναίκες, βουνό έχουν καθίσει,
πως απ’ όλη μου τη ζωή που πέρασε

σέρνω εκατομμύρια πελώριους καθάριους έρωτες,
δισεκατομμύρια μικρούς βρόμικους ερωτάκους.
Μη φοβάσαι,

ξανά, πως
στη βαρυχειμωνιά της προδοσίας,
θα πεις «ξανακύλησες
στις χιλιάδες τις ομορφούλες»
-τις «ερωτευμένες το Μαγιακόβσκι»-

ξέρεις, είν’ ολόκληρη δυναστεία

ανεβασμένος στην καρδιά ενός τρελού

βασίλισσες.

Πιο κοντά μου, Μαρία!
Με τσίτσιδη ξετσιπωσιά,
ή με τρέμουλο φοβισμένο,
των χειλιών σου δώσ’ μου την άφθαρτη γοητεία:
Ως ένα Μάη δεν πρόλαβα να ζήσω εγώ
μαζί με την καρδιά,
σ’ όλη μου τη ζωή
ο εκατοστός χειμώνας μόνο υπάρχει για μένα,

Μαρία!
Ο ποιητής φτιάχνει σονέτα στην Τιάνα,

μα εγώ
-από σάρκα ολοσούμπιτος,

ολοσούμπιτος άνθρωπος-

το κορμί σου ζητώ,

έτσι απλά και ήμερα,

όπως οι χριστιανοί ζητάνε

«τον άρτον ημών τον επιούσιον

δος ημίν σήμερον»,
Μαρία – δώσ μου!
Μαρία!
Φοβάμαι, τ’ όνομά σου μην ξεχάσω,

όπως ο ποιητής φοβάται μην ξεχάσει

μια λέξη
γεννημένη σ’ ολονύχτιο αγκομαχητό,

στη μεγαλοσύνη της παρόμοια με το Θεό.

Το κορμί σου
θα το φυλάω και θα τ’ αγαπώ,
σάμπως φαντάρος,
απ’ τον πόλεμο κουτσουρεμένος,
άχρηστος,
μην ανήκοντας πια σε κανένα,

το πόδι του φυλάει το μοναδικό.
Μαρία-

Δε θέλεις;
Δε θες!

Χα![…]»
(Απόσπασμα από «Το σύννεφο με παντελόνια»)

Οδυσσέας Ελύτης «Η Μαρίνα των βράχων»

«Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

– Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο

άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Θα ΄ρθει καιρός»

«Θα ‘ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

(Κατερίνας Γώγου, Το ιδιώνυμο)

Πες το με ποίηση (152ο): «Σκύλος»…

 

-ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ»

«Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή.
Ο κόσμος βρήκε θέαμα.
Μονάχα ένα κοπρόσκυλο δε δίνει σημασία.
Πέτυχε ένα κόκαλο σε μια σακούλα και προσπαθεί να την ξεσκίσει.

Δείχνει ευτυχισμένο.
Δεν περιμένει τίποτα απ΄ τις ιδεολογίες.»

(http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2009/05/blog-post_4401.html)

 

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ, «ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ»

«Η πίκρα στο στόμα το πρωί
Δεν έχει να κάνει με τσιγάρα
Και χθεσινοβραδινά μεθύσια
Χρόνος προδομένος είναι
Που αργά και σταθερά
Μου σφίγγει το λαρύγγι
Τ’ αδέσποτα σκυλιά κείτονται ψόφια
Πάνω στο λεπτό παγωμένο δέρμα της λίμνης
Ονειρεύονται τη θάλασσα
Κι ευτυχώς ευτυχώς ευτυχώς
Κανείς πια δεν μπορεί
Να τα ξυπνήσει»

(http://poihtiko-ksespasma.blogspot.gr/2012/05/blog-post_30.html)

 

 

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Σκυλί»

«Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και βλέπει την πραγματικότητα
Και όσα βλέπει
Είναι πιο μεγάλα απ’ αυτό
Και όσα βλέπει
Είναι η πραγματικότητά του
Φεγγάρια σε δέντρα επάνω
Μεθυσμένους σε κατώφλια
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και όσα βλέπει
Είναι μικρότερα απ’ αυτό
Ψάρια σ’ εφημερίδες
Μυρμήγκια σε τρύπες
Κοτόπουλα σε βιτρίνες της Τσάιναταουν
Με τα κεφάλια τους ένα τετράγωνο πιο κάτω
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Και όσα μυρίζει
Μυρίζουν λίγο σαν κι αυτό
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Περνάει λακούβες και μωρά
Γάτες και πούρα
Μπιλιάρδα κι αστυνομικούς
Δεν τους μισεί τους μπάτσους
Απλώς καμία ανάγκη δεν τους έχει
Κι έτσι προσπερνά κι αυτούς
Και τις νεκρές γελάδες στην κρεαταγορά του Σαν Φρανσίσκο
Προτιμάει τρυφερές γελάδες για φαϊ
Παρά σκληρούς αστυνομικούς
Αλλά όποιο τύχει, καλό είναι
Και προσπερνάει το εργοστάσιο «Ραβιόλια Ρόμεο»
Και τον Πύργο Κόιτ
Και τον βουλευτή κύριο Ντόυλ
Τον Πύργο Κόιτ τον φοβάται
Όχι όμως και τον βουλευτή τον κύριο Ντόυλ
Αν και ακούει πράγματα πολύ αποθαρρυντικά
Πολύ καταθλιπτικά
Πολύ παράλογα
Για ένα τέτοιο λυπημένο νεαρό σκυλί
Για ένα τέτοιο σοβαρό σκυλί
Έχει όμως τον δικό του κόσμο ελευθερίας για να ζει
Δικούς του ψύλλους για να μασουλάει
Φίμωτρο δεν μπαίνει επάνω του
Για το σκυλί
Ο βουλευτής ο κύριος Ντόυλ δεν είναι παρά ένας
Ακόμα πυροσβεστικός κρουνός
Το σκυλί τρέχει ελεύθερο στο δρόμο
Κι έχει τη δική του σκυλίσια ζωή να ζει
Και να σκεφτεί
Να στοχαστεί
Ν’ αγγίξει, να γευτεί να τα ελεγξει όλα
Όλα να τα ερευνήσει
Χωρίς το πλεονέκτημα της ψευδορκίας
Πραγματικός πραγματιστής
Με ιστορίες πραγματικές
Και μια ουρά για να τις λέει
Ένα αληθινό
Φωνακλάδικο
Δημοκρατικό σκυλί
Που ξέρει από αληθινή
Ελευθερία του επιχειρείν
Που έχει πράγματα να πει
Περί οντολογίας
Πράγματα να πει
Περί πραγματικότητας
Πώς να τη βλέπεις
Και πώς να την ακούς
Με το κεφάλι του γερμένο λίγο πλάι
Στων δρόμων τις γωνίες
Λες κι ετοιμάζεται
Να κάνει φωτογράφηση
Για τη Victor Records
Ή σαν να αφουγκράζεται
τη His Master’s voice
Κοιτώντας
Σαν ζωντανό ερωτηματικό
Μες στο μεγάλο
Γραμμόφωνο
Της παράξενης τούτης ύπαρξης
Με το θαυμαστό, κούφιο χωνί της
Που όλο μοιάζει
Έτοιμο να φτύσει
Μια νικηφόρα απάντηση
Για τα πάντα.»

(σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, ειδικά για το dim/art)

 

 

 

-Τσάρλς Μπουκόφσκι, «Καημένο ανόητο ζωάκι»

«Προσπαθήσαμε να το κρύψουμε στο σπίτι για να μην

το δουν οι γείτονες.

Ήταν δύσκολο, καμιά φορά χρειαζόταν να λείψουμε

Κι οι δυο μαζί κι όταν επιστρέφαμε

Βρίσκαμε περιττώματα και κάτουρα

παντού.

 

Αρνιόταν να μάθει να πηγαίνει εκεί όπου πρέπει

Αλλά είχε τα πιο γαλανά μάτια που έχεις δει

ποτέ

Έτρωγε ό,τι τρώγαμε κι εμείς

και καμιά φορά βλέπαμε μαζί τηλεόραση.

Ένα βράδυ γυρίσαμε σπίτι και δεν το βρήκαμε

εκεί.

αίμα στο πάτωμα,

Μια γραμμή από αίμα.

 

Την ακολούθησα ως έξω στον κήπο

Και το βρήκα στους θάμνους,

Σακατεμένο.

Κρεμόταν μια πινακίδα απ΄τον κομμένο του

λαιμό:

«δεν θέλουμε τέτοια πράγματα στη γειτονιά μας».

 

Πήγα στο γκαράζ να πάρω το φτυάρι.

Είπα στη γυναίκα μου, «μην βγεις έξω».

Έπιασα το φτυάρι και

Βάλθηκα να σκάβω.

 

Ένιωθα πρόσωπα να με κατασκοπεύουν πίσω

από κατεβασμένα στόρια.

Είχαν και πάλι την γειτονιά τους,

Την ωραία ήσυχη γειτονιά με το καταπράσινο γρασίδι,

Τα φοινικόδεντρα, τα κυκλικά ιδιωτικά δρομάκια, τα παιδιά,

Τις εκκλησίες, τα σούπερ μάρκετ κ.λ.π

Έσκαψα στο χώμα.»

(Από το βιβλίο «Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό» με ποιήματα του Τσάρλς Μπουκόφσκι. Πηγή: www.lifo.gr)

 

 

 -Λόρδος Μπάυρον, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ 1

«Κοντά σε αυτό το Σημείο

κείτονται τα Λείψανα κάποιου

που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,

Δύναμη χωρίς Θράσος,

Τόλμη χωρίς Σκληρότητα

και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.

Ο Επαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία

αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,

δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του

ΜΠΟΟΥΣΟΝ2, ενός ΣΚΥΛΟΥ,

που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803

και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.

Οταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,

άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,

η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης

και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται

από κάτω.

Οταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς

όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα ‘πρεπε να είναι:

Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,

πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,

που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,

που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι’ αυτόν,

πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του –

και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:

ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί

και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.

Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,

εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία

-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,

η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!

Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ’ όνομα,

κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.

Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,

προσπέρνα – δεν τιμάει κάποιον που θα ‘θελες να θρηνήσεις.

Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·

δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν – και βρίσκεται εδώ.»

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=151920

 

 

 

 

-Beth Norman Harris, «Η προσευχή του σκύλου»

«Δείξε μου αγάπη, αγαπημένε μου αφέντη, γιατί καμιά καρδιά σε όλον τον κόσμο δεν εκτιμά περισσότερο την αγάπη σου από την καρδιά μου που σε αγαπά.’

‘Μην τσακίζεις το μυαλό μου με το ξύλο, γιατί αν και θα σου γλύφω το χέρι ανάμεσα στα χτυπήματα, η υπομονή και η κατανόησή σου θα με κάνουν να μάθω πιο γρήγορα αυτά που θέλεις από εμένα.’

‘Μίλα μου συχνά, γιατί η φωνή σου είναι η πιο γλυκιά μουσική του κόσμου, όπως γνωρίζεις από το ασταμάτητο ζωηρό κούνημα της ουράς μου, όταν τα τεντωμένα μου αυτιά ακούν τα βήματά σου στην πόρτα.’

‘ Όταν κάνει κρύο ή βρέχει, σε παρακαλώ πάρε με μέσα …γιατί είμαι ένα εξημερωμένο ζώο τώρα, ασυνήθιστο στα άγρια καιρικά φαινόμενα…και δεν σου ζητώ παρά να έχω το προνόμιο να κάθομαι κοντά στα πόδια σου, δίπλα στο τζάκι…αν και, αν δεν είχες σπίτι, θα προτιμούσα να σε ακολουθώ στον πάγο και στο χιόνι, παρά να κάθομαι στο πιο μαλακό μαξιλάρι ή στο πιο ζεστό σπίτι του κόσμου… γιατί είσαι ο δικός μου θεός και είμαι ο αφοσιωμένος σου πιστός.’

‘Να μου έχεις πάντα φρέσκο νερό, γιατί αν και δεν μπορώ να το πω, υποφέρω όταν διψώ. Τάισε με καθαρή τροφή για να είμαι πάντα υγιής ώστε να παίζω, να τρέχω, να εκτελώ τις επιθυμίες σου, να περπατώ δίπλα σου και να είμαι έτοιμος, πρόθυμος και ικανός να σε προστατέψω με την ζωή μου, αν η ζωή σου βρεθεί σε κίνδυνο.’

‘Και, αγαπημένε μου αφέντη, αν ο Κύριος θεωρήσει αναγκαίο να μου στερήσει την υγεία μου ή την όρασή μου, μην με διώξεις από κοντά σου. Κράτα με στην αγκαλιά σου απαλά και τα ικανά χέρια σου θα μου χαρίσουν το εύσπλαχνο δώρο της αιώνιας ανάπαυσης…και θα σε αφήσω γνωρίζοντας στη τελευταία ανάσα μου, ότι η μοίρα μου ήταν πάντα ασφαλής στα  χέρια σου.»

(http://www.tilestwra.com/i-teleftea-prosefchi-tou-skilou-tha-sas-feri-dakria-sta-matia/)

 

 

-Dogs – Pink Floyd

«Who was trained not to spit in the fan.
Who was told what to do by the man.
Who was broken by trained personnel.
Who was fitted with collar and chain.
Who was given a pat on the back.
Who was breaking away from the pack.
Who was only a stranger at home.
Who was ground down in the end.»

 

 

-Ένα από τα πιο όμορφα και χαριτωμένα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ για το σκύλο είναι αυτό του ποιητή Δημήτρη Κόκκου. Το ποίημα εκφωνήθηκε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1887 σε εκδήλωση του «Παρνασσού», ενώ δημοσιεύτηκε λίγες ημέρες αργότερα στο φιλολογικό ένθετο της εφημερίδας «Ακρόπολις» (08.03.1887)…

«Ο ΣΚΥΛΟΣ ΜΟΥ»

Ι

Ο σκύλος μου είναι πολύ πρωτότυπο σκυλί,

μα η πρωτοτυπία του βεβαίως είναι τόση,

που μερικοί τον αγαπούν, και τον μισούν πολλοί,

αλλά και τον σιχαίνονται ειλικρινώς καμπόσοι!

όμως αυτός τους φίλους του απ’ τους εχθρούς γνωρίζει,

και διά τούτο και τους μεν, ως και τους δε… γαβγίζει!

 

Αλλά κανείς, παρακαλώ, μη παραξενευθεί,

γιατί κανείς σας σήμερα πιστό δεν έχει φίλο,

κι αν ένας – όχι εκατό – φίλος πιστός βρεθεί,

να του χαρίζω στη στιγμή τον προσφιλή μου Σκύλο!

όμως κανείς δεν βρίσκεται, κι έχω χαρά μεγάλη,

που μένω με το σκύλο μου αχώριστος και πάλι.

 

Ίσως στην αρχαιότητα υπήρχαν μερικά,

ως λέγουν παραδείγματα μοναδικής φιλίας,

υπήρχαν πλην μας έμειναν αρχαιολογικά,

μεθ’ όλης της προγονικής αρχαίας μας ευκλείας.

Υπήρχαν φίλοι-αδελφοί, και δη τυραννοκτόνοι,

μα σήμερα ο αδελφός τον αδελφό σκοτώνει!..

 

Εγώ λοιπόν και αδελφούς και φίλους παραιτώ,

και τον πιστό μου σύντροφο σκοπεύω να υμνήσω…

αλλά προ τούτου, Κύριοι, μια χάρη σας ζητώ,

συντόμως, όσο δύναμαι, να τον βιογραφήσω.

Αν σκύλο κι όχι άνθρωπο τον έπλασε η φύση,

έχει το βίο του μεστό μ’ ελπίδες κι αναμνήσεις.

 

 

ΙΙ

Ήταν, θαρρώ, ανοίξεως χρυσή πρωταπριλιά,

οπόταν είδε και αυτός το φως λαμπρής ημέρας,

αλλ’ επειδή αόμματα γεννώνται τα σκυλιά,

θα εγεννήθη πιθανώς το σκοτεινό εσπέρας.

Έμειν’ ημέρες αρκετές με μάτια τυφλωμένα

κι ήσαν τα πάντα δι’ αυτόν και άγνωστα και ξένα.

 

Η μήτηρ του ήταν λαμπερά Λεβρέτα, σταχτερή,

αλλ’ ο πατήρ του φαίνεται ιθαγενής να είναι,

και μάλιστα κοπρόσκυλος – αν μας το συγχωρεί –

τοιούτους θρέφουν παμπληθείς οι κλασσικές Αθήναι…

Εκ των γονέων δε αυτών, χωρίς να καταλάβει,

γεννήθηκε το εύμορφο και παχουλό κουτάβι.

 

Κι όταν τα μάτια έπαυσε να έχει σφαλιστά,

κι έβλεπε πως τριγύρω του σκυλάκια ήσαν άλλα,

κι έτρεχε στη μανούλα του με πόδια τρεκλιαστά,

κι έκανε πως την γάβγιζε για να του δώσει γάλα,

τότε κι εγώ εξάπλωσα τη ληστρική μου χείρα,

και το κουτάβι το μικρό εδιάλεξα και πήρα!

 

Έτσι συμβαίνει δυστυχώς εδώ καμιά φορά,

άλλοι να κάνουν το παιδί και να το παίρνουν άλλοι,

αλλ’ η μητέρα έμεινε με τ’ άλλα της μωρά,

και δεν μ’ εφάνη η θλίψη της πάρα  πολύ μεγάλη.

Ναι μεν ως μήτηρ έπρεπε να είν’ απελπισμένη,

αλλ’ ήταν στις απαγωγές πολύ συνηθισμένη.

 

Εν τούτοις έφερα κι εγώ στο σπίτι το σκυλί,

και μόνο γάλα του ‘δινα να τρώει κάθε μέρα,

κι εκείνο τόσο έξυπνο, μα και μωρό πολύ,

ποιος ξέρει αν δεν μ’ έπαιρνε ακόμη για μητέρα!

Εγώ, δεν ημπορώ να πω, πως το υιοθετούσα,

μα όσο εμεγάλωνε και τόσο τ’ αγαπούσα.

 

Κι όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε κι αυτό,

και πάντοτε ομόρφαινε στο σχήμα και στο χρώμα,

ως που μια μέρα έγινε σκυλάκι ζηλευτό,

με το κομψό της μάνας του και λυγερό της σώμα.

Στον άγνωστο πατέρα του δεν φαίνεται ν’ ανήκει,

κι ουδέ περί πατρότητας θα του κινήσει δίκη!

 

Μεγάλωνε, κι εγώ μ’ αυτό περνούσα τον καιρό,

γιατί αγαπούσε σαν παιδί κι εκείνο τα παιχνίδια.

Μα μια φορά που έτυχε να το στενοχωρώ,

με τα λεπτά δοντάκια του, με δόντια σαν αγκίδια,

χωρίς να θέλει το φτωχό, το χέρι μου δαγκώνει,

και το μικρό μου δάχτυλο αρχίζει να ματώνει!

 

 

Να με δαγκώσει, ω στιγμή, ανέλπιστος, κακή!

και να ματώσει μάλιστα, και να ναι καλοκαίρι,

και λυσσασμένα τα σκυλιά ν’ ακούς εδώ κι εκεί,

και ο Παστέρ το φάρμακο της λύσσας να μην ξέρει,

και να φορώ την άσπρη μου τυχαίως πουκαμίσα,

ω, πως δεν τρελάθηκα, προτού με πιάσει λύσσα!

 

Σαν σχοινοβάτης στη στιγμή τα ρούχα μου φορώ,

και στο γιατρό μου σαν καπνός, σαν αστραπή προφθαίνω.

Γιατρέ, του λέγω, σώσε με, γιατρέ μου δεν μπορώ,

γιατρέ μου είμαι άρρωστος, γιατράκο μου πεθαίνω,

γιατρέ με δάγκασε σκυλί, γιατρέ το νου θα χάσω,

γιατρέ μου γιάτρεψε ευθύς, γιατί θα σε… δαγκάσω!

 

– Ήταν σκυλί λυσσάρικο; ο δόκτωρ με ρωτά.

– Όχι, γιατρέ μου, του απαντώ, ήταν μικρό κουτάβι,

μα τότε μ’ απορία του στα μάτια με κοιτά

και είναι, λέγει, σε καιρό κανείς να τον προλάβει…

– Να με προλάβεις; μα λοιπόν ελύσσαξα; ομίλει!..

– Δεν λύσαξε ο φίλος μου, της Μιχαλούς οφείλει!..

 

Είπε ο γιατρός κι εννόησα πως δεν παραφρονώ,

τρέχω στο σπίτι, το λαμπρό κουτάβι μου γυρεύω,

και όπως όταν έκανα ταξίδι μακρινό,

το πιάνω, το διπλοφιλώ, το σφίγγω, το χαϊδεύω!

Κι αυτό, σαν να κατάλαβε, την κεφαλή του σκύβει,

με γλύφει, την ουρά κουνεί, μα τα δοντάκια κρύβει!

 

Ε, από τότε πιο πολύ ακόμη τ’ αγαπώ…

Αλλά κι αυτό από κοντά καθόλου δεν μ’ αφήνει.

Όταν απ’ έξω έρχομαι φωνάζει χαρωπό,

και σπίτι σκυθρωπότατο χωρίς εμέ θα μείνει.

Και τόσο είν’ ευγενικό, κι όχι σκυλί του δρόμου,

οπού μια μέρα του δωκα και το ψευδώνυμό μου.

 

ΙΙΙ

Ο Dock είναι περίφημο αληθινά σκυλί!

δεν είναι ζώο λογικό, μα έχει τέτοια γνώση,

οπού μπορεί σαν άνθρωπος κι αυτό να μη μιλεί,

μα σε πολλούς ανθρωπινά μαθήματα να δώσει.

Μπορεί να μην βουλεύεται, μπορεί και να μην κρίνει,

αλλ’ αγαπά, χωρίς κανείς ρουσφέτια να του δίνει.

 

Είπα ρουσφέτια κι άθελα ο νους μου με καλεί

εις τους κοινοβουλίου μας τις θυελλώδεις σφαίρες…

αλλ’ αν το κοινοβούλιο ήταν κυνών Βουλή

ίσως εκεί θα βλέπαμε σκηνές ανθρωποτέρες!

Εν τούτοις την πολιτική αφήνω κατά μέρος,

και πάλι επανέρχομαι στο Σκύλο μου εγκαίρως!

 

Είναι λοιπόν ο Σκύλος μου, σκυλί πολύ πιστό,

μα είναι τόση η πίστη του που έχει προς εμένα,

που άνθρωπος δεν πίστεψε ποτέ του στο Χριστό,

μ’ αισθήματα πιο άγια και αφοσιωμένα!..

και μην ειπήτε τ’ άγια πως ρίπτω εις τους κύνες,

η παρομοίωση αυτή δεν είναι απ’ εκείνας!

 

Όπου πηγαίνω και σταθώ μαζί μου θα βρεθεί,

και πάντοτε στα μάτια μου, τα μάτια του καρφώνει.

Μαζί μου στο κρεβάτι μου κι αυτό θα κοιμηθεί

και λες πως ύπνος και ζωή παντού μας αδελφώνει!

Στην πόλη και στην εξοχή, στη χώρα μας, στα ξένα

Εγώ δεν ζω χωρίς αυτόν, και αυτός χωρίς εμένα.

 

Μα όχι, ελησμόνησα μια μόνη εποχή,

που έπρεπε στην ξενιτιά, χωρίς αυτόν να φύγω,

τι πόνο που αισθάνθηκα βαθιά μες στην ψυχή,

την ώρα που τον άφησα και δεν τον είδα λίγο…

Ναι δεν τον είδα μια στιγμή, γιατί θαρρώ πως πρέπει

ό,τι κανένας αγαπά, σαν φεύγει να μη βλέπει.

 

 

Μα πάλι σαν εγύρισα από την ξενιτιά

και το λιμένα έβλεπα του Πειραιώς και πάλι,

κι όταν σε βάρκα έτυχε να ρίξω μια ματιά,

και γνώρισα του σκύλου μου το έξυπνο κεφάλι,

Dock! του φωνάζω, και ο Dock στη θάλασσα πετιέται

και πριν ακόμ’ αράξουμε στα πόδια μου κυλιέται.

 

IV

Ο σκύλος μου ουδέποτε υπήρξε κυνηγός

και το μαντήλι μια φορά δεν έτρεξε να πάρει,

ποτέ δεν τον απάντησε στο βίο του λαγός

και στην κουζίνα πάντοτε ανηλεώς φερμάρει.

Αλλ’ έχει κυνηγητικό και τρέξιμο και μάτι,

κι αυτό πικρά τ’ ομολογούν της γειτονιάς οι γάτοι.

 

Ο σκύλος μου στα στήθη του κρύβει παιδιού καρδιά,

μα έχει μια συνήθεια, που τον διασκεδάζει,

γαβγίζει όπου απαντά τα ξένοιαστα παιδιά,

μα δεν τα πείραξε ποτέ και μόνο τα τρομάζει!…

ε, μια κακή συνήθεια, μα και πολύ αθώα,

θαρρώ, πως επιτρέπεται να έχουν και τα ζώα!

 

Μα έχει προτερήματα εξάλλου ζηλευτά,

και πρώτον στον περίπατο μαζί μου σαν πηγαίνει,

την ώρα που εδώ κι εκεί αμέριμνος κοιτά,

αν απαντήσει έξαφνα καμιά του ερωμένη,

και μολονότι τρυφερά τον προσκαλεί εκείνη,

εκείνος εις του έρωτα τις φλόγες την αφήνει.

 

Κι όταν μια μέρα έτυχε, μα μόνο μια φορά

τη λυγερή μητέρα του στο δρόμο ν’ απαντήσει,

Ω τι παιχνίδια, τι φωνές και τι τρελή χαρά

που κι αν μιλούσε αδύνατο να μας την εξηγήσει!

μα της φιλίας η φωνή αντήχησε αγρία,

κι αφήκε τη γεννήτορα εις του λουτρού τα κρύα!

 

Ο Dock, ως θα επείσθητε, είναι λαμπρό σκυλί,

κι ήταν νομίζω άξιος των στίχων μου καθ’ όλα,

και μολονότι τον μισούν, ως είδατε πολλοί

αυτός ποτέ δεν έδωκε εις τους εχθρούς του φόλα!

αυτός υπήρξε πάντοτε καλός προς όλους φίλος,

γιατί δεν είναι άνθρωπος, αλλ’ είναι μόνο σκύλος!

Post Navigation

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 166 ακόμα followers