Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (158ο): «Έρημος – ερημιά»…

 

-«Όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου/ σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια»

(Ν. Καρούζος)

 

 

«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ»

«Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

– Νίκος Καρούζος,  «Ἕνα ἔρημο ἄνθος»

«Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα».

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Έρημος σταθμός»

«Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φάνεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 2ος, Κέδρος

 

 

 

-Τ. Σ. Έλιοτ, «Έρημη χώρα»

(απόσπασμα)

Α΄  Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

(Τ.Σ. Έλιοτ, Έρημη χώρα», μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

 

-Ηλίας Λάγιος, «Η Έρημη Γη»

(απόσπασμα)

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….

(Η. Λάγιος, “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ)

 

 

 

-Γ. Θέμελης, «Ερημία»

«Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.»

(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο φιλοξενούμενος της ερημιάς»

 Πέθανες πριν δεκατέσσερα χρόνια.

Σου παραχώρησε η μητέρα μια ρίζα βελανιδιά

και τον ορίζοντα προς τη θάλασσα

να με δεις που θα επέστρεφα.

Με περίμενες πάντοτε, κ’ ήσουνα ήσυχος.

Είχες μια πίστη σ’ εμέ τόσο ακλόνητη-

όπως την πέτρα που κρατάς στο κεφάλι σου.

«Σας εύχομαι» μούργραφες «ο πατήρ σας

υγείαν, ειρήνην και αγάπην». Δικό σου

δε μούμεινε τίποτα. Κράτησα μόνον αυτό

το «ειρήνην και αγάπην». Το στήθος μου

είναι ένα άσπρο τετράγωνο φάκελλο.

Κι’ αυτό το κάνω τώρα. Πηγαίνω

Και φέρνω το γράμμα σου.

Δεν ξέρω τι με ήθελε η πίστη σου.

Δεν ξέρω αν αυτό σε αναπαύει.

Δεν ξέρω αν σου είπανε. Έγινα

ο ταχυδρόμος της αιωνιότητας.

ΙΙ

Τρεις μεγάλες βελανιδιές μου μιλάνε με τρεις

αδιάκοπους ψιθύρους. Σ’ έχουν βάλει στη μέση,

σε φυλάνε απ’ τους κεραυνούς. Το φθινόπωρο οι σαύρες

ανοίγουνε δρόμο στα κίτρινα φύλλα

που πέφτουνε πάνω σου. Και τ’ άγρια λουλούδια

σα νάχουν βυθίσει τις ρίζες τους μες

στης καρδιάς σου το φως, είναι μες στη διαφάνεια τους

παράξενα όμορφα. Κάτι σαν καλοσύνη

ή σαν λόγια παιδιού. Σα νάναι απ’ τα ίδια,

μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που μοιράζω

τώρα στον κόσμο.

ΙΙΙ

Έμεινες μοναχός ανάμεσα στα σύμβολα μου,

εδώ, στο προαύλιο της μικρής εκκλησιάς και

δεν ξέρω

αν βγαίνει ο Αη- Γιώργης τη νύχτα κι αλλάζετε

λίγες κουβέντες. Γιομάτος ευγένεια

γραμμής και σιωπής, παραστέκει ο Ταΰγετος.

Δεν έμεινε άλλος εδώ να σε νοιάζεται.

Κι εγώ θα σ’ αφήσω.

Είναι Σεπτέμβριος

του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ.

Εγώ βρίσκομαι ακόμα πάνω στη γη.

Εγώ ψάχνω να βρω την πορεία του κύκλου,

ψάχνω το νόημα να βρω του φωτός,

το φως του νοήματος. Δεν είμαι ζωσμένος

το ουράνιο τόξο. Έχω μια ζώνη

λύπης στη μέση μου κι έχω αυτό το κλειδί

που μου πέρασε ο ήλιος.

Εγώ προσπαθώ

ν’ αποκαλύψω την άγια γραφή

του στερεώματος.

IV

Ανεβαίνοντας στο άλογο, σαλεύω το χέρι

χαιρετώ την ειρήνη σου. Βιάζεται ο χρόνος.

Γυρνώ κάθε τόσο το κεφάλι μου φεύγοντας.

Στο βάθος ο βράχος μακραίνει ολοένα.

Τα σύννεφα πάνε κ’ έρχονται πάνω σου

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Θανάσης Πάνου, «Ασκητής εν τη ερήμω»

Και μέσα στην πιο αφιλόξενη έρημο, στα άχραντα στήθη σου τα μαρμάρινα και αν σήκωνα τα βλέφαρά μου , τα κόκκινα, με τσίμπλες από πόθο βλέφαρά μου, θα με ερωτευόσουν στην στιγμή, αν έβλεπες τον ηλιοκαμένο πόθο μου, φαλό ξεροκαμένο πορθητή ενός ιππότη δον Κιχώτη καμηλιέρη» …

Στον πειρασμό ενός Αγίου Αθανασίου, η περιγραφή του πόθου δεν μπορεί παρά να είναι ερωτική γιατί ως γνωστόν ο έρωτας όποιας μορφής στην έρημο και αν ζεις, δεν σε αφήνει ήσυχο να αγιάσεις. Ακόμα και μέσα σε νερόβραστες φακές, στην πιο αυστηρή νηστεία σου, κυκλοφορεί προκλητικά και ξεπροβάλει αιφνίδια, ως σε πειρασμό αρμόζει, η ηδονή, κόρης παρθένας ή πόρνης χορεύτριας με σκέλια ορθάνοικτα και αυτή είναι της ποίησης η όαση του καμηλιέρη ο πόθος.

(Πηγή: http://fractalart.gr/thanasis-panou-9/)

 

 

Πες το με ποίηση (157ο): «Τοίχος – τείχη)…

 

-«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να `ναι κι από αίμα.

Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,

μπορεί να `ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο…»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

 

 

-«Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,

αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας»
(Μ. Αναγνωστάκης)
 

 -«…Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια  κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή
Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα…»

(Γ. Ρίτσος, «Αποχαρετισμός»)

 

 

 

 

 

-«…ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι.-.

σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει—

σχεδόν Τα Τείχη.»!

(Νίκος Καρούζος)

 

 

 

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Ο ΤΟΙΧΟΣ»:

 

«Τον τοίχο είχα απέναντι/ τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.

Καθόμουνα και τον κοίταζα.

 

Σε κάποια στιγμή,/ τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,/ ένα γκρίζο, γυμνό τοίχο –

και για κάποιον/που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε.»

 

 

 

 

-Ρόμπερτ Φροστ, «Mending a wall»

«Πριν χτίσω έναν τοίχο θα

ρωτούσα
τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω

απέξω
και ποιον ενδεχομένως θα

προσβάλλω.»

(http://stigmalogou.blogspot.gr/)

 

 

-Μ. Μαλακάσης, «Σὲ τέσσερους τοίχους» (ἀπόσπασμα)

Περπατώντας τὴ νύχτα
Μ᾿ ἀρέσει ἐσὺ νὰ μὲ χτυπᾷς, χινοπωριάτικη βροχή,
Καὶ νὰ δροσίζεις τὸ γυμνὸ τὸ μέτωπό μου,
Σὰν μέσ᾿ ἀπὸ μίαν ἄβυσσο τὰ᾿ ἀργό μου βῆμα ν᾿ ἀντηχεῖ
Καὶ νὰ διαλύεμαι στὸ νερὸ τοῦ φωτισμένου δρόμου.

 

 

 

 

-Μ. Σαχτούρης, «ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ – Ἡ σκηνή»

«Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

 

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, »Ο εντοιχισμένος»,

Απόλυτη ακινησία όπως σε παλιό φωτογραφείο

για να πετύχει ο εντοιχισμός

να μείνει το αρνητικό της τελευταίας έκφρασης

που γι’ άλλους θα ‘ναι η πρώτη

άμμος κι ασβέστης, νερό, χαλίκι

παχύ τσιμέντο που καλύπτει τα κυρτώματα

σκεπάζει την κάθε χαραγή.

‘Επειτα λιώνοντας αργά μέσα στον τοίχο

πίσω από πλίθρες, κοτρώνια, τούβλα

πελεκημένες πέτρες, μαρμαρόπλακες

ή από την καλή μεριά πίσω απ’ το κονίαμα

τις ριπολίνες, τους σαγρέδες, τα πλαστικά

φτάνεις να γίνεις όχι μια μαλακή φουσκάλα

σαν κι αυτές που σπάγαμε όταν φούσκωνε η μπογιά

μα ένα κενό κορμιού με χτιστό περίβλημα.

Υπάρχουμε έτσι σαν ανθρωπόμορφα κοιλώματα

στο εσωτερικό μαντρότοιχων, Μακρών Τειχών

ή μεσοτοιχιών διαμερισμάτων -το γκρέμισμά τους

αντί να μας ελευθερώνει μας εξαφανίζει.

(στον τόμο: Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα, εκδ. Στιγμή)

 

 

 -Κλείτος Κύρου, «Τα τείχη»

Τα τείχη πάντοτε διασώζουν την υπεροχή τους αγγίζεις
Τα χαλάσματα πιάνεις τις πέτρες τους ζεστά πουλιά
Μέσα στη χούφτα σου καρδιοχτυπούν ο ήλιος φλογερό
Ξυράφι αναρριχάται στις επάλξεις τα τείχη κάποτε
Σε προφυλάγαν ήταν απόρθητα με την τριπλή σειρά τους
Και το νερό μες στο χαντάκι όπου κοβόταν η πορεία
Της φωτιάς είχες το αίσθημα της προστασίας τα τείχη
Δίναν μια προέκταση στην ύπαρξή σου ήταν δυσπρόσιτα
Στο μάτι και στο αυτί παντού σε κρύβαν πολεμίστρες
Ακόμα πίστεψες πως θα υπερφαλαγγίζαν και το χρόνο

Τα τείχη ωστόσο σήμερα παρέχουν κάποιαν άλλη
Προστασία που πάλι βρίσκεται μες στον προορισμό τους
Σήμερα ο εχθρός φόρεσε άλλες στολές ο αμυνόμενος
Άλλαξε τακτική συμπτύχθηκε κάτω απ’ το χρόνο
Μες στα χαλάσματά τους κρύβονται φονιάδες κατοικούνε
Γύφτοι βρίσκουν άσυλο οι εραστές σα σουρουπώνει τα μικρά
Παιδιά αποπατούν πουλιά και ζώα φωλιάζουνε ολονυχτίς

Τα τείχη θα σε προστατέψουν ακόμα κι όταν πλήξεις
Από το μεγαλείο τους τα τείχη σού προσφέρουν πάντοτε
Μια προστασία αδιάφορο ποια θα ‘ναι συ θα την καθορίσεις

(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, ΑΓΡΑ)

 

 

 

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Τείχη»

 

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)
 

Πες το με ποίηση (156ο): «Γυρισμός – επιστροφή»

-Κ. Καρυωτάκης, «Γυρισμός»

«Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ’ ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.

Κάτου απ’ την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κ’ ηδονεύεται και σαν νυμφίον ακαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.

Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ’ ονειροφώς πλημμύρα.

Aσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!»

(Άπαντα Καρυωτάκη, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

 

 

-ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ, “Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ”

Όταν στ’ ανάκτορα βρέθηκε νεκρή, χωρίς σημεία να δείχνουνε ότι ο θάνατος δεν ήταν φυσικός, η Ιφιγένεια, που είχε επιστρέψει, μας έκανε εντύπωση ότι δε ζήτησε στις υποψίες μας να αρνηθεί

                                                                             (Αποσπάσματα απ’ την κατάθεση)

 ***

«Μου φάνηκε περίεργο σαν είδα τη ρυτίδα

Δίπλα στο στόμα της Ηλέκτρας

Τη ρώτησα

Πέρασε λοιπόν από το φόνο τόσος καιρός;

«Έχω έτοιμα τα νομίσματα», μου λέει, «μόνο μη μου το πεις

Τώρα έτσι θυμούνται ή ξεχνούν»

Κι έλυνε με βία τα παπουτσάκια της τα παιδικά

«Θέλω να μου τα βάλεις», λέει,

«Εγώ μόνον προσπάθησα να δοκιμάσω αν μ’ αγαπούν»

 

***

«Πρέπει να υπερασπιστώ», είχε πει,

«Κι ο τρόπος δεν είναι ν’ ακολουθείς»

 

***

 Από πολλά χρόνια είμαστε μια οικογένεια νεκρών

 Ο πατέρας μου ζει κάτω από ένα δίχτυ

 Όταν σπαρταρά

-΄Οσο περνάει ο καιρός πιο σπάνια και ολότελα ξαφνικά ακούς

 να χτυπάει πάνω στο βαμμένο κατάστρωμα του καραβιού,

 εκεί που τ΄ακουμπήσαμε στη σκια-

 Τα μικρά ψάρια που ανασαίνουν απ’ την πληγή τους

 Σκορπίζονται

 Από τις τρύπες που δε φροντίσαμε πριν

 Η μητέρα μας ανοίγοντας τα πόδια της

 Άφησε τη θάλασσα να περάσει

 Στην αντίκρυ μεριά του Ισθμού

 Εμείς τότε παίζαμε με τ’ αδέλφια μου στην αμμουδιά.

 

***

-Κατεβαίνοντας τη σκάλα συναντήσατε τον άνθρωπο

  που έφερνε την επιστολή;

-Ο διάδρομος έστριβε και έμενε πάντοτε ένα κενό

  που φαινότανε από κάτω η αρματωσιά της οικοδομής

 

***

Μια μέρα την είδα που φώναζε τους βαρκάρηδες

Να ανασύρουν το πτώμα μου απ’ το βυθό

Κρατούσε ένα σφουγγάρι στα χέρια της

Και το περνούσε μαλακά σ’ όλη την επιφάνεια

Φροντίζοντας τα μαλλιά μου ν’ απλώνονται ως την άκρη

Κυματιστά

Είχε γύρω της-με διπλωμένα τα γόνατα-

Ένα σωρό παιδιά

Αλλόκοτα

Πιο σκούρα

Και τους έδειχνε τον Ορέστη να φεύγει

Καθώς στο πλακόστρωτο μεγάλωναν ολοένα

Τα βρεγμένα του πέλματα

Όσο εκείνος γινότανε πιο μικρός

 

***

Το θέμα δεν είναι η επιστροφή

Η οριστική αναγνώριση

Που μας έφερε ως εδώ

 

***

«Συνεχώς μετατίθεσαι», είχε πει μια φορά,

«Όλοι στο βάθος ζητούμε να περιποιούνται τα σώματά μας

Όπως αυτοί»

Και μου έδειξε τότε την κρύπτη

«Ίσως περισσότερο κι από σένα τους χρειάζομαι

Δεν έπρεπε να ‘ρθεις»

 

***

    Σ’ αυτό το σημείο η Ιφιγένεια, ενώ εμείς περιμέναμε να

κλείσομε πια, ανεβάζοντας τα χέρια στο στήθος της προχώ-

ρησε ως το παράθυρο που ακούγονταν η βοή της γιορτής

 

Κόρες του βασιλιά

Κόρες του βασιλιά

 

Στο μέρος της καρδιάς μου ακούμπησα

Για να επιτύχω ένα αποτέλεσμα οριστικό

Το ξίφος δεν είχε λαβή

 

Μπορώ ακόμη να κερδίσω καιρό.»

(Πηγή: https://antonispetrides.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργος Σεφέρης «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Ο γυρισμός των εξορίστων»

«…Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις, νησιά βρέφη της τρικυμίας

βύζαξαν τόσο αίμα, τόσον πόνο…

Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις – Μα εσύ ναύτη

όταν ζυγώνεις στους στιφούς κάβους της αρετής,

εκεί που τα νερά είναι δύσκολα, χαμήλωσε το βλέμμα

κι όρθωσε τα κουπιά, να χαιρετίσεις

αυτούς που δεν κουράστηκε ποτέ το μεγαλείο τους

[…]

Μια δυνατή αίσθηση ταράζει τον αγέρα.

Χτυπούν φτερά καλοκαιρινών αναστημένων

μια δυνατή αίσθηση – Όμως εσείς αισθάνεστε;

στ’ αλήθεια πέστε μας αισθάνεστε,

μ’ αυτά τα μάτια που σας ράγισαν

μ’ αυτό το δέρμα που σας έξυσαν

με τα σπασμένα κόκαλά σας

τραβέρσες στις γραμμές τόσων παραλλήλων;

 

Κι εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε,

εμάς που δεν τολμήσαμε

τίποτα πέρα από μια τύψη

τίποτα πέρα από έναν πόνο,

εμάς που μόνο να αγαπούμε ξέρουμε, άραγε θα καταδεχτείτε

να μας αγαπήσετε, θα καταδεχτείτε;

-…κι αυτοί βουβοί και σοβαροί ξεμπάρκαιναν από τα σκού-

ρα πλοία τους

κρυφοδαγκώνοντας με οργή τα ξεσκισμένα χείλια τους που

ετρέμαν.

Ξέραν αυτοί τι θρίαμβο κλείναν στην καρδιά,

τι ίλιγγο αγάπης».

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Επιστροφή απ’ το φαρμακείο (Τάσος Λειβαδίτης)

 «Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς — η μητέρα είχε πονοκέφαλο,
……θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο,
……τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

 

 

 

Γιάννης Ρίτσος, «Η επιστροφή τής Ιφιγένειας» (απόσπασμα)

[…]
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι
ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους
που φεύγουν κι αυτοί∙ — κυκλοφορούν με φυσικότητα
ανάμεσα στο θάνατό τους.
Το πιρούνι ή το κουτάλι
βρίσκει το στόμα τους αλάθευτα, χωρίς δισταγμό, χωρίς παύση,
ενώ σιμά τους, πλευρό με πλευρό, οι πεθαμένοι
κοιτάζουν τις μηχανικές κινήσεις των χειλιών τους, χωρίς να τρώνε εκείνοι. Και το μήλο
πούχε κυλήσει κάτω απ’ το τραπέζι κ’ ύστερα
κάτω απ’ τον καναπέ κ’ εξαφανίστηκε — πιθανόν σε μια τρύπα στο πάτωμα
ή μέσα στον τοίχο, — τόχε κλωτσήσει με το πόδι του ο μικρός πεθαμένος
κ’ ίσως το βρήκαν στο δρόμο τα παιδιά, μες στη λιακάδα,
και το μοιράστηκαν δαγκώνοντας με τη σειρά τους ένα-ένα —
λογής-λογής αποτυπώματα δοντιών, — κ’ είταν εκείνο το ίδιο
που βρήκαμε προχτές στον κήπο μέσα στις ξερές πευκοβελόνες.

Τι περιμένουμε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την ερήμωση; Τι περιμένουμε ακόμη; —
γιατί (δεν ωφελεί να το κρύψουμε): περιμένουμε ακόμη
πίσω απ’ την πόρτα, πίσω απ’ τα ρούχα μας, πίσω απ’ το θάνατό μας,
πίσω απ’ τα μάτια μας, μέσα στο κυμαινόμενο σκοτάδι,
μέσα στις γερασμένες κάμαρες με τις μακριές, ετοιμόρροπες κουρτίνες
κατεβασμένες μ’ έμφαση ως κάτω, για να δείχνουν
ότι τάχα δεν περιμένουμε.
[…]
(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, Στ’ Τόμος)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Επιστροφή ενός εξόριστου»

«Σ’ ένα χαράκωμα ζήσαμε χρόνια
στριμωγμένοι, άγρυπνοι, πάντα έτοιμοι
γιατί από παντού ερχόταν ο εχθρός.
Και κάθε μέρα πληθαίναν οι νεκροί.
‘Αλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες,
άλλοι πεθαίναν απ’ αρρώστειες,
άλλοι χάνονταν σε μυστικές αποστολές
δεν ξανακούγονταν ποτέ.
Κι όμως είχαμε συνηθίσει.
Στενός ο χώρος, πολύς ο θάνατος, μεγάλη η πίστη
οι κινήσεις σχεδόν καθορισμένες
οι συνομιλίες χαμηλόφωνες μα προσιτές
ισοπεδωμένες ανάγκες κι απολαύσεις –

 

Και τώρα εδώ πώς ξαναρχίζεις;
Σ’ αυτή την άπλα που σε πνίγει
εδώ μέσα στο πλήθος που βασιλεύει η μοναξιά
που οι χειρονομίες είναι απεριόριστες
και δεν υπάρχει παραλήπτης,
άοπλος, αβοήθητος, χωρίς το σώμα
έστω και του νεκρού συντρόφου σου που σε προφύλαγε
μες στις ατέλειωτες επιθυμίες
και τους πολύπλοκους κοινωνικούς μηχανισμούς.

Εδώ, στην πόλη αυτή, πώς συνηθίζεις;»

(Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα, II, Κέδρος)

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Ἐπιστροφή»

«Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.

-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.

Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφή από τους Δελφούς»

Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.

Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,

μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες

τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν

ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν

τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος

συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος

Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε

φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,

ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,

σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε

σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε

πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός

ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο. Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχος

στό πλάϊ μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,

κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.

Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,

κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε

τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας

θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας

χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι

μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;

Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται

καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη

ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως

νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα

καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια

καί λουλούδια στά χέρια τους.

(Καί γιά πρώτη φορά

νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν

ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις

πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;

Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).

Ἄς μή τελειώσει!

Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν

οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,

σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια

καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ

εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,

κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,

ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις

συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε

πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της

νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε

κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι

τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν

παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,

πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,

τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ

δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος

πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:

«Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;»

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν

τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα

κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε

ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!

Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν

δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε

λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!

(από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι”)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφές»

«Επιστρέφω συχνά στη γενέθλια γη μου.

Εκεί, με βλέπει η χλόη, με ακούει

το χώμα, γνωρίζω τρεις λέξεις ανέμου.

Τα τοπία της είναι σα μιάν αγκαλιά που

με παίρνει’ κ’ ενώ ταλαντεύεται το κεφάλι μου

αστήριχτο, πέφτουν τα χέρια μου όπως

τα χέρια του Ιησού στους φιλεύσπλαχνους

ώμους του Ιωσήφ, μετά την αποκαθήλωση.»

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος,   «Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό»

«Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (155ο): «Μοίρα – Τύχη – Πεπρωμένο»

 

  • ΜΟΙΡΑ

 

-«Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ’ εμείς.»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

 

 

-«Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια….»

(Κ. Καρυωτάκης, «Ανδρείκελα»)

 

 

 

 

-Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.

Θεογονία Ησιόδου

Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι’ άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ’ ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ’, Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ’ άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ’ αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

(Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.)

 

 

 

 

-Ορφικός ύμνος Μοιρών:

Μοῖραι ἀπειρέσιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης, κλῦτέ μου εὐχομένου, πολυώνυμοι, αἵτ᾽ ἐπὶ λίμνης οὐρανίας, ἵνα λευκὸν ὕδωρ νυχίας ὑπὸ θέρμης ῥήγνυται ἐν σκιερῶι λιπαρῶι μυχῶι εὐλίθου ἄντρου, ναίουσαι πεπότησθε βροτῶν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν· ἔνθεν ἐπὶ βρότεον δόκιμον γένος ἐλπίδι κοῦφον στείχετε πορφυρέηισι καλυψάμεναι ὀθόνηισι μορσίμωι ἐν πεδίωι, ὅθι πάγγεον ἅρμα διώκει δόξα δίκης παρὰ τέρμα καὶ ἐλπίδος ἠδὲ μεριμνῶν καὶ νόμου ὠγυγίου καὶ ἀπείρονος εὐνόμου ἀρχῆς· Μοῖρα γὰρ ἐν βιότωι καθορᾶι μόνη, οὐδέ τις ἄλλος ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου, καὶ Διὸς ὄμμα τέλειον· ἐπεί γ᾽ ὅσα γίγνεται ἡμῖν,

Μοῖρά τε καὶ Διὸς οἶδε νόος διὰ παντὸς ἅπαντα. ἀλλά μοι εὐκταῖαι, μαλακόφρονες, ἠπιόθυμοι,   Ἄτροπε καὶ Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ᾽, εὐπατέρειαι, ἀέριοι, ἀφανεῖς, ἀμετάτροποι, αἰὲν ἀτειρεῖς, παντοδότειραι, ἀφαιρέτιδες, θνητοῖσιν ἀνάγκη· Μοῖραι, ἀκούσατ᾽ ἐμῶν ὁσίων λοιβῶν τε καὶ εὐχῶν, ἐρχόμεναι μύσταις λυσιπήμονες εὔφρονι βουλῆι. {Μοιράων τέλος ἔλλαβ᾽ ἀοιδή, ἣν ὕφαν᾽ Ὀρφεύς}

 

*Μετάφραση:
(Ώ Μοίραι αναρίθμηται, αγαπητά τέκνα της μαύρης Νυκτός, ακούσατε την προσευχήν μου σείς με τα πολλά ονόματα, πού κατοικείτε επάνω σε λίμνη επουράνια όπου λευκό νερό στάζει από νυκτερινή ζέστη στον σκιερό μυχό ωραίου φκιασμένου με καλά λιθάρια σπηλαίου, και πετάτε εις την απέραντη γή των ανθρώπων, από όπου βαδίζετε προς το ανθρώπινο δουλικό γένος με ανεκπλήρωτη, κενή ελπίδα, αφού σκεπασθήτε με πορφυρά λεπτά ενδύματα, εις την μοιραίαν πεδιάδα, όπου το άρμα πού κρατεί όλην την γήν το καταδιώκει ή δόξα. πλησίον εις το τέρμα της δίκης (της δικαιοσύνης) και της ελπίδος και των φροντίδων, και εις τον πανάρχαιον νόμον της απέραντου αρχής πού κυβερνάται με καλούς νόμους.
Διότι μόνον ή Μοίρα βλέπει τα συμβαίνοντα εις τον βίον των ανθρώπων, ούτε κανείς άλλος από τους αθανάτους, πού κατέχουν τάς κορυφάς του χιονοσκεπούς Ολύμπου, (βλέπει τα συμβαίνοντα εις τους ανθρώπους), καί το τέλειον μάτι του Διός επειδή όσα συμβαίνουν εις ημάς (τους ανθρώπους) τα γνωρίζει εξ ολοκλήρου όλα ή Μοίρα και ο νους του Διός.
Αλλά ελάτε δι’ έμέ σείς αι αερινές, αι ευμενείς με την ήπιαν διάθεσιν, σεις η Άτροπος η Λάχεσις καί η Κλώθω, πού έχετε καλόν πατέρα, αι νυκτερινές, αι αφανείς, αι αμετάπειστες, αι πάντοτε σκληρές, πού δίδετε τα πάντα καί αφαιρείτε την ανάγκην από τους θνητούς
ώ Μοίραι, ακούσατε τάς ίδικάς μου ιεράς προσφοράς και τάς προσευχάς, καί ελάτε εις τους μύστας με χαρμόσυνη διάθεσι και αποδιώξατε την λύπην.)

 

 

 

Γιώργος Σεφέρης, “Η μορφή της μοίρας”

Η μορφή της μοίρας πάνω από τη γέννηση ενός παιδιού,

γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,

γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν

και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας

μαυρομαντιλούσας

χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα

και στήθος άσπρο σαν το γάλα

κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος

πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν

καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δύχτια

κι όταν ακόμα αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το

λάκκο των κυμάτων,

σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους

ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,

γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,

γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος, από τη γυναίκα

που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε

καθόλου να μιλήσει,

γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;

Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,

ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια,

ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;

Άφησε μη ρωτάς, τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι

γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,

άφησε μη ρωτάς, περίμενε… το αίμα, το αίμα

ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άη- Γιώργη τον καβαλάρη

για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Σκοτεινή μοίρα»

«εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα»

(Από τη συλλογή Το μαγικό χαλί (1980)

http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2010/01/blog-post_25.html)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «La Forza del Destino» (Η δύναμη της μοίρας)

Μαθηματική απόδειξη του Ezra Pound

In tempore senectutis ένας άνθρωπος
φουντωμένος απ’ τις λαλιές ερημωμένος
αντιλαλεί στα βρεφικά χαράματα – που ο ήλιος
άβγαλτος ωθεί τη διαύγεια
καταπάνω με ουράνια δύναμη –
πιασμένος απ’ την ερινύα ο γενειοφόρος πετεινός
αντιλαλεί: Mortalitas, τον πιο καθάριο ήχο.
Ένας άνθρωπος αληθειανός κι αντρειωμένος.
Όταν πηγαίνω στο ποτάμι τον βλέπω πάντα εκεί
κανείς ακόμη δεν τον έβγαλε απ’ το νερό –
με τα ρούχα του
τα παπούτσια του
το καπέλο του
τον βλέπω πάντα εκεί
πνιγμένο.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

 

 

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Μοῖρες»

Nous sommes rendues a la lumiere du jour; A
La verite, nous ne sommes plus des personnes.
SECOND FAUST

Ἀργά, βαρειὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
Μέσ᾿ ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
Ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
Κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
Τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

 

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
Πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
Μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
Καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μέσ᾿ ἀπὸ τὸν Ἅδη,
Φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

 

Ποῦ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
Μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

(Μ. Μαλακάσης, Άπαντα, εκδ. ALVIN REDMAN (HELLAS)

 

 

 

-Πωλ Βαλερύ, «Η Νεαρά Μοίρα»  (οι πρώτοι στίχοι)

«Ποιος είναι που κλαίει αν όχι απλώς ο άνεμος,/ Αυτή τη μοναδική ώρα με τα απόλυτα διαμάντια;.. Όμως ποιος/ Κλαίει, τόσο κοντά στον εαυτό μου στα πρόθυρα δακρύων;/
Τούτο το δικό μου χέρι, ονειρεύεται πως χτυπάει τις δυνατότητές μου/ Αφηρημένα ενδοτικό σε κάποιο βαθιά κρυμμένο τέλος/ Περιμένει για ένα δάκρυ να λιώσει από την αδυναμία μου/ Και, βαθμιαία να διαιρεθεί από τα άλλα πεπρωμένα μου/ Για την αγνότερη να φωτίσει μια σπασμένη στην σιωπή καρδιά/ Ο αφρός μουρμουρίζει σε μένα στην σκιά της μομφής/ Ή αποσύρεται παρακάτω, στα βραχώδη φαράγγια/ Όπως κάτι απογοητευμένο, μεθυσμένο στην πικρία/ Η φήμη του θρήνου και της αυτοσυγκράτησης/ Τι ψάχνεις εσύ, όρθιε, ανυψωμένε; Και αυτό το χέρι του πάγου/ Και τι ρίγος από ένα σβησμένο φύλλο/ Επιμένει μέσα σου, απομονωμένο από το γυμνό μου στήθος;/ Αστράφτω και συνδέομαι με τον άγνωστο παράδεισο../ Το γιγάντιο σμήνος λαμποκοπάει στην δίψα μου για καταστροφές…»

 

 

  • ΤΥΧΗ

 

-«…– Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια
Να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει…»

(Οδυσσέας Ελύτης, «Θαλασσινό τριφύλλι»)

 

 

-«Η τύχη δεν κατασκευάζεται, αν και η οργάνωσή της σε κάποιο χώρο εν αγνοία μας συντελείται

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ’ την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.»

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 -«…Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα…»

(Κική Δημουλά, απόσπασμα από την «Περιφραστική πέτρα»)

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη»

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ’ ένα απλό, σ’ ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του ’35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν’ απλώνεται με άνεση ως τ’ ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να’ ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…

Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ’ έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ’ έβαλαν να τριγυρίζω μ’ ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ’ αυτή την ποίηση και σ’ αυτή τη γη.

Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν’ αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.

Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ’ αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

«Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα

Σκοτείνιασε από την άλλη τη μεριά καθώς κοιτάζω
τ’ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια
ποιο χέρι σημαδιακό τώρα θα μ’ αγγίξει;
δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο και κυλάνε
αυτό το σμάρι των παιδιών
φωλιάζει κι από ένας θάνατος μέσ’ στο κορμί τους
τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι
και το χτυπούν με το μικρό το ξύλο
κυλάει κυλάει το τσέρκι, το κυλάνε
κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει
καθώς χτυπάνε με το ξύλο
τον παγωμένο θάνατο που τρέχει

το πένθος άφωνο κοκκάλωσε τριγύρω

δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΤΥΧΗ»

«Βαθιά μεσ’ στον περίπατο έφτυσα το ταξίδι.

Στα όρια εσχατικά της μουσικής

έμεινα σύξυλος απ’ τις εννέα.

Ο χρόνος άκαιρος

ή

βαθύτερα χρονικός.

ονειρώδης.

όπως ο πάτερ Jonathan Swift

αποτυχημένος Ηρώδης.

Γι’ αυτό και η τεράστια μόνωση

αρχαία φτέρη φούντωσε τριγύρω μου.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

  • «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

«Ψυχή μου, τοῦ ἄσωτου καημοῦ παιδί, σὰν ποιὰ προσμένεις
γαλανὴ μέρα νὰ διαβῆ, μαζί της νὰ σὲ πάρη;
Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς δὲ θὰ μπορῆς τὰ ὄνειρα ν᾿ ἀνασταίνης,
θὰ σβήση ἡ ὡραία φλόγα σου καὶ θὰ σοῦ μείνη ἡ χάρη,

μέσα σὲ θρόνο ὁλόχρυσο καρτερικὰ νὰ μένης
σὰ σ᾿ ἕνα πλούσιο κόσμημα χλωμὸ μαργαριτάρι.
Τῆς Νύχτας, σὰ μυστήριο τοῦ Ἅδη σκοτεινιασμένης
περνάει τὸ φάσμα, κοίταξε, μὲ θριαμβικὸ καμάρι.

Σήκωσε τὰ περήφανα χέρια σου καὶ δεήσου
νὰ γίνης ἕνα ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ μαῦρα μυστικά της,
νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίζη ἡ ἐλπίδα, ὅπως τ᾿ ἀνήλια τῆς ἀβύσσου

ἡ ἀχτίδα, γιὰ τὰ πρόσχαρα ποὖνε γιὰ σένα ξένα.
Καὶ μόνο ἡ σκέψη κάποτε στὸ ἄσκοπο πέταμά της
νὰ βρίσκης ὅλα ποὺ πόθησες, τὰ ὡραῖα στερημένα.»

(Μ. Πολυδούρη, Ποιήματα, εκδ. γράμματα)

 

 

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «Το πεπρωμένο…»

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας,
θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο
μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα
– όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε
όταν τρώμε ή κοιμόμαστε,
μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε
σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.»

(http://theatrodromionennafplio.blogspot.gr/)

 

 

 

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (5ο)…

4seasons_tsarouxis1

1.theofilos

21-1--6-thumb-large

52d9e013c5a6dc2af3c8e96805994d3c_XL

179

543801_2_24

mujer-sentada-sobre-el-cesped-con-las-manos-alzadas-cielo-azul

750604

Dali-y-Lorca -Federico-Garcia-Lorca-El-Beso-1927

DSC05385

Festival_In_Cordoba_5

flying-flock-birds-against-sunset-28659924

How_To_Save_A_Life_by_ArhcamtIlnaad1

in-the-tavern-1899.jpgHalfHD

kouros-kori-skiniko

may_day_133815

nikiforos-vrettakosνμ

shakespeare3

Tango.jpg

vrexei

Vrk501.jpg

windmillbluechurch_60x90

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (4ο)…

12963665_10209245708876790_8775975008459753132_n

12928406_10209123137372579_3961389692418732148_n

12974396_10209235020009575_2786516432918149540_n

12986990_10209281681256077_1509671741902917750_n

12985561_10209307558302987_2596774353546213593_n

13000165_10209260949737802_7142720068037284433_n13043442_10209289280206046_1970903232336316814_n13055391_10209320230099774_8119731250132754405_n104000166ceb3ceb9cf8ecf81ceb3cebfcf82-cf83cf84ceb1ceb8cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82-e2809cceb6ceb5cf85ceb3ceaccf81ceb9e2809dbertolt-brecht2D1C00FB8ED6555E24D9E4044A0BC18A5DSC00645DSC05747.JPGdhioeeioEdvard_Munch Separationfield-of-poppies-monetintro-poesie01-420 μκkokkino-rouxoFRINTA2gallery_14-stathopoulos1kokoschka_dreaming_700-1KyklosMathimatwn_newsite_main.jpglwf412993552_10209312843515114_8639862396079777563_n

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (3ο)…

18ac02e19fbc2f1a8ee307139dd001f4_L

13

1

32-2--32_002eat esa

200px-lytras_nikolaos_001

9-screen (1)

7

6BF759F91EA991795469E1A8D2FA8895

958px-El_Greco_-_The_Purification_of_the_Temple_-_WGA10542

17880

201287-1621_1840

202025-screen_shot_2016-05-14_at_2.50.59_m.m.

430805-oxlos ΠΛΗΘΟΣ

944972_10209055752848008_2712372733999214532_n

1656065_10209169539012591_3464303328390236428_n

12472559_10209226328112283_9073877116784028591_n

12809723_10209090215589555_2274014976346008982_n

12919781_10209204550047845_9214162248391320150_n

12920261_10209274707761744_1929615284572925471_n

12920524_10209334213929361_8606371327876563502_n

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (2ο)…

65497209

DSC_1154

DSC00322

031010-anagnostakis

4840569090_90644b112f

eida-ston-ypno-mou-galinia-thalassa-kai-aspra-poulia-na-petoun-ston-ourano

o-VOLANAKIS-900

1250951834028_florida_palm_tree

1250951834292_florida_sand_bar_

garcia-lora-770x470

1η Αυγούστου 2016: Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα – «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»….

kouros-kori-skiniko

 

Ιωσήφ Μπρόντσκι, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»

«Οι εραστές τ’ Αυγούστου,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,
τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα
τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,
εξαφανίζονται στα σοκάκια,
τρέχουν στις πλατείες.
Στους εραστές τ’ Αυγούστου
αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα
οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω
στα πουκάμισά τους,
φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές
κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.
Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,
να το που χρωματίζει τα δέντρα,
που σβήνει τη λάμπα,
που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .
Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,
γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.
Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.
Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες
κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,
συνομιλώντας με τον εαυτό σου.
Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,
με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,
παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,
παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,
κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,
κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,
κανείς δε θα σου παρασταθεί,
κανείς δε θα σου σταθεί,
πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,
απ’ τα λουλούδια,
απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.»
(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου.»

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (1ο)…

PavlosSamios_01_0

pinakas10

post-1-1287125662,44

primavera

quadri-ritratti-silvia-03020-20donna20orientale

sun

texni753

thanatos1ι

to-xeri-pou-afoplizei-mprosta-apo-tin-kleisti-trapeza.w_l

van-gogh_painter-on-the-road-to-tarascon

wallpapers-love-paintings-background-wallpaper-romance

zografiki-se-kamva_013L1

Βαϊφόρος

ένας-φτωχός-άνθρωπος-που-προσεύχεται-στον-τοίχο-wailing-ιερουσα-ήμ-ισραή-30973008

κερασιες

λεωφορείο ο πόθος - πινακες ζωγραφικής

μεγαλη εβδομαδα

μνημείο-αντίστασης-Θεσσαλονίκης

Πρόσφυγες

σταθοπουλος

Post Navigation