Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (230ο): «Ναι – Όχι»…

ΤΟ ΟΧΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ-ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ

  1. CHE FECE… IL GRAN  RIFIUTO

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

K.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

***

 

  1. ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Μέσα υπάρχει το Όχι, έξω κοχλάζει το Ναι.
Πρωτόλειο βίωμα η εξωστρέφεια και η αρχάρια
στην αρχαιότητά της καθημερινότητα.
Καλός ο χειμώνας κι ας είναι πυροτέχνημα
το έαρ
καλή και η άνοιξη κι ας είναι μέγας πόθος
τα καύματα του θέρους
αγαθό καλοκαίρι κι ο ιώδης χυνόπωρος.
Να ξεμελαγχολήσεις.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

***

 

3. ΜΑΝΤΑΝΤΑΓΙΟ (Όχι ακόμα)

Όχι, δεν είμ’ ακόμη έτοιμος
δε θα ‘μαι ίσως ποτέ

όσο υπάρχει το άρωμα
του γιασεμιού έξω στον κήπο
τα χελιδόνια στα σύρματα του τηλεφώνου.
Όσο θα πέφτει η βροχή λοξά στο τζάμι
και θ’ αφρίζει το κύμα της θάλασσας.
Όσο το πορτοκάλι θα μιμείται
τη σφαιρικότητα της γης κι η μέλισσα
θ’ ασπάζεται όλα τα λουλούδια στη σειρά.

Όσο η ματιά θ’ ανακαλύπτει άγνωστη γη
στις σελίδες ενός άκοπου βιβλίου
κι η ακοή θ’ ακολουθεί εκστατική
τις τρίλιες κάποιου αθώρητου βιολιού.

Όσο θα παίρνω καθημερινά
το μερτικό μου από τους θησαυρούς του κόσμου.

Γιώργης Μανουσάκης

 

 

***

 

4. ΝΑΙ, ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΠΕΙ

 

κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν

ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω

φωναχτά ότι οι λέξεις φταίνε

αν όχι για όλα

πάντως για τα αξεπέραστα

 

σκέψου τη λέξη «φεύγω»

πόσα «θα μείνω» γκρέμισε

και πόσα άλλα στοίχειωσαν

από τις λέξεις ξεχασμένα.

 

Ένοχες λέξεις δεν το συζητώ

ας μην επαναφέρω

τι αδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους

χιλιάδες «σ’ αγαπώ»

τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία

 

κι αυτά δεν είναι τίποτα

σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ

 

όταν διαμιάς θα φύγουν όλες

οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη

πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.

 

Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες

ότι μια λέξη είναι σαν τις άλλες

η τόσο ύπαρξή μας;

 

Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά

σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες

 

κι εγώ

όντας φανατική της ύπαρξης

με άρθρωση επίμονη παθιασμένη

θα εξακολουθήσω όταν

να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά

 

κι ας μη μου έχει μείνει τότε

καμία συλλαβή της

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

 

 

***

 

5. ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ

 

Η ασάφεια μεταξύ μας μεγάλωσε

όταν στην ερώτησή μου απάντησες

μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι.

 

Συννεφιασμένος μέσα μου νιώθω

όμως κι ουρανός είναι συννεφιασμένος.

Άραγε θα βρέξει να καθαρίσει ;

Μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι, σκέφτομαι.

Μέσα σ’ εναλλασσόμενες αμφιβολίες

κυλά βασανιστικά αργά

το ποτάμι του χρόνου

στις όχθες του αραιή βλάστηση υπάρχει

με βεβαιότητα μόνη

την ξηρασία που επέρχεται.

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

 

Λουκιανός Κηλαηδόνης, Λέμε Ναι

 

 

6. ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει – και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας –
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε – το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη, για την κακιά την ώρα.

Σα μας χτυπούν την πόρτα, δε ρωτούμε «δίκαιος ή άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιούς μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

– Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι – και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στο διάβολο.

Ναι κι όταν ναι δεν υπάρχει,
είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

Πάνος Θασίτης, Ελεεινόν θέατρον (1980)

 

 

***

 

7. ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

 

Ποιος είπε ναι στην ώρα της φθοράς,

ποιος ψιθύρισε τον πλούτο στην αμύθητη πενία,

ποιος περιβλήθη τα κόκκινα και τα χρυσά

και τη μεγαλωσύνη της γιορτής στη θλίψη,

 

ποιος διευθύνει τα ιδεώδη μάτια της νυχτός,

ν’ ανεύρει τι στερούμεθα,

κι ανεύρε ό,τι ελπίζαμε,

στάθηκε ολόχαρος να το προσφέρει

 

ανταλλάζοντας τη γαλήνη του με την ταραχή μας,

δέχθηκε με όλα του τ’ άρματα τον πόλεμο,

παραδίνεται στους δικούς μας εφιάλτες,

μας υπόσχεται συντροφιά

στο θάνατο και στη ζωή,

το λάδι της φροντίδας στον πόνο,

 

τον ταυτισμό του στη χαρά των ωρών,

την κοινότητα στο δυσδιάκριτο τον Καλό και το Κακό,

την απλοχεριά στ’ αδιατύπωτα τα αιτήματα,

την αλληλεγγύη της φοβερής της ευθύνης,

τη γεύση του πικτού πιοτού στο ίδιο

ποτήρι του μυστηρίου, το γάμο των χειλιών,

το δώρο της επιβολής, το ξερίζωμα

και την απόθεση του μάταιου υλικού,

στην πυρά της φλογάτης ευστάθειας,

που άσβηστη καίει, δίχως Εστιάδες άλλες,

 

παρεχτός τούτη την περιιπτάμενη

και μην αναλισκόμενη,

την πλουμιστή Χρυσαλλίδα,

Δεσπότη Αρμένη που με φτερά ταώ

την ανεμίζει και τη συντηρεί

με ανερμήνευτη Επενέργεια.

 

Εκείνο το ξερόνησο, μαύρο στα σύννεφα,

δελφίνια το αγκαλιάσας γύρω γύρω

τα χέρια του της στοργής (άνω τελεία) στ’ ανοιχτά,

το πλοίο που έπλεχε, φούντωσε τον καπνό του

και, καθώς νηνεμία ήταν, τον ανύψωσε,

άσπρο Χρυσάνθεμο, ιερό Ψαλμό

στον ουρανό του χειμώνα, και, σαν απονύχτωσε,

το άστρο στη δύση του στυλώθηκε,

 

δεν έλεγε να βασιλέψει,

κόκκινο και υπερέχον,

βοώντας τη δίψα του να βλέπει,

τι συντελείτο ανεξιχνίαστο.

 

Παρέτυχε να βλέπει

σαν αμέτοχος κι ο Θεός (άνω τελεία)

κι ενώ όριζεν Εκείνος, οριζόταν:

τόση κατάνυξη περιείχε αυτό το ΝΑΙ.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

Όλα τα ναι του κόσμου – Ηρώ

 

8. ΝΑΙ  ΓΙΑ ΜΕΝΑ  ΜΟΝΟ  ΕΝΑ:  ΕΣΥ

Nαι για μένα μόνον ένα: Eσύ
σε χίλια σπασμένα μα αστραφτερά κομμάτια καθρέφτη.


Στο φως το ήρεμο – μην πεις πως δεν το κέρδισα –
της σκέψης οπού μ’ οδηγάς·
τώρα
φέρνοντάς σε εγώ
με χίλια άλλα τόσα λόγια ξεσπώ
μες σ’ αυτή τη σιωπή
μπρος στο είδωλό σου σπάζοντάς το πάλι,
η έκφρασή μου
σε χίλια αστραφτερά, σ’ αμέτρητα
αστραφτερά αβάσταχτα κομμάτια…

Δ. Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ,  Ποιήματα, Eρμής 1998

 

***

 

9. ΓΙΑΤΙ  ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ  ΛΕΝΕ  ΤΟΣΟ  ΕΥΚΟΛΑ  «ΝΑΙ»;

 

– Η μοναξιά… Φοβούνται τη μοναξιά του “όχι”!

Ξέρετε είναι πολύ εύκολο να πέσεις στο ποτάμι

και, χωρίς να κάνεις τίποτε,

να αφεθείς να παρασυρθείς από το ρεύμα!

Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς.

Γι’ αυτό τιμώ τους αντιφρονούντες

όπου και αν βρίσκονται.

Αυτός που λέει “όχι” είναι ένας αντιφρονών!

Σε μια κοινωνία που βολεύεται να συμφωνεί,

αυτός που διαφωνεί

φωτίζει με διαφορετικότητα την πληκτική ομοιομορφία!

Αν θέλετε,

αυτός ήταν ο θάνατος του καλλιτέχνη στην εποχή μας!

 

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ

 

 

***

 

10. H ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ

…Τα Ναι και τα Όχι, τα Αν και τα Όμως
βγαίνουν από μέσα μας σαν ανοιξιάτικα βλαστάρια:
εξαιρετικά αυθάδη, αρκετά επίμονα, ιδιαίτερα επιθετικά˙
θα κιτρινίσουν στον καιρό τους, θα προσκυνήσουν την απάθεια του θάμνου
κι ο ήλιος δεν θα ξέρει τι σκιερό ζητάει απ’ το βουνό,
το γεράκι τι χαμηλό από την γη,
ο άνεμος τι ανυποχώρητο από την πέτρα…

 

Γιώργος Μπλάνας, 1900 (απόσπασμα)  «Νεφέλη», 2000

 

***

 

11. από του ΟΧΙ το ψέμα

βγαίνει του ΝΑΙ  μια αλήθεια

(μονάχα αυτή κι εκείνο

που είναι απεριόριστο)

κάνοντας τους ανόητους να καταλάβουν

(όπως εμένα τον κρυόκωλο) πως ούτε

όλα μαζί του μυαλού τα ζητήματα

δεν αξίζουν όσο μία βιολέτα

(e. e. cummings) – ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

 

***

 

12. «Δόκιμος ασκητής στο μοναστήρι του Perigord»

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΟΧΙ
ΣΤΟ ΝΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ
Ω ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ
ΜΕ  ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΕΣ ΕΠΕΖΗΣΑ»

Γιώργος Παπούλιας, Στη Νυρεμβέργη ακόμα βρέχει…

 

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Όχι σε όλα

 

13. Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ, «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8

 

***

 

14. ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΝΑΙ

 

Φτάνουν οι ανώφελες κουβέντες

οι τόσες δικαιολογίες και ταπεινώσεις.

 

Μας καταβάλλανε τα μάλιστα

οι πολλές αναβολές και διορίες.

 

Όχι άλλα ναι.

Καιρός για το μεγάλο μας όχι.

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΧΕΛΜΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisements

Πες το με ποίηση (229ο): «Γαλάζιο – μπλε»…

 

-«…Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι.

Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι….»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Έλα λοιπόν απʹ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Νʹ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θʹ αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

 

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΠΛΑΧΝΑ»

 

Κάτοικε του ονείρου

μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη

και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων

κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον

όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας

συγκεντρώνομαι

για τη μεγάλη αποκάλυψη

ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:

Τη θέλω εγώ την απελπισία μου

δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη

έχασα.

Μα χάνουν και τ’ άνθη

τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…

Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου

δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του

κλείνω τα μάτια μου για να δω.

Είναι η φωνή που με διασχίζει

κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα

χίλιες φορές.

Είναι η φωνή από ένα βάθος:

Για πάντα να μην έχεις

τίποτα για τ’ αληθινά χέρια

μονάχος

ανήμπορος εκστατικός

σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου

που

παραδίδεται ο κόσμος.

 

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»

κι έμεινα μόνος

                             με το γαλάζιο έλεος

               της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου

                   γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο

                          γαλάζιο που με γέννησε

                      με φώτιζε και με σκοτείνιαζε

                 που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε

                  έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο

                         σαν αντίο στα μάτια σου

                                     μητέρα

 

          (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

 

 

-Γιώργος Φιλιππίδης, «Γαλάζια Μηχανή»

(απόσπασμα)

δ’

Ξύπνησα,
με μιαν αφή αλαφριά στο πρόσωπο
από χέρι ανθρώπινο.
Σχίζαμε τον κάμπο,
ένα ύφασμα γεμάτο μπαλώματα
– του ήρωα η ψυχή.
Με σταλαγμένη στα μάτια μου τη στάλα
του κήπου.
Με δυο λόγους που μόχλευαν το μάγμα στα σωθικά μου·
κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

Να μη φοβάσαι τα σκυλιά που αλυχτάνε
στη λάμψη ενός ξοδεμένου φεγγαριού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που γρυλίζουν
απ’ τα βάθη του στέρφου πηγαδιού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που ξεσχίζουν
κάθε αφανέρωτου λογισμού τις σάρκες.

Ταξίδι άγιο
απάνω στα σίδερα σπινθηρίζοντας φωτιά,
άγιο ταξίδι, ταξίδι της Γυναίκας με
τα ραγισμένα μάτια, που όλο θέλει να τραγουδά·
γυρνώντας στ’ οκτώ των βουνοσειρών
με το σημάδι του απείρου,
σκορπώντας μέθη
ενός αλλόκοτου μύρου.
Όνειρο άγιο, όνειρο του τόπου που δεν υπάρχουν όνειρα,
λάγιασε.
Κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

(Από την ποιητική συλλογή «Γαλάζια Μηχανή», Εκδόσεις Καστανιώτη)

 

 

******************

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Το μπλε που σε τυλίγει»

 

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι η στάχτη

του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,

φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.

Από τα κάτω χρόνια.

Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,

εδώ σας πήρανε με φλας

φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι το φως

που εκτοπίζει ο θάνατος.

Κανένας δεν το βλέπει.

Κι όμως υπάρχει

και πληθαίνει.

 

(http://www.poiein.gr/archives/29766/index.html)

 

 

 

-Τσ. Μπουκόφσκι, «Μπλε πουλί»

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
Λέω, μείνε εκεί, δεν θα
αφήσω κανέναν να
σε κοιτάξει.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά του ρίχνω ουίσκι και εισπνέω
καπνό τσιγάρων
και οι πόρνες και οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι του παντοπωλείου
ποτέ δεν ξέρουν ότι
αυτός
είναι εκεί.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
λέω,
κάτσε κάτω,θέλεις να μου
τα χαλάσεις όλα;
θέλεις να χαλάσεις
τα έργα;
θέλεις να διαλύσεις τις πωλήσεις βιβλίων μου
στην Ευρώπη;

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ έξυπνος,τον αφήνω μόνο
την νύχτα κάποιες φορές
όταν όλοι κοιμούνται.
Λέω, ξέρω ότι είσαι εκεί,
για αυτό μην είσαι,
λυπημένος.

μετά τον βάζω πάλι πίσω,
αλλά τραγουδάει λίγο
εκεί, δεν τον έχω αφήσει ακριβώς
να πεθάνει
και κοιμόμαστε έτσι
μαζί
με την
μυστική μας συμφωνία

και είναι αρκετά καλά να
κάνει ένα άντρα
να κλάψει, αλλά εγώ
δεν κλαίω, εσύ;

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Tennessee Williams, “Το μπλε τραγούδι [Blue song]»

 

Είμαι κουρασμένος

Είμαι κουρασμένος, από κουβέντες κι από πράξεις

Κι αν θα με συναντήσεις σε κάποιο

δρόμο, μη μου κάνεις ερωτήσεις, γιατί

τ’ όνομά μου μονάχα μπορώ να σου πω

και τ’ όνομα της πόλης όπου

γεννήθηκα – Μα τούτο αρκεί.

Δεν έχει πια νόημα αν το αύριο

θα φτάσει. Αν υπάρχει

μονάχα τούτη η νύχτα κι έπειτα έρθει

το πρωί, δε θά ‘χει νόημα τώρα.

Είμαι κουρασμένος. Είμαι κουρασμένος από κουβέντες

κι από πράξεις. Μες στην καρδιά μου

θα βρεις μια χούφτα μικρούλα

από σκόνη. Πάρ’ την και φύσα την έξω

στον άνεμο. Άστην, να την πάρει ο άνεμος

και θα βρει το δρόμο για το σπίτι.

(http://eliaswords.blogspot.com/2013/03/tennessee-williams.html)

 

 

 

 

-Άννας Α. Αντωνίου, «Μπλε»

Το μπλε χρώμα πάντα σου άρεσε
Ο μπλε σου ο «Πάνθηρ»
τ’ ουρανού το φευγάτο όνειρό σου
Και το μαύρο της νύχτας
μπλε πάντα το έβλεπες
Μπλε βαθύ του πνιγμού
Αστέρες πολύφωτοι
εκεί προς την Κάρυστο
με τη θλίψη του γκιόνη
και την αγάπη
να κάνει παρέα στον έρωτα
Τα μπλε σου τα μάτια
και τα γαλάζια σου όνειρα
κουρνιασμένα
σε ποια άβυσσο
τραγουδούν των Σειρήνων το ευωδιαστό τραγούδι
εκμαυλίζοντας
και
προσδοκώντας;

 (http://fractalart.gr/chromatiki-topi-tria-piimata/)

 

Πες το με ποίηση (228ο): «ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ»…

ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ – ΖΩΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

    Στο σκοτεινό δωμάτιο
    ζωγραφίζει παράθυρα
    έρχονται βροχές
    τα σβήνουν.

    Ζωγραφίζει πουλιά
    φυσάει αέρας σκοτεινός
    αποδημούν τα πουλιά
    στον άσπρο ουρανό.

    Ζωγραφίζει
    κι η καταστροφή συντελείται
    κι από την αρχή
    πάλι αυτός
    σχεδιάζει χρώματα

    Νοέμβρης 1962
    Πρόδρομος Μάρκογλου, Έγκλειστοι (1962) [Από το Παράρτημα]

 

***

 2. ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

 

άσε τα μάτια σου πλησίστια να βυθιστούν

στα έκθαμβα μάτια των παιδιών

ανθισμένα στο λάμδα του ήλιου

και το ωμέγα των άστρων

 

ξαφνιασμένα

λίγο πριν αιφνιδιάσουν τον επίπεδο κόσμο

 

βουρκωμένα

στην πρώτη αφή της οδύνης

απ’ τον ωκεανό που ανεξήγητα γνωρίζουν

 

ήδη έμαθες όσα μπορείς να μάθεις

ό,τι κι αν σου επιφυλάσσει η διαδρομή

ήδη αναγνώρισες την αρχή

που είναι τέλος και γράφεται με θήτα

το μέγιστο εκείνο θήτα

και τα μικρά έψιλον και όμικρον 

που σε ορίζουν

 

άπλωσε τώρα φωτεινά στον κόσμο

τα χρώματα της μυστικής πηγής

τον ένδον πίνακα

που άξιος κρίθηκες να ανακαλύψεις

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997

 

 

***

 

  1. Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ

 

Είπα πως είχα πολλά, ότι μέσα μου

υπήρχανε ποταμοί που θα άρδευαν

τις ερήμους. Όντας ένα παιχνίδι

στα χέρια της μοίρας θαρρούσα

πως έπαιζε το παιχνίδι μου. Τέλος,

αφήνω στη γης ότι αφήνουνε όλοι, εκτός

ελπίζω ακόμη, σ’ αυτό το λουλούδι

που το είπα «αγάπη».

 

Έχω δείξει τουλάχιστο

στον ήλιο μια σύμφωνη

με το πνεύμα του, αδέξια,

παιδική ζωγραφιά.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Ζωγραφισμένα στο χαρτί – Μαρινέλλα

 

  1. ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ


Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.


Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί˙ τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πιά για να το αποκοιμίσει.-


Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

[1915] Κωνσταντίνος Καβάφης

 

***

 

 5. ΑΣΚΗΣΕΙΣ  ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

 

Ένα σμάρι πουλιά χιμάει στα μολυβένια σύννεφα

φυσώντας τα να παραμερίσουν

Περνά η άνοιξη τώρα

σημαδεμένη με φράουλες η ποδιά της

μπαλώματα περβόλια ανασαίνουν το κορμί της

 

Πέρασε και το δες

Απ’ το ξεκούμπωτο πουκάμισο ξεκινά η ανηφόρα

της παραδείσου

Απ’ τον ξεσκέπαστο ώμο της ξεκινά η κόλαση

της κατηφόρας

 

Είναι η άνοιξη

κι είσαι ο χειμώνας που δε λέει να φύγει

Είσαι ο χειμώνας

κι είναι η άνοιξη που δε λέει τίποτα

 

Αυτή σ’ ένα μπλοκ ιχνογραφίας ματώνει απογέματα κι εσύ

γκρινιάζεις που δεν έμειναν σελίδες κενές να χωρέσει

η σκιά σου

 

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Χάρις Αλεξίου – ‘Ηθελα να σε ζωγραφίσω

 

 

  1. ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

[…]Πέταξαν όλα τα πουλιά μέσα από τα κλαριά μου
οι άδειες φωλιές ξεραίνονται καθώς το δάκρυ
άκρη άκρη εκεί στο μάγουλο


έφυγε κι ο ζωγράφος τούτου εδώ του πίνακα που κατοικώ
έτσι καθώς η αράχνη
έτσι καθώς μια μεταμέλεια


Τι ζωγραφίζει τι να ζωγραφίζει Ίσως τη νεότητα
Και τις ευτυχισμένες χώρες τους ανθρώπους που
Φοβάμαι τόσο οι μέρες τους στις μέρες μου μη μοιάσουνε μια μέρα


Τι ζωγραφίζει εκείνος που στα πράγματα τα χρώματά τους τα καινούργια δίνει
Ίσως εσάς παιδιά ωραία παιδιά καθώς κι εμείς στη δυστυχία ταγμένα
Που αφήνετε μέσα από τα δάχτυλά σας να κυλά ο καιρός της ηδονής
Πεισματικά πιστά στο ρόλο των προσώπων σας τον άψογο

Πώς χάνονται όλα μέσα μου όλα σβήνουν
Εκτός απ’ τη σκληρή ηδονή μετά πολύ
Που έχει φύγει

ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ, μετ: Χρύσα Προκοπάκη

 

***

  1. Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ  ΤΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ


Καμβά. Λευκέ μου καμβά
γίνε όμορφος
πάρε όλα τα χρώματα που σου δίνω
και ανάδειξέ τα σε κάτι φανταστικό
που εγώ μονάχος, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτιάξω
Χρώματα, χρώματα
Δώστε μου τις αρμονικές σας αποχρώσεις
χαρίστε μου τη μαγεία σας

Πινέλο, σπάτουλες, χρώματα, καμβάδες
όλα εσείς είστε τα υλικά
που αδημονούν να με χρησιμοποιήσουν
να με κάνουν το μέσο το οποίο θα τα ενώσει
έτσι που στο τέλος να νομίζω
πως δημιούργησα εγώ.

Χρήστος Ζάχος,  Χ-έγερση υποσυνειδήτου, 2014

 

 

***

 

  1. ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

 

Ζωγράφισε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

μετά ζωγράφισε κάτι χαριτωμένο

κάτι απλό

κάτι όμορφο

κάτι χρήσιμο για ένα πουλί

τοποθέτησε μετά την ξόβεργα

σ’ ένα δέντρο

μέσα σ’ ένα κήπο

ή μέσα σ’ ένα δάσος

 

Κρύψου πίσω από το δέντρο

χωρίς να μιλάς

ακίνητος…

Κάποτε το πουλί φτάνει γρήγορα

αλλά μπορεί να πρέπει

και να περιμένεις

πολλά χρόνια

πριν αποφασίσει.

 

Μην απογοητευτείς

να περιμένεις

να περιμένεις αν πρέπει χρόνια και χρόνια

γιατί η ταχύτητα

ή η αργοπορία του πουλιού

δεν έχει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακά σου.

 

Όταν το πουλί φτάσει

Αν φτάσει ποτέ

κράτα την πιο βαθιά σιωπή

περίμενε να μπει μες

στο κλουβί

και όταν μπει κλείσε γλυκά την πόρτα

με το πινέλο

μετά σβήσε ένα-ένα

όλες τις μπάρες

προσέχοντας μην ακουμπήσεις

ούτε ένα φτερό του πουλιού

 

μετά φτιάξε το πορτραίτο

του δέντρου

διαλέγοντας τα πιο όμορφα

κλαδιά

για το πουλί

 

ζωγράφισε επίσης

τα πράσινα φύλλα

και φρεσκάδα του αέρα

τη σκόνη του ήλιου

και το θόρυβο των ζώων του λιβαδιού

μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού.

Jaques Prevert, PAROLES, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

***

  1. Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόι δυ πχες,
κόψη κακή,
γένια μ τρίχες
δ κι κε.

Κούτελο θεο,
λίγο πλατύ,
τραν σημεο
το ποιητ.

Δυ μάτια μαρα
χωρς κακία
γεμάτα λαύρα
μ
κα βλακεία.

Μακρ ρουθούνι
πολ σχιστό,
κι να πηγούνι
σν τ Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλι
χυτ
γεμίζεις στρμα
μόνο μ᾿ ατά.

Μούρη γρία
κα ζαρωμένη,
χλωμ κα κρύα
σν πεθαμένη.

Κανένα χρμα
δν τς ταιριάζει
κα τώρ᾿ κόμα
βαφς λλάζει.

Δόντια φαφούτη
λο σχισμάδες,
φος τσιφούτη
γι μαστραπδες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

 

Zωγραφιά,  Καίτη Χωματά

 

 

  1. Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 

Καθισμένος ανάμεσα στην θάλασσα και τα κτήρια

Χαιρόταν να ζωγραφίζει το πορτραίτο της θάλασσας.

 

Αλλά όπως τα παιδιά φαντάζονται ότι η προσευχή

Είναι απλώς σιωπή, έτσι κι αυτός περίμενε το θέμα του

Να βγει στην παραλία, και, αρπάζοντας ένα πινέλο,

Ν’ αποτυπώσει το πορτραίτο του στον καμβά.

 

Έτσι ο καμβάς του παρέμενε λευκός χωρίς χρώματα

Ώσπου οι άνθρωποι που ζούσαν στα κτήρια

Τον έβαλαν να δουλέψει: «Δοκίμασε να χρησιμοποιήσεις το πινέλο

Σαν μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Διάλεξε, για πορτραίτο,

Κάτι λιγότερο οργισμένο και ευρύ, που να σχετίζεται περισσότερο

Με τις διαθέσεις του ζωγράφου, ή, έστω, με την προσευχή.

 

Πώς μπορούσε να τους εξηγήσει ότι στην προσευχή του

Ζητούσε η φύση, όχι η τέχνη, να σφετεριστεί τον καμβά;

 

Επέλεξε για νέο θέμα τη γυναίκα του,

Κάνοντάς την πελώρια, σαν κατεστραμμένο κτήριο,

Λες, και ξεχνώντας τον εαυτό του, το πορτραίτο

Είχε αναπαραστήσει τον εαυτό του χωρίς πινέλο.

 

Με κάποια αυτοπεποίθηση βούτηξε το πινέλο του

Στη θάλασσα, ψιθυρίζοντας μια βαθιά προσευχή:

«Ψυχή μου, όταν ζωγραφίσω το επόμενο πορτραίτο

Εύχομαι να είσαι εσύ αυτή που θα καταστρέψει τον καμβά».

 

Τα νέα απλώθηκαν σαν άγρια φωτιά μέσα στα κτήρια:

Είχε επιστρέψει στη θάλασσα για να βρει το θέμα του.

Φανταστείτε έναν ζωγράφο σταυρωμένο από το ίδιο του το θέμα!

Μη μπορώντας από την εξουθένωση ούτε το πινέλο να σηκώσει,

Προκάλεσε τα κακόβουλα σχόλια καλλιτεχνών

Που έγερναν στις κουπαστές: «Δεν μπορούμε να προσευχηθούμε πια

Παρακαλώντας να μπει ο εαυτός μας στον καμβά

Ή να ποζάρει η θάλασσα για ένα πορτραίτο».

 

Άλλοι δήλωσαν ότι επρόκειτο για αυτοπροσωπογραφία.

Τέλος κάθε ένδειξη θέματος

Άρχισε να σβήνει, αφήνοντας τον καμβά

Εντελώς λευκό. Άφησε κάτω το πινέλο.

 

Με μιας ένα ουρλιαχτό, που ήταν επίσης και προσευχή,

Υψώθηκε από τα γεμάτα κόσμο κτήρια.

 

Τον πέταξαν, το πορτραίτο, από το πιο ψηλό κτήριο·

Και η θάλασσα καταβρόχθισε τον καμβά και το πινέλο

Λες και το θέμα του είχε αποφασίσει να παραμείνει προσευχή.

 

JOHN ASHBERY, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

 

***

 

  1. Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETTI
    ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

    Άκου!
    σου έλεγα τότε την αλήθεια
    την ήξερα τότε την αλήθεια

    -Όχι μου έλεγες
    τα πουλιά φυτρώνουν
    τα γουρούνια πετάνε
    τα λουλούδια περπατάνε
    οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

    σου έδειχνα ένα πουλί
    έλεγες -Είναι λουλούδι
    σου έδειχνα ένα λουλούδι
    όχι, έλεγες -Είναι πουλί

    κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

    τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
    αυτό το σπασμένο σπαστικό
    παιδί
    που ο Ιούλιος Βερν
    έλεγε κάποτε:


– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να το ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες κι έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα κι έζησα

ΑΥΓΗ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (227ο): «Μαύρο»

 

1.-«Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους
όσο και να παίζουν με τα χρώματα
είναι όλοι τους μαύροι.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

  1. -Μ. Σαχτούρης, « Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Στην Εύα Μυλωνά

Πάλεψα
πάλεψα πολύ

όμως
μονάχα αυτός ο μαύρος
άνθρωπος
έμεινε
στριφογυρίζει
δείχνοντας τα δόντια

πάλεψα
πάλεψα πολύ
ώσπου να γίνουν όλα
μαύρα

σκεπαστείτε

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ»

Στον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα

Όταν η νύχτα έμπαινε στην κάμαρά σου
άναβε το μαύρο άστρο
άναβε
ο ήλιος
πέφτανε
τα λέπια του όλα
λαμπερά
κι άναβε
η ρόδα η μαύρη
είχε δυο πικραμένα μαύρα χείλια
όλη τη νύχτα άναβε ο ήλιος
όλη τη νύχτα έκαιγε το μαύρο άστρο έκαιγε
και σε φιλούσε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
κι έκλαιγε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
και σε φιλούσεη μαύρη ρόδα γύριζε
η μαύρη ρόδα έτριζε
γύριζε γύρω γύρω τ’ άστρο το παλιό
το μαύρο τ’ άστρο το απελπισμένο

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, «Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ»

Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ

Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. Γέροντα Κωσταντία, «ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΠΟΥ ΤΥΦΛΩΝΕΙ»

 

Είμαι ένα μαύρο που τυφλώνει κι εσύ βαράς καραούλι στη σκοπιά σου,

ακρίτας ω νενίκηκα τη σύγχυση,

σκουπίζεις αδιαφορία κι ένας άνεμος καγχάζει βραχνές ήττες,

αποβραδίς κοιτάζω το χλωμό φεγγάρι μα μένω στήλη άλατος,

ίδια με άγαλμα μπροστά στη ματιά σου την ολοπόρφυρη,

κι εσύ χλωμιάζεις και πετάς αστραπόβροντα που μου σχίζουν το αφτί,

ύστερα την κοιλιά κι ύστερα το πόδι,

για να γεννοβολήσω αρουραίους και πευκοβελόνες,

μισή καρδιά, μισή θλίψη,

ζοφερή γέννα, ζοφερή αμαρτία,

τίκτω ασβούς και χελώνες και σχηματίζω οικογένεια από τέρατα,

χωρίς κεφάλια κι ανείδωτες χιονοστιβάδες

και μέσα στα έγκατα ένα ουρλιαχτό που γίνεται ύλη

και επιμένει να νικά κατά κράτος τις τύψεις, το ονειροπόλημα και τη φυγή,

συντριβή από τα γεννοφάσκια,

χωρίς μοίρα στον ήλιο,

αρνητική αθεολογία,

εσύ, εδώ, τώρα, στη γη, στη μόνη πραγματικότητα που μας περιβάλλει,

στο χώμα το βαρύ, το περπατημένο, το σκαμμένο, για να μας στεγάσει, εκεί.

 

(http://fractalart.gr/eimai-ena-mavro-pou-tyflwnei/)

 

 

 

  1. -Κώστα Παρδάλη, «Λευκή σελίδα σε μαύρο φόντο»

 

Kάθε μέρα μια σελίδα λευκή

της ζωής μου της μαύρης τελειώνει

μοναξιά και μαστούρα σ’ αγωνίας χαρτί

σαν σκουπίζω το αίμα που κυλά στο βελόνι.
_._

Το μυαλό σταματάει σαν η φλόγα στομώνει

τ’ αλουμίνι ιδρώνει μες στα χέρια μου λειώνει

και η ρούχλα κοχλάζει σαν νερό που κυλάει

και αρμενίζει στις φλέβες, σαν μωρά τις μιλάει.

_._

Και αξανά μες στην νύχτα κυνηγάω τον πόθο

να τρυπιέμαι ζητάω να σιγάσω τα πάθη

μιας φρικτής ειρωνείας τα αέναα λάθη

της ζωής μου το πέπλο με αηδία το κλώθω

_._

Πείτε όχι στην χιόνα και αγκαλιάστε τα νιάτα

και γεμίστε με ήλιο και λουλούδια τα πιάτα

και χαρίστε μια νύχτα στην ζωή που χορεύει

των δικών σας ονείρων την νεράιδα μερεύει.

 (https://www.logografis.gr/)

 

 *»Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά»

 

  1. -Κατερίνα Γώγου, «Για την Αποκατάσταση του Μαύρου»

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου

 

(https://poiimata.com/2012/09/27/katerina-gogou-tainia/)

 

 

 

  1. -Παραδοσιακό, «Σήμερα μαύρος Ουρανός»

 

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,

κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

 

http://www.poiein.gr/archives/17337/index.html

 

 

 

  1. -Sylvia Plath, «ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ»

 

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα

 

Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

 

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

 

Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές

 

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ

Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας

 

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

 

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

 

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.

 (Sylvia Plath, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μενέλαος Λουντέμης, «Μαύρη αγνωμοσύνη»

Ακούστε κει! Να συκοφαντούν τους πολέμους!
Να τους λένε «σφαγεία» και «μακελειά».
Μα αν ήταν έτσι,
τότε γιατί τα νιάτα του κόσμου
μπαίνουν στη φωτιά τραγουδώντας
και με λουλούδια στο ντουφέκι;
Ε;

Στο Βιετνάμ, λέει, φούρνισαν μωρά.
Συκοφαντία! Αγνοούν ως φαίνεται γεωγραφία.
Δεν ξέρουν πως στους Τροπικούς
τα μωρά γεννιούνται μισοψημένα.

Αγνωμοσύνη… Μαύρη αγνωμοσύνη!
Πιο μαύρη κι απ΄ τη φυλή των Μπουρούμπου
που την άσπρισαν τ΄ «αέρια».
Κι αντίς για ευχαριστώ
μας λένε γενοκτόνους!
Αδικία!

Κανείς, κανείς δε σκέφτηκε
τη μαστιζόμενη τάξη των Βιομηχάνων
που θ΄ αναγκαστούν να ρίξουν την παραγωγή
και θα πετάξουν τόσους εργάτες στο δρόμο.
Αλλά ποιος ποτέ –σ΄ αυτόν τον κόσμο τον άδικο-
συλλογίστηκε τη μοίρα του εργάτη;

(http://pandiera.gr/)

 

 

Πες το με ποίηση (226ο): «Ποτέ – Πάντα»…

  1. ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ

 

Μην πεις πως θε να μ’ αγαπάς αιώνια, σαν δεν ξέρεις
ποιοι σπόροι πέφτουν στην ψυχή κι αγάπες νέες ανθίζουν·
μην πεις πως θα λησμονηθώ, κι άθελα θα με φέρεις
στη μνήμη σου σαν οι καημοί κι οι πόθοι σε φλογίζουν.
Στη θλίψη μας και στη χαρά συχνά οι νεκροί γυρίζουν,
κι οι ζωντανοί πεθαίνουνε χωρίς να το γνωρίζουν.

 

Σιγούρος Μαρίνος , «Ποτέ και πάντα». Η.Ν. Αποστολίδης, Ανθολογία 1708-1933. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», χ.χ. 398

 

 

ΠΟΤΕ, Μανόλης Μητσιάς

 

2. ΠΟΤΕ

Ποτέ τόσες νύχτες για σένα
Ποτέ τόσο εσύ πουθενά
Κι εκεί που σε παίρνω για ψέμα
Στο αίμα μου μπαίνεις ξανά
Κι εγώ που χρόνια ζω για σένα

Ποτέ δε θα μπω σ’ άλλο σώμα
Ποτέ κι ας γυρνώ σαν σκιά
Ποτέ κι ας μοιράζομαι ακόμα
στο πριν, στο ποτέ στο μετά
Ποτέ

Ποτέ τόσες νύχτες για νύχτες
Ποτέ τέτοιο τέλος φωτιά
Κι εκεί που κοιμόσουν και μ’ είχες
Καπνός από στάχτη παλιά
Κι εγώ που χρόνια ζω λες κι ήρθες

Ποτέ δε θα μπω σ’ άλλο σώμα
Ποτέ κι ας γυρνώ σαν σκιά
Ποτέ κι ας μοιράζομαι ακόμα
Στο πριν, στο ποτέ, στο μετά…

Λίνα Νικολακοπούλου

 

***

 

 

3. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΟΤΕ  ΣΟΥ

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή
Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει,
Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου
Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουνε την επιτύμβια στήλη,
Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.
Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,
Ούτε οι ανοίξεις πια θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,
Μόνο ένα σύννεφο καμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή
Κι ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να τη ζητήσεις
Το χρώμα σου να ξαναδείς μες στων αγγέλων το σκιόφως,
Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,
Μην αμελήσεις τ’ ουρανού τη γύρη,
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,
Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,
Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,
Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

Μόνο κατέβα πιο βαθιά, πολύ βαθιά, μέσα στην κοίτη
Της γης, όπου ξαπλώνουνε τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,
Ώσπου η βραδιά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί
Το πιο απόκρυφο άστρο της μες στην υγρή σου κρύπτη.

Κι ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Κι αν είν’ ο ίσκιος σου τόσο πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει.
Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,
Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η γέννηση των πηγών (1959)

 

***

 

4. ΜΑΛΛΟΝ Ή ΗΤΤΟΝ


έ! όχι και να λογίζεται
καλός ορύκτης
κείνος που καταχωνιάζει
βαθιά στα έγκατα της γης
την πάσα αλήθεια
το κάθε μυστικό
την όποια λύση!

πρέπει όλα να ειπωθούν
πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως
για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια
τις δυο ασήμαντες
άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:
το «πάντοτε» και το «ποτές»

και να το πάρουμε τελειωτικά
απόφαση:
η σάρκα -ναι- είν΄ πρόθυμη
όμως το πνεύμα
φορές φορές
-ωιμέ-
είν’ ασθενές

νεράιδες
και τα δέντρα
στην
αμφιλύκη
και στις άγκυρες
του
σαλπιγκτού

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες

 

Ποτέ ποτέ ποτέ-Πέτρος Πανδής

 

5. ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΤέ

 

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα

στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

θα σαγαπώ

Αυτό του τραγουδούσε

 

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε

Θάθελα ναγαπάς εμένα μοναχά

 

Έλεγε πως ήτανε τρελός γιαυτή

και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

 

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

 

Ναι βέβαια

σου λέω πως σαγαπώ

σαγαπώ ως το θάνατο

σαγαπώ για να ζω

Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ

πως δεν θέλω να φύγω

να φύγω για να ξαναγυρίσω

πως δεν μαρέσει να γελώ

και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ 

το γέλιο-σου

 

Μονάχα εμένα ναγαπάς

λέει εκείνη

αλλιώς δεν αξίζει

Προσπάθησε να καταλάβεις

 

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

 

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία

σημασία έχεις να ξέρεις

 

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

 

Έχεις δίκιο

δεν έχει σημασία το να ξέρεις

σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

 

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά

θέλω να μ αγαπάς

και μόνο εμένα ν αγαπάς

μα θέλω να σ αγαπάν κι οι άλλες

κι εσύ να λες όχι σ αυτές

για χάρη-μου

 

Τρομερή η πλεονεξία-σου

 

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

 

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

 

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα

στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

 

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

 

Του πέταξε τις βαλίτσες απ         το παράθυρο

και νάτος μεσστο δρόμο

μόνος με τις βαλίτσες

 

Να τώρα είμ ολομόναχος σαν σκύλος

κάτω απ τη βροχή

έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει

είναι λυπηρό

δεν πέτυχε πολύ

τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει

χιονοθύελλα

και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ ονειρευτήκαμε

δραματικό

Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες

τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος

τα μπουκάλια με τα ποτά

και με τα χέρια στις τσέπες

σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας

χώνεται μέσα στην ομίχλη

Δεν υπάρχει ομίχλη

αλλά ο άντρας σκέφτεται

Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

 

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη

κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη

και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα

και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης

και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο

και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια

άλλη γέφυρα

και δεν ξέρει γιατί

Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου

πίσω από μια αφίσα …

Ζακ Πρεβέρ, Ποιήματα, μετ.  Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Θεωρία, Αθήνα 1982

 

 

***

 

6. ΠΑΝΤΑ

(Στην Κριστίν Γκέρχαρντ, Γερμανία)

 

Υπάρχει πάντα μια φλόγα μικρή

Και στη νύχτα ακόμα την πλέον σκοταδιασμένη.

 

Υπάρχει πάντα

Ένα παραθύρι μισάνοικτο,

Μια καρδιά που δυνατά να κτυπήσει προσμένει,

Και μια καινούργια αυγή

Να χαράζει πάντα στην ώρα της.

 

Muhammad Hesham, μετ:   Νικολέττα  Σίμωνος

 

***

 

7. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

                                                            ένα ανοιξιάτικο λουλούδι

                                                        μέσα από τη σχισμή του βράχου

                                                                    μία παρήγορη

                                                        μια συγκινητική ψευδαίσθηση

                                                             πάνω απ’ την άβυσσο

 

                                                                το ξέπνοο θήραμα

                                                                    όταν για λίγο

                                                              αναζητά τη θαλπωρή

                                                             σε καταφύγιο μυστικό

 

                                                     όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι

                                                                χωράει η θάλασσα

                                                          στα μάτια σου ο ουρανός

                                                     και στην καρδιά το πεπρωμένο

 

                                                        όταν τον θάνατο η αγάπη

                                                   σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

 

                                                  χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί

                                                              μες στην ομίχλη

                                                         σαν να ζητάνε εκείνοι

                                                          τη δική μας επιείκεια

 

                    ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Φωτεινά παράθυρα, 2014

 

 

 

Δήμητρα Γαλάνη – Νύχτα μαγικιά (Ποτέ, ποτέ μαζί)

 

8. ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ

Νύχτα μαγικιά μια σκιά περνά

σκέψου τώρα τη φωνή

που σου λεγε, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

Βάδιζα σκυφτός, ήσουν ουρανός

με των άστρων τη μουσική

μου τραγουδάς, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

Μάγισσα χλωμή, το στερνό σου φιλί

ξεχασμένη μουσική

μια μαχαιριά, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

 

 

9. ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

Οι ξένοι είναι καλοί – στο σπίτι πλήττεις.
Αρρώστιες, βάσανα πολλά, το τι θα φάμε.
Οι ξένοι χωρατεύουνε, γελούν πολύ μαζί σου.

Μα όταν έρθουν οι αρρώστιες κι οι αναδουλειές,
το σπίτι αυτό το πληκτικό μένει κοντά σου.
Όλοι λακίζουν, ούτε καν ρωτούν.
Και δε σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν.

Γιώργος Ιωάννου, Τα Χίλια Δέντρα (1963)

 

 

 

Demis  RoussosForever and Ever

 

 

  1. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ

 

“Τελευταίοι χαιρετισμοί απόψε

ατελείωτοι οι δικοί μου που σου στέλνω

και χαίρε χαίρε του αποκλείεται

η θεία προθυμία να σ’ τους δώσει.

 

Λιπόθυμα σωριάζοντας βιολέτες

από το σφιχταγκάλιασμα του χλιαρού

καιρού το δικαιολογημένο

έχει από πέρυσι να τις δει.

 

Χαίρε συνέπεια λουλουδιών

προς την τακτήν επιστροφή σας

χαίρε  συνέπεια του ανεπίστρεπτου

τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.

 

Χαίρε του σκοταδιού το σφιχταγκάλιασμα

που δέχεσαι το διακαιολογημένο

έχει να σε δει πριν τη γέννησή σου.

 

Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία

χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου

πως βλέμμα σου θα ξεθαρρέψει πάλι κάποτε

να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.

 

Χαίρε των ματιών σου  η ανοιχτοφοβία

 – της μνήμης το “ελευθέρας” να πηγαίνει

όποτε θέλει να τα βλέπει

αυγή χαμένης μέρας.

 

Όσο για σένα κόσμε

που καταδέχεσαι να ζεις

όσο έχει την ανάγκη σου η τύχη

για να καρπούνται τα δεινά

την εύπορη αντοχή σου,

 

που εξευτελίζεσαι να ζεις

για να σου πει μια καλησπέρα

το πολύ κατά τον διάπλου

ένα εγγαστρίμυθα

ολόγιομο φεγγάρι

 

τι να σου πω

χαίρε και συ.”

Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής

Πες το με ποίηση (225ο): «Λευκό (άσπρο)»…

 

1.Γιώργος Σεφέρης «Το γιασεμί»

«Είτε βραδιάζει

είτε φέγγει

μένει λευκό

το γιασεμί.»

 

 

 

 

  1. «Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθίσαμε
    Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
    Μια πεταλούδα πέταξε απ’ τα στήθια μας
    Ήτανε πιο λευκή
    απ’ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

  1. «Μου αναλογεί το λευκό
    Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.
    Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.
    Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.
    Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.
    Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 


  1. Μίλτος Σαχτούρης
    , «Η λειτουργία του άσπρου»

 

«Ρίχνανε πρώτα τα σκοινιά

στις τέσσερις γωνιές

που ασπρίζανε τα τέσσερα τα πρόσωπα

χτυπούσανε τα χέρια

και προχωρούσαν απ’ τις τέσσερις γωνιές

και μάζευαν τα σύννεφα

έτσι έμενε το δάπεδο γυμνό

έπειτα άρχιζαν να περνούν οι μαύροι πετεινοί

ένας ένας

αφήνοντας ένα ρυάκι αίμα κόκκινο

σαν χάνονταν

ρολόγια αρχίζαν να πυροβολούνε άδικα

και σκότωναν στην τύχη

φεγγάρια ουρλιάζαν

προσφέρανε και εκρηχτικά τριαντάφυλλα

που σκάζαν και ματώνανε τα χέρια

η αγωνία

τα πρόσωπα σιγά-σιγά χάναν τα μάτια τους

τα φρύδια κι έπειτα το στόμα

τα δόντια και τα τσίνορα

γίνονταν κάτασπρα όπως και τα ρούχα τους

όπως και τ’ άσπρα δέντρα

όπως και το λιβάδι

όπως όλα

Άσπρα»

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

 


  1. Μίλτος Σαχτούρης
    , «Το άσπρο περιστέρι»


«Σήμερα ήρθε και κάθισε στο περβάζι

του παραθύρου μου

ένα άσπρο περιστέρι.

— Τί γυρεύεις εδώ, του είπα,

μήπως σου δώσαν λάθος διεύθυνση;

— Καθόλου, μου απάντησε, τί νομίζεις

το περβάζι σου είναι μόνο

για μαύρα πουλιά;

Έκανε δύο τρεις βόλτες πάνω κάτω,

άφησε μια κουτσουλιά και πέταξε,

αφήνοντάς με έκπληκτο!»

 

(Μ. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΑΠΑΝΤΑ 1945-1998, Κέδρος)

 

 

 

 

  1. Άννα Αντωνίου, «Λευκό»

Το λευκό που μ’ αρέσει
Λευκό του πάγου
και λευκό του χιονιού
Κοφτερό και σκληρό σαν ατσάλι
Που αφήνει
το βλέμμα
να αγγίξει το άπειρο
Το απόλυτο αυτό
ελευθερία
και
δέσμευση
Που μια ακίδα μικρή
μια ανάσα
λίγο πιο έντονη
και το άπειρο γυρίζει πλευρό
και ξυπνάει
θνητό
μια κηλίδα ωχρά
μια πελώρια θλίψη
μια οθόνη
πάλλευκη κηλιδωμένη
Ήθελα να μου πεις
πώς το γαλάζιο δικό σου
διαπέρασε το λευκό
κι έσμιξαν
Πώς έγιναν τα δύο
ακηλίδωτος ουρανός
και
σύννεφα-ταξιδιώτες.

 (http://fractalart.gr/chromatiki-topi-tria-piimata/)

 

 

 

 

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ»

1.-
Με άσπρο δένει το άυλο του λευκού• με ρούχα υγρά το ρο σαλπίζοντας ηχεί αγνότητα ουρανού. Το τεχνητό κυμάτισμα μιας σκέψης συλλαβίζοντας προτού τ’ αγκάθια του ήλιου την ξεσκίσουν.


2.-
Στην άσπιλη λευκότητα υποκλίνεται το ρο• κι ας τη στηρίζει αφού στα σπλάχνα του λευκού κρύβεται το άσπρο: η πέτρα αυτή που ξάφνου σπάει με σύριγμα βουβό βεγγαλικού αναστάσιμου προτού σκορπίσει με ιαχές φευγαλέες φωτός.

3.-
Με λάσπη του άσπρου χτίζουν το λευκό. Ακάματοι του ονείρου εργάτες κατεβαίνοντας στο έρεβος του κενού, νερό ανεβάζουν να στερεώσουνε τα ρο.


4.-
Βατράχια το άσπρο εκόαζαν θεμέλιο του λευκού. Το ρο υμνώντας του ύψους κατά πρόσωπο.

(http://www.poeticanet.gr/tessera-poiimata-a-524.html)

 

 

 

 

  1. Κώστα Παρδάλη, «Με λευκό και με γκρι»

 

Χρόνος άχρονος ζει, σε γκρι περιβάλλον

λεκέδες με χρώματα, νεκροί τριγυρίζουν

σάπια κατάλοιπα, απόβλητα άλλων

κι αμφίβολης  Άνοιξης, λουλούδια ανθίζουν

_._

Ανθρώπινα κύτταρα, σε μπούκες  στοιβάζονται

φτιαχτές οπτασίες, σε άσχημα σχήματα

τυμβωρύχοι ψυχών, την ψυχή μας μοιράζονται

συνειδήσεις τυχάρπαστες, μερικών ανομήματα.

_._

Το λευκό έχει έντονη, παρουσία ακόμα

μα το μαύρο ελπίζει ,τον καμβά να γεμίσει

για να γίνει στο κάδρο, μια μορφή δίχως στόμα

δίχως στόμα και σκέψη, δεν μπορεί να μιλήσει.

_._

Με λευκό και με γκρι,  το λευκό θα νικήσει

μια προσπάθεια θέλει, λίγο έμεινε ακόμα

μεσ’ στα σπλάχνα του μαύρου, η ζωή θα ανθίσει

στων φτωχών τις ψυχές, θα ‘ρθει Άνοιξης χρώμα.

https://www.logografis.gr/

 

 

 

  1. Νόνη Σταματέλου, «Το λευκό φόρεμα»

Τι θράσσος  κι’ αυτό!

Ένα  τέτοιο λευκό φόρεμα σε χώρο εργασίας.

Ανάμεσα σε γκρίζες στολές και γκρίζες μάσκες.

Τι θράσσος να βαδίζεις ανάμεσά τους

Και κυρίως.να βαδίζεις ευθυτενής.

Μια στα χαρτιά και μια στο πάτωμα κοιτάζουν

Με το χαμόγελο παντοτινά φυλακισμένο.

Έτσι που λησμόνησαν τους ανθρώπους.

Έτσι που λησμόνησαν τον ουρανό.

Κι’ εσύ τολμάς να διασχίζεις τη μετριότητα

Φορώντας στα μαλλιά σου άνθη λεμονιάς!

Κι’ ανεμίζει το λευκό σου φόρεμα

Κι’ αντιφεγγίζει πάνω του η ηλιαχτίδα

καθώς μπαίνει απ’ το μοναδικό παράθυρο

που παράτολμα άνοιξες με υπομονή στο χρόνο

Γιατί θέλεις να βλέπεις το φως

να παίζει με τ’ άνθη της μικρής ροδιάς

και νάρχεται μέσα δίνοντας αξία ακόμα και στη σκόνη

δίνοντας κι’ άλλη δόξα στις παλιές κορνίζες

των ηρώων και των ευεργετών.

Ποιος έχει  προσέξει τόσα χρόνια τη μικρή ροδιά

στην πρωινή  συγκέντρωση

όπου η καλημέρα σέρνεται σαν φίδι τρομαγμένο

στα σκαλοπάτια.

Ποιος νά ξερε

πώς ύφανες αυτό το λευκό σου φόρεμα!

Με πόση αγρύπνια, με πόση αλμύρα

και πόσα αστέρια κυνηγώντας.

Πόσα νησιά μπελόνιασες σε μίσχους λουλουδιών

συνάζοντας στη χούφτα σου βροχή

να πίνουν τα σπουργίτια τον Αύγουστο.

Ποιος  νά ξερε

Πόσο επώδυνο, μα πόσο αληθινό

ήταν εκείνο το ταξίδι μέσα σου.

Πόσες φορές ξεμάκρυνε το χέρι του Θεού

πριν σε απιθώσει τρυφερά στου φεγγαριού τη σκάλα

Με τα φιλιά της αδελφής σου να ξορκίζουν το κακό.

 

Τι  ν’ απαντήσεις τώρα σε όσους σε ρωτούν:

Πού βρήκες το θράσσος

να διασχίζεις το γκρίζο

Φορώντας ένα τέτοιο λευκό κι’ ανθοστόλιστο φόρεμα;

Και.πώς τολμάς κι’ ελπίζεις

Ακόμα και  «εν ώρα υπηρεσίας»;

 

(https://www.giannena-e.gr/Grammata%20kai%20tehnes/poiitikos%20logos/Stamatelou_Noni_Poiima_Leyko_Forema.aspx)

 

 

  1. Μαρία Καρδάτου, «Λευκός πύργος»

Μαύρα πουλιά πετούν
γύρω απ’ το λευκό πύργο
παιδιά μπαινοβγαίνουν
με χαρούμενες φωνές
να θαυμάσουν
τα βυζαντινά ευρήματα
Απ’ έξω κορνάρουν αυτοκίνητα
και στο βάθος ένα καράβι
γεμάτο τουρίστες
διασχίζει τη θάλασσα
Βαθιά από τους τοίχους
με τις μεγάλες πέτρες
ακούγονται οιμωγές
των βασανισμένων
και εκτελεσμένων
στον ίδιο πύργο
τον πύργο του αίματος

(http://www.poiein.gr/archives/9942/index.html)

 

 

 

  1. Βαγγέλης Κάσσος, «Ο ΟΔΗΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ»

«ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
με τι θέλετε να μοιάζει
καθώς κατεβαίνει με ορμή
καθώς διασχίζει τη νύχτα
με τι θέλετε να μοιάζει
αν όχι με χελιδόνι που άργησε
που επιστρέφει όπως όπως στη φωλιά
ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
ξαφνικά τι έπαθε
τι έπαθε και σφίγγει
με τέτοια λύσσα το τιμόνι
μια να πεταχτεί στον ουρανό
μια να πετρώσει στο κάθισμα
ο οδηγός κυλάει γοργά
ανοίγει τα παράθυρα
και γοργά κυλάει
για την επικίνδυνη στροφή
για τη ζεστή αγκαλιά
ούτε που νοιάζεται
ανοίγει τα παράθυρα
και βρίζει
βρίζει γλυκά
σα να προσεύχεται»

(Από τη συλλογή Στα ριζά της σιωπής (1984).

http://www.ainigma.net/gr/vangelis-kassos/poihmata/)

 

 

 

  1. Βαγγέλης Κάσσος, ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

«αγόρι μου

σαν το πουλάκι μέσα μου σκιρτάς
κατάπληκτο στο χιόνι
μη γελαστείς
δεν είναι αυτός ο Συμεών
που ακούς να οδύρεται
είναι ο θάνατος που ζητιανεύει
στην αυλή μου
μη βγεις ποτέ
δεν είμαι εγώ ο ουρανός
για ν’ ανατείλεις
το φως με σφάζει
σα γυαλί
μ’ έχει αφαιρέσει ο φόβος
και κρύο βάραθρο
έγινε το κορμί
δεν είναι εδώ η ζωή
σαν ηλιαχτίδα πέρνα
σα δίκοπη αρχή
μη βγεις στον κόσμο και σταθείς
μη σταυρωθείς
μη νιώσεις τέλος
σταυρώθηκες στα σπλάχνα μου
αυτό δε φτάνει;»

(Από τη συλλογή Αδιαπέραστο φως (1998) που κυκλοφορεί στις εκδόσεις Ίνδικτος.)

(http://www.ainigma.net/gr/vangelis-kassos/poihmata/)

 

 

 

  1. Γ. Ρίτσος, «Τ’ Άσπρα Βότσαλα»

«Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες. Με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.»

 

(https://www.sansimera.gr/anthology/158)

 

 

 

Πες το με ποίηση (224ο): «ΤΗΛΕΦΩΝΟ- ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ»

Τηλεφωνητής, Αλεξίου

 

  1. ΣΑΣ ΑΦΗΣΑ ΜΗΝΥΜΑ

 

μπρς μπρς μ κοτε; μπρς

π μακρι τηλεφων. Δν κούγομαι

τί, ξεφορτίστηκε πόσταση;

 

π κινητ διάστημα μιλτε;

Ν ξαναπατήσω τ μηδέν; Κι λλο;

Μ κοτε τώρα;

 

Να μου δίνετε σς παρακαλ τ μαμά μου;

Τί ριθμ πρα; Τν οραν

ατν μο χουν δώσει. Δν εναι κε;

Μπορ ν τς ορλιάξω να μήνυμα;

 

Εναι μεγάλη νάγκη πετε της

εδα στν πνο μου τι πέθανε κι γ

μικρ παιδ κατουρημένο γοερ

μούσκεμα φόβος ς πάνω

κι κόμα ν στεγνώσει.

Ν ρθε ν τν λλάξει.

ν δν μπορέσει, τς λέτε κόμα τι

ρίμασε κείνη παλι φοβέρα της

πς θ μ φάει γέρος ν δν τελειώσω

τ φαγητό μου.

ρίμασε γινα γεμα γήρατος.

χι σ ταβερνάκι νείρου.

Σ κάποιο λαϊκ μαγέρικο πο νοιξε

καθρέφτης.

 

KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ, χος πομακρύνσεων, 2001

 

***

 

  1. ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

Μέρες μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο

μήνες, χρόνια;

Δεν ηχείς.

 

Εκλήθη ο έμπιστός μου ωριλά

Μου έκανε ακουόγραμμα

Μια χαρά μου λέει ακούς

Τι σ’ έπιασε.

 

Εκλήθη εν συνεχεία ξανά ο τεχνικός.

Δε χτυπάει, του είπα.

 

Σε ξεβίδωσε, σ’ έκανε φύλλο και φτερό

καλώδια μπαταρίες

λάδωμα στη φωνή σου

 

εντάξει η συσκευή

 

η ζημιά είναι από μέσα

σ’ το είπα και την άλλη φορά

θριαμβολόγησε ο ηλεκτρολόγος

έχει βλάβη η επαφή

πρέπει να σκάψω

 

– άσ’ το

αφού είναι η επαφή

θα σκάψω εγώ

ξέρω να την θάψω

δεν είναι τίποτα, ξέρω.

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

***

 

  1. Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ

 

 Αργά το απόγευμα

Οι πεθαμένοι μαζεύονται

Στην πλατεία για να τηλεφωνήσουν

Στους δικούς τους

 

Κρατάνε σφιχτά την κάρτα

Και στέκονται στη σειρά

Έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο

 

Οι περαστικοί που τους βλέπουν

Μονολογούν : «Από πού ήρθατε πάλι εσείς

γέμισε μετανάστες η πόλη»

Κι αυτοί μ’ ένα μουρμουρητό τούς απαντούν:

«Δεν είμαστε εμείς μετανάστες

μεταστάντες είμαστε».

Μεταστάντες.

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

 

***

 

4.Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ  ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

 

Με ξεκουράζει η φωνή της στο τηλέφωνο,

όταν μάλιστα

δεν έχει τίποτα να πει

και φλυαρεί  ασταμάτητα.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

Αυτόματος τηλεφωνητής – Αρλέτα

 

  1. B r o k e n v o i c e

 

Με ραγισμένη φωνή παίρνω τηλέφωνο σε αριθμούς

που δεν-αντι-στοι-χού-νε-σε-συ-νδρο-μη-τές, λένε.

Πληκτρολογώ μηνύματα που ένας σέρβερ out of order ακυρώνει.

Με ραγισμένη φωνή θρυμματίζω την κάμερα μιας πιθανής τηλεσυνομιλίας.

Ραγισμένη η φωνή μου

εισβάλλει σε αεροδρόμια και μετρό

μπερδεύει προορισμούς ανακατεύει διαδρομές

 

η ραγισμένη φωνή μου, μόνη,

μακριά από μένα.

Κούλα Αδαλόγλου, Διπλή άρθρωση, 2009

 

***

 

  1. Broken voice – Παραλλαγή

 

Με ραγισμένη φωνή παίρνω τηλέφωνο σε αριθμούς

που δεν αντι-στοι-χού-νε σε συ-νδρο-μη-τές, λένε.

Πληκτρολογώ μηνύματα που ένας σέρβερ out of order

       ακυρώνει.

Με ραγισμένη φωνή θρυμματίζω την κάμερα

       μιας πιθανής τηλεσυνομιλίας.

Τέτοια η φωνή μου πετά στο Gatwick,

παίρνει το τρένο για το King’s Cross

και χάνεται σε υπόγειες διαδρομές του underground.

Αν δείτε εκεί, εσείς μετανάστες-ταξιδιώτες-immigrants,

μικρές κηλίδες που λαμπυρίζουν, σας τις κωλοφωτιές

      ας πούμε

ή σαν το ιριδίζον γαλάζιας πεταλούδας,

κομμάτια της φωνής μου είναι.

 

                            *

Ήσουν εδώ. Χαρτιά, βιβλία σκόρπια, μια αταξία.

Ήσουν εδώ. Μπουμπούκιαζαν οι λέξεις, κάθε πρωί

νοτίζονταν οι φθόγγοι, μελίρρυτοι, γλύκαιναν τα νέα,

φιλτράριζαν τις πιο βαριές ειδήσεις.

 

Όλα σε τάξη. Αποστειρωμένο σπίτι.

Μυρίζει καθαριστικό, φρεσκάδα!

Και λείπεις.

 

Φθόγγοι τραχιοί μου γδέρνουν το λαρύγγι,

με βομβαρδίζουνε ειδήσεις χωρίς έλεος

Σαν μετανάστη που παλεύει άτσαλα να μιμηθεί

τον ντόπιο όλη η γλώσσα μου.

 

Κούλα Αδαλόγλου

 

 

Αλκίνοος Ιωαννίδης – Υπεραστικό

 

  1. ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ

 

Εχτές το βράδυ μού τηλεφώνησε

ο πατέρας μου.

 

Στείλε μου μερικά

πενηνταράκια ούζο, μου είπε,

και καναδυό κούτες τσιγάρα

σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια

να σας συλλογιέμαι.

 

Και —να μην

το ξεχάσω— και πεντέξι δίσκους

φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,

ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

 

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες

και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια

της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

 

Ανέστης Ευαγγέλου, Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα , 1987

 

 

***

 

  1. ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ

 

Μου δίνεις πέντε λεπτά από τον χρόνο σου

– αντίδωρο λειψό σε πανηγυρική ακολουθία,

να ζήσω μιαν άνοιξη – έναν σπασμό,

υάκινθους στα χέρια να κρατήσω

να μπολιαστεί στο χώμα η γραφή σου.

 

Κι είναι τα πέντε αυτά λεπτά

συνδιάλεξη του περασμένου αιώνα,

κσθώς αγκομαχούσε ο χρόνος στη φωνή

ο υποβολέας έξω από τον θάλαμο

ψάχνοντας νά ‘βρει τα χαρτιά του,

 

κι έμεινε στο τέλος η ανάμνηση

όχι γι’ αυτά που είχαν ειπωθεί

 

αλλά για όσα δεν προλάβαμε να πούμε.

 

 

Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Νεύμα από απέναντι, 2017 Ενότητα Φυγάς στο παρελθόν

 

***

 

  1. ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

 

Είχα πάρει τηλέφωνο τον Τέλλο

Είσαι καλά, του λέω,

Ή να βάλω τις φωνές;

 

«Άσε», μου λέει, «δεν είναι του παρόντος».

 

Όταν έκλεισα, τότε ήταν που θυμήθηκα

ότι ήδη είχε περάσει καιρός

από την ημέρα

 

που μας είχε αφήσει χρόνους.

 

Σπύρος Δόικας

 

Χτυπάει τηλέφωνο, Νίκος Παπάζογλου

 

  1. ΤΗΛΕΦΩΝΩ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ

Στη Ναυσικά Γκράτζιου

 

Τηλεφωνώ στους φίλους’ όλοι εργάζονται.

Σ’ αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή

μόνο εγώ κι ο Ήλιος τεμπελιάζουμε;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

 

***

 

  1. ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

 

Τηλεφωνάμε

για ένα νεκρό

πού να τον βρούμε;

—Το όνομά του;

μας απαντάνε

—Δεν έχει όνομα

είναι νεκρός

ψάχνουμε τα συρτάρια

 

—Τον έχουν κρύψει

—Τον έχουν διώξει

—Τον έχουν σώσει

δεν τονε βρίσκουμε

είναι νεκρός

μας λένε

 

τρέξετε μες στη βροχή

να τονε βρείτε

τρέχουμε

και δεν τον βρίσκουμε

 

τηλεφωνάω

μου λένε —Έφυγε

θα είναι ψέματα

εγώ ΤΗ βλέπω

με το μεγάλο μάτι μου

το πορφυρό

 

Να πάμε αλλού

να τριγυρίσουμε

και να ρωτήσουμε

—Δεν τηνε ξέρουν

—Δεν ξέρουν τ’ όνομά του

—Τον ξέχασαν

 

Τηλεφωνάω

μου λένε: Όχι

—Δεν ξέρουν ποιός είμαι

—Δεν ξέρουν τ’ όνομά μου

Μ’ έχουν ξεχάσει

 

Είμαι νεκρός

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Με το πρόσωπο στον τοίχο 1952

 

***

 

  1. Η ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Με ζητούν στο τηλέφωνο

μ’ έχουν τρελάνει απ’ το πρωί

θέλουν να μου μιλήσουν

για το καταραμένο απόγευμα.

 

—Μα αυτό είναι παλιά ιστορία,

τους λέω, δεν εννοούν να σταματήσουν.

 

—Ναι, για την παλιά ιστορία

για το καταραμένο απόγευμα.

 Έχουν τρελάνει τ’ αυτιά μου

πάλι χτυπάει το τηλέφωνο

θέλω να σταματήσουν

 

πάλι χτυπάει το τηλέφωνο

για το καταραμένο απόγευμα

για την παλιά ιστορία…

 

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια

 

Να γράφεις να τηλεφωνείς- Βασίλης Παπακωνσταντίνου

 

Πες το με ποίηση (223ο): «Ξεχνώ – λησμονιά – λήθη»….

 

Α. ΞΕΧΝΩ

 

1.«Μη ξεχνάτε ότι μετά το μεσονύχτιο
πέφτει διπλή ταρίφα ο χρόνος στο ρολόγι
διπλά και τρίδιπλα κυλάνε τα χιλιόμετρα
στο πρόσωπο»
(«Επείγον», Κική Δημουλά)

 

 

 

  1. «Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
    γιατί σ’ αγαπώ.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

  1. «Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε

ξεχνούσα το τρύπιο πάτωμα

έλεγα κιόλας, να μες από τις τρύπες του

όπου νάναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

  1. Σπύρος Ποταμίτης, «Έπειτα ξέχναγες γρήγορα»

 

«Σ΄ άκουσα να κλαις πολλές φορές στην αγκαλιά μου

με τις μικρές αστροφεγγιές και τα λειψά φεγγάρια

να βγαίνουν απ΄ το κορμί σου

αγγίζοντας τη στάχτη τους

στο αριστερό μου στήθος.

 

Έπειτα ξέχναγες γρήγορα…

φορούσες το κορμί της ηλικίας των ηδονών

τα χάδια τα ξέπλεκα μαλλιά

το δέρμα τ΄ απαλό

και των υγρών ακροδαχτύλων την ικέτιδα φωνή

της αμαρτίας.

 

Κάποτε έκλαψα κι εγώ. Την τελευταία νύχτα

με το φεγγάρι ολόγιομο

και με το δάκρυ των ματιών σου στερεμένο.»

 

https://spyros-potamitis-poiisi.webnode.gr/)

 

 

 

  1. Αγγελική Τσιμπούκα, «Ξέχασα πίσω την ζωή μου!»

Πάντα θα περιμένω πίσω από την πόρτα
Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι.
Μια αυλή από αναμνήσεις.
Μια σκεπή από όνειρα.
Τι ζητάω εγώ;
Τι ζητούν αυτά;
Το ίδιο ζητάμε.
Μια κούκλα ξεχασμένη στο παλιό μου το σπίτι.
Μια φωτογραφία ξεχασμένη στο ράφι, κι η ζωή μου.
Ανοίξτε μου!
Ξέχασα πίσω την ζωή μου!
Δεν μας αφήνουν να περάσουμε.
Δεν μας αφήνουν να ζήσουμε.
Μια κραυγή εμείς.
Έναν ψίθυρο ο κόσμος.
Θέλω πίσω όσα είναι δικά μου.
Δεν είναι πολλά αυτά που ζητάω.
Μέσα σε όλο τον κόσμο, ζητάω τον τόπο μου.
Την πόλη μου, το χωριό μου, την αυλή μου.
Ζητάω τις αναμνήσεις μου.
Δεν είναι πολλά.
Πολλά είναι όσα έχασα.
Πολλά είναι όσα μου πήραν.
Γιατί μου τα πήραν;
Γιατί να μην μπορώ να γυρίσω στο σπίτι μου;
Γιατί να χαθούν όλα όσα είχα;
Πονάω.
Πονάω για την πατρίδα μου.
Πονάω γιατί η επιστροφή φαντάζει τόσο μακρινή.
Και η πατρίδα μου πονάει για μένα.
Όμως είμαι ακόμα εδώ, και περιμένω.
Πάντα θα περιμένω πίσω από την πόρτα.
Για να πάρω πίσω την ψυχή μου.

http://chalarisargiris.blogspot.gr/2016/03/blog-post_5.html

 

 

Β. ΛΗΣΜΟΝΙΑ

 

  1. «Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
    τι όνειρα,
    ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

  1. Λουίς Θερνούδα, «Όπου κι αν κατοικεί η λησμονιά»

(μετάφραση Βασίλης Αλεξίου)

 

I

Όπου κι αν κατοικεί η μοναξιά

Στους πλατιούς δίχως αυγή κήπους-

Εκεί που εγώ μονάχος θα ’μαι

Μνήμη μιας πέτρας μες στις τσουκνίδες θαμμένης

Που πάνω της ο άνεμος λυτρώνεται απ’ τις αϋπνίες του.

Εκεί που τ’ όνομά μου θ’ αφήσω

Στο σώμα που σημαδεύει στων αιώνων τα μπράτσα,

Εκεί που ο πόθος δε θα υπάρχει.

Σε αυτή τη μεγάλη περιοχή που η αγάπη, τρομαχτικός άγγελος

Δε θα κρύβει σαν ατσάλι

Στο στήθος μου τη φτερούγα του,

Χαμογελώντας γεμάτος αέρινη χάρη καθώς ο πόνος μεγαλώνει.

Εκεί που θα τελειώνει αυτός ο ζήλος που απαιτεί έναν κύριο κατ’ εικόνα του,

Υποτάσσοντας σε μιαν άλλη ζωή τη ζωή του,

Δίχως ορίζοντα πια,

παρά άλλα μάτια μέτωπο με μέτωπο.

Εκεί που οι καημοί και οι ευτυχίες δε θα ’ναι παρά ονόματα,

Ουρανός και γη αυτόχθονες γύρω από μια μνήμη-

Εκεί τέλος που λεύτερος θα μείνω χωρίς ούτε κι ο ίδιος να το ξέρω,

Σβησμένος σε ομίχλη, σε απουσία,

Απουσία ελαφριά σαν σάρκα παιδιού.

Εκεί, εκεί μακριά-

Όπου κι αν κατοικεί η λησμονιά.

 

(https://christostsantis.com/)

 

 

 

  1. Μίλτος Σαχτούρης, Η ΛΗΜΟΝΗΣΜΕΝΗ

1

Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δέντρο δέντρο ηλεχτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού
Δεν είναι η λευκή γριά γριά ετοιμοθάνατη
Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης

 

2.

Η λησμονημένη ανοίγει το παράθυρο
ανοίγει τα μάτια της
κάτω περνούνε φορτηγά με μαυροφορεμένες
που δείχνουνε το φύλο τους γυμνό
με οδηγούς μονόφθαλμους που βλαστημάνε
το χριστό της και την παναγία της
οι μαυροφορεμένες θέλουν το κακό της
κι ας της πετάνε τα ματωμένα τους γαρίφαλα
απ’ τον αναβρασμό του κήπου της ηδονής τους
απ’ την εξάτμιση της μπενζίνας μέσα στο σύννεφο του καπνού
οι οδηγοί
σκίζουν το σύννεφο και τηνε κράζουν πόρνη
όμως αυτή είναι μια θλιμμένη παναγιά
με τον αγαπημένο της μέσα στα εικονίσματα
έτσι όπως τον φύλαξε ο χρόνος
με τα κεριά όλων των προδομένων
που βάδισαν στο θάνατο ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα
χαμομήλια
με βάγιες δούλους κι αστέρια του βουνού
με σπαθιά που κόβανε λαιμούς και φοινικόδεντρα

 

3.

Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
—Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών
μα συ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να τα ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκερο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μοναχά τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μοναχά το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω
το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται

 

4.

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας
τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε

 

5.


Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; Nτρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκό-
τωσαν εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν
να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δε φάνηκε άξιος
γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα πα-
ράθυρα. Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμο-
νημένη.

 

 

6.

Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε
η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε

 (Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971, Κέδρος)

 

 

 

  1. Μαρία Πολυδούρη, [ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΕΙΝΕ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ…]

«Ἐκείνη ποὺ εἶνε λησμονημένη,
ἐκείνη ποὺ ἦρθε περαστικὰ
κ᾿ ἔφυγε ἀγνώριστη κ᾿ ἔφυγε ξένη,
τόσο θλιμμένη καρτερικά,

εἶχε στὸ βλέμμα κλείσει ἕνα ἀστέρι
ποὺ ὅλο ζητοῦσε τὸν οὐρανό,
ποὺ σὰν τὸν ἔρημο ἦταν φανὸ
μέσα σὲ νύχτα καὶ σ᾿ ἄγρια μέρη.

Ἀγρίων ἀνέμων μάχη τιτάνεια,
ἡ μαύρη θύελλα, ἡ τρικυμία
καὶ στοῦ μετώπου της ἡ ἡρεμία
τὴν ἀσημένια τὴν ἐπιφάνεια!

Στ᾿ ὡραῖο στόμα ἡ γραμμὴ γυρνοῦσε
σὰν ἕνα φίλημα ἐρωτικό,
μὰ τῆς σιωπῆς του δὲν ξεπερνοῦσε
τὸ πικραμένο τὸ μυστικό.

Ἀνάμεσό μας στάθη θλιμμένη.
Κάτι ζητοῦσε, ποιὸς ξέρει τί;
Πῶς ἦρθε; Κ᾿ εἶνε λησμονημένη;
Τί νὰ ζητοῦσεν ἡ ξένη αὐτή;»

(Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, γράμματα)

 

 

 

  1. Μαρία Πολυδούρη, «ΛΗΣΜΟΝΙΑ»

 

Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.

 

Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε…

 

Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.

 

Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.
Τάχα εἶστε σεῖς ποὺ γνώρισα; Σεῖς εἶστε ἀγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα ἀργυρή, πυκνὸ τῶν πεύκων Δάσο;

 

(Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, γράμματα)

 

 

 

Γ’ ΛΗΘΗ

 

 

  1. Λορέντζος Μαβίλης, «Λήθη»

«Kαλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
Tην πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
O ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Mην τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νάναι!

Tέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
‘Σ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
Mα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
A στάξη γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Kι’ αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
Διαβαίνοντας λειβάδι’ απ’ ασφονδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

A δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
Tους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
Θέλουν ― μα δε βολεί να λησμονήσουν.»

(http://www.info-grece.com/forums/lithi-lorentzoy-mavili-poiima)

 

 

 

 

  1. «Γιώργος Καλοζώης, «Η ΛΗΘΗ»

«Ήρθαν όλοι επειδή τους
κάλεσα
ο συνετός με τη σωφροσύνη του
ο επιπόλαιος με τη βιασύνη του
ο προφήτης με το βουνό και
την εκκλησία του
ο ξυλουργός με τα πανύψηλα
δάση του
ο γλωσσολόγος με τα φωνήματα
τα μορφήματα και τους δεκάδες
φθόγγους του
ο τσοπάνος με το κοπάδι του
αργότερα θα διαχώριζε τους
αμνούς από τα ερίφια
με τους σκύλους του πριν να
διασταυρωθούν με τους λύκους
μπροστά απ’ αυτόν προηγούνταν
ο αποδιοπομπαίος τράγος του
τα μάλλινα ζεστά υφάσματα
ήρθαν κι η σπορά ήρθε
και τα χιλιάδες σπέρματα
και τα πουλιά με τα πετάγματά
τους και κάποια απ’ τα πουλιά
με την ανίατη γρίπη τους
ήρθαν κι οι νεκροί
με το κίτρινο χρώμα και τα
μυρμήγκια επάνω στο σώμα
τους κι αυτοί επειδή είχαν
καιρό να μιλήσουν ήταν οι πιο
κοινωνικοί
ήθελα να τους αγκαλιάσω
αλλά ήταν τόσοι πολλοί άλλοι
συνοδεύονταν απ’ τις αρρώστιες τους
άλλοι από τους δολοφόνους τους
κι η κυρία πληρότητα ήρθε
και η φίλη της η κενότητα
κι αφού μαζεύτηκαν όλοι
η ομοιότητα κι η διαφορετικότητα
φάγαμε ουρανό και γη
ήπιαμε απόσταγμα γνώσης
καπνίσαμε πίπες και καμινάδες
τζάκια και σόμπες


Ύστερα τους κέρασα
μελίσσια
χωρίς τις ιπτάμενες μέλισσες
ύστερα αφού πέρασε η
πρώτη αμηχανία
χορέψαμε με τις θύελλες και
τις καταιγίδες απ’ όλους η
θάλασσα ήταν η πιο κινητική
ύστερα τα νέφη κι οι γρήγοροι
ποταμοί τα στάσιμα νερά
ήταν συνέχεια καθισμένα
χόρεψα μ’ αυτήν που δεν
τη χόρευε κανείς με την
ασκήμια όλοι μα όλοι
φλέρταραν την ομορφιά
πρώτοι και καλύτεροι οι
πυλώνες που πηγαινοφέρνουν το
ρεύμα ενώ το χώρο
φωτορύθμιζαν οι κεραυνοί κι οι
αστραπές κι οι δυνατές
βροντές καθόριζαν την ένταση
του ήχου
Μόνο αυτή που αγαπούσα
δεν ήρθε αυτής που το
πρόσωπο ξεχνούσα σιγά σιγά
θυμόμουν τις συμπεριφορές της
τους τρόπους της όλα που ζήσαμε
μαζί τα θυμόμουν τα μούρα
με τα οποία έβαφε το στόμα της
τα μεγάλα αφρούγια αμύγδαλα
ίδια με τα μάτια της
τα σκουλαρίκια της που κρέμονταν
όπως τα τσαμπιά απ’ τα κλήματα
Μόνο αυτή που αγαπούσα
έλειπε αρκεί να τη θυμόμουν
καλύτερα και θα ’ρχόταν
όμως οι πίνακές μου
είχαν εξασθενήσει οι πίνακες μου
οι μνημοτεχνικοί
η λήθη είχε ζώσει με στέμμα
λησμονιάς το ψηλό βουνό της
αγάπης που δύσκολα αποφασίζεις
να το ανέβεις άμα το έχεις
για κάποιον λόγο κατεβεί»

(http://www.poiein.gr/archives/4175/index.html)

 

 

 

  1. Rifaat Salam, «Λήθη»

    «Στη λήθη απίθωσα το σώμα και την ιστορία του
    Τα μικρά πράγματα της ζωής μου
    Στη λήθη εγκατέλειψα τη σκιά μου
    Και το αστέρι του μεσημεριού
    Με ξεχάσατε
    Κι έτσι κατακρημνίζομαι στη γη της αμαρτίας
    Για να αναδυθώ και πάλι στους πικρούς μου ουρανούς»

    (Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση

http://www.poeticanet.gr/exi-poiimata-a-205.html)

 

 

 

 

  1. Charles Baudelaire, «Η λήθη»

 

Ψυχή ανελεήτη, ω έλα στην καρδιά μου,

τίγρη σκληρή και ράθυμη που σ’αγαπάω

μες στη βαριά, πλούσια χαίτη σου ζητάω

να βάλλω τα τρεμάμενα δάχτυλά μου

 

μες στο φουστάνι σου, με σάρκα μυρωμένο,

το λυπημένο μου κεφάλι εκεί να θάψω.

Τ’αρωμα της παλιάς λατρείας δε θα πάψω

οσμή από τεφρό λουλούδι, να ανασαίνω.

 

Οχι να ζήσω πια, να κοιμηθώ ζητάω!

Μες σ’έναν ύπνο σαν το θάνατο γαλήνιο

τον έρωτά μου δίχως τύψεις θα σου δίνω,

το μπρόυτζινο, στιλπνό κορμί σου θα φιλάω.

 

Η άβυσσος του κρεβατιού σου μπορεί μόνο

τα σιωπηλα κλάματά μου να πραϋνει

στα χείλη σου φωλιάζει η τέλεια λησμοσύνη,

ναρκώνει η Λήθη του φιλιού σου κάθε πόνο.

 

Στη μοίρα μου, λοιπόν, τη μόνη ηδονή μου,

θα υποταχτώ ωσάν γι’αυτό να ήμουν πλασμένος,

πειθήνιος μάρτυρας, αθώος,δικασμένος,

που υποδαυλίζει η φλόγα του την παιδωμή μου,

 

και για να πνίξω κάθε μου μνησικακία,

τ’ωραίο κώνειο και το νηπενθές βυζαίνω

απ’ τ’ όρθιο στήθος σου το αγαπημένο

που μέσα του δεν έκλεισε καρδιά καμία.

 

(http://fotologontas.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html)

 

 

 

 

  1. Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε, «Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΗΘΗ»

 

«Στην ΄Αβυσσο το φορτίο σου πέταξε .

΄Ανθρωπε , ξέχασε . ΄Ανθρωπε , ξέχασε .

Θεική είν ‘ η τέχνη της λήθης .

Αν θέλης να πετάξης ,

στα ΄Υψη αν θέλης να φτάσης

το πιο βαρύ φορτίο σου

στη θάλασσα να πετάξης .

Η θάλασσα να , στη θάλασσα πέσε .

Θεϊκή είναι η τέχνη της λησμονιάς .

Η λήθη του εαυτού μου , για την οποία πρόκειται εδώ , μπορεί 

να είναι μια έκσταση , ή ο θάνατος και η άλλη ζωή»

 

(https://eirinigalinou.blogspot.gr/2011/05/blog-post_18.html)

 

 

 

 

  1. ΚΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ , Λήθη

 

Ο νωπός πόνος

αποστρέφει το πρόσωπο

απ’ την κούρα της λήθης.

Στην ανοιχτή πληγή

το οινόπνευμα της λησμονιάς

τσούζει και καίει.

Ανεκτίμητος σύντροφος

στη διάθεση της λήθης

ο χρόνος στο διάβα του

γιατρεύει τους πόνους

και κλείνει τις πληγές

 

(https://izagori.gr/people/biographies/)

Πες το με ποίηση (222ο): «ΤΕΧΝΗ»

 

  1. ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

 

Κάθομαι και ρεμβάζω.   Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην—   κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές·   ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες.   Aς αφεθώ σ’ αυτήν.


Ξέρει να σχηματίσει   Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως   τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις,   συνδυάζουσα τες μέρες.

 

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ,  Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

 

***

 

 

  1. ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ.Χ.

 

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.


Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

 

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

 

 

***

 

 

  1. ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΞΕΚΟΥΡΑΖΟΜΑΙ…

       (Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου)

 

Φίλτατε κύριε Καβάφη, συγγνώμη, αλλά ψεύδεστε.

Από την τέχνη σας αναπαυόσασταν με τα ωραία κορμιά που ρίχνατε

στο πονεμένο σας κρεβάτι.

 

(Εκτός κι αν τα ωραία κορμιά δεν ήταν παρά απλές φαντασιώσεις,

όπως του φίλτατού μας κυρίου Εμπειρίκου)

 

 

Εγώ λοιπόν, φίλτατε κύριε Καβάφη,

με τη δούλεψη της τέχνης ξεκουράζομαι από τη δουλειά μου

κι από τη δούλεψη της τέχνης ξεκουράζομαι πάλι με τη δουλειά μου.

ΤΑΚΗΣ  ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

 

  1. ΤΕΧΝΗ

Πάμε μαζί
μες απ’ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση
προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη
σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.


Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους
τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της
κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό


είναι ωραία η ζωή με τέχνη

NIKOΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

 

 

***

 

 5. ΤΕΧΝΗ

Ποτέ δεν συμπάθησα
τα άψογα χαμόγελα
τις τέλειες οδοντοστοιχίες
τους σιδερωμένους άντρες
την τσάκιση στο παντελόνι
τα ανατομικά στρώματα
τα αναπαυτικά όνειρα
τα πούπουλα χήνας στην ομίχλη.


Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια
Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.


Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Κλινικά απών (2014)

 

 

***

 

 6. Η ΤΕΧΝΗ ΠΑΡΗΓΟΡΟΣ

Ες τν Κον Κωστν Παλαμν
(Μετ
τν νγνωσιν τν ποιημτων ατο «Τφος»)

Στο πνου σου τ’ ανλια σκοτδια
κτταξα μ μυστικ τρομρα·
κ
σμων ραων εδα κε ρημδια
κα
χος κ’ ρημι κα μαρη ντρα.

Εδα ν σρνεται, ν παραδρν
μ
σ’ στ συντρμμια κενα τν ψυχ σου
κα
μι χαρ φευγτη παραδεσου
περ
λυπη στ μνμη της ν φρν.

μως θεα Τχνη παραστκει
κα
γρφει μ τ αμα τς καρδις σου,
κα
μαργαριταρνια σιγοπλκει
στεφ
νια π τ δκρυα τ θερμ σου.

χολογει σν μουσικ τ κλμμα
μ
σα στος στχους σου, κα τ κομμτια
τ
ν κσμων ξανασμγουν, , τ θμμα!
κα
γνονται περτεχνα παλτια.

Μεταμορφνεται το πνου χρα,
τλειωτη, σ’ νθσπαρτο λιβδι,
κα
χαραυγ μερνει νικηφρα
τ’
γριο, τ’ παρηγρητο σκοτδι.

Κα βλπω τν ψυχ σου σν κτνα
ν
τρχ αἰώνια π’ νθος σ λουλοδι
κατ
πι π’ τ χρυσ της τ’ γγελοδι,
πο
φτερουγζει μσα στ’ νθη κενα.

Α. Προβελέγγιος, Ποιήματα: Διπλή Ζωή, Νικητήρια, Τα νησιά μας, (Διπλή Ζωή), Αθήνα, Εστία, 1916, σ.σ.15−16

 

***

 

  1. ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ

 

Είναι τέχνη να τρέχεις,

όπως το να αγαπάς, να ερωτεύεσαι,

να πέφτεις, να σηκώνεσαι,

να συγχωρείς, να ταπεινώνεσαι.

Γιατί η ευτυχία είναι επιλογή, που βρίσκεται σε κίνηση.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤίΝΙΟΣ, Κουνήσου μούχλα, Αρμίδα 2014

 

 

***

 

  1. ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ

Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα ‘χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ’ το!) με καταστροφή.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, μετ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

 

***

 

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα ‘χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ’ το!) με καταστροφή.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, μετ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

 

***

 

  1. H TEXNH

 

Τα τζάμια παγωμένα,          

μαύρο, σβυστό το τζάκι,      

τα τζάμια παγωμένα.

 

Από τον τοίχο στάζει,

στάζει, δροσιά φαρμάκι

από τον τοίχο στάζει.

 

Ψυχομαχάει μια λάμπα       

απάνω στο τραπέζι,            

ψυχομαχάει μια λάμπα.       

 

Στο ξέστρωτο κρεββάτι        

μια γάτα ερημοπαίζει           

στο ξέστρωτο κρεββάτι.      

 

Κι απάνω από την στέγη

μια κουκουβάγια κράζει

και κάτω από την στέγη

 

Μες στην καρδιά του ξύλου  

ο σάρακας γκρινιάζει,          

μες στην καρδιά του ξύλου      

 

Αργοξυπνούν δυο μάτια

– ένα τριζόνι τρίζει –

κι εμπρός στα δυο τα μάτια

 

Μιαν άνοιξι από ρόδα,

ξανοίγεται κι ανθίζει,

μιαν άνοιξι από ρόδα.

Παύλος Νιρβάνας

 

****

 

  1. ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Αν κάνω την άμμο να κυλά
Από το αριστερό μου χέρι στην δεξιά παλάμη,

Αυτό είναι, δίχως άλλο, διασκέδαση
Να αγγίζω την πέτρα που έγινε σκόνη

Είναι, όμως, και κάτι παραπάνω
Να ζωντανεύω τον χρόνο,

Για να τον αισθάνομαι
Να κυλάει, να περνά

Κι ακόμα να τον κάνω
Να γυρίζει πίσω, να υποχωρεί.

Κάνω την άμμο να γλιστρά
Και γράφω ποίημα ανάποδα

Eugène Guillevic 1907-1997), (μτφρ: Ανδρονίκη Δημητριάδου, Ποιητική Τέχνη  (απόσπασμα)  1985-1986, Gallimard, 1989)

 

***

  1. ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΕΧΝΗΣ

Ναι  – Τι τέχνη ζηλιάρα στη λεπτή Σου ιστορία!
Τι στολίδια ακριβά! – Ένα κομμάτι σονέτο,
Μια καρδιά χαραγμένη στο μαύρο σου φέρσιμο,
Με χτυπήματα στιλέτου χαρακιές σουγιά. –

Περήφανη η καρδιά μου φορά στο πέτο
Που του έραψες, ένα μικρό μπουκέτο
Κόκκινου αθάνατου – Πάλι το φέρσιμό σου —
Το αίμα σε άνθος. Ενθύμιο γοητείας.

Λοιπόν, όχι δάκρυα στη μνήμη μας!
— Είναι το αρσενικό-θάνατος της αγάπης εδώ —
ξεφτίδι του μη με λησμόνει, παλιό σακουλάκι μπουφέ!

Γυναίκα διφορούμενη, φύγε! … Γάιδαρος να σου γκαρίζει!
Αν δεν ήσουν ψεύτικη, άραγε θα΄σουν αληθινή;…
Μονομαχία είναι η αγάπη: – Πολύ συγκινημένος! Σας ευχαριστώ.

Τριστάν Κορμπιέρ: Κίτρινες Αγάπες, Μετ:  Άντυ Δημητριάδου

 

***

  1. ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

 

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.

Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι

στο όνειρο του χρόνου,

περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,

μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα

που κατοικούν στην αθωότητά μου.

 

Μ’ όλους μου τους θανάτους

δίνομαι στον θάνατό μου,

με παιδικές χουφτίτσες,

με μέθυσους πόθους

που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,

και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη

που να δίνει δίκιο στο θάνατο

και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

 

ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ,  «θράκα», Φεβρουάριος 2014.

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (221ο): «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ -ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ -ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ»

Η Αλφαβήτα, Λουδοβίκος των Ανωγείων

 

  1. ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα ένα μήλο


γέρασα από αναμνήσεις
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

Κρανιώτης Π. Δημήτρης

 

 

***

 

 2.  ΑΠΟ  ΑΛΛΗ  ΑΛΦΑΒΗΤΑ

 

Ένα παιδί κι εγώ

μοναχικό

μες στα παιδιά

που ξέχασαν τα παραμύθια

και ντύθηκαν

την αμείλικτη αλήθεια

 

πλάθω με φως

του φεγγαριού

και πέταλα σεμνής

μαργαρίτας

γράμματα από μιαν

άλλη αλφαβήτα

για να γράψω

καινούργια παραμύθια

 

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη, Από άλλη αλφαβήτα (1999)

 

 

Φωτεινή Βελεσιώτου – Ένα Παρελθόν Σαν Περισπωμένη

 

 

3. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

[…]Σήμερα
καθώς χάσαμε όλα
τα ουσιαστικά –
μείναμε
με τις προθέσεις

Απόστολος  Μαγγανάρης, Οι θυρεοί 1978

 

 

***

4. ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ

 

Ποτέ δεν κακολόγησα το πολυτονικό.

Αντίθετα με γοήτευε η γραφικότητά του

να βλέπω πώς φυτρώνει ο τόνος πάνω στις λέξεις

σαν έξαφνο ανθάκι που φύτεψε η ανάγκη

 

ναι, η ανάγκη γιατί θέλουν οι λέξεις

τη βαρεία τους αξία

ο χρόνος την αμετακίνητη οξεία

διάρκειά του και μόνον ο έρωτας

έχει το ελεύθερο να τονίζεται

στην παραλήγουσα

-τι αγράμματη που είναι η συντομία.

 

Εκτιμώ το βαρύ έργο των τόνων

σαν καρφί καθηλώνουν τη συλλαβή

στην ισόβια έντασή τους.

Νοσταλγώ την περισπωμένη.

Θυμάμαι πόσο την νοιάζονταν

η παιδικότητά μου

πώς τη σκέπαζε με το χεράκι της

ώστε ο σφοδρός αέρας που σήκωνε

το ταχύ πέρασμα του χρόνου

να μη χαλάει τα σκαλωτά της

κατάμαυρα μαλλιά

-θα ’χουν ασπρίσει τώρα κι αυτά.

 

Οι τόνοι. Και τα πνεύματα;

Ψιλή ή δασεία;

Απόφυγέ τα.

 

Αν προσέξεις θα δεις

ότι το ένα πνεύμα

γυρίζει περιφρονητικά

την πλάτη του στο άλλο.

 

Εγώ σε αντιπαλότητες δε συμμετέχω.

Αρκούμαι να είμαι ίση με τα μικρότερα.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

***

5. ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Ναι, το έχω ξαναπεί
κι όσο οι λέξεις θα μ’ αφήνουν
ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω
φωναχτά ότι λέξεις φταίνε
αν όχι για όλα
πάντως για τα αξεπέραστα

σκέψου την λέξη «φεύγω»
πόσα «θα μείνω» γκρέμισε
και πόσα λες στοίχειωσαν
από τις λέξεις ξεχασμένα.

Ένοχές λέξεις δεν το συζητώ
ας μην επαναφέρω
τι αδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους
χιλιάδες «σ’ αγαπώ»
τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία

κι αυτά δεν είναι τίποτα
σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ
όταν διαμιάς θα φύγουν όλες
οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη
πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.

Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες
ότι μία λέξη είναι σαν τις άλλες
η τόσο ύπαρξή μας;

Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά
σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες

κι εγώ
όντας φανατική της ύπαρξης

με άρθρωση επιμονή παθιασμένη
θα εξακολουθήσω όταν
να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά

κι ας μη μου έχει μείνει τότε
καμιά συλλαβή της.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

 

 

 

***

 

6. ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ «ή»

 

[…] Ω, αυτό το «ή»―
έκφραση περιπαιχτικής κι ευγενικής ταυτόχρονα ακριβολογίας,
αμφίθυμο χαμόγελο μιας αμετάδοτης κι αμέτοχης σοφίας
που στρέφει σκωπτικά προς τον εαυτό της και τους άλλους
γνωρίζοντας καλά πως ακατόρθωτη είναι
η ακρίβεια, πως ακρίβεια δεν υπάρχει, (γι’ αυτό κι ασυχώρετο
το ύφος το πομπικό της βεβαιότητας, ―ο θεός να μας φυλάει).

«Ή», διαζευκτικό, σεμνή συνέπεια στο μυστήριο της αοριστίας,
βαθιά ανταπόκριση στην πολλαπλότητα ουσιών και φαινομένων,
μ’ εσένανε βολεύουμε κι εμείς τις δυσκολίες του βίου και του ονείρου,
τις τόσες αποχρώσεις κι εκδοχές του μαύρου έως το αόρατο άσπρο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, 5-15. Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα. Κέδρος, 1972. 91.

***

 

7. ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΕΙΑ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΑΣ

Χωρς τελεία τνειρό μας!

Βάζαμε μόνο ποσιωπητικά!

Τ συνη­θίζαμε πολύ. Μς ρεσε!

να σωρό ποσιωπητικά!

Τόσο πο σνα βδομαδιαο περιοδικό,

πο στέλναμε τος πρώτους στίχους μας, μς γραψαν:

Προσέχετε τ στίξη! χι τόσα ποσιωπητικά.

Ατό εναι δεγμα τν πρω­τόπειρων

Κι λήθεια

μή κα δέν μαστε πρωτόπειροι;

Κα μείναμε πει­ροι σχεδόν.

Μ τί σχεδόν, πο μείναμε ργησε μητέρα ντελς ­πειροι.

 

Γιατό γαπούσαμε κα πάλι τν ρχή∙

χι σν τν παππο, μόνο τ τέλος

– – – –Μάθαμε τελοσπάντων στίξη…

Κι στόσο εναι χιλιάδες πάλι ποσιω­πητικά

τστέρια κάθε βράδυ

Τί ν πομε; Πο ν βάλουμε μι παλα;

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

***

 

8. ΤΑ ΔΙΑΛΥΤΙΚΑ

Εγκαταλείψανε τους τόνους, την παράγραφο κι ακόμη
τα διαλυτικά
(αυτούς τους τέλειους διδύμους της γραφής μας).
Έτσι στις ψησταριές και στις ταβέρνες τους δεν θά ’βρεις
παϊδάκια·
όλοι τους πια σερβίρουνε παιδάκια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

9. TEΛEίA ME ΠOΔIA

Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου.
Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια.
Περπατά.


Δε σταματάει· περπατά· γιατί το τέλος
του Κόσμου
βρίσκεται
παντού
και μια τελεία που περπατά
δεν ξέρει πού να σταματήσει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

10. Είμαι μια τελεία μια ελάχιστη τελεία

Πάνω σ’ ένα άσπρο άγραφο χαρτί

Τέλος μιας πρότασης νοητής

Αρχή μιας άλλης το ίδιο νοητής

               

Αυτός που μ’ έβαλε σαν με είδε μόνη

Έγραψε γύρω μου ένα κύκλο

 

Τώρα εδώ είναι η απορία

Το ’κανε για να με προστατέψει

Απ’ όλο αυτό το απέραντο άσπρο

Φοβήθηκε μην του το σκάσω

 

Ή μήπως θέλησε να δείξει

Ότι δεν είμαι ένα σημείο στίξης

Και να καλύψει έτσι την ανημποριά του

Να γράψει μια ή δυο προτάσεις

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ , ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

***

 

11. ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία


θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία


να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου


μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

***

 

12. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Στο κόμμα, σταματώ…

Παίρνω ανάσες

Συλλογιέμαι το πριν και σχεδιάζω το μετά

Παντρεύω το παρελθόν με το μέλλον

 

Στην τελεία, πεθαίνω…

Μέσα σε μια στιγμή

σταματώ να υπάρχω

μόνο και μόνο για να γεννηθώ ξανά

Στο θαυμαστικό, φωνάζω….

Μ’ ακούν οι γραμμές μου

Αναπηδούν τα γράμματα

Σκορπώ ευτυχία απο την μια άκρη μου στην άλλη


Στο ερωτηματικό, περιμένω…
Αγωνιώ για την απάντηση
που πότε έρχεται, πότε όχι
και εγώ πάντα περιμένω…

Ελένη Τομπέα (Word Chimes)

 

***

 

13. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Αποσιωπητικά, το ίχνος κάποιου από ένα παράλληλο σύμπαν.
Θαυμαστικό, ο εξώστης. Συνήθως άδειος.
Παρένθεση, χώρος φύλαξης ενός δισταγμού. Ίσως και υποτίμησης του άλλου.
Εισαγωγικά, επισκέπτης, φιλοξενούμενος που θέλει και κάποια περιποίηση.
Κόμμα, μικρό ενοχλητικό κενό δύο ενωμένων κλινών.
Άνω τελεία, ζευγάρι σε διάσταση ή απλή ασυμφωνία.
Ερωτηματικό, ένα που αναζητά έτερο ένα για σχέση ή ερωτική πράξη.
Παύλα, μεντεσές. Να λαδώνεται τακτικά.
Παύλες, περισσότεροι του ενός, συνήθως πολύ ομιλητικοί.
Τελεία, απλό κι απέριττο σύμβολο τέλους ή τελειωμένου όντος.
Τελεία και παύλα, ανακουφιστικό σύμβολο τέλους, σαν χαρούμενη αυτοχειρία.

Γιώργος Παναγιωτίδης -Ομορφιές αφόρητες,  ενότητα «Γραμματική»

***

 

14. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ


Η τελεία.
Σημείο στίξης,
βασικό.
Το απολύτως απαραίτητο.

Γιατί ,
πώς θα στέριωνε
χωρίς μια τελεία
της απορίας το  άροτρο,
το ερωτηματικό μας,
όταν βουτά
ορμητικό
απ΄ της γραμμής το ρείθρο;

Χωρίς τελεία
πώς θα  σήκωνε υπεροπτικά
το φρύδι
ακκιζόμενη
η άνω η τελεία;

Γιατί,
τι μέλλον θα είχε το θαυμαστικό
δίχως μια τελεία,
καθώς αναρριχάται
εκστατικό
στην σκαλωσιά του κόσμου;

Τελεία.
Μερικές φορές, καταπακτή
μαζί με μια παύλα.
Άλλες φορές,
επίλογος,
με χείλη δαγκωμένα.
Ενίοτε, τελείες,
πολλές μαζί
μαύρα πουλιά στο σύρμα.
Να αποσιωπούν
το άρρητο,
το ανείπωτο,
το τραύμα.

Α, όχι.
Θα έπρεπε το ζητούμενο
να είναι η τελεία.
Άρτια,
ολοστρόγγυλη,
χωρίς αφαίρεση
ή πρόσθεση στο τέλειο,
στο όλον.

Αν, όμως,
τα ερωτηματικά
περιπλανιόνται αδέσποτα,
όλα απαντημένα,
αν τα ψηλόλιγνα θαυμαστικά
επαίρονται γελοία,
τότε
είναι σοφότερο
να μπαίνει  η τελεία
και με το απαραίτητο κενό
να αλλάζει
η σελίδα.


Δήμητρα Κουβάτα, ΒΡΑΒΕΙΟ 1ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ «ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ»

 

***

15. TEΛΕΙΕΣ

Όλο και κάτι μου φταίει
Γράφω σβήνω το τετράδιο
Βάζω κόμματα πλάι σε
λέξεις χωρίς νόημα

Εκεί,
πλάι στο τέλμα,
πρέπει να μπαίνουν
τελείες .

(Το τέλος πάντα γεννά μιαν αρχή.)

Έφη Ουσταμπασίδη

***

 

16. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΕΛΕΙΕΣ

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σκυφτές, ταπεινωμένες.
Η μια κοιτά την πλάτη της άλλης,
όλες έκπληκτες, ξαφνιασμένες.
Δεν περίμεναν το τέλος
τόσο γρήγορα, τόσο αιφνίδια.
Κι ήταν τόσο όμορφες οι λέξεις .
Μία απ’ αυτές ήταν «ελπίδα».
Τι χαρά, θυμούνται με δάκρυα στα μάτια,
τι έμφαση, ο τόνος και η ουσία.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σιωπηλές, συρρικνωμένες.
Καμιά δεν κοιτάζει τα μάτια της άλλης,
όλες υπαίτιες αλλά και προδομένες.
Κι όμως είχαν πιστέψει πως η πρόταση
αυτή τη φορά θα επιζούσε.
Πως ίσως να γινόταν τραγούδι.
Όχι μοιρολόι. «Ποτέ», φωνάζουν
και τραβούν τα μαλλιά τους.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες εκδικητικές και γερασμένες.
Η μία κοιτάει την άλλη με μίσος
και κρύβει λεπίδα πίσω απ’ την πλάτη.
Κι όμως αυτές κάποτε
αγαπήθηκαν περίσσια.
Ο ενθουσιασμός, τα νιάτα, η ομορφιά.
Με πόθο κοιτούσαν τα νοήματα!
Τώρα γι’ αυτές σιωπή, μάτια γεμάτα αλάτι
και η ανάμνηση πως υπήρξαν θαυμαστικά.

Μαρία Θ. ΑρχιμανδρίτηΗ μοναξιά της καμπύλης, Κέδρος

***

 

17. ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι τού μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις


κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Όροφος μείον ένα», Καστανιώτης, Αθήνα 2008.

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Post Navigation