Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (193ο): «Μαχαίρι»

 

-«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι
(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 -«Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δε βρήκε που να καρφωθεί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

****

 

 

-«…Ώσπου σε μια στιγμή

Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι

Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος

Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-«Κάποιος

Θα  πλύνει    κάποτε

Το  αίμα   απ’ το  μαχαίρι

Κάποιος

Που  δε  θα  ξέρει

Ούτε  και   θα’  χει  υποπτευθεί

Έτσι  θα  γίνει

Βέβαια , μπορεί

Και  να  πετάξει   το  μαχαίρι

Στα   σκουπίδια

Και   θά΄ ναι   κρίμα

Όχι  για  το  αίμα – φυσικά

Αλλά  για  την  υπέροχη  λαβή

Τη  λίγο σκαλιστή

Στα   δύο  γράμματα

Τα  αρχικά

Τα  αιματοκυλισμένα»

(Αγγελική Ελευθερίου, από το βιβλίο «Θα καπνίζω»)

 

 

*****

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Περί μαχαιριών»

  1. Ένα μαχαίρι που ακονίστηκε αμέτρητες φορές, που ακο-

νίστηκε ως την εξαφάνιση, ειν’ ένα μαχαίρι εξαϋλωμένο, ειν’

ένα μαχαίρι εξιλεωμένο.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που έκοψε, έκοψε αμέτρητες φορές, ώσπου η

αιχμή του στόμωσε, όσο κι αν φαίνεται άχρηστο, είναι σοφό

μαχαίρι. Έπαψε πλέον να μοιράζεται σε χίλιες δυο εντυπώ-

σεις, καρπούς και σάρκες τεμαχίζοντας, από χυμούς και αίμα

μεθώντας. Απόκτησε εσωτερική ζωή και στη μοναδική αλή-

θεια του θανάτου συγκεντρώθηκε. Η κόκκινη σκουριά, που

ιδρώνει η λάμα του, μιλάει για τη μέσα του αγωνία.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που πετά και στον στόχο καρφώνεται ειν’

ένας αετός μ’ αλάνθαστο ράμφος.

Ένα μαχαίρι που πετά και στη μέση της πτήσης του πέφτει

ειν’ ένα κουρασμένο χελιδόνι.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι ακουμπησμένο στο τραπέζι, πλάι στο πι-

ρούνι ή το κουτάλι, ένα καθ’ όλα ήμερο μαχαίρι, ένα κοινό

επιτραπέζιο σκεύος, παρ’ όλα τα φαινόμενα, καμιά δεν έχει

σχέση με το υπόλοιπο σερβίτσιο. Για να το νιώσεις, φτάνει να

προσέξεις τη σαρκαστικήλ λάμψη της κόψης του, να δεις πως

σπαρταρά μόλις σερβιριστεί το κρέας.

 

 

  1. «Κοιμισμένο στο συρτάρι της κουζίνας, το ταπεινό μαχαίρι

ονειρεύεται πως γίνεται σπαθί κι αστράφτει απειλητικά

μέσα στον κουρνιαχτό της μάχης.
Την άλλη μέρα, τεμαχίζοντας καρότα, μέσα στους

υδρατμούς και στις κλαγγές σκευών, θαρρεί πως

ξανακούει το κάλεσμα της σάλπιγγας κι ορμάει,

ξαφνικά, ακάθεκτο και κόβει της νοικοκυράς το

δάχτυλο.»

 

 

  1. Υπάρχουνε μαχαίρια που ζήσαν πολυτάραχη ζωή κι

αλλάξαν πλήθος χέρια πριν καταλήξουν, θλιβεροί απόμαχοι,

στη σκονισμένη σιωπή των παλαιοπωλείων, αιμοσταγή μα-

χαίρια που πωλούνται, τώρα, κι αγοράζονται ως χαρτοκόπτες.

 

 

  1. Φτωχό μαχαίρι, στομωμένο, άλλοτε για την κόψη σου κα-

μάρωνες, τώρα, για τη λαβή σου.

 

 

 

  1. Το δίκοπο μαχαίρι δεν μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη, δεν μπο-

ρεί τα νώτα του να στρέψει στη σφαγή.

 

 

  1. Πες μου με τι μαχαίρι θα κοιμηθείς για να σου πω με τι

πληγή θα ξυπνήσεις.

 

 

  1. «Μάχαιρα έδωσες, μάχαιρα θα λάβεις» έλεγαν οι παλιοί και

εννοούσαν, φυσικά, τη φιλική χειρονομία του δώρου και του

αντίδωρου που, δυστυχώς, έχει εκλείψει πλέον.

 

 

  1. Διόλου τυχαίο που το χέρι ομοιοκαταληκτεί με το μαχαίρι,

μαζί στο φόνο καταλήγουν.

 

 

  1. Χαρούμενα βελάζουμε, μα χέρι φονικό μαχαίρι ετοιμάζει.

 

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Είναι δυο άνθρωποι]

«Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: «Θα σε σκοτώσω».

«Μα γιατί;», ρωτά ο άοπλος «τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις».

«Γι’ αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα», λέει αυτός με το μαχαίρι.

«Ή και να με μισούσες», λέει ο άοπλος. «Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!»

«Κι αν σ’ αγαπήσω», επιμένει ο οπλισμένος, «αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;»

«Ω, μη φοβάσαι», λέει ο άοπλος, «σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση».»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Άρης Αλεξάνδρου, «Το μαχαίρι»

«Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι

έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.

Στο μεταξύ

όσο δουλεύεις στον τροχό

πρόσεχε μην παρασυρθείς

μην ξιπαστείς

απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.»

 

(http://www.poiein.gr/archives/648)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα (μτφ. Οδυσσέα Ελύτη), «ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ»

Καταμεσής στη ρεματιά
λάμπουνε τα μαχαίρια

 

Ωσάν ψάρια αστραφτερά

που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

 

Μες στις άγριες πρασινάδες
ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ’ αψηλές φοράδες

 

Άγγελοι μαύροι έφερναν

μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

 

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
πέφτει με μια λαβωματιά

 

Έχει ανεμώνες στο πλευρό

και ρόδι έχει στον κρόταφο

 

Κατάκοπο από τις φωνές

το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

 

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα

με τα μεγάλα τους φτερά

πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.

 

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα, «θρήνος από τον «Ματωμένο Γάμο»»

Μάνα:
Γειτόνισσες: μ’ ένα μαχαίρι,
μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
μέρα πικρή κι αφορεσμένη,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι’ αγάπη.
Μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει.
Κι όμως μι’ αφορεσμένη μέρα,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παληκάρια μείναν κάτου
με πανιασμένα τους τα χείλια.
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

-Έκτωρ Κακναβάτος, «Όπως ο Αίας»

«Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι «σωτήρες»·
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τά που του σφίγγανε το
υπογάστριο
«ιερά, εθνικά» και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.»

(Έκτωρ Κακναβάτος. 2010. Ποιήματα (1943–1987). Αθήνα: Άγρα.)

 

 

 

-Δημήτρη Πέτρου, ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ

«Το αίμα
ξεπλένεται με νερό
Αντίθετα απ’ ό,τι λένε
Ανάποδα απ’ όσα διδάσκουν
τα βιβλία και οι διηγήσεις
Έτσι κάνεις
το μαχαίρι στην πηγή
και πάει έφυγε
Έβαψε κόκκινο τον κάμπο
Τις φωλιές των αγριμιών
έβαψε
Τις κρύπτες στα πέτρινα τα σπίτια
Κι όποιον κακότυχο βρεθεί
στο δρόμο
Και δεν σβήνει την αυγή
Με τη νέα μέρα δεν ξεχνιέται
το μαύρο στην πληγή
Το μαύρο, λέω,
δεν ξεχνιέται.»

(http://apoikia.gr/kokkinos-kampos-poiimata-dimitris-petrou/)

 

 

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (192ο): «Γλώσσα»

 

1. ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΔΙΧΩΣ ΓΛΩΣΣΑΠερπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους που περπατούν μιλώντας
    γλώσσες που δεν καταλαβαίνω
    σε δρόμους που δεν ξέρω πού με πάνε.

    Στους τοίχους φράσεις που δεν ξέρω τι λένε,
    τι φωνάζουν σιωπηλές.

    Μια γυναίκα πλησιάζει
    και με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω,
    με ξαναρωτά, και πάλι δεν την καταλαβαίνω.

    Φαίνεται όνειρο μα είμαι ξυπνητός.

    Κι έτσι, μέρες τώρα θα μπορούσα να πω χρόνια,
    συνήθισα σιγά σιγά να μην καταλαβαίνω.

    Τη συμπάθησα τούτη την άγνοια,
    την έλλειψη που είμαι, την πραϋντική
    χαρά να μην μπορώ να επικοινωνήσω.

    Θυμάμαι ότι ο Κανέττι ονειρευόταν έναν άνθρωπο
    που δεν μιλούσε καμιά από τις γλώσσες του κόσμου.

    Juan Vicente Piqueras, Αθήνα, μετ: Κώστας Βραχνός, Γαβριηλίδης, 2014

 

 

***

 

  1. ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,
τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά
και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

 

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,
καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί
της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους
αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

 

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,
κομπιάζει η μνήμη.

Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,
μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας
όταν γράφεται.

 

Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά
απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

 

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς
μόνον για να τον χάσεις.


(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, Άγρα)

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝΤο παιδί αποτελείται από εκατό.
    Το παιδί έχει:
    εκατό γλώσσες,
    εκατό χέρια,
    εκατό σκέψεις,
    εκατό τρόπους σκέψης
    παιχνιδιού και ομιλίας.

    
Εκατό πάντα εκατό
τρόπους να  ακούει και να αγαπά.
Εκατό χαρές
να τραγουδά και να καταναλαβαίνει.
Εκατό κόσμους
να ανακαλύψει.
Εκατό κόσμους
να εφεύρει.
Εκατό κόσμους
να ονειρευτεί.
Το παιδί έχει
εκατό γλώσσες
(και εκατό εκατό εκατό περισσότερες…)
Αλλά κλέβουν τις ενενήντα εννέα…
το σχολείο και ο πολιτισμός!

Διαχωρίζουν το κεφάλι από το σώμα.
Λένε στο παιδί:
να σκεφτεί χωρίς χέρια,
να το κάνει χωρίς κεφάλι,
να ακούει και να μην μιλάει,
να μαθαίνει χωρίς χαρά.
Να αγαπά και να θαυμάζει
μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα

   
Λένε στο παιδί:
να ανακαλύψει τον κόσμο που ήδη υπάρχει.
Και από τις εκατό
κλέβουν τις ενενήντα εννέα.
Λένε στο παιδί:
Αυτό είναι το έργο και το παιχνίδι,
η πραγματικότητα και η φαντασίωση,
η επιστήμη και η φαντασία,
ο ουρανός και η γη,
η λογική και το όνειρο
είναι πράγματα
που δεν πάνε μαζί.


Και έτσι, λένε στο παιδί
ότι οι εκατό δεν υπάρχουν
Και το παιδί λέει:

«ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Οι εκατό υπάρχουν!!!!»

Loris Malaguzzi

 

 

 

Νατάσσα Μποφίλιου – Βαβέλ


  1. λληνικ γλώσσα ταν κάποτε φύγω π τοτο τ φς
    θ
    λιχθ πρς τ πάνω πως να
    ρυακάκι πο
    μουρμουρίζει.


Κι
ν τυχν κάπου νάμεσα
στο
ς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω
γγέλους, θ τος
μιλήσω
λληνικά, πειδ
δ
ν ξέρουνε γλσσες. Μιλνε
μεταξ
τους μ μουσική.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΚαι μέσα στο τίποτα, υπάρχει μια γλώσσα,
    Περισσεύει το φως και μέσα στο τίποτα
    και ρέει προς τα έξω. Περνά στην καρδιά μου,
    φλεβίζει στο χέρι μου, ζητά να το ειπώ,
    να το γράψω,
    Αλλά πώς:

Δε βρίσκω τις λέξεις γιατ’ είν’ απ’ του κόσμου
τον πλούτο πιο λίγες. Πιο λίγες απ’ τα
γεγονότα της άνοιξης. Προσπαθώ, συμμετέχω,
επιμένοντας μ’ όλα τα δάκρυα μου, μ’ όλους
των φλεβών μου τους χτύπους. Προσπαθώ ν’ αποχτήσω
μια επαφή με το φως, μ’ αυτές τις αμέτρητες
λέξεις που λάμπουν, μια επαφή με τη γλώσσα
που θάγραφα ένα προσκλητήριο, σαν την ανατολή του ηλίου:

Με στίχους αχτίνες.
Με στίχους σπαθιά. Με στίχους αγάπη

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

 

Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,

περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε

να ιδώ

τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη

να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.

Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα

πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας

ψευδός μπρός σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

ατελεύτητη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Μια γλώσσα μια πατρίδα

 

8.ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ


Μια χούφτα είν’ ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι
γεννιέται σαν αρχάγγελος

πεθαίνει σαν αγρίμι.

 

Του μένει μόνο στη ζωή
μια γλώσσα μια πατρίδα
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα.

 

Όλο το βιός κι η προίκα του
ένας καημός στα στήθια
κι ο τόπος που τον γέννησε
η δυνατή του αλήθεια.

 

Για ιδέστε κείνο το παιδί
με τα γερά τα χέρια
πώς οδηγεί τ’ αδέρφια του
ν’ ανέβουν ως τ’ αστέρια.

 

Κι απ’ τα βουνά της Ρούμελης
και τα νησιά του νότου
ένας πανάρχαιος παππούς
κοιτάει τον εγγονό του.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

 

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

 

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
——————————–να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

 

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες

 

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Κάθε φορά πού κυρ λέξανδρος γύριζε στό παιθρο

ερισκε καί τά σωζε μ᾿ να βλέμμα τς γλώσσας του

χρώματα δίως ατά πό τή γ πού τά λεγαν δίφορα

κι πως τά γγιζε γίνονταν παραχρμα ονωπό

τό πρόσωπό του

πό αδώ πού ταν τά χρώματα σκεπ

 

πως καί γύρη τους πού πεφτε στά μέλη του

καί δίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον βρου το ποταμο)

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑΠρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ενώνει τα σύννεφα
    Να χωρίζει τη θάλασσα
    Να οξύνει τον πόνο
    Για να μπορώ να σε κοιτάζω
    Σκύβοντας και ρωτώντας
    Ρουφώντας και παίζοντας
    Περπατώντας στα τέσσερα.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ταιριάζει στις φωνές
    Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
    Και θα ξυπνά το αίσθημα
    Όταν θα βάζω το νύχι
    Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
    Στα μαλλιά μου.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
    Που να γεμίζει πύον
    Θα γίνεται μπλε το πρωινό
    Και τρυφερό το βράδυ.
    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που θα ‘χει την πίκρα
    Του πιο γλυκού φιλιού
    Την αλαφράδα του πουλιού
    Και το στυφό της γνώσης.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Για να σου μιλήσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΙΣΑΡΗΣ,   Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

 

 

***

 

  1. ΑΦΩΝΗ ΓΛΩΣΣΑΑπό μακρυά μόνο μιλούμε.
    Με τη φωνή μιλούμε, με τον αντίλαλο,
    Μ’ όλα τα όργανα της Απουσίας:

    Με Τηλεβόες,
    Κλήσεις,
    Με τηλέφωνα.

    Όταν βρεθούμε δοσμένοι
    ο ένας στον άλλο,
    Βυθισμένοι
    Στο κλίμα της Παρουσίας,
    Πρόσωπο μέσα στο πρόσωπο,
    Τότε,
    Δε μιλούμε,
    Δεν μπορούμε να μιλήσουμε.
    Τότε
    Μιλούμε αλλιώς.
    Μιλούμε την άλλη
    Γλώσσα την ανεκλάλητη.

    Την άφωνη γλώσσα της σιωπής.

    ΓΙΩΡΓΟΣ  ΘΕΜΕΛΗΣ, Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΜΙΛΗΤΗΔεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
    σαν ψάρι έξω από τα νερά του
    και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
    – την γλώσσα του.
    Χτίζει τους κήπους τις αυλές
    όχι το σπίτι
    Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
    να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

    Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
    την τρομάζεις, χαμογέλασες,
    και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
    και γλώσσα τιμημένη.
    Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
    και προσπερνούν
    Να μη θυμούνται
    τον έρωτα που κάποτε
    τους άνοιξε πανιά
    – κι αυτήν την μόνη και μοναδική
    γλώσσα για να μιλήσουν

    Που ελησμόνησαν.

    Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
    μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
    κατοίκησέ με μη φοβηθείς.


Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ, Μαύρη Θάλασσα (2000)

 

 

***

 

  1. ΓΛΩΣΣΑ

 

(Στον Σίντι Μοχάμεντ Λάκχνταρ-Μπάρκα, Αλγερία)

 

Η μάνα σου και η δική μου,

Χιλιάδες μίλια μακριά η μια από την άλλη,

Δεν έμαθαν ποτέ τους ούτε λέξη

Από τούτης της γης την ιστορία.

 

Κι όμως, εδώ, κι οι δυο μας

Δεν έχουμε παρά τούτης της γης τη γλώσσα

Για τις νεράιδες και για τους δαίμονες να πούμε

Που κατοικούν στις ιστορίες

Της μάνας σου και της δικής μου.

 

Muhammad Hesham, Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

 

***

 

  1. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝΣ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
    Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
    –Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
    Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
    Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
    Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
    Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
    Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
    Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
    Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
    Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
    Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
    Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
    Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
    Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
    Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
    Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
    Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
    Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
    Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
    Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
    Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
    Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
    Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
    Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
    Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
    Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
    Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

 

 

***

 

  1. Η ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Μπαίνω στην ξένη γλώσσα σάμπως να μπαίνω σε βασίλειο.

Ανάγλυφο λέξεων

που είναι κοιλάδες, βάλτοι, όρη.

 

Μερικές φορές συμπλέκονται και ακούω μια φωνή.

και ευλαβικές αφοσιώσεις που παραμένουν μυστικές

πλησιάζουν στο τραπέζι μου σαν φρουροί πανύψηλοι.

 

Συζητούν γενναίες, αλλάζουν βλέμματα,

τις ακούω ν’ ανασαίνουν σαν καθεδρικοί ναοί

και περπατώ στα ευρύχωρα κλίτη τους.

 

Τότε ανοίγει μια πόρτα και τη διαβαίνω.

Και πίσω υπάρχει ένα παλάτι με τον τεράστιο κήπο του

και μια καθάρια λίμνη όπου βουτώ και κολυμπάω.

 

RAFAEL FELIPE OTERIÑO, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

«Έλεος»

φώναξε με τα μάτια.

Όμως

ο θύτης μιλούσε άλλη γλώσσα.

 

ΟΥΡΑΝΙΑ  ΚΟΥΝΆΓΙΑ, ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ (2012)

 

 

***

 

  1. ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΩΣΣΑ Ο ΠΟΝΟΣ


γυμνός, απέραντος, ανυπόκριτος
εν αρχή ην ο πόνος
το μέγα της γης μαγνητικό πεδίο
η σφραγίδα των αιώνων

σύντροφοι, αντιλάλησε
ο υπέρτατος ειρηνοποιός
άστρα είναι τα δάκρυα του θεού
πάνω στο ανθρώπινο δράμα

η κραυγή που αναθρώσκει στον σύμπαντα κόσμο

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο πλοηγός του απείρου (1986)

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

ν Θες εναι γλώσσα, νας πο τόσες λλες φτιαξε

γι ν τς μπερδέψει στερα,

πς θ το ποταθομε κα πς

θ πιστέψουμε τι μίλησε κα τι σαε θ μιλε

ναποκρυπτογράφητα, μολονότι τοτο

π τ τίποτα καλύτερο εναι. Σίγουρα

κάτι καλύτερο π τ τίποτα εμαστε κι μες

πο χουμε ξεμείνει ν τραυλίζουμε. Κι λίμονο

ν μι μέρα ο φωνς λυθον κυρωθονε. γλώσσα,

ετε εναι ετε δν εναι τίποτα,

εναι πανούργα, εναι πολύτροπη.

 

EUGENIO MONTALE, Μετ: Γιργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Τα πλάσματα που βρίσκονται εκείθεν

του κεραυνού έχουν πει πως ο Θεός

    είναι αγάπη.

 

Γι’ αυτό κ’ οι στεναγμοί της ευφροσύνης μας,

το παραλήρημα, τα βογγητά μας, οι ανάσες μας,

είν’ όλα η γλώσσα της αγάπης

είν’ όλα αυτά η γλώσσα του Θεού.

 

    Οι άνθρωποι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άνθρωποι

δεν την αναγνωρίζουν και γι’ αυτό

λένε: «Θεός φυλάξοι… τ’ είν’ ετούτο…

ήρθε ο Σατανάς μέσα στα σπίτια μας… δεν ντρέπονται…

και νά ’χουμε παιδιά να τους ακούν…»

 

    Όμως οι άγγελοι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άγγελοι

ξέρουν κι ανακρατώντας τις φτερούγες τους

πάντα με σεβασμό παραμερίζουν.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤήΣ, «Οι μεταμορφώσεις του μηδενός», Εκδόσεις Άγκυρα, 2006

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (191ο): «Σχολείο, δάσκαλος, μαθητής»

*Καλή σχολική χρονιά 2017 – 2018!!!!

 

-Κωστής Παλαμάς, “Τα σχολεία χτίστε”

 

«Με τη φλόγα που ψαίνει και που πλάθει,
με της καρδιάς τη φλόγα, με του Λόγου
τη δύναμη, ξεσκέπαστα, καθάρια,
και με τα χέρια, και με τα μαχαίρια,
τον τόπο πάρτε.
Κάτου σημάδια που έμπηξε το ψέμα!
Τα ταξίματα φέρτε στης Αλήθειας
της ιερής το βωμό και τα σφαχτάρια.
Στον τόπο απάνου όχι πολέμων κάστρα•
τα σκολειά χτίστε!
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα, από της χώρας
ακάθαρτης, πoλύβοης, αρρωστιάρας
μακριά μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε!
Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων
περίσσια ανοίχτε, νάρχεται ο κυρ Ήλιος,
διαφεντευτής, να χύνεται, να φεύγει,
ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας
το φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα να τα ζωντανεύουν
μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια
με τους κελαϊδισμούς και με τους μόσκους•
κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα.
Του τραγουδιού τη γλώσσα αντιλαλώντας,
και τα βιβλία σαν τα τραγούδια να είναι!
Στη γη της ομορφιάς, αρματωμένη
την Επιστήμη, η Ομορφιά, χαρά της!
αρχή σοφίας!
Τα σκολειά χτίστε, υψώστε τα πλατάνια
για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,
για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι
τ’ αγαθά τους αγνά κρασιά, και ας είναι
γούρμα σταφύλια,
λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.
Όπου απλωσιά, όπου ψήλωμα, όπου υγεία,
στα πέλαα ν’ αγναντεύουν τα καράβια
και τους αϊτούς να λαχταράν και τ’ άστρα
στα ουράνια πλάτια.
Και βαθιούς τράφους γύρω γύρω σκάφτε
και πύργους πολεμόχαρους υψώστε
και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε
μακριά μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο
της Ρωμιοσύνης.
Ξόβεργα και καρφιά κρατά και πάει
και πιάνει και καρφώνει και σκοτώνει•
του φτερωτού πιο απ’ όλα κυνηγάρης,
αρχίζοντας από τις πεταλούδες,
φτάνει στη Σκέψη.»

 

   
     

 

 

-«…Θυμάμαι μια μέρα , παιδί, έβρεχε,
ένας παράξενος ανθρωπάκος μπήκε στο προαύλιο του σχολείου,
ίσως για να προφυλαχτεί στο υπόστεγο απ’ τη βροχή, αλλά όχι, δεν ήταν για τη βροχή, γιατί κρατούσε ομπρέλα-απλώς μπήκε στη μικρή αποθήκη με τα βαλσαμωμένα πουλιά για το μάθημα της ζωολογίας-και κρεμάστηκε.
Μιλούσαμε μέρες γι’ αυτόν στην τάξη.
Ύστερα πέρασαν χρόνια χωρίς να τον θυμηθούμε.
Τώρα έρχεται τις νύχτες στον ύπνο μου
και με ρωτάει: «Πότε θα ξαναπάμε σχολείο;»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Γιώτα Αργυροπούλου, «Στο Δημοτικό»

“Τα μήλα ήταν μέλι.

Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.

Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,

δε μάλωναν,

δεν τα ’παιρνε ο πατέρας στο χωράφι.

Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.

Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά η βασίλισσα στο κάδρο

και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

 

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.

Δεν άλλαξε η γεύση του,

συνήθισα μονάχα.»

(Από τη συλλογή «Νερά απαρηγόρητα», εκδ. Πλανόδιον, 2004)
 

 

-Αλέξης Σταμάτης, «Σχολική παράσταση»

 

“Η παράσταση εγκαινιάστηκε από το σχολικό πίνακα

μέσα από γεωμετρικούς τόπους και ανεστραμμένα είδωλα

σε τάξεις κόκκινες φλέβες που σπαρταρούσαν

των συμμαθητών την κοινοτυπία εκδικούμενες

του μικροπρεπούς εκείνου κοινού

του κατ’ ανάγκην εισπνεόμενου

του κοινού εκείνου που δηλητήριο μαζί και ανάγκη είναι.»

(Από τη συλλογή «Απλή μέθοδος των τριών», εκδ. Καστανιώτη)

 

-Γλυκερία Μπασδέκη, «Τρίτη Δημοτικού»

“είμαι εννιά

πάω Τρίτη

δεν πέθανε η μάνα μου,

στο σπίτι μένουν ζωντανοί

(ακόμα)

έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ’ αρέσει

ο Δημήτρης απ’ την

Πέμπτη δε θα γεράσω σύντομα –θα

πάρει

χρόνια

θα βγάλω λύκειο, σχολές

Χριστούγεννα

θα βγάλω γλώσσα, ρούχα

επετείους

μα τώρα είμαι εννιά–

δε φτάσαμε στα κλάσματα

(ακόμα)»

(Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

 

Κωστή Παλαµά, “Στον ∆άσκαλο”
“Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ’ απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ’ το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι …”

(http://natassaath.blogspot.gr/p/blog-page_11.html)

 

 

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Δάσκαλε»

 

«Δάσκαλε, την πόρτα της τάξης σαν διαβείς

ψηλά το κεφάλι, χαμογέλα

ζεστή την καθημερνή σου καλημέρα να την πεις.

 

Κι όταν το μάθημα αρχίσεις

Λόγια πολλά μη λες

Οι κινήσεις σου απλές, λιτές

Μα τεντωμένες οι αισθήσεις.

 

Δώσε το λόγο στα παιδιά

Δεν έχεις τίποτα να πάθεις

Κοίτα τα μάτια τους τα λαμπερά

Πολλά απ’ αυτά έχεις να μάθεις.

 

Μη στέκεσαι στις στείρες γνώσεις

Συνεργασία, αγάπη, ανθρωπιά

Αυτά πρέπει να δώσεις

Το κριτικό το πνεύμα ν’ ανυψώσεις.

 

Δάσκαλε άκου…

Απ’ τη μεριά της Ζάκυθος

Σου κρένει ο ποιητής:

“Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα

τα μάτια της ψυχής”»

 

 

Gabriela Mistral, «Η προσευχή της δασκάλας»

«Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω·
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
που Εσύ έφερες όταν ήσουν στη Γη.

Δώσε μου την μοναδική αγάπη για το σχολειό μου·
που ούτε το κάψιμο της ομορφιάς να είναι ικανό
να κλέψει την τρυφεράδα μου απ’ όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτό τον ακάθαρτο πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αγνόηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που μας δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν’ αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως αυτές,
αυτό που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθά με να πετύχω να κάνω για καθένα
απ’ τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας γι αυτό.

Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου·
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της θερμής θέλησής σου στη ζωή μου.

Φίλε, συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και πιο θερμή η αλήθεια μου,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε αρκετά
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ’ αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.

Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ’ το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.

Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.

Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!

Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.

Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Velazquez,
ότι το να διδάσκεις
και ν’ αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.»

(http://hallofpeople.com/gr/text/mistral.pdf)

 

 

-Gabriela Mistral, «Η ΔΑΣΚΑΛΑ»

«Με τα ζεστά μαλλιά του παίζω

Που τα χωρίζω και τα ισιώνω

Και λες κρατώ μεσ’ στα σγουρά του

Των Μάγιας της διασποράς τον πόνο

 

Δώδεκα χρόνια που ‘χω αφήσει

τ’ αδρό μεξικανόπουλό μου

μα εγώ ακόμα το χτενίζω

είτε ξυπνή είτε στ’ όνειρό μου

 

Μάνας αγάπη είναι εκεί πέρα

Πιασμένη απ’ τα γόνατά μου,

Μια λύτρωση στα παιδιά πάνω

Που δε μ’ αφήνει να πεθάνω»

(http://www.lettre.gr/letter/material/mistral.pdf)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 

«Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»
 *»Μια ζωή στην ίδια τάξη»

 

 

-Γιάννης Κουβαράς, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 2008»

«Λίγα λιμάνια μοιάζουν με αγκαλιές
Του Βόλου της Κέρκυρας της Μυτιλήνης
Λίγες αυλές μοιάζουν με ανθισμένες αγκαλιές
Και μόνο μια είναι λιμανι και αγκαλιά μαζί
Η πλατυτέρα αγκαλιά των αυλών
αυτή του 2ου Λυκείου Βριλησσίων
Αυλή με τους ευκαλύπτους τις βρύσες
και τ’ αηδόνια του Παραδείσου, εσάς
Αυλή βεγγαλικό χρωμάτων και θαυμάτων
Στόλος άστρων ναυλοχεί στην ψυχή μου
Χιλιάδες φεύγουν από μέσα μου καικια
Εδώ ναυλοχούν και ελλιμενίζονται
φωταγωγημένες βρατσέρες σώματα πλεούμενα
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας
Το κοπάδι των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σας
Αλλά εσείς χαμηλώσατε τ’ άστρα
και λάμπουν απόψε χλωμότερα
πλάι στα φωτεινά πρόσωπά σας»

(Γιάννης Κουβαράς, «Ονείρου Οδύσσεια», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων»

«Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους
Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα
Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.
Οι δάσκαλοι
Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.

Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα
Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.
Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα
Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.

Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε
Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί
Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;
Μα αυτό το ξεραν.

Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων
Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.
Γι’ αυτό το περιεχόμενο των
Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων
Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω
Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και
Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.

Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των
προαστίων
Βρισκότανε κάτω απ’ το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους
Δεν είχε κάθισμα. Θέα τους
Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών. Γιατί
τους βάλανε
Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα
Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;
Στους ομαδικούς τάφους της Φλάντρας, που γι’ αυτούς
ήτανε προορισμένοι
Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από
Λίγο ασβέστη;»
(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, Σ.Ε.)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Νεαρός μαθητής]

«Νεαρός μαθητής μένει ενεός στη θέα λευκής σελίδας του

τετραδίου του. Οι προηγούμενες σελίδες είναι ήδη πλήρεις

σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό.

Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο

δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι,

γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου

κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή;

Έγινε μήπως ποιητής;»

(Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ»
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

«Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά…

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

 

Πες το με ποίηση (190ο): «ΠΑΝΑΓΙΑ-ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ»

 

  1. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Παναγία  Παντοχαρά  για τους αθώους,

όμορφη μητερούλα για τους απλούς,

ανύπαρκτη για τους σκοτισμένους.

 

Παναγίτσα για τον Τάκη Βαρβιτσιώτη ποιητή,

φιλική ζεστασιά, δροσιά για όλους.

 

Πάντων  Χαρά

ή Παντοχαρά, του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Αμήν, Καλοκαιρινό.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΤΟΣ

 

 

Λάκης Παππάς – Μάνα, γυναίκα, Παναγιά

 

  1. ΤΑ  ΟΘΟΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

(απόσπασμα)

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.


Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.


Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.


ΜΟΥΝΤΕΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ, «Η αντοχή των υλικών», Αθήνα 1971, σ. 72

 

***

  1. ΔΕΗΣΗ  ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Έχει μια λύπη η δέησή μας,
από έναν παιδικό καιρό που ξανάνθισε
μια τρυφερότητα νησιώτικης ακρογιαλιάς
που καθρεφτίζει τους οικτιρμούς σου.


Κατέβα από τους λόφους,
φέρε την πηγή του ελέους σου, ν’ αναβλύσει πλάι στην πληγή μας.


Μάζεψε πάλι εκ περάτων
τα μηνύματα της χαράς,
φόρτωσέ τα πάνω σε δειλινές καμπάνες
που σημαίνουν την Παράκληση
και φέρτα να τα καρφώσεις
στεφάνι στην πόρτα μας.»

ΜΑΤΘΑΙΟΣ  ΜΟΥΝΤΕΣ

 

***

  1. Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά

στο μικρό της παράθυρο –

μια

θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της

πλεξούδα που κρέμεται.

Βασιλεύει ο ήλιος.

Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει

ένα κόκκινο άνθος.

 ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, «Οδοιπορία», Αθήνα 1972

 

 ΜΙΑ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑ –Γιάννης Πουλόπουλος

 

 To παρακάτω ποίημα έχει συναισθηματική αξία για μένα, καθώς μου το απάγγελλε συχνά, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, η αναλφάβητη γιαγιά μου, χρωματίζοντας τα σημεία σε τέτοιο βαθμό, που με έπιανε πολύ μεγάλη αγωνία αν στο τέλος θα σωθεί η άρρωστη Μαρία.

 

  1. ΠΡΟ  ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου·
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου….
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:

Βασίλισσα των ουρανών, λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει…
Όχι· δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;

Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία,
ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη,
στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη
σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι,
να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.

Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία,
λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία,
μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της,
εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη,
δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.

Ναι· αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα,
αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα,
αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία,
κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία,
δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι,
να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ

 

***

  1. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΠΙΣΤΗΣ


Θα ήθελα να υπήρχε η Παναγία.
Γλυκοφιλούσα, σπλαχνική, Μεγαλόχαρη.
Τρυφερή και στοργική σαν την μάνα μου.
Να της έλεγα τον πόνο και την πίκρα.
Βάλσαμο.

Θα’ θελα να υπήρχε ο Ιησούς.
Ο Αμνός, ο Μεσσίας, ο Παράκλητος,
απλώνοντας το χέρι του να με λυτρώσει απ’ τις οδύνες
μιας παράλογης Δημιουργίας.

 

Θα’ θελα να είχα την αίσθηση της αμαρτίας,
να βουτήξω στην μετάνοια σαν Μαγδαληνή.
Σφάλματα διέπραξα πολλά.
Αμαρτία όμως;

 

Θα ήθελα να πίστευα στην Μέλλουσα Ζωή
για να μην τρέμω τον θάνατο.
Κι ακόμα να προσδοκώ μία Δεύτερη Παρουσία.

Ίσως αυτή με έπειθε για την Πρώτη.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

 

***

  1. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»

«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ

 

***

 

  1. ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!


Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

 

***

 

  1. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ’ όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα ‘κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

 

Μια Παναγιά, Λάκης Παπάς

 

  1. ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ  ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία
πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη
στα μαλλιά και το φόρεμα.

Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν
παραμονές Δεκαπενταύγουστου.


Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση.

Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν.

Τα σκούπιζες και τα ‘ριχνες στο κηπάκι
για να σωθούν.

Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες
την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι.

 

Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές
να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι
και να ταξιδέψει
στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε
και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες.

 

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 Στή μνήμη Ἐκείνου πού τόν ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν’ ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι’ ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

 Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

 Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι’ αντίς γι’ αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.

 Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.

 Άλαλα τα χείλη τους – και τι μπορούν ν’ αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ’ τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ’ τα αίματα των Μαρτύρων
κι’ απ’ τη μανία των Μονομάχων.

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

 Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν’ αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.

Τότε μονάχα τ’ άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή
και λαλήσουν.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ήσουν γυναίκα; Ήσουν όνειρο; Ή μήπως ήσουν και τα δύο καύσων της φαντασίας μου

Τότε που νοσταλγούσα το άπειρον όπως νοσταλγεί την αγνότητα ένα καναρίνι

τότε που συνέπεσε να ξεκινήση για το τελευταίο του ταξίδι ο Υπερσιβηρικός

ξέροντας πως εγκαταλείπει διά παντός την εύκρατο ζώνη

 

Την ίδια μέρα που ο καλόκαρδος χοντρός Καίσαρ Κασκαμπέλ εκινήθη ακριβώς αντίθετα

γιατί αποφάσισε να περάσει τον Βερίγγειο πορθμό και να ξαναφέρει το τσίρκο του στη Νάντη

ενώ ο Τηλεγραφόξυλος προειδοποιούσε σοβαρά πως θα χιονίσει εκτός αν δεν χιονίσει

 

Ήσουν γυναίκα, ήσουν όνειρο, ήσουν Μεγάλη Παρασκευή

ήσουν σωτήρια δάκρυα στα μάτια του Μιχαήλ Στρογκώφ

Ήσουν οικτίρμων

μικρό φωτάκι στην πιο σκοτεινή γαλαρία των Μελαινών Ινδιών

-Καλά το είπε, νομίζω, μια ποιήτρια: Όσα δεν φτάνουν τα χέρια μας,

τ’ αναπληρώνουν τα ποιήματά μας.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

 

***

  1. ΑΝΘΙΝΕΣ ΠΑΝΑΓΙΕΣ


Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγιές, χλωμές εικόνες,
και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα –
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες.

Σα θυμιατήρια αγροτικά κι εφήμερα,

σκόρπια ή δεμένα σ’ άτεχνο στεφάνι,

την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουμε
ψυχομαχώντας σ’ άυλο λιβάδι…

 

Αχ, όποιος πάει εκεί με τ’ αγριολούλουδα,
στο πρώτο άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα,
που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε,
της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα.

Ανοίγει η πόρτα έτσι όπως συνήθισε

να την ανοίγει μόνον ο αγέρας –
σάμπως να την ανοίγει η Παναγιά
με την ανησυχία γλυκιάς μητέρας…

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (189ο): «Εργασία – εργάτης – προλετάριος»…

 

-Χριστόφορος Τριάντης, «Εργασία και σίδερα»

«Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλούβια
για ζώα κι ανθρώπους.
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες
και ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να τους βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις προσφέρουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι κρεάτινες μπάλες να γίνουν
και με κραυγές στην ανθρωπότητα να χιμήξουν,
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
με κόκαλα και αίμα στα πεδία των μαχών.
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
στις εκκλησίες και τα ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν του τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους των ψυχών
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν…»

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

-Γεράσιμου Μαρκορά, «Εργασία»

«Ξημερώνει αυγή δροσάτη
με το πρώτο της πουλί,
λές και κράζει τον εργάτη
στη φιλόπονη ζωή.
Πριν να σβήση κάθε αστέρι,
με χαρούμενη καρδιά,
νέοι μεσόκοποι και γέροι,
τρέξετ’ όλοι στη δουλειά.
Πέρα εκείθενε οι φροντίδες
ας πετάξουνε, καθώς
ξαφνιασμένες νυχτερίδες,
όπου αγνάντεψαν το φως.
Μη σας είναι ο ξένος πλούτος
έν’ αγκάθι στην καρδιά’
πέστε αζήλευτα: είναι τούτος
εργασίας κληρονομιά.
Σηκωθήτε, η γη χαρίζει
μόνον άφθονο καρπό,
αν ο κόπος την ποτίζη
μ’ έναν ίδρωτα συχνό.
Σαν εσάς, αδέλφια, ιδρώνει
κι ο σοφός, που με το νου
κάμπους άμετρους οργώνει
γιά θροφή του λογισμού.
Δίχως άνεσι και σχόλη
πάντα ο άξιος δουλευτής,
το ανθηρότατο περιβόλι
σκάφτει, σπέρνει, ο ποιητής.
Πάντα, ναι, του τίμιου κόπου
οι γλυκύτατοι καρποί
να ’ναι μόνοι, που τ’ ανθρώπου
σώμα θρέφουν και ψυχή.»!

(https://www.sakketosaggelos.gr/Article/6686/)

 

 

-«Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω

τα όπλα όλα της ποίησής μου»

(Πάμπλο Νερούντα)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”

 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,

πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς

θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,

τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.

 

O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.

Mοναχός του;

O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.

Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;

O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του

βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;

O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.

Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;

 

Kάθε σελίδα και μια νίκη.

Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;

Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.

Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

 

Πόσες και πόσες ιστορίες.

Πόσες και πόσες απορίες.»

(Απόδοση ποιήματος Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα, Θεμέλιο)

 

 

-«Ομιλία ενός Εργάτη σε έναν Γιατρό» – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ξέρουμε ‘μεις τι είναι αυτό που άρρωστους μας κάνει!
Σαν αρρωσταίνουμε, ακούμε
Πως είσαι συ που θα μας γιατρέψεις.

Δέκα χρόνια ολόκληρα, μας λένε
Σ’ όμορφα σχολειά
Με τα λεφτά του λαού χρισμένα
Μάθαινες το πώς να γιατρεύεις, και για τις γνώσεις σου αυτές
Ξοδεύτηκε μια περιουσία.
Πρέπει λοιπόν να ‘σαι ικανός να μας γιατρεύεις.

Είσαι ικανός;

Όταν σ’ εσένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ’ το γυμνό κορμί μας.
όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να ‘χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου ‘λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στον ώμο μας
Προέρχεται λες, απ’ την υγρασία… απ’ αυτήν
Προέρχεται όμως και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν:
Από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολλή δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος.
Μπορείς στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.

Πόσο καιρό μπορείς να μας αφιερώσεις;
Βλέπουμε: ένα χαλί στο σπίτι σου
Κοστίζει τόσα, όσα φέρνουνε
Πέντε χιλιάδες δικές μας επισκέψεις.

Κατά πάσα πιθανότητα θα ισχυριστείς πως
Είσαι αθώος. Της υγρασίας η κηλίδα
Στον τοίχο του σπιτιού μας
Λέει το ίδιο.
{Απόδοση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Σ.Ε.}

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ»

«Μιαν ορισμένη μέρα σ` ολόκληρη την Ισπανία

Σταμάτησαν οι εργάτες τις μηχανές. Κρύα

Στεκότανε τα τρένα πάνω στις ράγιες. Δίχως το φως

Βρεθήκανε τα σπίτια όπως κι οι δρόμοι, και τα τηλέφωνα

Ένας σωρός άχρηστα μαραφέτια είχανε γίνει. Οι απατεώνες

Τους αστυνομικούς άλλο πια δεν μπορούσαν να φωνάζουν Αντί γι` αυτό

Μιλάγανε οι μάζες αναμεταξύ τους. Τρεις ολόκληρες μέρες

Εμφανίζονταν αυτοί που υπηρετούσαν τον πανίσχυρο μηχανισμό

Σαν εξουσιαστές του. Οι εργάτες, σταματώντας τη δουλειά

Δείχναν τη δύναμή τους. Το καρπερό χωράφι

Δεν ήταν τίποτα άλλο ξαφνικά από πέτρινο έδαφος.

Αυτούς που δε ζεσταίναν πια τα κάρβουνα από τη στοά

Ούτε και το ακατέργαστο μαλλί γινότανε να τους ζεστάνει. Τα ίδια

τα παπούτσια των αστυνομικών

Θα φθείρονταν και κανέναν διάδοχο πια δε θα βρίσκαν.

Μετά

Έσπασε η έλλειψη της ενότητας της εξέγερσης τη δύναμη, μα ακόμη και

τότε

Μια ολόκληρη μέρα δεν μπορούσαν να φτάσουν στις μάζες

Οι ίδιες οι διαταγές των μανδαρίνων για το σταμάτημα της απεργίας, γιατί

Βέβαια δίχως ατμό ήτανε σταθμευμένες οι λοκομοτίβες

και τα ταχυδρομεία εγκαταλειμμένα. Κι έτσι

Λοιπόν ακόμα φανερώθηκε η

Μεγάλη δύναμη των εργατών.»

 

 

-Βλ. Μαγιακόφσκι, «Β. Ι. Λένιν»

(…)Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει.
Δεν γεύτηκε
μήτε τ’ αλφάβητου τ’ αλάτι.
όμως άκουσε κάποτε,
τον Λένιν να μιλάει,
κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη.
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ’ τη Σιβηρία
την ιστορία.
Σηκώθηκαν, με τα ντουφέκια
πήραν τη γη,
την καρπίσαν.
Για τον Λένιν
δεν είχαν ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει,
μα λενινιστές
κιόλας όλοι τους ήσαν.
Είδα βουνά,
που βλαστάρι δε βγαίνει.
Μονάχα το σύννεφο
στα βράχια σκοντάφτει.
Κι εκατό βέρστια πιο πέρα
κάποιος ερημίτης να μένει,
που στα κουρέλια του,
το σήμα του Λένιν
αστράφτει.
Θα μου πούνε ―
πως μιλώ για κονκάρδες
που τα κορίτσια τις καρφώνουν
στο ρούχο τους κοκέτικα
παραξενιές της ζωής.
Μα όχι ―
δεν είναι κονκάρδες
είναι η καρδιά η ίδια
που ανάβει το ρούχο,
και λάμπει γεμάτη
αγάπη για τον Ιλίτς.
Αυτό
δεν εξηγείται
με της εκκλησίας τα τεφτέρια,
κι ούτε κάνας θεός τον πρόσταξε:
Γίνου ο εκλεκτός!
Με ανθρώπινο βήμα,
με εργάτη χέρια,
με το δικό του μυαλό
πήρε το δρόμο
αυτός.(…)

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση Δημήτρης Πάνου)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Εμείς οι εργάτες…»

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και με όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε αδέλφια ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.
Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

 

 

-«…Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
(Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ομιλητής Προλετάριος»

 «Έκανε να μιλήσει˙ κόμπιασε˙
ξανάπε τα ίδια˙ σταμάτησε.

«Αυτό ήταν», είπε κι ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Το χέρι του, στέρεο, καθάριο περίγραμμα,
ήταν ένα φαρδύ μυστρί. Μπορούσαμε να εμπιστευθούμε
στα λόγια που δεν είπε και στα χέρια του.

Έξω απ’ την κάμαρα κατέβαινε βουίζοντας το φως.»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Λουκάς Σταύρου, «Ο προλετάριος»

«Δεν έχω περιουσία στα κατεχόμενα
για να ζητήσω αποζημίωση
ή να την ανταλλάξω
Άσε που γενικά
δεν έχω περιουσία
άρα λοιπόν ως προλετάριος
δεν έχω λόγο
και μερίδιο στη πατρίδα;»

(http://lukestavrou.com/poems/2016-02-28-proletarios/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Τ’ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

    Προσεκτικ κι σάλευτο, βουβ κι φαιρεμένο,
    στ μαρο τσπρο, πάκουο, πηδάει κα περιμένει.
    Στ μαρο τσπρο, σάλευτο, βαθει συλλογισμένο,
    τ
    σκυθρωπ κι μίλητο παιχνίδι λογαριάζει.
    Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, κι λλη σκέψη.


Τριγύρω ο
ξύλινοί του χθρο κι ο πίβουλοι σκοποί τους.


Τί ν
σκεφτε, ν σοφιστε κα τί ν λογαριάσει;
Μς τ στεν τετράγωνα σώθηκεν σκέψη
κι γινε πι μονότονη κα γνώριμη ζωή του.

Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, δια σκέψη!


Τ
σιωπηλ παιχνίδι του μετρ κα λογαριάζει,
μ μως τ ξέρει πς γραφτ σλη εναι τ ζωή του,
ν ρμ μέσα στος ξύλινους χθρούς του κα ν πέφτει,
στ μαρο στσπρο, ρωικά, κοντ στ βασιλιά του.

 MIXΑΛΗΣ  ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τ’ Άλογο του Ομέρ Βρυώνη – Διονύσης Σαββόπουλος

  1. Τ’ ΆΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’ άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ

(Σχεδίασμα του Μαθιού Πασκάλη)

 Ένα λοφίο μια λόγχη ένα δέντρο·

στην άλλην όχθη το άλογο.

 Ανάμεσα κυλάνε σάρκες και αρώματα γυναικών

άντρες μαζί με τις σάρκες, μήτε πρόσχαροι μήτε κατηφείς

αποφασισμένοι

όχι αποφασιστικοί,

αποφασισμένοι από τους άλλους

από τους δυο βασιλιάδες ίσως —

τον έναν που κατοικεί το μπρούντζινο αποτύπωμά του

τον άλλον που κατοικεί το σάρκινο αποτύπωμά του —

από τους δυο βασιλιάδες ίσως

ή το άλογο

με το βάραθρο της κοιλιάς τόσο ανάλαφρα υψωμένο

πάνω στα τέσσερα πόδια

που μας εξαπατούν νυχοπατώντας.

 

Το φοβερό δε φαίνεται ποτέ·

δε φαίνεται το μέγα αγκίστρι που ψαρεύει από το κοκκινωπό βάθρο·

όταν προσέξεις αντικρίζεις το χαμό·

το γαντζουρωτό σπέρμα

που τινάζεται από τα φριχτά αχαμνά του

βαριά σαν αδιάφορο κανόνι σ’ αρχοντικό της Ύδρας,

σπόρο θανάτου

που καρφώνει αλάθευτα τον όποιον σημαδέψει

και τον σέρνει καθώς ο Αχιλλέας τον Έκτορα

ανάσκελα μέσα στη σκόνη

χλωμό γυμνό ντροπιασμένον

μέσα στις κεντητές ρεκλάμες που ανάβουν και σβήνουν

μέσα στους κουρασμένους μηρούς των γυναικών

αυλάκια του έρωτα τελματωμένα·

μέσα στα πυρωμένα λάστιχα και τους αχνούς των αυτοκινήτων

καθώς βαραίνει η ζέστη κι οι στολές παρουσιάζουν όπλα

κι οι μικρές μπρούντζινες σάλπιγγες μείναν ανάερες—

τον φέρνει σίγουρα στην κοιλιά του αλόγου

με την τερατώδη απόφυση του νεκρού βασιλιά στη ράχη

και τα ρουθούνια του που ανοιγοκλούν ανασαίνοντας αηδία.

 

Τελετή αθόρυβη ανάκουστη

προσφορά στον άνθρωπο που κρατούσε τη σφαίρα και το σκήπτρο

προσφορά στ’ άλογο μέσα στον άνθρωπο που χλιμιντρά και ματώνει τα νύχια

και δε χορταίνει μήτε τώρα που ο αναβάτης μετάλλαξε τον ύπνο

τελετή χωρίς ιερατικό βάδισμα μήτε δαυλούς μήτε ιερουργίες

αλλά με τα καθημερινά φερσίματα, τα μικροσκοπικά παθήματα

και τις απρόσωπες χαρές μας,

με τη συνηθισμένη ρυτίδα στο μέτωπο καθώς σηκώνεις το τηλέφωνο που σημαίνει

με το κουρασμένο μάτι και την ξεβιδωμένη χειραψία όταν συναπαντήσεις κάποιον

άρρωστη πομπή με την τάξη του πρόσκαιρα σκηνοθετημένου κόσμου.

Βουκουρέστι, 19. 5. 1939

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ [Γ΄. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ (1931 – 1971;)]

 

 ***

 

  1. «Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

***


  1. Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη

στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

 

Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρός

γύρισα ολόκληρο το κόσμο

των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο

και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρός

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο

και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί ,

η μάχη η φωτιά το αίμα η φωτιά και η αρπαγή

θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

 

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

Το τραγούδι του αλόγου – Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου

 

  1. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

 

Η μουσική: είν’ ένας άγιος

που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.

Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

 

Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα

κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει

ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι

σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο

απερίγραπτο.

 

Όλη η κούραση μου,

όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,

δείχνουν απόβροχο του Μάη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  

 ***

 

  1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

 

Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.

Δεν περάσαν δυό μήνες που γύρισε πίσω

με κομμένο το πόδι του. όταν τον είδε

τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

 

Λίγες

μέρες μετά, το επιτάξανε.

Εκείνο δεν γύρισε.

Κι’ από τότε, όταν ήθελε

να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από

τη ζωή του, κάτι όμορφο

– την Παναγία, το Χριστό ή τον ήλιο

παραδείγματος χάρη –

θυμόταν

αυτό το χλιμίντρισμα.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ

 

Καθώς ανηφόριζε τούδωσε μια

κατακέφαλα ο ήλιος. Σταμάτησε τ’ άλογο,

γυάλισε η κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν

φωτιά τα ρουθούνια του, τεντώθη σαν λάμα

μετάλλινη η χαίτη του, σηκώθηκεν όρθιο,

χλιμίντρισε, πήρε μιάν άγρια στροφή

σαν κόκκινος ίλιγγος, συγκέντρωσε όλη του

τη δύναμη, πήρε κι’ άλλη απ’ τον ήλιο

κ’ οι οπλές του αρχινίσαν, βροχή, να χτυπούν

τη γρανίτινη πέτρα – απώντας τις μαύρες της

φλέβες, σηκώνοντας τούφα τις σπίθες.

 

Τ’ αναμμένα, βαριά πέταλα του, ακουγόνταν

υπόκωφα

ως μέσα

τη μήτρα της γης.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

Νίκος Κυπουργός , Tου αλόγου

 

  1. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΠΥΡΡΟΣ

στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

 

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.

 

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο
τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης.

Μιχάλης Γκανάς-Περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στν Μιχάλη Γκαν

Πάλι τ γνωστ λογο, μαρο κα λαμπερό, στ μικρ πάρκο πέναντι, τν ρα πού, ποις ξέρει π ποιος συμφωνημένο, παψαν ν περνον, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ ατοκίνητα.

 

Μ κοίταξε μασώντας τ πυκν φύλλα το μεσημεριο κα νευε μ κινήματα περήφανά της κεφαλς του σν ν μο λεγε: «Θυμσαι;»

Τ χειρότερο εναι τι βλεπα μία κατακόκκινη νοιχτ πληγ στν ριστερή του παρει κα σταγόνες αμα ν πέφτουν στ ταλαίπωρο χμα, πάνω σε σκουπίδια κα χαρτιά.

 

μως τ παράπονο τς πομονς του παλληκαρίσιο, καυτ πως μεσημεριαν λκή. Μασώντας ατ τ όρατα φύλλα, μπαίνει στν δρόμο κι ρχίζει ν τν διασχίζει ποφασιστικά, τν ρα πο ξεχύνεται, ορλιάζοντας, αρα τς στυνομίας.

 

Στ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατ τ λλα, νέβηκα κι γ στ λεωφορεο, μ τν πόλοιπο κόσμο, τν ρα πο τ λογο σπάραζε κάτω π᾿ τος τροχος κα μ τ βλέμμα ψελνε τν ξόδιο κολουθία.

Αριο, σως ν τ προλάβω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου΄»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

ΤΑΣΟΣ    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 

 ***

  1. ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα

οι επιθυμίες μου

γονάτισαν κάθισαν χάμω

 

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

 

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

 

ο ένας πήγε να βρει το Θεό

ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο

κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

 

***

  1. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

    Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
    η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
    για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
    Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
    την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
    τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
    μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
    ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
    εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

    Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
    αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
    είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
    καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
    στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
    Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
    πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
    σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
    για του θανάτου την παντοτεινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

  1. ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογο μας το μεγάλο

Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

 

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι….
Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δακρυοποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό…

Μην έρχεσαι – μη μπαίνεις –
το παραθύρι κλείσ’το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

***

  1. ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΒΑΛΑ

 

Πομπεύοντας το αδύνατο
με λέξεις
Ανάβοντας ένα φωνήεν,
έρμαιο του αγίου σώματος που λειτουργείται,
να ημερέψει το σκότος

 

Σελώνοντας το τέλος
να διανύσεις πάλι το κενό το ακόρεστο
απ’ την αρχή να ξαναπιάσεις το τραγούδι
το πικρό
ως να γλυκάνει ο τρόμος
«μη
μη με παίρνεις
με γέλασαν
χάρε μη με παίρνεις
της άνοιξης τ’ αηδόνια με γέλασαν
μη
γιατί δεν με ξαναφέρνεις»

Πώς έγινε και μείναμε φτωχοί με τέτοια προίκα
Πώς έγινε και δαπανούμε χιλιάδες τις λέξεις
για να πούμε το σώμα
που ατραγούδιστο εχάθη στον καιρό του

Πώς έγινε και συχνάζουμε πια
στης ψυχής τα υπόγεια
Πώς έγινε κι όλο να φεύγει ο χορός
μακριά από τη μνήμη
Πώς έγινε και ξέπεσε σε δόλωμα το βλέμμα
και σε τρόμο,
εκεί που κατοικούσε κάποτε ο άνεμος
κι η γενναιοδωρία

Πώς έγινε να ξεκρεμάμε κάθε πρωινό
έναν απ’ τους σβησμένους εαυτούς,
να τον ντυνόμαστε κι ας μη μας πάει
κι ας τον μισούμε
όσο μισούμε το φύλλο του ημερολογίου
που μας πετάει ξοδεμένους
στον κάλαθο των ονείρων.

Πώς έγινε κι αντέχουμε την απουσία μας

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Σήματα Λυγρά

 

***

  1. ΤΟ ΠΙΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΑΛΟΓΟ

 Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

 Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου.
Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.

Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντωσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

 Σαράντος Παυλέας, Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981)

 

***

18.ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


Φοβού τους Δαναούς
και δώρα φέροντες

Το ξύλινο αλογάκι
λίκνιζε ρυθμικά τις προσδοκίες μου.
Κινήσεις όλο αυτάρκεια
σε μια καμπύλη σιγουριάς.
Δίχως απόκλιση καμιά
η διαδρομή μου.

Τώρα το άλογό μου δίχως αναβάτη
δούρειος ίππος με πολιορκεί στενά
ξεχύνοντας μνήμες αφηνιασμένες
κι έχετε φύγει όλοι εσείς οι Δαναοί
να μην μπορώ να σας ρωτήσω
γιατί μου ξεγελούσατε το μέλλον
δώρα φέροντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ,  ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ, Πλανόδιον, Αθήνα 1998

 

***

 

  1. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ  ΙΠΠΟΣ
    I
    Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
    όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
    κι είπαν γιατί, κι είπε
    πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
    Κι ύστερα, εκείνος
    έτρωγε ελαφρά τα βράδια
    και μικρός
    είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
    αλογάκι σε λούνα πάρκ.

Τζένη Μαστοράκη

 

 

***

 

  1. ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Πέταλλο βρήκα

αλόγου που κάλπασε.

Ξέρω ποιός λείπει.

*

Καβάλα πήρε

το κέρασμα κι έφυγε

ο ταξιδιώτης.

*

Στεγνά χαλίκια.

Νερά καθάρια. Μακριά – 

τ’ άλογα βόσκουν.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, Το έρημο λυκόφως, χαϊκού

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ, μετ.  Παύλος Μάτεσις

 

*Σημείωση: Η ανάρτηση είναι της καλής μου φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (187ο): «Μαθαίνω»…

 

-«Κάθε μέρα μαθαίνω ν’ απορρίπτω αυτά που πίστεψα χτες»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Να μαθαίνεις»

Όταν φτάσεις κάποτε ν’ ανακαλύψεις

πόσες ακόμα αυταπάτες συντηρούσες
όταν αναγκαστείς ν’ αναγνωρίσεις
κι εκείνα που δεν ήθελες να παραδεχτείς
όταν πέσει και το τελευταίο είδωλο
που πάνω του στήριζες την πίστη σου
τότε μπορεί ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις
πόσο βαθιά πηγαίνουν, πόσο είναι σκοτεινές
οι ρίζες της καθεμιάς σου πράξης.

(«Ποιήματα ΙΙΙ, 1959-1973, εκδόσεις Κέδρος)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 «Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Εγκώμιο στη μάθηση»

«Μάθαινε και τ’ απλούστερα!

Γι’ αυτούς

που ο καιρός τους ήρθε

ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει,  μα συ

να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!

Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!

Μάθαινε, εξηντάχρονε!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε!

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

Μην αφεθείς να πείθεσαι

μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!

Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος

καθόλου δεν το ξέρεις.

Έλεγξε το λογαριασμό

εσύ Θα τον πληρώσεις.

Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι

Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.»

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε»

«Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.

Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε

μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν

οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας

σε πέτρα.. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται

να μάθεις. Έτσι όπως είσαι

εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί

όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,

τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς

τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους

που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε

για όλους τους καιρούς

μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

 

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά

δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.

Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά

Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Αυτό θέλω να τους πω

Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;

ψωνίζουνε τη γνώση για να την πουλήσουν.

θέλουν να μάθουνε πού υπάρχει γνώση φτηνή

που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. Γιατί

να ενδιαφερθούνε να γνωρίσουν ό,τι

ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;

Θέλουνε να νικήσουν.

Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.

Δε Θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,

Θέλουνε να καταπιέζουνε οι ίδιοι.

Δε θέλουνε την πρόοδο.

Θέλουνε την υπεροχή.

Πειθαρχούνε σ’ όποιον

τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.

Θυσιάζονται

για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.

Τι να τους πω, σκέφτηκα. Αυτό

θέλω να τους πω, αποφάσισα.»

(Από τη συλλογή «Ποιήματα», μετάφραση:Νάντια Βαλαβάνη)

 

 

J o r g e    L u i s    B o r g e s, «Μαθαίνεις»

«Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις»

(https://pteroen.wordpress.com/)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά………

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Το μάθημα της χαραυγής»

«Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι να εμποδίζει το όνειρό σας
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θάρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θάρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θάρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στη μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη.»

 

-Γιώργος Θέμελης, «Μαθητεία»

«Μαθαίνεται η Αγάπη,
Μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.

Όπως η θλίψη, όπως η έκσταση.

Τ’ άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν
Σχολείο να μάθουν τη σιωπή,
Την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
Μες σε βαθειά κρησφύγετα.

Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
Μαθήματα αγάπης· δε γράφουν
Τις τέσσερες πράξεις της
Στις πλάκες τους οι πεταλούδες.

Ίσως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν
Λέξεις, ονόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.

Ίσως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
Τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον ερώτα των πραγμάτων.

Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική,
Αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.

Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.»

Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.)

 

 

 -Τόλης Νικηφόρου, «μαθητεία, 1»

«μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα
γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση
ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα
το ωκεάνιο και πάλι άλφα

με τις καμπύλες του
τον κύκλο του
τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο
διαστάσεις του

γύρω απ’ το άλφα περιστρέφομαι
στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε αιώνια μήτρα
πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης

η αρχή της μαθητείας μου
δεν έχει τέλος»

(https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8472.30)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (186ο): «Εγώ – εαυτός»…

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Εγώ»

«Εγώ

Εγώ, σ’ ένα διάστημα πολλών χιλιετηρίδων.

Εγώ, σ’ έναν κόσμο που στοιβάζονται οι άνθρωποι

και διακινούνται καθώς η άμμος. Εγώ,

κάτω απ’ τον ίλιγγο των έξω απ’ τους ανθρώπους

αριθμούς ουρανίων σωμάτων.

Εγώ

είδα τον ήλιο που ανάτειλε.

Εγώ ανέβηκα στο βουνό.

Εγώ είδα τον ουρανό τον κήπο με τα παγώνια.

Εγώ φόρεσα την κόκκινη ή τη μαύρη γραβάτα.

Εγώ διαμαρτυρήθηκα στην αστυνομία.

Εγώ είχα φίλο τον Άι-Γιώργη και τους συγγενείς του.

Εγώ καθάρισα το αίμα των νεκρών και φύτεψα στη θέση του

τίμιο χορτάρι. Εγώ φόρεσα το καπέλο μου

κάτω απ’ τον μέγα ουρανό και σεργιάνισα.

Εγώ ένιωσα, εγώ άκουσα, εγώ είδα

και σείς μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα!

Εγώ κούρντισα το ρολόι.

Εγώ τράβηξα την κουρτίνα.

Εγώ συνομίλησα με των άλλων το πεπρωμένο.

Εγώ ξέχασα τις πυτζάμες μου στο ξενοδοχείο Σάντα-Μαρία.

Εγώ μέτρησα τα χρώματα των λουλουδιών στο Πόρτο

Γερμενό την Άνοιξη.

Εγώ είπα στο στρατιώτη να λυπηθεί τη γυναίκα.

Εγώ μάζεψα τα βότσαλα στη θάλασσα πίσω απ’ το Λένιγκραντ.

Εγώ μεσολάβησα στο Θεό να ταχτοποιήσει τις εκκρεμότητες

με το πλάσμα του.

Εγώ κούρεψα τον έφηβο των Αντικυθήρων.

Εγώ φόρεσα τις κάλτσες μου ανάποδα.

Εγώ σκέφτηκα, εγώ έκαμα, εγώ είπα

και σεις μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα.

Έπρεπε μόνος μου

να το κυνηγήσω με το μαχαίρι, να το γκρεμίσω, ανάσκελα

και να το ρίξω στο ποτάμι το ίδιο που κυλάει

όλα τα περιττά του κόσμου, κατεβάζοντας,

απ’ όλα τα σημεία, σε όλες του τις διευθύνσεις,

τις κάπνιες, τα μαζούτ, και τα πολιτικά σκουπίδια»

(https://thepoetsiloved.wordpress.com/tag/greek-poetry/page/26/)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Ἔρχομ᾿ Ἐγώ…»

«Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!

K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!

Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,  «Ηρθες όταν εγώ…»
«Ηρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατιών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Oχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Aφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»

«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «ΕΓΩ είμαι ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

………………………………………….

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ»

«Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…»

(http://www.poiein.gr/archives/243)

 

 

-Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Ο ΘΛΙΜΜΈΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΌΣ»

 

«Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα

αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –

τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα

– αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,

τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι

που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –

Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,

ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα

και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –

οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,

οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ

πέρα μακριά –

πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,

η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι

εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –

– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω

μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα

μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –

το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

συλλογισμένος,

και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων

τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,

κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,

και σταματώ, θολωμένος

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων

και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,

με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου

πίσω μου

προσμένοντας για μια στιγμή όταν …

Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω

τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο

… κάθε κίνηση παύει

και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,

η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,

τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,

το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη

κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –

όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –

για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα

αμπαζούρ της διανόησης –

Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,

άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο

με δέματα, εφημερίδες,

γραβάτες, όμορφα κοστούμια

σύμφωνα με το γούστο τους

άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια

κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και

ελεγχόμενες κινήσεις –

Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν

τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,

μέσα από λεωφόρους

στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα

των φτωχικών συνοικιών

μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση

αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν

με τόσο πόνο σ’ αυτήν την

εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο

στην γαλήνη

του νεκροκρέβατου ή του βουνού

που κάποτε αντίκρισα

ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα

να έρθει στο μυαλό μου

όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.»

(http://www.poiein.gr/archives/3475)

 

 

-Λένα Παππά, «O εαυτός μου»

«Μου έκαμε πολλά

Πικρά κι ανεπίτρεπτα

Λάθη βουνό.

 

Ξαφνικά κι ολοένα μού έφευγε κυνηγώντας τον

μόλις που τον πρόφταινα

στην άκρη-άκρη του γκρεμού

άλλοτε κρυμμένος

πίσω από μάσκες τερατώδεις με περιγελούσε

με διέσυρε, με ατίμασε

μες στους καθρέφτες όλους, κλέβοντας

τον χρόνο και τον πόθο μου

άσωτα για να τους σκορπίσει

στους κόκκινους ανέμους της παραφοράς.

 

Καρτερικά τον υπόμεινα μισώντας τον

τρυφερά τον κανάκεψα, συγχωρώντας τον

σε αγώνα ματωμένο τον προκάλεσα

τον στόλισα με όνειρα πολύτιμα

τον έσπρωξα στο πηγάδι

τον αγάπησα, τον καταράστηκα

κρυφά τις νύχτες έλπισα κι ευχήθηκα τον θάνατό του.

 

Στο τέλος, σέρνοντας ήρθε, δαρμένο σκυλί

και κούρνιασε δίπλα μου

ραγισμένος απ’ την ηλικία, γυρεύοντάς μου

να γεράσουμε μαζί.»

(«Τα Ποιήματα» Β’ – Λένα Παππά)

 

 

Φερνάντο Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού…»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Χαλίλ Γκιμπράν, «Οι 7 Εαυτοί»

«Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος,
οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβέντιαζαν:
Πρώτος Εαυτός:
Εδώ, σ’ αυτό τον τρελό μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά ν’ ανανεώνω τον πόνο του, τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του, τη νύχτα.
Δεν αντέχω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα.
Δεύτερος Εαυτός:
Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό: να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου.
Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του.
Εγώ θα ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην υποσταμένη μου ύπαρξη.
Τρίτος Εαυτός:
Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο
έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών;
Εγώ είμαι: ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του – που θα ‘πρεπε να σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτο.
Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δε μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή.
Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός – ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης,
να ‘μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτο.
Πέμπτος Εαυτός:
Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων – κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα’ εγώ θά ‘πρεπε κι όχι εσεις, να επαναστατήσω.
Έκτος Εαυτός:
Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές – εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτο.

 

Έβδομος Εαυτός:
Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμιά. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής.
Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;
Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξη εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια – και καθώς η νύχτα πύκνωνε – ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μια χαρούμενη εγκαρτέρηση.
Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας’ σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, Ολα.»

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

 

 

-Ουώλτ Ουίτμαν, «Το τραγούδι του Εαυτού μου»

(απόσπασμα)

«Γιορτάζω τον εαυτό μου, και υμνώ τον εαυτό μου,

Και αυτό που σκέφτομαι θα σκεφτείς,

Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

 

Ραθυμώ και προσκαλώ την ψυχή μου,

Πλαγιάζω και ραθυμώ με την ησυχία μου παρατηρώντας μια λόγχη εαρινής χλόης.

 

Η γλώσσα μου, κάθε μόριο από το αίμα μου, φτιαγμένο από αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα,

Γεννημένος εδώ από γονείς γεννημένους εδώ από γονείς το ίδιο, και οι γονείς τους το ίδιο,

Εγώ, τώρα τριάντα-εφτά χρονών απόλυτα υγιής ξεκινώ,

Ελπίζοντας να μην σταματήσω μέχρι το θάνατο.

 

 

Θρησκείες και σχολεία εκκείμενα,

Αποσύρονται για λίγο, αρκούνται με αυτό που είναι, αλλά ποτέ δεν ξεχνιούνται,

Καταφεύγω για καλό ή κακό, αφήνω να φανερωθεί σε κάθε κίνδυνο,

Η φύση ανεμπόδιστη με αρχέγονη δύναμη.

 

2

 

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,

Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,

Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

 

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,

Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,

Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,

Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

 

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,

Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,

Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,

Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,

Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,

Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,

Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,

Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,

Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

 

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα; Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;

Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;

Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

 

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,

Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),

Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,

Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,

Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.»

 

(Από την Ποιητική Συλλογή του Ουώλτ Ουίτμαν «Το Τραγούδι του Εαυτού μου», Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου, Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ, 2006.)

 

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (185ο): «Φως»…

  1. Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση

σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι

Κ.Π. Καβάφης

 

***

  1. Εδώ το φως Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
    μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι

    Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές γαλάζιες γλώσσες
    στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα μασάνε

Γιάννης Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας

 

***

  1. ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ

Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες
μ’ έτη φωτός, δεν μου λένε τίποτα.
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανή αστέρα.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. Τελευταίο Φως

Πώς θα φύγεις μέσα στην τρελαμένη νύχτα;
Ένα χέρι σφίγγει σα λεπίδα το τελευταίο φως.
Πώς  θ’ αντικρίσεις το χειμώνα
με λίγες μέρες περσινού καλοκαιριού;
Υπάρχει ένα νεκρός σ’ όλο το μάκρος των ματιών
υπάρχει ένας νεκρός αβόλευτος στα ρούχα σου.
Πρωί -πρωί οι οδοκαθαριστές βουλώνουν με κουρέλια
τις τρύπες που ανοίξαν τα φιλιά.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΟ ΦΩΣ

Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις τη ματζουράνα σου

Ούτε μάνα εδώ, ούτε ένα χάδι,
ούτε μια γλυκιά κουβέντα, τα λόγια
φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό τους,
δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν
στους τοίχους καρφωμένα να ψήνονται σαν τα χταπόδια.

Ούτε μάνα, ούτε μια γλάστρα να ποτίσεις,
γλυφό νερό, αρμυρός αγέρας, τα πρόσωπα
παίρνουν μιαν όψη αγάλματος έτσι που δένεται
η σάρκα με τ’ αλάτι-
μα εσύ ακόμα έβγαινες τα πρωινά στο παραθύρι
τυλιγμένη τη ζεστή αντηλιά του ύπνου
και μέσα απ’ την τριανταφυλλιά σου νυχτικιά
ένα ποτάμι φως χυνόταν στη διψασμένη μέρα.

Τόσο σπάταλη στο φως – ίσως το μάντευες
που η αντοχή σου στέρευε.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Λυσιμελής πόθος

Μανώλης Μητσιάς – Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει

https://www.youtube.com/watch?v=BxJXEz7y8YM

  1. Και το ελάχιστο φως

Θέλει ν’ αφήνει ένα μικρό φως πίσω του είτε μπαίνοντας

στο σπίτι του είτε βγαίνοντας, είτε περπατώντας

στην πόλη ή και στην έρημο ακόμη. ξέρει: Ούτε μια

σταγόνα βροχής δεν πηγαίνει χαμένη. Ως και το αίμα

που πίνει, το μετράει η γης (ν’ αποδώσει λογαριασμό).

Κ’ οι στεναγμοί των μαρτύρων φωτίζουν το μέλλον.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

  1. Τά στοιχειώδη

Τό φῶς γιά νά βλέπω καί ν’ ἀγαπῶ

τό βρίσκω παντοῦ: Στό λίγο ψωμί,

στοῦ βουνοῦ τή γυμνότητα, στό λουλούδι τῆς γλάστρας,

στό νερό τῆς πηγῆς, στό γιομάτο εὐγένεια

ἀεράκι πού ἔρχεται καί θωπεύει τήν κούραση

τῶν χεριῶν μου, στό λίγο ἐχέμυθο φῶς

τοῦ σπιτιοῦ μου τή νύχτα, στήν παρουσία

τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου πού προχωρεῖ

στό ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στό ἄξαφνο

ἔγχρωμο βεγγαλικό τῆς φωνῆς

ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) ενότητα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

 

 ***

  1. Το φως

Έγινε σήμερα τόσο

φως

που οι τυφλοί

καθισμένοι στις πέτρες

τ’ ακούν σαν κελάηδημα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  1. ἈποκατάστασηΣ’ ἕναν κόσμο πού τίποτα δέν ξέρει ἀπό φῶς,
    ἦταν βέβαιο πώς δέν θά μέ γνώριζαν.
    Εἶχα ἔρθει ἀπ’ τό μέλλον μέ πρόσωπο
    ἀλλιώτικο κ’ ἐκεῖ πού ὁ πόλεμος λεγόταν
    εἰρήνη, δέν εἶχα τόπο. Ὡστόσο τό μέλλον
    ἐκεῖνο θά ρθεῖ. Κ’ οἱ πύλες θ’ ἀνοίξουν,
    συνοδευόμενη ἀπό παιδικές φυσαρμόνικες,
    νά περάσει ἡ πομπή μέ τήν ποίηση-ἀγάπη
    πού ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα δέν θά πάψει
    νά ραίνει τό χῶμα μέ φῶς

BΡETTAKOΣ, ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΑΜΑΞΙ, 2000

 

***

  1. Κάτω π σκις κα φτα

Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
φυλάξει τὰ δέντρα. Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό…
Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος…
Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
κανεὶς τὰ φαινόμενα…
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

***

  1. Το άλλο φως

Ονειρευόμουν ένα φως
που θα βυθίζεται βαθιά
στων σπλάχνων τη σιωπή
θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης
κι έπειτα θ’ ανεβαίνει σοβαρό
θ’ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες
κι η νύχτα θ’ αγριεύει
άγρια θηρία θα πισωπατούν
δείχνοντας δόντια στραφτερά
Κι εκείνο θα βαδίζει αργά
με τον ρυθμό του πεπρωμένου
ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο
εκεί που κρίνονται τα πάντα
φωτίζονται κι εξαργυρώνονται
ή χάνονται κάτω απ’ το βάρος
του φοβερού φωτός

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005

***

  1. Το φως και το νερό

Νέος αγάπησα το φως

Πώς όμως να το παραβάλω με τ’ ακοίμητο νερό;

Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα

κάτω απ’ το σύννεφο και τον αέρα

Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;

Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!

Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως

με τη νερένια ύπαρξή μου.

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως

 

***
 

  1. Τo φως πλημμυρίζει το σπίτι

Έξω απ’ το παράθυρο στέκει το μακρύ ζώο της άνοιξης
ο διαφανής δράκος από φως ήλιου
περνά γρήγορα από μπροστά μας σαν ατέλειωτο
προαστιακό τρένο – δεν προλάβαμε καθόλου να δούμε το
κεφάλι του.
Οι βίλες της παραλίας μετακινούνται κατά πλάτος
είναι περήφανες σαν καβούρια.
Ο ήλιος κάνει τ’ αγάλματα να βλεφαρίσουν.
Η πύρινη θάλασσα που μαίνεται στο διάστημα
διαπερνά τη γη και γίνεται χάδι.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

TOMAS TRANSTROMER,  Η πένθιμη γόνδολα, μτφρ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Νεφέλη 2000

***

  1. ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ (3)

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο

Ερωτοφωτόσχιστος

Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν

Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Εδώ το φως, Νταλάρας

https://www.youtube.com/watch?v=r8hliBm-TSc

  1. να γυρίζεις στο φως

ποτέ άλλοτε το πράσινο
δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 

 ***

  1. 16. το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινοαπ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα

ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα,

απελπισμένο,

σαν κάτι να ζητούσε,

σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια,

όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του,

αγνοούσα τη φωνή του,

κι έμεινα εκεί αμίλητος

να το κοιτάζω εκστατικά

να αργοσβήνει

κάτω απ’ την πόρτα

στο δωμάτιο του βάθους

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟY

***

  1. πράσινα αινίγματα στο φωςαν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
    και απαλή σκιά
    στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
    κι ακόμη αν ήταν
    ήχος και λάμψη
    πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
    λέξεις κοινές
    κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
    τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
    να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
    στα δέντρα όπως τα φύλλα

    θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
    αινίγματα και μυστικά στο φως

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

***

  1. βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φωςμέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
    φορώντας τις μαγικές τους μπότες
    βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
    κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
    οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
    σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους
    στο χώμα απλώνουν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
    μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
    σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
    με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Χώμα στον ουρανό (1998)

***

19 .  ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ


υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί  το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

***

  1. ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ

από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 ***

21 .  σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

και σταθερά
σαν μια μπουκιά ψωμί στα δόντια
ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν στην ερημιά
για λίγο σ’ άγριες γειτονιές
κι εκεί που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα

προφέρετε τις λέξεις απαλά
με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

TOΛΗΣ  NIKHΦOΡOY

Καλλιόπη Βέττα -Λίμνη το φως

https://www.youtube.com/watch?v=usFz82A5m2o

  1. ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ

Μέρες απλήρωτες
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου
Δείξαν τα δόντια τους
στο ασημένιο πεζοδρόμιο
ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν
για να γεννήσει ο φόβος
μια νέα υποταγή.
Μέρες αγέλαστες
μάζεψαν απ τα σκουπίδια
την αξιοπρέπεια μας
την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα
και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων.
(Μέρες πέτρινες
γυρίζουν ταινία την ζωή μας
-έντονοι διάλογοι
με δάκρυα στα μάτια
της τυφλής παρουσιάστριας-
δεσμεύουν την ελευθερία
στα καμαρίνια
ενός ιδεατού θεάτρου
που δεν παύει να είναι θέατρο).
Μέρες που ξύπνησαν
για να εξημερώσουν την ντροπή
και την ανατολή να ξεπαστρέψουν
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου.
Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι
δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

 

Όλα στο φως – Ελευθερία Αρβανιτάκη

https://www.youtube.com/watch?v=fcnb3MB6yKA

  1. Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα
μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό
που έπαψε να λειτουργεί˙
το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση
ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ,  Άτη – Σκόρπια ποιήματα 2001-2009, Κέδρος 2010
***

  1. Το φωςΚαι στα πιο σκοτεινά λαγούμια
    τα πιο βαθιά
    τα πιο λησμονημένα
    έρχεται κάποτε
    ωσάν σε διάλειμμα
    κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
    θαυματουργό
    παρήγορο
    το φως.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα (1976)

     

     

    *Σημείωση: η ανάρτηση είναι προσφορά της καλής μου φίλης (και συνεργάτιδας στο μπλογκ), Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (184ο): «Ωραίος– α– ο»…

 

-«ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου»
(Γ. Ρίτσος, Ημερολόγιο μιας εβδομάδας)

 

 -Αργύρης Χιόνης, «Το ωραίο καλοκαίρι»

«Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο

ακίνητο ένα καλοκαίρι

φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά

δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;

κανείς δεν ξέρει»

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί»

γιὰ τὴν κυρία Ντονογκά

«Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.

Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»

Κορυτσὰ 1937

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε»

 

«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία

δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική

 

αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης

που και που όταν όλα πάνε καλά

γιατί ακόμα και στον παράδεισο

δεν τραγουδούν όλη την ώρα

 

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει

που μερικοί άνθρωποι

 

πεθαίνουν όλη την ώρα

ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες

στο κάτω κάτω δεν πειράζει

αφού δεν είστε εσείς

 

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας πολυνοιάζουν

λίγα ψόφια μυαλά

στις ψηλότερες θέσεις

 

ή μια δυο βόμβες

που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα

ή άλλες τέτοιες απρέπειες

απ’ τις οποίες

 

μαστίζεται η κοινωνία μας

με τους διακεκριμένους άνδρες της

και τους κληρικούς της

και τους λοιπούς αστυφύλακες

 

και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της

και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της

και τις άλλες δυσκοιλιότητες

που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

 

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος

για ένα σωρό πράγματα

όπως το να κάνεις κουταμάρες

και να κάνεις έρωτα

 

και να είσαι λυπημένος

και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια

και να έχεις εμπνεύσεις.»

(Ανθολογία μπιτ ποίησης, εκδ. Ροές)

 

 

[Ποίημα επιτέλους ωραίο] του Πάνου Θεοδωρίδη

 «Στις βραγιες των οδών, τις λένε και πεζοδρόμια,

Περιμένουν στο πλαστικό δίχτυ οι πατάτες

Και οι κομμουνισταί τις καταριούνται και τις κακομελετούν:

«Των ανηθίκων μηχανισμών αποπαίδια οργώνετε,

Δεν σας συνετίζει η ηλικία του εμπορίου και η σάρκα

Μιάς αξέχαστης τηγανιάς από δεινούς γραικύλους.»

Τότε το ποίημα, το όποιο ποίημα, ωραιώνεται

Αραιωμένο ωσάν μουσικη για Εγγονόπουλο

Από τον Μαμαγκάκη – το πιο άσχημο ίσως είδος προσωδίας

Που εγέννησαν οι τοξόται Κρητικοί,

Μαθημένοι στα σταυροστιχόπλοκα πολιτικά των φρούτα

Του λόγου. Ενώ ο λαός πατατώνεται αβέρτα

Και νοσταλγεί ξεροψημένα αμελετητα του Πόθου.»

 http://www.bibliotheque.gr/article/57594

 

 

 -Σεργκέι Γιεσένιν, «Αντίο ωραίες περιπλανήσεις μου»

«Δε λυπούμαι, δεν κλαίω, δε φωνάζω,
Όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά.
Μες στο χρυσάφι της φθοράς όλο βουλιάζω,
Δε θα ‘μαι νέος πια ποτέ ξανά.

Αλλιώτικα πια θα χτυπάς, καρδιά μου, τώρα,
Που το κύμα σε αγγίζει της κρύας παγωνιάς,
Κι η στρωμένη με της λεύκας το βαμβάκι χώρα
Δε θα σε προκαλεί ξυπόλυτος να τριγυρνάς.

Αλήτικη διάθεση, όλο και πιο αραιά
Ταράζεις για λίγο στα χείλη τη φωτιά.
Ω, για πάντα χαμένη μου φρεσκάδα,
Αίσθημα του πάθους, του ματιού αγριάδα.

Τώρα πια οι επιθυμίες έχουν στερέψει.
Ζωή μου, ή μήπως σ’ έχω ονειρευτεί;
Σάμπως σε ροζ άλογο να έχω τρέξει
Μέσα από την άνοιξη ένα πρωί.

Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί,
Απ’ του σφένδαμνου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά…
Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί,
Που του έλαχε ν’ ανθίσει και να πεθάνει μια φορά.»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ»

«Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.

Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.

Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.

Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου

μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι

στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,

φορώντας τις λευκές σου μπότες.»

(Γιάννης Ρίτσος, Στο Υπερώον της ποίησης, Κέδρος)

 

 

-Νίκος Δασκαλόπουλος, «Τι ωραίο που είναι να γράφεις»

«τι ωραίο που είναι να γράφεις.
πως το ανακάλυψαν;
πριν την ιστορία,
πριν την αφήγηση,
πριν την φαντασία,
την κατάθεση,
τις εικόνες,
τις μεταφορές,
τους συμβολισμούς,
πριν, πολύ πριν.
πως το ανακάλυψαν πόσο ωραίο
είναι να γράφεις, απλά για να γράψεις.
πόσο όμορφη είναι η γραφή, οι λέξεις,
τα γράμματα.
τι ένιωσε ο πρώτος που τα είδε όλα αυτά,
ως τέχνη;
αμφιβάλλω ότι ήταν ένας.
ήταν πολλοί, την ίδια στιγμή,
χωρίς να γνωρίζονται.
και κοίταξαν και είδαν.
η γραφή είναι κάτι παραπάνω από γραφή.
γιατί να γράψω για να εκφραστώ;
να γράψω, για να γράψω.
κοίτα τα κόμματα, πως χωρίζουν τις λέξεις.
κοίτα τα μόνα τους.
το κόμμα μου μοιάζει αβοήθητο. σαν ένας
άνθρωπος που κρέμεται στον γκρεμνό, και το θέλει.
δεν χρειάζεται βοήθεια
γιατί δεν πρόκειται να πέσει,
δεν θέλει να πέσει
και αντέχει το βάρος του,
απλά του αρέσει να κρέμεται στο κενό.
κοίτα τα αποσιωπητικά.
ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί πόσο ζωντάνια
δίνουν στον γραπτό λόγο.»

(http://www.poiein.gr/archives/31717/index.html)

 

 

-Ο. Ελύτης, [Ήταν ωραίο παιδί]

«Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!…»
(Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο…», Ίκαρος

 

Post Navigation