Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

-Πες το με ποίηση (244ο): «ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ-ΠΑΙΖΩ»

Γιώργος Μαρίνος – Παιδικά παιχνίδια

 

 

 

  1. ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ Ι

Ένα παιδί προσγειώνεται στο καμπαναριό της μητρόπολης
κι αρχίζει να παίζει με του ρολογιού τους δείχτες
ακουμπάει πάνω τους εμποδίζοντάς τους να προχωρήσουν
και ως διά μαγείας οι περαστικοί μένουνε πετρωμένοι
σε στάσεις όπως:


με το ’να πόδι στον αέρα
κοιτώντας πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ., κτλ.


Ύστερα αρπάει τους δείχτες και τους γυρνάει ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά — τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν — σταματούν απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ τους δείχτες.


Ένα ζευγάρι παντρεύεται — και κάνει παιδιά και χωρίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά — πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.

Νικανόρ Πάρρα (Χιλή, γενν. 1914), μετ. Αργύρης Χιόνης. Ξένη ποίηση του εικοστού αιώνα, της Μαρίας Λαϊνά.

 

***

 

  1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
    Ι
    «Μέσα μου κουλουριάζεται
    φωλιάζει ο θάνατος οικείος
    Είναι ένας ήμερος, οικόσιτος αίλουρος μαύρος
    Τυφλός με το φως της ημέρας
    κουφός στους ξένους, διαπεραστικούς θορύβους
    Πάνω στο στέρνο μου ήρεμα ονειρεύεται
    τα όνειρα τα δικά μου. Μηρυκάζει
    μακάρια όταν εγώ καπνίζω
    τυλιγμένος στους καπνούς της λήθης.
    Ξυπνά με το σκοτάδι, ανοίγει ορθάνοιχτα
    τα μάτια τα μεσάνυχτα

    – χρυσά και μαύρα –
    Αρχίζει το τρελό παιχνίδι, το τρελό κυνήγι
    μ’
    ’ όλους τους μικρούς μου φόβους. Διασκεδάζει
    στήνοντάς τους καρτέρι, σε μέρη ξεμοναχιασμένα
    που ο ίσκιος του φανταστικά μεγαλωμένος
    τα στοιχειώνει.
    Κρύβει τα δέκα τροχισμένα νύχια του από αχάτη
    λεία, μέσα στις βελουδένιες θήκες τους.
    Και γυροφέρνει όλη τη νύχτα μέσα κι έξω
    με πατήματα βαμβάκι, ακολουθώντας
    άγνωστα ίχνη, νήματα αδιόρατα
    …Έξω, το ανεξερεύνητο βάθος του κήπου
    Νυχτερινό τοπίο, μεταλλική σελήνη
    με τον τροχό του ρολογιού σταματημένο
    σε διφορούμενη ώρα

    …
    Και κει στ’
    ’ ακίνητο νερό σκυμμένος
    μες στον αφώτιστο κύκλο της στέρνας
    καραδοκεί τη λεία του που ξεγλιστράει
    – ψάρι με μαύρα και χρυσά πτερύγια
    –ΙΙ

    Τελειώνει το παιχνίδι
    Το σκηνικό κι ο φωτισμός αλλάζουν
    Κάποιος κοιτάζει απ’

    ’ τ’’ ανοιχτό παράθυρό του
    καθώς αρχίζει λίγο-λίγο να χαράζει
    Ξεθωριάζουν όλα. Άφαντο το φεγγάρι
    Μένει μονάχα το χαμόγελό του
    σαν φέγγος διάχυτο που περιρρέει τα πάντα».
     

Μελισσάνθη, Τα νέα ποιήματα (1974-1984)

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Κι όμως την είχα κάποτε κερδίσει.

Έπειτα τι έγινε δεν το πολυκατάλαβα-

μέσα σε λίγες μέρες, λίγες ώρες

αντιστραφήκαν όλα.

 

Έφταιγε η μέθη μου για το βέβαιο κέρδος;

Ήταν πιο δυνατή εκείνη η παρουσία;

Ήτανε η ψυχή της που άλλαξε;

 

(Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου,

το γράφουν πια κι οι λαϊκοί ημεροδείχτες).

Δύσκολο να το παραδεχτώ.

Άλλωστε την είχα κάποτε κερδίσει.

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Παιδικό παιχνίδι – Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

 

 

  1. ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΤέλος τα χέρια κάνουν να πιάσουν το στομάχι
    Μη σκάσει το στομάχι από τα γέλια
    Όπου άφαντο το στομάχι
    Το ’να το χέρι υψώνεται με χίλια ζόρια
    Από το μέτωπο τον κρύο ιδρώτα να σκουπίσει
    Πάει και το μέτωπο

    Το άλλο το χέρι τραβάει για την καρδιά
    Να μην ξετιναχτεί η καρδιά απ’ τα στήθια
    Πάει κι η καρδιά
    Πέφτουν τα χέρια και τα δύο
    Πέφτουνε ράθυμα στα γόνατα
    Παν και τα γόνατα
    Πάνω στη μια παλάμη τώρα βρέχει
    Από τη δεύτερη χορτάρι μεγαλώνει
    Μην τα ρωτάς

    Βάσκο Πόπα (1922-1991) Μετ. Έλλη Σκοπετέα 1954  (Ο αγρυπνόκαμπος), Κέδρος, 1979

 

***

 

5. ΤΑΝΚΑ 30

Θα πάθεις πάλι

με ποίηση παίζοντας˙

είν’ σαν φάρμακο:

πρέπει δόση να ξέρεις,

στη γιατρειά από φαρμάκι.

 

Δημήτρης Αντωνίου

 

***

 

6. ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ  ΣΙΚΕ


Θέλω να πω η ζωή σου έγινε πια σαν ένα παιχνίδι σικέ.

Σηκώθηκες χαράματα, να πούμε, όλος λαχτάρα,
κι έπιασες μια γωνιά μες στο μεγάλο γήπεδο.

Πλήθος
πηχτό εκεί, χαλασμός, στοιχήματα εκατομμυρίων,
φωτορεπόρτερς, συνεργεία τηλεοράσεως.
Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα για την πυγμαχία:
θα χτυπηθούν ο Τζόε Λιούις, ο δυναμίτης,
με το καινούριο αστέρι, τον άσπρο πάνθηρα, Τόνυ Φερνάντο∙
και το ακλόνητο, το μέγα φαβορί, είναι ο Λιούις,
όλοι ποντάρουνε σ’ αυτόν∙ βάζεις
όλο το βιος σου για μια νίκη του, ό,τι
σιγά σιγά, με τον ιδρώτα σου έφτιαξες σε τόσα χρόνια,
κι όμως κερδίζει ο άσημος Φερνάντο ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά,
κι έξω μαθαίνει έκπληκτος τις φήμες ότι τάχα
ο αγώνας ήτανε σικέ, το αποτέλεσμα
συμφωνημένο εκ των προτέρων, για να σου κλέψουν
τα λεφτά σου, να σ’ εξαπατήσουν.

Κι οι φήμες γίνονται σε λίγες ώρες βεβαιότητα,
όλοι το ξέρουν πια, κανείς δεν αμφιβάλλει –
ήταν βρωμοδουλειά των μάνατζερ,
των σκοτεινών παρασκηνίων της πυγμαχίας.

Ευαγγέλου Ανέστης , Αφαίμαξη ’66-’70 (1971)

 

***

 

  1. ΒΑΘΜΙΔΕΣ


λα κοστίζουν να παίξιμο.


Πάρε μαζί σου τ
ν ρωτα κ᾿ κενα τ νειρα
λα στν κάτω γειτονι κα πές: Κορόνα γράμματα
κε πο χάνεται ψυχ ν βυθιστες.


Θέλω ν
᾿ κούσεις τ μεγάλο μυστικ
γι
πάντα πέφτει καρπς π᾿ τ δέντρο.


ντούτοις κε πο χάνεται δρόμος
ν
τραβήξεις.


,τι ν σ καλέσει
δ
ν εναι γι πιστροφ
τ
δάκρυα κι πόνος κοφτερς
ε
ναι μέσ᾿ στ παιχνίδι.


ποιες φωνς κούσεις μ σ παρασύρουν
σφάξε τ
μι μορφι ν πιε τ αμα λλη.


Κορόνα γράμματα ν
παίξεις
τ
ς ρες κα τ χρόνια
μόνος με τ
ν ρημο ντίπαλο.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

***

8. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΕΙΤΑΝ  ΤΟΥΤΟ

 

Το παιχνίδι είταν τούτο:

Ήθελε ν’ αγαπήσει μια γυναίκα

αφήνοντάς της την ελευθερία·

 

μια γυναίκα που ειλικρινά από μέσα της

από δική της έμπνευση

να θεωρούσε την ελευθερία πρώτο αγαθό στον άνθρωπο

και τέτοια γυναίκα δεν έβρισκε.

 

Στους κάμπους διάλεγε μαργαρίτες, και τους έδινε ονόματα γυναικών.

Εσκέπαζε με την ανάσα του τους κάμπους.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

***

 

  1. ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Ποιος το ‘λεγε ποτέ να ‘ρθει
κι η προδοσία ;
Είχα κρατήσει μια ξανθή
Σου παρουσία.

Ήτανε τ’ όνειρο βαθύ
στη φαντασία
και το σπαθί με το σπαθί
σε συνουσία.

Μα, από τους όρκους, συλλαβή
δεν απομένει,
όλοι τους ήτανε βουβοί

κι όχι ειπωμένοι.
Αγάπη, αγάπη μου ακριβή
κι ερειπωμένη …

ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

***

10. ΤΟ  ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Παιδί κρύφτηκα μέσα στή ντουλάπα παίζοντας
-δέν θά μέ βρες, δέν θά μέ βρες-
στερα πίσω πό τίς λέξεις, πίσω πό τήν μνήμη
μέσα στά μάτια σου
πίσω
πό τό παιδί μου, πό μιά προσωπίδα
χι πιά παιζογελντας, χι
μά
πεγνωσμένα, τρομαγμένα κλαίγοντας


κρύφτηκα στήν
λλοίωση, στήν λλοτρίωσή μου
μαζεύτηκα μέσα μου
κι
τανε πάλι σκοτεινά πως στή ντουλάπα
κι
τρεμα πως να ζο δαρμένο
λαφιασμένο

Στό τέλος βέβαια
το νήλεο Χέρι μ’ συρε ξω
ξω π’ λα
κι
λα
«
χασες» μο ‘πανε μέ μιά φωνή
φωνή πικρή το
τέλους
κι ο
τε πού πρόφτασα να π γιατί καί πς
καί ποιός
ποιός τέλος πάντων
τανε
σ’ α
τό τό ποτρόπαιο παιχνίδι κερδισμένος.


Λένα Παππά – Σκιοτραφ
και φωτόφιλα, Άπαντα Β’ τομ. σελ. 461.

 

***

  1. ΦΕΥΓΑΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

Θέλεις να παίξουμε;

Φεύγα, βιάζομαι να σε αγγίξω,

θα σε κλείσω φυλακή.

 

Τρέχω ευθεία να σε πιάσω στην εκκίνησή σου,

μα εσύ διαγράφεις κύκλους κυνηγώντας τη σκιά σου.

Φτου ξελευτερία!

Εσύ έπαιζες αμπάριζα μα εγώ έπαιζα «φεύγα».

 

Μαρία Πάλμου

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

Όλοι θεωρήσαμε το παιχνίδι αυτό βολικό

το παιχνίδι της ομίχλης το απόγευμα

την ώρα που κοιτάζαμε φθαρμένα τοπία

με τις ελάχιστες υποσχέσεις ή τις πολλές

μόνο για τους επιτήδειους των μυστικών.

 

Το θεωρήσαμε βολικό

ίσως γιατί μας τυφλώνει:

τις εκδρομές εκείνες στην Πάρνηθα και στο Μαραθώνα

δεν τις συλλογιζόμαστε με τα μάτια·

μόνο με το νου.

 

Αυτά τα παιδιά στην πλατεία

μου θύμισαν και πάλι την παλίρροια

των πόθων, μπορεί και των φίλων

που δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα.

Είχε δίκιο εκείνος ο άνθρωπος·

«οι δρόμοι είναι παγίδες» είπε

κι έδειξε μιαν άδεια καρέκλα στο βάθος του μαγαζιού.

 

Το θεωρήσαμε βολικό χωρίς να το πιστεύουμε:

όταν πλησιάζεις τις μορφές απομακρύνεσαι

θέλω να πω διστάζεις να ξεδιπλωθείς

να σπάσεις τα παγόβουνα που διογκώνονται

από ακατανόητες συμπτώσεις.

 

Τώρα καταλαβαίνω τη μελαγχολία του καλλιτέχνη

που εκτίθεται στο κοινό

την ανασφάλεια της πρώτης αγάπης

τα κόκκινα φώτα στα φανάρια και στα υπόγεια.

Η ομίχλη πλαισιώνει τις σκιές στις αποβάθρες

των λιμανιών·

εμάς η λήθη.

 

Γιώργος Γκανέλης,  » Ανάπηροι Δρομείς », Στοχαστής, 2012

 

 

 

  1. ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ!

Δ χάσαμε μόνο τν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στ μέθη το παιχνιδιο σς δώσαμε κα τς γυνακες μας
Τ πι κριβ νθύμια πο μέσα στν κάσα κρύβαμε
Στ τέλος τ διο τ σπίτι μας μ λα τ πάρχοντα.

Νύχτες τέλειωτες παίζαμε, μακρι π᾿ τ φς τς μέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τ φύλλα το μεροδείχτη
Δ βγάλαμε ποτ καλ χαρτί, χάναμε· χάναμε λοένα
Πς θ φύγουμε τώρα; πο θ πμε; ποις θ μς δεχτε;

Δστε μας πίσω τ χρόνια μας δστε μας πίσω τ χαρτιά μας
Κλέφτες!

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (243ο): «Παλιό»…

*«Δρόμοι παλιοί»- Μαργαρίτα Zορμπαλά

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Σ’ ένα βιβλίο παληό»

Σ’ ένα βιβλίο παληό — περίπου εκατό ετών —
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλην μάλλον ήρμοζε, «—του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς — με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
και τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Σε παλιό συμφοιτητή»

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

[πηγή: Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, Ερμής, Αθήνα, 2004]

 

 

*Δ. Σαββόπουλος, «Οι παλιοί μα φίλοι»

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ»

Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Ιωάννης Πολέμης, «Το παλιὸ βιολί»

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη,
για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρα απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθη ο δύστυχος πως ν` αναστενάζη.

Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.

(https://www.sansimera.gr/anthology/647)

 

*Γιάννης Καλατζής ~ Το παλιό ρολόι

 

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ»

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί
Βρομούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεότερη εφεύρεση
Και τα ουρλιαχτά από τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους
Συνθέτανε την πιο μοντέρνα μουσική.
Παντού μπορούσες να δεις τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς
το Νέο πλησίαζε την πρωτεύουσα.
Ολόγυρα στέκανε όσοι εμπνέονταν από τον τρόμο, κραυγάζοντας:
Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Κι αυτοί που ακούγανε, τίποτα άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους,
Μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,
Και έφερε αλυσοδεμένο μαζί του το Νέο να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του.
Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες τη νύχτα,
μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό.
Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο,
γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Πιο εύκολα θα ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Από τη συλλογή Ποιήματα του Σβέντμποργκ)

 

 

 

-Κώστα Ουράνη, «Koρίτσια του παλιού καιρού…»

Κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη:
μορφές, μέσα στη μνήμη μου, χιμαιρικές κι ωραίες,
σα ρόδινες σ’ ακίνητα βάλτων νερά νυμφαίες,
— τον τόπο αφότου αφήσατε, τί να ‘χετε απογίνει,
κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη;

Ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα,
ω σεις που με μαγεύατε, παιδί, στην επαρχία,
όπως μαγεύουν έναστρης νυχτιάς την ησυχία
γλυκιές φωνές που τραγουδάν τραγούδια ευτυχισμένα,
ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα;

Σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια,
ούτ’ ένα μήνυμα από σας δεν ήρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τα σπίτια σας — κι απ’ τα ψηλά μπαλκόνια
μόνες οι γριές οι βάγιες σας κοιτάνε προς τα βράδια:
σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια…

[πηγή: Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»]

 

*Είναι παλιό το λιμάνι – Άλκηστις Πρωτοψάλτη

 

-Χλόη Κουτσουμπέλη, «Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου»

 

Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο

έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην και-

νούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαρι-

στά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα,

χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε

μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα

τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε

αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε

πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή

ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη

κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.

[ http://www.andro.gr/empneusi/poems-boat/ ]

 

 

 

-Λένα Παππά, «Παλιά καλοκαίρια»

 

Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια

ανάβουνε βλέμματα αλλότινα

θροίζουν αγγίγματα
Τίποτα, τίποτα δεν χάθηκε στ΄ αλήθεια

όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ
Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές

στις θημωνιές της μνήμης

πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης
κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί

η μνήμη τρέφει το παρόν

το παρελθόν μας δικαιώνοντας
γιατί ότι υπήρξε μια φορά

δεν γίνεται να πάψει να εχει υπάρξει

(http://theologoud.blogspot.com/2008/11/blog-post_20.html)

 

*ΠΥΞ ΛΑΞ – Οι Παλιές Αγάπες Πάνε Στον Παράδεισο

 

-Ρόμπερτ Μπερνς, «Στις παλιές στιγμές»

 

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

απ’ το μυαλό του χθες;

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

κι οι παλιές στιγμές;

Στις παλιές στιγμές, φίλε μου,

στις παλιές στιγμές,

άλλη μια κούπα σεβασμού

στις παλιές στιγμές.

Κι η κούπα σου θα ύψωθεί !

κι η δική μου όπως και χθες !

Άλλη μια κούπα σεβασμού,

στις παλιές στιγμές.

Πάρε το χέρι φίλε μου!

Δως το δικό σ’ αν θες!

για μια φιλία καλή γουλιά,

στις παλιές στιγμές…

(http://www.mixanitouxronou.gr/xechniounte-i-palii-gnosti-ki-i-palies-stigmes-o-ethnikos-piitis-tis-skotias-pou-egrapse-ta-kalitera-tou-piimata-gia-na-glitosi-apo-tous-danistes/)

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής»

(αποσπάσματα)

Μαζεύτηκαν τα σύγνεφα στη δύση. Δεν είναι κόκκινα μήτε χρυσά.
Ένα χρώμα θαμπό μελιτζανί. Κ’ οι φωνές των παιδιών
πολύ μακρινές σα χαλασμένες φυσαρμόνικες
μέσα σε κάμαρες κλεισμένες όταν λείπει η μητέρα σε βεγγέρα
με κείνο το μωβ φόρεμα και τα μωβ μάτια
δυό μακρινά λιμάνια δίχως καΐκια. Συγνέφιασε πολύ.
Μην αργήσεις, μητέρα, θα βρέξει. Κ’ οι φωνές θα μείνουν μονάχες
σαν τ’ άδεια ποτήρια του νερού στο βραδινό τραπέζι,
τα ψίχουλα και τ’ άπλυτα πιάτα. Δε μπορώ. Κουράστηκα…

Απ’ τα προχτές μας το ’λεγε ο παππούς: θα βρέξει.
Κι ας έγραφε το μετεωρολογικό δελτίο: Καλοκαιρία
άνεμοι ασθενείς εις το Αιγαίον πέλαγος…
Μα αν ακούγαμε τον παππού (όλο βροχή και κρύο προμάντευε)
θα ’πρεπε να φοράμε διαρκώς τις μάλλινες φανέλες
το μάλλινο κασκόλ και το παλτό. Α, Θε μου…
Κι αν τύχαινε ποτές να κρυολογήσουμε:
«Δε στο ’λεγα – έλεγε ο παππούς στη μάνα μας –
να μην τ’ αφήνεις να γυρνούν χωρίς παλτό; Δε στο ’λεγα;»

 

…Γύρισε η μητέρα.
Ω, να, σκουπίζει τώρα τα παπούτσια της στο διάδρομο
κι ο ήχος της ομπρέλας της που κλείνει. Πέρασε η βροχή.
Μοσκοβολάει όλο το σπίτι μουσκεμένη ρίγανη και ζεσταμένες
κουβέρτες.

Η βροχή θα ’χει σαπουνίσει όλα τα φύλλα ένα – ένα
όπως η μητέρα μας σαπούνιζε τα χέρια μας σαν είμαστε μικρά
παιδιά –
τα φύλλα θα γυαλίζουν σαν τα μάτια των παιδιών. Πιότερο ακόμη.
Τα φύλλα πράσινα. Κ’ η θάλασσα γαλάζια. Μεγάλος που ’ναι ο
κόσμος…
Πάνω στη βέρα της μητέρας νύσταξε το φως.
Σηκώνουν τα μαχαιροπήρουνα και τα ποτήρια απ’ το τραπέζι.
Λίγα ψίχουλα σκόρπια. Οι πετσέτες σωριασμένες
σαν άσπρα πουλιά με σπασμένες φτερούγες.

Το πιάνο πάλι κ’ η μαζούρκα πιο προσεχτική.
Η σκόνη γλύστρησε απ’ τα φύλλα. Κ’ η βροχή
που φεύγει με το βήμα της παλιάς μαζούρκας
μακριά – μακριά στο αγαπημένο βράδι. Η μητέρα
που βγάζει τις φουρκέτες της αργά σα να βγάζει
τις πρόκες απ’ τους τοίχους σε μια κάμαρα που ξενοικιάστηκε
και μένει μόνη αμήχανη στο σκοτεινό ελευθερωμένο αέρα της.

Πρώτη σταγόνα της βροχής έξω στον τσίγκο. Πώς αργεί.
Ο θυρωρός της πλαϊνής πολυκατοικίας
θα κουβαλήσει την καρέκλα του απ’ το πεζοδρόμιο
και θα σταθεί σκυφτός με σταυρωμένα χέρια πίσω απ’ τη τζα-
μένια πόρτα

Καλή βροχή. Θ’ ανοίξει πέρα στους αγρούς μικρές λακκούβες
ίσαμε μια παλάμη για να σπείρει αγριοβιολέτες και κυκλάμινα
θα γεμίσει τις γούρνες του δάσους για να πιουν τα ελάφια
θα κρεμάσει στους βράχους μικρούς καθρέφτες μακρουλούς
να κοιταχτούν οι γλάροι και να δέσουν τις γραβάτες τους.
Ύστερα ο ουρανός θα ροδίζει χαμηλά κατά τους λόφους με τα
λιόδεντρα…

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2018/10/blog-post_24.html)

 

 

 

-ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ, «Ποιητές παλιοί…»

                        Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

(theodosisvolkof.blogspot.com, 2010)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (242ο): «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ»…

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ, ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

1.Κινηματογράφος ή cinema ή movies

Τα μυστικά του σινεμά
Είναι σαν της ποιήσεως τη μαγεία
Είναι σαν ποταμός που ρέει
Εικών εικών και άλλες εικόνες
Κ’ αίφνης – διακοπή
Cut! Cut! Coupez!
(Παρών και ο clackman κάθε τόσο)
Κ’ έπειτα πάλι ο ποταμός
Κ’ έπειτα πάλι εικόνες


Και ουδέποτε χάνεται ο ειρμός
Όχι στο νόημα μα στη μαγεία
Όσο και αν ρέουν τα καρέ
Βωβού ή ομιλούντος
Σαν ποταμός που ρέει
Ή σαν κορδέλα που εκτυλίσσεται
Φθάνει να ρέει η κάθε εικόνα
Με άκραν συνέπειαν στον εαυτόν της
Φθάνει να ζει πλήρη ζωή η κάθε μια


Τα μυστικά του σινεμά
Δεν είναι στο νόημα μα στην αλήθεια που έχουν
Τα ορατά οράματα κινούμενα μπροστά μας
Παράλογα ή λογικά


Τα μυστικά του σινεμά
Είναι και αυτά εικόνες.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αι γενεαί πάσαι ή η σήμερον ως αύριον και ως χθες.

 

***

 

  1. ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

Μόνη μου στό Σινέ Παλλάς

μ᾿ σένα πάντα πλάι μου νά λείπεις

νά καπνίζεις χαμογελώντας περιπαικτικά

στήν κάθε παγόρευση.

 

θάνατος μοιάζει νά μή σέ φορ

καθώς γλιστρς μέ μφιβολία

τ᾿ υλα δάχτυλά σου

στό δειο παγωμένο χέρι μου.

 

Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ χαμένος

μέσα στή ρεπούμπλικα

καί τή μακριά του καμπαρντίνα

τινάζει τίς στάχτες το τσιγάρου του

δίχως διόλου νά νοιάζεται κι κενος

πού δέν εναι ζωντανός.

 

Βρέχει στό ργο καί σύ βήχεις σταμάτητα.

θοποιός παράφορα τήν Μπέργκμαν γκαλιάζει

κι να ρίγος νάμικτο

τρόμου καί πόθου μέ διαπερν.

 

Σκύβεις, κάτι μο ψιθυρίζεις

μως δέν μπορ ν᾿ κούσω

τόσο πού δυναμώσανε τόν χο

καί θυμώνω πού διακρίνω

ξένες φωνές κι κμυστηρεύσεις λλων

κόμα καί τς θάλασσας τόν παφλασμό.

 

Τς θάλασσας πού εσβάλλει ρμητική

νά σέ διεκδικήσει πάλι.

 

Πς νά τή συγχωρήσω

πού δέν εναι κάν γαλάζια.

 

σπρόμαυρη ταινία καί ζωή

κάποιες φορές π᾿ τό λευκό

στό μαρο λισθαίνει

ριστικά.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

 

Τα θερινά σινεμά – Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

  1. ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

 

Ευγενικά ακουμπάμε δίπλα-δίπλα

γελάμε ή συγκινιόμαστε

ο διώκτης κι ο κυνηγημένος

ο βασανισμένος κι ο βασανιστής

ο εραστής κι ο σύζυγος.

 

 

Για δυο ώρες μοναχά μες το σκοτάδι

ήρεμοι, άγνωστοι και φιλικοί.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

***

 

  1. ΟΠΩΣ ΟΙ ΗΡΩΕΣ  ΤΩΝ  ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

 

Τον μάγευαν οι ήρωες των γουέστερν.

Ύστερα από περιπέτειες που είχε περάσει

Κι αυτός δεν ήθελε να τον αγγίζουν

Να τον αγαπούν, να τον θαυμάζουν,

Δεν ήθελε να είναι αντικείμενο

Ούτε των εντονότερων αισθήσεων,

Των πιο υψηλών συναισθημάτων.

 

Απαιτούσε ολομόναχος ν’ αποφασίζει

Πότε και ποιον προσωρινά θ’ αγγίξει

Θ’ αγαπήσει, θα θαυμάσει,

Απαιτούσε αυτός να δίνει τέλος

Σ’ ό,τι από μόνος του είχε αρχίσει.

 

Την ώρα που έφευγε

Κάτι αλλιώτικο προσπάθησε να πει

Όμως τα λόγια μείναν μέσα του

Κανένας τίποτα δεν άκουσε

Κανένας τίποτα δεν μπόρεσε να καταλάβει.

 

Τίτος Πατρίκιος, Η αντίσταση των γεγονότων

 

 

Νίκος Ζιώγαλας – Σαν σταρ του σινεμά

  1. ΣΙΝΕΦΙΛ


Απολαμβάνω
το δράμα της ζωής μου
απ’ τον εξώστη.

XAΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

 

***

\

  1. ΣΙΝΕΦΙΛ

 

Δεν είμαι πουθενά κανείς
κανείς δεν έμεινε να δει την προφητεία

φιλμ ασπρόμαυρο σκεπάζει την οθόνη
κινηματογράφος θερινός περασμένες δέκα
σινεφίλ σφυγμοί και λείπεις

απεγνωσμένα
να θέλω απ’ την αρχή να γράψει τέλος

τίποτα στη ζωή αθόρυβο
όλα συνομιλούν μες στη σιωπή

ψίθυροι, συλλαβές, φωνήματα
ανέκκλητα χαρίζονται
στην πιο έρημη πλευρά τους

κι η σιωπή σου απόψε επίκληση μνήμης
μνήμη της πάλης του θανάτου
κλέβει απ’ το τέλος το όνομα σου
και πάνω μου τρυφερά το αποθέτει

πού πάει η μνήμη όταν χάνεται;
σε ποιο ήρεμο λιμάνι επιστρέφει;

Έφη Καλογεροπούλου

 

 

***

 

  1. ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΙΜΣ  ΜΠΟΝΤ

    Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία
    «Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

    Στο πρώτο μέρος ο ήρωας
    κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται
    φοράει πολύχρωμα φουστάνια
    δεν του πολυπάνε
    μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί
    γυναίκες κλαίνε από χαρά


εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του
«Είμαι ο Μποντ»
όταν ανάψει διάλειμμα
μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς
μετά σβήνει το φως
στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί
εμείς είμαστε αθάνατοι
THE END.

Δευτέρα ξημερώματα
βάζει την άσπρη μπλούζα
σκίζει σε πρόχειρα πανιά
τη μαύρη οθόνη
μέχρι την άλλη Κυριακή
σκουπίζει το αίμα.


Γιάννης  Βαρβέρης,  Στα ξένα (2001)

 

Salvatore AdamoMon Cinema

 

  1. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

Κι έπειτα το βράδυ θα πάμε
Σινεμά

Ποιοι είναι αλήθεια Καλλιτέχνες
Δεν είναι πια όσοι καλλιεργούν τις Καλές Τέχνες
Δεν είναι όσοι θεραπεύουνε την Τέχνη
Τέχνη ποιητική ή μουσική
Καλλιτέχνες είναι μόνοι οι ηθοποιοί

Αν ήμασταν Καλλιτέχνες
Δεν θα λέγαμε σινεμά
Θα λέγαμε σινέ

Μα αν ήμασταν καθηγητές στην επαρχία
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Αλλά κινηματογράφος

Θεέ μου πρέπει να έχουμε κάποιο γούστο

Γκιγιόμ Απολινέρ, «Σαλτιμπάγκοι και άλλα ποιήματα», μτφρ. Χριστόφορος Λιοντάκης, Γαβριηλίδης 2007

 

***

 

  1. ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙ  ΤΟ  ΒΡΑΔΥ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί


έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ


ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει


και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί


το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος.

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Γιώργος Νταλάρας, Στο ίδιο έργο θεατές

 

  1. Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Θα φορώ το καινούργιο μου παλτό.
Θα φοράς το γαλάζιο σου πουκάμισο.


Θα παίζει την Καζαμπλάνκα
ή το Χιροσίμα αγάπη μου
θα το έχουμε ζήσει αυτό ξανά
στην Βιέννη αρχές του αιώνα
στην Κων/πολη σε έναν τεκέ
στην Βαρκελώνη μέσα στον εμφύλιο.


Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου
θα είναι απλώς ένα κομμάτι του
όπως ο ομφαλός
ή μία μοίρα.


Κι έτσι οι δυο μας
στην πηχτή σταγόνα της στιγμής
θα κολυμπήσουμε ο ένας μες στον άλλο.


Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί,
κοίτα θα πούμε
εκείνη την μέρα πήγαμε κινηματογράφο.

ΧΛΟΗ  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

 

***

 

  1. ΘΕΡΙΝΟΣ  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

 

Μας πήραν στο λαιμό τους δυο-τρία ονόματα

ηθοποιών* η όλη υπόθεση

απεδείχθη για κλάματα.

 

Μείναμε ωστόσο. Πού να πηγαίνεις

περασμένη πια η ώρα,

χάνοντας ίσως αποπάνω και τη δροσιά,

και τα εισιτήρια καλοπληρωμένα…

Αφρίσει-ξαφρίσει που λέει κι ο λαός.

Το πήραμε εξάλλου ελαφρά.

 

Ωραίο καλοκαιρινό βράδυ

με τον κόσμο να σμαριάζει χαρούμενος στα μπαλκόνια

και τα ουράνια πάνω μας

ανοιχτά.

 

Ξεχώριζαν κάτι αστέρια.

Από το ένα στο άλλο, χωρίς

να το καταλάβουμε καλά-καλά,

ανεπαισθήτως λοιπόν σχηματίσαμε

θαμπή στην ανταύγεια με μια νέα ομορφιά,

τη Μεγάλη Άρκτο ολόκληρη.

 

Όχι, δεν ήταν μια χαμένη

βραδιά η περιπλάνησή μας στο απρόοπτο

καλοκαιρινό σινεμά.

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (241ο): «Εύκολο – δύσκολο»…

*Φωτεινή Βελεσιώτου- Μια εύκολη γυναίκα

 

-«Aυτά που έρχονται κανείς ΕΥΚΟΛΑ  τα εικάζει·

είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.

Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει…»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 

-«Να ελπίζης-να ελπίζης πάντα-πως ανάμεσα εις τους

ανθρώπους

-που τους ρημάζει η τρομερή «ΕΥΚΟΛΙΑ»

– θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους

που τους διέπει καλοσύνηπόθος ευγένειαςηρεμία»

(Ν. Εγγονόπουλος)

 

 

 

-«…Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι ΕΥΚΟΛΑ νυστάζει η απώλεια της ζωής;…»

(Κική Δημουλά)

 

 

 

-«…Τρέμει μια έκρηξη
στα χέρια μου,
φλέγεται ότι και να κοιτάξω.
Σήμα κινδύνου οι κινήσεις μου
ΕΥΚΟΛΗ λεία για ενέδρες…»

(Ελένη Μαρινάκη)

 

 

 

-«…εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία
να μη με κατηγορήσουν για ΕΥΚΟΛΙΑ, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκκαλα
όμως είμαι άνθρωπος και γώ, επιτέλους κουράστηκα, πώς το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;…»

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

 

 

 

-«Κυρία, θα σε αγγίξω με τον νου μου.

Θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω

ώσπου να μου δώσεις

ξαφνικά ένα χαμόγελο, συνεσταλμένο άσεμνο

(κυρία θα σε

αγγίξω με τον νου μου.) Θα σε αγγίξω,

αυτό είναι όλο,

απαλά κι εσύ ολότελα θα γίνεις

με απέραντη ΕΥΚΟΛΙΑ

το ποίημα που δεν θα γράψω.»

(e. e. Cummings)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, «ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ»

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δώ την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο ΕΥΚΟΛΟ
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Eίναι ΕΥΚΟΛΙΑ αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Tο πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

(από τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης, 1994)

 

 

 

 

-Πεζό ποίημα: «Δεν είναι εύκολη η αγάπη»

Από το Στερητικό Ε

Με την καρδιά στη μύτη του μολυβιού γράφω πάνω στ’ άσπρο χαρτί τις λέξεις, τις καταδικές μου. Σελίδες γεμίζω με την ελπίδα. Λες και οι λέξεις μπορούν όλα να τα λύσουν. Ν’ απαντήσουν σ’ όλα.

Μέρες κενές και νύχτες άγρυπνες. Τι θα γίνει μετά; Ποιος απαντά; Τι θα γίνει μετά; Και δεν ρωτώ, μόνο το ικετεύω στην προσευχή μου. Το μυαλό μου ας σαστίσει…

Πάντα η ζωή θα θριαμβεύει στα δύσκολα. Πάντα. Γιατί άλλοτε έκανα τη σοφή κι άλλοτε έκανα παλαβομάρες σαν να ‘ναι το ίδιο πράγμα. Βοηθούσε πολύ κι η έδρα…

Τώρα θέλω να κρυφτώ. ‘Όχι για να μη με βρουν. Να κρυφτώ γιατί έχω ανάγκη να μ’ αναζητήσουν. Ίσως δεν τ’ αποκτήσω αυτό που θέλω, ίσως όμως αποκτήσω αυτό που χρειάζομαι. Τι είν’ αυτό; Μια αγάπη. Μια αγάπη χωρίς κραυγές και υλακές, χωρίς απειλητικά χαμόγελα και βλέμματα ηλεκτροφόρα, χωρίς παθιασμένες εκκρεμότητες, χωρίς επικείμενες αναμετρήσεις.

Γιατί δεν είν’ εύκολη η αγάπη; Δεν ξέρω. Και κανείς δε μιλά!

Αυτό που δε φτάνω, τ’ αγγίζει η φαντασία μου. Το κατοικεί και νομίζει πως τ’ αποκτά. Την αφήνω να περιπλανιέται. Δεν την περιορίζω. Της επιτρέπω ν’ ανεβαίνει στους ώμους ανθρώπων και ν’ αποκτά ύψος. Την ανεβάζω σ’ αερόστατο. Κι εγώ πίσω. Πλήρωμα εδάφους. Κρατώ τα σκοινιά, ανάβω τη φωτιά, ονειρεύομαι, αφήνω τα σκοινιά και παρακολουθώ την ανοδική της πτήση.

Μια σπρωξιά προς τα πάνω, η ζωή προς τα έξω. Η ευλογία. Απλή δουλειά και ξεκάθαρη, με αρχή και τέλος που ισορροπεί τη χαώδη πολυπλοκότητα της υπόλοιπης ζωής μου.

Ειδάλλως, άσκοπα ξοδεύω τη μέρα μου. Επαναλαμβάνω τις ίδιες κινήσεις. Μόνη, αντιμετωπίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, τον περιεργάζομαι και τον καλλωπίζω, καλοπιάνω το κορμί που γερνά και πάσχει για να τα βγάλει πέρα λίγο ακόμα, το καθαρίζω, εξουδετερώνω οσμές και εκκρίσεις, το βελτιώνω όσο μπορώ και το παραδίνω βορά σ’ ό,τι διαλέξει η ορισμένη μέρα._

(http://fractalart.gr/sterhtiko-e-5/)

 

*Στέλιος Καζαντζίδης – Έρχονται χρόνια δύσκολα

 

 

-«Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
ΔΥΣΚΟΛΟΙ καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

 

-«…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο ΔΥΣΚΟΛΟΣ δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ»


«Όπως κι αν έρθουνε τα πράγματα
όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες
πάντα μπορεί κανείς να ερωτεύεται.
Το δύσκολο είναι ν’ αγαπάς.»

(» Συγκατοίκηση με το παρόν» εκδ. Κέδρος)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η δύσκολη Κυριακή»


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η δύσκολη Δευτέρα»

«Πέρασε κι αυτό το δύσκολο πρωινό
της Δευτέρας
σπάσανε τα γυαλιά μου
έσπασε το χέρι μου
– Σκέτη δυστυχία — είσαι!
(είπε κάποιος)
Εγώ όμως αγόρασα άσπρα
λουλούδια
κάθισα στην πολυθρόνα μου
κι άρχισα να γελάω σαν τρελός.»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Δύσκολη θέση»

 «Σε παρακαλώ», μη με φέρνεις σε δύσκολη θεση»,
μου είπες όταν έσκυψα και σου φίλησα τα παπούτσια

Λογάριαζα να κάνω το πάθος μου μυσταγωγία,
μα αστόχησα στην εκλογή του μύστη.

(Από τη συλλογή «Νεκρή Πιάτσα», σ. 13, 1997, εκδόσεις Μπιλιέτο)

 

 

 

-Μαρία Χαραλαμπίδη, «Δύσκολη εποχή»

Δύσκολη εποχή ο χωρισμός.
Δεν ξέρεις τι να φορέσεις.
Βάζεις απόφαση τελεσίδικη,
κρυώνεις.
Βάζεις ελπίδα σμιξίματος,
ζεσταίνεσαι.
Πετάς τότε βιαστικά πάνω σου
ό,τι βρίσκεις πρόχειρο στη μνήμη
και ας σου λένε πως χρόνια τώρα
φοράς τα ίδια και τα ίδια.

(http://www.m-xara.gr/poems/)

 

 

 

-Γιώργος Μαρκόπουλος, «Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής»

Τα ποιήματα είναι τόσο ΔΥΣΚΟΛΑ, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.
Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος
που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

          (Οι πυροτεχνουργοί, 1979)

 

 

-Πες το με ποίηση (240ο): «ΓΕΓΟΝΟΤΑ-ΣYMBANTA-ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ»

ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ- Έλσα  Μαργαρίτη

 

  1. ΑΠΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ένα πρωί άρχισε να βρέχει
Έβρεχε και στη θάλασσα

Περνούσε ένα παιδί μ’ ένα μεγάλο καπέλο
Το φόρεσε ανάποδα για να μαζέψει βροχή
Περνούσε ένας κουλουρτζής έφαγε όλα τα κουλούρια
Στην άμμο ξάπλωσε μια γριά να πεθάνει
Ένας γλάρος έβγαζε κωμικές φωνές


Περνούσε ένα σκυλί σαν βρεγμένη γάτα
Ένα άλογο με γαλανά μάτια
Περνούσε ένα ακορντεόν χόρευε σαν τρελό
Ένα σύννεφο χάθηκε μέσα στα κύματα
Ένας βρεμένος δεν φοβόταν τη βροχή
Ένας τρελός περνούσε σκασμένος στα γέλια

Έβρεχε και στη στεριά και στη θάλασσα
Μ’ ένα τρόπο συνηθισμένο έβρεχε
Επί δικαίων και αδίκων

Μέρες και νύχτες έβρεχε αδιάφορη η βροχή

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σαλκίμ (2001)

 

***

 

  1. ΑΝ ΣΥΜΒΟΥΝ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ

 

αν συμβούν όλα όσα είναι αδύνατον να γίνουν

(και όλα είναι πιο σωστά

απ’ ό,τι το οποίο βιβλίο

θα μπορούσε να προβλέψει)

και ο πιο βλάκας δάσκαλος ακόμα όλο και μάντευε

(τρέχοντας

με χοροπηδηχτά

γύρω απ’ όσα καταφάσκουμε)

πως τίποτα δεν είναι τόσο κάτι όσο ένα μόνο

το μόνο ένα που δεν έχει γιατί ή διότι ή μολονότι

 

(και τα μπουμπούκια πιο καλά γνωρίζουν

απ’ όλα τα βιβλία

γιατί δεν σκάζουν)

και μόνο ένα είναι κάτι που ήταν παλιό και θα είναι ό,τι νέο

(με ένα τί

που

το γυροφέρνουμε εμείς οι όποιοι εμείς)

μόνο ένα είναι έτσι το κάθε καθετί

 

κι έτσι ο κόσμος είναι φύλλο κι έτσι τ’ όποιο δέντρο είναι κλαδί

(και τα πουλιά λαλούν γλυκύτερα

απ’ ό,τι τα βιβλία

πώς γίνεται αυτό μας λένε)

κι έτσι το εδώ είναι μακριά κι έτσι το δικό σου είναι ένα δικό μου

(μ’ ένα κάτω
πάνω

γύρω-γύρω πετάμε ξανά μανά)

κι ενώ το πάντοτε ίσαμε τώρα ήτανε ποτέ

 

τώρα εγώ σε αγαπώ κι εσύ με αγαπάς
(και τα βιβλία έχουνε κλείσει πιο πολύ

απ’ όσο γίνεται να κλείσουν

τα βιβλία)

και βαθιά στα ύψη που ό,τι κάνουν είναι απλώς να πέφτουνε

(με μια κραυγή

ο καθένας μας

γύρω-γύρω πάμε και όλοι)

υπάρχει κάποιος που φωνάζει ποιοί είμαστε


εμείς που είμαστε λαμπρότεροι ακόμα και από τον πιο λαμπρό ήλιο

(είμαστε ό,τι μεγαλύτερο

απ’ ό,τι τα βιβλία

μπορούνε να σημάνουν)

είμαστε κάθε καθετί περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύουμε

(μ’ ένα σπινάρισμα

στη στροφή απότομο

είμαστε ζωντανοί ναι ζωντανοί)

και θαυμαστοί όλοι μας ένας επί έναν

 

e.e. cummings, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

***

  1. ΤΑ ΓΙΝΟΜΕΝΑ

Τα όμορφα -μεγάλα- γινόμενα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.

Μα ό,τι κινάει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που ‘μείνε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ’ στου κορμιού μας το βασίλειο,
στου νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.


Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που ‘ναι
θρονιασμένη η ασχήμια πονηρεμένης βαρβαρότητας.
Κι όσοι, ανάμεσα του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φιάξουνε, εγελαστήκαν.

Μεγαλωμένος σήμερα. Μ’ ό,τι μου δόθηκ’ απ’ τη
φύση κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια.

Δε σέρνουμαι απ’ τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακούω να μου λένε ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ’ στο αίμα μου.

Ούτε τραβιέμαι άθελα μέσ’ στο σκοτάδι
κείνων που θα ‘ρθούνε.

Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα έ π ε ι τ α καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινόμενα τη ζωή μας,
σαν το παιδί στης μάνας την ποδιά.

Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι—
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ’ εκεί μπρος.

ΘΟΔΩΡΗΣ  ΝΤΟΡΡΟΣ

 

***

 

  1. ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ


Αυτό το ποίημα βρέθηκε ανάμεσα στα γράμματα
Τα σταλμένα τότε που έλεγες πως μ’ αγαπούσες
Λησμονημένα βρύα καλύπτουν τους στίχους
Στους τοίχους της ξερολιθιάς τους γιομάνουσα
Κι’ αγιόκλημα από την Άνοιξη που δεν ξεχνάει
Να καταθέσει το στεφάνι της στη μνήμη του
Φτωχού έρωτά μας.

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Από τις σημειώσεις, τχ. 56

 

***

 

  1. ΣΥΜΒΑΝΤΑ

    Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
    κυμαίνομαι και σήμερα
    δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
    Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
    Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.


Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.


Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

Ιανουάριος 1944  ΓΙΩΡΓΟΣ  Β.  ΜΑΚΡΗΣ (1923-1968)

***

 

  1. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Γ’

Χωρς χρμα, χωρς σμα
τούτη
γάπη πο πηγαίνει
σκορπισμένη, μαζεμένη,
σκορπισμένη πάλιπάλι,
κι μως σφύζει κι μως πάλλει
στ δαγκωματι το μήλου
στ χαραγματι το σύκου
σ᾿ να βυσσιν κεράσι
σ μι ρώγα π ροδίτη
τόση νάερη φροδίτη,
θ διψάσει θ κεράσει
να στόμα κι λλο στόμα
χωρς χρμα, χωρς σμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ

 

***

 

  1. ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ

 

ταν τό σπίτι σκοτεινό κι θύρα

μισάνοιχτη καί μπκα σά νά μ᾿ εχε

φωνάξει κάποιος π᾿ τό βάθος μως

κανείς δέν ταν μόνον δειοι τοχοι

 

σοβάδες γκρεμισμένοι καί σπασμένα

τν προκτητόρων πιπλα καί σκόνη

πού γέμιζε τό στόμα καί τό στθος

 

κι ψαχνα ψηλαφώντας στό σκοτάδι

χωρίς νά ξέρω τί κι ναζητοσα

κάποιον πού δέν γνώριζα καί μόνον

 

ταν καί πάλι βρέθηκα στο δρόμου

τήν καταχνιά καί τά λιωμένα φώτα

σά νά ᾿χα πό ᾿να λήθαργο πιστρέψει

θυμήθηκα

καί μέτρησα τά χρόνια

κι εδα πώς εχα χάσει τή ζωή μου

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

***

 

  1. ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα

Με κίνδυνο ν’ αγγίξω μια ευτυχία

Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά

Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα

Έκανε πως δεν έβλεπε

Και το πουλί του κοριτσιού πήρ’ ένα ψίχουλο θαλάσσης
και αναλήφτη.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)

 

***

 

  1. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΟ ΑΛΩΝΙ

Τότε βγήκαμε οι δυό μας και παλαίψαμε σ’ ένα μαρμαρένιο

γήπεδο, «τι γυρεύεις βρε κωλόπαιδο», ήταν μπεκρής, τον πότισα

και πέθανε, άλλα επεισόδια πίσω απ’ το βάλτο. Τον συνοδέψαν

συγγενείς, ένα καράβι συγγενείς μέσα από το αγρόκτημα. Ύπνε

που παίρνεις τα παιδιά, καλά παιδιά, ήταν ο Χάρης και ο Χάρος

με τσιρότα στο κεφάλι του, δεν μου ταίριαζε να του μιλήσω

«καπετάνιε» του ψιθύρισα. Ήθελε την κοπέλα μου ο ηλίθιος

και τον σκότωσα. 

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ

 

***

 

10. Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ

,τι κα ν συμβε, δν θ τν ρνηθ
τν κσμο. Κι ν μο κψουν τ χρια
κα
δν χω γκλη, θ μπορ
ν’ κουμπ τ μτωπ μου στ δντρο,
τ μτωπ μου στν πτρα, τ δαρμνο
π’ τν ρημο μγουλ μου στ φς.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Εκκρεμής δωρεά

 

 

***

 

 

11. ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ


Ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος
πυραχτωμένος απάνω σε εκατοστά βηματίζοντας
αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος
ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα
σε τροχιές γερακιών και κοράκων
εξέχοντας ως θηλή θανάτου κατά το Άναυδο
φανοστάτης η γλώσσα πόσο φως που μηρύκαζε
νωτιαίος θεός συγκρατούσε τα γέλια του
με των άστρων το ρεζιλίκι
πλάνητες βαρυδαίμονες κολλούσαμε τη μύτη μας
στα χνωτισμένα τζάμια του φλεγόμενου παράδεισου
δε βλέπαμε παρά μονάχα του Ολύμπου τον ανάπηρο
να παίζει κλαίγοντας με το φυσερό του
σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; – πάει με το σάλιο του ο γελοιοδέστατος
να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» (1980).

«Τα ποιήματα, Β΄ (1979-1991)», Ίκαρος, Αθήνα 1994, σελ. 82.

 

***

 

12. ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ένα Πουλί χωρίς φτερά

Είναι η περίσκεψη

Ήλιος που τραυματίζεται

Σ’ άλλα τοπία

 

Η αγάπη φεύγει απ’ την καρδιά

Πιο ελαφρή

Απ’ τη σκιά της.

ΤΑΚΗΣ  ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

***

 

13. ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Χάνει τ’ αηδόνι την ανάσα του
σώνεται η ψυχούλα του
να τραγουδάει
όλο να τραγουδάει
να ξεπεράσει
να νικήσει τον ζουρνά
που κλαίει ασίγαστος το πανηγύρι του
και θριαμβεύει.


Δένει τραγούδια νέα η αγάπη
και θέλουν όλη την ανάσα σου
για να σε πουν.
Αλλ’ έτσι,
μόνον έτσι σώζεται η ψυχούλα σου
και θριαμβεύει.


Άγρια η αγάπη
Αυτό ορίζει η αρχή της.
Και τέλος στην πυρά της δεν υπάρχει.
Από τα δυο κανένα.
Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη.
Όπως συμβαίνει η θάλασσα.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ  ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Ρήματα, ενότητα Ερωτήματα, 2009

 

 

 

***

 

14. ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ντελς μόνη,
περπατ στ δρόμο
κα πέφτω πάνω σ μεγάλα γεγονότα:
λιος σν πειγόντως ν κλήθη π τ Δύση
φήνοντας μιτελς τ δειλινό

Σ λίγο νύχτα,
κρατώντας τος μφορες το μυστηρίου,
τν διοτήτων της παίρετο,
ταν τ ρεμβδες μάτι της, τ φεγγάρι,
να πρόδεκτο, λαθραο σύννεφο, πάτησε
κα τν τύφλωσε.

Το τυχήματος τούτου
πωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
τ μεσονύχτιο ποπτεύονται
τ σύμπαν πυροβόλησε
κα τ φησε κίνητο

Μετ π τέτοια γεγονότα,
τ γεγονς πς εμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

***

 

15. ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


Τότε που η γλώσσα με δασύτριχες
άναρθρες κραυγές χτυπούσε
την πήλινη καμπάνα του ουρανίσκου
κι εύληπτη ωστόσο αντιλαλούσε η επιβίωση

τν πί τς
χαράματα ξεκίναγε η πείνα
για το κυνήγι του αβέβαιου

κι είθε να γύριζε νικήτρια
αιμάσσοντας η πλάτη της αγρίμι
στου βέλους το φαρμάκι κρεμασμένο

κι ωσότου να χορέψει άγρια η πρόγευση
γύρω απ’ τη γδαρμένη προστασία της προβιάς
σουρούπωνε αθώα η ωμότης
κι ορεκτικό σιγοψηνότανε το βράδυ
στων αστεριών τη θράκα

τόσο λιτά χανότανε η μέρα.

Αλλεπάλληλοι τότε οι σεισμοί καθώς
η ογκώδης στρογγυλότητα της γης
ταπεινωμένη αντιστεκόταν
να ισορροπήσει επάνω στο λεπτότατο
νεοφερμένο της υπάρξεώς μας νήμα.

Σεισμός λογίζονταν κι ο έρωτας
με ανόητο επίκεντρο το σώμα
μα που γινόταν έκθαμβα αισθητός
και στις θαμμένες περιοχές της ευτυχίας
και στης απώτερης σποράς μας τους αγρούς.

Σβηστό ακόμα το ηφαίστειο της άμιλλας.
Καλύτερος μονάχα ο επιζών
κι απαρατήρητος τρελός εκείνος που
χάραζε σε βράχους το σχήμα της τροφής του
— ζώα και φόβο μη χαθούν.
Γαλήνιο πολίτευμα η αφάνεια.
Ώσπου ροβόλησαν από το αναπάντεχο
οι ταραξίες λέξεις διεφθαρμένοι κανταδόροι
παίζοντας ύμνο δόλιο.

Πρώτη χαιρέτησε η μουσικότης
ύστερα μίλησε η αγάπη αναπτύσσοντας
δια μακρών τις φυλακές της
με τους ελάχιστους κρατούμενους
κάπου στα μισά της λειτουργίας
έβγαλε δίσκο η ισότης
και τελευταία καταπέλτης
η φτιαξιά του καθενός μας προστάζοντας
τους ζυγούς λύσατε.

Οι λέξεις φταίνε. Αυτές
ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά
σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν.

Πρωτύτερα ο θάνατος τί ήταν;
Μια στάθμευση πολύωρη μαυρίλας
πάνω στις ράγες του φωτός.

Μαλάκιο αηδές η ματαιότης.
Μιλώντας μεγαλοπιάστηκε
κι έλαβε σάρκα και οστά που
τα αφαιρεί βεβαίως από μας
κάθε φορά για να ορθοποδήσει.

Αθώα δόρατα και βέλη βιοπαλαιστικά
μιλώντας έγιναν Ζαΐρ Σεράγιεβο Νταχάου
— φύσει εκδορεύς η ιστορία.

Πως ήσουνα εχθρός μου δεν το ήξερες.
Οι λέξεις σού το είπαν.

Σ’ εκείνες πούλησε ο έρως το σεισμό του
κι ήρθε στην επιφάνεια

ότι δεν μ’ αγαπούσες.

Λέξεις ζηλότυπες κρυμμένες στην εκδίκηση
της Μήδειας κατασφάξανε Χρυσόμαλλο
το μητρικό της φίλτρο
με λέξεις τύφλωσε ο Οιδίποδας
τη μάνα ενοχή του
— λες και δεν είναι εκ γενετής
τυφλός ο πόθος

λέξεις θεάρεστες θάψανε κρυφά
νύκτωρ τον αδελφό τους, έκθετον
στα όρνια της ατίμωσης
— λες και θαμμένος παύει
να είναι ατίμωση ο θάνατος
ναι ναι, με λέξεις διαιωνίστηκε
θέατρο παγκοσμίου ακουστικής η τραγωδία μας

Κι όταν κλαίμε μην ακούς
τι ψεύδονται οι αδένες
τάχα πως νίπτουν δάκρυα τας χείρας των.
Δεν είναι δάκρυα.
Λέξεις ξαναχτυπούν
καιρό επιφυλαγμένες στο αλάτι τους
αυτές οι λέξεις άθλιες δε λένε να φυσήξουν
και τη θυσία μάς εμφυσούν στην άπνοιά τους

Δεν είναι λέξη ο καιρός. Είναι
ο κακοήθης όγκος της στιγμής.

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ, Ενός λεπτού μαζί

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (239ο): «Εκείνος – η – ο»…

 

-«…Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω πόσο σου πήγαιναν….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-ΝΤ. Χριστιανόπουλος, «Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν»

«Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ…»

(http://users.uoa.gr/)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Εκείνος»

«Τριγύρω του νιάτα περνούν χαρωπά, μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, κι εκείνος σωπαίνει χλωμός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.

Διαβαίνει μια κόρη, γοργά τον θωρεί, και μ’ ένα γοργότερο γέλιο της λέει: «Αχ! να ’ξερα ποιά είν’ εκείν’ η σκληρή που τόσο βαθιά την καρδούλα του καίει!»

Τον βλέπει μια μάνα, και πώς τον πονεί! «Φτωχό παλικάρι! δε θα ’χει μανούλα…» Βαθύπλουτος γέρος πετά μια φωνή: «Την άδεια του κλαίει ο μαύρος σακούλα».

Τρανός βουλευτής εμπροστά του περνά και λέει με τρανής βεβαιότητος σχήμα:  «Σε όνειρ’ ο νους του μεγάλο γυρνά· ποιός ξέρει μην είν’ όνειρό του το Βήμα!»

Τριγύρω του νιάτα περνούν χαρωπά, μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, κι εκείνος σωπαίνει χλωμός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.

Αυτός για το Βήμα δεν έχει τρεμούλα. Και πλέον απ’ όλα τα εύγε αγαπά του γέρου φτωχού την εγκάρδια ευχούλα, στο δίσκο του όταν ελέη σκορπά.

Ορφάνιας φαρμάκι δεν ήπιεν ακόμα, καλότυχος γέρνει σε μάνας πλευρό· και πλούτη; Στης μάνας του βρίσκει το στόμα Τον πιο ζηλεμένο φιλιών θησαυρό.

Ο έρως τις πλέον βαθιές ευωδίες τις σκόρπισεν όλες σ’ αυτή την καρδιά· μα τώρα και άλλες διψά ευτυχίες, ατίμητου ανθού λαχταρεί μυρουδιά.

Συχνά στης καρδιάς του τα πύρινα βάθη, αυτιάζεται ήχους κρυφής μουσικής και βάλσαμο θέλει στου κόσμου τα πάθη, να χύσει τους ήχους σε στίχους γλυκείς.

Την άπλαστη θέλει αυτή μουσική να πλάσει σε στίχων σειρά φτερωμένη, καθώς ο τεχνίτης μια πέτρα λευκή 40 σ’ αγάλματος όψη χιονάτη ανασταίνει.

Για τούτο μπροστά του ενώ χαρωπά μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, εκείνος σωπαίνει ωχρός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.»

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1225)

 

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Εκείνος που μια μέρα…»

 

Εκείνος που μια μέρα ευτυχήσει

σε στήθη γυναικός αγαπητής

μονάκριβο καμάρι της ν’ ανθίσει,

ποτέ από τα χέρια δε θ’ αφήσει

τη λύρα του, αν είναι ποιητής.

 

Για μια ωραία μοναχή φροντίδα

κάθε ωραίο τότε τραγουδεί,

τιμή, ελεημοσύνη, πίστη, ελπίδα·

κι ο ύμνος π’ αντηχεί για την πατρίδα

απ’ της αγάπης βγαίνει τη χορδή!

 

Πόσα τραγούδια τρυφερά, εμπνευσμένα,

γεμάτα πόθους, όνειρα, φτερά,

δε γράφονται γι’ άλλο καημό κανένα,

παρά για να τα λάχουνε γραμμένα

δύο ματάκια μόνο φλογερά!

 

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1200)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Ούτος Εκείνος»

Άγνωστος — ξένος μες στην Aντιόχεια — Εδεσσηνός
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιία,
και τόση έντασις σ’ ελληνική φρασιολογία,
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι —

Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει — το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Ο. Ελύτης, «Κείνοι που επράξαν το κακό»

Κείνοι που επράξαν το κακό τους πήρε μαύρο σύγνεφο
ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
μ’ αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο
τους πήρε μαύρο σύγνεφο δεν είχαν πίσω τους αυτοί’
θείο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή.

Κείνοι που επράξαν το κακό τους πήρε μαύρο σύγνεφο
μα εκείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ»

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μαρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί… ε;… μιαν άλλη μέρα…

(https://poiimata.com/2011/03/25/ekeino-pou-fovamai-pio-poly-katerina-gogou-poima-poiisi-poiimata/)

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Εκείνη»

Τα χείλη της
σε λόγια ερωτικά με παρασύρουν πάντοτε
καθώς και τα μαλλιά της
τα πολλά κι αμάζευτα.
Μόνο τα χέρια της,
έτσι δεμένα που σωπαίνουνε στο στήθος της,
με συγκρατούν
και με επαναφέρουν.

(https://poiimata.com/2018/04/13/ekeini-christos-laskaris/)

 

 

-Μίκης Θεοδωράκης, «Εκείνος ήταν μόνος»

 

Εκείνος ήταν μόνος μες στα πλήθη

εκείνος ήταν μόνος στο κελί

γι’ αυτόν αργά τραγούδησες, πολύ αργά

πολύ αργά, πολύ αργά.

 

Εκείνος δεν ακούει τη φωνή σου

η αγάπη σου είναι νεκρή γι’ αυτόν

είναι νεκρά τα λόγια κι οι λυγμοί σου

αργά η μνήμη, αργά και το φιλί σου

πολύ αργά, πολύ αργά.

 

Εκείνος ήταν ήρεμος κι ωραίος

εκείνος ήταν μόνος κι ορφανός

εκείνος ήταν δίκαιος κι απέραντος

σαν ουρανός.

 

Εσύ φωνάζεις τώρα τ’ όνομά του

στο αίμα του ορκίζεσαι μ’ οργή

περίμενες την ώρα του θανάτου

σαν τη βροχή μας φεύγει τώρα το παιδί

σαν τη βροχή, σαν τη βροχή.

(http://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4527)

 

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «ΕΚΕΙΝΟ»

 

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκερο

η νοσταλγία του ανέκφραστου – σαν τη θολή, αόριστη ανάμνηση

απ’ τη γεύση ενός καρπού,

πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,

μιά μέρα μακρινή, λιόλουστη – και θέλεις να τη θυμηθείς

κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου

γεμίζουν τότε από ‘να θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.

Ή ίσως κι από δάκρυα.

 

Γι’ αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που κλαίει.

Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,

φιμωμένο και γιγάντιο·

 

εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

(https://tetradia.blogspot.com/2018/01/Tasos-Leivaditis-Ekeino.html)

 

 

 

 

-Σοφίας Αγραπίδη, «Εκείνο το φθινόπωρο»

 

Μάτια θαμπά, πικραμένα.

Εκείνο το φθινόπωρο

σαν ξερό φύλλο.

 

Ύφος αγνό, μαραμένο

στην πίκρα της συννεφιασμένης

Κυριακής.

 

Κομμένα τα φτερά

πώς να πέταγε;

πικραμένη η μικρή ψυχή.

 

Ξάφνου μια χελιδόνα

της έδωσε για πάντα φτερά.

Τιτιβίζει συνέχεια τώρα.

 

Οι σκέψεις κάποιες μέρες

σαν τα πουλιά φεύγουν

και γυρίζουν!!

 

(http://fractalart.gr/ekeino-to-fthinopwro/)

 

 

 

 

 

-Σταύρος Σταύρου, «Εκείνο με τις εικόνες»

Η θάλασσα προσπαθεί ν’ αποκαλύψει
ένα μεγάλο μυστικό
ή το λιγότερο
να συναρμολογήσει ξανά
τους παιδικούς εαυτούς μας,
αυτά που χάσαμε κάποτε για ένα παγωτό
ή ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο,
τα φωταγωγημένα δρομάκια
όλο και πιο σκοτεινά
–ανεξήγητο βέβαια αν σκεφτείς
πως τα παιδιά πάντα χαμογελούσαν–
πράγματα εδώ κι εκεί
φλόγες να τρεμοπαίζουν σ’ ένα όνειρο,
ζήσαμε δε ζήσαμε
ποιος θ’ απαντήσει το φρικτό ερώτημα,
να εξηγήσει
Ουρανέ,
άνοιξε πάλι το παιδικό βιβλίο με τις εικόνες
και θύμισέ μας
πώς είναι να κάνει κανείς όνειρα…

(https://www.thinkdrops.gr/2018/04/15/ekeino-me-tis-eikones-stavros-stavrou/)

 

 

Πες το με ποίηση (238ο): «Βαδίζω – βήματα»…

 

Βήμα-βήμα, Χάρις Αλεξίου

  1. ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες
—Του ρολογιού χτυπήματα στην τελεσίδικη ώρα—
Φωνές πίσω απ’ τη μνήμη μικρόχαρων στιγμών
Τα χαραγμένα μάταια γράμματα στους τοίχους.
Πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα
Ούτε για την αθέμιτη χαρά μιας αυταπάτης
Επιστροφή σ’ ένα κενό χωρίς διέξοδοv
Χωρίς καν απλή βράδυνση απ’ την ανέκκλητη ώρα.

 Μανώλης Αναγνωστάκης

 

***

 

  1. ΒΗΜΑΤΑ

    Μερικά βήματα στην όχθη της θάλασσας
    Λίγ’ αστέρια αναμμένα στο μέτωπο
    Κι ένα φεγγάρι

    Ερειπωμένα ταξίδια
    Σκελετωμένα πουλιά
    Ανάμεσα στον καθρέφτη και το παράθυρο

    Κάτι θυμόμαστε. Κάτι περιμένουμε κοιτάζοντας τους γλάρους.

    Τα παιδιά παίζουν. Τα νερά κυλούν. Τ’ άλογα τρέχουν.

 

Γιώργος Θέμελης, [Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

 

***

  1. ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ

Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,
μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,
ως εσύ, αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή
γι΄αυτούς που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ή τα ‘χασαν ανεξήγητα,

για όσους δεν έχουνε πού την κεφαλήν κλίναι,
καθώς όταν σου ρίχνουνε φαρμάκι στο ποτήρι
και δεν έχεις πια γεύση παρά μόνο για πίκρα,


καθώς ένα παιδί που του αρπάζουνε το παιχνίδι του
και το αφήνουν με άδεια χέρια σε μια έρημη σάλα–
με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς
σταλάζεις ένα σύννεφο στην καρδιά, θολώνεις τη μέρα
τυλίγεις με ομίχλη τα πρόσωπα, παιδεύεις
τα τελευταία που μας έμειναν όνειρα.

Ανέστης Ευαγγέλου, Περιγραφή εξώσεως (1960) Τα ποιήματα (1956-1986) Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1988

 

***

 

  1. Μ ΕΛΑΦΡΑ ΒΗΜΑΤΑ

Μ’ ελαφρά βήματα έρχεται η αγαπημένη μου,

χαράματα, όταν ξυπνάνε τα πουλιά.

Την παίρνει

αγιάζι τρυφερό, το εύθραυστο σώμα,

κι έρχεται να συνάξει τ’ άνθη

κι ανάμεσα στη χλόη να πλανηθεί

κι απ’ την πηγή

γαλάζιο, αμόλυντο, να πιει νερό.

 

Μ’ ελαφρά βήματα έρχεται η αγαπημένη μου

κι εγώ,

το πιο τρελό από τα πουλιά, την τραγουδώ.

Ανέστης  Ευαγγέλου

 

Να χαθώ στα βήματά σου – Μπάμπης Στόκας

 

  1. ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Σ’ εβένινο κρεββάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθυά κοιμάται
ο Νέρων — ασυνείδητος, ήσυχος, κ’ ευτυχής·
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

Aλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των Aηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν’ οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ’ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλον πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

***

  1. ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.

Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.

Τα βήματα, τα βήματά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου,
μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,
φτάνουν σε μένα.

Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.


Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.

Μυρτιώτισσα

 

Παρ’τα βήματά σου-Δ Ζερβουδακης

 

 

  1. ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ

Έρχονται δεκαοχτούρες και μιλούν
Λυπημένα μιλούν με τ’ ανερμήνευτα μάτια τους
Πρόσωπα έρχονται απ’ το σκοτάδι βαθιά
Να καταθέσουν ζητούν επισωρεύσεις πράξεων
Να ερμηνέψουν ζητούν προσωρινές αλήθειες
Λέξεις αρθρώνουν χωρίς μέλλον φασματικές

Πνοή ανέμου στα βαθυπράσινα πεύκα
Επιστρέφει η ηχώ φωνές πεπερασμένες
Φωνές ποντισμένες στα βάθη της ουτοπίας

Σαρώνει τώρα των ονείρων η προστιθέμενη αξία
Ακόμη βαδίζουμε επί πτωμάτων.

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ονείρων κοινοκτημοσύνη (2002)

 

***

  1. ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα∙
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.

Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.


Ιωάννου Γιώργος, Τα Χίλια δέντρα, 1963

 

 

Μελίνα Κανά – Βήματα

 

  1. O ANΘPΩΠOΣ ΠOY BAΔIZEI

 

Mε το μέτωπο ψηλά

με το κόκκινο φουλάρι του στον άνεμο

βαδίζει

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαρειά

βαδίζει.

 

O άνεμος σαν τη θάλασσα μουγκρίζει.

H θάλασσα σαν τον άνεμο σφυρίζει.

Aπό παντού τα φώτα κυλούν όπως

πεσμένα αστέρια.

Φωνές φτάνουν στ’ αυτιά του

Απ’ τις πιο μακρινές όχθες της καρδιάς

–Πού πας γιέ μου, πού πας;

Γύρισε, αγαπημένε μου,

γύρισε, αδερφέ μου,

γύρισε, άνθρωπε του σπιτιού μου,

έλα πίσω.

 

Προχωρεί

βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

Bαδίζει, αυτός,

ένα τραγούδι σφυρίζοντας οργής και θανάτου.

Bαδίζει, αυτός,

υψώνοντας, φουσκώνοντας το στήθος του καθώς καράβι,

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

Ποιος ξέρει

Ίσως να μη βυθίσει πια, μια φορά ακόμη, τα δάχτυλά του

μες στα ξανθά μαλλιά

της αδερφής του που κεντά, με το εργόχειρο στα γόνατά της

κ’ ίσως πλαγιάζοντας στα πόδια της, μια φοράν ακόμη,

δε θα κοιτάξη πια

όπως θα κοίταζε έναν πράσινο δρόμο που ως τον ήλιο φτάνει

το κάλλος της…

 

Bαδίζει, αυτός –βαδίζει,

Mε μεγάλες φαρδιές δρασκελιές περνά τους δρόμους.

Σαν δυο άγκυρες βαριές, κουνά τα μπράτσα του.

Tο μαλλιαρό στήθος του τεντώνεται καθώς ασπίδα.

Δε γροικά πια να κυλούν στάλα-στάλα πάνω στην καρδιά του, σαν γαριφαλόλαδο,

τα λόγια

των άρρωστων κι ανάπηρών του φίλων,

που κάθονται, όλοι, κάθε βράδυ, στο ίδιο ξύλινο τραπέζι.

Mε τα μάτια ξεπεταγμένα πάνω στη μορφή του

Σαν δυο γυμνές λάμες,

βαδίζει κατά πάνω στον εχθρό.

 

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

1929, ΝΑΖΙΜ  ΧΙΚΜΕΤ, Mετ. Άρης Δικταίος

 

***

10.

…Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι,
πρέπει να φυλαγόμαστε.
‘Εχει υγρασία τα βράδια και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια,
πως επιτείνει την ψύχρα;
Α, φεύγεις; Καληνύχτα.
‘Οχι, δε θα ‘ρθω.
Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ.


Γιατί επιτέλους πρέπει να βγω
απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι…
Ν’ ακούσω τα μεγάλα
βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω τα βήματά σου,
μήτε τα βήματα του Θεού,
μήτε και τα δικά μου…


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, απόσπασμα Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

 

***

11.ΒΗΜΑΤΙΣΤΕΣ*


Μετριούνται οι αποστάσεις
με τους βηματισμούς της σιωπής
που τους σταματούν σποραδικά
αμήχανες λέξεις, εκποιημένες,
φρουροί στη στοά των ειδώλων
όπου προβάρουν τη γύμνια τους
οι αντικατοπτρισμοί.


* Βηματιστές: Επιφορτισμένοι στον Μακεδονικό στρατό να μετρούν με βήματα τις αποστάσεις που διανύονταν.

Μαρία Πατακιά, «Βηματιστές του χρόνου»

 

ΚΑΝΕ ΤΟ ΒΗΜΑ

 

 

  1. Ο ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ  ΑΣΤΡΩΝ

 

Πώς ακούγεται ο βηματισμός των άστρων

στα καλντερίμια του φεγγαριού!

 

Κι εγώ γυναίκα γυμνή

με τα φύλλα του φθινοπώρου

στους ώμους και στα χέρια,

καρφωμένη στο κέντρο της νύχτας

σαν τυφλή μάντισσα

να ψάχνω με τα μάτια της αφής

τα σημάδια του έρωτά σου.

 

Στην άκρη της κάμαρης

το μαύρο τριμμένο παλτό σου

κι εσύ σαν φυλαχτό

με λατρεία να έχεις φυλάξει

στη φθαρμένη του φόδρα

το ανάγλυφο σώμα του έρωτά μου.

Θέλω κάτι από σένα, μου είπες,

να μου κρατά συντροφιά

όταν θα ανεβαίνω ένα ένα τα σκαλοπάτια

της νύχτας όπου φυλάκισα τα όνειρά μου.

 

Και είναι κι αυτά τα δωμάτια

με τις ανάσες του έρωτα στους τοίχους

και τα παράθυρα τα διαβρωμένα

από τις βροχές του φθινοπώρου

και το μεγάλο το ρολόι στον τοίχο

που αρνείται επίμονα

το χρόνο να μας γυρίσει πίσω.

 

Κι εγώ από τότε κοιμίζω τα όνειρά μου

στα λευκά σεντόνια όπου

απλώσαμε γυμνό τον έρωτά μας

περιστέρια να τα κάνω

να σου συντροφεύουν τις νύχτες.

BAΣΩ ΜΠΡΑΤΑΚΗ

 

 

ΛΙΤΣΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ – ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

 

  1. ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

    Τα βήματά σου, τέκνα της σιωπής μου,
    σαν από θεία χάρη, αργά βαλμένα,
    προς το κρεβάτι της αγρύπνιας της δικής μου,
    άφωνα προχωρούν και παγωμένα.

    Πρόσωπο αγνό, ίσκιε θείε, τι θαυμαστά
    τα βήματά σου τα συγκρατημένα!
    Θεοί, όλα τα δώρα που μαντεύω, αυτά
    τα γυμνά πόδια φέρνουνε σε μένα!

    Αν, με τα χείλη σου που τα προτείνεις,
    προετοιμάζεις για να γαληνέψεις
    τον κάτοικο της ιδικής μου σκέψης
    με την τροφήν ενός φιλιού που δίνεις,

    μη βιάζεις το έργο αυτό το τρυφερό,
    γλυκά του αν είσαι ή όχι εσύ κοντά μου,
    γιατί έζησα για να σε καρτερώ
    κι ήταν τα βήματά σου η καρδιά μου.

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ, μετ. Μήτσος Παπανικολάου

 

 

Το κουρασμένο βήμα σου – Αθηναϊκή Κομπανία

 

14. ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΒΗΜΑΤΑ

 

Πώς κατεβαίνουν, προχωρούν ανάλαφρα,

φανταστικά πατήματα, τ’ αργυρόηχα

περπατήματα του φεγγαριού!

Ακούς πως προχωρούν τα φωτεινά σημάδια;

 

Αχ, τούτο το φως

είναι καημός φανταστικός κι’ επίμονος.

Κι’ είναι ο θόρυβος του μακρινός

αντίλαλος ωχρών ονείρων

 

ήχος οδυνηρός ο θρους ο ανεπαίσθητος,

ανάσα φαντασμάτων λυπημένων,

όπως κι αδιάφορων μαζί,

που στέκονται κοντά σου, περιμένουν…

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

***

  1. ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΑΛΙ

Είν’ ένας άλλος θάνατος
ο γέρος στο επιπλωμένο διαμέρισμα-
καλά διπλωμένος μες στη ρόμπα του
έχοντας τραβήξει λιγάκι την κουρτίνα
κοίταζε έξω τα’ ανεμοδαρμένα δέντρα.
Ύστερα, πάλι στο έργο του:

βήματα ατέλειωτα πάνω στο χαλί.

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (237ο): «Ο λύκος»…

 

-Αργύρης Χιόνης, «Ένας λύκος αισθηματίας»

«Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη..
Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη… αλλά..
Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται..
Δεν είναι δυνατόν τέτοια αισθήματα να έχω..
Γιατί αν το μάθουνε τα πρόβατα,
θα πέσουνε να με σπαράξουν…»

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Οι λύκοι»

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

(Απ’ της μαυρίλας της αραχνίλας την αποθήκη
σε σκονισμένα γυαλιά κλεισμένο, παλιό κρασί,
των εκατό σου χρονών ανοίγω το αρχοντιλίκι
στου ήλιου το φέγγος, τι σε προσμένουν οι δυνατοί

ξανά σαν πάντα και για τη μάχη και για τη νίκη
να τους φτερώσεις το πάτημα τους όπου πατεί.
Σ’ εμέ -κελλάρης λυράρης είμαι,- σ’ εμένα ανήκει
να το κεράσω στα νέα ποτήρια το αρχαίο πιοτί).

Βοσκοί και σκύλοι, λώβα και ψώρα. Τα’ αρνιά; Μουζίκοι.
Ό λαός; Όνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ’ ή οργή,
Δίκη από πάνω θεία των αστόχαστων καταδίκη
και λογαριάζει και ξεπλερώνει όσο αν αργεί.

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, αρματολίκι,
τα ξεγραμμένα και τα τριμμένα ψέματα, αχνοί,
Ιδέα βυζάχτρα των τετρακόσιων χρόνων, η φρίκη
τώρα, το μάθημα των Ελλήνων ως χτες, εσύ

του ραγιά μάνα βιβλικό, πλάσμα ορφικό, Ευρυδίκη,
του πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή,
μας τον καθρέφτιζες μέσ’ στης Πόλης τό βασιλίκι
τον ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητή

του Ισλάμ. Ή Θράκη προικιό του, ώ δόξα! Και απανωπροίκι
μια Ελλάδα πάλε στην τουρκεμένην Ανατολή,
της Ιωνίας γλυκοξημέρωμα…. Οι λύκοι! Οι λύκοι!
κ’ οι βοσκοί ανάξιοι, λύκοι και οι σκύλοι κι οι αντρείοι δειλοί.

Στης Πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι! Παντού είναι λύκοι!
Ξανά στα Τάρταρα Ίσκιος, του ψάλτη λατρεία κ’ εσύ.
Ψόφια όλη ή στάνη. Φέρτε να πιούμε, κούφιο νταηλίκι,
για το αποκάρωμα που μας πρέπει, κι όποιο κρασί.

(https://www.sansimera.gr/anthology/320)

 

 

 

 

-Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, “Υπερασπίζοντας το λύκο από τα πρόβατα”

Μήπως θα φάει το γεράκι μημελησμόνει;

Τι ζητάτε απ’ το τσακάλι, ν’ αλλάξει δέρμα;

Κι απ’ το λύκο; Μήπως να ξεριζώσει μονάχος τα δόντια του;

Τι δε σας πάει με τις πολιτικές δονήσεις και τους πάπες;

Και τι κοιτάτε έτσι χαζά στην ψευδολόγα οθόνη;

Λοιπόν ποιος ράβει του στρατηγού το παντελόνι, το αιμάτινο σιρίτι;

Ποιος μπρος στον τοκογλύφο ανοίγει το πουγκί του;

Ποιος κρεμάει περήφανα το τσίγκινο παράσημο

πάνω απ’ τον αφαλό που γουργουρίζει;

Ποιος παίρνει φιλοδώρημα, αργύρια, χρήμα για να λουφάξει;

Ποιος τους χειροκροτεί λοιπόν;

Ποιος τους απονέμει τα παράσημα, ποιος χαίρεται το ψέμα;

Σταθείτε μπρος στον καθρέφτη:

Δειλοί, τρέμετε στην προσπάθεια της αλήθειας

Τη μάθηση απωθείτε, τη σκέψη εμπιστευόμενοι στους λύκους,

Της μύτης ο χαλκάς, το πιο ακριβό σας κόσμημα,

Καμία πλάνη αρκετά χαζή, καμιά κατηγορία αρκετά φτηνή,

Κανείς εκβιασμός δεν είναι αρκετά σκληρός για σας.

Πρόβατα εσείς, είναι, συγκρίνοντας με σας, αδέλφια σας οι κόρακες:

Βγάζει ο ένας το μάτι του αλλουνού.

Αδελφοσύνη επικρατεί ανάμεσα στους λύκους: πηγαίνουν σε κοπάδι.

Ας είναι δοξασμένοι οι ληστές: εσείς που προκαλείτε το βιασμό

ρίχνεστε στο τεμπέλικο κρεβάτι της υποταγής,

ακόμη κι όταν κλαψουρίζετε είσαστε ψεύτες. Θέλετε να ξεσκιστείτε.

Εσείς δεν πρόκειται ν’ αλλάξετε τον κόσμο.

(από το “Σύγχρονη γερμανική ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης”)

 

 

 

 

-Γιώργης  Παυλόπουλος, «Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ»

Με το φίλο μου το λύκο

τον δειλό και κουτοπόνηρο 

περπατούσαμε μαζί

μες στο σκοτεινό μου όνειρο.

 

Και του λέω Λύκε πες μου

τι να κάνω με τον έρωτα

όλα εκεί είναι θολά

μυστήρια κι αφανέρωτα.

 

Κα μου λέει άκου Γιώργη

δε θα λύσω εγώ το ανεξήγητο

γλέντησε μ΄όσες μπορείς

τ΄αμπέλι είναι ατρύγητο.

 

Άει στο διάβολο του λέω

αχρείε κι αλιτήριε

και το χτήνος μ΄απαντά

να σε φάει ο λύκος Κύριε.

«Γιώργης  Παυλόπουλος, «Να μη τους ξεχάσω», Κέδρος»

 

 

 

-Γιάννη Ποταμιάνου, «Ο Λύκος»

Ένας λύκος ουρλιάζει
στο σκοτάδι
Τραγουδά την μοναξιά του
Στην πανσέληνο
Παίζει παντομίμα
Με την σκιά του
Μοναδικός θεατής
Σε θέατρο νυχτερινών σκιών

Ένας λύκος ουρλιάζει
στο σκοτάδι
Ξέρει πως για απόκριση θα πάρει
Την ηχώ του
Το ουρλιαχτό όμως στέλνει
να ταξιδέψει
Με τον άνεμο
Στα δάση και στις χαράδρες
Επιβεβαιώνει την παρουσία του
Στον εαυτό του
προλαβαίνει την έκρηξη
Της μοναξιάς

Είναι πολύ ευαίσθητο ζώο
Ο λύκος
Και λιγομίλητος
Με τα φωνήεντα μετρημένα
Λιτός
Χωρίς φλυαρίες
Με κραυγές μονοσύλλαβες
Όλα σε μια συλλαβή
Οουουουου…
Έρωτας και χαρά,
Απόγνωση και θάνατος
Τι πλούτος
Σε μια συλλαβή
Μεγάλος ποιητής της αφαίρεσης
ο λύκος

Και η δορά του μαδημένη
Από του καλοκαιριού
τις ζέστες
Περιφρονεί την αισθητική μας
Είναι αναγκαιότητα
η ανανέωση
Για τους χειμώνες που έρχονται
Είναι σοφός ο λύκος
Όχι ματαιόδοξος
Υποτάσσει την ομορφιά του
Στην επιβίωση

Όμως τελευταία, οι φήμες λένε
Πως είναι πολύ πεινασμένος
Ο λύκος
Πως βρωμάει το χνώτο του
Πως τρώει ψοφίμια
Βλέπεις φυλάει καλά τα κοπάδια του
Ο άνθρωπος
Τα έκλεισε σε στάβλους
Ερήμωσε τα λιβάδια
Κατέστρεψε τις στέπες
Και τα δάση

Όμως είναι πολύ σοφός
Ο λύκος
Δεν σκέφτεται καν το ενδεχόμενο
Να γίνει κατοικίδιο
Αγαπάει πολύ την ελευθερία του
Και το ουρλιαχτό του
Ξέρει καλά πως κοντά στον άνθρωπο
Θα πρέπει να σωπαίνει
Και να κουνάει την ουρά του

Όμως είναι πολύ ερωτευμένος
Ο λύκος
Για να θυσιάσει το μονοσύλλαβο
Τραγούδι του
Στην πανσέληνο τα βράδια
Και πολύ περήφανος
Για να γίνει μια ακόμα
Σκυλίσια ράτσα

(http://spartinos.ning.com/profiles/blogs/o-lhukos)

 

 

-Κική Δημουλά, «Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΣΙΚΑΚΙΑ»

Μεγαλοδύναμε
ἀλλιῶς ὑπολογίζαμε
ἀλλιώτικα προέκυπταν.

Ὀρθόδοξο μετρήθηκε
τῆς πίστης μας τὸ θρήσκευμα
καὶ ὅσο καὶ ἂν
ἐμφιλοχώρησε
κάποια εἰδωλολάτρισσα
ἀμφιβολία
καμιὰ σημασία δὲν τῆς δώσαμε
τίποτα δὲ λιγόστεψε
ἡ πίστη στὸ ἀκέραιον
ἐπάνω σου
τελείως ἀφημένη.

Ἀσφαλεῖς χαλαρώσαμε
ὀρθάνοιχτες ἀφήναμε τὶς πόρτες
μπαινόβγαιναν τ’ ἄστρα
φύλακες ἀπ’ ἔξω τὰ ὄνειρα
τὰ πῆρε ὁ ὕπνος ἕνα βράδυ

μπῆκε ὁ λύκος
μᾶς κατασπάραξε
ὅλα τὰ κατσικάκια.

Γλίτωσε ἄραγε ἢ δὲ γλίτωσε
ἐκεῖνο τὸ μικρότερο κατσικάκι
κρυμμένο πίσω ἀπ’ τὸ ρολόι;

Μὰ ἐκεῖ βρῆκε κι αὐτὸ
στοῦ λύκου τὸ στόμα νὰ κρυφτεῖ;

Μεγαλοδύναμε
ἀλλιῶς ὑπολογίζαμε
ἀλλιώτικα προέκυπταν.

Ὀρθόδοξο μετρήθηκε
τῆς πίστης μας τὸ θρήσκευμα
καὶ ὅσο καὶ ἂν
ἐμφιλοχώρησε
κάποια εἰδωλολάτρισσα
ἀμφιβολία
καμιὰ σημασία δὲν τῆς δώσαμε
τίποτα δὲ λιγόστεψε
ἡ πίστη στὸ ἀκέραιον
ἐπάνω σου
τελείως ἀφημένη.

Ἀσφαλεῖς χαλαρώσαμε
ὀρθάνοιχτες ἀφήναμε τὶς πόρτες
μπαινόβγαιναν τ’ ἄστρα
φύλακες ἀπ’ ἔξω τὰ ὄνειρα
τὰ πῆρε ὁ ὕπνος ἕνα βράδυ

μπῆκε ὁ λύκος
μᾶς κατασπάραξε
ὅλα τὰ κατσικάκια.

Γλίτωσε ἄραγε ἢ δὲ γλίτωσε
ἐκεῖνο τὸ μικρότερο κατσικάκι
κρυμμένο πίσω ἀπ’ τὸ ρολόι;

Μὰ ἐκεῖ βρῆκε κι αὐτὸ
στοῦ λύκου τὸ στόμα νὰ κρυφτεῖ;

(Κική Δημουλά, Δημόσιος κίνδυνος, Ίκαρος)

 

 

 

 -Θεοδόσης Βολκώφ, «ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΥΚΟ»

                                                           Μνήμη  Miguel  Hernandez

 

Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα

κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω·

σαν τον Λύκο εσύ να μ’ έχεις και στο βλέμμα

σαν τη Λύκαινα να σ’ έχω. Και να σβήνω

 

σαν τον Λύκο από τον κόσμο ό,τι δεν είσαι,

να σπαράζω κι ό,τι εχθρεύεται εσένα

και σε μένα, σαν τον Λύκο, εσύ ν’ αρκείσαι,

σαν τον Λύκο, σαν τη Λύκα – ίδια γέννα.

 

Σαν τον Λύκο μες στον νου σου να γρυλίζω

κι όταν πλάι μου δεν σ’ έχω να ουρλιάζω

σαν τον Λύκο. Να με ορίζεις, να σε ορίζω

 

και στα πόδια σου σφαγμένος να σφαδάζω.

Και πεθαίνοντας να ζω. Να σου ανήκω,

να μου είσαι, να σου είμαι σαν τον Λύκο.

 

(http://theodosisvolkof.blogspot.com/2012/03/blog-post.html)

 

 

 

 

-Μάνος Ελευθερίου, «Ο νοητός λύκος»                                   

(οι πέντε τελευταίες στροφές)

Του λύκου η ώρα, λένε. Του λοστρόμου.
Χαράζει ώρα λύκου νοητού
σ’ ευχή του Ιωάννου Χρυσοστόμου.
Η ώρα της πατρίδας. Του αστρονόμου,
που βλέπει κόσμους άσωτου στρατού
να λάμπουν στη σκιά μιας λαιμητόμου.

Του λύκου η ώρα τώρα στη ζωή μας.
Στα πένθη, στη φιλία, στη χαρά.
Σ’ αυτό που δεν αντέχει το κορμί μας
κι όμως τ’ αντέχει Γένος και Φυλή μας.
Τρομοκρατία στρώνει η ομορφιά
να γονατίζει πάντα την ψυχή μας.

Οι πόλεις μοιάζουν με μηχανουργεία
που αλέθουν τις ψυχές πριν τρελαθούν.
Τι παρελθόν να σώσεις με μαγεία;
Του λύκου η ώρα είναι ομολογία
πως δήθεν τα κορμιά θα λυτρωθούν.
Σαν επιτάφιοι μέσα σε σφαγεία.

Ο νοητός ο λύκος είναι ο χρόνος.
Των αισθημάτων πάντα κηπουρός.
Ο έφεδρος της λύπης δολοφόνος.
Ο νοητός ο λύκος είναι Κρόνος.
Στα μέγαρα της νύχτας θυρωρός.
Του στέμματος των όρκων πατροκτόνος.

Και Κάτω Κόσμος είναι πάντα η Σμύρνη.
Πλαστήρας, Βενιζέλος. Το Γουδί.
Στο αίμα η Βασιλεύουσα. Κοφίνι
με τ’ άπλυτα της Γης. Το κομποσκοίνι.
Ο αυτοκράτωρ πίσω από το ναδίρ.
Ο Σολωμός κι ο Κάλβος. Η Σελήνη.

(https://www.bookpress.gr/stiles/ena-poiima/manos-eleftheriou-noitos-lykos)

 

 

 

-Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Ο λύκος μου»

Σκληρός σαν πέτρα
Αμίλητος
Ο δικός μου λύκος
Περιφέρεις τη μοναξιά σου στον κήπο μου
Ναι, όλο εκεί τριγυρνάς, στον κήπο μου-
μόνο που ούτε κι ο ίδιος δεν το ξέρεις ακόμα.
Και βηματίζεις νευρικά
ή τρέχεις αδέξια
Και όταν σκοντάψεις,
δεν μου δίνεις το χέρι σου
όταν σου απλώνω το δικό μου
Αγαπώ αυτό το απόκοσμο σε σένα
Αγαπώ αυτό που δεν μπορώ να ονομάσω
Γιατί δεν μ’ αφήνεις να σε κάνω ποίημα;
Nα σε κλειδώσω καλά με τις λέξεις να μην μου φύγεις
N’ αγγίξω μέσα σου  ό,τι ανέγγιχτο υπάρχει
Να σε διαβάσω σαν χίμαιρα
Να σε εξημερώσω.

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

Σαββάκη Μαρία, «Ταξίδια με τον λύκο μου [12]»

Λύκο μου, σήμερα σ’ αυτή τη διαδρομή
θα σου μάθω να προστατεύεσαι απ’ τους
μυρμηγκοφάγους και τους οσφυοκάμπτες.
Οι μεν πρώτοι έχουν ρύγχος μυτερό και
φτάνουνε ταχύτατα εκεί όπου δεν μπορείς
να φτάσεις, σαρώνοντας στρατούς μικρών
πτωμάτων, οι δε δεύτεροι έχουν μία βίδα
που δε φαίνεται και συγκρατεί τον κορμό
τους στα πόδια τους, αλλά δεν ξέρεις ποτέ
πού θα γυρίσει!
Και σένανε τα μάτια σου δεν είναι τεθλασμένα,
φοβάμαι μη γυρίσεις και δεις
κερκόπορτες και τάπητες που δεν υπάρχουν.
Όταν θα βλέπεις αυτά τα ζώα από μακριά,
να θυμάσαι τις καλές μέρες του θρανίου σου
το φως, τη μαθητεία και το γυαλιστερό και
καθαρό σου τρίχωμα.

 (Ταξίδια με τον λύκο μου, Μελάνι, 2014)

 

Πες το με ποίηση (236ο): «ΣΥΓΓΝΩΜΗ-ΣΥΧΩΡΕΣΗ-METANOIA»…

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας – Κορίτσια της συγνώμης

  1. Συχώρα με, γάπη μου,
    πο
    ζοσα πρν ν σ γνωρίσω…

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

2. Τ βράδυ χω βρε ναν ραο τρόπο ν κοιμμαι.
Το
ς συγχωρ ναν-ναν λους.

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

Σου ‘χω έτοιμη συγνώμη – Μανώλης Μητσιάς

 

3. ΖΗΤΩ ΣΥΓΓΝΩΜΗ  ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΩ

 

 «Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ

Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι

Που δεν αντιστοιχώ

Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

 

Ο καθένας μας είναι πολλοί

Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.

Άλλοι με βλέπουν αλλιώς

Και πάλι λάθος κάνουν.

 

Μη με παίρνετε γι’ άλλον

Κι αφήστε με ήσυχο.

Αν εγώ δεν θέλω.

Να βρω τον εαυτό μου

Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

 

Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, Μετάφραση:  Γιάννης Σουλιώτης, Printa.

 

Γιώργος Νταλάρας- Συγγνώμη για την άμυνα

 

4. ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ

 

Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να

κάνεις.

Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,

από φίλους που δεν θυμάσαι πια,

από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,

από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.

 

Μη μου ζητάς συγγνώμη.

Και μη μου ξαναλές τα ίδια.

Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.

Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα

αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.

Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;

Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.

 

Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.

Φύγε.

 

Ιωάννα Λιούτσια: «Συνομιλίες σε Μη+», εκδ. Ars Poetica, 2013

 

 

5. Άτιτλο (Σα χορευτής που συγχωρεί…)

Σα χορευτής που συγχωρεί
το βήμα που τον πρόδωσε
σου γράφω.


Μαρία Αρχιμανδρίτου, Ευεξία χρωμάτων (1998)

 

***

 

6. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΤΑΝΟΊΑΣ

 

Όταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος

Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,

να γράψει για λογαριασμό του

γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.

 

Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,

παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος

από έξι χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμελιά

ξεκληρισμένη, τού ’πε κλαίγοντας:

 

«Εσύ θα μπόραγες να τ’ αλαφρώσεις λίγο».

Τότε,

πρώτη φορά κατάλαβε

τι σήμαινε ήττα του κινήματος (1998γ [1963]: 19).

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1952-1962, εκδόσεις Πρίσμα 1978

 

***

 

7. Η ΣΥΓΝΩΜΗ

 

Η ελάχιστη συγνώμη μας

να στρώσουμε τα ποιήματά μας
πορφυρό χαλί
στις λεωφόρους του μέλλοντος

να διαβούν οι νέοι
με τα χέρια υψωμένα
σε γροθιές διεκδίκησης

με την ελπίδα να μεταλάβουν
τουλάχιστον αυτοί
την ύστατη δικαίωση

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΔΟΥΑΤΖΗΣ– Κόκκινο ποίημα

 

***

8. ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

 

Δεν μπορέσαμε να ‘χομε ένα σπίτι

να το ζεσταίνει ο ήλιος

να το καλημερίζει

να το χτενίζει με χρυσές κλωστές,

όχι δεν μπορέσαμε!

 

Εγώ δεν μπόρεσα δηλαδή

να σου το προσφέρω

όσο ζούσες

κι ήταν αυτό βαθύτατο

παράπονό σου…

 

Τώρα, Ρίτα μου,

πάνω απ’ το μαρμάρινο ύπνο σου

ορμάει κάθε αυγή

—βασιλικό χρυσάφι—

και λάμπει το κάτασπρο κρεβάτι σου.

 

Ω, σε παρακαλώ,

σε ικετεύω, αν μ’ ακούς,

νιώσε το χάδι του στα κόκαλά σου όλα…

 

Μπορεί να ξαλαφρώσω λίγο έτσι

απ’ την ανεπανόρθωτη ευθύνη μου…

 

Νίκος Παππάς (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 18, σελ. 36).

 

Δεν μετανιώνω, Μανώλης Λιδάκης ~ Σοφία Βόσσου

 

  1. ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

 

Εκκινώντας από τη γυναίκα που είμαι σήμερα,

πότε-πότε αναλογίζομαι

 εκείνες που θα μπορούσα να είχα γίνει—

 γυναίκες όλες πρώτης τάξης

 δραστήριες, καλές σύζυγοι,

 υπόδειγμα αρετής

 όπως θα ήθελε η μητέρα μου.

 

 

 

 

 10. ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

  

Εκκινώντας από τη γυναίκα που είμαι σήμερα,

πότε-πότε αναλογίζομαι

 εκείνες που θα μπορούσα να είχα γίνει—

 γυναίκες όλες πρώτης τάξης

 δραστήριες, καλές σύζυγοι,

 υπόδειγμα αρετής

 όπως θα ήθελε η μητέρα μου.

 

 Αγνοώ γιατί

 τη ζωή μου όλη πέρασα

 επαναστατώντας εναντίον τους.

 Μισώ τις απειλές τους στο κορμί μου.

 Την ενοχή που οι αναμάρτητες ζωές τους,

 σαν παράξενη γητειά,

 μου προκαλούνε.

 Απαρνούμαι τις ευεργετικές τους λειτουργίες:

 τα κλάματα κρυφά απ’ το σύζυγο,

 την ντροπή μπροστά στη γύμνια

 κάτω απ’ τα πλυμένα και σιδερωμένα εσώρουχα.

 Αυτές οι γυναίκες, ωστόσο,

με κοιτάζουνε μέσα απ’ τον καθρέφτη,

 το δάχτυλο της κατηγόριας τους σηκώνουν

 και, κάποτε, ενδίδω στο όλο επίκριση βλέμμα τους

 και επιδιώκω να κερδίσω την παγκόσμια αποδοχή,

 το «καλό κορίτσι» να ’μαι και η «γυναίκα η συνετή»

 η Τζοκόντα η αψεγάδιαστη.

 Αγωγή να επιδεικνύω κοσμιοτάτη,

 με το κόμμα, με το κράτος, τις φιλίες,

 την οικογένεια, τα παιδιά μου και όλα τα όντα

 που σε πλήθη κατοικούν αυτόν τον κόσμο το δικό μας.

 Μέσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη αντίφαση,

 ανάμεσα σ’ αυτό που θα ’πρεπε να είμαι και αυτό που είμαι,

 αμέτρητες έχω δώσει μάχες θνητές,

 μάχες με όλες τους παραταγμένες ώμο με ώμο εναντίον μου

 —εκείνες που μέσα μου διαμένουν

 προσπαθώντας να γίνουν εγώ—.

 παρακούοντας μητρικές εντολές,

 

 με πόνο και με βία ξεριζώνω

 τις γυναίκες μέσα μου

 που, από παιδί, κάνουν τα μάτια μου να γυρίζουν,

 αφού δεν χωράω στο άψογο καλούπι των ονείρων τους,

 αφού τολμώ να είμαι αυτή η τρελή,

 ατελής, τρωτή και απαλή,

 που ερωτεύεται σαν μια ψυχή που χρειάζεται

 δίκαιους λόγους, άντρες ωραίους

 και λέξεις όλο παιχνίδι.

 

 Γιατί, ενήλικη όντας, τόλμησα να ζήσω

 την απαγορευμένη παιδική ηλικία,

 και έρωτα έκανα πάνω σε γραφεία

 —εν ώρα εργασίας—

 σπάζοντας δεσμά απαραβίαστα

 και τόλμησα να ευχαριστηθώ

 ένα σώμα υγιές και αισθησιακό

 όπως μου το χάρισαν

 τα γονίδια των προγόνων μου.

 Κανέναν τους δεν κατηγορώ. Αντιθέτως τους ευχαριστώ για τα δώρα τους.

 Για τίποτα δεν μετανιώνω, όπως έλεγε η Εντίτ Πιαφ.

 Μα στις πηγές τις σκοτεινές όπου βυθίζομαι

 τα πρωινά, σαν ανοίγω τα μάτια,

 τα δάκρυα νιώθω να ανεβαίνουν—

 αυτές τις άλλες γυναίκες βλέπω να περιμένουνε στην είσοδο,

 καταδίκες πλέκοντας ενάντια στην ευτυχία μου.

 

 Αδείλιαστα καλά κορίτσια με κυκλώνουν

 χορεύοντας τα παιδικά τραγούδια τους ενάντια σε μένα:

 ενάντια σε αυτήν τη γυναίκα

 τη γινωμένη και δίκαια,

 τη γεμάτη,

αυτή τη γυναίκα με στήθια

 και λεκάνη φαρδιά,

 αυτήν που, ενάντια στη μητέρα μου και για χάρη της,

 είμαι και το απολαμβάνω.

GIOCONDA BELLI, μτφρ.  Έλενα Σταγκουράκη 

 

Edith Piaf – Non, Je ne regrette rien

 

 

11. ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

   Όταν μετανιώσουν οι άνθρωποι, θα είναι αργά; Όχι, δεν θα είναι αργά για να φορέσουμε την αλήθεια, και να ζήσουμε ξανά αρχίζοντας από την παιδική μας ηλικία. Αρκεί να μην την έχουμε καταστρέψει ολότελα την παιδική μας ηλικία, να μην έχουμε ξεχάσει πού την κρύψαμε. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε δεν χωράει ντροπή. Θα παρακαλέσουμε τα παιδιά να μας οδηγήσουν απ΄το χέρι. Σωτηρία υπάρχει πάντοτε.

30-10-1938 Γιώργος, Σαραντάρης

 

 

12. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Απόσταγμα του εαυτού μου απόμεινα
μετάνοια μ’ εξαντλεί
όλο πιο λίγη δίχως ενοχές
στο πετραχήλι πάνω απ’ το κεφάλι μου
σταματημένες.


Το βάρος τους
έξω από μένα
με πιέζει πιο πολύ


κι
Πόντιος Πιλάτος
λίγους αιώνες πάρα πέρα
όλο να με παρατηρεί
τα χέρια πάντα νίπτοντας
και μεταθέτοντας ξανά
σε μένα την ευθύνη.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

***

 

13. ΣΥΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΟΥ ΣΕ ΞΕΧΑΣΑ


Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

 

***

 

14. συγγνώμη, συγχώρεσέ με

που δεν μπόρεσα να αντλήσω περισσότερα δάκρυα για εσένα

που δεν μουρμούρισα το όνομά σου με νοσταλγία

έστρεψα το πρόσωπό μου προς τη θέρμη των χεριών σου

δεν έχω άλλη αγάπη εκτός από εσένα, εσένα μόνο, και είμαι ο πρώτος από όσους σε αναζητούν

ASHRAF FAYADH, Μετ: Σάρα Θηλυκού
(από την μετάφραση στα αγγλικά της Mona Kareem)

 

Μη μου λες συγγνώμη, Πρωτοψάλτη-Διονυσίου

 

15. Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ


Πολύ μίλησα για τον ήλιο σε τούτο τον κόσμο, πολύ
προσπάθησα να τον κάμω λόγο, να τον μοιράσω
σε εγκόλπια, να τον κλείσω στους κάλυκες
μικρών ποιημάτων, όπως βάζουνε τ’ άνθη
μέσα σε βάζα και τα τοποθετούν στους διαδρόμους
ή τα δωμάτια. Συχνά όμως έτυχε
να εισδύσουν σύννεφα στ’ αργαστήρι μου,
να μη βλέπω.


Αλλά
κανείς δεν υπήρξε όσο θα ‘θελε
δυνατός. Γι’ αυτό και μια μέρα
στις όχθες της Γαλιλαίας, κοιτάζοντας για ώρα
πολλή ο Ιησούς τον ήλιο, εσιώπησε, ενώ
τα πλήθη περίμεναν. Και στρέφοντας έπειτα
εμίλησεν άξαφνα για τη συγγνώμη
προς όλους εμάς τους ψαράδες του.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Οδοιπορία, Ποιήματα 1967-1970 (1972)

 

 

 

16. ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ

 

Κριε!

Γετονα!

νοιξε γετονα!

ν τυχν κα παραπονθηκα

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

 

ν επα, ν κλαψα, ν ζτησα γπη,

ν χϊδεψα τν παιδιν μου τ χρια

σν κτι δικ μου,

ν δν στθηκα σο

περήφανος θπρεπε μσα στ γμνια μου,

ν επα στν λιο πς τποτα

δν το χρωστω

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

 

Κι ν θαρρες πς δν τ’ ξιζα

ξσας με ς τ’ πβραδο σν

τ πουλι πο περννε,

σν τ σννεφα τ’ ορανο

πο δν τ βρσκει τπγευμα,

σν τ χλη πο μαρανεται

κα δν τ θυμται

κανες πι τν δια.

 

Σβσε τ χνη μου. Σβσε τος στχους μου

πο σημαδεουν τ πρασμ μου. Δν τθελα.

ψυχ μου φουρτονιαζε κα ττες δν ριζα

τ χρι μου, Κριε! Κι ν

τυχν κα δν κρτησα

τν πνο σου μορφα

πνω στν μο μου,

ν τρκλισα κτω π’ τ βρος του,

ν λγισα,

ν φυγα, γετονα,

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ,  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, 1957

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (235ο): «Επίλογος – υστερόγραφο»…

 

1.Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

«Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να΄ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.»

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη»)

 

 

 

 

  1. Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ – πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς

προβολείς μες την ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

 

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

 

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε, για να κριθείς.

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

 

  1. Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Επίλογος»

 

«Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…»

(http://www.poiein.gr/archives/2942/index.html)

 

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «Ῥομαντικὸς ἐπίλογος»

«Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

  1. Τάσος Λειβαδίτης, «Ο επίλογος»

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια η και χωρίς να υπάρχουμε καν — όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα — στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.

(Τάσος Λειβαδίτης, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου)

                                                                                

 

 

 

  1. Ν. Βρεττάκος, «Ἐπίλογος»»

«Θά περίμενες , θάλασσα, πρίν
ἐγκαταλείψω τήν ὄχθη σου, ν’ ἀκούσεις
τίς δυό τελευταῖες γκρίζες μου
λέξεις: «Καληνύχτα. Τετέλεσται».
Ὄχι, δέν θά τίς πῶ χωριστά
στό καθένα σας, ἀλλά σέ ὅλα μαζί.
Στόν ἄνθρωπο, θάλασσα, πού βάδιζε
πάνω σου, στόν ἥλιο, σέ σένα,
στά βουνά, στά λουλούδια, σέ ὅλον
ἐδῶ τόν φίλο μου Κόσμο.
Θ’ αποχαιρετίσω, αὔριο, μεθαύριο
δέν ξέρω, τήν Ποίηση μόνο. Γιατί
ἡ ποίηση ὑπήρξατε ὅλα μαζί.»

(http://nikiforosvrettakos.dspixel.com/index.php/poihmata/253-epilogos)

 

 

 

  1. Γιώργου Σεφέρη, «Υστερόγραφο»

«Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης —

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.»

11 Σεπτέμβρη ’41

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 192]

 

 

 

 

  1. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ποιητικό Υστερόγραφο»

 

«Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μελλοντός μου.»

(https://www.aition-polixoros.gr/katerina-angelaki-rouk-2/)

 

 

 

  1. Κική Δημουλά, «Υστερόγραφο»

στη Μαρία Κυρτζάκη

 

«Νυχτερινή κι αργούσες

σκάβοντας κάθοδο

βαθιά στον εαυτό σου

μήπως κι ανακαλύψεις

άλλο πιο σπάνιο ψηφιδωτό

με παραστάσεις έξοχες

από τις κερδισμένες

μάχες που έδωσε

ο λόγος σου

δεινός πολεμιστής

 

Νυχτερινή κι αργούσες

να ξυπνήσεις το πρωί.

 

Αντίθετα, εγώ αφώτηγα ξυπνούσα

από φόβο μη μπερδέψω τους δύο ύπνους

αδελφούς εξ αγχιστείας

και κατά λάθος κοιμηθώ

με τον αιώνιο

 

Και σήμερα, περίεργο

νωρίς σε βρήκα ξυπνητή

μεταφερμένη ύποπτα

σε μιας εφημερίδας τη μικρή

υστερόγραφη φωτογραφία

Μαζί και το γραφείο σου

Φορούσες τα γυαλιά σου

 

Έπιασα τον σφυγμό σας· απών.

 

Ωστόσο εσύ ακόμα καθιστή

στην απορροφημένη στάση σου

να ψάχνεις άραγε πού χάθηκε

εκείνο το γενναίο

το άτεγκτα αλλιώτικο

υπέρτατο ποίημα

 

Στο όλον σου το άξιο

αφιερωμένο.

 

Το έγραψε η ποιήτρια φυγή σου

τηρώντας την ίδια ακριβώς

αθόρυβη δύναμη

που άσκησε απαράβατα

και η εν ζωή

γραφή σου.»

(https://www.oanagnostis.gr/kiki-dimoula-isterografo/)

 

 

 

 

  1. Χρίστος Ρουμελιωτάκης,, «ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ»

«Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα
άλλη θάλασσα ας μη περιμένει
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς
άλλος άνεμος δε θα υπάρξει
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.»

(http://www.poiein.gr/2005/10/15/nssooio-nioiaeeuoueco-dhiethiaoa-adhu-oi-iyiio-aeiss/)

 

 

 

  1. Γιώργος Στογιαννίδης, «Υστερόγραφο»

«Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.

Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι΄αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.
Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ’ ανασαίνουν βαθειά.

Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.»

(https://poiimata.com/)

 

Post Navigation