Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (185ο): «Φως»…

  1. Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση

σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι

Κ.Π. Καβάφης

 

***

  1. Εδώ το φως Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
    μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι

    Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές γαλάζιες γλώσσες
    στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα μασάνε

Γιάννης Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας

 

***

  1. ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ

Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες
μ’ έτη φωτός, δεν μου λένε τίποτα.
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανή αστέρα.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. Τελευταίο Φως

Πώς θα φύγεις μέσα στην τρελαμένη νύχτα;
Ένα χέρι σφίγγει σα λεπίδα το τελευταίο φως.
Πώς  θ’ αντικρίσεις το χειμώνα
με λίγες μέρες περσινού καλοκαιριού;
Υπάρχει ένα νεκρός σ’ όλο το μάκρος των ματιών
υπάρχει ένας νεκρός αβόλευτος στα ρούχα σου.
Πρωί -πρωί οι οδοκαθαριστές βουλώνουν με κουρέλια
τις τρύπες που ανοίξαν τα φιλιά.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΟ ΦΩΣ

Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις τη ματζουράνα σου

Ούτε μάνα εδώ, ούτε ένα χάδι,
ούτε μια γλυκιά κουβέντα, τα λόγια
φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό τους,
δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν
στους τοίχους καρφωμένα να ψήνονται σαν τα χταπόδια.

Ούτε μάνα, ούτε μια γλάστρα να ποτίσεις,
γλυφό νερό, αρμυρός αγέρας, τα πρόσωπα
παίρνουν μιαν όψη αγάλματος έτσι που δένεται
η σάρκα με τ’ αλάτι-
μα εσύ ακόμα έβγαινες τα πρωινά στο παραθύρι
τυλιγμένη τη ζεστή αντηλιά του ύπνου
και μέσα απ’ την τριανταφυλλιά σου νυχτικιά
ένα ποτάμι φως χυνόταν στη διψασμένη μέρα.

Τόσο σπάταλη στο φως – ίσως το μάντευες
που η αντοχή σου στέρευε.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Λυσιμελής πόθος

Μανώλης Μητσιάς – Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει

https://www.youtube.com/watch?v=BxJXEz7y8YM

  1. Και το ελάχιστο φως

Θέλει ν’ αφήνει ένα μικρό φως πίσω του είτε μπαίνοντας

στο σπίτι του είτε βγαίνοντας, είτε περπατώντας

στην πόλη ή και στην έρημο ακόμη. ξέρει: Ούτε μια

σταγόνα βροχής δεν πηγαίνει χαμένη. Ως και το αίμα

που πίνει, το μετράει η γης (ν’ αποδώσει λογαριασμό).

Κ’ οι στεναγμοί των μαρτύρων φωτίζουν το μέλλον.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

  1. Τά στοιχειώδη

Τό φῶς γιά νά βλέπω καί ν’ ἀγαπῶ

τό βρίσκω παντοῦ: Στό λίγο ψωμί,

στοῦ βουνοῦ τή γυμνότητα, στό λουλούδι τῆς γλάστρας,

στό νερό τῆς πηγῆς, στό γιομάτο εὐγένεια

ἀεράκι πού ἔρχεται καί θωπεύει τήν κούραση

τῶν χεριῶν μου, στό λίγο ἐχέμυθο φῶς

τοῦ σπιτιοῦ μου τή νύχτα, στήν παρουσία

τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου πού προχωρεῖ

στό ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στό ἄξαφνο

ἔγχρωμο βεγγαλικό τῆς φωνῆς

ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) ενότητα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

 

 ***

  1. Το φως

Έγινε σήμερα τόσο

φως

που οι τυφλοί

καθισμένοι στις πέτρες

τ’ ακούν σαν κελάηδημα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  1. ἈποκατάστασηΣ’ ἕναν κόσμο πού τίποτα δέν ξέρει ἀπό φῶς,
    ἦταν βέβαιο πώς δέν θά μέ γνώριζαν.
    Εἶχα ἔρθει ἀπ’ τό μέλλον μέ πρόσωπο
    ἀλλιώτικο κ’ ἐκεῖ πού ὁ πόλεμος λεγόταν
    εἰρήνη, δέν εἶχα τόπο. Ὡστόσο τό μέλλον
    ἐκεῖνο θά ρθεῖ. Κ’ οἱ πύλες θ’ ἀνοίξουν,
    συνοδευόμενη ἀπό παιδικές φυσαρμόνικες,
    νά περάσει ἡ πομπή μέ τήν ποίηση-ἀγάπη
    πού ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα δέν θά πάψει
    νά ραίνει τό χῶμα μέ φῶς

BΡETTAKOΣ, ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΑΜΑΞΙ, 2000

 

***

  1. Κάτω π σκις κα φτα

Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
φυλάξει τὰ δέντρα. Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό…
Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος…
Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
κανεὶς τὰ φαινόμενα…
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

***

  1. Το άλλο φως

Ονειρευόμουν ένα φως
που θα βυθίζεται βαθιά
στων σπλάχνων τη σιωπή
θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης
κι έπειτα θ’ ανεβαίνει σοβαρό
θ’ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες
κι η νύχτα θ’ αγριεύει
άγρια θηρία θα πισωπατούν
δείχνοντας δόντια στραφτερά
Κι εκείνο θα βαδίζει αργά
με τον ρυθμό του πεπρωμένου
ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο
εκεί που κρίνονται τα πάντα
φωτίζονται κι εξαργυρώνονται
ή χάνονται κάτω απ’ το βάρος
του φοβερού φωτός

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005

***

  1. Το φως και το νερό

Νέος αγάπησα το φως

Πώς όμως να το παραβάλω με τ’ ακοίμητο νερό;

Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα

κάτω απ’ το σύννεφο και τον αέρα

Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;

Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!

Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως

με τη νερένια ύπαρξή μου.

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως

 

***
 

  1. Τo φως πλημμυρίζει το σπίτι

Έξω απ’ το παράθυρο στέκει το μακρύ ζώο της άνοιξης
ο διαφανής δράκος από φως ήλιου
περνά γρήγορα από μπροστά μας σαν ατέλειωτο
προαστιακό τρένο – δεν προλάβαμε καθόλου να δούμε το
κεφάλι του.
Οι βίλες της παραλίας μετακινούνται κατά πλάτος
είναι περήφανες σαν καβούρια.
Ο ήλιος κάνει τ’ αγάλματα να βλεφαρίσουν.
Η πύρινη θάλασσα που μαίνεται στο διάστημα
διαπερνά τη γη και γίνεται χάδι.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

TOMAS TRANSTROMER,  Η πένθιμη γόνδολα, μτφρ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Νεφέλη 2000

***

  1. ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ (3)

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο

Ερωτοφωτόσχιστος

Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν

Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Εδώ το φως, Νταλάρας

https://www.youtube.com/watch?v=r8hliBm-TSc

  1. να γυρίζεις στο φως

ποτέ άλλοτε το πράσινο
δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 

 ***

  1. 16. το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινοαπ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα

ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα,

απελπισμένο,

σαν κάτι να ζητούσε,

σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια,

όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του,

αγνοούσα τη φωνή του,

κι έμεινα εκεί αμίλητος

να το κοιτάζω εκστατικά

να αργοσβήνει

κάτω απ’ την πόρτα

στο δωμάτιο του βάθους

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟY

***

  1. πράσινα αινίγματα στο φωςαν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
    και απαλή σκιά
    στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
    κι ακόμη αν ήταν
    ήχος και λάμψη
    πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
    λέξεις κοινές
    κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
    τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
    να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
    στα δέντρα όπως τα φύλλα

    θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
    αινίγματα και μυστικά στο φως

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

***

  1. βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φωςμέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
    φορώντας τις μαγικές τους μπότες
    βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
    κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
    οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
    σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους
    στο χώμα απλώνουν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
    μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
    σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
    με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Χώμα στον ουρανό (1998)

***

19 .  ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ


υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί  το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

***

  1. ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ

από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 ***

21 .  σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

και σταθερά
σαν μια μπουκιά ψωμί στα δόντια
ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν στην ερημιά
για λίγο σ’ άγριες γειτονιές
κι εκεί που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα

προφέρετε τις λέξεις απαλά
με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

TOΛΗΣ  NIKHΦOΡOY

Καλλιόπη Βέττα -Λίμνη το φως

https://www.youtube.com/watch?v=usFz82A5m2o

  1. ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ

Μέρες απλήρωτες
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου
Δείξαν τα δόντια τους
στο ασημένιο πεζοδρόμιο
ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν
για να γεννήσει ο φόβος
μια νέα υποταγή.
Μέρες αγέλαστες
μάζεψαν απ τα σκουπίδια
την αξιοπρέπεια μας
την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα
και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων.
(Μέρες πέτρινες
γυρίζουν ταινία την ζωή μας
-έντονοι διάλογοι
με δάκρυα στα μάτια
της τυφλής παρουσιάστριας-
δεσμεύουν την ελευθερία
στα καμαρίνια
ενός ιδεατού θεάτρου
που δεν παύει να είναι θέατρο).
Μέρες που ξύπνησαν
για να εξημερώσουν την ντροπή
και την ανατολή να ξεπαστρέψουν
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου.
Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι
δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

 

Όλα στο φως – Ελευθερία Αρβανιτάκη

https://www.youtube.com/watch?v=fcnb3MB6yKA

  1. Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα
μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό
που έπαψε να λειτουργεί˙
το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση
ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ,  Άτη – Σκόρπια ποιήματα 2001-2009, Κέδρος 2010
***

  1. Το φωςΚαι στα πιο σκοτεινά λαγούμια
    τα πιο βαθιά
    τα πιο λησμονημένα
    έρχεται κάποτε
    ωσάν σε διάλειμμα
    κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
    θαυματουργό
    παρήγορο
    το φως.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα (1976)

     

     

    *Σημείωση: η ανάρτηση είναι προσφορά της καλής μου φίλης (και συνεργάτιδας στο μπλογκ), Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (184ο): «Ωραίος– α– ο»…

 

-«ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου»
(Γ. Ρίτσος, Ημερολόγιο μιας εβδομάδας)

 

 -Αργύρης Χιόνης, «Το ωραίο καλοκαίρι»

«Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο

ακίνητο ένα καλοκαίρι

φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά

δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;

κανείς δεν ξέρει»

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί»

γιὰ τὴν κυρία Ντονογκά

«Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.

Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»

Κορυτσὰ 1937

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε»

 

«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία

δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική

 

αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης

που και που όταν όλα πάνε καλά

γιατί ακόμα και στον παράδεισο

δεν τραγουδούν όλη την ώρα

 

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει

που μερικοί άνθρωποι

 

πεθαίνουν όλη την ώρα

ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες

στο κάτω κάτω δεν πειράζει

αφού δεν είστε εσείς

 

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας πολυνοιάζουν

λίγα ψόφια μυαλά

στις ψηλότερες θέσεις

 

ή μια δυο βόμβες

που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα

ή άλλες τέτοιες απρέπειες

απ’ τις οποίες

 

μαστίζεται η κοινωνία μας

με τους διακεκριμένους άνδρες της

και τους κληρικούς της

και τους λοιπούς αστυφύλακες

 

και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της

και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της

και τις άλλες δυσκοιλιότητες

που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

 

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος

για ένα σωρό πράγματα

όπως το να κάνεις κουταμάρες

και να κάνεις έρωτα

 

και να είσαι λυπημένος

και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια

και να έχεις εμπνεύσεις.»

(Ανθολογία μπιτ ποίησης, εκδ. Ροές)

 

 

[Ποίημα επιτέλους ωραίο] του Πάνου Θεοδωρίδη

 «Στις βραγιες των οδών, τις λένε και πεζοδρόμια,

Περιμένουν στο πλαστικό δίχτυ οι πατάτες

Και οι κομμουνισταί τις καταριούνται και τις κακομελετούν:

«Των ανηθίκων μηχανισμών αποπαίδια οργώνετε,

Δεν σας συνετίζει η ηλικία του εμπορίου και η σάρκα

Μιάς αξέχαστης τηγανιάς από δεινούς γραικύλους.»

Τότε το ποίημα, το όποιο ποίημα, ωραιώνεται

Αραιωμένο ωσάν μουσικη για Εγγονόπουλο

Από τον Μαμαγκάκη – το πιο άσχημο ίσως είδος προσωδίας

Που εγέννησαν οι τοξόται Κρητικοί,

Μαθημένοι στα σταυροστιχόπλοκα πολιτικά των φρούτα

Του λόγου. Ενώ ο λαός πατατώνεται αβέρτα

Και νοσταλγεί ξεροψημένα αμελετητα του Πόθου.»

 http://www.bibliotheque.gr/article/57594

 

 

 -Σεργκέι Γιεσένιν, «Αντίο ωραίες περιπλανήσεις μου»

«Δε λυπούμαι, δεν κλαίω, δε φωνάζω,
Όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά.
Μες στο χρυσάφι της φθοράς όλο βουλιάζω,
Δε θα ‘μαι νέος πια ποτέ ξανά.

Αλλιώτικα πια θα χτυπάς, καρδιά μου, τώρα,
Που το κύμα σε αγγίζει της κρύας παγωνιάς,
Κι η στρωμένη με της λεύκας το βαμβάκι χώρα
Δε θα σε προκαλεί ξυπόλυτος να τριγυρνάς.

Αλήτικη διάθεση, όλο και πιο αραιά
Ταράζεις για λίγο στα χείλη τη φωτιά.
Ω, για πάντα χαμένη μου φρεσκάδα,
Αίσθημα του πάθους, του ματιού αγριάδα.

Τώρα πια οι επιθυμίες έχουν στερέψει.
Ζωή μου, ή μήπως σ’ έχω ονειρευτεί;
Σάμπως σε ροζ άλογο να έχω τρέξει
Μέσα από την άνοιξη ένα πρωί.

Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί,
Απ’ του σφένδαμνου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά…
Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί,
Που του έλαχε ν’ ανθίσει και να πεθάνει μια φορά.»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ»

«Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.

Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.

Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.

Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου

μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι

στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,

φορώντας τις λευκές σου μπότες.»

(Γιάννης Ρίτσος, Στο Υπερώον της ποίησης, Κέδρος)

 

 

-Νίκος Δασκαλόπουλος, «Τι ωραίο που είναι να γράφεις»

«τι ωραίο που είναι να γράφεις.
πως το ανακάλυψαν;
πριν την ιστορία,
πριν την αφήγηση,
πριν την φαντασία,
την κατάθεση,
τις εικόνες,
τις μεταφορές,
τους συμβολισμούς,
πριν, πολύ πριν.
πως το ανακάλυψαν πόσο ωραίο
είναι να γράφεις, απλά για να γράψεις.
πόσο όμορφη είναι η γραφή, οι λέξεις,
τα γράμματα.
τι ένιωσε ο πρώτος που τα είδε όλα αυτά,
ως τέχνη;
αμφιβάλλω ότι ήταν ένας.
ήταν πολλοί, την ίδια στιγμή,
χωρίς να γνωρίζονται.
και κοίταξαν και είδαν.
η γραφή είναι κάτι παραπάνω από γραφή.
γιατί να γράψω για να εκφραστώ;
να γράψω, για να γράψω.
κοίτα τα κόμματα, πως χωρίζουν τις λέξεις.
κοίτα τα μόνα τους.
το κόμμα μου μοιάζει αβοήθητο. σαν ένας
άνθρωπος που κρέμεται στον γκρεμνό, και το θέλει.
δεν χρειάζεται βοήθεια
γιατί δεν πρόκειται να πέσει,
δεν θέλει να πέσει
και αντέχει το βάρος του,
απλά του αρέσει να κρέμεται στο κενό.
κοίτα τα αποσιωπητικά.
ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί πόσο ζωντάνια
δίνουν στον γραπτό λόγο.»

(http://www.poiein.gr/archives/31717/index.html)

 

 

-Ο. Ελύτης, [Ήταν ωραίο παιδί]

«Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!…»
(Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο…», Ίκαρος

 

Πες το ποίηση (183ο): «Χρώματα»…

 

-«…Όσο θα πηγαίνει και θ’ έρχεται η θάλασσα ,
όσο γεννιούνται λουλούδια και χρώματα,
όσο θα δίνουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο το χέρι τους,
θα υπάρχει και η ποίηση .»
(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους
όσο και να παίζουν με τα χρώματα
είναι όλοι τους μαύροι.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις….»
(Ν. Καρούζος, Διάλογος τρίτος)

 

 

-«…Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος….»

(Ν. Καρούζος, Διάλογος τέταρτος)

 

 

-«Σε μια κοινωνία βλαστημένου σοσιαλισμού

με όλη πια την ομορφιά σαν

Θεοτόκο

σου εύχομαι εκατομμύρια χρώματα.»
(Ν. Καρούζος)

 

 

-«…Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.»

(Κ. Γώγου)

 

 

-«Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, το ρουμπινί, το μαύρο· το

‘να σου μάτι στα πουλιά, τ’ άλλο στα

κόκκινα· η σιδεροδεσιά σε φύλλα, φύλλα κι άλλα

φύλλα· το κίτρινο στη σωστή του θέση που την ξέρει

μονάχα ο Θεός κι ο Μιρό. Εγώ είμαι ο πρώτος φίλος-

είπε- κρατώ απ’ τη μασκάλη το μικρό μαλακό

σύννεφο, περνάμε λυπημένα το λόφο. Το χρυσό

μαχαίρι το σφίγγω στα δόντια μου. Η σιωπή

μιλημένη με χρώμα».

(Γ. Ρίτσος, Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»

Ι

                                                    ΚΟΚΚΙΝΟ

Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.

Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.

Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια

Της κλώστρας κοπελιάς

Το «αντίο» το «έρχομαι» το «θα σου δώσω»

Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου

Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι

Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

 

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.

II

                                                    ΠΡΑΣ1ΝΟ

Μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα

Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.

 

Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά

Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.

 

Χόρτο στρωτό κρεβάτι

Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα

Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο

Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ

Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει

Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ’ ουρανού.

 

Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται

Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα

Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τ’ άστρα!

III

                                                             ΚΙΤΡΙΝΟ

Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές

Φωνές και χρώματα ηχερά

Στο μακρινό ξωκλήσι του πουνέντε…

Χούγια και νταν! Ξεχύθηκεν απ’ τις καμπάνες ο άνεμος

Κι όλο το πέλαγο μακριά χούγια και νταν! χούγια και νταν!

Βοσκάει με τρελοκαμπανάκια…

 

Και παν αυτές τώρα γυμνές από τη μέση ως πάνω
Με αλάργα ψάθα ρώγα κρεμεζιά νάζι από στάχυ
Λοξό με πεταλούδα στο δεξί βυζί το αντάρτικο

Τρεις τέσσερις δεκάξι ογδόντα ή εκατό
Παν και μαλώνουν τα παιδιά της γης της χορτοαρχόντισσας
Παν και φυσούν φούρκες φωτιάς με σάλπιγγες στ’ αλώνια
Καίνε σανό λιώνουν φλουριά θυμιάζουνε με ανθόσκονη
Κρόκων τα στέρνα της στεριάς τόσο που τρέμει πια
Μαίνεται από καναρινιές ριπές ο αιθέρας κι όλο αστράφτει
Βράζει με θειάφι στο γιαλό με καλαμιές στον κάμπο…

Κορίτσια μη! Με τι καρδιά να ορμήσουνε τ’ αηδόνια!
Μη! Με τι σκίρτημα νερού να βγούνε οι περγκολιές!
Πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πως να μαντευτεί απ’ τα μάτια σας το φως!

IV

                                                 Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝ1Α
                        Στον Αντρέα Καμπά

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει

Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς άγγιξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

 

V

                                                     ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

Ό,τι κρατάω με την αφή με θρέφει

Σώμα του πόντου δροσερό ή αγέρας

Γλόμπος του άπιαστου ονείρου η κρύα σαπουνόφουσκα

Της παρθενιάς σου η γεωγραφία που δε με μέλει

Κι ένα μεταξωτό για τσαλαπάτημα
Ένα καυκί καμπάνας γυάλινης για τους κουφούς

Που ντύνουν με φελλό την πιο βαριά τους κούκλα.

Η κούκλα μου είναι η κούκλα σου είναι η γαλαζούλα
Ολόγυμνη που διασκεδάζει τρυπημένη με άστρα
Και κάνει μπάνια στη νυχτιά και γαργαλάει τους γρύλους.

Μα μήτε η στάλα της Αυγής πιωμένη απ’ το γλαυκό

Μήτε της πονηριάς του αηδονιού η ανάσταση

Μήτε της σβούρας ο ίλιγγος μήτε η λιγοθυμιά

Της ώρας που σκορπάει μες στο κενό τα πούπουλα

Δεν πίνουν από την πηγή σου από την πηγή που λεν ελευτεριά.

 

VI

                                                      ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

Τώρα καθώς πατάω μες στις πλαγιές
Στα κουκουνάρια που φυσώντας έστρωσεν
Άνεμος γητευτής με χείλια βαθυγάλαζα
Καθώς γλιστράω στα τσάμια της κατηφοριάς
Κι ανοίγω τα φτερά στο βλέμμα σου το απέραντο

Καθώς ταιριάζω στου βοριά το στόμα μια υμνωδία
Μου φέγγει ο κόλπος το βαθύ μουρμούρισμα της άμμου
Και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά
Φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα
Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.

Και βλέπω ακόμα ένα και μόνο βαθύχρωμο πουλί
Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου
Όπως η νύχτα πίνεται από την αυγή
Όπως η αίγλη από τις μορφές των αγαλμάτων.

VII

                                                       ΜΕΝΕΞΕΛΙ

Σαν φέρετρο που προχωρεί ενώ κρυφά ο νεκρός

Αφήνει ένα ρυάκι μενεξέδες πίσω του

Κι η Αττική του σιγοψιθυρίζει καλησπέρα.

 

Σαν κηπουρός που τυραννιέται σκύβοντας

Μέσα στα συρματόσκοινα και τις εβραίισσες πέτρες

Μα δεν ακούει το πάθος της νεραντζανθιάς

Όταν φοράει τον άνεμο και γνέφει με χορτάρια
Πέρα στο σέλας των πλωτών βουνών
Κι από το αχ του αμπελουργού τρομάζουνε τα σύννεφα…

Η γη συνάζει ολόγυρα τους γαλαξίες των δέντρων της
Και μες στη μέση τους γεννάει μια λίμνη με νερά

Η γη ετοιμάζει τα σεντόνια της:

Αμάραντους πιο τρυφερούς κι από κουμπάκια αγγέλων

Βολβούς πιο πράους στο μέτρημα κι από ίσκιους τ’ ουρανού

 

Λάμπει ψηλά ολομόναχο το ανεμαλώνι

Μολόχες ντύνονται και παν στους τάφους για κεριά

Σφυρίζει ένα βαπόρι μακρινό που χάνεται.

 

Κι όπως με τρεις κλωστές καπνού λέει τον εσπερινό
Ήρεμη στέγη με την καμινάδα της
Μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης!

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Σε μπλε Ιουλίτας»

«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χε άγριες πείνες άπνοιας

ο Αύγουστος

Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και
Στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς

ευώνυμο

Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας
Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
Που βλέπεις τόσο καθαρά να πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τα όρη
Και μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται

Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι απ’ τον αέρα

Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’ τα ίδια της παιδιά η Ευ-

Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ο άνθρωπος πριν δυο και τρεις

φορές

Τον παραστήσει ο ύπνος
Στον καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες

αν όχι και

Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη. Ας είναι
Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα
Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει

το άδικο;
Μια συγχορδία η ζωή

όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
Και είναι αυτός που λέει στ’ αλήθεια τι πετά ο φτωχός
Και τι μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα της λυγαριάς
Αψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν
Ασπασμούς απ’ τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
Σε τι μπλε Ιουλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου

να διαβάζεις

Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα
Διαζώματα. Όμως δεν ποτέ ομορφιά μου εδανείσθηκεν ο χρόνος
Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να

επιμηκύνει ώστε

Πιο ευφυής πιο εύφωνος να κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
Απ’ τον δικό του άμβωνα

Σύννεφο συνοφρυωμένο που τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»
Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
Ομήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και
Συνεχίζεις στου κήπου τ’ άπατα να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου
Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης
Και θα μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς

όπως συνήθως στην αγάπη
Όμως απ’ τη μαστίχα του πηλού της γης μια γεύση αιρετική

ανεβαίνει
Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία

Εάν εξακολουθούμε να ‘μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που
Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες

τότε

Η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία
Και η τελειότης η άκρα

συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους
Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό
Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν
Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά
Να χαράζεται

πάνω σε μπλε Ιουλίτας.»
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
άγνωστους δρόμους.»

(Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα», Νεφέλη)

 

 

-Ντύλαν Τόμας, «Το χρώμα της λαλιάς»

 

 «Ήταν κάποτε το χρώμα της λαλιάς,

έβαφε το τραπέζι μου, μιαν άσχημη βουνοπλαγιά

μια γουλιά στραβό χωράφι, το φλιτζάνι του σχολείου

κι ένα ασπρόμαυρο τραπεζομάντηλο κορίτσια

που έπαιζαν μεγαλώνω,

τώρα πρέπει να ξεχάσω τις αβρές

νεροτσουλήθρες της λαλιάς,

γιατί όσοι εξαίσια πνίγηκαν,

σηκώθηκαν και κράζουν και σκοτώνουν.

Σκασιαρχείο σφύριζα με τ’ άλλα αγόρια,

στο πάρκο της δεξαμενής:

νύχτα, πετροβολούσαμε τρελούς, ξεπαγιασμένους εραστές,

στις σκονισμένες φυλλωσιές των κρεβατιών τους

κι ο ίσκιος των δέντρων τους ένας μεγάλος κόσμος ίσκιων,

ένα λυχνάρι αστραπή για τον φτωχό, μες στο σκοτάδι,

τώρα η λαλιά μου λήθη θα μου γίνει:

όπου πέτρα, μιαν ανέμη θα γυρνώ.»

(Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ερατώ)

 

 

-Βάκης Λοϊζίδης, «ΧΡΩΜΑ»

 «Το μαύρο
κρύβει μέσα του όλα τα χρώματα
το μισούν οι κολορίστες
το φορούν οι τεθλιμμένοι
Κλασικό και ροκ αν θέλεις
πάρε κάρβουνο
και γράψε νύχτα.»
(από τη συλλογή: Τα στοιχειώδη )

(http://www.poiein.gr/archives/13038/index.html)

 

 

Κάθριν Τάιναν, «Στρατολόγηση στα χρώματα»
«Νάτοι παρελαύνουν όλοι με βήμα τόσο χαρωπό!
Με χνούδι στα μάγουλα κι αγαπημένοι, για οβίδες και όπλα τροφή.
Ανέμελα πηγαίνουν σαν για του γάμου το πρωινό,
των μανάδων οι γιοι.

Ο μονότονος δρόμος βγαίνει να τους δει σε σειρές να περνούν
πάνω στις οροφές των τραμ, σαν κορυδαλλοί με τραγούδια.
Περισσά χαρωποί για κουράγιο, τραγουδώντας τραβούν
μέσα στα σκοτάδια.

Με μικρές σφυρίχτρες, με το στόμα, με κάθε σαματά,
παίζουν τη μελωδία της πορείας προς τη δόξα και την ταφή ˙
ανόητα και νεαρά, τα χαρωπά αγόρια τα χρυσά
η αγάπη να σώσει δεν μπορεί.

Καλή δύναμη! Καλό κουράγιο! Τα καημένα τα κορίτσια που φιλήσαν
μαζί τους τρέχουν – αλίμονο, ποτέ πια δε θα φιληθούν!
Μέσα απ’ την ομίχλη σε ομίχλη διαβήκαν
τραγουδώντας αυτοί περνούν.»

(http://staxtes.com/2003/?p=10627)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Το πράσινο απόγεμα»

«Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 -Μίλτος Σαχτούρης, «Σημάδια κίτρινα»

«Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό

άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα

κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια

και ουρλιάζαν

όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες

πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που

κρέμονταν

μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν

και τα μισούσαν

 

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι

οι αστροναύτες

 

δεν το περίμεναν»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 –Ελένης Τριβέλλα, «Κίτρινο και σταχτί»

 

«Σταχτί είναι το χρώμα

της χαράς,

της δικής μου χαράς

και κίτρινο

της θλίψης,

της δικής μου θλίψης.

«Και βάφω τις κουρτίνες

στο χρώμα που μισούσες»

Κίτρινες τις φανταζόμουν

τις κουρτίνες

σε κείνο το τραγούδι.

Και σήμερα

κίτρινες τις φαντάζομαι.

Μου έγινε βεβαιότητα

πως κάπου

ανάμεσα στους στίχους

αναφέρεται

η δική μου εικόνα.

Και ακίνητες,

λεπτές, μακριές,

απ το ταβάνι

μέχρι κάτω το πάτωμα.

Σαν τον κρόκο του αυγού.

Και η χαρά σταχτί.

Δυνατή.

Φωτιά που φουντώνει.

Στο καταλάγιασμά της,

η μυρωδιά και το χρώμα της.

Απόδειξη του συμβάντος.

Με σκόρπιες φλόγες

στον ουρανό.

Μια χούφτα αποκαίδια

σφιχτά στην μπουνιά

της παλάμης.

Κατάμαυρη επιδερμίδα,

βαμμένη αλήθειες.»
(http://fractalart.gr/kitrino-kai-staxti/)

 

 

 

 

 

-Πες το με ποίηση (182ο): «Ευχή – κατάρα»…

«Αυτή είμαι…Σας εύχομαι μιαν άλλη καλύτερη…»

(Άννα Αχμάτοβα)

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «Ωδή έκτη – Αι ευχαί»

α΄

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

ζ΄.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
‘ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
εν ω λάμπουν ‘ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

η΄.
Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια ‘να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

θ΄.
Tα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

ι΄.
Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ‘ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ’ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

ια΄.
Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

ιβ΄.
Δια ‘να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Eλλάδα.

ιγ΄.
Kαι τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

ιδ΄.
Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ενδυναμώθη τώρα
φθάνει η ισχύς του.

ιε΄.
Tο ξίφος σφίγξατ’ Έλληνες ―
τα ομμάτια σας σηκώσατε ―
ιδού ― εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σάς είναι.

ις΄.
Kαι αν ο θεός και τ’ άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ‘να χρεμετήσωσι
‘ς τον Kυθερώνα Tούρκων
άγριαι φοράδες.

ιζ΄.
Παρά…. Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

ιη΄.
Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ’ ανοικτόν στόμα.

 

 

Μαρία Πολυδούρη, «Η Ευχή μου»

 

Αφιερωμένο στην Τίλλα Μπαλή

 

«Τώρα που όλοι σου στέλνουνε ολόθερμες ευχές

ο δρόμος μπρος σ’ ανοίγεται με άνθη στολισμένος

Σε συνοδεύουν τάσματα τα γέλοια κ’ οι χαρές

κι’ ο δρόμος Σου μοσχοβολά με ρόδο πουν σπαρμένος

 

Τώρα που τα πουλάκια ακόμα με λαχτάρα

Χίλιες ευχές σου στέλνουν μ’ ολόγλυκεια φωνή

πρόσεξε και στ’ αγέρι να δης με τι γλυκάδα

σου ψιθυρίζει πάντα την ιδική μ’ Ευχή

 

Το ξεύρω πως για Σένα

είναι μικρή πλασμένη

εν τούτοις πίστευσέ με

από καρδιάς βγαλμένη

 

«Με χίλια ροδοπέταλα

Σε ραίνω λατρευτή μου

Σου εύχομαι χρυσή ζωή»

αυτή είναι η Ευχή μου.»

(«Φιλολογική Πρωτοχρονιά», 1954)

 

 

 -ΜΙΧΑΙ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ, «ΤΙ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΓΩ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑ»

 

«Τι σου εύχομαι εγώ γλυκιά μου Ρουμανία,

νεαρή νυφούλα, μάνα αγαπητή!

Πάντα αδερφωμένα ας ζούνε τα παιδιά σου

σαν της νύχτας τ’ άστρα, της μέρας την αυγή!

Σε ζωή αιώνια, δόξες να χαρώ,

όπλα με δυνάμεις, Ρουμάνικη ψυχή

Όνειρο ανδρείας, καύχημα, περηφάνια

Γλυκιά μου Ρουμανία αυτή είναι η ευχή!»

(http://hallofpeople.com/gr/text2/Eminescu.pdf)

 

 

-Τζούλια Φορτούνη, «Ευχή μητέρας»

«Καλοκαίριασε βρε κορίτσι μου
Βγάλε αυτές τις βαριές μπορντώ κουρτίνες
Δεν είναι κουίντα το σαλόνι σου

Πρόλαβα και σου έραψα κάτι άλλες
Εύχομαι να είναι καλό το μάκρος

Τώρα που δεν δύναμαι άλλο τι να κάνω
Θα ήθελα να τις δω ανθισμένες»

(*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

 

 

-Κατερίνας Κανάκη Αξούγκα , «Για μια ευχή που «σπάταλα» μου δόθηκε»

 

«Και τι είναι μια ευχή;

Το πιο ανέξοδο!

Φοράς ένα χαμόγελο, σφίγγεις το χέρι

και ξεχρεώνεις μέχρι να πεις κύμινο.

Ύστερα φεύγεις

σέρνοντας πίσω σου αλυσίδα

τη μοναξιά όλης της γης.

Οι άνθρωποι, τραγικά μονάχοι.

Αλαφροπάτητη γίνεται η ανάγκη, πιο λίγη

μπροστά στο χάδι και τη συντροφιά.

Αν κάτι μέσα σου βαθύτερα επιζεί

είναι η αναλαμπή της μνήμης μιας άφατης χαράς.

Αυτή που φέρνει στη σκηνή όλα όσα πέτυχες,

όλα τα «ναι» που τόλμησες να πεις.

Όλα όσα μονάχος, χωρίς μπαστούνια, ικεσίες

και διπλωματικά τερτίπια γίνανε δικά σου,

γιατί ολοκάθαρη πηγή ανάβλυζε η προαίρεση.

Ήταν δική σου εκείνη η απόφαση να μοιραστείς,

να κουραστείς και να παλέψεις. Ο νους σου, η καρδιά σου

και η θέληση σε αρμονία πλήρη με το σύμπαν σε ανύψωναν.

Έπαιρνες το σωστό σου ρόλο πιο πέρα από το θάνατο,

μέσα στο άπειρο. Ο χρόνος τα φθαρτά του όρια καταργούσε.

Γύρω σου όλη η ζωή συνωμοτούσε υπέρ σου.

Δεν είχε σημασία αν στο δρόμο έπεσες, όμως σηκώθηκες,

γιατί στο τέρμα πίστευες. Η μνήμη αυτή σ΄ ακολουθεί

ως ύψιστος κριτής. Πετά όλα τα εφήμερα και με αγάπη

κλείνει στις χούφτες σου, έστω τα λίγα, γιατί άξιζε,

σου λέγει, το πέρασμά σου πάνω στη γη.»

 

 

-«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

 

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά

κι έπειτα δεν μου ανήκει

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

Ότι δεν έχω καν όνομα

Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

(Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου)

 

 

-Αλέξανδρου Βλαχιώτη, «Ευχή…»

 

«Έχτισα στον άνεμο φωλιά,

όνειρα να μου φέρει πολλά,

να μου διδάξει την αγάπη.

Έχτισα κι ένα σπίτι στη βροχή,

να μου γιατρέψει κάθε πληγή.

Οι απαντήσεις αργούσαν να έρθουν,

κι εγώ το μόνο που είχα μάθει…

σαν παιδί συνεχώς στα βήματά μου να σκοντάφτω,

κι όποτε σηκωνόμουν, ήμουν μέσα μου μεγάλος.

Έκρυψα στη θάλασσα μια ευχή,

με την υπόσχεση πως όταν είμαι έτοιμος, να γίνει προσευχή.

Έθαψα βαθιά στο χώμα, το σπόρο της ελπίδας.»

(http://fractalart.gr/alexandros-vlaxiotis/)

 

 

-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, «Η Κατάρα!»

«… Εσύ, που πλάνος στης ψυχής τα βάθη διαστρεμμένος,
μια μέρα ανάξια ανέβηκες τα πορφυρά σκαλιά,
και κάνοντας αδέρφια σου του Κρούμου τα σκυλιά,
μας μάρανες τ’ αμάραντο πολεμικόν μας μένος,

κι έκαμες αίμα να χυθεί στον τόπο το γλυκό,
κι έκανες την πασίχαρη την αδερφή μου Αθήνα,
για μια σου πράξη ταπεινή να τήνε δέρν’ η πείνα,
κι ως εδώ χάμου τη βαριά σκλαβιά της ν’ αγροικώ,

και σκότωσες, και γίνηκες το κήρυγμα του Τρόμου,
κι ενώ έκανες πως στοργικά βαστούσες την ελιά,
κρυφά σαν κλέφτης έδινες το χέρι στα σκυλιά,
κι αλύπητα παράδωνες τα πάντα στον εχτρό μου.

Τώρα που η νύχτα πλάκωσε, και πάνε οι θησαυροί,
κι εμείς για να ΤΟΥΣ ΣΩΣΟΥΜΕ γυρνάμε μέσ’ τα ξένα,
τώρα μονάχα μια ευκή μας έμεινε για σένα:
-άλλη σαν τη σημερινή μέρα να μη σε βρει!…»

(https://sarantakos.wordpress.com/2012/03/18/katara/)

 

 

-Στεφάν Μαλλαρμέ, «Ο καταραμένος γελωτοποιός»

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές  θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.»

(http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Λόρδος Μπάυρον, «Η κατάρα της Αθηνάς»

«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’  απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’  του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή.  Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.»

(http://www.lifo.gr/team/bookroom/46060)

Πες το με ποιηση (181ο): «Είμαι – Είσαι – Είναι…»….

 

 

-«Εσύ ποιος είσαι; Εγώ δεν είμαι»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-«Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι»

(Τ. Έλιοτ)

 

 

-«Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

-«Είμαστε φτιαγμένοι από υλικό ονείρων και τη μικρή μας τη ζωή ύπνος την περιζώνει»

(Σεξπιρ)

 

 

-«Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-«…Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Είμαι»

«Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει

σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια

μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη

κι ακολουθεί την αντανάκλαση

ή το σώμα (το ίδιο κάνει) του όμοιού του.

Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι,

αυτός που ξέρει πως άλλη τιμωρία

από τη λησμονιά δεν υπάρχει

ούτε κι άλλη συγγνώμη.

Κάποιος θεός έδωσε στο ανθρώπινο μίσος

τούτη την παράξενη δικλείδα.

Είμαι κείνος που, μ’ όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,

ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει

τον απλό και μαζί πολλαπλό,

αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου, που ανήκει

ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.

Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας,

εκείνος που στον πόλεμο δεν έπιασε σπαθί.

Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Άννα Αχμάτοβα, [Αυτή είμαι…]

«Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,

Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,

σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.

Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,

εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,

κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!

Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία

και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες

ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.

Ω, τι να την κάνω αυτή την αγν’ότητα

τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;

Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!

δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,

για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν

στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.

Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,

η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων

και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.

Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ’ απόκτησα ανάξια

και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,

τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.

Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,

και θα χρειαστεί, όπως η άλλη – η μαρτυρική Μαρίνα –

να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα…»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Μαρία Ψωμά, «Είμαι κι εσύ»

«Επάνω μου κολλημένα κομμάτια σου,

τα κουβαλάω όπου είμαι,

είμαι κι εσύ, αναπόφευκτα…

Χρόνια μαζί στα χαρακώματα

χνώτο με χνώτο διαλυθήκαμε,

η λήθη που επικράτησε

δεν είναι αναπαμός»

(http://www.poiein.gr/archives/3856)

 

 

 

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «ΕΙΜΑΙ μόνος…»

«Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…»

(http://www.poiein.gr/archives/239/index.html)

 

 

 -Ρενέ ΣΑΡ, «Είμαστε τόσο εύθραυστοι;»

«Ηδύς ο βίος, αν μπορούσε να υπόσχεται χωρίς ν’ αναχωρεί!

Ήρθε η στιγμή, πρέπει ν’ αντέξεις!

Ν’ αλλάξεις ή να σβήσεις, αν όλα στην αρχή ήταν πυρ.

Η πέστροφα πεθαίνει εμπρός μου ορθή και λυγισμένη.

Χάρισμα που δεν κρύβεται η ανησυχία

μπορεί επιτέλους να μ’ εγκαταλείψει.

Την πρώτη ανάσα της μαντεύω.

Η μαύρη πεταλούδα μπρος στα πόδια μου

μ’ ανάλαφρο φτερούγισμα ανεβαίνει.

Εντός μου μήτε ήλιος μήτε σκότος,

χιλιάδες μελωδίες τραγουδιών

τον ύπνο δεν αφήνουν να με πάρει.

Λειμώνας σ’ όσους αγωνίζονται δοσμένος.

Πόθος σφοδρός που ακολουθεί την αστραπή.

Άψυχο το σώμα ακινητεί, σωριάζεται,

τη μελωδία αναπολώντας

εκεί όπου βλάστησε επιστρέφει»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Τ. Σινόπουλος, εκδ. Ελ. Γράμματα)

 

 

 -Γιώργος Σαραντάρης «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…»

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

 

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(http://latistor.blogspot.gr/2012/08/blog-post_26.html)

 

-Τζέζαρε Παβέζε, «ΕΙΣΑΙ σαν κάποια γη…»

 «Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

 

 

 

-CESARE PAVESE, «Έρωτας ΕΙΣΑΙ κι εσύ»

«Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

-Κική Δημουλά, «Πέρασα» [Όχι δεν ΕΙΜΑΙ λυπημένη}

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα’

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «Εγώ ΕΙΜΑΙ ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, [Αυτοί δεν ΕΙΝΑΙ οι δρόμοι…]

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι —αναπόφευκτα— στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «ΕΙΝΑΙ δυο άνθρωποι»

 «Είναι δυο άνθρωποι, ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: “Θα σε σκοτώσω”.

“Μα γιατί”, ρωτά ο άοπλος, “τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη

φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις”.

“Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν,

μπορεί να σ’ αγαπούσα”, λέει αυτός με το μαχαίρι.

“Ή και να με μισούσες”, λέει ο άοπλος, “να με μισούσες

τόσο που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς

μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε”.

“Κι αν σ’ αγαπήσω”, επιμένει ο οπλισμένος, “αν σ’ αγα-

ήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;”.

“Ω, μη φοβάσαι”, λέει ο άοπλος, “σκοτώνει ακόμη κι η

αγάπη. Και, τότε, είναι πιο μεγάλη η απόλαυση”»>

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

Πες το με ποίηση (180ο): «Το ’21 και οι ήρωές του»…

 

-«Αυτό το λόγο θα σας πω

δεν έχω άλλο κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο

κρασί του ‘21»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

-«ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ‘21»

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ΄ αηδόνια,

κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Αγια – Λαύρα:

«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε

δεν είν΄ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας.

Μας ήρθ΄ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,

γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.

Να διώξουμ΄ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».

(Δημοτικό)

 

 

 

-Γιάννης Κουτσοχέρας, «ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ»

«Και ήρθε του Εικοσιένα το πλήρωμα

με το καριοφύλι και με το δαυλό

 

με το δάσκαλο

το κρυφό σκολειό

το  ΄ποθούμενο’ του Αιτωλού

 

με τους φιλικούς

τους ιερολοχίτες

με το ράσο το φλεγόμενο του Παπαφλέσα

με το Σούλι – με το Κούγκι – με το Αρκάδι

οι Σουλιώτισες τα βρέφη το Ζάλογγο.

 

Έχετε για βρυσούλες.

 

Ήρθε από τα Καλάβρυτα

από τη Μάνη

από την Έξοδο του Μεσολογγιού.

 

Ήρθε με το Γέρο του Μοριά

με το Γιό της Ρούμελης.

 

Ήρθε με τις Μπουμπουλίνες

τους θαλασσόλυκους

τους μπουρλοτιέριδες

με τα  κύματα και τον άνεμο του Αιγαίου.

 

Ήρθε με το Ρήγα.

Με τον Κάλβο,

Με το Σολωμό.

Ήρθε με τη λευτεριά

τη βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων.»

 

 

-Γιάννης Τζήκας, «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΄21»

«Οι Έλληνες μες στη σκλαβιά

τετρακόσια χρόνια στη νυχτιά –

δεν ορίζαν τη ζωή τους

ούτε σπίτι ούτε παιδί τους.

 

Μα μια μέρα φωτεινή

του Φεραίου η φωνή

όλο πάθος και ορμή –

στις πλαγιές αντιλαλεί:

 

«Ελληνες ξεσηκωθείτε

κι όλοι τ΄ άρματα ζωστείτε.

Η Ελλάδα μας καλεί

ήρθε τώρα η στιγμή!»

 

Ήρωες του εικοσιένα

παλικάρια ένα κι ένα

πολεμούν για λευτεριά

με μπαρούτι και καρδιά.»

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Η ΣΥΝΑΞΗ»

Εψυχομάχα ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι.

Τον τριγυρίζαν οι γιατροί με τα χαρτιά στο χέρι,

κι απόξω καρτερούσανε δικοί και συντοπίτες.

Θέλουν να μπούνε να τον δούν, κι ακόμα ακροφοβούνταν …

Σηκώνει το κεφάλι του και λέει στην αδερφή του:

-Άστους να μπούνε να με ιδιούν κ΄ έχω καλά μαντάτα.

Τι τώρα δα είχ΄αντάμωση με τον Καραϊσκάκη,

Κι ο Μακρυγιάννης έστεκε σιμά κι αφουγκραζόταν:

«Γιάννη ετοιμάσου νάρχεσαι να στήσουμε ταμπούρι στον κάτου κόσμο μυστικό,

και θέμε τ΄  άρματά σου.

Και θέλουμε τη γνώμη σου, και θάχεις τη δική μας.

Τι τώρα κρίνετια η ζωή βαριά της Ρωμιοσύνης,

και  πρωτοσυμβουλάτορα σε κράζουμε κοντά μας!»

Ακούμπησεν ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι,

Κι απέ τα μάτια γύρισε στην πόρτα και ξανάπε:

-Πες τους να μπουν όλοι μαζί, κι ας μην ακροφοβούνται.

Τ΄ήρτ’ ο καιρός για σύναξη τρανή παλικαριώνε.

Μια ορμήνεια θέλω να τους πω, και βιάζουμαι να φύγω:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,

τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη,

κι απέκει τ΄ άλλα είναι καλά, απάνω ή κάτου κόσμος!»

 

 

-Βίκτορ Ουγκώ, «ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’  ολόμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,

με τα κρασιά, με τα δεντρά,

τ΄ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια

καθρέφτιζε μες στα νερά.

 

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μια άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μες στην αφάνταστη  φθορά.

 

-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξιπόλητο στις ράχες,

για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να’ χες

για να τα ιδώ τα θαλασσά

ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι,

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

 

Τι θέλεις, άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω,

για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια, που οτυ ψαλιδιού δεν τα ‘χει αγγίξει η κόψη

και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη

ωσάν την κλαίουσαν ιτιά;

 

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;

Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;

Μη ο καρπός α’ το δεντρί,

που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,

κι έν’ άλογο, χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει δε σώνει

μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

 

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα

και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;

Τι θες απ’ όλα τα’ αγαθά

τούτα; Πες! Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο για το γαλάζιο μάτι:

Βόλια, μπαρούτη θέλω να!»

(Μτφρ. Κωστής Παλαμάς)

 

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

«Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε,

απ΄ τις σκόνες σκεπασμένο,

το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου

στον ήλιο, Μακρυγιάννη,

κ΄είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,

ανέγγιχτες, στο φως,

κι οι δυό πλευρές του λάμπουν

γυμνές,

σά να ΄βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από τα΄ ακόνι,

και πως βωδούσαν, απ΄ τη μια μεριά πλυμένες

με το αίμα των οχτρώνε,

κι απ΄ την άλλη

σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα

μοσκιές και βιόλα απ΄ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!

 

Κι απάνω και στις δυό πλευρές γραφή.

Απ΄ τη μια,

τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:

«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,

και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,

γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ΄αυτό να ξαναμπούμε πίσω μά εγίναμε πουλιά,

και τώρα πιά στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε.»

Κι από τη δεύτερη πλευρά,

γραφή άλλη χαραγμένη:

«Απάνω στην αλήθεια μου

ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι

τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,

και δε με πήρε,

πού, για τούτο,

το θάνατο καταφρονώ,

κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω.»

Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ΄ το χώμα αυτή τη σπάθα

και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.

Χαρά, λοιπόν, σ΄ Εσένα πρώτα, γερο-Βλαχογιάννη!»

 

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, «Ο ΔΙΑΚΟΣ»

Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

 

 

-«ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»

«Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια

και μια μικρούλα πέρδικα στον κάμπο της Αθήνας.

Είχε τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.

Αποβραδίς μοιρολογά και το ταχύ φωνάζει:

-Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή ξημέρωνε, να μη είχε ξημερώσει

αφέντες  έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν.

Καραϊσκάκης φώναξε πάνω από τ΄ άλογό του:

-Πού είστε, μπρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά αντρειωμένα;

Γυμνώστε τ΄ αλαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια.

 

΄Ηρθε μεντάτι* των Τουρκών, πεζοί και καβαλάριοι.

Δεν ήταν λίγοι, ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες.

Πρώτο γιουρούσι που ΄καμαν, δεύτερο τράκο κάμαν,

Λαβώνεται ο Καραϊσκάς κι ο καπετάν Νικήτας.

Κι ο Καραϊσκος φώναξε, ψιλή φωνούλα βγάζει:

-Έλληνες, μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε

και πάρ΄ το γιούχα η Τουρκιά κι έρθει και μας χαλάσει.

Σαν Έλληνες βαστάξετε και σα Γραικοί σταθείτε.»

(Δημοτικό)

 

 

 

-«ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ»

«Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια, λάμπουν και τ΄ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ΄ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,

τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια

οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.

Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,

καβάλα παίρν΄ αντίδερο απ΄ του παπά το χέρι.

Φλωριά ρίχουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους, και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

-Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

Κι ο Θεοδωράκης μίλησε κι ο Θεοδωράκης λέει:

-Τούτ΄ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν. Απόψ΄ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.

Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γεννούμε.

Σύρε, Γιώργο μ΄, στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι

εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,

ν΄ αφήκω τη διαθήκη μου και τις παραγγολές μου,

τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω.»

(Δημοτικό)

 

 

-Κώστας Κρυστάλλης, «ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ»

 

«Το Μεσολόγγι το μικρό, κι εκείνο στοιχειωμένο,

ατάραχτο στα Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.

Χουμάει τ΄ ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται,

χούμισε ως τώρα τρεις φορές, και πάλι τώρα, πάλι

για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.

Είναι πασσάδες τώρα δυό κι αμέτρητα τ΄ ασκέρια

ο Ιμβραήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι

κρύφτει στα μετερίζια του, σαν σε σπηλιές, ξεφτέρια,

και κάπου – κάπου ακούγωνται και κανονιώνε βόγοι.

Τώρα το κύμα είναι τρανό, είναι βαριά η μαυρίλα

το Μεσολόγγι είναι μικρό. Εκείθε ανατριχίλα

κι εδώθε φόβος πλημμυρεί κι ελπίδα την καρδιά.

Από στεριά και πέλαγο το ζώνουν ολοένα,

πως ζώνουν τ΄ άστρο σύγνεφα  βαριά και πυκνωμένα,

κι από τα παλληκάρια του γυρεύουν τα κλειδιά.

Άστρο κι εκείνο ήτανε τότε για την Πατρίδα,

για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.

Χρόνος ακέριος πέρασε που τόχουνε κλεισμένο

και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.

Όσο κι αν έχης στη σπηλιά κλεισμένο το λιοντάρι,

δεν τόχεις και στα χέρια σου. Και τ΄ άξιο παλληκάρι,

που πολεμάει για του Χριστού την Πίστη, για Πατρίδα,

όσο που νοιώθει στην καρδιά αίμα και μια ρανίδα,

δε σου τη δίνει την τιμή, που είναι ….. τάρματά του

κι ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από μπροστά του,

όσο που λίγο να κρυφτή, είναι με μιας λιοντάρι,

που αν δή, κλεισμένο στη σπηλιά, την υστερνή του ώρα,

χύνεται σαν την αστραπή, κι αλλιά σ΄ εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα

έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα στην καρδιά τους,

αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει στα ποδάρια

φτερά, τσιλίκι στην καρδιά, και σά θεριά, λιοντάρια,

σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή ματιά τους.

Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ΄ όλοι…

Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.»

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ»

(Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει τις πέντε πρώτες στροφές από την Ωδή αυτή του Κάλβου. Η ωδή είναι εμπνευσμένη από την αυτοθυσία που έδειξαν οι εθελοντές του Ιερού Λόχου, οι νεαροί σπουδαστές που, αν και άπειροι από πόλεμο, αγωνίστηκαν ηρωικά και έπεσαν στο Δραγατσάνι τον Ιούνιο του 1821. Ο θάνατός του έμεινε λαμπρό παράδειγμα αφοσιώσεως στο ιδανικό της Ελευθερίας.)

 

Ας μή βρέξει ποτέ

το σύννεφον και ο άνεμος

σκληρός ας μη σκορπίσει

το χώμα το μακάριον

που σας σκεπάζει.

 

Ας το δροσίσει πάντοτε

με τ΄ αργυρά της δάκρυα

η ροδόπεπλος κόρη*

και αυτού ας ξεφυτρώνουν

αιώνια τ΄ άνθη.

 

Ω γνήσια της Ελλάδος

τέκνα  ψυχαί που επέσατε

εις τον αγώνα ανδρείως,

τάγμα εκλεκτών ηρώων,

καύχημα νέον*

 

σας άρπαξεν η τύχη

την νικητήριον δάφνην,

και από μυρτιάν σας έπλεξε

και πένθιμον κυπάρισσον

στέφανον άλλον.

 

Αλλ΄  αν τις απεθάνει

δια την πατρίδα, η μύρτος

είναι φύλλον ατίμητον,

και καλά τα κλαδιά

της κυπαρίσσου.

 

 

 -Γιάννης Τζήκας, «ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ»

Ένα μικρό κλεφτόπουλο

μικρό κι αντρειωμένο

με τ΄ όπλο του στο χέρι του

τραβάει το μονοπάτι.

Στο δρόμο που επήγαινε

πουλάκια συναντάει.

Κι αυτά μ΄ ανθρώπινη λαλιά

του λένε, το ρωτάνε:

«Που πας μικρό κλεφτόπουλο

που πας αλαφιασμένο;»

Στέκεται λίγο, σταματά

και θαρρετά τους λέει:

«Σκλαβιά εγώ δεν ημπορώ

σπίτι να μην ορίζω

και πήρα την απόφαση

να πάω να πολεμήσω.

Θέλω πατρίδα λεύτερη

και πίσω δε γυρίζω!»

 

*Σημείωση: Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο των Γιάννη Π. Τζήκα – Τάσου Γούκου, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», εκδ. Ατραπός.

 

Πες το με ποίηση (179ο): «Τέλος»…

 

-«Στην αρχή μου είναι το τέλος μου και στο τέλος μου η αρχή μου»
(T.S Elliot)

 

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό .»

(T.S Elliot)

 

-«Πολλά είχε αγαπήσει ο Σίσυφος.

Στο τέλος αγαπούσε μόνο την πέτρα του»

(Ν. Δήμου)

 

 

-«Τελικά τούς έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα, τους λέω ‒έγώ έχω τ’ όνειρο

ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.

Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Να μην περνάς την τελεία αβασάνιστα.

Σταμάτα λίγο σε ότι τελειώνει.

Κάτι καινούργιο αρχίζει πάντα μετά.»

(Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος)

 

 

-«Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια.

Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Ας μη μας ξεχάσουν.»

(Γ. Σεφέρης)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος

«Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί

θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο

σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά

όταν φοβούνται»

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος II»

«Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις

τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,

ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.

Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το

κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα

χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να

περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.

Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,

αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί

και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.

(Και το ’θελε πολύ αυτό)

Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας

το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…

Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι

τέτοιο»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971, Κέδρος)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ”

«Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;»

(ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 79 – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007)

 

 

-Μαρία Γραμματικού, «Το τέλος»

«Τα βήματά σου
στην πικρή αμμουδιά
και τα καβούρια
στα υγρά χέρια των βράχων.
Τα βότσαλα στα πέλματά σου
κι ο ήλιος
που σε μεταλλάζει σε σκιά.
Ο άμμος που φεύγει απ’ την παλάμη σου
κι η αδυσώπητη κλεψύδρα του χρόνου.
Κι άξαφνα η κραυγή σου
που σκίζει τη σιωπή
κι η σιωπή
που κομματιάζει την καρδιά μου.»

(https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΣΕΝΙΟΥ, «Δρ. Φρ. Τέλος»

«Αν τα όνειρά μου
είναι ταινίες με όνειρα
με τις σπουδαίες δυνάμεις
των σπέσιαλ εφέ
τελειώνω με τα όνειρα τώρα
ξεμπερδεύω με τα σύμβολά τους
που μοιάζουν μόνο με σύμβολα.

Τα αυθεντικά
κλειστήκαν για πάντα στο κιβώτιο δάσος τους
σφραγισμένα στη μεγάλη σπηλιά.
Εννοείται πως δεν ανοίγουν
ούτε με λιναρόσπορο.
Άστα λοιπόν αυτά.
Τώρα: να βγούνε τα μέσα έξω
είναι αστείο πράγμα.
Είναι τα μέσα έξω.
Είναι έξω όλα.»
(http://www.poeticanet.gr/poiimata-a-196.html)

 

 

-Ντ. Χριστιανόπουλος,  «ΤΕΛΟΣ»            

 «Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.»

(http://users.uoa.gr/)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Τέλος του Αντωνίου»

«Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά-
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρινή ζωή του-
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος.»

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, ύψιλον/βιβλία)

 

 

Βαγγέλη Θερμογιάννη, «Τελειώνω εδώ»

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Κι από κάτω η καρδιά μου μʼ αναμμένο καημό

Έχουν πέσει τα φύλλα και το χρώμα υγρό

Όλα λεν έχεις φύγει μα γυρίζω εδώ

 

Κάτι μαύρα σημάδια σε εικόνα θολή

Και μια ανάμνηση τρέχει στα κλαδιά να κρυφτεί

Τα δεν πρέπει, τα λάθη, όλα ήταν εκεί

Κι η ψυχή να πασχίζει στο σκοτάδι να δει

 

Κάτι πρέπει να κάνω, κάτι πρέπει να πω

Το μυαλό μου το χάνω, στη σιωπή θα χαθώ

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Έχει λήξει ο χρόνος και τελειώνω εδώ

(https://tovivlio.net/)

 

 

Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός»

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44
(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

Πες το με ποίηση (178ο): «Καλός – κακός»…

 

-«Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα,

οι μέτριοι από τα αισθήματα,

και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία.»

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 

-«Όπου και να σας βρίσκει το κακό,

αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.»

(Ο. Ελύτης, Άξιο εστί)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Καλός και Κακός Καιρός»

«Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.»

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

 

-Τόλης Νικηφόρου, «να είσαι καλός»

«κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο

κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός

ανυπεράσπιστος

μπροστά στην αθωότητα

εκστατικός

μπροστά στο θαύμα

αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο

στον δρόμο που δεν έχει τέλος

στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός»

(http://ploigos-tou-apeirou.blogspot.gr/2017/01/50-79_7.html)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Κακή φωτιά»

«Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ’ αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.»

(Κ. Παλαμά, Άπαντα, Γκοβόστης)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Ο κακός μαθητής
Λέει όχι με το κεφάλι
Μα λέει ναι με την καρδιά
Λέει ναι σε όσους αγαπάει
Λέει όχι στον καθηγητή
Είναι όρθιος
Τον ρωτούν
Και όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί
Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια
Και τα σβήνει όλα
Τα ψηφία και τις λέξεις
Τις ημερομηνίες και τα ονόματα
Τις φράσεις και τους γρίφους
Και παρά τις φοβέρες του καθηγητή
Κάτω από τα γιουχαΐσματα των καλών μαθητών
Με κιμωλίες όλων των χρωμάτων
Πάνω στον μαυροπίνακα της δυστυχίας
Ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

[πηγή: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μ. Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη]

 

 

 -Ελένη Βακαλό «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»

«Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας»

[Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).]

 

 

-Ν. Καρούζος, «Η κακία της ημέρας»

«Ανοίγω τα μάτια μου στο λιμάρικο φως

έχω πια ξημερώσει.

Σκέψη αλάξευτη χύνεις αιωνιότητα

χωρίς να στοχάζομαι

νικημένος απ’ του νου την εκκόλαψη.

Λοιπόν εκμαγείο;

Βεβαίως. αυτό που λέμε πρόσωπο

πάει στους δίκαιους.

εμείς έχουμε ξεμείνει δείξαντες

την τρέμουσα πραότητα.

Ορύσσω προφητείες ανασκάφτω διλήμματα

καίγοντας εγωτισμούς

αποτεφρώνοντας εμβατήρια

η κοινωνία που φαντάστηκα λέει όχι όχι

δεν πρόκειται να υπάρξω.

Συνεπώς η ανάσταση εγκλωβίζεται πάντα

στη λέξη της.

Αρκεί για σήμερα το κακό του έρωτα.

Ρυτίδες αλλοιώνουν οράματα.

Σείεται η νοόσφαιρα δίχως τροχιά της

ταρακουνιέται

χωρίς κύκλο άλλης ωραιότητας.

Ενυπάρχει στη μέγιστη φωτιά κ’ η δική μου

σπίθα.

Δώρα πολύτιμα. δώρα που ’χει τραγουδήσει

ο πιο άθεος θεός ο αθωότερος.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

-Κώστας Βάρναλης, «Ο “ΚΑΛΟΣ” ΛΑΟΣ»

Απ’ το χωριό κατέβηκα
μ’ όλη τη φαμελιά μου.
Καρδιά μου, τί ξαλάφρωμα!
Τι πρήξιμο, κοιλιά μου!
Βάντε κλήρο, ρίχτε ζάρι,
το μαντύ του ποιός θα πάρει.

Με γκάιδες και με πίπιζες
πήδα, κοράσι ντρέτο!
Σα μέστωσες κι ωρίμασες,
θανα κοπείς εφέτο.
Θα σε πάρει να σε πα
με καρότσα και παπά.

Μας σφίγγ’ η φλόγα, κόκκινη,
το λάρυγγα, θελιά.
Κι όσο μπορούν ουρλιάζουνε
κι ανθρώποι και σκυλιά.
Και σηκώνουν το φουστάνι
νιες και γράδες, όσο φτάνει.

Χλωμά και κακορίζικα
ο θάνατος κρεμνά σου
στην παγερή διχάλα του
τα μέλη τα στεγνά σου.
Σε τρυπώ με το καλάμι
και νερό δε βγάνεις δράμι.

Τί γρήγορα ξεψύχησες!
Μας χάλασες τη φέστα.
Πού ’ναι τα μεγαλεία σου,
της φαντασιάς σου η ζέστα;
Ήσουνα θεός και ρήγας
κι είχες την ψυχή μιας μύγας!

Εχάλα και ξανάχτιζ’ ε-
κκλησιές σ’ ένα μινούτο!
Ξύπνα λοιπόν, που σε βαρούν
κοτρόνια, λάσπη, κνούτο!
Άιντε λούσου και χτενίσου
κι όσο τρίχα μια, κουνήσου!

Πιάσου μ’ εμάς και χόρεψε,
ρετσίνα πιες αφράτη
και θα γενούν τσιφλίκια σου
Μισίρι και Μπαγδάτι.
Θα σε πάρω και μια δούλα
να τη λένε Σπυριδούλα.

Το χερομάχο σόγι σου
μες στην κοπριά σ’ εγέννα
κι εζήτας βασιλίκι σου
Γη κι Ουρανό ενωμένα!
Πίσκοπε του Δαμαλά,
τώρα το ’παθες καλά!

Χωρίς φουσάτα μπρούντζινα,
πεζούρα και καβάλα,
χωρίς καράβια στο γιαλό
και ματωμένη πάλα,
λιμάρης και ξυπόλυτος,
νά! βασιλιάς απόλυτος.

Φαινόσουνα καλό παιδί,
ζαβό τί πήρες δρόμο
και μια την Πίστη βάραγες
και μια τον άξιο Νόμο;
Εδώ χάμου δυο κορφές:
το Ζακόνι κι οι Γραφές!

Να ’σουνα κλέφτης στα βουνά,
φονιάς μέσα στην πόλη,
σπιούνος και ψευτομάρτυρας
θα σε τιμούσαν όλοι.
«Σαν του Βαραβά και σένα
όλα σου συμπαθημένα!»

(Μια γυναίκα με ψιλή και παθητική φωνή)

Στο πανεθύριν- έσκυβα
τη γλάστρα να ποτίσω,
σα διάβαινες περήφανος,
μάτι και πάτημα ίσο.
Τώρα ολόγδυτον, καλό
μια σε φτύνω, μια γελώ.

(Ξανά όλοι μαζί)

Πλερώνω τα δοσίματα
στο Κράτος και δε μνήσκω
και τα στερνά μου τα όβολα
στης Εκκλησιάς το δίσκο.
Ό,τι αφήσαν οι προγόνοι,
πάει από παιδί σ’ αγγόνι.

Μπροστά από χρυσοπάλατα
περνά η καρδιά και τρέμει.
Μέσα σουλτάνος και πασάς
μ’ αρίφνητο χαρέμι,
λαλήματα, θυμιάματα,
της Χαλιμάς τα θάματα.

Το μάτι μου δε δάκρυσε
κι ο νους δε σκανταλίστη.
Είν’ όλα τούτα πρόσκαιρα,
καθώς το λέγ’ η Πίστη.
Απ’ τη στράτα πάω την ίσα
στη χαρά την παραδείσα.

Χωρίς την ανισότητα,
πώς θα ’ταν δικιοσύνη,
χωρίς τον άγιο πόλεμο,
πώς θα ’ταν καλοσύνη!
Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά.

Και σα μου παίρνουν κάποτε
καλύβα και χωράφι,
την τσούπα την αγούρμαστη,
της μάνας της χρυσάφι,
θαν τα βρω ψηλά ένα ένα
και τη Βαγγελιώ παρθένα!

………………………………….

Χάιντε, γυναίκα, νύχτωσε!
Μάζωξε στο πανέρι
μπουκάλες και ψωμότυρα.
Πιάσ’ τα παιδιά απ’ το χέρι
— κάνε δίπλα, μη σε πάρω,
θα τραβήξω διπλό σμπάρο.

Το μάθημα, που δώσαμε
για πάντα θα φωτίζει.
Μελίσσι ο λαός και θα χιμά
σ’ όποιον τον ερεθίζει.
Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια:
Μαχμουρλίκι και Συνήθεια!

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

Πες το με ποίηση (177ο): «Άλλος, –η, -ο»…

 

-«Εγώ είναι ένας άλλος»

(Α. Ρεμπώ)

 

 

-«Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος

(Κ. Βάρναλης)

 

 

-«Ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά

μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.»

(Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)

 

 

– «Κοιτούσε ο ένας τον άλλον και γελούσαμε…
Πόσο είταν όμορφο να ζει κανείς».

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη
σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο, άλλη δικαιοσύνη –
απ’ τη ζωή»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«“Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον”, έγραφε.
Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι
ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό
φέρετρο μέσα στη σκόνη…
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου
ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυ-
θίζεται
μες στη μεγάλη σου άνοιξη – …
… Ποδοπάτησέ με, να ’χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις».

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Ο Άλλος»

Το σχέδιο ήταν προετοιμασμένο από καιρό, το πιστόλι αγορασμένο – θα τον σκότωνε οπωσδήποτε. Ένα γράμμα, όχι επεξηγηματικό, μα σχεδόν, χαιρέκακο γι αυτόν τον τιποτένιο, που, χρόνια τώρα εξουσίαζε τη ζωή μου. Πώς άρχισε, μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ, ο Άλλος, τόσο γλυκομίλητος στην αρχή, τα μάτια του μεγάλα κι έκπληχτα, σχεδόν ποιητικά. Κι όμως σε λίγο, θάδειχνε το αληθινό του πρόσωπο, διεστραμμένος ως το κόκκαλο, μ’ έσπρωξε μια νύχτα στου πιο αγαπημένου φίλου τη γυναίκα, χρησιμοποιούσε τρόπους σατανικούς, όλες οι ραδιουργίες του ήσαν γνωστές, φώλιαζε μέσα μου τον φθόνο, ή την τύψη για εγκλήματα που δεν είχα κάνει, θυμάμαι, μάλιστα, παιδί, που ο Άλλος μ’ έβαζε να κλέβω τα βιβλία των συμμαθητών μου, έτσι, μόνο και μόνο για να ταπεινώνομαι απ’ την ντροπή. Δεν υπήρχε σκέψη ποταπή που να μην την έχωνε, με ηδονή, σαν ένα μαχαίρι, μέσα στο μυαλό μου. Μούστελνε όνειρα φριχτά: την πεθαμένη μητέρα μου γυμνή, με παγίδευε σε καταστάσεις αλλόκοτες, να θέλω νάμαι βασιλιάς, κι ύστερα να βγαίνω απ’ τις ονειροπολήσεις, πραγματικά σαν ένας βασιλιάς που τάχασε όλα ξαφνικά. Μ’ έβαζε να χτυπάω τις πόρνες, να δειλιάζω στο πολύ φως, το γέλιο ενός ανθρώπου στην γωνιά του δρόμου, μ’ έκανε, με μια ακρίβεια μαθηματική, να το νοιώθω σα δική μου προσβολή. Κι ενώ τόσο φοβόμουνα τους άλλους, μ’ έσπρωχνε να εξομολογιέμαι τα ακατανόμαστα της ψυχής. Κι όταν αυτό δεν τούφτανε, μ’ έριχνε στα πόδια τους, να τους ζητάω να με συχωρέσουν. «Λυπήσου με» φώναζα καμμιά φορά τις νύχτες, μα ο Άλλος, με τη διαβολική σιωπή του, μ’ άφηνε να κλαίω ώρες, για δόξες που δεν ήρθαν, για θυσίες που δεν μπόρεσα, ή μ’ ένα χαρτοκόπτη να βγάζω τα μάτια φανταστικών γυναικών. Κι άλλοτε μ’ έστελνε στο ανοιχτό παράθυρο μ’ έναν ίλιγγο ηδονικό – μόλις κατόρθωνα, την τελευταία στιγμή να κρατηθώ απ’ το περβάζι. Μα τι ήθελε λοιπόν; Γιατί μ’ έβαζε αλύπητα να ντροπιάζω τον εαυτό μου; Τι είχε να κερδίσει; Μια νύχτα, μάλιστα, νύχτα τρομαχτική, πριν λίγες μέρες η αγαπημένη μου είχε για πάντα φύγει, ο Άλλος, με την εγκληματική του ιδιοφυΐα, βρήκε έναν καινούργιο τρόπο: μ’ έβαλε να γδυθώ και να φορέσω τα εσώρουχα της, κι εκεί μες στο μισόφωτο, να φαντάζομαι πως είμαι εκείνη, να θέλω απεγνωσμένα να γίνω εκείνη – για να υπάρξει λίγο ακόμα, εδώ, μέσα σ’ αυτήν την κάμαρα πούχαμε ζήσει μιαν ατέλειωτη ευτυχία. Δεν έλειπε παρά ο φόνος. Ώσπου άρχισε να τον σταλάζει ακατανίκητα κι εκείνον μέσα μου. «Το αίμα είναι μια ηδονή, σαν το αλκοόλ», μούλεγε σιγανά, «ένα σώμα νεκρό είναι κάτι δικό σου – και δικό σου, ηλίθιε, δεν είχες τίποτα, ποτέ». Τότε, κατάλαβα μονομιάς, ότι για πρώτη φορά, ο Άλλος θάταν ο χαμένος, εδώ είχε ξεγελαστεί, τον κρατούσα πια. Αγόρασα το πιστόλι, κι έτοιμος από καιρό, τον περιμένω. Δεν μπορεί να μου ξεφύγει: το κλειδί του σπιτιού του είναι μες στην τσέπη μου, και το πρόσωπο του μες στο πρόσωπό μου.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958 – 1964)

 

 

– Fernando Pessoa, «Ζωή είναι να είσαι άλλος»

«Έχουμε όλοι δύο ζωές:

Την αληθινή, αυτήν που ονειρευόμαστε στα παιδικάτα μας,

Και που εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε ως ενήλικες, πνιγμένη στην ομίχλη.

Την ψεύτικη, αυτήν που μοιραζόμαστε με τους άλλους,

Την πρακτική ζωή, την ωφέλιμη ζωή,

Αυτήν που στο τέρμα της είναι το φέρετρο.»

(Πηγή http://www.exostispress.gr/ )

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Δεν είσαι οι άλλοι»

Δε θα σε γλιτώσουν όσα άφησαν γραμμένα

όλοι εκείνοι που ικέτευε ο φόβος σου,

δεν είσαι οι άλλοι και το βλέπεις τώρα

πως είσαι στο κέντρο του λαβυρίνθου που χαράζουν

τα βήματά σου. Δε σε γλιτώνει η αγωνία

του Ιησού ή του Σωκράτη, ούτε κι ο κραταιός

χρυσαφένιος Σιντάρτα, που δέχτηκε το θάνατο

κάποιο απόβραδο, μέσα στον κήπο.

Και είναι σκόνη η λέξη που έγραψε το χέρι του ή τα λόγια

που πρόφεραν τα χείλη σου. Δεν έχει οίκτο η Μοίρα

κι η νύχτα του Θεού τέλος δεν έχει.

Το υλικό σου είναι ο χρόνος , ο αέναος χρόνος.

Είσαι μία μία η κάθε στιγμή.

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

-Χρίστος Ρουμελιωτάκης, «ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ»

«Ξημερώματα της Παραμονής
η Μαρία, με το αίμα στο στόμα,
ανοίγει την πόρτα και χάνεται στο χιονιά
εμάς τους άλλους, μαύρη Μαρία,
θα μας προλάβει ο καινούργιος χρόνος.»

(http://www.poiein.gr/archives/111/index.html)

 

 

-Γ. Παυλόπουλου, Ο Άλλος

Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα

περασμένα μεσάνυχτα

ήρθε και πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι

με δυο γυναίκες αγκαλιά

και κάτω από το παράθυρο μου

«κατέβα άθλιε» μου φώναζε

«παράτα τα που να σε πάρει

σκίσ΄ τα επιτέλους τα χαρτιά»

 

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα

όμως ο δρόμος ήταν έρημος

και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα

κι όλη τη νύχτα πάλευα

χωρίς να το τελειώσω.

(Γ. Παυλόπουλου,  Λίγος άμμος, 1997)

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Η άλλη εκδοχή»

«Δεν μένουν πολλά
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.»
(Τίτος Πατρίκιος, Η ηδονή των παρατάσεων)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Άλλο ένα Καλοκαίρι»

Για σκέψου να μην πρόφταινα

κι αυτό το καλοκαίρι

να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές

να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις

ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας

να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν

να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω

να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά

ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου

να κολυμπάω  σε θάλασσες ζεστές

ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά

ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους

ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα

για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά

– άσε να δούμε και για παραπέρα.

(https://eranistis2.wordpress.com/)

 

 

Έμιλυ Ντίκινσον,  «Υπάρχει ένας άλλος ουρανός»

«Υπάρχει ένας άλλος ουρανός
πάντα γαλήνιος και δίκαιος
και υπάρχει μια άλλη λιακάδα
κι ας είναι σκοτάδι εκεί˙
μη σκέφτεσαι τα μαραμένα δάση, Ώστιν
μη σκέφτεσαι τα σιωπηλά λιβάδια˙
εδώ είναι ένα μικρό δάσος
τα φύλλα του είναι πάντα πράσινα
εδώ είναι ένας ολοφώτεινος κήπος
που δεν γνωρίζει ποτέ παγετό˙
ανάμεσα στα ζωηρά λουλούδια του
ακούω τον βόμβο των μελισσών!
Έλα στον κήπο μου, αδελφέ μου, έλα!»

(http://blogs.sch.gr/gymparga/)

 

 

-MΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΙΣ, «Να σκέφτεσαι τους άλλους»

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

(http://www.e-poema.eu/blog.php?id=42&pid=)

 

 

 

Πες το με ποίηση (176ο): «Αποκριά – Καθαρή Δευτέρα (καρναβάλι, μάσκα, χαρταετός)»…

 

-«…Κάθε απόκριες που μεταμφιέζω την έλλειψη σε πληρότητα
με τη μνήμη στην στάση του λωτού μήπως σε ξεχάσω
κόβω τις σελίδες τις άγραφες σε μικρά μικρά κομμάτια
και χαρτοπόλεμο κατάμουτρα στον χρόνο τα πετώ.»

(Μαρία Χαραλαμπίδη)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η Αποκριά»
«Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο

εν δυο με παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά.»

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945 – 1971, Κέδρος)

 

-Το Φεβρουάριο του 1886, ο Αστός έγραφε στο Άστυ για τον πόλεμο του Καρναβαλιού

 “ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ’

– Ετέλειωσαν τα ψέματα· ο πόλεμος θα γίνει…

– Δε ντρέπεσαι! θα έχουμε παντοτινή ειρήνη!

– Μωρέ θα το βροντήξουμε κι ο κόσμος αν χαλάσει!

– Αϊ! βλέπω έμοιασες και συ του φίλου μου του Βλάση.

Μ’ αυτά και άλλα ο καιρός επέρασε και πάει,

Μ’ αυτά και πιο χειρότερα και σήμερα περνάει.

Εν τούτοις πριν ο πόλεμος τη μούρη του προβάλει

Ιδού οπού μας έφθασε τρελό το καρναβάλι.

Και τώρα δίχως χρήματα, φτωχοί και φουκαράδες

Εμπρός! Ας γίνουμε λοιπόν και πάλι μασκαράδες.

Εμπρός! Ας το γλεντήσουμε! Αν κι είναι φόβος…. – φρίκη!

Μήπως για πάντα μείνουμε με το μασκαραλίκι!

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Γ. Σουρής, «ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ»

«Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,

που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,

κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;

Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει

Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,

ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

 

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,

κι αν κάποτε με τ’ όνομα του κλέφτη τους στολίζει,

όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,

και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.

Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,

να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

 

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,

να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,

αλλ’ όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα….

δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.

Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,

τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

 

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!

για δέτε κι έναν απ’ εδώ με μια κοντή βελάδα,

για δέτε κι άλλον απ’ εκεί με ψεύτικη καμπούρα…

Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;

Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,

μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την… αηδία.»

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Έβγαλα τη μάσκα]

“Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.

Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό…

Αυτό είναι το πλεονέκτημα

το να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.

Είμαστε πάντα παιδιά,

το παρελθόν που ήταν το παιδί αυτό.

Είναι καλύτερα έτσι/ έτσι χωρίς μάσκα.

Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,

όπως στης γραμμής το τέλος.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Μάσκες]:

“Πόσες μάσκες, και πόσες άλλες

πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;

Άραγε, όταν γι αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει

ξέρει  πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;

Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτα κάτω απ’ τη μάσκα

Αλλά κοιτάζει μέσα απ’ αυτή με μάτια κρυμμένα.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Βαλερύ Λαρμπώ (1881-1957), “Η μάσκα”:

“Γράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπό μου μια μάσκα,

ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλαιϊκή,

με στενό μέτωπο,

όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος.

Κάθομαι στο τραπέζι και υψώνω το κεφάλι,

ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ

την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.

Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν

μιλώ μες απ’ τη χλωμή, γυαλιστερή μάσκα,

αν γινόταν να ‘ρθει και να φυτέψει ένα αργό,

βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,

σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο,

για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος

μιας άλλης μορφής, άδειας κι αυτής και μυρωμένης.”

(Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, εκδ. Καστανιώτης)

 

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

 

 

Post Navigation