Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (250ο): «Ναυάγιο – ναυαγός»…

*Αρλέτα – Bar Το Ναυάγιο

 

-«η θάλασσα ηδονίζεται με τα ναυάγια

     τα προκαλεί

     τα κουκουλώνει

 

     είσαι η θάλασσα

     είμαι ναυάγιο»


(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 

 

-«…Κανείς ναυαγός δεν πεθαίνει χωρίς μια φωτογραφία νοσταλγική/ Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα….»

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…»

(Μενέλαος Λουντέμης)

 

 

-«Όλα μου τα ταξίδια εσύ.
Όλες μου οι θάλασσες εσύ.
Όλα μου τα ναυάγια εσύ.
Όταν σε συλλογιέμαι
ένας άνεμος με παίρνει
μαζί με το κρεβάτι μου
χωρίς πυξίδα, χωρίς τιμόνι, χωρίς πανί.»

(Φερεϊντούν Φαριάντ)

 

 

 

 

-«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!»


(Κ. Ουράνης)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τα ναυάγια»

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο’ είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο,ξέρουμε
τους πνιγμένους,καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1998, Κέδρος)

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Το ναυάγιο της Κίχλης»

 «Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ’ το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ’λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·1
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·2
το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιός πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».3

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

(Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, «Τ Ο  Ν Α Υ Α Γ Ι Ο»

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή,
να μην περιμένουμε να προσφερθεί η ευγενικιά πολιτισμένη
βοήθεια. Ψέμα είναι. Δε μπορούμε να βασιστούμε παρά
στη δικιά μας μόνο την αρετή. Ποια όμως δύναμη απομένει
όταν το πλοίο από την κούραση έχει βυθιστεί.

 

Σταχτής, μαβής ουρανός πέφτει
στην πράσινη, κίτρινη θάλασσα πάνω
και η στεργιά που αποκόβει
τη φορά των κυμάτων με τον άσπρο αφρό
ούτε απόμακρα δεν φαίνεται σα σύνορο γαλάζιο.

\

Όταν χωρίσει η ξασπριμένη μαβιά λωρίδα
της δεύτερης αυγής που παραδέρνουμε στο σκοτεινό στερέωμα
ελπίδα δεν απομένει καμιά.
Όμως για τη ζωή δεν πρέπει να μιλάμε
δεν μας είναι άλλο για να διαλέξουμε
αν η ελπίδα δεν υπάρχει, η θέληση είναι η ζωή

πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή.

 

Είναι ένας ναυαγός που συλλογίζεται: Πολύ τον βασανίζει το
ρύπος, από τα βρώμικα νερά, που πέφτει απάνω του.

(http://popaganda.gr/to-navagio-tou-nikou-gavriil-pentziki/)

 

*Το ναυάγιο ~ Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Το ναυάγιο»

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες ; ποιοί γλυτώσαν 😉
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε – ψηλά-ψηλά –
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ‘χουμε γεράσει, μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Γιάννη Ποταμιάνου, «Το ναυάγιο»

Ναυαγισμένο καράβι τσακισμένο
Σε ρούφηξε η θάλασσα
Και σ’ έφτυσε στην άμμο
Σαν κουκούτσι

Τουρίστες μαθητές και δάσκαλοι
Άφωνοι αγναντεύουν
Από ψηλά σαν θαλασσοπούλια
Το αφρισμένο κύμα
Να γλείφει το σκουριασμένο σου κουφάρι
Σε μηχανές και μνήμες αποτυπώνουν
Την εικόνα ενός θανάτου
Το θάνατο ενός ονείρου

Και ο μύθος προσκαλεί
Τη φαντασία μας σε γλέντι
Με ατρόμητους καπετάνιους
Σε φουρτουνιασμένες θάλασσες
Με μονόφθαλμους πειρατές
Και λαθρεμπόρους
Βουτηγμένους στην αλμύρα
Που κουβαλούν λαθραία τσιγάρα

Που κουρσεύουν τη ζωή
Και αψηφούν το θάνατο
Που χτίζουν δικές τους πολιτείες
Δικούς τους νόμους και ηθικές.

Ατρόμητε πολεμιστή των καταιγίδων
Χελώνες και καβούρια μπαινοβγαίνουν
Από τα φινιστρίνια σου
Φύκια στολίζουν την καρίνα σου
Θαλάσσια λουλούδια
Που σου φέρνουν οι γοργόνες
με την αστροφεγγιά
Ατρόμητε θαλασσοπόρε
Αλήτη της θάλασσας
Που προτιμούσες τη φουρτούνα
Για τα άνομα πάθη σου
Πως ξεστράτισες σε τάφο στεριανό;

Σαν τσακισμένος ναυτικός
Βλέπεις τα πλοία να σαλπάρουν
Αναπολείς τους γλάρους
Σε πτήσεις ονειρικές να παίζουν
Με τους αφρούς στο κύμα
Σαν ναυαγός γονατισμένος στην άμμο
Αγναντεύεις την θάλασσα
Χωρίς ελπίδα για ταξίδι
Μόνο με αναμνήσεις και όνειρα
Από λιμάνια και ταξίδια
Από μαντίλια που κουνιούνται
Και λόγια που κατευοδώνουν

Όμως η απόμερη ακρογιάλια
Που ο Ποσειδώνας απόθεσε
το σώμα σου
Ανακαλύφθηκε από τις ύαινες
του κέρδους
Σύγχρονοι πειρατές
Εμπορεύονται το ξεψύχισμά σου
Και ως αξιοθέατο πλέον
Υπομένεις τις κάμερες των τουριστών
Να αποθανατίζουν
Τις ναυαγισμένες ελπίδες
Που έγιναν βορά στις ανάγκες
Φιλάργυρων επιγόνων

(https://skouliki-skoulikia.blogspot.com/2017/10/blog-post_61.html)

 

 

 

-Γιώργου Μαρκόπουλου, «Τ Ο  Χ Ε Ρ Ι  Μ Ο Υ,  Η  Ψ Υ Χ Η   Μ Ο Υ,  Ν Α Υ Α Γ Ι Α»

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκαμε κακό.

Η ψυχή μου ελαφρώς λερωμένη
σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.

Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλλε κουρασμένος.

(http://m.popaganda.gr/to-cheri-mou-i-psichi-mou-navagia-tou-giorgou-markopoulou/)

 

********

*Ναυαγός – Από την Παλατινή Ανθολογία | Λιζέτα Καλημέρη

 

-«Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ ένα κουταλάκι του γλυκού.

Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.
Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.»

(Αργύρης Χιόνης, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη» | Υάκινθος, 1986)

 

 

 

-Γιάννης Βαρβέρης, «Ο κύριος Φογκ ενώπιον ναυαγού»

Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
-Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ‘τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.

(https://redlineagrinio.gr/red-like/editorial/15270-kyrios-fogk-enopion-nauagou)

 

 

-Πάνος Κυπαρίσσης, «Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΝΑΥΑΓΟΣ»

Ανέβηκε στην πέτρα
πήρε ανάσα
και πήρε βροχή
Ένα ζευγάρι κάλτσες
μια φανέλα
αριθμός 333
Οδυσσέας 333
Άπλωσε τα χέρια του στη θάλασσα
στο νου
Η φρίκη θάλλει
Ο αργαλειός πίσω και πάνω στην πλάτη μας

Πήρε να φιλιώνει με τον τόπο

Ήρθε ο επιλοχίας ο Θωμάς,
είχε μυαλό Τζέιμς ο Θωμάς
μυαλό Μ1 επαναληπτικό

Τον γύρισαν λυώμα
δεν τον γνώρισαν ούτε τα σκυλιά

(http://www.poiein.gr/2010/01/21/dhuiio-eodhanssooco-ieenth-aieieiassa-dhieciuoui/)

 

*Σαν ναυαγός Μητροπάνος Βασίλης Παπακωνσταντίνου

 

-Μαρίας Βίτσα Σουλιώτη, «ΝΑΥΑΓΟΣ ΘΕΟΣ»

Θεέ, της θάλασσας ,
μέρεψε την οργή σου.
Ξεχείλισαν με πόνο
απύθμενο τα νερά σου.
Ναυαγός του ονείρου
σε πέλαγος γλυφό,
προσμένεις την αγάπη.
Πόθοι κρυφοί με κόκκινο
μελάνι χαραγμένοι στην ψυχή.
Ελπίδα ανομολόγητη
σε συμφωνία μυστική
με τον περιπλανώμενο χρόνο.
Και εκεί που αμίλητος
το απέραντο της μοναξιάς
σου αγναντεύεις,
κάποιος τυχαία θα μαγευτεί
από τον ήχο της σιωπής σου.
Και ταπεινά θα κρατήσει
τις λέξεις, γράμμα γράμμα
ψηλαφίζοντας, μαργαριτάρια ακριβά .

(http://fractalart.gr/nayagos-theos/)

 

 

 

-Ελένη Δεληβοριά, «Ναυαγός για λίγο»

Ναυαγός θα γίνω

σ’ έρημο νησί θα μείνω

καράβια θα βυθίσω

και δάκρυα θ’ αφήσω

στην άμμο την καυτή.

Τις σκέψεις μου θα θάψω

σε σεντούκι κλειδωμένο με αόρατο κλειδί.

Όνειρα θ’ αφήσω

καράβια να επιπλεύσουν

σε αστραφτερά νερά.

Και τα πρέπει αυτού του κόσμου

χάρτινες βαρκούλες θ’ αμολήσω στα βαθιά.

 (http://fractalart.gr/nayagos-gia-ligo/)

 

 

 

-Δήμος Χλωπτσιούδης, Ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

(http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2016/03/blog-post_24.html)

 

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (249ο): «ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ»

Δεν άνθισαν ματαίως τόσα θαύματα

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ,  ΚΩΣΤΑΣ ΘΩΜΑΙΔΗΣ

 

  1. ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

μοναχικός και αδύναμος

γράφω μάταιες λέξεις

λέξεις βουβές και χάρτινες

για κείνους που μιλάνε άλλη γλώσσα

εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάζουν

 

γράφω για τους απόκληρους

και για τους καταδικασμένους

γράφω αν και γνωρίζω

πως η οδύνη ακυρώνει

κάθε συνδυασμό των λέξεων

κάθε αθώο ποίημα

κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

 

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

 

Τόλης Νικηφόρου, Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017

***

  1. ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ

    να αποδεχτείς τη ματαιότητα
    το σκοτεινό μηδενικό
    που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

    να ζήσεις πάντα διψασμένος
    ερωτευμένος με τα θαύματα
    λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
    λες και δεν πρόκειται αύριο
    να γίνουν όλα στάχτη
    ή ακριβώς γι’ αυτό

    όχι λοιπόν στη ματαιοδοξία
    και ναι στα εκστατικά
    στα θαμπωμένα μάτια
    ναι στο μολύβι που επιμένει
    ένα μολύβι που πεθαίνει
    ανυπότακτο


Τόλης Νικηφόρου, Φλόγα απ’ τη στάχτη (2017)

 

***

  1. ΜΑΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

πόρνες και μαστρωποί
θα διαβάσουν το πολύτιμο αίμα μου
έντρομοι θ’ αποπειραθούν
σ’ αραχνιασμένα ράφια να το κρύψουν
με τρεις αδιάφορες λέξεις
να προδώσουν το χρώμα του
τους νέους να παραπλανήσουν

όμως εγώ
μες στο περίλαμπρο κλουβί
σαν άνεμος θα εισχωρήσω
μ’ αυτά τα μάταια λόγια
θα κλέψω τ’ ακριβά παιδιά σας
με το φαρμάκι της αλήθειας
εχθρούς και ξένους θα τα μεγαλώσω
οράματα θα ορθώσω
εμπόδιο στις καθημερινές συναλλαγές

η επανάσταση κυοφορείται
μέσα στα πεθαμένα σπίτια σας

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

***

  1. Ε ΚΑΙ ;

    Οι σύντροφοί του οι άξιοι στο σχολείο
    πίστευαν πως θα γίνει ξακουστός·
    το ίδιο κι εκείνος – πάνω στο βιβλίο
    ως τα τριάντα του έζησε σκυφτός.
    «Ε και;» του Πλάτωνα έκανε η σκιά. «Ε και;»

    Όλα όσα έγραψε διαβάστηκαν πολύ,
    μετά από χρόνια απέκτησε λεφτά
    που ήταν για τις ανάγκες του αρκετά
    και φίλους που ήτανε φίλοι σωστοί.
    «Ε και;» του Πλάτωνα έκανε η σκιά. «Ε και;»

    Απ’ τα όνειρά του χάρηκε καρπούς –
    γυναίκα, ένα παλιό σπιτάκι, δυο παιδιά,
    είχε στον κήπο του λουλούδια, οπωρικά,
    γύρω του μάζευε ποιητές, σοφούς.
    «Ε και;» του Πλάτωνα έκανε η σκιά. «Ε και;»

    «Το έργο μου», σκεφτόταν στα γεράματα,
    «νά το, όπως τό ‘χα από παιδί σχεδιάσει·
    ας λεν, δεν χάθηκα σ’ ανούσια πράγματα,
    σε κάτι τέλειο εγώ έχω φτάσει».
    Μα ακούστηκε πιο δυνατά η σκιά: «Ε και;»

    Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς (μετ. Κώστας Κουτσουρέλης)

 

***

  1. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ (απόσπασμα)

    η Μαρία η Αιγυπτία
    συνήθως υπτία
    η ζωή της τη σιχάθηκε
    κι αποτόμως
    (αυτό θα πει τρόμος)
    στην αγιοσύνη μαράθηκε

    αθάνατο Γαρ από τροπάρια
    φτερουγίζοντας των αγγέλων η ευπρέπεια

    καθώς ανοίγει η εξώπορτα του Άδειου
    κατεδαφίζομαι αναβάλλοντας κενοτάφια
    δειγματοληψία βλακείας

    ο Θεός επιμένει να ’ναι σκυλομούρης

    γουρούνα φαινομενικότητα μας έχεις
    ταράξει στην τριχοτόμηση·
    τουλάχιστο δεν έμενες αμφορέας;

    χειροκροτήματα η καταιγίδα·
    τιμά κι αυτή με τον τρόπο της
    τη μεγάλη καλλιτέχνιδα: τη Ματαιότητα

Νίκος Καρούζος

 

***

 

  1. Δεν έχω ερωτήματα
    και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
    Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.
    Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
    γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
    «Δεν έχεις ερωτήματα;» – μου λέει το φθαρτό.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Η προσευχή του σκουληκιού, απόσπασμα

 

***

  1. ΜΑΤΑΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

    Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
    Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
    Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
    Ενανθρωπισμένα μες σ’ έναν άλλο ύπνο,
    Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

    Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
    Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
    Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

    Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
    Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

    Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
    Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

    Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

    Κανείς

    Κανείς.


Γιώργος Θέμελης – Το δίχτυ των ψυχών (1965)

 

***

  1. ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ (Χ)

    Αγαπημένη πλάνη, αγαπημένη ματαιότητα.

    Ίσως καθρέφτισμα, ίσως μουσική,
    μια μουσική παράξενη, μαρμαρωμένη.

    Τι κι αν ξυπνήσουμε κάποτε κι ανοίξουν
    τούτα τα μάτια σε μια άλλη αυγή.

    Λιπόσαρκοι, γυμνοί και πεινασμένοι.

    (Πώς να σε δω, Θεέ μου, να σε γνωρίσω,
    πώς να κοιτάξω το πρόσωπό Σου,
    χωρίς μάτια, δίχως πρόσωπο).

    Εγώ αγαπώ τη γη, τη μάταιη γη,
    είμαι από γη∙ εγώ αγαπώ το φως,
    εγώ αγαπώ τη θλίψη την απέραντη,
    τη θλίψη της γης, του ήλιου και του αγέρα.

    Εγώ αγαπώ το σώμα και το αίμα,
    το τίμιον αίμα, τ’ άγιο σώμα.

    Τον έρωτα εγώ αγαπώ, το θάνατο.

    Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (1961)

 

***

  1. ΜΑΤΑΙΟ

    και τι είναι η Θλίψη, παρά τραγούδι του αυτόχειρα
    με στίχους κλεμμένους από επιγραφές
    ανάγλυφες, των νικημένων, στο σκοτάδι.

    Και τι είναι η Λησμονιά, παρά μιαν άπληστη κυρά
    που στα χαρτιά ποντάρει ό,τι αγαπήσαμε
    μα ο Χρόνος τη εξαπατά με τεχνικές ποικίλες.

    Και τι είναι ο Έρωτας, παρά δυο άνθρωποι
    ανίκητοι ο ένας για τον άλλο
    που ο ένας τον άλλο αψηφά
    κι επιλέγουν αμφότεροι να κρατήσουν Θερμοπύλες.


Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Η Διάβολος, 2011

 

***

10. Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ  ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

Να σου παίρνει μέτρα ο θάνατος
κι εσύ ν’ ανησυχείς
πώς θα φανείς μες στο κουστούμι.

– Ωραίος που ‘ναι ο νεκρός.
Απλώς τοπίο.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Εξορία στην γέννηση, 2015 Ενότητα : Μονόλογος Ι

 

Παντελής Θαλασσινός – Δεν είναι ο κόσμος μάταιος

 

 

11. ΜΙΑ ΜΑΤΑΙΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

 

Δε θα τον αντέχαμε για πολύ.

Έτσι που πήγαινε

μπορούσε στο τέλος να καταλήξει

και σωματέμπορας των αγγέλων.

 

Σπάσαμε πρώτα πρώτα

τη στατική μορφή της ευαισθησίας του.

Έδειχνε ανέπαφος.

Αρχίσαμε τότε να του περιγράφουμε αναλυτικά

τα γεγονότα των κορυφών

και των πτώσεων.

Έδειξε να συγκινείται

μόνον από κάποια υποσύνολα.

 

Του προτείναμε να μας διατυπώσει

την άποψή του σχετικά με την πρόσληψη

και την αποβολή των ονείρων.

Άρχισε να μας μιλάει

για τους άρρητους αριθμούς.

Βεβαιωθήκαμε πια

πως αντιστρατεύεται στη φύση μας.

 

ΜΑΤΘΑΙΟΣ  ΜΟΥΝΤΕΣ, Τα αντίποινα, 2η εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

 

***

12. ΜΑΤΑΙΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Ζώντας χρόνια και χρόνια ανάμεσα σε
μη Ανατρέψιμα
μη Αναστρέψιμα, μη Πραγματοποιήσιμα
μη Επιτρεπόμενα
ζώντας ανάμεσα στων «Μη» τις Συμπληγάδες
συνηθίζεις
να συνθλίβεσαι, να μικραίνεις
να λοξοδρομείς, ν’ αλλοιώνεσαι.

Γι’ αυτό και όταν κάποτε
φτάνεις στην ποθητή σου Ιθάκη
—αν φτάσεις κάποτε—
κατάπληκτοι οι καθρέφτες σου
σε υποδέχονται σαν ξένο.

Και πάει χαμένη όλη η υπομονή
της Πηνελόπης σου
που δεν περίμενε τόσα και τόσα χρόνια απεγνωσμένα
αυτόν τον Άλλο.

Λένα Παππά, 1997. Τα ποιήματα. Β΄ τόμος. Αθήνα: Αρμός.

 

***

13. ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΕΣ


νωνυμία συντρίβει τούς νθρώπους.
λοι, μέ τόν να μέ τόν λλο τρόπο προσπαθον
μέσα στο πλήθους τόν πολτό
νά ξεχωρίσουν.

λλοι νειρεύονται σέ μιά πλατεα τό γαλμά τους
λλοι μιά θάλασσα δική τους
ναν ορανό φωταγωγημένο με τ’ νομά τους
ο πιό τρελλοί ψάχνουνε γιά τό θάνατο νερό
κουτσοί, στραβοί, νόητοι, γελοοι, λοι
μπαίνουνε στίς φωτιές γυμνοί
πατον ξυπόλητοι στ’ γκάθια
σκαρφαλώνουν σέ
πάτητα βουνά


Λήθη όρατη ξοπίσω τους μ’ να σφουγγάρι σβήνει
σβήνει, σβήνει
μέ τυφλή λύσσα, μέ μανία, ξαφανίζει
σημάδια, αματα, προσπάθειες, κατορθώματα
ατοί πιμένουν κι πιμένουν
πατον πί πτωμάτων τρελλαμένοι
ορλιάζουν, κυνηγιονται, σέρνονται
ρίχνουν θηλειές στό γνωστο, στό πιαστο
πυροβολον τό Θάνατο μέ τή ζωή τους
κατεδαφίζοντας τό παρελθόν, πουλώντας τό σπίτι τους
τήν ψυχή τους


για ν
βρει χρο νά στήσει τήν προτομή τους
γλύπτης το Μέλλοντος
Λήθη σκιος τους σιωπηλός
σαρδώνεια χαμογελώντας τούς
κολουθε
κάτω π’ τήν διάφορη σκόνη τν στρων
χμα πατημένο τούς σοπεδώνει.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ

 

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (248ο): «ΜΗΛΑ – ΜΗΛΙΑ»…

Το μήλο, Νένα Βενετσάνου

 

  1. ΤΟ ΜΗΛΟ

Μήλο σου ρίχνω

κι αν θέλεις

κι αν μ’ αγαπάς

δώ’ μου την αγάπη σου!

 

Κράτα το μήλο

κι αν θέλεις

κι αν μ’ αγαπάς

μη με πικραίνεις τόσο!

 

Πέτα το μήλο

κι αν θέλεις

κι αν δεν θέλεις

η ομορφιά διαβαίνει…

ΠΛΑΤΩΝ, Απόδοση στα Νέα Ελληνικά: Ηλίας Πετρόπουλος

 

***

  1. ΤΟ ΜΗΛΟ  ΕΛΑΜΠΕ

 

Το μήλο έλαμπε. Το πρόσωπο της Εύας

κάθε άλλο ήταν παρά σκεπτικό.

Βύθισε τους κοπτήρες χωρίς σέβας

Στον καρπό, που την έθελγε και οπτικώς,

φτύνοντας τα κουκούτσια που περισσεύαν.

 

Καρδιοχτυπώντας έσκυψε και τα πήρε

με μουδιασμένα δάχτυλα ο Αδάμ,

ενώ ξαφνικά σταμάτησαν οι λύρες,

ο ουράνιος κήπος έπαψε να ευωδά

και με πάταγο άνοιξαν οι θύρες.

 

Το φίδι χαμογελώντας, χωρίς να μιλάει,

κατέγραφε τις κινήσεις του καθενός

ασάλευτο, κουλουριασμένο πλάι

στο δέντρο, καθώς κατέκλυζαν τα χάη

τα αφρισμένα κύματα του μηδενός.

ΝΑΣΟΣ  ΒΑΓΕΝΑΣ , Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΒΕΒΑΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ

 

***

  1. ΑΓΡΙΕΣ ΜΗΛΙΤΣΕΣ

 

Άγριες μηλίτσες

σε φύλλα πανούργα του αέρα

στους διαβάτες γνέφουν να σιμώσουν

να κόψουν αγριόμηλα

τώρα στο μεταίχμιο
καθώς εκείνες γέρνουν στον γκρεμό

και η ψυχή τους χάνεται
για πάντα!

ΜΑΡΚΟΣ  ΜΕΣΚΟΣ, Ελεγείες (2004) [Ενότητα Ο χορός των αγίων]

***

  1. Η ΜΗΛΙΑ

Σε φράκτη τελείωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ‘παιρνε πάλι.

Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια

σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη

κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
-ωι μηλιά-
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΜΠΡΑΒΟΣ

 

***

  1. ΜΥΡΙΖΩ ΜΗΛΟ

Εγώ είμαι από την Κορυτσά, αδέρφια.
Γι αυτό το κορμί μου μυρίζει μήλο.
Γι αυτό, παιδιά, η φωνή μου είναι γλυκιά
σαν μελωδία κιθάρας.

Λουάν Τζούλις, Μυρίζω μήλο

 

***

  1. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

 

Δύο κόκκινα μήλα

σαν ζευγάρι ερωτευμένο

κι ένα αχλάδι κίτρινο

σαν ξεχασμένη ζήλια.

 

Ένα μισό πράσινο μήλο

όπως μια χλιαρή ελπίδα

και μια φέτα από καρπούζι

σαν μια καρδιά κομματιασμένη

από τον πόνο.

 

Δύο ρώγες σταφυλιού

άσπρη και μαύρη

όπως δύο μάτια που μυστικά παραφυλάνε.

 

Τα φρούτα

βαλμένα χωρίς μεράκι και φαντασία

σε μια άχαρη πλαστική πιατέλα

στο κάτω ράφι του ψυγείου

θέλουν να πουν

ότι μπορούν να διηγηθούν τη ζωή

και μέσ’ από την άχρωμη ψύξη

και το νανούρισμα του μοτέρ.

Ακόμη κι έτσι.

 

ΛΟΥΑΝ  ΤΖΟΥΛΙΣ, «ΜΥΡΙΖΩ ΜΗΛΟ»

 

 

Μήλο μου και Μανταρίνι-Ελευθερία Αρβανιτάκη

 

  1. ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΜΗΛΑ

Περνούσαμε οι δύο από ’ναν κήπο με μηλιές
Εγώ δεν ήμουν ο Αδάμ, Εύα δεν ήσουνα εσύ,
Φθινόπωρο. Οι τελευταίοι ώριμοι καρποί
μας προσκαλούσανε από ψηλά, όλο γεύση.

Πήραμε να τεντωνόμαστε, να τραβολογάμε τα κλαδιά,
Εις μάτην, τα μήλα άφταστα.
Αν δεν ήσουνα στο πλάι μου τότε εκεί
Πεινασμένος θα ’μενα ως τα σήμερα.

Rudolf Marku [Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995] μετάφραση από τα αλβανικά: Valbona Hysi

*****

  1. ΜΗΛΑ

Eις κήπον δροσερότατον
αντιπροχθές εμπήκα
και μέσα κηποφύλακα
τον Έρωτα ευρήκα.


Γλυκή μηλιά εφύλαγε
με δυο μοσχάτα μήλα
εις δυο λεπτά μισόσκεπα
παρασυρμένα φύλλα.


Kαι όσο και τα πρόσεχε,
εγώ κρυφά γλιστρούσα
και μύριζα τον μόσχον τους
και τα καταφιλούσα.


Φιλώντας και μυρίζοντας
αχόρταστα με βίαν,
ζαλίσθηκα και μέθυσα
από την ευωδίαν.


Kαι μεθυσμένος λάθευσα,
κι αντί να τα φιλήσω
αγαλινά τα δάγκασα
χωρίς να το θελήσω.


Mα τη μηλίτσα, Έρωτα,
δεν τό ‘καμ’ από πάθος·
η μέθη με κατάντησε
σ’ αυτό τ’ ολίγο λάθος.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λυρικά, Eρμής 1970

*****

  1. Είδα κάποτ’ ένα βρέφος
    Τόσο ωραίο τόσο ωραίο
    Σαν το μήλο
    Σαν το μήλο που ‘χει μέσα του σκουλήκι
    Κι είν’ απόξω ρόδινο

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ

 

Το Μήλο – Αφροδίτη Μάνου

  1. ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ

Αυτός ο όφις που έφτασε στην πόλη μας

μ’ ένα ακέραιο μήλο κατακόκκινο για μας

πέρασε απαρατήρητος.

Κανείς δεν το δοκίμασε

κανείς δεν σκέφτηκε ούτε καν

να μπει στον πειρασμό της γεύσης του.

 

Βαρύ και ναρκωμένο πια το φίδι

έχει κουλουριαστεί στη μέση της πλατείας

χωνεύοντας το μήλο

αφού θα ‘πρεπε

κάποιος να ‘χε πεισθεί

και να δαγκώσει.

 

Γιάννης Βαρβέρης, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ 2009

 

*****

 

  1. EYA

 

Με παρέσυρε.

Πυκνά φυλλώματα, υγρά.

Δεν φορούσε πρόσωπο.

Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του.

Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα.

Ούτε θεός ούτε διάβολος.

Στον Κήπο τον αποκαλούσαν «άνδρα».

Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η ΑΛΕΠΟΥ κι ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

 

 

*****

  1. ΤΟ ΦΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΛΟ

    Ξύπνησε κάτω από τη μηλιά
    και την είδε να κοιμάται στο πλευρό του
    ωραία σαν Εύα.
    Κρατούσε ακόμη το πανέρι της
    κι όπως έσκυψε να τη φιλήσει
    είδε μέσα στο πανέρι
    το φίδι και το μήλο.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, Να μη τους ξεχάσω

*****

  1. ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΜΑ

Μες ένα μήλο ζούσε ένα ζουζούνι.
Το μήλο ήταν η τροφή, το σπίτι του, τα ρούχα του, η γή του.
Ο άνθρωπος αφαίρεσε του ζουζουνιού το σπίτι,
τα ρούχα, την τροφή·
το έβγαλε απ’ τη γή του, το εσκότωσε.

Ποιός είπε του ανθρώπου πως είναι κύριος του μήλου;
Το μήλο ελυπήθη.

Το λυπημένο μήλο είναι καλό, είπε ο άνθρωπος – και τό ‘φαγε.

Kim Yong–tae (1936- ) ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ανθολογία Κορεατικής ποίησης

 

*****

  1. ΤΟ ΜΗΛΟ

 

Τώρα να σου πω ότι ξέρω πού καραδοκεί το σκουλήκι,

θα σου πω ψέματα.

Όμως αν νομίζεις ότι έχει σημασία,

γελιέσαι.

 

Είτε στην καρδιά του καρπού,

είτε στον φλοιό,

ένα και το αυτό.

Η μόνη διαφορά, αν αυτό σε παρηγορεί,

είναι στον αιφνιδιασμό.

 

Όσο πιο πολύ έχεις γευθεί την γλύκα,

τόσο πιο πικρή αισθάνεσαι την σήψη.

Γι΄ αυτό σου λέω:

Καλύτερα να ξέρεις από την πρώτη στιγμή,

γλιτώνεις έτσι μεγάλο μέρος της απογοήτευσης.

 ΕΛΕΝΗ  ΛΙΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Η εποχή των λέξεων, 20

***

  1. Καθώς το μήλο το γλυκό,
    που στου κλαδιού την άκρη κοκκινίζει,
    ψηλά, ψηλά στο ακρόκλωνο·
    το δίχως άλλο το λησμόνησαν
    την ώρα που ’κοβαν τα μήλα…
    Αχ όχι, δεν το απολησμόνησαν,
    μόνο που δεν μπορούσαν να το φτάσουν!

ΣΑΠΦΩ, απόδοση: I. Θ. Κακριδής

***

  1. ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ  ΤΟΥ  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

και -καθόσουν εμείς καπνίζαμε ήταν
αργά αργά ανέβαινε ο καπνός γελούσαμε εσύ σιγά σι-
γά -από του πανωφοριού σου την τσεπούλα
γλίστρησε ένα μηλαράκι
δεν το πρόσεξες -σταμάτησε: εσύ
ήρεμος, δεν κούνησες καθόλου -τα πόδια σου
το μηλαράκι – το φθινόπωρο: ο παράδεισος (εγώ γελούσα
γελούσα γελούσα, και εσύ
σαν να γέλασες (;) ακόμα δεν ξέρεις γιατί (από το δικό μου
γέλιο;) -τότε
κοίταξα το μήλο
εκείνο -και

-γέλασες, και μου το χάρισες: γελούσαμε
ανταλλάσσοντας τρανταχτά γέλια -γελάσαμε λιγάκι

(τώρα πια όχι η Εύα στον Αδάμ (και μήπως εγώ
ξεπλάνεψα το μήλο;)
φθινόπωρο του παραδείσου

 Νέρινγκα Αμπρουτίτε. Μετάφραση από τα Λιθουανικά: Σωτήρης Σουλιώτης

 

ΜΗΛΟ ΜΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ-Μανώλης Μητσιάς

  1. ΜΗΛΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

 

Μήλο κόκκινο κρατώ

Και προχωράω

 

Στο άρωμά του οι μνήμες φυλαγμένες

Η αφή του ανάσα που με γαληνεύει

Το χρώμα οργασμός και ευφορία

∆ροσιά στα φλογισμένα στήθη ο χυμός του

Η γεύση απόσταγμα σοφίας

Ο σπόρος του τον νυν και το αεί

 

Μήλο κόκκινο

Τον κόσμο ολάκερο κρατώ

Και προχωράω

 

ΚΑΪΤΑΤΖΗ – ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ ∆ΕΣΠΟΙΝΑ

***

  1. ΤΑ ΜΗΛΑ

Γυρνούσε με τη μεγάλη δερμάτινη σάκα του
ταχυδρόμος των γραμμάτων έντιμος
κλείνοντας λογαριασμούς πλέον.


Ζητούσε, την Έλλη τη Λόλα, τον Μίμη την Άννα
να επιδώσει τα μήλα
που λαχταριστά στο πανέρι
κάποτε εικονικά – εν ώρα πρώτης γραφής
τούς είχε μεγαλόφωνα προσφέρει.
Και είχε η υπόσχεση αργήσει πολύ.

Κάμπος ο τόπος του σχεδόν παραθαλάσσιος
όπου μηλιές και μήλα σκουληκιάζανε•
και τα χρωστούμενα
‒μην τάξεις του άγιου και του παιδιού…‒
σκουλήκιαζαν εν τω μεταξύ την ψυχή του.

Αλλά δεν έβρισκε πια πουθενά
(εκείνα τα ζωγραφισμένα παιδιά)
και περιπλανιόταν αδιάκοπα κι ερευνούσε
ενώ οσμή αποσύνθεσης αναδινόταν
όλο εντονότερα απ’ την ασήκωτη σάκα•
και περιπλανιόταν άχρηστος… περιπλανιόταν
γράμμα εικοστό και πέμπτο ανεπίδοτο
της τρομερής αλφαβήτας.

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΝΤάΝΤΟΣ

 

 

Πες το με ποίηση (247ο): «Μήνες 1ο: Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος»

  1. Ιανουάριος – Γενάρης

 

-Παντελής Θαλασσινός – Ο χρόνος του Γενάρη

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Ιανουάριος» 

«Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει; Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα. 

Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.»

 (Από τη συλλογή «Τα Χειρόγραφα του φθινοπώρου») 

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Ο Γενάρης του 1904»

A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

 

-Ρένα Καρθαίου, «Ιανουάριος»

 

Του Γενάρη προσταγή :

Χιόνι σκέπασε τη γη !

 

Σκέπασε βουνά και δάση

η άνοιξη να μην περάσει .

 

Κρύο θέλει κι άλλο κρύο ,

κρύσταλλο όλο το τοπίο .

 

Να παγώσουνε τα πλοία !

Η δική μου βασιλεία ,

ένα μήνα θα κρατήσει

και κλαρί να μην ανθίσει .

 

Του Γενάρη προσταγή :

Μπάλα κάτασπρη όλη η γη .

 

(http://dreamskindergarten.blogspot.com/2011/06/blog-post_30.html)

 

 

 

-Γεώργιος Δροσίνης, «Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα»

 

Tου Γενάρη ηλιοβασίλεμα

γαλανό, καθάριο λάμπει,

στολισμένο με τα χρώματα

μιας μαγιάτικης αυγής.

Πρώιμη άνοιξη γιορτάζουνε

ο άλλος κόσμος άλλοι κάμποι:

T’ ουρανού τα ρόδα ανθίσανε

πριν ανθίσουνε της γης.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2017/12/blog-post_28.html)

 

 

 

-Γιάννης Κοντός, «Απουσίες»

 

 Απογευματάκι Ιανουαρίου

 

δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω

σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους

ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:

το φως να κάθεται στα δέντρα

και να συγκρατεί τις αναμνήσεις,

τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο,

τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού

να βρέχει. Θα φορούσαν βαρύ παλτό,

κασκόλ, και θα βάδιζαν γρήγορα

μη τους πιάσει η μπόρα.

Σε μια βιτρίνα καθυστερούν

και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.

Θυμούνται τα ραντεβού τους

και τη ροή του έρωτα.

Τέλος πάντων, είναι άνθρωποι

και γυρίζουν σπίτι.

Όλα όμως τα παραπάνω

και άλλα πολλά τα γράψανε

στα παλιά τους τα παπούτσια

και πεθάναν.

(Γιάννης Κοντός, Ο αθλητής του τίποτα, Κέδρος)

 

 

 

  1. Φεβρουάριος – Φλεβάρης

 

-Παντελής Θαλασσινός – Φλεβάρης των φλεβών

 

-Νίκος Πενταράς, «Φλεβάρη, αδερφέ μου»

«Φλεβάρη αδελφέ μου,
μέσ’ απ’ την αδικία
που μας γέννησε,…
το κούρσεμα των ημερών
και των στιγμών μας
που Κουτσοφλέβαρο πάνω
Κουτσοφλέβαρο κάτω
σ’ ανεβοκατεβάζουν ειρωνικά
κι εσύ να τους απαντάς
πότε με διαμαρτυρίες καταιγίδες
και πότε με τις παγωμένες
νιφάδες της σιωπής σου
έλα, άπλωσε τ’ ανθισμένα
σαν τις μυγδαλιές σου χέρια
να σε πάρω και να πάμε
να χτυπήσουμε ξανά
του χρόνου την πόρτα
και να του ζητήσουμε
επιτακτικά τούτη τη φορά,
να μας επιστρέψει
τις κουρσεμένες μέρες
και στιγμές μας.
Έλα…»

(N.Π. «Σε φόντο φθινοπωρινό»)

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ» 

Απ’ το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ’ όλη βοή που τριγυρίζει
Είν’ ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ’ η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.

 

Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν’ ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ’ την αρρώστια κάτασπρος ειν’ ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.

 

Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή,
Που αργά κι αγάλι ‘γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει;
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;

 

Σ’ εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ’ αγγελούδι,
Κι η μάννα είν’ έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.

 

Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ’ ολόχιονο φουστάνι,
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.

 

Γιατ’ είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ’ η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.

 

Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
– Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ’ ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του,
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του.

 

Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ’ απ’ το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.

 

Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.
Μεσ’ την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές,
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα…

 

Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ’ εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ’ αγγελούδι,
Κι η μάνα είν’ έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.

(ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, περιοδικό ΕΣΤΙΑ, 27 Φεβρουαρίου 1883)

 

 

 

 

-Ουμπέρτο Σάμπα, «Βράδυ του Φλεβάρη»

Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα μέρα,
ένα βράδυ που πέφτει αργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά,
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Και είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.

 (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Κλείτος Κύρου, [Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα] 

« Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
*
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.»


(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, εκδ. ΑΓΡΑ)

 

 

 

 

 

 

  1. Μάρτιος – Μάρτης

 

-Παντελής Θαλασσινός, Ο Μάρτης Μάρτης μίλησε

 

 

-Ο. Ελύτης, [Μαρτίων οι ώρες]

 

«… Και με πέπλους των ξεχτένιστων ελπίδων που ατενίζουν τον

εαυτό τους πέρα στις μεταβλητές θωπείες των οριζόντων

Οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας

Σαν άσπρες ξεγνοιασιές ανεμομύλων

οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας

Με βήμα τελετουργικό σε λυγερή προϋπάντηση Μαρτίων οι ώρες

έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας!»

 

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «ΜΑΡΤΙΟΣ»

 

Ροδίζ’ η πρώτη του Μάρτη μέρα,

Και στο παιδάκι της η μητέρα

Γελώντας πάει:

«Με μάρτη έρχομαι το λαιμό σου

Να στεφανώσω. Σαν άγγελός σου

Θα σε φυλάει.

 

«Από χρυσάφι, προτού να φέξει,

Με τι φροντίδα τον έχω πλέξει

Για σε, χρυσό μου!

Με κάθε χρώμα τον έχω ντύσει,

Ουράνιο τόξο, που θα στολίσει

Τον ουρανό μου.

 

«Αρχίζει ο ήλιος σαν πρώτα πάλι

Να τρέχει ελεύθερος στην αγκάλη

Γαλάζιου αιθέρα.

 

Λιώνουν τα χιόνια, κι όσ’ απομένουν

Άσχημα νέφη, κι αυτά μορφαίνουν

Μέρα τη μέρα.

 

«Αρχίζει ο ήλιο σαν πρώτα πάλι

Να ξετρυπώνει αγάλι αγάλι

Τα λουλουδάκια

Δειλά κρυμμένα μέσα στο χώμα.

Κι ύστερ’ απ’ τ’ άνθη, φροντίζει ακόμα

Για τα παιδάκια.

 

«Κι όποιο παιδάκι με μάρτη βλέπει,

Χρυσή στα χρόνια τ’ απλώνει σκέπη,

Το καμαρώνει.

Γιατί του Μάρτη η αλυσίδα

Μάνας χεράκι, μάνας φροντίδα

Του φανερώνει.

 

«Και όποιο πάλι το ιδεί να τρέχει

Δίχως στεφάνι Μαρτιού να έχει,

Δεν τ’ αγαπάει.

Κακό παλιόπαιδο το νομίζει,

Ακούς, παιδί μου; και το μαυρίζει

Και τ’ αρρωστάει.

 

«Μα το δικό σου σαν αντικρύσει

Λαμπρό στολίδι, θα σ’ αγαπήσει

Όσο κανένα.

Κι η ίδια ακτίνα του θα σε φιλήσει

Το πιο ωραίο που θα γεννήσει

Άνθος, κι εσένα!

«Ο Μάρτης θεία είν’ ευλογία!

Σα χελιδόνι ή ευτυχία

Στα σπίτια μπαίνει.

Και η υγεία σα μαϊστράλι

Στο γαλανόλευκο περιγιάλι

Μας ανασταίνει.

 

Αυτός, μ’ αγγέλου φτερά κινάει

Και το Χριστό της πρωτομηνάει

Στην Παναγία.

 

Και στην πατρίδα επαναστάτης,

Ο Μάρτης έφερε τη γλυκιά της

Ελευθερία.

«Να του σπιτιού μας το χελιδόνι

Εις την παλιά του φωλιά σιμώνει,

Και σε ζητάει.

Πρόβαλε, δέξου το… Στο λαιμό σου

Πώς μοιάζει ο μάρτης! σαν άγγελος

Θα σε φυλάει».

 

 

 

-ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ, «Ο ΜΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ»

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.

Βάζει η μάνα του μπουγάδα,

σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει,
μια χαρά να τα στεγνώσει.

Νά που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!

Νά ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.

Μια βροντή κι ο ήλιος χάθη
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!

Ώς το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει

Μάρτη να μην ξαναπλύνει. 

(https://antonispetrides.wordpress.com/2014/03/01/martis/)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, «Ουτοπίες»

 

“Καθ’ οδόν/ (7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)

συναντώ τον Μάρτιο/ ευδιάθετον,

υπαινιγμών πλήρη/ περί ανοίξεως και λοιπά.

 

Αναβάλλω την υπόστασή μου

ανακόπτω τη σύμβασή μου/ με το χειμώνα

και διασπείρομαι σε χώμα.

Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,

ξαπλωμένη, απλωμένη/ απέναντι στο

καθ’ όλα σύμφωνο/ σύμπαν.

Φυτεύομαι άνθη,/ ανθίζω συναισθήματα,

και είμαι πολύ καλά

εις άπλετον προορισμόν/ και τοποθέτησιν.

 

«Απαγορεύεται η άνοιξις!»

ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο

απειλεί. Αμέσως

μια βροχή άρχισε κι έλεγε

εις βάρος της ανοίξεως/ και εις βάρος μου,

ένας δύσθυμος άνεμος/ μου κατάσχει τα άνθη,

μου κατάσχει τα συναισθήματα

και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

 

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,

και μάλιστα καθ’ οδόν,

από κυρία σχεδόν ώριμη

με οικογενειακές υποχρεώσεις,

και πολυετή θητείαν

εις Δημοσίαν θέση

και χειμώνες.”

 

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα, «Μαρτιάτικος κήπος»

 

Η μηλιά μου

έχει κιόλα ίσκιο και πουλιά.

Πώς πηδάει το όνειρό μου

από το φεγγάρι στον άνεμο!

Η μηλιά μου

δίνει τα μπράτσα της στο πράσινο.

Από το Μάρτη πώς βλέπω

το άσπρο μέτωπο του Γενάρη!

Η μηλιά μου…

(χαμηλός άνεμος)

(Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητικά άπαντα, Εκάτη)

 

 

Πες το με ποίηση (246ο): «ΜΑΓΕΙΑ-MAΓΟΣ-ΜΑΓΙΚΟΣ»

Thomas S. Eliot – Το ταξίδι των μάγων, Δημήτρης Χορν

 

1.ΤΟ  ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ  ΜΑΓΩΝ

Μας έκανε φοβερή παγωνιά,
Ακριβώς η χειρότερη εποχή του έτους
Για ταξίδι, και μάλιστα ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι:
Τα μονοπάτια βαθιά και ο καιρός δριμύς
Μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
Κι οι καμήλες γδαρμένες, με πόδια πληγιασμένα, πεισματάρες
Πλαγιάζοντας πάνω στο χιόνι που έλειωνε.


Έρχονταν στιγμές που μετανοούσαμε
Για τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τις ταράτσες,
Και τις γλυκές κοπέλες που έφερναν σερμπέτια.
Κ’ ύστερα οι καμηλιέρηδες βρίζοντας και γκρινιάζοντας
Και τρέχοντας μακριά, και ζητώντας το γλυκό πιοτό τους και γυναίκες
Κ’ οι φωτιές της νύχτας που έσβηναν, κι ούτε ένα αποκούμπι,
Κ’ οι πολιτείες εχθρικές κι οι πολίχνες αφιλόξενες
Και τα χωριά βρωμερά ζητώντας ακριβές τιμές:
Μας βρήκαν δυσκολίες πολλές.


Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη νύχτα,
Παίρνοντας στα κλεφτά έναν ύπνο,
Με τις φωνές που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μας λέγοντας
Πως όλα αυτά ήταν μια τρέλα.

Κι ύστερα την αυγή φτάσαμε σε μια εύκρατη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη χιονογραμμή, που μύριζε βλάστηση·
Με τρεχούμενα νερά κι ένα νερόμυλο χτυπώντας το σκοτάδι
Και τρία δέντρα πάνω στο χαμηλό ουρανό
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο κάλπαζε μακριά στο λιβάδι·


Κ’ ύστερα φτάσαμε σ’ ένα καπηλειό μ’ αμπελόφυλλα πάνω απ’ τ’ ανώφλι,
Έξι χέρια σε μια πόρτα ανοιχτή παίζοντας ζάρια μ’ ασημένια νομίσματα,
Και πόδια κλωτσώντας τους άδειους ασκούς του κρασιού.
Όμως δεν υπήρχε καμιά είδηση, κι έτσι συνεχίσαμε
Και φτάσαμε κατά το δειλινό, ούτε στιγμή νωρίτερα
Βρίσκοντας το μέρος· ήταν (θα ’ λεγες) ικανοποιητικό.

 

Όλα ετούτα έγιναν πριν από πολύν καιρό, θυμάμαι.
Και πάλι θε να τ’ αποφάσιζα, όμως σημείωσε
Αυτό σημείωσε 
Αυτό: κάναμε τόσο δρόμο για Γέννηση ή για Θάνατο; Ασφαλώς, υπήρξε μια γέννηση,
Είχαμε αποδείξεις, δεν χωρούσε αμφιβολία. Είχα δει γεννήσεις και θανάτους
Είχα νομίσει όμως πώς ήσαν διαφορετικοί· η Γέννηση αυτή
Ήταν σκληρή και πικρή αγωνία για μας, όπως ο Θάνατος, ο δικός μας θάνατος.

Ξαναγυρίσαμε στον τόπο μας, σ’ αυτά τα Βασίλεια,
Όμως δε νιώθουμε άνετα πια εδώ, με τις παλιές εντολές,
Μ’ έναν ξένο λαό που κρατάει γερά τους θεούς του.
Θα ήμουν ευχαριστημένος μ’ έναν αλλιώτικο θάνατο.

  1. S. Eliot, μετ. Κλείτος Κύρου.

 

Μαρία Φαραντούρη – Τα μάγια

 

 

2.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ


Όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι, μάγια.
Φόρεσε δαχτυλίδι το Μηδέν και ξόρκισε τη Μάγια.

Γιάννης Υφαντής, Μανθρασπέντα (1977)

 

***

3.Ο ΤΡΙΠΡΟΣΩΠΟΣ  ΜΑΓΟΣ

Τον ίλιγγο των στροβίλων σου, πόσο περίτεχνα
τον αποκρύβεις με την επίφαση της γαλήνης.
«Γαλήνια νύχτα» σε ονομάζουν, εσένα, του οίστρου
την προφυλακή. Κι όντως, στον άνθρωπο, που ενόσω ζει,
τον τρέφει η απατηλότητα των όσων φαινομένων
που του προσφέρνονται να τα ορμηνέψει
όπως του βολεί, παρέχεις, νύχτα, μεταξύ των άλλων
σωτήριων το πλέον σωτήριο, την επίφαση
της γαλήνης σου.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

Μάγισσα, Χάρις Αλεξίου

4.Η  ΜΑΓΙΣΣΑ

Ν’ ακούς το ανάκουστο μού λέει
καθώς σωπαίνουν τα νερά
νεκρό παιδί να σιγοκλαίει
κόρη να ντύνεται φτερά
σαν άσπρη ντάλια που επιπλέει

Ν’ ανθούν στο στήθος σου τ’ αστέρια
στο ανάβλεμμά σου οι πασχαλιές
και δυο κορμιά γεμάτα χέρια
να σμίγουν σ’ άγριες αγκαλιές
κι αιματοπότιστα νυχτέρια

Να φέγγει ολόφωτο το χώμα
κι όλος ο λάκκος ανοιχτός
και να ‘ρχεται απ’ το ξένο σώμα
το μαύρο αγέρι της νυχτός
Σαν ρούχο που σκεπάζει πτώμα

ΟΡΕΣΤΗΣ  ΑΛΕΞΑΚΗΣ

 

***

 

5.ΤΗΣ  ΜΑΓΙΣΣΑΣ

«Για ποιον τα λέει; Την τύχη μας διαβάζει;
Αυτά ακούγονται συνήθως στον καφέ και την τράπουλα.
Τι προσπαθεί να ξεδιαλύνει;
Δεν είναι ο θάνατος αυτός που προμηνά.
Για χωρισμούς, για έρωτες που μισολέει
σημάδια μαύρα κι άγρια το δείχνουν.

Για αγάπες τι να πει; Δεν τις βρίσκει;
Για πλούτη πες της να μας πει και για κομπίνες
και οι αγάπες βρίσκονται.
Πώς δένεται ο καιρός
απ’ τον λαιμό, σε μια πατρίδα που μας σπρώχνει
στους γκρεμούς, αυτό να βρει.

Για δόξες να μας πει και για τιμές
για ψυχικές μας δήθεν ανατάσεις
και σε ποια γόνατα
θα γείρουμε ζητώντας να μας κλείσουνε τα μάτια.

Ρώτα, λοιπόν, αφού εσύ μιλάς τη γλώσσα.»

Μάνος Ελευθερίου, Αναμνήσεις από την όπερα (1987)

 

 

To μαγισσάκι -Νένα Βενετσάνου

 

 

6.Η  ΔΥΝΑΜΗ  ΤΗΣ  ΚΙΡΚΗΣ

Ποτέ δεν μεταμόρφωσα κάποιον σε γουρούνι.

Κάποιοι άνθρωποι είναι γουρούνια· εγώ τους έδωσα και του γουρουνιού την όψη.

Με έχει κουράσει ο δικός σου κόσμος

Που επιτρέπει σε μια μάσκα να συγκαλύπτει αυτό που υπάρχει από μέσα. Οι ναύτες σου δεν ήταν κακοί άνθρωποι·

Η απείθαρχη ζωή

Τούς το έκανε αυτό. Ως γουρούνια,

Με τις δικές μου και των κοριτσιών μου τις φροντίδες, γλύκαναν αμέσως.

 

Τότε τα μάγια αντέστρεψα,

την καλοσύνη μου σου έδειξα

Μα και τη δύναμή μου. Είδα

Ότι θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι εδώ,

Όπως ευτυχισμένοι είναι οι άντρες και οι γυναίκες

Όταν οι ανάγκες τους είναι απλές. Την ίδια στιγμή,

Προέβλεψα την αναχώρησή σου,

Οι άντρες σου με τη βοήθεια μου να αντικρίζουν πλέον θαρρετά τον λυγμό και την οργή της θάλασσας.

 

Πιστεύεις πως

Μερικά δάκρυα με αναστάτωσαν; Καλέ μου,

Κάθε μάγισσα έχει στην καρδιά της μια πραγματίστρια. Δεν μπορεί να δει την ουσία εκείνος που αδυνατεί να αποδεχτεί τον περιορισμό. Αν ήθελα μόνο να μείνεις κοντά μου

Θα σε είχα κρατήσει φυλακισμένο.

  1. Glück, μτφ: Α. Αποστολοπούλου) || Κ. Γραμματόπουλος, «Ο Οδυσσέας στην Κίρκη»

 

 

ΟΙ ΜΑΓΟΙ, Διονύσης Σαββόπουλος

 

7.ΟΙ ΜΑΓΟΙ

 

Τους βλέπεις; Είναι εδώ που μια νυχτιά

ξαπλώσανε στο αχούρι των αλόγων.

Να ο παλμός, γιορτάζει μονοσύλλαβος

και ρουθουνίζει. Ούτε καν νιώσαν πώς,

κυνηγοί αυτοί, επέσανε σ’ ενέδρα ζώων.

Και δώστου με σαϊτιές και με πυγολαμπίδες.

 

Βεβαίως αβέβαια πράγματα

είναι χρησμός να μην το μάθω

ποιο τάχατες καμίνι βαρεμάρας μυ ύφανε

από το χάος σ’ αυτή τη φάτνη του γραφτού.

 

Μου αρκεί που προσκυνώ

το μάστορά μου ρύπο σας

ω νεκροί μάγοι.

 

Ελάτε να σας φιλήσω

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

 

***

 

 

8.ΟΙ  ΜΑΓΟΙ

Οι μάγοι με τα δώρα δεν φάνηκαν
Ούτε σήμερα

Θα ’ναι το άστρο μου πολύ χλωμό
Με λιγοστό το λάδι

Η φυγή στην Αίγυπτο
Η δεύτερη σελίδα
Ξανά πρέπει ν’ αναβληθεί

1959 Φαίδων ο Πολίτης, Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι (1961)

 

***

 

9.Ο ΜΑΓΟΣ

Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγκους το γυαλιστερό σου πριόνι

Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο

Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό

‘Αφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε

Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ‘ πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σμπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου

Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα.

Αλέξης Τραϊανός, Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975) [Από την ενότητα Το νύχι στη σάρκα]

 

Ο χορός της μάγισσας του μεσημεριού – Γ. Σταυριανός

https://www.youtube.com/watch?v=O4sRdyTFYbE

 

 

 

10.ΜΑΓΕΜΕΝΗ  ΨΥΧΗ

 

σ’ αγάπησα

σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια

στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

 

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα

σε συγκεντρώσεις απεργών

σε διαδηλώσεις φοιτητών

στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας

 

είναι γραμμένο τ’ όνομά σου

στις προκηρύξεις που μοιράσαμε

στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε

και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

 

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,

η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου

η αγωνία μου σου ανήκει

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αναρχικά

 

***

 

 

11.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΧΑΛΙ

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
–αυτή είναι η φύση του–
που ελάχιστα κατέχουνε


υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε –ο καθένας– μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν
όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

Τόλης Νικηφόρου, Το μαγικό χαλί (1980)

 

 

***

  

12.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΜΠΑΛΟΝΙ

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα


κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα


μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς


κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά


μπορώ να διακρίνω μέσα του ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες


και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

Τόλης Νικηφόρου, Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

 

 

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΟΥΝΟ -ΛΙΔΑΚΗΣ & ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

 

13.ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΥΣ

 

Μικρές λιμνούλες σα γαλάζια μάτια

συνάντησα στο δρόμο προς τη δύση

άγγελοι παίζανε εκεί χωρίς ιμάτια

και μια νεράιδα τα μαλλιά της είχε λύσει.

 

Σύννεφα πορφυρά και χρυσαφένια

που ο άνεμος τα σκόρπιζε και πάλι

μαζεύονταν κι εμοιάζανε με χτένια

που στόλιζαν του ήλιου το κεφάλι.

 

Ταξίδεψα με ποιητές και μάγους

μαζί μας και πουλιά που τραγουδούσαν

με τα αθώα μάτια τους κοιτούσαν

και βλέπανε στην άκρη του πελάγους

άσπρη χαρά το κύμα να σκεπάζει

τη μοναξιά τη φτώχια το μαράζι.

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

***

 

14.Ο  ΜΑΓΙΚΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Υπάρχει ένας μαγικός κόσμος μέσα στον κόσμο,
και ένας μαγικός άνθρωπος μέσα σε κάθε άνθρωπο.


Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο
της μεγαλειώδους συσκευασίας,
όμως δεν βλέπει τα υπέροχα περιεχόμενα .


Αλλά αν δει τον μαγικό άνθρωπο μέσα του
τότε ο μαγικός άνθρωπος βλέπει τον μαγικό κόσμο.


Δεν είναι ανύπαρκτος ούτε αόρατος.
Είναι υπαρκτός και ορατός,
Άμα ξέρεις ότι υπάρχει
Και αν ξέρεις να τον βλέπεις…

 

Herman Hesse, «Ο λύκος της στέπας»

 

https://simpleman-theskyisthelimit.blogspot.com/2013/03/blog-post_13.html

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (245ο): «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»…

*Διονύσης Σαββόπουλος – Το τραγούδι του χειμώνα

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

 

Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια 

τι τέλεια που μαραθήκαν 

κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους 

με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού 

χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια 

γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό 

δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό 

κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα 

αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή 

απελπισμένη 

μοιράζοντας τις ομπρέλλες της 

τα κάστανα θα τη ζηλεύουν 

και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές 

θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι 

αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια 

αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές 

αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι 

κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι 

για τις φτωχές καρδιές 

 

(«Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971», εκδ. Κέδρος, 1977)

 

 

 

-Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Ο χειμώνας περίλαμπρος»

Ο χειμώνας περίλαμπρος
Απλώνεται εδώ χάμου
Σαν ένα σώμα που ξεχειλίζει από άστρα
Σα μια λάμπα που φωτίζει
Ολοσκότεινους δρόμους όπου γυαλίζουν
Αποτυπώματα παγωμένα

 

Όλα κρυστάλλινα λαμποκοπούν
Όλα περίτρομα φτερουγίζουν
Κι απομένει πάνω στους ώμους μας
Ένας μανδύας από χιόνι
Κι απομένει πάνω στα χείλη μας
Μια λάμψη φιλντισένια

(Πηγή: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης)

 

*ΠΥΞ ΛΑΞ – Η εικόνα του χειμώνα

 

-Ορέστης Αλεξάκης, «Χειμών δριμύς επέρχεται»

τοπίο γυμνό

πετρώδες

κάνει κρύο

φυσάει βοριάς

αόρατη γυναίκα

θα ξεπαγιάσεις έτσι

ψιθυρίζει

χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου

μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις

φωτιά για τους νεκρούς.

Κοιτάζω γύρω

δέντρο κανένα μόνο

μαύρες πέτρες

και πού κλαδιά και πώς

φωτιά ν’ ανάψω

κι ο τόπος σκοτεινιάζει και

κρυώνω

κλείνω τα μάτια βλέπω

περιστέρια

κι ακούω φωνές και γέλια και

σαλεύουν

πολύφυλλα κλαδιά στο μέτωπό μου

και λάμπει διάφανο στο φως

και λάμνει

σε βαθύ σκιά νερά γυμνό κορίτσι

κι αγέρας χλιαρός αναστατώνει

τ’ αρσενικά μου κύτταρα

κι ακούω

φιλιά κι ανάσες και

καλός ο πόθος

καλό το δάκρυ το

φιλί κι η σάρκα

και πιο βαθιά δεν έχει ο κόσμος λένε

κι η βάρκα με λικνίζει και

ποιος είμαι

και πού πηγαίνω σκέφτομαι

και σβήνει

το φωτεινό κορίτσι και

κρυώνω

και να `μαι πάλι κουρελής και μόνος

οδοιπορώντας έρημα τοπία

κι αόρατη γυναίκα ψιθυρίζει

χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου

μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις

φωτιά για τους νεκρούς

που ξεπαγιάζουν.

 

(Από τη συλλογή «Ο ληξίαρχος», εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, 1989)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χειμώνας 1942»

Ξημέρωσεν o δείχτης πάλι Κυριακή.

Εφτά μέρες
η μία πάνω απ’ την άλλη
δεμένες
ολόιδιες
σα χάντρες κατάμαυρες
κομπολογιών του Σεμιναρίου.

Μία, τέσσερις, πενηνταδυό.
Έξι μέρες όλες για μία
έξι μέρες αναμονή
έξι μέρες σκέψη
για μία μέρα
μόνο για μία μέρα
μόνο για μίαν ώρα
απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
ταυτισμένες
χωρίς συνείδηση
προσπαθώντας μία λάμψη
σε φόντο σελίδων
με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
ίσως μόνο μίαν ώρα
λίγες στιγμές
το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
πάλι μίαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό.
 

Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
ένα κίτρινο χιονόνερο.

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Κ. Παλαμάς, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

Τα πάντα κρύα και μαύρα και δαρμένα,

γέρο χειμώνα, σέρνεσαι και κλαις.

Μα να! βουβά τραγούδια οι μενεξέδες,

ανθούνε γαληνές οι μυγδαλιές.

 

Γοργόνειρο η ζωή σας, μενεξέδες,

η πνοή σας αθάνατο νερό.

Μυγδαλιές, θα σας κάψει τ’ αγριοκαίρι,

το γέλιο σας δροσάτο, ευγενικό.

 

Παρηγορείστε τους δυστυχισμένους,

μπάλσαμο ελάτε στις λαβωματιές,

βουβά, βαθιά τραγούδια, ω μενεξέδες,

νυφούλες γαληνές, ω μυγδαλιές.

 

(http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/12/blog-post_1.html)

 

*Διονύσης Σαββόπουλος – Το χειμώνα ετούτο

 

-Μυρτιώτισσα, «Χειμώνας» 

Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι…
Χλώμιασ’ η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε, όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν,

τη συνοδεία τη νεκρική θ’ ακολουθήσω πάλι
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ’ τη γη τους βάνουν
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ’ αλλόφρονο κεφάλι.

Ω! Πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρά μου,

Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π’ αγάπησα, μ’αφήσει…
Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου,
σα θα ‘ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!

 

(http://stigmalogou.blogspot.com/2018/12/blog-post_3.html)

 

 

 

 

 

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ»

Α

Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ

για το φτωχό μυαλό που είδε το τέλος·

τα λιγοστά λαμπυρίσματα.

Φύλλα που στροβιλίζουνται με γλάρους

αγριεμένους με το χειμώνα.

 

Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος

οι χορευτές έγιναν δέντρα

ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δέντρα.

 Β’

Καίγουνται τ’ άσπρα φύκια

Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα

σχήματα που άλλοτε χορεύαν

μαρμαρωμένες φλόγες.

Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο. 

Γ’

Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει

με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες

και τηλεσκόπια που μεγαλώναν πράγματα—

καλύτερα να μέναν μακριά.

Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;

Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε

μπορεί δεν έσβησε ακόμη

με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν τριαντάφυλλο

και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού.

Δ’

Είπες εδώ και χρόνια:

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».

Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς

στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου

ακόμη κι όταν σε ποντίζουν

στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο

έχει τριφτεί και δεν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη

την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου

για να την ανοίξει στο φως.

Ε’

Ποιός βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;

Μείναμε στο βυθό.

Τρέχει το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας

λυγίζει τ’ άναρθρα καλάμια·

 

οι φωνές

κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια

και τα πετάνε τα παιδιά.

ΣΤ’

Μικρή πνοή κι άλλη πνοή, σπιλιάδα

καθώς αφήνεις το βιβλίο

και σκίζεις άχρηστα χαρτιά των περασμένων

ή σκύβεις να κοιτάξεις στο λιβάδι

αγέρωχους κενταύρους που καλπάζουν

ή άγουρες αμαζόνες ιδρωμένες

σ’ όλα τ’ αυλάκια του κορμιού

που έχουν αγώνα το άλμα και την πάλη.

 

Αναστάσιμες σπιλιάδες μιαν αυγή

που νόμισες πως βγήκε ο ήλιος

Ζ

Τη φλόγα τη γιατρεύει η φλόγα

όχι με των στιγμών το στάλαγμα

αλλά μια λάμψη, μονομιάς·

όπως ο πόθος που έσμιξε τον άλλο πόθο

κι απόμειναν καθηλωμένοι

ή όπως

ρυθμός της μουσικής που μένει

εκεί στο κέντρο σαν άγαλμα

αμετάθετος.

Δεν είναι πέρασμα τούτη η ανάσα

οιακισμός κεραυνού.

(Γιώργος Σεφέρης, «Ποιήματα», Ίκαρος)

 

 

 

 

-Λάμπρος Πορφύρας , «Χειμωνιάτικα δέντρα»

 

Tα σκοτεινά φυλλώματα στα πεύκα αργοσαλεύουν,

σα ρασοφόροι στο βουνό που μάχονται ν’ ανέβουν,

κι ο θλιβερός τους ο ψαλμός στ’ άδεια βογγάει λαγκάδια

σα μουσικός αντίλαλος από βαθιά πηγάδια.

 

Mαζί τους κάτι ολόγυμνα κλαριά δεν αποσταίνουν

τρελλά μια χειμωνιάτικη καμπάνα να σημαίνουν,

όπου τα γέρνει ο άνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως

απ’ το βουβό τους σήμαντρο ποτέ να βγαίνει ο ήχος.

 

Kαι στον καθρέφτη του νερού, που σαν την καταχνιά,

κάποτε -τ’ ανοιξιάτικο το λέει το παραμύθι-

τον κήπο της Nεράιδας εστρώναν τα κλωνιά

τίποτε τώρα στα θολά δεν απομένει βύθη.

 

Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε

τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν μαδούν οι ιτιές,

τον κήπο της Nεράιδας σβημένο νοσταλγούνε

και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,

 

Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,

ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά

τα ίδια τα κινήματα, τ’ αργά κι απελπισμένα,

που ‘χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

 

(http://poihtikostayrodromi.blogspot.com/2016/12/blog-post.html)

 

 

 

Μήτσου Παπανικολάου, «Χειμώνας»

Μη με προσμένει πια να ‘ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.

Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.

Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.

Κι έτσι στην κρύα τη σκοτεινιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ρόδα τ’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
η μοίρα μας κι οι ξένοι.

(http://piotermilonas.blogspot.com/2013/11/blog-post_1361.html)

 

*Φταινε οι νυχτες του χειμωνα-Δημητρης Μητροπανος

 

-Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, «Πουλάκι του χειμώνα»

Μες στο κρύο, έξω απ’ το σπίτι,
ξένο πέταξε σπουργίτι.
Φύλλο, σπόρος πουθενά,
πώς κρυώνει και πεινά!

Το παράθυρο θ’ ανοίξω
δυο σπυράκια να του ρίξω.
–Έλα μέσα δω, πουλί,
ζεστασιά θα βρεις πολλή.

Δεν ακούει, μόνο τσιμπάει
δυο σπυράκια και πετάει.
–Ταξιδιάρικο πουλί,
πέταξε, ώρα σου καλή.

(https://www.elniplex.com/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82/)

 

 

 

-Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, «Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας»

Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας
χωρίς τραγούδια και πουλιά,
στα σύννεφα τρυπώνει ο ήλιος
και το φεγγάρι στην ομίχλη,
τα φύλλα τα χλωμά ένα ένα ρίχνει
στη γη η κληματαριά.

Μουχρώσαν τα βουνά και οι κάμποι,
τα στενορύμια και οι αυλές,
αμίλητα στοιχειά τα δέντρα
στέκουνε ολόρθα στη βροχή
στέκουνε ολόρθα στους ανέμους,
στοιχειώσανε τα μονοπάτια
κι ερήμαξαν οι ακρογιαλιές.

Φεύγουνε οι μέρες του χειμώνα,
σαν ταξιδιάρικα πουλιά,
θα βγει απ’ τα σύννεφα κι ο ήλιος
κι απ’ την ομίχλη το φεγγάρι,
πράσινα φύλλα θα βλαστήσουν
και πάλι στις κληματαριές,
τα μονοπάτια θα ξυπνήσουν,
θα ζωντανέψουν τ’ ακρογιάλια,
θα λουλουδίσουν τα μπαλκόνια,
θα λουλουδίσουν τα κλαδιά,
και θά ’ρθουνε τα χελιδόνια.

(Από το Aνθολόγιο Δημοτικού, β’ μέρος, ΟΕΔΒ, 1975, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων)

 

 

 

-Γ. Σουρής, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

 

Καλώς τα πρωτοβρόχια, καλώς τον τον χειμώνα

Με τις βροντές, το κρύο, το χιόνι, τη βροχή,

Θε να τραβούμε ύπνο, που θα πηγαίνει γόνα,

Χωρίς κοριός ή ψύλλος να μας ανησυχεί.

Αντίο, καλοκαίρι και σκόνη βρωμερή…

Πλακώνει ο χειμώνας με φόρεμα βαρύ.

 

Τι όμορφα που είναι να βρέχει, να χιονίζει,

Και συ εις το κρεβάτι κατακουκουλωμένος

Ν’ ακούεις  τον αέρα τον κρύο να σφυρίζει,

Και μάλιστα να είσαι κι απογυναικωμένος.

Ω! συγχωρήσατέ με, κυρίες ευγενείς,

Και την αδιαντροπιά μου δεν πέρασε κανείς.

 

Αλλά θαρρώ πως τούτο και σεις το λαχταράτε, 

Κι αν το γλυκό σας στόμα ποτέ δεν το προφέρει,

Πιστεύω τον χειμώνα πως όλες αγαπάτε

Με πιο ζεστή αγάπη από το καλοκαίρι.

Μα μη, σεμνές κυρίες, εντρέπεσθε και τόσο,

Και τα χρηστά σας ήθη εγώ δεν θα λερώσω.

 

Πρέπει να λέμε κάτι για να περνά η ώρα,

Μας φθάνει τόση λίμα για την πολιτική.

Το μέλλον της πατρίδος πάει εμπρός, και τώρα

Ας κάμουμε κουβέντα διαφορετική.

Ας πούμε για το κρύο και άλλα εξυπνάδες,

Κι ας κάμουμε, κυρίες, και λίγους χωρατάδες.

 

Μας φθάνει πια η τόσο μεγάλη σοβαρότης,

Είναι καιρός να πούμε και λίγα χωρατά.

Ωσάν πουλί διαβαίνει η ομορφιά της νιότης,

Και τότε εις το στρώμα ο έρως δεν πετά.

Μας φθάνει του πολέμου το τόσο νταραβέρι,

Δεν έχουμε πια φόβο, τα πήραμε τα μέρη.

 

Δεν θα ‘χουμε και πάλι καμιά επιστρατεία,

Κανείς δεν θα φοβάται να γίνει στρατιώτης,

Θα ησυχάσει ο Βλάχος και η διπλωματία,

Και θα ‘ρθουμε στα νιάτα της λεβεντιάς της πρώτης.

Λίγο κρασί ή μπύρα, κανένα γλυκό μάτι,

καμία εσπερίδα, και έπειτα… κρεβάτι

 

Ψυχή μου τι ωραία!.. να! να! ακούω μπρος μου

Τους φίλους επιστράτους με νέα ρεδιγκότα

Στις Λαύρες τους να λένε «ψυχή μου, ήλιε, φως μου»

Ακέραιοι και σώοι κι αφράτοι καθώς πρώτα.

Εις το κορμί δεν έχει κανείς λαβωματιά,

Μα έχει λαύρα μέσα και φλόγα στη ματιά.

 

Πηδούν και τρέχουν όλοι γι’ αγάπη διψασμένοι,

Και μες στη μυρωδάτη κοπέλας αγκαλιά

Τις ώρες του πολέμου θυμούνται οι καημένοι,

Και σβήνουν τη φωτιά τους με χάδια και φιλιά.

Τον πόλεμο, το κράνος, τον σάκο βλαστημούν,

Και δως του μ’ ένα κι άλλο φουστάνι πολεμούν.

 

Ειρήνη κι ησυχία, με κάστανα, με μήλα,

Με τσάι, μ’ εσπερίδες, με πιάνα, με χορούς…

Πιο γρήγορα, λεβέντη χειμώνα, κατρακύλα,

Και δεν θε να μας εύρεις σας πέρσι σοβαρούς.

Τουφέκι πια δεν έχει σε τούτο τον καιρό,

Μόνο κρασί, γυναίκα, μεθύσι και χορό.

 

………………………………………………….

 

Δεν θέμε πολεμάρχους να έχουμε κοντά μας,

Εμείς ζητούμε ανθρώπους ήσυχους και γλεντζέδες,

Να μη μας ξεκουφαίνουν με πόλεμο τ’ αυτιά μας,

Και να μας λεν τραγούδια ειρήνης κι αμανέδες.

Εφέτος ησυχία, ύπνος βαρύς, γαλήνη,

Κι ο Μπούμπουλης, αν θέλει, πολεμικός ας μείνει.

(http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/12/blog-post_1.html)

 

 

 

-Πες το με ποίηση (244ο): «ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ-ΠΑΙΖΩ»

Γιώργος Μαρίνος – Παιδικά παιχνίδια

 

 

 

  1. ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ Ι

Ένα παιδί προσγειώνεται στο καμπαναριό της μητρόπολης
κι αρχίζει να παίζει με του ρολογιού τους δείχτες
ακουμπάει πάνω τους εμποδίζοντάς τους να προχωρήσουν
και ως διά μαγείας οι περαστικοί μένουνε πετρωμένοι
σε στάσεις όπως:


με το ’να πόδι στον αέρα
κοιτώντας πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ., κτλ.


Ύστερα αρπάει τους δείχτες και τους γυρνάει ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά — τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν — σταματούν απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ τους δείχτες.


Ένα ζευγάρι παντρεύεται — και κάνει παιδιά και χωρίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά — πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.

Νικανόρ Πάρρα (Χιλή, γενν. 1914), μετ. Αργύρης Χιόνης. Ξένη ποίηση του εικοστού αιώνα, της Μαρίας Λαϊνά.

 

***

 

  1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
    Ι
    «Μέσα μου κουλουριάζεται
    φωλιάζει ο θάνατος οικείος
    Είναι ένας ήμερος, οικόσιτος αίλουρος μαύρος
    Τυφλός με το φως της ημέρας
    κουφός στους ξένους, διαπεραστικούς θορύβους
    Πάνω στο στέρνο μου ήρεμα ονειρεύεται
    τα όνειρα τα δικά μου. Μηρυκάζει
    μακάρια όταν εγώ καπνίζω
    τυλιγμένος στους καπνούς της λήθης.
    Ξυπνά με το σκοτάδι, ανοίγει ορθάνοιχτα
    τα μάτια τα μεσάνυχτα

    – χρυσά και μαύρα –
    Αρχίζει το τρελό παιχνίδι, το τρελό κυνήγι
    μ’
    ’ όλους τους μικρούς μου φόβους. Διασκεδάζει
    στήνοντάς τους καρτέρι, σε μέρη ξεμοναχιασμένα
    που ο ίσκιος του φανταστικά μεγαλωμένος
    τα στοιχειώνει.
    Κρύβει τα δέκα τροχισμένα νύχια του από αχάτη
    λεία, μέσα στις βελουδένιες θήκες τους.
    Και γυροφέρνει όλη τη νύχτα μέσα κι έξω
    με πατήματα βαμβάκι, ακολουθώντας
    άγνωστα ίχνη, νήματα αδιόρατα
    …Έξω, το ανεξερεύνητο βάθος του κήπου
    Νυχτερινό τοπίο, μεταλλική σελήνη
    με τον τροχό του ρολογιού σταματημένο
    σε διφορούμενη ώρα

    …
    Και κει στ’
    ’ ακίνητο νερό σκυμμένος
    μες στον αφώτιστο κύκλο της στέρνας
    καραδοκεί τη λεία του που ξεγλιστράει
    – ψάρι με μαύρα και χρυσά πτερύγια
    –ΙΙ

    Τελειώνει το παιχνίδι
    Το σκηνικό κι ο φωτισμός αλλάζουν
    Κάποιος κοιτάζει απ’

    ’ τ’’ ανοιχτό παράθυρό του
    καθώς αρχίζει λίγο-λίγο να χαράζει
    Ξεθωριάζουν όλα. Άφαντο το φεγγάρι
    Μένει μονάχα το χαμόγελό του
    σαν φέγγος διάχυτο που περιρρέει τα πάντα».
     

Μελισσάνθη, Τα νέα ποιήματα (1974-1984)

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Κι όμως την είχα κάποτε κερδίσει.

Έπειτα τι έγινε δεν το πολυκατάλαβα-

μέσα σε λίγες μέρες, λίγες ώρες

αντιστραφήκαν όλα.

 

Έφταιγε η μέθη μου για το βέβαιο κέρδος;

Ήταν πιο δυνατή εκείνη η παρουσία;

Ήτανε η ψυχή της που άλλαξε;

 

(Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου,

το γράφουν πια κι οι λαϊκοί ημεροδείχτες).

Δύσκολο να το παραδεχτώ.

Άλλωστε την είχα κάποτε κερδίσει.

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Παιδικό παιχνίδι – Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

 

 

  1. ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΤέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
    Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
    Όπου άφαντο το στομάχι
    Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
    Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
    Πάει και το μέτωπο

    Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
    Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
    Πάει κι η καρδιά
    Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
    Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
    Παν και τα γόνατα
    Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
    Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
    Μην τα ρωτάς

    Βάσκο Πόπα (1922-1991) Μετ. Έλλη Σκοπετέα 1954  (Ο αγρυπνόκαμπος), Κέδρος, 1979

 

***

 

5. ΤΑΝΚΑ 30

Θα πάθεις πάλι

με ποίηση παίζοντας˙

είν’ σαν φάρμακο:

πρέπει δόση να ξέρεις,

στη γιατρειά από φαρμάκι.

 

Δημήτρης Αντωνίου

 

***

 

6. ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ  ΣΙΚΕ


Θέλω να πω η ζωή σου έγινε πια σαν ένα παιχνίδι σικέ.

Σηκώθηκες χαράματα, να πούμε, όλος λαχτάρα,
κι έπιασες μια γωνιά μες στο μεγάλο γήπεδο.

Πλήθος
πηχτό εκεί, χαλασμός, στοιχήματα εκατομμυρίων,
φωτορεπόρτερς, συνεργεία τηλεοράσεως.
Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα για την πυγμαχία:
θα χτυπηθούν ο Τζόε Λιούις, ο δυναμίτης,
με το καινούριο αστέρι, τον άσπρο πάνθηρα, Τόνυ Φερνάντο∙
και το ακλόνητο, το μέγα φαβορί, είναι ο Λιούις,
όλοι ποντάρουνε σ’ αυτόν∙ βάζεις
όλο το βιος σου για μια νίκη του, ό,τι
σιγά σιγά, με τον ιδρώτα σου έφτιαξες σε τόσα χρόνια,
κι όμως κερδίζει ο άσημος Φερνάντο ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά,
κι έξω μαθαίνει έκπληκτος τις φήμες ότι τάχα
ο αγώνας ήτανε σικέ, το αποτέλεσμα
συμφωνημένο εκ των προτέρων, για να σου κλέψουν
τα λεφτά σου, να σ’ εξαπατήσουν.

Κι οι φήμες γίνονται σε λίγες ώρες βεβαιότητα,
όλοι το ξέρουν πια, κανείς δεν αμφιβάλλει –
ήταν βρωμοδουλειά των μάνατζερ,
των σκοτεινών παρασκηνίων της πυγμαχίας.

Ευαγγέλου Ανέστης , Αφαίμαξη ’66-’70 (1971)

 

***

 

  1. ΒΑΘΜΙΔΕΣ


λα κοστίζουν να παίξιμο.


Πάρε μαζί σου τ
ν ρωτα κ᾿ κενα τ νειρα
λα στν κάτω γειτονι κα πές: Κορόνα γράμματα
κε πο χάνεται ψυχ ν βυθιστες.


Θέλω ν
᾿ κούσεις τ μεγάλο μυστικ
γι
πάντα πέφτει καρπς π᾿ τ δέντρο.


ντούτοις κε πο χάνεται δρόμος
ν
τραβήξεις.


,τι ν σ καλέσει
δ
ν εναι γι πιστροφ
τ
δάκρυα κι πόνος κοφτερς
ε
ναι μέσ᾿ στ παιχνίδι.


ποιες φωνς κούσεις μ σ παρασύρουν
σφάξε τ
μι μορφι ν πιε τ αμα λλη.


Κορόνα γράμματα ν
παίξεις
τ
ς ρες κα τ χρόνια
μόνος με τ
ν ρημο ντίπαλο.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

***

8. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΕΙΤΑΝ  ΤΟΥΤΟ

 

Το παιχνίδι είταν τούτο:

Ήθελε ν’ αγαπήσει μια γυναίκα

αφήνοντάς της την ελευθερία·

 

μια γυναίκα που ειλικρινά από μέσα της

από δική της έμπνευση

να θεωρούσε την ελευθερία πρώτο αγαθό στον άνθρωπο

και τέτοια γυναίκα δεν έβρισκε.

 

Στους κάμπους διάλεγε μαργαρίτες, και τους έδινε ονόματα γυναικών.

Εσκέπαζε με την ανάσα του τους κάμπους.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

***

 

  1. ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Ποιος το ‘λεγε ποτέ να ‘ρθει
κι η προδοσία ;
Είχα κρατήσει μια ξανθή
Σου παρουσία.

Ήτανε τ’ όνειρο βαθύ
στη φαντασία
και το σπαθί με το σπαθί
σε συνουσία.

Μα, από τους όρκους, συλλαβή
δεν απομένει,
όλοι τους ήτανε βουβοί

κι όχι ειπωμένοι.
Αγάπη, αγάπη μου ακριβή
κι ερειπωμένη …

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

***

10. ΤΟ  ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Παιδί κρύφτηκα μέσα στή ντουλάπα παίζοντας
-δέν θά μέ βρες, δέν θά μέ βρες-
στερα πίσω πό τίς λέξεις, πίσω πό τήν μνήμη
μέσα στά μάτια σου
πίσω
πό τό παιδί μου, πό μιά προσωπίδα
χι πιά παιζογελντας, χι
μά
πεγνωσμένα, τρομαγμένα κλαίγοντας


κρύφτηκα στήν
λλοίωση, στήν λλοτρίωσή μου
μαζεύτηκα μέσα μου
κι
τανε πάλι σκοτεινά πως στή ντουλάπα
κι
τρεμα πως να ζο δαρμένο
λαφιασμένο

Στό τέλος βέβαια
το νήλεο Χέρι μ’ συρε ξω
ξω π’ λα
κι
λα
«
χασες» μο ‘πανε μέ μιά φωνή
φωνή πικρή το
τέλους
κι ο
τε πού πρόφτασα να π γιατί καί πς
καί ποιός
ποιός τέλος πάντων
τανε
σ’ α
τό τό ποτρόπαιο παιχνίδι κερδισμένος.


Λένα Παππά – Σκιοτραφ
και φωτόφιλα, Άπαντα Β’ τομ. σελ. 461.

 

***

  1. ΦΕΥΓΑΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

Θέλεις να παίξουμε;

Φεύγα, βιάζομαι να σε αγγίξω,

θα σε κλείσω φυλακή.

 

Τρέχω ευθεία να σε πιάσω στην εκκίνησή σου,

μα εσύ διαγράφεις κύκλους κυνηγώντας τη σκιά σου.

Φτου ξελευτερία!

Εσύ έπαιζες αμπάριζα μα εγώ έπαιζα «φεύγα».

 

Μαρία Πάλμου

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Όλοι θεωρήσαμε το παιχνίδι αυτό βολικό

το παιχνίδι της ομίχλης το απόγευμα

την ώρα που κοιτάζαμε φθαρμένα τοπία

με τις ελάχιστες υποσχέσεις ή τις πολλές

μόνο για τους επιτήδειους των μυστικών.

 

Το θεωρήσαμε βολικό

ίσως γιατί μας τυφλώνει:

τις εκδρομές εκείνες στην Πάρνηθα και στο Μαραθώνα

δεν τις συλλογιζόμαστε με τα μάτια·

μόνο με το νου.

 

Αυτά τα παιδιά στην πλατεία

μου θύμισαν και πάλι την παλίρροια

των πόθων, μπορεί και των φίλων

που δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα.

Είχε δίκιο εκείνος ο άνθρωπος·

«οι δρόμοι είναι παγίδες» είπε

κι έδειξε μιαν άδεια καρέκλα στο βάθος του μαγαζιού.

 

Το θεωρήσαμε βολικό χωρίς να το πιστεύουμε:

όταν πλησιάζεις τις μορφές απομακρύνεσαι

θέλω να πω διστάζεις να ξεδιπλωθείς

να σπάσεις τα παγόβουνα που διογκώνονται

από ακατανόητες συμπτώσεις.

 

Τώρα καταλαβαίνω τη μελαγχολία του καλλιτέχνη

που εκτίθεται στο κοινό

την ανασφάλεια της πρώτης αγάπης

τα κόκκινα φώτα στα φανάρια και στα υπόγεια.

Η ομίχλη πλαισιώνει τις σκιές στις αποβάθρες

των λιμανιών·

εμάς η λήθη.

 

Γιώργος Γκανέλης,  » Ανάπηροι Δρομείς », Στοχαστής, 2012

 

 

 

  1. ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ!

Δ χάσαμε μόνο τν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στ μέθη το παιχνιδιο σς δώσαμε κα τς γυνακες μας
Τ πι κριβ νθύμια πο μέσα στν κάσα κρύβαμε
Στ τέλος τ διο τ σπίτι μας μ λα τ πάρχοντα.

Νύχτες τέλειωτες παίζαμε, μακρι π᾿ τ φς τς μέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τ φύλλα το μεροδείχτη
Δ βγάλαμε ποτ καλ χαρτί, χάναμε· χάναμε λοένα
Πς θ φύγουμε τώρα; πο θ πμε; ποις θ μς δεχτε;

Δστε μας πίσω τ χρόνια μας δστε μας πίσω τ χαρτιά μας
Κλέφτες!

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Πες το με ποίηση (243ο): «Παλιό»…

*«Δρόμοι παλιοί»- Μαργαρίτα Zορμπαλά

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Σ’ ένα βιβλίο παληό»

Σ’ ένα βιβλίο παληό — περίπου εκατό ετών —
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλην μάλλον ήρμοζε, «—του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς — με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
και τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Σε παλιό συμφοιτητή»

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

[πηγή: Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, Ερμής, Αθήνα, 2004]

 

 

*Δ. Σαββόπουλος, «Οι παλιοί μα φίλοι»

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ»

Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Ιωάννης Πολέμης, «Το παλιὸ βιολί»

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη,
για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρα απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθη ο δύστυχος πως ν` αναστενάζη.

Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.

(https://www.sansimera.gr/anthology/647)

 

*Γιάννης Καλατζής ~ Το παλιό ρολόι

 

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ»

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί
Βρομούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεότερη εφεύρεση
Και τα ουρλιαχτά από τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους
Συνθέτανε την πιο μοντέρνα μουσική.
Παντού μπορούσες να δεις τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς
το Νέο πλησίαζε την πρωτεύουσα.
Ολόγυρα στέκανε όσοι εμπνέονταν από τον τρόμο, κραυγάζοντας:
Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Κι αυτοί που ακούγανε, τίποτα άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους,
Μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,
Και έφερε αλυσοδεμένο μαζί του το Νέο να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του.
Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες τη νύχτα,
μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό.
Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο,
γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Πιο εύκολα θα ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Από τη συλλογή Ποιήματα του Σβέντμποργκ)

 

 

 

-Κώστα Ουράνη, «Koρίτσια του παλιού καιρού…»

Κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη:
μορφές, μέσα στη μνήμη μου, χιμαιρικές κι ωραίες,
σα ρόδινες σ’ ακίνητα βάλτων νερά νυμφαίες,
— τον τόπο αφότου αφήσατε, τί να ‘χετε απογίνει,
κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη;

Ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα,
ω σεις που με μαγεύατε, παιδί, στην επαρχία,
όπως μαγεύουν έναστρης νυχτιάς την ησυχία
γλυκιές φωνές που τραγουδάν τραγούδια ευτυχισμένα,
ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα;

Σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια,
ούτ’ ένα μήνυμα από σας δεν ήρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τα σπίτια σας — κι απ’ τα ψηλά μπαλκόνια
μόνες οι γριές οι βάγιες σας κοιτάνε προς τα βράδια:
σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια…

[πηγή: Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»]

 

*Είναι παλιό το λιμάνι – Άλκηστις Πρωτοψάλτη

 

-Χλόη Κουτσουμπέλη, «Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου»

 

Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο

έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην και-

νούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαρι-

στά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα,

χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε

μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα

τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε

αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε

πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή

ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη

κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.

[ http://www.andro.gr/empneusi/poems-boat/ ]

 

 

 

-Λένα Παππά, «Παλιά καλοκαίρια»

 

Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια

ανάβουνε βλέμματα αλλότινα

θροίζουν αγγίγματα
Τίποτα, τίποτα δεν χάθηκε στ΄ αλήθεια

όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ
Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές

στις θημωνιές της μνήμης

πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης
κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί

η μνήμη τρέφει το παρόν

το παρελθόν μας δικαιώνοντας
γιατί ότι υπήρξε μια φορά

δεν γίνεται να πάψει να εχει υπάρξει

(http://theologoud.blogspot.com/2008/11/blog-post_20.html)

 

*ΠΥΞ ΛΑΞ – Οι Παλιές Αγάπες Πάνε Στον Παράδεισο

 

-Ρόμπερτ Μπερνς, «Στις παλιές στιγμές»

 

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

απ’ το μυαλό του χθες;

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

κι οι παλιές στιγμές;

Στις παλιές στιγμές, φίλε μου,

στις παλιές στιγμές,

άλλη μια κούπα σεβασμού

στις παλιές στιγμές.

Κι η κούπα σου θα ύψωθεί !

κι η δική μου όπως και χθες !

Άλλη μια κούπα σεβασμού,

στις παλιές στιγμές.

Πάρε το χέρι φίλε μου!

Δως το δικό σ’ αν θες!

για μια φιλία καλή γουλιά,

στις παλιές στιγμές…

(http://www.mixanitouxronou.gr/xechniounte-i-palii-gnosti-ki-i-palies-stigmes-o-ethnikos-piitis-tis-skotias-pou-egrapse-ta-kalitera-tou-piimata-gia-na-glitosi-apo-tous-danistes/)

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής»

(αποσπάσματα)

Μαζεύτηκαν τα σύγνεφα στη δύση. Δεν είναι κόκκινα μήτε χρυσά.
Ένα χρώμα θαμπό μελιτζανί. Κ’ οι φωνές των παιδιών
πολύ μακρινές σα χαλασμένες φυσαρμόνικες
μέσα σε κάμαρες κλεισμένες όταν λείπει η μητέρα σε βεγγέρα
με κείνο το μωβ φόρεμα και τα μωβ μάτια
δυό μακρινά λιμάνια δίχως καΐκια. Συγνέφιασε πολύ.
Μην αργήσεις, μητέρα, θα βρέξει. Κ’ οι φωνές θα μείνουν μονάχες
σαν τ’ άδεια ποτήρια του νερού στο βραδινό τραπέζι,
τα ψίχουλα και τ’ άπλυτα πιάτα. Δε μπορώ. Κουράστηκα…

Απ’ τα προχτές μας το ’λεγε ο παππούς: θα βρέξει.
Κι ας έγραφε το μετεωρολογικό δελτίο: Καλοκαιρία
άνεμοι ασθενείς εις το Αιγαίον πέλαγος…
Μα αν ακούγαμε τον παππού (όλο βροχή και κρύο προμάντευε)
θα ’πρεπε να φοράμε διαρκώς τις μάλλινες φανέλες
το μάλλινο κασκόλ και το παλτό. Α, Θε μου…
Κι αν τύχαινε ποτές να κρυολογήσουμε:
«Δε στο ’λεγα – έλεγε ο παππούς στη μάνα μας –
να μην τ’ αφήνεις να γυρνούν χωρίς παλτό; Δε στο ’λεγα;»

 

…Γύρισε η μητέρα.
Ω, να, σκουπίζει τώρα τα παπούτσια της στο διάδρομο
κι ο ήχος της ομπρέλας της που κλείνει. Πέρασε η βροχή.
Μοσκοβολάει όλο το σπίτι μουσκεμένη ρίγανη και ζεσταμένες
κουβέρτες.

Η βροχή θα ’χει σαπουνίσει όλα τα φύλλα ένα – ένα
όπως η μητέρα μας σαπούνιζε τα χέρια μας σαν είμαστε μικρά
παιδιά –
τα φύλλα θα γυαλίζουν σαν τα μάτια των παιδιών. Πιότερο ακόμη.
Τα φύλλα πράσινα. Κ’ η θάλασσα γαλάζια. Μεγάλος που ’ναι ο
κόσμος…
Πάνω στη βέρα της μητέρας νύσταξε το φως.
Σηκώνουν τα μαχαιροπήρουνα και τα ποτήρια απ’ το τραπέζι.
Λίγα ψίχουλα σκόρπια. Οι πετσέτες σωριασμένες
σαν άσπρα πουλιά με σπασμένες φτερούγες.

Το πιάνο πάλι κ’ η μαζούρκα πιο προσεχτική.
Η σκόνη γλύστρησε απ’ τα φύλλα. Κ’ η βροχή
που φεύγει με το βήμα της παλιάς μαζούρκας
μακριά – μακριά στο αγαπημένο βράδι. Η μητέρα
που βγάζει τις φουρκέτες της αργά σα να βγάζει
τις πρόκες απ’ τους τοίχους σε μια κάμαρα που ξενοικιάστηκε
και μένει μόνη αμήχανη στο σκοτεινό ελευθερωμένο αέρα της.

Πρώτη σταγόνα της βροχής έξω στον τσίγκο. Πώς αργεί.
Ο θυρωρός της πλαϊνής πολυκατοικίας
θα κουβαλήσει την καρέκλα του απ’ το πεζοδρόμιο
και θα σταθεί σκυφτός με σταυρωμένα χέρια πίσω απ’ τη τζα-
μένια πόρτα

Καλή βροχή. Θ’ ανοίξει πέρα στους αγρούς μικρές λακκούβες
ίσαμε μια παλάμη για να σπείρει αγριοβιολέτες και κυκλάμινα
θα γεμίσει τις γούρνες του δάσους για να πιουν τα ελάφια
θα κρεμάσει στους βράχους μικρούς καθρέφτες μακρουλούς
να κοιταχτούν οι γλάροι και να δέσουν τις γραβάτες τους.
Ύστερα ο ουρανός θα ροδίζει χαμηλά κατά τους λόφους με τα
λιόδεντρα…

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2018/10/blog-post_24.html)

 

 

 

-ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ, «Ποιητές παλιοί…»

                        Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

(theodosisvolkof.blogspot.com, 2010)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (242ο): «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ»…

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ, ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

1.Κινηματογράφος ή cinema ή movies

Τα μυστικά του σινεμά
Είναι σαν της ποιήσεως τη μαγεία
Είναι σαν ποταμός που ρέει
Εικών εικών και άλλες εικόνες
Κ’ αίφνης – διακοπή
Cut! Cut! Coupez!
(Παρών και ο clackman κάθε τόσο)
Κ’ έπειτα πάλι ο ποταμός
Κ’ έπειτα πάλι εικόνες


Και ουδέποτε χάνεται ο ειρμός
Όχι στο νόημα μα στη μαγεία
Όσο και αν ρέουν τα καρέ
Βωβού ή ομιλούντος
Σαν ποταμός που ρέει
Ή σαν κορδέλα που εκτυλίσσεται
Φθάνει να ρέει η κάθε εικόνα
Με άκραν συνέπειαν στον εαυτόν της
Φθάνει να ζει πλήρη ζωή η κάθε μια


Τα μυστικά του σινεμά
Δεν είναι στο νόημα μα στην αλήθεια που έχουν
Τα ορατά οράματα κινούμενα μπροστά μας
Παράλογα ή λογικά


Τα μυστικά του σινεμά
Είναι και αυτά εικόνες.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αι γενεαί πάσαι ή η σήμερον ως αύριον και ως χθες.

 

***

 

  1. ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

Μόνη μου στό Σινέ Παλλάς

μ᾿ σένα πάντα πλάι μου νά λείπεις

νά καπνίζεις χαμογελώντας περιπαικτικά

στήν κάθε παγόρευση.

 

θάνατος μοιάζει νά μή σέ φορ

καθώς γλιστρς μέ μφιβολία

τ᾿ υλα δάχτυλά σου

στό δειο παγωμένο χέρι μου.

 

Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ χαμένος

μέσα στή ρεπούμπλικα

καί τή μακριά του καμπαρντίνα

τινάζει τίς στάχτες το τσιγάρου του

δίχως διόλου νά νοιάζεται κι κενος

πού δέν εναι ζωντανός.

 

Βρέχει στό ργο καί σύ βήχεις σταμάτητα.

θοποιός παράφορα τήν Μπέργκμαν γκαλιάζει

κι να ρίγος νάμικτο

τρόμου καί πόθου μέ διαπερν.

 

Σκύβεις, κάτι μο ψιθυρίζεις

μως δέν μπορ ν᾿ κούσω

τόσο πού δυναμώσανε τόν χο

καί θυμώνω πού διακρίνω

ξένες φωνές κι κμυστηρεύσεις λλων

κόμα καί τς θάλασσας τόν παφλασμό.

 

Τς θάλασσας πού εσβάλλει ρμητική

νά σέ διεκδικήσει πάλι.

 

Πς νά τή συγχωρήσω

πού δέν εναι κάν γαλάζια.

 

σπρόμαυρη ταινία καί ζωή

κάποιες φορές π᾿ τό λευκό

στό μαρο λισθαίνει

ριστικά.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

 

Τα θερινά σινεμά – Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

  1. ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

 

Ευγενικά ακουμπάμε δίπλα-δίπλα

γελάμε ή συγκινιόμαστε

ο διώκτης κι ο κυνηγημένος

ο βασανισμένος κι ο βασανιστής

ο εραστής κι ο σύζυγος.

 

 

Για δυο ώρες μοναχά μες το σκοτάδι

ήρεμοι, άγνωστοι και φιλικοί.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

***

 

  1. ΟΠΩΣ ΟΙ ΗΡΩΕΣ  ΤΩΝ  ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

 

Τον μάγευαν οι ήρωες των γουέστερν.

Ύστερα από περιπέτειες που είχε περάσει

Κι αυτός δεν ήθελε να τον αγγίζουν

Να τον αγαπούν, να τον θαυμάζουν,

Δεν ήθελε να είναι αντικείμενο

Ούτε των εντονότερων αισθήσεων,

Των πιο υψηλών συναισθημάτων.

 

Απαιτούσε ολομόναχος ν’ αποφασίζει

Πότε και ποιον προσωρινά θ’ αγγίξει

Θ’ αγαπήσει, θα θαυμάσει,

Απαιτούσε αυτός να δίνει τέλος

Σ’ ό,τι από μόνος του είχε αρχίσει.

 

Την ώρα που έφευγε

Κάτι αλλιώτικο προσπάθησε να πει

Όμως τα λόγια μείναν μέσα του

Κανένας τίποτα δεν άκουσε

Κανένας τίποτα δεν μπόρεσε να καταλάβει.

 

Τίτος Πατρίκιος, Η αντίσταση των γεγονότων

 

 

Νίκος Ζιώγαλας – Σαν σταρ του σινεμά

  1. ΣΙΝΕΦΙΛ


Απολαμβάνω
το δράμα της ζωής μου
απ’ τον εξώστη.

XAΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

 

***

\

  1. ΣΙΝΕΦΙΛ

 

Δεν είμαι πουθενά κανείς
κανείς δεν έμεινε να δει την προφητεία

φιλμ ασπρόμαυρο σκεπάζει την οθόνη
κινηματογράφος θερινός περασμένες δέκα
σινεφίλ σφυγμοί και λείπεις

απεγνωσμένα
να θέλω απ’ την αρχή να γράψει τέλος

τίποτα στη ζωή αθόρυβο
όλα συνομιλούν μες στη σιωπή

ψίθυροι, συλλαβές, φωνήματα
ανέκκλητα χαρίζονται
στην πιο έρημη πλευρά τους

κι η σιωπή σου απόψε επίκληση μνήμης
μνήμη της πάλης του θανάτου
κλέβει απ’ το τέλος το όνομα σου
και πάνω μου τρυφερά το αποθέτει

πού πάει η μνήμη όταν χάνεται;
σε ποιο ήρεμο λιμάνι επιστρέφει;

Έφη Καλογεροπούλου

 

 

***

 

  1. ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΙΜΣ  ΜΠΟΝΤ

    Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία
    «Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

    Στο πρώτο μέρος ο ήρωας
    κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται
    φοράει πολύχρωμα φουστάνια
    δεν του πολυπάνε
    μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί
    γυναίκες κλαίνε από χαρά


εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του
«Είμαι ο Μποντ»
όταν ανάψει διάλειμμα
μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς
μετά σβήνει το φως
στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί
εμείς είμαστε αθάνατοι
THE END.

Δευτέρα ξημερώματα
βάζει την άσπρη μπλούζα
σκίζει σε πρόχειρα πανιά
τη μαύρη οθόνη
μέχρι την άλλη Κυριακή
σκουπίζει το αίμα.


Γιάννης  Βαρβέρης,  Στα ξένα (2001)

 

Salvatore AdamoMon Cinema

 

  1. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

Κι έπειτα το βράδυ θα πάμε
Σινεμά

Ποιοι είναι αλήθεια Καλλιτέχνες
Δεν είναι πια όσοι καλλιεργούν τις Καλές Τέχνες
Δεν είναι όσοι θεραπεύουνε την Τέχνη
Τέχνη ποιητική ή μουσική
Καλλιτέχνες είναι μόνοι οι ηθοποιοί

Αν ήμασταν Καλλιτέχνες
Δεν θα λέγαμε σινεμά
Θα λέγαμε σινέ

Μα αν ήμασταν καθηγητές στην επαρχία
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Αλλά κινηματογράφος

Θεέ μου πρέπει να έχουμε κάποιο γούστο

Γκιγιόμ Απολινέρ, «Σαλτιμπάγκοι και άλλα ποιήματα», μτφρ. Χριστόφορος Λιοντάκης, Γαβριηλίδης 2007

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙ  ΤΟ  ΒΡΑΔΥ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί


έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ


ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει


και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί


το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος.

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Γιώργος Νταλάρας, Στο ίδιο έργο θεατές

 

  1. Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Θα φορώ το καινούργιο μου παλτό.
Θα φοράς το γαλάζιο σου πουκάμισο.


Θα παίζει την Καζαμπλάνκα
ή το Χιροσίμα αγάπη μου
θα το έχουμε ζήσει αυτό ξανά
στην Βιέννη αρχές του αιώνα
στην Κων/πολη σε έναν τεκέ
στην Βαρκελώνη μέσα στον εμφύλιο.


Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου
θα είναι απλώς ένα κομμάτι του
όπως ο ομφαλός
ή μία μοίρα.


Κι έτσι οι δυο μας
στην πηχτή σταγόνα της στιγμής
θα κολυμπήσουμε ο ένας μες στον άλλο.


Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί,
κοίτα θα πούμε
εκείνη την μέρα πήγαμε κινηματογράφο.

ΧΛΟΗ  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

 

***

 

  1. ΘΕΡΙΝΟΣ  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

 

Μας πήραν στο λαιμό τους δυο-τρία ονόματα

ηθοποιών* η όλη υπόθεση

απεδείχθη για κλάματα.

 

Μείναμε ωστόσο. Πού να πηγαίνεις

περασμένη πια η ώρα,

χάνοντας ίσως αποπάνω και τη δροσιά,

και τα εισιτήρια καλοπληρωμένα…

Αφρίσει-ξαφρίσει που λέει κι ο λαός.

Το πήραμε εξάλλου ελαφρά.

 

Ωραίο καλοκαιρινό βράδυ

με τον κόσμο να σμαριάζει χαρούμενος στα μπαλκόνια

και τα ουράνια πάνω μας

ανοιχτά.

 

Ξεχώριζαν κάτι αστέρια.

Από το ένα στο άλλο, χωρίς

να το καταλάβουμε καλά-καλά,

ανεπαισθήτως λοιπόν σχηματίσαμε

θαμπή στην ανταύγεια με μια νέα ομορφιά,

τη Μεγάλη Άρκτο ολόκληρη.

 

Όχι, δεν ήταν μια χαμένη

βραδιά η περιπλάνησή μας στο απρόοπτο

καλοκαιρινό σινεμά.

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (241ο): «Εύκολο – δύσκολο»…

*Φωτεινή Βελεσιώτου- Μια εύκολη γυναίκα

 

-«Aυτά που έρχονται κανείς ΕΥΚΟΛΑ  τα εικάζει·

είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.

Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει…»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 

-«Να ελπίζης-να ελπίζης πάντα-πως ανάμεσα εις τους

ανθρώπους

-που τους ρημάζει η τρομερή «ΕΥΚΟΛΙΑ»

– θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους

που τους διέπει καλοσύνηπόθος ευγένειαςηρεμία»

(Ν. Εγγονόπουλος)

 

 

 

-«…Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι ΕΥΚΟΛΑ νυστάζει η απώλεια της ζωής;…»

(Κική Δημουλά)

 

 

 

-«…Τρέμει μια έκρηξη
στα χέρια μου,
φλέγεται ότι και να κοιτάξω.
Σήμα κινδύνου οι κινήσεις μου
ΕΥΚΟΛΗ λεία για ενέδρες…»

(Ελένη Μαρινάκη)

 

 

 

-«…εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία
να μη με κατηγορήσουν για ΕΥΚΟΛΙΑ, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκκαλα
όμως είμαι άνθρωπος και γώ, επιτέλους κουράστηκα, πώς το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;…»

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

 

 

 

-«Κυρία, θα σε αγγίξω με τον νου μου.

Θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω

ώσπου να μου δώσεις

ξαφνικά ένα χαμόγελο, συνεσταλμένο άσεμνο

(κυρία θα σε

αγγίξω με τον νου μου.) Θα σε αγγίξω,

αυτό είναι όλο,

απαλά κι εσύ ολότελα θα γίνεις

με απέραντη ΕΥΚΟΛΙΑ

το ποίημα που δεν θα γράψω.»

(e. e. Cummings)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, «ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ»

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δώ την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο ΕΥΚΟΛΟ
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Eίναι ΕΥΚΟΛΙΑ αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Tο πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

(από τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης, 1994)

 

 

 

 

-Πεζό ποίημα: «Δεν είναι εύκολη η αγάπη»

Από το Στερητικό Ε

Με την καρδιά στη μύτη του μολυβιού γράφω πάνω στ’ άσπρο χαρτί τις λέξεις, τις καταδικές μου. Σελίδες γεμίζω με την ελπίδα. Λες και οι λέξεις μπορούν όλα να τα λύσουν. Ν’ απαντήσουν σ’ όλα.

Μέρες κενές και νύχτες άγρυπνες. Τι θα γίνει μετά; Ποιος απαντά; Τι θα γίνει μετά; Και δεν ρωτώ, μόνο το ικετεύω στην προσευχή μου. Το μυαλό μου ας σαστίσει…

Πάντα η ζωή θα θριαμβεύει στα δύσκολα. Πάντα. Γιατί άλλοτε έκανα τη σοφή κι άλλοτε έκανα παλαβομάρες σαν να ‘ναι το ίδιο πράγμα. Βοηθούσε πολύ κι η έδρα…

Τώρα θέλω να κρυφτώ. ‘Όχι για να μη με βρουν. Να κρυφτώ γιατί έχω ανάγκη να μ’ αναζητήσουν. Ίσως δεν τ’ αποκτήσω αυτό που θέλω, ίσως όμως αποκτήσω αυτό που χρειάζομαι. Τι είν’ αυτό; Μια αγάπη. Μια αγάπη χωρίς κραυγές και υλακές, χωρίς απειλητικά χαμόγελα και βλέμματα ηλεκτροφόρα, χωρίς παθιασμένες εκκρεμότητες, χωρίς επικείμενες αναμετρήσεις.

Γιατί δεν είν’ εύκολη η αγάπη; Δεν ξέρω. Και κανείς δε μιλά!

Αυτό που δε φτάνω, τ’ αγγίζει η φαντασία μου. Το κατοικεί και νομίζει πως τ’ αποκτά. Την αφήνω να περιπλανιέται. Δεν την περιορίζω. Της επιτρέπω ν’ ανεβαίνει στους ώμους ανθρώπων και ν’ αποκτά ύψος. Την ανεβάζω σ’ αερόστατο. Κι εγώ πίσω. Πλήρωμα εδάφους. Κρατώ τα σκοινιά, ανάβω τη φωτιά, ονειρεύομαι, αφήνω τα σκοινιά και παρακολουθώ την ανοδική της πτήση.

Μια σπρωξιά προς τα πάνω, η ζωή προς τα έξω. Η ευλογία. Απλή δουλειά και ξεκάθαρη, με αρχή και τέλος που ισορροπεί τη χαώδη πολυπλοκότητα της υπόλοιπης ζωής μου.

Ειδάλλως, άσκοπα ξοδεύω τη μέρα μου. Επαναλαμβάνω τις ίδιες κινήσεις. Μόνη, αντιμετωπίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, τον περιεργάζομαι και τον καλλωπίζω, καλοπιάνω το κορμί που γερνά και πάσχει για να τα βγάλει πέρα λίγο ακόμα, το καθαρίζω, εξουδετερώνω οσμές και εκκρίσεις, το βελτιώνω όσο μπορώ και το παραδίνω βορά σ’ ό,τι διαλέξει η ορισμένη μέρα._

(http://fractalart.gr/sterhtiko-e-5/)

 

*Στέλιος Καζαντζίδης – Έρχονται χρόνια δύσκολα

 

 

-«Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
ΔΥΣΚΟΛΟΙ καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

 

-«…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο ΔΥΣΚΟΛΟΣ δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ»


«Όπως κι αν έρθουνε τα πράγματα
όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες
πάντα μπορεί κανείς να ερωτεύεται.
Το δύσκολο είναι ν’ αγαπάς.»

(» Συγκατοίκηση με το παρόν» εκδ. Κέδρος)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η δύσκολη Κυριακή»


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η δύσκολη Δευτέρα»

«Πέρασε κι αυτό το δύσκολο πρωινό
της Δευτέρας
σπάσανε τα γυαλιά μου
έσπασε το χέρι μου
– Σκέτη δυστυχία — είσαι!
(είπε κάποιος)
Εγώ όμως αγόρασα άσπρα
λουλούδια
κάθισα στην πολυθρόνα μου
κι άρχισα να γελάω σαν τρελός.»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Δύσκολη θέση»

 «Σε παρακαλώ», μη με φέρνεις σε δύσκολη θεση»,
μου είπες όταν έσκυψα και σου φίλησα τα παπούτσια

Λογάριαζα να κάνω το πάθος μου μυσταγωγία,
μα αστόχησα στην εκλογή του μύστη.

(Από τη συλλογή «Νεκρή Πιάτσα», σ. 13, 1997, εκδόσεις Μπιλιέτο)

 

 

 

-Μαρία Χαραλαμπίδη, «Δύσκολη εποχή»

Δύσκολη εποχή ο χωρισμός.
Δεν ξέρεις τι να φορέσεις.
Βάζεις απόφαση τελεσίδικη,
κρυώνεις.
Βάζεις ελπίδα σμιξίματος,
ζεσταίνεσαι.
Πετάς τότε βιαστικά πάνω σου
ό,τι βρίσκεις πρόχειρο στη μνήμη
και ας σου λένε πως χρόνια τώρα
φοράς τα ίδια και τα ίδια.

(http://www.m-xara.gr/poems/)

 

 

 

-Γιώργος Μαρκόπουλος, «Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής»

Τα ποιήματα είναι τόσο ΔΥΣΚΟΛΑ, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

          (Οι πυροτεχνουργοί, 1979)

 

 

Post Navigation