Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (324ο): «ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ-ΙΟΚΑΣΤΗ-ΣΦΙΓΓΑ»

1.ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΜΕΝΟΣ

Εζούσα τις πιο βαθιές μου λεπτομέρειες
καθώς αργά ο έρμος
διανύω την κόλαση

περιμένοντας καρπούς απ’ τα ψέματα πάλι
την όσφρηση του βίαιου μυαλού μου κι ο θάνατος
αχολογούσε άρωμα μητέρας
βόσκοντας έρωτα στην αναισθησία
των άστρων ανεπαίσχυντα.

Λοιπόν η άβυσσος ο καταπιώνας που δεν κοπάζει.
Δικό μου είναι αυτό το βιβλίο η δάκνουσα λαλιά
κι η ανάγνωση.

Δεν έχω κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

***

2. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ


Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος


ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης


άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ’ άλογα τ’ Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα


τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακoλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς.


ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

***

3.ΟΙΔΙΠΟΔΕΙΟ, ‘48

Ο Σέρλοκ Χολμς έχει υποκαταστήματα παντού

σ’ όλη τη γη, σ’ όλη την οικουμένη·

ο Οιδίπους ανακρίνει το βοσκό παντού

χωρίς να ξέρει τί τον περιμένει.

Παραφυλάει στο σταυροδρόμι ο Λάιος ο νεκρός

και στα περβόλια ακούς τραυλίσματα: «τυφλὸς τὰ τ’ ὦτα…»

με χαλασμένο φρένο, νευρικός, τρέχει ο καιρός

— Κύριος! εδώ σβήνουν τα μάτια και τα φώτα!

Άγκυρα, 8. 10. 1948 ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ

***

4. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς

«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Gustave Moreau.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη

με δόντια και με νύχια τεντωμένα

και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.

Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,

τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —

τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία

δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.

Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια

το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,

συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου

τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει

την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.

Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.

Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο

την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα

τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,

και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.

Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του

που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι

με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα

αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

***

5.ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τυφλός Οιδίπους ο καθείς μας παίρνει

το μονοπάτι που τυφλή κι αυτή

του χάραξεν η Μοίρα. Πού τον φέρνει

το μονοπάτι που τυφλά πατεί;

Τυφλός Οιδίπους στο ραβδί σκυφτός

βαδίζει και βαδίζει, και ζυγώνει

πού; Δεν θωρεί. Καλότυχος αυτός

που τον κρατεί απ᾽ το χέρι μια Αντιγόνη.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

***

6.ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΥΠΕΡ ΟΙΔΙΠΟΔΟΣ

Άνδρες Αθηναίοι, τί μας κοιτάτε με περιέργεια;
Αυτός είν’ ο πατέρας μου, ο Οιδίποδας,
που κάποτε ήταν βασιλιάς τρανός και τώρα
γυρνάει στην αγορά σας πληγωμένος
από τη μοίρα, κουρελιάρης και τυφλός,
παίζοντας το χαλασμένο του οργανάκι.

Άνδρες Αθηναίοι, κάθε οβολός σας
προσθέτει στην καρδιά σας μια ραγισματιά.
Του Οίκου μας τα μυστικά βαραίνουν
απ’ της δικής σας φαντασίας τις προσθήκες.
Αφήστε μας, ώς πότε θα μας σέρνετε
εδώ και κει, σα γύφτο με αρκούδα —
κι οι τραγωδοί να μας ανεβάζουν στα θέατρα,
να μας πολιορκούν για λεπτομέρειες,
και να ρωτούν πώς γίνηκε αυτό,
πώς δεν κατάφερε το χτύπημα να τ’ αποφύγει.

Άνδρες Αθηναίοι, δε σας φτάνει
που ο πατέρας μου υπήρξε ποιητής,
ο πρώτος του συμβολισμού εισηγητής,
που με το επίγραμμα «Απάντηση στη Σφίγγα»
έσωσε τη ζωή πολλών σας — χώρια
η αισθητική απόλαυση· γιατί
στον ιδιωτικό του βίο εισδύετε
και ψάχνετε για οιδιπόδεια συμπλέγματα,
άνομους έρωτες
και ηδονές που απαγορεύει η τρεχάμενη ηθική;

Σας έφτανε η «Απάντηση στη Σφίγγα».
Τ’ άλλα ας τ’ αφήνατε στο μισοσκόταδο.
Στο κάτω κάτω, το ’κανε εν αγνοία του
ενώ εσείς το κάνετε εν πλήρει γνώσει.

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η εποχή των ισχνών αγελάδων (1950) Ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1985

***

7.O OΙΔΙΠΟΔΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ

Θέλεις από νοσταλγία, θέλεις από πλήξη θα προτιμήσω
να ξαναπάρω το δρόμο προς τα πίσω.
Ζητιάνος έστω, γύφτος, με τσιμπλιασμένα μάτια
παρά βαπόρι στην αθηναίικη πραμάτεια.


Έγραψα μέτρια, ίσως δυσάρεστα ποιήματα.
Κλείσαμε πάντως τώρα το ταμείο
η Αντιγόνη μου θα φροντίσει και τους δύο
-ιδίως πώς θ΄απαντηθούν τα ερωτήματα.

Πολιτική συνείδηση μηδέν, έργο κοινωφελές καθόλου
κουρελιάστηκε στα μήντια το όνομά μου.
Σκανδάλισε τους χρηστούς πολίτες το αμάρτημά μου
«Τί κτήνος γείτονα! Τέρας, φύτρα του διαόλου

Πατροκτόνος ,σου λέω, αιμομίχτης! Καθίκι»
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.
-Πίνω τον πρωινό καφέ μου σκέτο
και προτιμώ να νοσηλεύομαι οίκοι.

ΜΑΡΙΟΣ  ΜΑΡΚΙΔΗΣ, Παρά ταύτα, Νεφέλη

***

8.ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ

Θέλησε να λύσει τα αινίγματα
να φωτίσει το σκοτάδι
που μέσα του βολεύονται όλοι
όσο κι αν τους βαραίνει.


Δεν τρόμαξε από τα όσα είδε
μα από την άρνηση των άλλων να τα παραδεχτούν.
Θα ‘μενε πάντα η εξαίρεση;
Δεν άντεχε τη μοναξιά.


Και για να βρει τους διπλανούς του
έχωσε μες στα μάτια του βαθιά
τις δυο περόνες.


Πάλι ξεχώριζε με την αφή τα πράγματα
που κανείς δεν ήθελε να βλέπει.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΟΣ, ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ, 1981

***

9.ΣΦΙΓΓΑ

Του νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Το φοβερό αίνιγμά μου να εξηγεί
κιλίμι στρώνεται ο ίσκιος μου στη γη-
Το νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα


Φρικτή κι απ’ της Πυθίας ακούω τον τρίποδα
Της προφητείας να υψώνεται η κραυγή
Το νου μου τραγικό λογιάζω Οιδίποδα
Το γρίφο του εαυτού μου να εξηγεί.

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

***

10.ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΙΚΟΥΣ

Πρόσεξε: αυτός ο Οιδίπους

που πρόκειται να συναντήσουμε

στη διχάλα των βιοτικών δρόμων

όχι: δεν είναι ο Οιδίπους τη μυθολογίας

παρ’ όλη την οιονεί ελεφαντίαση

την ποδάγρα — την ακρομεγαλία —

απ’ την οποία πάσχει

στο λέω δεν έχει σχέση καμιά με τον Οιδίποδα τον παλιό

ούτε τον πατέρα του έχει σκοτώσει

ούτε — σύρε και πρόλαβε και πες το της Ιοκάστης —

ούτε και τη μητέρα του πρόκειται να παντρευτεί

ας’ τόνε ακόμη λίγο και θα προχωρήσει

κι ύστερα — σε λίγο πάλε — μια για πάντα θα χαθεί

όμως εκείνος ο μαύρος σκύλος

που κείτεται στη μέση του δρόμου του ηλιόλουστου

-του ηλιόλουστου απ’ τον ήλιο που πάει να βασιλέψει-

κοιμισμένος ή νεκρός ανάμεσα στις καβαλίνες

ε! λοιπόν αυτός είναι

αυτός είναι κάτι

μάθε το: η Σφίγγα του παραμυθιού

ως έπεσε απ’ το βάθρο

σαν είδε

πως «μυστικό»

δεν υπήρχε πια

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, 1978

***

11. Η ΣΦΙΓΓΑ

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι
Χωρίς μάτια ξεκίνησα με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση

ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε

στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί

Χλόη Κουτσουμπέλη, Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς (2012)

***

12.Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ

Όμορφη μέρα

περίπατος στα καράβια και στις ελιές

φως του χειμώνα

σπάει το κύμα στα κλειστά αρχοντικά

γυμνές πορτοκαλιές και σκαλοπάτια.

Άλλα νησιά, άλλα νησιά με κάθε σύννεφο

άλλα νησιά μπλε ή χιονένια

κι εγώ να περπατώ στα παγωμένα φύκια

με τη Σφίγγα.

Σφίγγα στριφογυρίζει μέσα μου

γωνιά δε βρίσκει

ησυχία δε βρίσκει

γύρω-γύρω σαν τη γάτα

πριν διαλέξει τη θέση.

Σοφία ή τρέλα

ήταν λοιπόν το ερώτημα.

Σοφία ή τρέλα όταν ταξίδευα

σοφία ή τρέλα όταν πολεμούσα…

Η Σφίγγα ταξίδευε

η Σφίγγα πολεμούσε

το αίνιγμα σχίζοντας στα δύο

η Σφίγγα με βασάνιζε

η Σφίγγα με τραβούσε

στην πεδιάδα, στην πόλη

στις ασχολίες τις καθημερινές

της δόξας.

Η Σφίγγα μαχαιρώνονταν

σαν παίδευε νομάδες

σαν έσφαζε στην έρημο

τ’ ανήλικα

σαν πίκραινε τους βασιλιάδες.

Στα πεύκα περπατήσαμε

σήμερα το πρωί

εγώ και η Σφίγγα.

Άχνιζ’ η γη ζεστή

κάτω απ’ το κρύο

φλυαρούσαμε…

ξάπλωσ’ η Σφίγγα να ξεκουραστεί

σιωπούσαμε!

Αχ, το σκουλήκι!

Τι σοφά που σέρνεται

μισό φως, μισό σκοτάδι

ξεχνά

ξεπερνά την κίνηση

μικρό δωμάτιο ο κόσμος

και τον μεταφέρει στην ουρά του.

Διηγούμαστε…

πόσα γίνανε

τι ήταν ο Μεγαλέξανδρος

-σαν να μην με γνώρισε ποτέ –

τι ήταν ο Μεγαλέξανδρος

τρέλα ή σοφία;

Σηκώθηκε άνεμος στο νησί

αντάρεψαν τα πεύκα.

Για τα ερωτήματα

είπαμε κάτι το κοινό

πως δεν νικούν το θάνατο

για τις εκστρατείες

κάτι παλιό

πως δεν νικούν το χώμα.

Έπιασε ψύχρα

πηγαίναμε προς τα κλειστά καφενεδάκια

με τη φουφού, τ’ αμυγδαλωτά

σκοτείνιασε πια η θάλασσα

ούτε καλούσε

ούτε ερχόταν

γκρίζα  τίποτα δικό της

δεν μοιραζόταν με εμάς.

Η θάλασσα…

πόσα να ξέρει αυτή

για βασιλιάδες

όταν τους διαδέχεται στον ύπνο της

για κουρσάρους

για εποχές τρέλας

σαν ακίνητη αλλάζει

αλλάζει, αλλάζει

ή πάλι

το μυστικό υγραίνει προαιώνιο…

Κουράστηκα, είπε η Σφίγγα –

κάποιο κλωνάρι βαστούσε

και χάραζε σημάδια.

Κουράστηκα, είπε ο Αλέξανδρος

τίποτα δεν απαντούμε με τη ζωή·

η πραγματικότητα

λιγότερο ειλικρινής

από μας

λέει κορυδαλλούς

λέει νησιά το Μάρτη

λέει αγρούς…

Αχ, η λιτότητα των αγρών!

Ακράτητο το κατσίκι

πηδάει φως

πηδάει θάνατο

κι ορμούν τα πρώτα φύλλα της συκιάς

για ν’ απαντήσουν Πάσχα.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Καστανιώτη 2014

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (323ο): «Άνοιξη»…

*Γλυκερία – Ζερβουδάκης, «Άνοιξη»

-«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να “ρθει»

(Pablo Neruda)

-«Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο»

(Νίκος Καρούζος)
 

-«Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της

από το χρώμα του το κάθε λουλούδι

από το χάδι του το κάθε χέρι

απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί»

(Μίλτος Σαχτούρης)

-“Η άνοιξη αυτή μας βρήκε όλους απροετοίμαστους
κι ανόρεξους ή αδιάφορους –
απροετοίμαστη κι η άνοιξη, σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται
σαστίζει και σωπαίνει κάτω απ’ τα λίγα της δέντρα– δε ρωτάει.
Το φως επιστρέφει
απ’ το περσινό καλοκαίρι κατάκοπο κι αφηρημένο, απόμακρο,
παραξενεμένο απ’ την καινούρια του νεότητα…”


(Γ. Ρίτσος, Οδηγός ασανσέρ, Κέδρος)

-Ο. Ελύτης, «ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»

Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
Άνοιξη χνούδι περιστέρας
Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι
Με τσιγγάνες που άρπαζε
Σαν
Χαρταετούς
Ψηλά
Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
Στρίβοντας
Ένα τραμ
Εστρίγκλιζε
Στ’ άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
Άνοιξη αίμα του βολβού
Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
Όπου τύχει
Ριπές
Θάνατοι
Εκατομμύρια σπερματοζωάρια
Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο
Άνοιξη σφήκα του χεριού
Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
Μια παράξενη
Άλλη
Γειτονιά
Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!

Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
Άνοιξη «Μήνιν άειδε…»

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!
Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
Και τι κηπάκι
Τα λυτά
Νωπά
Μαλλιά
Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
Άνοιξη Mercury Air Sedan

Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά
Στο κενό του γλαυκού κάτω απ’ τα βλέφαρα
Μια ρουφήχτρα
Που κατάπινε
Άσπρα
Πούπουλα
Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

Άνοιξη μούρο αδάγκωτο
Άνοιξη βιδωτό φιλί
Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας

Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά
Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε
Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες
Κι έφερνε
Γύρους
Χαμηλά
Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι

Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση

Κάποιος απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έριχνε
Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα
Κάκτος
Κάστωρ
Κόνδωρ
Ιέραξ
Ενώ στ’ αντικρινό το Παρθεναγωγείο

Άνοιξη 37 και 2
Άνοιξη Lone Amour και Liebe
Άνοιξη no nein και no

Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα
Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
Σαν
Να τραβούσαν
Έξω
Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο

Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ’ το φεγγίτη
Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
Μια στιγμού-
Λα μόνο
Τα γυμνά στήθη
Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη

Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
Μια κηλίδα
Μωβ
Πήγαιν’
Ερχότανε
Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη
Λάμπανε πίσω απ’ το παντζούρι

Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»

(Οδυσσέας Ελύτης από τη συλλογή «Τα Ετεροθαλή»)

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ἡ πληγωμένη  Ἄνοιξη»

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της

οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους

κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα

συνάζει στάλα-στάλα το αίμα

απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε

από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν

για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος

μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα σύννεφο

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα ξίφος

το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα

το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα Άπαντα (1945-1998), Εκδ. Κέδρος)

-Βύρων Λεοντάρης, «Το αίμα της άνοιξης»

“Ετούτη η άνοιξη έχασε πολύ αίμα
Άνοιξη όλο καρδιά
Άνοιξη όλο ξεκίνημα
Ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
– νιότη μας έχασες πολύ αίμα […]
Άνοιξη όλο ξαστεριά
άνοιξη όλο στήθος,
γενναία μας άνοιξη, πληγώθηκες βαριά
-νιότης μας έχασες πολύ αίμα.
Μάτωσαν  όλες οι αυγές, βαρύνανε τα αρώματα,
τρομάζει ο άνεμος, τινάζεται- αίμα μπρος και πίσω του,
αίμα παντού-
δεν ξέρει πια που να καλπάσει…[…]
ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
-νιότη μας έχασες πολύ αίμα.
Είδαμε ουρανούς θολούς από χειρονομίες απελπισίας,
ημέρες πιο σπαραχτικές κι από το πρόσωπο τρελού παιδιού,
βαδίσαμε στην  άμμο, που βουλιάζει,
ήρθαν πειρατικά στη χώρα της καρδιάς
-πολλά χέρια χαθήκαν μέσα απ’ τα δικά μας,
πολλά γράμματα μείνανε χωρίς απάντηση,
γράμματα που, άσπρες πυρκαγιές εξόριστες, περιδινούνται
στο πέλαγος της πίκρας.
 
Όμως παλέψαμε σκληρά,
για να μη γίνουμε του πόνου παίγνια,
για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
αρκετά βασανίστηκε ο άνθρωπος στη γη.
Τώρα ας χαθούμε. Ας παραδώσουμε την ελπίδα στον όλεθρο
κι ας συντριφτεί το μέτωπό της
στα παγωμένα σκαλοπάτια των μνημείων
κι ας σαλπίσει υποχώρηση το θάρρος».
 
Για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
τώρα ας χαθούμε, ας μη γεννούμε άλλα παιδιά»,
για να μην πούμε: «Φτάνει πια»
 και μείνουν οι οχιές να γεννούν οχιές,
τα τέλματα να ξερνούν τέλματα,
και δεν είναι πια στόματα να φιλιούνται
και δεν είναι πια δάχτυλα να παρηγορούν,
βήματα να θροΐζουν την άνοιξη,
 
μα μοναχά τα σύννεφα να βήχουν,
μα μόνο τα παράλυτα βουνά
κι οι φρικαλέες χειρονομίες των κεραυνών
και σαν κουφοί, ακατάληπτα,
νεκροταφεία να μιλούν με νεκροταφεία…
γι αυτό παλέψαμε σκληρά.
Ποιος έχει τώρα δάχτυλα να λογαριάσει,
χείλια να τραυλίσει,
τι χάσαμε και τι κερδίσαμε;
 Όρθιοι, με ακόπαστη μανία της ομορφιάς στο πρόσωπο,
Αλύγιστοι καταμεσί στη θύελλα καταχτήσαμε
την αστραπή της δύσκολης ελπίδας.”


(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

-Κώστας Καρυωτάκης, «Άνοιξη»

“Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.”

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα)

-ΜΠ. ΜΠΡΕΧΤ, «ΑΝΟΙΞΗ» 

«Έρχεται η άνοιξη. 

Το παιχνίδι των φίλων ανανεώνεται 

Οι εραστές ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλο. 

Ένα χάδι γλυκό από το χέρι του αγαπημένου 

Κάνει του κοριτσιού το στήθος να πονάει. 

Η ματιά της που γλιστράει και φεύγει τον κυριεύει. 

Μέσα σε νέο φως/ φαντάζει για τους εραστές το τοπίο της άνοιξης…». 

« Ποτέ τόσο πολύ δε σε είχα αγαπήσει, καρδιά μου 

Όσο τότε που σ’ άφησα κείνο το απογευματινό. 

Το δάσος με κατάπιε, το μπλαβί του δάσους, καρδιά μου 

Που πάνω του στα δυτικά κρέμονταν κιόλας τα χλωμά αστέρια. 

Δε γέλασα και λίγο, κάθε άλλο, καρδιά μου 

Γιατί σε σύγκρουση ήρθα παίζοντας με τη σκοτεινιασμένη μοίρα- 

Στο μεταξύ αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα 

Μέσα στο δειλινό το μπλε του δάσους. 

Όλα ήταν όμορφα ετούτο το μοναδικό απογεματινό, καρδιά μου 

Όσο δεν ήταν ποτέ κι ούτε ποτέ θα γίνουν… 

(Μπρεχτ, «Ποιήματα», εκδ. Σύγχρονη εποχή)  

-Γιάννης Ρίτσος «ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ»


“Η άνοιξη φτάνει ανάμεσα σε σκονισμένες παλιές εφημερίδες,
ανάμεσα σε σκουριασμένους σωλήνες από σόμπες νοσοκομείων,
ανάμεσα σε άδεια πεταμένα μπουκάλια.
Η Μαρία κοιτάζει επάνω:
«Ακόμη και τα χελιδόνια – λέει – είναι μαύρα, μαύρα, μαύρα
μόνο η κοιλιά τους είναι άσπρη γι’ αυτό κιόλας
πετούν ψηλά, να δείχνουν μόνο την κοιλιά τους δε με ξεγελάνε
όταν καθήσουν στο σύρμα ή στην πέτρα – τότε –
και ποιος μπορεί να στέκεται για πάντα στον αέρα;»
Η άλλη γυναίκα δε μίλησε. Μάζευε μαργαρίτες.”

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2014/03/blog-post_1.html)

Χρίστος Λάσκαρης: «Διαβάζοντας ένα ποίημα για την άνοιξη…»

Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη

όταν την είδα

να έρχεται από μακριά:

μισή γυναίκα,

μισή όνειρο.

Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω

στεφανωμένη

με άνθη κερασιάς.

Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.

(συγκεντρωτική έκδοση «Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)

-Κώστας Μαυρουδής, «Άνοιξη»

«Είσαι εφήμερο μέχρι ανυπαρξίας»,

δήλωσε αιχμηρά εν έτει χίλιαεννιακόσιαπενήνταεννιά

το Δαιμόνιο του Μέλλοντος

(η Εποπτεία του Προσεχούς)

στο άσημο εργαστήριο του τσαγκάρη μας.

Δεν καταλάβαιναν τίποτε από τη δήλωσή του

Τα ανύποπτα σύνεργα (οι κατσαμπρόκοι, τα σουβλιά κι οι επιτήδειες τανάλιες)

που είχαν κατακλύσει το κοντό τραπέζι

του. Το ίδιο και οι κόλλες, οι κερωμένοι σπάγκοι, τα καρφιά.

«Ξέρετε, σύνεργα συμπαθή, με τις λαβές σας λειασμένες απ’ τη

χρήση, πως είστε αντικείμενα συλλεκτικά;» είπε η Εποπτεία

του Προσεχούς. «Θα σας παρατηρούν στις γυάλινες προθήκες

των παλαιοπωλείων, ακίνητα, με πειθαρχία που δεν φανταστήκατε

ποτέ. Έτσι περίπου θα είναι και οι αναδρομές για σας, αειθαλείς

και φλύαροι αργόσχολοι (οικείοι στις χαρωπές οσμές των βερνικιών

και των δερμάτων), συγκεντρωμένοι σε ομιλητική ομήγυρη δίπλα

στο φίλο σας, αυτό το βροχερό απόγευμα με τις ομπρέλες και τον

απρόοπτα γκρίζο ουρανό.

Άνοιξη πάλι

ντύνονται πράσινο οι παρυφές της πόλης,

οι λόφοι και οι ήπιες πλαγιές.

Νέοι βλαστοί επαναλαμβάνονται,

διαβάζει απ’ το ίδιο κείμενο η φύση.

Πόσο επιφυλάσσονται, όμως, όλοι,

χίλιαεννιακόσιαπενήνταεννιά,

πόσο θα προτιμούσαν μια στέρεα ύλη,

μιαν άπειρη αφήγηση

(ένα βιβλίο

που να μην τελειώνει

πουθενά),

να αφοσιωθούν αμέριμνοι,

σαν τον αμνό στα φίλια λιβάδια.

Φιλάργυρα υπολογίζουν το βραχύ σου βίο,

σε διαιρούν σε αμήχανα μερίδια

και σε μετρούν,

ενώ τους απευθύνεσαι με στερεότυπα

(έντομα, ανθοφορία, χλιαρά μεσημέρια).

Σαν τίποτε να μη συμβαίνει χίλιαεννιακόσιαπενήνταεννιά,

κολακεύεις πάλι με φύλλα τα κλαδιά

και εξαγγέλλεις μεγαλόστομα την άνοιξη:

τη γιγαντοαφίσα αυτή της χλωροφύλλης,

την πομπώδη διαφήμιση του μέλλοντος»

(Από τη συλλογή «Τέσσερις εποχές», εκδ. Κέδρος, 2010)


-Μαρία Λαϊνά, «Άνοιξη»

Και πώς τα μωβ ανυπόθετα σκαρφαλώνουν

στο παράθυρο

και τα νύχια τους φυτρώνουν κιόλα

στα μάτια σου.

Γοερά εξαντλούνται οι πράξεις

σαν χαλασμένες· ενώ στρογγυλεμένο φως

διεγείρει τα δέντρα.

Όλο αυτό σε μαύρο και λίγη ψύχρα.

Δίνεις την εικόνα στο καλύτερο τίποτα

και ξαπλώνεις. Σκόρπιος. Φεύγοντας από παντού.

(Από τη συλλογή «Σημεία στίξεως»)


*Μαργαρίτα Ζορμπαλά, «Όταν μιαν άνοιξη…»

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όταν μιαν άνοιξη…»

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα ‘ρθεις  να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη.
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,

ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας.

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε.

(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη

-Γιώργος Δουατζής, «Κράτα την άνοιξη»

Μην τους πιστεύεις έλεγες

κούφια τα λόγια τους

παίζουν με την ελπίδα

κι εγώ μιλούσα για την Άνοιξη

Δυο κουκίδες σε μια ανθρωποθάλασσα

που πίστευε στην Άνοιξη

εμείς

κι εσύ να παίζεις την εικόνα μου στα μάτια σου

και να λες κράτα την Άνοιξη μέσα σου

γιατί δεν θα έρθει καθώς λες

Εγώ έχω εσένα

έλεγες

μια κιθάρα και την πλάτη φορτωμένη όνειρα

(Γιώργος Δουατζής, Κράτα την Άνοιξη, Δίγλωσση έκδοση, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

-Πολυδούρη Μαρία, «Άνοιξη»

Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι’ υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου! Ω, τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να ‘ρθεί.
Τ’ ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους καίει κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι’ ακόμα δεν εσίγησαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά του,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξη καλούν.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2014/03/blog-post_1.html)

-Γιάννης Τόλιας, «Η άνοιξη είναι ανερμήνευτη»

Οι εποχές δεν νοιάζονται για την παρουσία μας.
Έχουν το δικό τους ρυθμό δημιουργίας.
Παγερά αδιαφορούν για τα συναισθήματάμας.
Η άνοιξη είναι ανερμήνευτη

Εμείς αυθαίρετα χρησιμοποιούμε το εξαίσιο σκηνικό της
για τα δικά μας, εφήμερα δράματα.
Πάντα θα είμαστε οι θεατές του οργασμού της.
Ανεπαρκείς των ημερών για να τον περιγράψουμε.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2014/03/blog-post_1.html)

-«Άνοιξη σ’ αγαπώ»-Νικηφρόρος Βρεττάκος

Άνοιξη σ’ αγαπώ
Μοιάζεις με την ειρήνη.
Μοιάζεις με τις μητέρες
που θήλασαν τα βρέφη
στις εικόνες του Ραφαήλ.

Μοιάζεις με το χαμόγελο
μέσα στη μουσική.
Μου θυμίζεις το Θεό
που γράφει για την αγάπη
σε μεγάλα κατεβατά
σελίδων με αστέρια
στροφές ποταμών
και ποιήματα.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2014/03/blog-post_1.html)

-Κική Δημουλά, «Ασυμβίβαστα»

Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
ν’ αποτελειώσω.

(Από τη συλλογή «Ερήμην»)


-Νίκος Καρούζος, «Ο Γιάννης μέσα στο έαρ»

Τι ολόμαυρα μαλλιά που τόσο χύνονταν
στις πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να ’μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ’ ένα κάψιμο.

Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
και το ποτάμι πάει…
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.

Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

(«Ποιήματα 1961» Συγκεντρωτική έκδοση «Η πρώτη εποχή», εκδ. Ερατώ, 1987)

Πες το με ποίηση (322ο): «Βρύση – Δίψα»…

Ήσουν μια βρύση τ’ ουρανού – Μάνος Χατζιδάκις

1.ΗΣΟΥΝ ΜΙΑ ΒΡΥΣΗ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Όταν την πόρτα μου χτυπήσεις κάποια μέρα
Τα παγωμένα θα κατέβω τα σκαλιά
Να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά
Που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα

Όλα χαθήκαν κι η ζωή μας πήγε στράφι
Μας βρήκαν μπόρες μες στου κόσμου τη νυχτιά
Ποιος ξέρει η μοίρα στα κρυφά της τα χαρτιά
Τι άλλη απόφαση για μας τους δυο να γράφει

Ήσουν μια βρύση του ουρανού κι ήμουν μια στάλα
Πικρή μου αγάπη στα μπαλκόνια τα ψηλά
Μέρα και νύχτα κάναμ’ όνειρα πολλά
Μέρα και νύχτα κάναμ’ όνειρα μεγάλα

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

2.ΟΙ ΣΤΕΡΕΜΕΝΕΣ  ΒΡΥΣΕΣ

Οι στερεµένες βρύσες
Στα ερείπια των κτιρίων
Παραµένουν σκυφτές

Αφουγκράζονται
Τους ήχους των σταγόνων
Ανάµεσα στις παύσεις
Των διάφανων ροών

Υποµένουν αιωρούµενες
Πάνω από τις απουσίες
Σπάταλων σιφωνισµών

(Αθήνα, 8.12.2016) Χάρης Ιωσήφ

***

3.ΜΙΚΡΗ  ΦΥΣΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ

Η χαλασμένη βρύση που στάζει αδιάκοπα στο νεροχύτη μας

δεν είναι καθόλου χαλασμένη.

Είναι ο ποταμός, ο καταρράχτης κι ο κατακλυσμός

που δεν υπέκυψαν ποτέ στο κεντρικό μας δίκτυο υδρεύσεως.

Είναι τα ύδατα που αμφισβητούν το διαχωρισμό τους από τη γη

που αμφισβητούν τη γένεσή μας .

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η φωνή της σιωπής

***

4.ΠΛΗΡΩΜΗ

Στη μέση του μεσημεριού
η δίψα σου·
στης δίψας σου τη μέση
ένα πηγάδι
δίχως νερό,
γιομάτο σαύρες
και ψοφίμια.


Κι έσκυψες
πάνω απ’ το πηγάδι
κι έκλαψες
κι εκείνο σου ’πε,
«ευχαριστώ για τη δροσιά».

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ

Νίκος Πορτοκάλογλου – Δίψα

5.ΔΙΨΑ

Δεν είν’ η Κίρκη,
η μάγισσα, του σεξ η θεά,
η Καλυψώ, η Ναυσικά
με του μπαμπά τα λεφτά.
Δεν είν’ η θάλασσα, ο ήλιος,
τα χαμένα νησιά.
Δεν είναι τίποτα απ’ όλα
κι είναι όλ’ αυτά…

Είν’ η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν’ η δίψα που σε κρατά ζωντανό.
Είν’ η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν’ η δίψα για καθαρό ουρανό.

Δεν είν’ οι φίλοι, τα ξενύχτια,
τσιγάρα, ποτά
οι μουσικές, οι μουσικές
γύρω απ’ την ίδια φωτιά.
Παλιά σου όνειρα, ταξίδια
με καινούργια πανιά
Δεν είναι τίποτα απ’ όλα
κι είναι όλ’ αυτά…

Είν’ η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν’ η δίψα που σε κρατά ζωντανό.
Είν’ η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν’ η δίψα για καθαρό ουρανό.

Παλιές σου νίκες και ήττες
και λάθη σωστά.
Η ξενιτιά, η ξενιτιά
του γυρισμού η χαρά
κι αυτός ο κάποιος που σου γνέφει
απ’ το λιμάνι μακριά

ΝΙΚΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΓΛΟΥ

***

6.ΔΙΨΑ

Είναι ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά
είναι μια θάλασσα που δε θα την περάσω
είναι μια τύψη που γυρνάει στα σκοτεινά
ένα παιχνίδι που το ξέρω θα το χάσω.

Είναι μια δίψα που μου σκάβει το μυαλό
είναι μια δίψα που δεν μπόρεσα να σβήσω
ένα ποτάμι που με σκέπασε θολό
μια νύχτα ατέλειωτη που πρέπει να διασχίσω.

Είναι που έσβησα στο πλάι μου το φως
είναι που έχουν οι σκιές δικούς τους νόμους
είναι ο έρωτας που έμεινε μισός
και η ανάγκη που μου λύγισε τους ώμους.

Είναι μια δίψα που με σέρνει στο βυθό
ένας λυγμός που δε μ` αφήνει να ησυχάσω
είναι μια δίψα που μου σκάβει το μυαλό
ένα παιχνίδι που το ξέρω θα το χάσω.

ΣΩΤΗΡΗΣ  ΤΡΙΒΙΖΑΣ

***

7.ΑΡΧΑΙΑ ΔΙΨΑ

Στη λάμψη απ’ τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού
ώρες με κοίταζες στα μάτια και σε κοίταζα
και πάλευα να ξεδιαλύνω τα σημάδια.

Ξάφνου θυμήθηκα πού σε είχα ξαναδεί
σ’ εκείνο τον λοιμό των Αθηνών
είχαμε δώσει ραντεβού κοντά στα τείχη
Αύγουστος του 430 π.Χ.
κάποιοι ανάβαν φωτιές
για να κάψουν τους νεκρούς
και την αρρώστια που είχαν φέρει
οι Δωριείς στην πόλη
νύχτωνε κι εσύ αργούσες να φανείς
εγώ είχα μολυνθεί απ’ την ασθένεια και διψούσα
μα τα πηγάδια ήταν μήνες αδειανά
στις στέρνες ζέχναν πτώματα
και δεν υπήρχε αλλού νερό να πιω
παρά μονάχα απ’ το φιλί σου.

Στη λάμψη απ’ τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού
που τις φυσούσε ύπουλα ένας γλυκός νοτιάς
και άναβαν οι σπινθήρες των άστρων ψηλά στον γαλαξία
ώρες σε κοίταζα στα μάτια και με κοίταζες
και αιώνες διψούσα.
 
Κατερίνα Καριζώνη, Αρχαία δίψα (2020)

***

8.ΔΙΨΑ

Ζητάς νερό
στέρεψαν οι πηγές.
Οι σταγόνες στέγνωσαν
στα σκονισμένα ποτήρια.


Ήπιες οινόπνευμα
ήπιες ανθρακικό.
Η δίψα σου μεγάλωσε.


Πήρες μαχαίρι
άνοιξες, μέσα σου, πληγές
και πίνεις αίμα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

***

9.ΧΑΛΑΣΜΕΝΗ ΒΡΥΣΗ

Περπάτησα και δίψασα

Ποιος ξέρει πόσα πόδια πέρασαν πόσα πρόσωπα
Αποτύπωσαν τον ήσκιο τους επάνω στην πέτρα
Τεθλασμένες γλυφές σπασμένοι μαίανδροι
Ανάγλυφα ρόδα και μαλλιά που μάδησαν σκόνη

Η βρύση δεν ξέρει τίποτα
Δεν καταλαβαίνει καμιά γλώσσα που μιλιέται
Ακούει το τραγούδι της
Ένα παιδί με μια χλωρή καρδιά

Μάτι απέραντο από δάκρυ
Δεν υπάρχει τρόπος να τρυπήσω τον τοίχο
Να ριχτώ με γυμνό φτερό μέσα στον κίνδυνο

Τα πουλιά μονάχα ξέρουν τις ολόκληρες αποστάσεις
Ανάμεσα στην υψηλή γραμμή και τ’ άγνωστο κύμα
Μηνύματα ουρανού χαϊδεμένα παιδιά του θανάτου

Καλότυχος που μιλεί με τα πουλιά
Που πίνει νερό με τη φούχτα κοιτάζοντας τον ουρανό
Με μια καρδιά γεμάτη καθαρόν άνεμο

Όπως μια φορά όταν ήμουν παιδί
Ένας άγγελος κατέβηκε πάνω στη γέφυρα
Μ’ ένα σταθερό γοργό περπάτημα
Ανάμεσα σε δυο σκοτάδια

Να εξασκήσω άλλη μια φορά την καρδιά
Να ξανακάμω το δρόμο που ξετυλίχτηκε
Να φωνάξω με καθαρότητα πουλιού
Και να σταθώ ξάφνου ξανά στην είσοδο της χώρας των ανθρώπων
Κρατώντας μέσα στη φούχτα μου μια στάλα αιωνιότητας

(Ήταν μια ευκαιρία
Μου ξέφυγε το ποτήρι
Μες απ’ την απέραντη αγωνία του χεριού
Τι κάθομαι και λέω όλα τα ποτήρια είναι καμωμένα για να σπάζουν)

Όταν θα ξαναγίνω πουλί
Πέρ’ απ’ τα δάκρυα στους αγγέλους
Θα χαιρετήσω την επιστροφή
Φέρνοντας μια φούχτα χώμα
Μια στάλα ζεστή γήινη θλίψη

Γιώργος Θέμελης, Γυμνό παράθυρο (1945)

***

10.Η ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

***

11. ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΙΑΣ  ΒΡΥΣΗΣ ΠΟΥ ΣΤΑΖΕΙ

Κάποτε ναι. Στιλπνό και νέο
το κορμί μου.
Οι επισκέπτες – κι ήσαν πολλοί – της κουζίνας
μάτια δεν είχαν
παρά μόνον για μένα.
Όλοι μου πρότειναν τα χείλη τους.
Όλων τα χέρια μ’ έψαυαν
ακριβώς στην καρδιά.


Και γινόμουν κρουνός.
Υδάτινος έρως. Σώμα γυμνό
διάφανο σαν το νεράκι.
Τραγουδώντας διέσχιζα όλα τα στόματα.
Ερωτόλογα ψιθύριζα σε κάθε λαρύγγι.
Που, αλίμονο, τα ‘πνιγε
η κωφάλαλη δίψα.


Ήμουν ανεκτική σε όλους τους τρόπους.
Και με ποτήρι και με το χέρι
και με το λάστιχο, ενίοτε, το μακρύ
της βεράντας.
Διότι2 ήθελα να νιώσω όλα τα σώματα.

Σε κανέναν δεν αρνήθηκα τα φιλιά μου.
Και με είπαν εύκολη, πόρνη, ξεδιάντροπη.
Άρχισαν σκληρά να μου φέρονται.
Με σφίγγαν με δύναμη στο λαιμό.
Με κάποια περίεργα σίδερα
μου τραβούσαν τις πλάτες.


Ενώ εγώ, μια αθώα βρυσούλα
έσβηνα όλων την κάψα.
Τώρα, ούτε ένας λόγος καλός.
Μονάχα βλαστήμιες ακούω.
Το κορμί σκουριασμένο.
Και το ρίχνω στο κλάμα τα βράδια.
Τα βράδια που η κουζίνα ερημώνει
αφήνω να μου πέφτουν τα δάκρυα.


Οι σταγόνες της βρύσης (που στάζει)
Ως λεν οι πολλοί
που δεν ξέρουν…

ΤΑΣΟΣ  ΚΑΠΕΡΝΑΡΟΣ, Ακελδαμά, Ηριδανός, 1987

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (321ο): «Σονέτο»…

*Ορφέας Περίδης – Σονέτο

-Κώστας Καρυωτάκης, Σονέτο

Τα φύλλα κιτρινίσανε και, πέφτοντας στο χώμα,

ξεχύνονται σ’ αφάνταστο, σ’ απότρελο χορό.

Τα λουλουδάκια κλείσανε το θεϊκό τους στόμα

και γέρνουν άθελα στη γη, κοπάδι θλιβερό.

Ο ήλϊος που άλλοτε, που χθες, προχθές ακόμα,

εσκόρπιζε το γέλιο του, ψηλά, το λαμπερό,

σκυθρώπασε, και έπνιξε τ’ ολόχρυσό του χρώμα

στα μολυβένια σύννεφα που πέρα εκεί θωρώ.

Η θάλασσα εφούσκωσε κι εθέριεψε το κύμα,

στο πεζοδρόμι η βροχή χτυπάει ρυθμικά

και του διαβάτη βιαστικό ακούγεται το βήμα.

Απ’ τη βροχή ετρόμαξαν τ’ αθώα χελιδόνια

και σαν πετάνε φαίνεται πως λένε μυστικά:

«Εμπρός, εμπρός, να φύγουμε, θ’ αρχίσουνε τα χιόνια».

(https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=6&text_id=1104)

-«Σονέτο του γλυκού παραπόνου» – Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

(https://www.eros-erotas.gr/soneto-glykou-paraponou/)

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ»

λα σβησμένα γύρω μου, στ πάχνη λα κρυμμένα,
χαμένα κάτω π τ φς κ᾿ π᾿ τ σκοτάδι κάτου,
μ τ βαρν έρα τους μ πνίξαν ξάφνου μένα
θαμπώνοντάς μου τ στεγν ρονι το ναβλεμμά του.


Μ
δάκρυο δν στάλαξε μηδ᾿ λαμψε κανένα
στ ξαναμμένο γλέφαρο, στητ στ λάγκεμά του,
κα τ δικά μου γρίκησα βαθιά μου κα τ ξένα,
καρδιόχτυπα νατάραχτα σ μία σιωπ θανάτου.


Κι ε
πα τ χαρε δύο φορς κα μς στ χάος χος
χάθη, ς ντιβόησε βυθς το κάτω κόσμου,
μήνυμα πς σφραγίστηκε παντοτιν χαμός μου.


Κα
μένει πίσημος στυγνς ριστοκράτης στίχος
ξήγητος Συβιλλικς ν᾿ νησυχε μονάχα
τ πνέματα πο νώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

«Σονέτο για τον Giorgio Vasari,1550», [MICHELANGELO]

Αφού με το μολύβι αλλά και με το χρώμα
την τέχνη κάνατε ισότιμη της φύσης,
κι ίσως και μ’ έναν τρόπο ανώτερή της,
τις ομορφιές της ξαναδίνοντας σ’ εμάς πιο όμορφες ακόμα,
τώρα που το σοφό σας χέρι αφιερώσατε
σε έργο ευγενέστερο, τη συγγραφή,
τη μόνη που σας έλειπε δική της αρετή,
την τέχνη τού να δίνεις τη ζωή, ακέραιη αφομοιώσατε.

Όποια εποχή λαχτάρησε να συναγωνιστεί
μαζί της στη δημιουργία ωραίων έργων,
υπέκυψε σαν έφτασε το τέλος που από τη μοίρα έχει οριστεί.

Μα τώρα επιστρέφουν πάλι ζωντανές
οι μνήμες οι νεκρές όλων εκείνων, κι έτσι κι εσείς
μαζί μ’ αυτές,
κόντρα στη μοίρα, θα ‘χετε αιώνια ζωή.

(https://www.lecturesbureau.gr/1/poem-277-1759/)

*Χειμερινοί Κολυμβητές – Σονέτο 116

-Νάσος Βαγενάς, «Σονέτο»

Ανάμεσα από στύλους
του ηλεκτρικού
και δέντρα που τρίζουν
στον ήλιο.

Με ανοιχτό πουκά-
μισο και παλιά
παπούτσια
γυαλισμένα.

Στο χέρι
τον μαύρο
χαρτοφύλακα.

Η άνοιξη
έρχεται
πάλι.

(https://popaganda.gr/art/soneto-tou-nasou-vagena-2/)

-Gwendolyn Bennett, «ΣΟΝΕΤΟ»

Κάποια πράγματα είναι πολύ αγαπητά σε μένα:
Πράγματα τέτοια σαν τα λουλούδια λουσμένα στη βροχή,
Ή μοτίβα σχηματισμένα πάνω στη θάλασσα,
Ή κρόκοι εκεί που το χιόνι έχει στρωθεί.
Ο ιριδισμός ενός πολύτιμου λίθου,
Του φεγγαριού το ψυχρό στιλπνό φως,
Οι αζαλέες και το άρωμα το δικό τους,
Και τ’ αγιοκλήματα μέσα στη νύχτα.
Κι ακόμα πολλοί ήχοι είν’ αγαπητοί:
Όπως οι άνεμοι που τραγουδούν ανάμεσα στα δέντρα,
Ή τα τριζόνια που καλούν απ’ το φράγμα του ποταμού,
Ή οι νέγροι που μουρμουρίζουν μελωδίες.
Αλλά το πιο αγαπητό απ’ όλα που μπορώ να φανταστώ
Είναι τα ξαφνικά δάκρυα στα μάτια σου.

(https://frear.gr/?p=12908)

-Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Σονέτο – Στην επιστήμη»

Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Πώς αυτός να σ’ αγαπήσει; Ή πώς σοφή να σε θεωρήσει;
Όταν εσύ δε θέλεις στις περιπλανήσεις του
να τον αφήσεις
να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;

Συ δεν είσαι που την Άρτεμη από το άρμα της βίαια έριξες
και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
για να βρει καταφύγιο και γαλήνη
σε μιαν άλλη πιο χαρούμενη σελήνη;
Συ άσπλαχνα δε χώρισες τη Ναϊάδα από τη νερομάνα της,
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της
κι εμένα από το όνειρο το θερινό
κάτω από τον κόκκινο ταμάρινθο;

~
μτφρ: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

(https://mpampis-kiriakidis.blogspot.com/2019/10/edgar-allan-poe_11.html)

*ΕΡΩΤΑΣ (ΣΟΝΕΤΟ) – Μάνος Χατζιδάκις / Ντίνος Χριστιανόπουλος

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Ύστατο σονέτο»

Τι παράξενη μοίρα αυτή να μην

παίρνομε είδηση ότι βρισκόμαστε

στους αντίποδες του εγώ και του εσύ

αφού μαζί περάσαμε ολόκληρη ζωή

απ’ την καλή και την ανάποδη ώσπου

μας διέγραψε του ποιήματος το τέλος.

(https://www.ladylike.gr/life/4-poihmata-toy-nanoy-valawrith-gia-ton-erwta-thn-agaph-kai-thn-apwleia/)

Federico Garcia Lorca, «Το σονέτο της επιστολής»

Αγάπη των σπλάχνων μου, ζωντανέ θάνατε,
μάταια περιμένω το γραφτό λόγο σου
και σκέφτομαι, με το λουλούδι που μαραίνεται,
πως αν είναι να ζήσω δίχως μου προτιμώ να σε χάσω.

Ο αγέρας είναι αθάνατος, η πέτρα οκνηρή
μήτε γνωρίζει τη σκιά μήτε την αποφεύγει.
Καρδιά εσώτερη δεν έχει ανάγκη
το παγωμένο μέλι που το φεγγάρι χύνει.

Αλλά εγώ σε υπόμεινα, έσκισα τις φλέβες μου,
τίγρης και περιστέρι, πάνω στην οσφύ σου
σε μονομαχία με δαγκωματιές και κρίνα.

Γέμισε, λοιπόν, με λόγια την τρέλα μου
ή άσε με να ζήσω μες στη γαλήνια
νύχτα μου της ψυχής, παντοτινά ολοσκότεινη.

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=78682)

Πες το με ποίηση (320ο): «ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΚΑΜΠΑΝΕΣ»…

Τ’ άσπρο ξωκλήσι, Μαρία Φαραντούρη

1.Τ’ ΑΣΠΡΟ  ΞΩΚΛΗΣΙ

T άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά, κατάγναντα στον ήλιο,
πυροβολεί με το παλιό, στενό παράθυρό του,

Και την καμπάνα του αψηλά, στον πλάτανο δεμένη,
τηνε κουρντίζει ολονυχτίς για του Αϊ-Λαού τη σκόλη.

Γ. Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδα


*****

2.ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ  ΠΕΤΡΙΝΟ

Εκονοστάσι πέτρινο σ’ ρημο δρόμο

Κάποτε, μ τ σούρουπο,

εκόνα κατεβαίνει

τ δυ μαρμάρινα σκαλιά, μαζεύει γριολούλουδα

νάμεσα στς πέτρες, φτιάχνει να στεφάνι

κα τ κρεμάει στν δια τν εκόνα της. Καμμι φορά,

κάποιο ξεστρατισμένο πρόβατο στέκεται κε

μπροστά στ εκονοστάσι, σάμπως ν προσεύχεται,

μασώντας ργά, διανόητα, τ ξεραμένο πι στεφάνι

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

*****

3.ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Την εκκλησίαν αγαπώ — τα εξαπτέρυγά της,
τ’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.

Εκεί σαν μπω, μες σ’ εκκλησία των Γραικών·
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
μες τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό —
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό —
ο νους μου πηαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ

*****

4.H MHTEΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κ’ ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρ’ όλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό – δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κ’ η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Και τα βράδυα της Κυριακής
λιγνή κ’ υψηλή, μοναχή μέσ’ στη λύπη της
ανασηκώνει τη μπόλια, στρέφει το πρόσωπο
και χαίρεται πάνω της την τάξη του κόσμου.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.(…)

Τώρα η μητέρα μου πηγαίνει στην εκκλησία.
Από δω κι απο κει, στις άκρες του δρόμου
σαλεύουν οι λεύκες. Καθώς παιχνιδίζουνε
μέσα στο διάφεγγο, νομίζει κανείς
πως είναι ψυχές που χαίρονται οι λεύκες.
Πώς κρέμεται ο ίδιος ο ήλιος
απάνω τους, ψαλιδισμένος σε φύλλα.
Ξεκόβοντας τέσσερα – πέντε σπουργίτια,
καθώς προχωρεί, φτερουγίζουνε παίζοντας
γύρω στους ώμους της.
Κάθε τόσο κονταίνει το βήμα,
αφουγκράζεται. Στις φωνές τους ανάμεσα ,
θαρρεί πως ακούγεται ακόμη η παιδιάστικη
του γιου της φωνή…Προσπαθεί να διακρίνει.
Θυμάται πως κάποτε στον ίδιο αυτό δρόμο
τον κρατούσε απ’ το χέρι` πως ήτανε άνοιξη.
Θυμάται, ξεχνιέται, ανοίγει τα δάχτυλα
του ενός της χεριού, σα νάναι να πιάσει
πάλι το χέρι του. Κοιτάζει στο πλάι της.
Φορούν τα καλά τους οι λεύκες.

Τώρα παίρνει η μητέρα μου τη στροφή.
Μουρμουρίζουν απάνω της τα πλατάνια.
Περνά δίπλα στη βρύση που οι τρεις της αυλοί
μπερδεύουν τ’ ασήμι τους μέσα στ’ αυλάκι.
Τόσα χρόνια κ’ ούτε ένας φθόγγος δεν άλλαξε.
Το νερό συνεχίζει να τα ίδια,
τα ίδια, τα ίδια πράγματα πάντοτε.

Δεν άλλαξε τίποτα.
Απαράλλαχτα ίδια τα κλωνάρια της λεμονιάς
ξεπετιούνται απ’ τους φράχτες.
Κ’ οι μέλισσες ίδιες κι ο βαθύς ολοκάθαρος
ουρανός κ’ η φωνή του βάτραχου στη στέρνα.
Μονάχα η παιδική ναυτική του αλλαξιά που δεν είναι
τώρα κοντά της, μονάχα τα χρυσά του 
μαλλιά, κ’ εκείνο το φρέσκο γέλιο του
γύρω στ’ άσπρα δοντάκια του.

Τώρα φτάνει η μητέρα μου, πατάει το κατώφλι,
χαμηλώνει το βλέμμα της` τώρα μπαίνει στην εκκλησία.
Το πρόσωπό της ανάμεσα στη μαντηλα μοιάζει
μ’ ένα ήμερο φως, που αχτιδίζει γλυκύτατα
σ’ένα πλαίσιο μαύρο. Προχωρεί προς το νάρθηκα.
Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
Παρ’ όλο το γύρω της πλήθος, λιγνή
κ’ υψηλή μες στην άχνα
των κεριών, ξεχωρίζοντας, δείχνει ολομόναχη.

(…)Έχει τώρα σταυρώσει τα χέρια της κι έχει
σκύψει μ’ ευλάβεια – τόσο που πια
το πρόσωπό της δεν φαίνεται κάτω απ’ τη μπόλια της.
Είναι ώρα πολλή που δεν έχει σαλέψει.
Σιγοψέλνει το πλήθος. Σηκώνει την όψη της,
μισανοίγουν τα χείλη της σκάζει ένα φως.

Πώς μπορεί ένα πρόσωπο που το σκάψαν οι αρμύρες,
οι καιροί και τα πράγματα που ποτέ δεν θα μάθει,
νάχει τόση γαλήνη; Πώς γίνεται αλήθεια,
ν’ αναδίνουνε κάτι σαν άνθη οι ρυτίδες του;

» τας θύρας, τα θύρας…»

Προχωρεί με μισά μικρά βηματάκια,
στέκεται ανάμεσα στα δυο μανουάλια
με δεμένα τα χέρια κάτω απ’ το στήθος της.
Απλώνει με διάκριση , παίρνει το αντίδωρο, σκύβει,
το διπλώνει μ’ ευλάβεια στο άσπρο μαντήλι
με το μαύρο του γύρο, το κρύβει στον κόρφο της.
Η λύπη της διάφανη, της σκέπει το πρόσωπο
σαν παρθενία. Προχωρεί προς την έξοδο.
Κατεβαίνει τα δυο σκαλοπάτια, βαστώντας
ένα βαγιόκλαρο. Στρέφοντας, ρίχνει
πάνω το βλέμμα της: ήλιος και τάξη.

Τώρα ξεντύνεται. Νύχτωσε. Θαρρείς πως στο βάθος
κι ο έσπερος έβγαλε προσεχτικά τα καλά του.
Πως έξω στο σύμπαν όλα ξεντύνονται. Αύριο
ξημερώνει μέρα καθημερινή.
(αποσπάσματα)


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Τα Ποιήματα, τομ. α’ , Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση

Καμπάνα του εσπερινού, Χάρις Αλεξίου

5.ΜΕΤΑ  ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ  ΚΑΜΠΑΝΑ

Είναι ώρα που σώπασε κι η τελευταία καμπάνα.

Δε θα περάσει άλλο πουλί.

Ας μην περιμένω.

Ούτε άλλη φωνή.

Ας πάω στο σπίτι

ν’ ανάψω την λάμπα μου.

Σάμπως

να σου πλέκω ένα μάλλινο ή

να περνώ στη βελόνα μου

λεμονάνθια, σου γράφω

στίχους τη νύχτα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

*****

6.ΕΙΝ’ ΗΣΥΧΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙά

Οι άγιοι ασάλευτοι στο τέμπλο,
ατάραχες οι φλόγες των κεριών.
Κι οι γέροντες σκυφτοί, συλλογισμένοι
σα να προσμένουν κάτι που ίσως
να βρίσκεται κιόλας στο δρόμο του ερχομού του.

Ο ψάλτης με μονόκλωνη φωνή επαναλαμβάνει:
«Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει…»
Κι όλα είναι ήρεμα, πραϋντικά
μια ειρήνη απλώνεται μέσα σου
σιμώνεις στα όρια της πίστης.

Ώσπου ν’ αρχίσουν νά ’ρχονται
οι πεφυσιωμένοι, να συνωθούνται μπρος στην πύλη
με πρόσωπα καθημερνά, πολυάσχολα
απαιτώντας Σώμα και Αίμα
όπως γυρεύει ο σπιτονοικοκύρης
το καθυστερημένο νοίκι απ’ το νοικάρη.

ΓΙΩΡΓΗΣ  ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Τα ποιήματα 1967-2007, τ. Β΄, ανέκδοτα-αθησαύριστα, 2013

*****

7.ΤΟ  ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ

Ες τ βουν ψηλ κε
ε
ν᾿ κκλησι ρημική,
τ
σήμαντρό της δ χτυπ,
δ
ν χει ψάλτη οτε παπά.

να καντήλι θαμπερ
κα ναν πέτρινο σταυρ
χει στολίδι μοναχ
τ κκλησάκι τ φτωχό.

λλ᾿ διαβάτης σν περν
στέκεται κα τ προσκυν
κα μ ελάβεια πολλ
τν σπρο του σταυρ φιλε.

πάνω στ σταυρ κε
εναι εκόνα μυστικ
μ᾿ αμα τν γραψε Θες
κα τν λατρεύει λαός.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

ΠΕΤΡΗ ΣΑΛΠΕΑ -ΤΟ ΕΞΩΚΛΗΣΙ ΣΤ’ΑΝΟΙΧΤΑ

8.ΤΟ ΕΞΩΚΛΗΣΙ ΣΤ’ ΑΝΟΙΧΤΑ

Το εξωκλήσι στ’ ανοιχτά
στέλνει στον κόσμο μυστικά
με τ’ άστρα την καρδιά του

Στέλνω κι εγώ
μια προσευχή
να βρει εκείνον π’ αγαπώ
να ανθίσουν τα φιλιά του
ν’ ανθίσει η αγκαλιά του

Το εξωκλήσι στ’ ανοιχτά
το βρήκε η νύχτα να μιλά
με το Θεό κοντά του

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

******

9.ΤΑ  ΕΡΗΜΟΚΚΛΗΣΙΑ

Ε
ναι στ ρημοκκλήσια πο γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγίες, χλωμ
ς εκόνες,
κα
μοναχ γαπνε τ γριολούλουδα –
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα,
νεμνες.


Σ
θυμιατήρια γροτικ κ’ φήμερα,
σκόρπια
δεμένα σ’τεχνο στεφάνι,
τ
ν νθινή τους τν ψυχ σκορπίζουνε
ψυχομαχώντας σ’
υλυ λιβάνι…


χ, ποιος πάει κε μ τ’ γριολούλουδα,
στ
πρτον γγιγμά του νοίγει πόρτα,
πο
λόγυρα ο φωλις τν πλουμίσανε,
τ
ς λησμονις τν κέντησαν τ χόρτα.


νοίγει πόρτα τσι που συνήθισε
ν
τν νοίγη μόνον γέρας –
σάμπως ν
τν νοίγη Παναγι
μ
τν νησυχία γλυκεις μητέρας,


χαροκαμμένης γρι
ς, πο τ λησμόνησαν
στ
ρμο φτωχικό της κα προσμένει
κάποιους ναρθο
νε πέρ’ π μία θάλασσα
α
ώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη…

Λάμπρος Πορφύρας

*****

10.ΘΕΟΣ


Ταπειν
ρημοκλησούλα,
πίσω
π βουνο κορφή,
σ
βαθιά μου μέσ᾿ στ σκέψη
ζε
ς πόμερη, κρυφή.

Σκοτειν
πάντα, χαμένη
στ
ν πέραντη ξοχ
κα
κλεισμένη, το διαβάτη
δ
ζητς τν προσευχή.

Τ
μικρ καμπαναριό σου
σ
᾿ νς δέντρου τ κλαριά,
πο
φυτρώνει κε σιμά σου,
κρύβει πάντα τ
θωριά.

Κ
᾿ καμπάνα ραϊσμένη
δ
ν κούστηκε μακριά.
Τώρα ρημασμένη χάμω
κοίτεται
λαλη, βαριά.

Ταπειν
ρημοκλησούλα,
δίχως πίστη
γ ποτέ,
τ
θεό σου ν δοξάσω
γονατίζω μπρ
ς σ᾿ σέ.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/maria_polydoyrh/anekdota_poihmata.htm

******

11.ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ  ΣΤΗ  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Της Αναλήψεως, στις πρωινές Λειτουργίες

ορμήσανε στην Εκκλησία σωρός Περιηγητές.

Όλοι του «Σαν Τζερβάσι». Αστοί του Βύρτεμπεργκ.

Καλοκαιρινοί. Ζέστη είχε αρχίσει από το πρωί.

Μπήκαν σαν κύμα. Φέραν ταραχή.

Μονάχη, ατάραχη, η Εκκλησία

κράταγε τις Ώρες της. Τραβούσε τον Κανόνα.

Γενικά, επόπτευε, ίδιος ο Θεός, και αγκάλιαζε

όλους μαζί τους πιστούς, όθε και αν ήταν.

Μέτρο Αποστολικό και Νόμος

ήταν όλα τα ένδον του Θυσιαστηρίου.

Την πλήρη Τάξη διόλου δεν έθιγε

η αταξία του συμπτώματος.

Τ. Κ. Παπατσώνης, Εκλογή Α´. Ίκαρος, 1962

******

12. ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,

παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.

Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,

ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική

στην εσωτερική πια λατρεία,  καθιερωμένη

σε τέτοιες περιστάσεις.  Καθώς ο διπλανός σου

αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,

μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,

ξυπνάει και  σ΄ αντικρύζει κι ευθύς αναρωτάται:

πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;

ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,

γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;

Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.

Paratum  est  cor  ejus για τη σπουδαία θυσία.

Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά

και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.

Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους

κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.

Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,

με τέτοιο  αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός

τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,

με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

*****

13.ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Εναι πουλι

πο δν πετνε

εναι πουλι

θαμμένα

μέσ’ σ κουτι

Εναι δωμάτια

κα εναι λέξεις

πο σκίζουνε τ κεφάλι

σν καρφι

Εναι καρφι

πο δν ποννε

εναι καρφι

π’ νακουφίζουν

ταν χτυπήσουν

πάλι ο καμπάνες

θ πεταχτομε

σν τ πουλι

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ,  ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1945-1971- Κέδρος

Θα Σημάνουν οι Καμπάνες –Μπιθικώτσης

14.ΘΑ ΣΗΜΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μέσ’ τα σίδερα και κείνοι μεσ’ το χώμα.

Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε τις καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση


Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει

Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ, Ρωμιοσύνη

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (319ο): «Μαλλιά»…

*Μαλλιά Σγουρά – Πέτρος Πανδής

-«Μαλλιά σγουρά», αντάρτικο

Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα
που ανέμιζε ο αγέρας στα ζερβά
σας αγαπούσα πάντοτε και τώρα
η δόλια μου καρδιά στενάζει και πονά.

Πάει καιρός που έβγαινες στους δρόμους
τη σκούφια φόραγες λεβέντικα στραβά
και τα μαλλιά χυτά πάνω στους ώμους
τ’ ανέμιζε ο αγέρας στα ζερβά.

Θά ‘ρθουν καιροί, καιροί ευτυχισμένοι
σκλάβοι δε θα ‘ναι τότε οι λαοί
θα ζούμε τότε πια αδελφωμένοι
σε μια ελεύθερη ειρηνική ζωή.

Εγώ Άη-Στράτη δε φοβάμαι
είναι κι αυτή μια Ελληνική γωνιά
τα μαύρα τα μαλλιά μας κι αν ασπρίσαν
δε μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά.

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΛΥΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Ολόγυμνη, ξέπλεξε ώς κάτω τα μακριά μαλλιά της·

ντύθηκε τα μαλλιά της· κοίταξε ολόγυρα. Κανένας

δεν πρόσεξε τη γύμνια της ούτε καν τα μαλλιά της. Κάτω

περνούσε η νεκροφόρα. Τό ’να άλογο την κοίταξε.

Κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα. Μια τούφα απ’ τα μαλλιά της

πιάστηκε στο κιγκλίδωμα· τα τράβηξε· μπήκε στ’ αμάξι·

ξάπλωσε· σταύρωσε τα χέρια· σφάλισε τα μάτια

ξέροντας πως μια τούφα απ’ τα μαλλιά της είχε μείνει

εκεί στα κάγκελα, μέσα στον κόσμο, κι ίσως αύριο κιόλας

η θυρωρός γκρινιάζοντας να τα πετάξει στα σκουπίδια.

               Αθήνα, 2, ΧΙΙ.72

(Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993)

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τα μαλλιά»

Σαν τα φυλλώματα των δέντρωνείναι τα μαλλιά που τα αναμαλλιάζει ο αέρας —στο καφενείο που πίνω τον πικρό καφέ μου— μαλλιά μαύρα μακριά που άσπρισαν και χάθηκαν και πάνε μαύρα μαλλιά στις ξενιτιές που χάθηκαν κι αυτά στην υγρασία στο πηχτό σκοτάδι κοιτάζω στον καθρέφτη τα γένια μου είναι γκρίζα όμως τα μαλλιά μου είναι μακριά και είναι μαύρα.

(https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=2958)

-Κ. Χατζόπουλος, «Πέρασες κι είχες στα μαλλιά»

(απόσπασμα)

Πέρασες και είχες στα μαλλιά

ρόδα και φως και είχες στο χέρι

κρίνα λευκά και στάχυα απ᾽τον αγρό·

και σε είδα και είπα κι έφτασε

το καλοκαίρι.

Μα ήρθες και σκόρπισες τα στάχια στο νερό,

τα ρόδα στον αέρα·

και μ᾽έναν κρίνο στάθηκες, ωχρή

σα φθινοπώρου μέρα.

Στάθηκες ωχρή

με το βλέμμα πέρα,

κι ήταν τόσο ωχρή

και τριγύρω η μέρα.

Κι ήταν η ώρα ωχρή,

βράδυ ως να είχε γίνει·

μόνο ένα άυλο φως

γύρω σου είχε μείνει,

και ήσουν σα να λες,

όπως είχες μείνει:

Είχα μιαν αυγή,

μιαν άνοιξη προσμείνει.

Κι έβλεπες τα ρόδα

κάτω στο νερό

και τον κρίνο ωχρό

κοίταζες το χέρι.

Κοίταζες: σαν κάτι

να έτρεμε ξερό·

κοίταζες: σαν κάπου

να έφευγε φτερό,

κι άπλωσες το χέρι.

Και ήταν σα φτερό

μες το φως το ωχρό

που ένευε το χέρι.

Κι έφυγες και πας,
πας με το καλό·
και να σε καλώ
πίσω μη γυρίσεις.

Ήσουνα για μένα
μιας αυγής δροσιάς,
ήμουνα για σένα
συννεφιά σταχτιά,

συννεφιά θολή.
Ήρθες να τη σβήσεις
κι έσβησες, καλή·
πίσω μη γυρίσεις!

Και κακός αέρας
στάθηκα για σε,
που πνιγμένα πνέει
και τα φύλλα καίει.

Κι ήρθα και σου μάρανα
ό,τι δροσερό
κι ήρθα και σε θόλωσα,
γάργαρο νερό.

Κι έξω στην ολάνθιστη
που στεκόσουνα θύρα
πέρασα φθινόπωρο
κι έμεινα σα μοίρα.

Στου βραδιού τη σιγή
που το φως αργοτρέμει,
λευκή λάμψη μια αυγή,
θολή η μνήμη σου τρέμει.

Σαν πνοή σιγαλή
σ᾽ενός κλώνου την άκρη,
είναι η θλίψη απαλή
που κυλά με το δάκρυ

σα για φύλλο ξερό
μαδημένο στο κρύο,
σα για φύλλο σβηστό
σε χαμένο βιβλίο.

Το είχα γράψει μια αυγή
που είχες όνειρο φτάσει·
σαν κισσός την πηγή
σε είχα γύρω σκεπάσει.

Άνοιξη ήταν γλυκειά
κι είχε λιώσει το χιόνι,
μα ήσουν δίχως λαλιά,
θλιβερό χελιδόνι

που ζητούσε φωλιά.
Αλλά εσύ δε ζητούσες,
μα θωρούσες ψηλά
στο γλαυκό και γελούσες.

[….]

(http://annagelopoulou.blogspot.com/2012/06/blog-post_03.html)

– Σαρλ Μπωντλαίρ, «Ένα ημισφαίριο στα μαλλιά»

Άσε με ν’ αναπνεύσω ώρα πολλή, πολλή, το μύρο των μαλλιών σου, να βυθίσω όλο το πρόσωπό μου σαν άνθρωπος λουσμένος στα νερά κάποιας πηγής, αναταράζοντάς τα με τα χέρια μου σαν ένα μαντίλι μοσκοβολημένο, διαλύοντας τις αναμνήσεις στον αέρα. Αν ήξερες όλα όσα βλέπω, όλα όσα νιώθω, όλα όσα ακούω μέσα απ’ τα μαλλιά σου. Η ψυχή μου πλέει πάνω στο μόσκο όπως των άλλων πλέει πάνω στη μουσική. Τα μαλλιά σου κλείνουν ένα καθολικό όνειρο γεμάτο κατάρτια και πανιά, μεγάλες θάλασσες με θερμούς άνεμους ωθώντας με σε κλίματα ιλαρά, εκεί όπου το διάστημα βασιλεύει βαθύτερο και γαλανότερο, όπου η ατμόσφαιρα πάλλεται αρωματική μαζί με φύλλα με καρπούς και δέρμα ανθρώπινο. Στο πέλαο των μαλλιών σου το μάτι μου ξεκρίνει ένα λιμάνι πρησμένο με τραγούδια μελαγχολικά, στιβαρούς άντρες κάθε τόπου, πλεούμενα κάθε λογής, διαγράφοντας την πλέον περίπλοκη, λεπτοφυέστατη αρχιτεκτονική τους στο φόντο ενός απέραντου ουρανού όπου κυριαρχεί αέναη θερμότητα. Μέσα στα χάδια των μαλλιών σου ξαναβρίσκω τη νωχέλεια των αργόσυρτων ωρών πάνω σε ένα ανάκλιντρο μες στην καμπίνα κάποιου ωραίου καραβιού, βαυκαλισμένος από το ανεπαίσθητο λίκνισμα των νερών του λιμανιού, ανάμεσα σε γλάστρες και στάμνες με δροσερό νερό.

Μες στο σπινθηροβόλο τζάκι των μαλλιών σου, ανασαίνω τη μυρουδιά καπνού ανακατωμένου με όπιο και ζάχαρη. Μέσα στη νύχτα των μαλλιών σου βλέπω να λάμπει το άπειρο του τροπικού

κυανού.

Μέσα στις χαμηλές αμμουδιές των μαλλιών σου, μεθώ από τις διάχυτες οσμές του μόσχου, της πίσσας, και του κακαόλαδου.

Άσε με να δαγκάσω ώρα πολλή, πολλή, τις μελανές, βαριές πλεξούδες σου. Σαν τραγανίζω τα μαλλιά σου, ελαστικά και επαναστατικά, θαρρώ ότι μασώ τις αναμνήσεις.

Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας

(https://popaganda.gr/postscripts/ta-gomenika-20-erotika-piimata-gia-na-kani-krak-i-kardia-sas/)

-Μάρκος Μέσκος: [Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου…]

III

Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου θα ’σαι ένα τίποτε
άνθη κερασιάς ρόδα στους κήπους και αγάπη — ποια αγάπη;

Χελιδόνια που κλειδώνουν τον αέρα της νυχτερίδας γκρεμός
και το φεγγάρι απάτη από χαρτί. Στο ποταμάκι κάθονται συλλογισμένοι οι φίλοι
στο χέρι καθρεφτίστηκες κι εσύ
υγρό κόκκινο φύλλο τα χείλια σου μα ξάφνου
σταφύλια σάπια κατεβασιά στον Άδη —
η λήθη βρέχει σήμερα όχι ο ουρανός.

Πριν απ’ τον κόσμο και μετά τον κόσμο η Γη μωρό στα σεντόνια του τάφου
τρωκτικά ρολόγια το φως τρυπάει περισσότερο κι αν βρέξει κάποτε
αυτοστιγμεί κλείνει τ’ ομπρελίνο στα μάτια πόνος οξύς
η βροχή όρθια σκάλα
ψηλά ψηλά ο ουρανός πώς να μισέψεις; Μόνον
οι μεταλλωρύχοι σκαρφαλώνουν στον ουρανό από τη μαύρη νύχτα στο λίγο αέρι
ήλιος και χρυσάνθεμα και λυπημένη παρηγοριά και γλάροι εξόριστοι
και φεγγαρόψαρα του βυθού — για σε δαμάλια σφαγμένα. Ξένα λοιπόν
και τα όνειρα, στα μάτια να σε κοιτάξω και να πεθάνω
να σε φιλήσω και να χαθώ απ’ τον κόσμο
μπροστά ένα ασήκωτο δειλινό κρασί το ποτίζεις να λαφρώσει
πιο κάτω είναι καλύτερα (βαθύ μουρμούρισμα χόρτα θαλασσινά)
ο ήλιος φεύγει
φεύγω κι εγώ
με τον ύπνο περνώ και με καπνό τον άσπρο φράχτη.


(ΤΑ ΙΣΟΒΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1977)

*Γ. Νταλάρας, «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά»

-Βασίλης Δημητρίου, «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά»

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά κάθε νύχτα
σε ποια σεντόνια να δακρύζεις στα κρυφά
δεν έχει περιθώριο η πίκρα
και η χαρά τελειώνει στα μισά

Λυπημένη μου αγάπη καληνύχτα
δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς
σαν αγέρας που σε καίει μες στη νύχτα
όποια πόρτα κι αν ανοίξεις θα με βρεις

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά και μια δάφνη
στο χέρι για παρηγοριά
γιατί θυμάσαι πάντα τα λάθη
γιατί δε φεύγεις για τη λησμονιά

Λυπημένη μου αγάπη καληνύχτα
δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς
σαν αγέρας που σε καίει μες στη νύχτα
όποια πόρτα κι αν ανοίξεις θα με βρεις

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά μια σταγόνα
στα χείλη να σε καίει για καιρό
ποιος τάζει της ζωής το χειμώνα
και ποιος φοβάται το Χριστό

Λυπημένη μου αγάπη καληνύχτα
δεν τελειώνουμε έτσι εύκολα εμείς
σαν αγέρας που σε καίει μες στη νύχτα
όποια πόρτα κι αν ανοίξεις θα με βρεις

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά καληνύχτα
του χρόνου πάλι θα σε θυμηθώ
καληνύχτα σ’ αγαπώ

«Η φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου», του Νικόλα Κουτσοδόντη

Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι
και του επαρχιακού δρομίσκου ώς το μπάνιο
σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου.
Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάιδευα
με το κεφάλι σου μπονζάι στον απόκρημνό του βράχο
δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση
στον υδραυλικό.

Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα
δυο λίμνες αντρικές τα μάτια με κουφάρια αυτοκινήτων
ξεχάσαμε το αύριο που φτάνει ο πατέρας σου
με τις καμπάνες που στη ζέστη του Νοέμβρη πέφτουν
λείος ήχος όπως ξυρισμένο μάγουλο.

(https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/12144-fwtagwghmenh-polh-malliwn)

-Βύρων Λεοντάρης, [Από τις ρίζες των μαλλιών μου]

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ απ’ αγάπη,
αγκάθια μες στο ζαλισμένο αίμα μου κυλούν,
μια φλόγα μου τρυπάει τον ουρανίσκο,
ο άνεμός μου σπρώχνει απάνω το πιγούνι,
ο άνεμός μου αναποδογυρίζει τα μάτια,
είμαι ένα απελπισμένο κύμα μες στη μέση του πελάγους,
που υψώνεται, λάμπει και πέφτει
ως τρέχω μες στη νύχτα και φωνάζω.
Από κραυγή μουδιάσανε τα δόντια μου – Μα εσύ,
αμίλητη περνάς μακριά, στις όχθες τ’ ουρανού,
μέσα σε πέπλα λουλουδιών που πέφτουν απ’ τα δέντρα,
έτσι όπως επέρασες μέσα μου
με τα γλυκά σου πόδια αναστατώνοντας τα ρυάκια των φλεβών μου…

Από τις ρίζες των μαλλιών μου ως μες στις ψύχες των νυχιών
πονώ απ’ αγάπη.
Τί τρέλα, αλήθεια, τώρα πια να σε φωνάζω!…
Μα θα φωνάζω ωσότου να σκιστούν τα σπλάχνα μου
κι ωσότου να ραγίσουνε τα κόκαλά μου,
μα θα φωνάζω ωσότου από κραυγή ν’ ασπρίσει η νύχτα,
να φέξει ο δρόμος –για να μη σκοντάψεις–
να φέξει ο δρόμος, που σε παίρνει μακριά μου,
ο δρόμος που σε αντλεί από την καρδιά μου.

(Ψυχοστασία, Ύψιλον/βιβλία)

*«Κλωστές τα μαλλιά σου», Χρήστος Θηβαίος

-Μάνος Ελευθερίου, «Κλωστές τα μαλλιά σου»

Κλωστές τα μαλλιά σου σπασμένης κιθάρας

Και μέσα σου λάμπουν αγάπες παλιές

Κι αυτά τα τραγούδια που ακούς της δεκάρας

Τη δόξα σου κρύβουν γι’ αυτό δεν τα λες

Στους δρόμους ακόμη κοιμούνται αλήτες

Με δέκα ουρανούς και φωτιές αγκαλιά

Κι εσύ την καρδιά μου κλειδώνεις με σύρτες

Μη μπουν τα φεγγάρια και γίνουν φιλιά

Θα σε βρω μια μέρα στις μέρες του κόσμου

Που δίχως μεγάφωνα ακούς τη ζωή

Να γίνεις σημαία και φως κι οδηγός μου

Και να ‘χω το πρώτο σου πάλι φιλί

Στους δρόμους ακόμη κοιμούνται αλήτες

Με δέκα ουρανούς και φωτιές αγκαλιά

Κι εσύ την καρδιά μου κλειδώνεις με σύρτες

Μη μπουν τα φεγγάρια και γίνουν φιλιά

-Γκουέντολυν Μπέννετ, ΜΥΣΤΙΚΟ

(SECRET)

Θα φτιάξω ένα τραγούδι σαν τα μαλλιά σου…
Χρυσοπλεγμένο με σκιές πρασινωπές,
Και θα παίξω με το τραγούδι μου
Όπως τα δάχτυλά μου θα έπαιζαν με τα μαλλιά σου.
Βαθιά στην καρδιά μου
Θα παίζω με το τραγούδι μου για σένα,
Απαλά…
Θα γελάσω με την ευαίσθητη γυαλάδα του,
Θα τυλίξω το τραγούδι μου σε μια κουβέρτα
Γαλάζια όπως τα μάτια σου είναι γαλανά
Με μικροσκοπικές πιτσιλιές από ασήμι.
Θα το τυλίξω χαδιάρικα,
Τρυφερά…
Θα τραγουδήσω ένα νανούρισμα
Στο τραγούδι που έχω φτιάξει
Απ’ τα μαλλιά και τα μάτια σου,
Και δεν θα μάθεις ποτέ
Ότι βαθιά στην καρδιά μου
Φυλάω ένα τραγούδι για σένα
Μυστικά…

(https://frear.gr/?p=12908)

Πες το με ποίηση (318ο): «ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ»

ΜΗ ΜΟΥ ΧΤΥΠΑΣ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΤΗ ΠΟΡΤΑ

1.ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ  ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ

Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι

Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά

Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι

Και ύστερα;

                    Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν

Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο

Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν

        αγωνίζονται ώστε

Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από

        τις πυρκαγιές

Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε

        ο καπνός. Προεξέχουν μόνον

Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα

Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι

Κοντά να ξημερώσει

                                  μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα

Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι

Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους

Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα

Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου

Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας  1991

Μεσάνυχτα στην πόρτα σου, Αφροδίτη Μάνου

2.ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Μαύρα
μεσάνυχτα, βαθιά μεσάνυχτα, άγρια μεσάνυχτα.

Η λαϊκότροπη εκδοχή της δωδεκάτης και πέραν.

Γλυκά μεσάνυχτα, ήσυχα μεσάνυχτα, ηδονικά
μεσάνυχτα

– από το μέγεθος της κλίνης εξαρτάται αυτό –

η αστική
αντίληψη του μεσονυχτίου.

Από τις δύο, προτιμώ, παρακαλώ, την τρίτη και
ωραιότερη.

Ώρα θαυμάτων, πύλη φαντασμάτων,

επέλαση ασμάτων, απώλεια
υφασμάτων.

Δείχνει πιο πρακτική.

Για μένα που θέλω έναν ήλιο τα μεσάνυχτα

κι ανθρώπους που γνωρίζουν πως τα γόνατα

δεν είναι για να υποκλίνεσαι αλλά να παραμένεις όρθιος.

ΚΩΣΤΑΣ   ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ

*****

3.ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Υπέροχο το μεσονύχτι.

Της ροδαριάς ακούω τους κόμπους:

τον χυμό που ανεβαίνει μέσα στο ρόδο.

Ακούω

τις καψαλισμένες ραβδώσεις του αληθινού

τίγρη: μου κόβουνε τον ύπνο.

Ακούω

το τραγούδι κάποιου

κι αβγαταίνει μες στη νύχτα

σαν νά ’ναι αμμόλοφος.

Ακούω

τη μητέρα μου

με δυο ανάσες να κοιμάται.

(Κοιμόμουν μέσα της

για πέντε χρόνια.)

Ακούω τον Ροδανό

που πέφτει και με κουβαλάει σν τυφλός

πατέρας, με αφρούς τυφλούς.

Κι έπειτα τίποτα δεν ακούω,

μόνο πέφτω, όλο πέφτω

στης Αρελάτης τα τείχη

που ’ναι γεμάτα ήλιο.

GABRIELA MISTRAL, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

Μεσάνυχτα και κάτι, Μικρές  Περιπλανήσεις

4.MEΣΑΝΥΧΤΑ  ΚΑΙ  ΚΑΤΙ

Τα τραγούδια τα μεσάνυχτα στο ράδιο
της μορφής σου μου ταιριάζουν τα κομμάτια
Μες απ’ τους κύκλους του καπνού απ’ τα τσιγάρα
κρυφοκοιτάζω στα κλεφτά τα δυο σου μάτια

Τα τραγούδια τα μεσάνυχτα στο ράδιο
το τσιγάρο, το πιοτό κι η μοναξιά μου
στα ταξίμια μπερδεμένη και στους δρόμους
μια σε φέρνουν, μια σε παίρνουν μακριά μου

Παίξε μαζί μου το τραγούδι της βροχής
παίξε να γίνει φίλη μας η νύχτα
Παίξε πριν σβήσει τ’ όνειρο η αυγή
πάντα με φόβιζε η σιωπή μετά την καληνύχτα

Τα τραγούδια τα μεσάνυχτα στο ράδιο
στο κατάρτι μιας γαλέρας με προβάλλουν
με μαρκούτσι να σε βρίσκουν στ’ άγρια κύματα
και μες στ’ άσπρο τους και πάλι να σε χάνουν

Τα τραγούδια τα μεσάνυχτα στο ράδιο
σα φιγούρες του μπερντέ να με τυλίγουν
σαν ηχώ μέσα σε δρόμους που δεν πάτησα
σαν τα μάγια που οι μάγισσες δε λύνουν

Παίξε μαζί μου το τραγούδι της βροχής
παίξε να γίνει φίλη μας η νύχτα
Παίξε πριν σβήσει τ’ όνειρο η αυγή
πάντα με φόβιζε η σιωπή μετά την καληνύχτα

ΜΙΧΑΛΗΣ  ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΗΣ

*****

5.ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ  ΚΑΙ  ΚΑΤΙ

Διάφανος ο χρόνος και βασανιστικός

Προσπαθείς να βρεις την άκρη του και χάνεσαι στη δίνη του λεπτοδείκτη

Δεν κτίζεται το όνειρο μέσα σε χρονικά όρια

Δεν φυλακίζονται οι αισθήσεις σε κατασκευασμένη καθημερινότητα

Στον έρωτα ο χρόνος είναι ίδιος

Μεσάνυκτα και κάτι.

Δ. ΜΠΑΛΑΦΟΥΚΟΣ

*****

6.ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ  ΚΑΙ  ΚΑΤΙ

Στάθηκα στον

εξώστη της φωτιάς

που σιγόκαιγε μέσα μου

κι αφουγκράστηκα τη ζωή.

Ήταν μεσάνυχτα και κάτι.

Ζήτησα να πιώ λίγο φως

από εκείνο που μπόρεσε

να υποτάξει το ανυπόταχτο

να αναδυθεί

από την ετυμηγορία της φυγής

να σπάσει τις αλυσίδες

που το έδεναν

στον βράχο της σιωπής

την ώρα

που το Βόρειο Σέλας

έβλεπε με μάτι αδιάφορο

τη μοναξιά του Χιονάνθρωπου

καταμεσής

της παγωμένης στέπας.

Ήταν μεσάνυχτα και κάτι.

Πίσω από το πέτασμα της ομίχλης

που δοκίμαζε

πάνω στα ασχημάτιστα κύτταρα

των εμβρύων της γνώσης

την αλληγορία της σκιάς

ένα ανυπεράσπιστο φύλλο

παρασύρθηκε

από τα βήματα του ανέμου

κι άκουσε

το ψιθύρισμα της βροχής

στα θολά τζάμια

των απόντων της όρασης.

Δύσκολα μπόρεσα να διακρίνω

δυο τρία αστέρια

που κατάφεραν να διαπεράσουν

τη σάρκα του σκοταδιού

και υπογράμμισαν

την ύπαρξη τους

με αχνές

πλην όμως αδιάψευστες

αναλαμπές.

Ήταν μεσάνυχτα και κάτι.

Η περιπλάνηση θύμιζε σημαία

που κυμάτιζε στο κενό

και μάταια πάσχιζε

να κρατηθεί από κάπου

να μείνει ασάλευτη

να οριοθετήσει τη θέση της

με γόνιμα συνθήματα χρωμάτων

αποφεύγοντας τις παγίδες

που το κενό επιφυλάσσει.

Ήταν μεσάνυχτα και κάτι.

Το κενό

άπλωνε τη σιωπηλή του παρουσία

γύρω από το φως

κι εμπόδιζε

με αόρατες επίμονες κινήσεις

το ταξίδι στον Κόσμο.

Ήταν μεσάνυχτα και κάτι.

Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου

Μεταμεσονύχτιο Εμπάργκο – Κώστας Καράλης

7.ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟ

Η νύχτα είναι μαγική

πέφτει στον ουρανό ένα αστέρι

μια μυστική θα κάνω ευχή

(Αλίκη τι κρατάς στο χέρι)

Ένας διαβάτης προσπερνά

κι απ’ το τραγούδι του μαντεύεις

πόσο τρελά την αγαπά

(Αλίκη πού να ταξιδεύεις)

Τρέχει η σελήνη η μικρή

μες στους αιθέρες σαν ελάφι

δρόμο να κάνει έχει μακρύ

(Αλίκη δώσ’ μου το ξυράφι·)

Η νύχτα φεύγει μοναχή

κι ο ραγισμένος μας καθρέφτης

σου λέει με παγερή φωνή

Αλίκη στο κενό μην πέφτεις

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ

*****

8.Ο  ΗΛΙΟΣ  ΤΟΥ  ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

                                  «Εστι δε πίστις…»
                                         ( «Προς Εβραίους», 11,1.)

Σαν τον ήλιο του μεσονυχτίου,
ας κατέβουμε χαμηλά.
Αυτός δεν είναι ήλιος. Είναι το είδωλό του,
που φέγγει ακόμα, ενώ εκείνος πια έχει δύσει.

Θ’ αφήσω πάλι την ελπίδα να περάσει μέσα από «κε-
        φαλή βελόνης».
Η φύση με βρεγμένα φτερά δε μπορεί να πετάξει,
κουβαλώντας σε μόρια ύλης κάτι από την ψυχή των
       προγόνων.


Ας κατέβουμε χαμηλά.
Τα μάτια μας διεσταλμένα για να κοιτάζουν,
τα χείλια μας ανυπόμονα να γευτούν.
Γένος αμαρτωλό,
ξεχνάμε ακόμα ως και το θαύμα.
Τα χέρια μας αεικίνητα, έτοιμα ν’ αρπάξουν.

Ποιος βρίσκεται πιο πάνω και πιο κάτω
ανάμεσα σε καύκαλα γυμνά,
που σε κοιτάζουν κιόλας με τις άδειες τρύπες των
          ματιών τους;
Η πεντάμορφη με το ρόδο κι η γκαβή κολοκύθα.
Το κρανίο του Γιόρικ και του Μεγαλέξαντρου.


«Εστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις,
πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων.»
Πόσο να βυθιστώ πιο βαθιά;
Απ’ αλλού δεν μπορώ να φύγω.


Ας κατέβουμε χαμηλά,
ας κατέβουμε ακόμα πιο χαμηλά.
Αυτό το φως δεν παύει να φέγγει.

Κώστας Στεργιόπουλος, Νεφέλη

*****

9.ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Η νύχτα για τον ποιητή δεν είναι μόνο η απουσία του φωτός, η

αντίστροφη όψη της μέρας, το φυσικό σκοτάδι, όπου η μνήμη μπορεί

καλύτερα να προβάλλει το σύμφυρμα των εικόνων, αλλά είναι επίσης

και η ψυχολογική ουσία των ανθρώπινων καταστάσεων (πολιτικές,

ιστορικές, ψυχολογικές)

ΤΑΚΗΣ  ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

*****

10. ΜΟΥΓΚΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Μουγκρίζουν τα μεσάνυχτα μες το μυαλό μου

Άγριες φωνές αδικημένων

Κράτησαν μέχρι που άντεξαν οι αρμοί τους

Ενώ ο χρόνος έσκαβε σχήματα θανάτου

Σφηνώθηκαν στη σάρκα του βράχου

Και πιο βαθιά στο μαύρο αίμα των προγόνων,

Γυρίζω ανταριασμένος

Έρημο σπίτι από φίλους, γεμάτο φονιάδες

Εξόριστοι μες στον τόπο μας μασάμε ελπίδες

Προγραμμένοι σε σκοτεινά κατάστιχα μηχανικών εγκεφάλων

Χαλινάρι σκληρό οι συμφορές στο στόμα

Σύντροφοι

Ποια άνοιξη ακόμα καρτεράμε

Ποιο βόλεμα μπήκε πάνω απ’ το άγριο χρέος

Τ’ άγριο χρέος που μουγκρίζει μες το μυαλό μου

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ  ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (317ο): «Γάμος»…

-«Ο γάμος», Λουκιανός Κηλαηδόνης – Γιάννης Νεγρεπόντης

Σε δυο πανέρια οι μπουμπουνιέρες
κι οι ανθοδέσμες στη σειρά,
η νύφη μόνο δεκαεννιά
και του γαμπρού οι μέρες μετρημένες.

Ο γάμος έμοιαζε κηδεία
όταν σταθήκαν στη σειρά
κουμπάρος, σόι και λοιπά
στη σκάλα για να βγουν φωτογραφία.

Κρίμα το κοριτσάκι, κρίμα,
τι κάνει το άτιμο το χρήμα.

-Φ. Γκ. Λόρκα, «Ματωμένος γάμος» (απόσπασμα)

ΦΕΓΓΑΡΙ

Είμαι  κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι

μάτι σε στέγες ιερές

ψεύτικη αυγή στις φυλλωσιές.

 Δε μου ξεφεύγετε!

 Ποιος κρύβεται;

 Ποιος σιγοκλαίει στης κοιλάδας τις άγριες μονιες;

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει στον αέρα

καρτεράει στο μολύβι πόνος

διψάει να γίνει μες στο αίμα

Αφήστε με να μπω!

Από τοίχους έρχομαι, παγωμένο,

 κι από κρύσταλλα!

 Ανοίξτε στέγες και στήθη

μέσα να μπω, να ζεσταθώ!

Κρυώνω!

 Οι στάχτες μου,

μέταλλα κοιμισμένα,

 την  κορφή ψάχνουν της φωτιάς

στα  βουνά και στις στράτες

Όμως στις πλάτες του πάνω τις λαμπερές

 με  παίρνει το χιόνι

και  παγωμένο με πνίγει

σε σταχτοπράσινες υγρές αγκαλιές

Γιατί τούτη τη νύχτα θα βαφτούν

τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα

και τα πυκνά τα βούρλα

 στα πέλματα θα ‘ναι τα πλατιά του αέρα

Να μην είναι σκιά ούτε φωλιά .

να  μην ξεφύγουν!

Να μπω θέλω σ’ ένα στήθος

να ζεσταθώ!

 Μια καρδιά θέλω!

Ζεστή! Να πλημμυρίσει αίμα

τα στήθια μου, τα βουνά τα παγωμένα

Αφήστε με να μπω, αφήστε με! ( στα κλαδιά)

Ίσκιους δε θέλω. Πρέπει παντού

 οι αχτίδες μου να μπουν

κι οι σκοτεινοί κορμοί

μες στη βουή να λουστούν τη φωτεινή

για να βαφτούν τούτη τη νύχτα

τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα ·

και τα πυκνά τα βούρλα

στα πέλματα να ‘ναι τα πλατιά του αέρα

Ποιος κρύβεται; Έξω, φωνάζω!

Όχι! Δε θα ξεφύγετε!

Θ’ αστράψω στ’ άλογο

πυρετό διαμαντένιο

ΖΗΤΙΑΝΑ

Το φεγγάρι φεύγει και κείνοι ζυγώνουν.

Ως εδώ. Του ποτάμιου η βουή και των δέντρων

η μιλιά μαζί, θα σκεπάσουν τα βογκητά,

τα σκισμένα φτερά τους.

Εδώ πρέπει να γίνει, και γρήγορα. Απόστασα.

Ανοίγουν οι κάσες κι οι άσπρες κλωστές

στου κρεβατιού την αγκαλιά

τα βαριά τους κορμιά καρτερούν με το λαιμό τον κομμένο. Να μην ξυπνήσει πουλί

κι η αύρα στη φούστα της, τους λυγμούς να μαζέψει και μαζί τους να φύγει στις μαύρες κορφές ή στη λάσπη τη μαλακή να τους θάψει. (Ανυπόμονη.)

Αυτό το φεγγάρι, αυτό το φεγγάρι!

(….)

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Είναι αργά τώρα . Σώπα!  Γιατί μας κυνηγάμε, το βλέπεις, κι αλλιώς δε γίνεται. Άιντε, πάμε!

ΝΥΦΗ

Μα με το ζόρι θέλεις να ‘ρθω;

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Ποιο ζόρι; Ποιος κατέβηκε πρώτος στη σκάλα;

ΝΥΦΗ

Εγώ. Το ξέρω.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Ποιος έβαλε καινούρια γκέμια στ’ άλογο;

ΝΥΦΗ

Εγώ. Είν’ αλήθεια.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Ποια χέρια μου φόρεσαν τα σπιρούνια;

ΝΥΦΗ

Τούτα τα χέρια, που είναι δικά σου, μα σα σε βλέπω, θέλω με τούτα όλες τις φλέβες σαν τις γαλάζιες και το μουρμούρισμα τους να λιώσω. Σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ! Αλλά φύγε! Γιατί αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα σε σαβάνωνα σε μια κάσα και θα κεντούσα το σάβανο σου με μανουσάκια και με βιολέτες. Αχ, τι κακό, τι φωτιά το κεφάλι μου ανάβει!

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Τι σπασμένα γυαλιά μου τρυπάνε τη γλώσσα! Γιατ’ έχτισα να σε λησμονήσω πέτρινο τοίχο μπροστά στο σπίτι μου να με χωρίζει από το δικό σου. Αλήθεια λέω. Δεν το θυμάσαι; Κι όταν σε είδα από μακριά έριξα σκόνη μέσα στα μάτια μου. Μα σαν καβάληκα τ’ άλογο μου εκείνο μ’ έφερε μπρος στην πόρτα σου.

Τότε καρφίτσες μαλαματένιες μπήκαν στο αίμα μου κι έγινε μαύρο, κι άμα κοιμήθηκα το κορμί μου αγκάθια γιόμισε και τριβόλια. Αν φταίει κάποιος, δεν είμ’ εγώ, αν φταίει κάποιος, είναι η γη κι η ευωδιά που ξεχύνεται από τα στήθια και τις πλεξούδες σου.

ΝΥΦΗ

Αχ, τι τρελή, τι τρελή! Στο λέω, να μοιραστώ δε θέλω μαζί σου ούτε κρεβάτι ούτε ψωμί,

κι όμως δεν είναι μια στιγμή που να μπορώ να ζω μακριά σου. Γιατί με διώχνεις κι εγώ μένω, μου λες να φύγω, μα με σέρνεις

σαν αχερόκλωνο του αγέρα. Σκέψου, παράτησα έναν άντρα

μ’ όλο το σόι του στη μέση, κι έφυγα πριν τελειώσει ο γάμος με το στεφάνι στο κεφάλι. Όμως εσένα θα σκοτώσουν, εσένα! Κι έρχονται.

Άσε με μόνη! Φύγε, φύγε! Κανείς δεν είναι να σε σώσει.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Πουλιά της χαραυγής ξύπνησαν και φτερουγίζουνε στα δέντρα.

Η νύχτα αργοπεθαίνει τώρα πάνου στου λιθαριού την κόψη. Πάμε να βρούμε μια γωνιά όπου θα σ’ αγαπώ για πάντα, και δε με νοιάζουν οι άνθρωποι με το φαρμάκι που χύνουν.

(Την αγκαλιάζει με πάθος).

ΝΥΦΗ

Κι εγώ θα κοιμηθώ στα πόδια σου. για να φυλάω τα όνειρα σου. Γυμνή, κοιτάζοντας τον κάμπο,

(δραματική)

σα σκύλα. Γιατί σκύλα είμαι!

Γιατί στα μάτια σε θωρώ κι η ομορφάδα σου με καίει.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Η μια φωτιά βρίσκει την άλλη.

Η ίδια η φλόγα τα σκοτώνει μαζί δύο στάχυα αδελφωμένα. Πάμε!

(Την τραβάει).

ΝΥΦΗ

Πού με τραβάς;

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Εκεί που δεν μπορούν να ‘ρθούνε

όσοι μας κυνηγάνε τώρα. Εκεί που θα μπορώ να σε κοιτάζω!

ΝΥΦΗ

(σαρκαστική) Στα πανηγύρια να με γυρίζεις

να ‘μαι ντροπή κάθε γυναίκας,

κι οι. άνθρωποι να με κοιτάνε με τα σεντόνια του γάμου μου

σα φλάμπουρα στον αέρα.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Το ξέρω. Έπρεπε να σ’ αφήσω

αν είχα νου για να σκεφτώ.

Μα από κοντά σον δεν μπορώ να φύγω πια.

Κι εσύ, το ίδιο. Δοκίμασε. Καν’ ένα βήμα.

 Καρφιά τον φεγγαριού κάρφωσαν τη μέση μου με τους γοφούς σου.

(Όλη αυτή η σκηνή είναι βίαιη, γεμάτη μεγάλο αισθησιασμό).

ΝΥΦΗ

Ακούς;

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Ναι! Περπατάνε.

ΝΥΦΗ

Φεύγα! Εγώ θα μείνω να πεθάνω με τα ποδάρια στο νερό και με τ’ αγκάθια στο κεφάλι. Και θα με κλαίνε τα φύλλα βρόμα μαζί και παρθένα.

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Πάψε. Ανεβαίνουν.

ΝΥΦΗ

Φεύγα!

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

Σιγά. Να μη μας καταλάβουν. Εσύ μπροστά. Πάμε, σου λέω!

(Η Νύφη διστάζει).

ΝΥΦΗ 

 Κι οι  δυό μαζί!

ΛΕΟΝΑΡΔΟ

(Την αγκαλιάζει). Όπως το θέλεις! θα μας χωρίσουν, όταν μονάχα θα ‘χω πεθάνει.

ΝΥΦΗ

Κι εγώ μαζί σου.

(Βγαίνουν αγκαλιασμένοι)

-Ανδρέα Γ. Λίτου, “Ο γάμος”

Το φως στα μάτια τ’ αντικριστά.

Η φωτιά στου κορμιού και στης ψυχής

τα φανερώματα, οσιώνεται.

Έρως τρελός κι άγιος.

Μεθύσι ουράνιο ο γάμος πάνω στη γη.

Ποικίλματα και στολίδια,

παραλλαγές στις αγαπητικές δονήσεις

των ερωμένων προσώπων.

Εσύ κι εγώ στην αρπαγή της ανιούσας πυράς.

Διπλή εκφορά της άγιας αγάπης

στο τέρμα της ένωσης,

με συνοδεία φωνών δεσποζουσών,

μελωδικών συγχορδιών του νέου κόσμου,

του δικού μας παραδείσου.

Ανταγωνισμός ζευγαρωτός στον περισσότερο έρωτα.

Πόθος ενωτικός της αθανασίας,

φωτεινή σύμπραξη στην δημιουργία,

κι ευχαριστία για την ανύψωση,

για την νίκη πάνω στον θάνατο.

Εσύ κι εγώ ρουφάμε με φόβο το πολύτιμο δώρο

της αμφίδρομης ερωτικής προσφοράς.

Ζευγαρωτά τραβάμε το άρμα

του γεφυρωμένου έρωτα,

η ματιά μας στο βυθό του αμφιβλήστρου.

Κι η άγια μείξη μας, εικόνα του Θεού.

(https://www.fractalart.gr/o-gamos/)

 -Ρόμπερτ Λόουελ, «Ας μιλήσουμε για τη συμφορά που υπάρχει στον γάμο»

«Ας μιλήσουμε για τη συμφορά που υπάρχει στον γάμο
Οι καυτές νύχτες μας κάνουν ν’ αφήνουμε της κρεβατοκάμαρας
τα παράθυρα ανοιχτά.
Η μανόλια μας ανθίζει. Η ζωή αρχίζει να συμβαίνει πια.
Φέσι ο σύζυγός μου αφήνει τους οικογενειακούς καβγάδες
και παίρνει τους δρόμους, κρουαζιέρα στις πουτάνες,
σκοπευτής ελεύθερος του ξυραφιού στην άκρη.
Ο λωλός αυτός τη γυναίκα του μπορεί να σκοτώσει,
κι ύστερα να ορκιστεί,
πως δε θα ξαναπιεί.
Αχ! Τι μονότονη δολιότητα που ‘χει η επιθυμία του.
Είναι τόσο άδικος! Σκοτώνει αυτή η αδικία του.
Τυφλωμένος απ’ το ουίσκι παεραπατώντας ως το σπίτι στις 5 το
πρωί.
Η μόνη μου σκέψη είναι πώς θα μείνω ζωντανή.
Τι επιτέλους τον συγκινεί; Κάθε βράδυ τώρα δένω
του αυτοκινήτου του το κλειδί και δέκα δολάρια στο μπούτι μου απάνω.
Καταρρακωμένος απ’ του πάθους του την κλιμακτήριο
σκαρφαλώνει πάνω μου σαν άγριο θηρίο.»


(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

-Κωστής Παλαμάς, «Το τραγούδι του γάμου»

Από τη φεγγαρόβρυση γλυκαναβρύστε, οι ύμνοι!

Ο ξωτικός ο βασιλιάς,

το λαγγεμένο το Φεγγάρι

παντρεύεται τη γαλανή, την ψαροπούλα λίμνη.

Μέσ’ απ’ τη φιλτισένια σου γαΐτα τραγουδάς

του γάμου το τραγούδι, ωραίε λυράρη.

Στοιχειού τεχνίτη δούλεμα σου φόρεσε ταμπάρι,

πλεμένο από τις τρεμουλές του αποσπερίτη αχτίδες·

σου χάρισε υποταχτικές ξωθιές γαλανοφρύδες,

της μυστικής του χώρας το λογάρι

στα πόδια σου το σώριασε, γαλανομάτα λίμνη.

Από τη φεγγαρόβρυση γλυκαναβρύστε, οι ύμνοι!

Ήρθε ο γαμπρός· όπου περνά

θάματα σπέρνει, μαγικές πεντάλφες όλο γράφει·

και το καμάκι από διαμάντι, και τρυπά

το ψάρι που είν’ από χρυσάφι·

και τα καλάμια σου φλωριά της τραχηλιάς σου, λίμνη,

και τ’ αχαμνό αρμυρούδι

και κείνο κρίνο λιόκαλο· κάθε πνοή, τραγούδι.

Από τη φεγγαρόβρυση γλυκαναβρύστε, οι ύμνοι!

Βροχή από ζαφειρόπετρα κι από μαργαριτάρι.

Του τοπαζιού οι φωτοματιές, τ’ αχνόγελο του αχάτη.

Σμαράγδι ατόφιο η βάρκα σου, ξανθό μελισσοσμάρι

παιδόπουλα Ερωτόπουλα σ’ ακολουθάνε, και άτι

λιοκόρνο φίδι σέλωσες, του ονείρου καβαλάρη!

Πέρα αρμενίζει ολόστραφτη μια στοιχειωμένη αρμάδα·

κι από τη χώρα ώς τη φτωχή ψαράδικη πελάδα,

όλα φεγγαροπρόσωπα και πνέματα όλα, λίμνη.

Από τη φεγγαρόβρυση γλυκαναβρύστε, οι ύμνοι!

(https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1536)

-Κωστής Παλαμάς, «Η αρχή»

Σε ξένη χώρα γυριστής καλέστηκα σε γάμο, η νύφη είναι πεντάμορφη, και μάγος ο γαμπρός, και καβαλάρης βρίσκομαι και τρέχω να προκάμω· δεν έχει ο δρόμος τελειωμό κι όλο τραβάω εμπρός. Όλο και δρόμος, κι όλο εμπρός· μα όσο να φτάσω σε άκρη, του αλόγου ασημοπέταλου βαστώ τη γαύρη ορμή, και συμμαζεύω συνετά του ταξιδιού τα μάκρη με κάποιους ήχους που ξυπνούν εντός μου σαν καημοί. Ήχοι παλιοί και γνώριμοι μου γλυκοψιθυρίζουν των γυναικών τις ομορφιές, τους ίσκιους των σπιτιών, λουλούδια μού μοσκοβολάν κι ανθοί που δε μυρίζουν έχουν τη γλώσσα των βουβών ολάνοιχτων ματιών. Και ξανασμίγω αθέλητα και ξαναλέω τη ρίμα που αντιλαλεί μονότροπα τις φλόγες των καρδιών, κι όσα φιλάκια σπαταλά στην αμμουδιά το κύμα κι όσα πουλάκια κελαηδάν στα χείλη των παιδιών.

(https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1415)

-«Τώρα νυφούλα μου χρυσή», Λάκης Παπάς – Μάνος Χατζιδάκις

Τώρα νυφούλα μου χρυσή
που βγαίνεις απ’ το σπίτι σου
να θυμηθείς πως βγαίνεις
σαν τον αυγερινό.

Φρεσκολουσμένο το κορμί
καινούργιο το φουστάνι σου
βγαίνεις από το σπίτι σου
στην εκκλησιά να πας.

-Γ. Σαραντάρης, «Νύφη»

Νύφη μας ἔρχεται ἡ χαρὰ
Τὸ πρωτοβρόχι ἀνθίζει
Στήνουν χορὸ στὴ γειτονιὰ τ᾿ ἀηδόνια
Φέρνουν τραγούδια οἱ κομψὲς νεράιδες τοῦ νεροῦ
Μάλαμα γίνονται οἱ στοχασμοὶ
Μάλαμα οἱ κουβέντες
Ἀποστηθίζουν τὰ φιλιὰ
Οἱ ποιητὲς κι οἱ κοπέλες
Λαχανιασμένα κάποιος φτάνει στὴ γιορτὴ
Καὶ εἶναι ὁ χρόνος μὲ αὐλό

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/giwrgos_sarantarhs_poems.htm#%CE%9D%CE%A5%CE%A6%CE%97)

-Το τραγούδι της νύφης

Ένα τραγούδι θα σας πω απάνω στο ρεβίθι

Χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν την νύφη

Γαμπρέ πως τα κατάφερες και μπήκες στο μπαξέ μας

και διάλεξες και έκοψες τον ωραίο μενεξέ μας

Την νύφη μας την είχαμε σε κόλλα διπλωμένη

και τώρα σας την δίνουμε, άξια και τιμημένη

Ένα τραγούδι θα σας πω απάνω στο κεράσι

τ’ ανδρόγυνο που γίνεται να ζήσει να γεράσει

Η νύφη είναι όμορφη, επίσης κι γαμπρός μας

αν πεις για τον κουμπάρο μας, είναι ο λεβεντονιός σας

Ένα τραγούδι θα σας πω απάνω στο πεπόνι

να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός κι οι συμπεθέροι όλοι

Ωραία είν’ η νύφη μας, ωραία τα προικιά της

Ωραία κι η παρέα της που κάνει την χαρά της

(Δημοτικό)

-Δημοτικά τραγούδια του γάμου…

-Σήμερα λάμπει ο ουρανός (Του γάμου)

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα

Αμάν, σήμερα στεφανώθηκε αϊτός κι περιστέρα

Ωχ Παναγία δέσποινα με τον μονογενή σου

Αμάν τ‘ αντρόγυνο που έγινε να δώσεις την ευχή σου

Ένα τραγούδι θα σας πω μαζί με την κιθάρα

Να ζήσει η νύφη και γαμπρός, κουμπάρος και κουμπάρα

Κουμπάρε που στεφάνωσες τα δυο τα κυπαρίσσια

Αμάν να σ‘ αξιώσει ο θεός να ‘ρθεις και στα βαφτίσια

(Δημοτικό)

Γιὰ τὸ γάμο

Ὦ Παναγία Δέσποινα
μὲ τὸν Μονογενῆ Σου
στ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ δώσεις τὴν εὐχή Σου.

Ἀπόψε λάμπει ὁ οὐρανός,
ἀπόψε λάμπει ἡ σφαῖρα,
ἀπόψε στεφανώνεται
ἀητὸς τὴν περιστέρα.

Γειτόνοι καὶ γειτόνισσες
προβάλετε νὰ δεῖτε,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται,
νὰ τὸ ὑποδεχθεῖτε.

Παντρεύεται ὁ αὐγερινὸς
καὶ παίρνει τὸ φεγγάρι,
ἂς εἶναι καλορίζικοι
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ χάρη.

Χελιδονάκια καὶ πουλιὰ
λαλοῦν στὰ δώματά σας
καὶ λένε καλορίζικα
στὰ στεφανώματά σας.

Ἐγύρανε τὰ στέφανα
σὲ ἀσημένιο τάσι,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ ζήσει νὰ γεράσει.

Ὅσ᾿ ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς
καὶ ὁ χειμώνας χιόνια,
τόσα σᾶς εὔχομαι νὰ ζήσετε
εὐτυχισμένα χρόνια.

Ἅγια νὰ εἶναι ἡ στιγμή,
κάνουμε τὸ σταυρό μας
καὶ στέλνουμε τὶς προσευχὲς
γιὰ νύφη καὶ γαμπρό μας.

Ἅγια νὰ εἶναι ἡ στιγμή,
Θεὸς θέλει βοηθήσει,
ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλονε
νὰ μὴ βαρυγκομήσει.

Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός,
χωρὶς καημὸ καὶ βάρος(η),
ὁ πεθερός, ἡ πεθερά,
οἱ φίλοι, κι ὁ(οἱ) κουμπάρος(οι).

Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρὸς
εὐτυχισμένα χρόνια
νὰ τοὺς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ δοῦν
παιδιὰ μὰ καὶ ἐγγόνια.

Προχώρει γλῶσσα μου, ἄρχισε
τραγούδια ν᾿ ἀραδιάζεις,
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνεται
νὰ τὸ καλοτυχιάζεις.

Γιὰ τὴ νύφη

Ἀπόψε γάμος γίνεται
σ᾿ ὡραῖο περιβόλι
ἀπόψε ἀποχωρίζεται
ἡ μάνα ἀπὸ τὴν κόρη.

Κι ἀπόψε ξεχωρίζονται
σὰν κεῖνα τὰ πουλάκια
π᾿ ἀφήνουν τὶς φωλίτσες τους
καὶ πᾶνε στὰ κλαδάκια.

Νύφη καμπάνα Φράγκικια
βενέτικο ρολόγι
ὅπου χτυπᾷς στὴ Βενετιὰ
κι ἀκούγεσαι στὴν Πόλη.

Ὡσὰν τῆς νύφης τὸ κορμὶ
εἶδα μηλιὰ στὴν Πόλη
ὅπου τὴν εἶχε ὁ Βασιλεὺς
μέσα στὸ περιβόλι.

Ποιὸς κρίνος λευκοφόρετος
σοὔδωσε τὴν ἀσπράδα
καὶ ποιὰ μηλιὰ ροδομηλιὰ
τὴ ροδοκοκκινάδα.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο γύρισα
σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
τὰ μάτια μου δὲν εἴδανε
τέτοια ὡραία νύφη.

Ἡ νύφη μας εἶν᾿ ὄμορφη
ὡσὰν τὴν Παναγία
ὅπως ὁ πολυέλαιος
ποὖναι στὴν ἐκκλησία.

Νύφη σκῦψε καὶ φίλησε
τὰ πόδια τῶν γονιῶν σου
διότι πολὺ κουράστηκαν
νὰ φτιάξουν τὰ προικιά σου.

(Νύφη) ἐσὺ ὅπου κάθεσαι
εἶναι ξερὰ τὰ ξύλα
κι ἀπὸ τὴν ὀμορφάδα σου
ἀνθοῦν καὶ βγάζουν φύλλα.

Σκῦψε (Νύφη) καὶ φίλησε
τῆς πεθερᾶς τὸ χέρι
π᾿ ἀνέτρεφε τέτοιονε νιὸ
νὰ σοῦ τὸν δώσει ταῖρι.

Σοῦ εὔχομαι (Νύφη) μας
τὸ πρῶτο ζυμωτό σου
ζάχαρη νἆν᾿ τ᾿ ἀλεύρι σου
καὶ γάλα τὸ νερό σου.

Ἄκουσ᾿ ἐδῶ (Νύφη) μας
νὰ τόνε κανακίζεις,
μὲ μέλι καὶ μὲ ζάχαρη
τὸν (Γαμπρό) σου νὰ ταΐζεις.

(Νύφη) μας καλορίζικη
σήμερα εἶν᾿ ἡ χαρά σου
ἦρθαν τ᾿ ἀηδόνια ἀπ᾿ τὴ Βλαχιὰ
νὰ δοῦν τὴν ὀμορφιά σου.

(Νύφη) μας ἀψεγάδιαστη
νὰ ζήσεις, νὰ γεράσεις
τὸ κρίνο ποὺ σοῦ δώσαμε
νὰ μὴ μᾶς τὸ μαράνεις.

(Νύφη) μας τὸ νυφικὸ
ἀγγέλοι σοῦ τὸ ράψαν
καὶ στὴ δεξιά του τὴν πλευρὰ
(Γαμπρὸς) σοῦ ἐγράψαν.

(Νύφη) μας καλορίζικη
βασιλικοῦ κλωνάρι
πόσα φλουριὰ ἀγόρασες
αὐτὸ τὸ παλικάρι;

(Νύφη) μας καλότυχη
νὰ ζήσεις νὰ γεράσεις
καὶ στῶν παιδιῶν σου τὶς χαρὲς
κουφέτα νὰ μοιράσεις.

(Νύφη) δὲ θέμε πλούτη ἐμεῖς,
μόνο τὴν ὀμορφιά σου,
ὁποῦ ῾χει τὸ κορμάκι σου
καὶ ἡ σεμνὴ καρδιά σου.

(Νύφη) σὰν τὸ κρύο νερὸ
μοιάζει τὸ προσωπό σου,
ἀφοῦ τώρα παντρεύεσαι
τὸν ἀγαπητικό σου.

(Νύφη) νὰ μπεῖς στ᾿ ἀρχοντικὸ
μὲ τὸ δεξί σου πόδι
καὶ νὰ σκορπίσεις ὕστερα
κατάχαμα ἕνα ρόδι.

Πῶς πρέπει τὸ τριαντάφυλλο
μὲς στὴ χρυσὴ τὴν κούπα
ἔτσι πρέπει κι ἡ νύφη μας
στὰ νυφικά της ροῦχα.

Νύφη μας καμαρωμένη
καὶ στὸν κόσμο ξακουσμένη,
τὰ μαλλιά σου μπρίλιες-μπρίλιες
῾κεῖνον πού ῾θελες ἐπῆρες.

Γιὰ τὸ γαμπρό

(Γαμπρὲ) νὰ τήνε χαίρεσαι
τὴ νέα ποὺ ἐπῆρες
γιατὶ ἀπ᾿ οὖλα τὰ καλὰ
τὴν προίκισαν οἱ μοῖρες.

Εὐχαριστῶ τὸν Κύριο
καὶ τοῦ φιλῶ τὸ χέρι
γιὰ τέτοια νύφη καὶ γαμπρὸ
καὶ τέτοιοι συμπεθέροι.

Γαμπρέ μας, κρῖνε τοῦ μπαξὲ
ψηλό μας κυπαρίσσι
νὰ τὰ χαρεῖς τὰ μάτια σου
ποὺ διάλεξαν τὴ νύφη.

(Γαμπρὲ) μιὰ χάρη σοῦ ζητῶ
θέλω νὰ μοῦ τὴν κάμεις
τὸ ρόδο ποὺ σοῦ δώσαμε
νὰ μὴ μᾶς τὸ μαράνεις.

Γιατὶ ἐμεῖς τὴν εἴχαμε
σὰν ἄνθος στὸ ποτήρι
καὶ τώρα σοῦ τὴ δίνουμε,
χαλάλι σου ἂς γίνει.

(Γαμπρέ), τήνε (νύφη) μας,
νὰ μὴν τήνε μαλώνεις
νὰ τὴν ταΐζεις ζάχαρη
καὶ νὰ τὴν καμαρώνεις.

(Γαμπρέ), τὴν (νύφη) ν᾿ ἀγαπᾷς
νὰ μὴ τήνε μαλώνεις
σὰν τὸ σγουρὸ βασιλικὸ
νὰ τήνε καμαρώνεις.

(Γαμπρὲ) ἐμπρὸς στὴν ἐκκλησιὰ
καὶ στάσου στὸ στασίδι
ἀπόψε στὴν ἀγκάλη σου
θὰ ἔχεις μουσαφίρη.

Ἀπόψε μας τὸν πήρανε
τὸν πολυέλαιό μας
ποὺ ἄναβε καὶ στόλιζε
ὅλο τὸ σπιτικό μας.

Σὲ σένα πρέπει νὰ πατεῖς
σὲ ζυγιασμένο χῶμα
νὰ σειέται νὰ λυγίζεται
τὸ ὄμορφό σου σῶμα.

Ν᾿ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν κεφαλὴ
νὰ πῶ γιὰ τὰ μαλλιά σου
νὰ πῶ καὶ γιὰ τὸ μπόι σου
καὶ τὴν κορμοστασιά σου.

Σὰν ἀητὸς πετᾷς ψηλά,
καλὰ μαντάτα στέλνεις,
σὰν ἄγγελος πατεῖς στὴ γῆ
κι ὡραῖα χαμπέρια φέρνεις.

Λεβέντης εἶσαι μάτια μου
λεβέντικα χορεύεις
λεβέντικα πατεῖς στὴ γῆ
καὶ κουρνιαχτό δὲ σέρνεις.

Γαμπρὲ βλαστάρι ὄμορφο
βέργ᾿ ἀπὸ κυπαρίσσι
ἡ νύφη μας νὰ σ᾿ ἀγαπᾷ
σὲ ὅλη της τὴ ζήση.

Γαμπρέ μας νὰ τὰ χαίρεσαι
τὰ ὄμορφά της κάλλη
ὁποῦ δὲν ξαναεἴδαμε
νὰ τά ῾χει καμιὰ ἄλλη.

Ψηλὲ λιγνέ μου τσελεμπῆ,
τῆς Πόλης παλληκάρι
λάμπουν σου τὰ ματόφρυδα
σὰν ἥλιος, σὰν φεγγάρι.

Δὲν εἶναι μόνη τύχη σου
ποὺ νύφη καλὴ λαμβάνεις
συνάμα καὶ πεθερικά,
ἀρχοντικὰ θὰ κάνεις.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν καὶ πρόσεχε
τὴν συμπεριφορά σου
σκῦψε τώρα καὶ φίλησε
τὴ χεῖρα τῆς πεθερᾶς σου.

Καὶ γιὰ τοὺς δυό

Ὅλα τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ,
ἡ Γῆ καὶ ἡ Σελήνη
ἦρθαν νὰ δώσουνε εὐχὴ
στ᾿ ἀντρόγυνο π᾿ ἐγίνη.

Ὅλα τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ
θὰ κάμουνε ζυμάρι
νὰ ζυμώσουνε τὸ μάλαμα
μὲ τὸ μαργαριτάρι.

Γαμπρέ μας ὡραιότατε
νύφη μας Ἀρετοῦσα
τί ὡραῖο ζεῦγος εἴδανε
αὐτοὶ ποὺ σᾶς κοιτοῦσαν.

Νὰ μᾶς ἐζήσουνε κι οἱ δυὸ
νὰ πιοῦμε στὴν ὑγειά τους
νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς
νὰ δοῦμε τὰ παιδιά τους.

Νὰ ζήσετε χρόνια πολλὰ
καὶ κάθε εὐτυχία
αὐτὸ εἶναι γιὰ τοὺς φίλους σας
μεγάλη ἐπιθυμία.

Στὸ πάπλωμά σας κέντησαν
ἀητοὺς νὰ τὸ στολίζουν
γαρύφαλλα τῆς λεβεντιᾶς
νὰ τὸ μοσχομυρίζουν.

Εἶν᾿ ὁ γαμπρὸς ὁ Βασιλεὺς
μὲ τὰ χρυσὰ γαλόνια
κι ἡ νύφη ἡ βασίλισσα
μὲ τὴ χρυσὴ κορόνα.

Γαμπρὸς εἶναι γαρύφαλλο
νύφη τριανταφυλλάκι
παράγαμπρος παράνυμφη
τῆς νύχτας φεγγαράκι.

Ὄμορφα ποὺ ταιριάσατε
οἱ δυό σας μέσ᾿ στὴν Πόλη
σὰν τὰ κυπαρισσόμηλα
ποὖναι στὸ περιβόλι.

Γιὰ τοὺς κουμπάρους

Πολλὰ τραγούδια λέγουμε,
ὅλα εἶναι διαλεγμένα,
μόνο γιὰ τὰ κουμπαρικὰ
δὲν εἴπαμε κανένα.

Ὤ, πρέπουν στοὺς κουμπάρους μας
ἔπαινοι καὶ τραγούδια
ὁποῦ ῾ρθαν καὶ ζευγάρωσαν
αὐτὰ τὰ δυὸ πιτσούνια.

Ὡραῖα ποὺ ταιριάσανε
κι οἱ δυό τους μία ὄψη
κι ὅπου ἄλλαξε τὰ στέφανα
χάρος νὰ μὴν τὸν κόψει.

Ὁ γαμπρὸς εἶναι ἡ Βενετιὰ
καὶ ἡ νύφη εἶν᾿ ἡ Σμύρνη,
κι ὅποιος τοὺς ἐστεφάνωσε
νὰ ζήσει χίλιοι χρόνοι.

Χαρᾶς τὰ συμπεθερικὰ
καὶ τοὺς προξενητάδες
ποὺ βρῆκαν καὶ ταιριάξανε
αὐτὲς τὶς δυὸ λαμπάδες.

Κουμπάρε, πρωτοκούμπαρα.
ποὔβαλες τὸ στεφάνι
νὰ σ᾿ ἀξιώσει ὁ Θεὸς
νὰ βάλεις καὶ τὸ λάδι.

Γιὰ τὸ νυφικὸ κρεβάτι

Τὸ νυφικὸ ποὺ στρώνουμε,
ἡ Παναγιὰ μαζί τους,
καὶ νὰ τὸ καμαρώνουνε
γονεῖς καὶ ἀδελφοί τους.

Τὸ νυφικὸ ποὺ στρώνουμε,
ἂς εἶναι εὐλογημένο,
νὰ ζεῖ τὸ νέο ἀντρόγυνο
πάντα ἀγαπημένο.

Κι αὐτὰ τὰ ροῦχα τ᾿ ἀκριβὰ
τὰ μοσχομυρισμένα
Θεέ, νἆν᾿ καλορίζικα
καὶ καλομοιριασμένα.

Γαρυφαλλιᾶς γαρύφαλλα
καὶ κανελιᾶς κανέλα
τὰ ροῦχα σας μυρίζουνε
σὰν μόσχος στὴν κασέλα.

Γιὰ τὴν γαμήλια τράπεζα

Ἕνα τραγούδι θὰ σὰς πῶ
ἐπάνω στὸ κεράσι·
τ᾿ ἀντρόγυνο ποὺ γίνηκε,
νὰ ζήσει νὰ γεράσει.

Ἕνα τραγούδι θὲ νὰ πῶ
ἐπάνω στὸ ρεβύθι·
χαρὰ στὰ μάτια τοῦ γαμπροῦ,
ποὺ διάλεξαν τὴ νύφη.

Ἕνα τραγούδι θὲ νὰ πῶ
ἐπάνω στὴ δεκάρα·
νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός,
κουμπάρος καὶ κουμπάρα.

Ἕνα τραγούδι θὲ νὰ πῶ
ἐπάνω στὸ λεμόνι·
νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός,
κι οἱ συμπεθέροι ὅλοι!

Ἕνα τραγούδι θὲ νὰ πῶ
ἐπάνω στὸ τραπέζι·
νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρὸς
κουμπάροι, συμπεθέροι.

Καὶ πάλι θὰ τὸ ξαναπῶ
ἐπάνω στὸ ποτήρι·
νὰ ζήσει ὅλο τὸ κάλεσμα
κι ἐκεῖνος ποὺ σερβίρει.

Τὸ τελευταῖο ποὺ θὰ πῶ
σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ θὰ μείνω
νὰ ζήσει καὶ ὁ ποιητής,
ἄνδρας καὶ ἐπιστήμων.

Γιὰ τὴ συντροφιά

Στὶς ἀκριβές σας τὶς χαρὲς
νὰ ξαναμαζωχτοῦμε
κι ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς
πάλι νὰ εὐχηθοῦμε.

Ξεφάντωση θὰ κάνουμε
μέχρι νὰ ξημερώσει
καὶ ὁ Θεὸς τὶς ῾πεθυμιές,
ποὔχετε νὰ σᾶς δώσει.

Πολλὰ τὰ χαιρετίσματα
ποὺ πέμπω στὴ παρέα
κι ἐλπίζω νὰ περάσουμε
πάρα πολὺ ὡραῖα.

Χαίρομαι τὴ παρέα σας
κι ἂς εἶναι κι ἄλλη τόση
καὶ δὲ κινοῦμαι ἀπ᾿ ἐδῶ,
ὥσπου νὰ ξημερώσει.

Τέτοια παρέα ὄμορφη
ἄξια, τιμημένη
καθ᾿ ἕνας τὴν ἐπιθυμεῖ
καὶ μὲ χαρὰ ἀναμένει.

Τὴ συντροφιά σας χαίρομαι,
τὴ συναναστροφή σας,
ἄχ, καὶ νἄηταν μπορετὸ
νἆμαι πάντα μαζί σας.

Πάντα μ᾿ ἀρέσει νὰ γλεντῶ,
μὲ τέτοιας λογῆς ἀνθρώπους
ποὺ πίνουν τὸ καλὸ κρασὶ
κι ἔχουν ὡραίους τρόπους.

Πες το με ποίηση (316ο): «Αμυγδαλιά»…

Μια Μυγδαλιά – Τερψιχόρη Παπαστεφάνου

1.ΜΙΑ ΜΥΓΔΑΛΙΑ  ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ

Μια μυγδαλιά και δίπλα της,
εσύ. Μα πότε ανθίσατε;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω.

Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δος μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ’ ουρανού
να στις γιομίσω.

Νικηφόρος Βρεττάκος

*****

2.ΜΥΓΔΑΛΙΑ

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονο μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…

Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.

Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ



*****


3. Η  ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ


Κάθ’
ν στιγμv μες συζητμε κόμα
μυγδαλι ναψε δη ντόμπρα τ κεράκια της
κι
νήρτησε σ κoιν θέα τς πρoθέσεις της.


ναί, τoυλάχιστo o πoιητς
ς μν τ λέμε «τρελλή»
π
oύ πρε τν πόφαση,
τ
oυλάχιστo o πoιητς ς μν τ λέμε «τρελλή»
π
oύ πωμίσθηκε τς εθύνες της,
π
oυ διεκινδύνευσε τ νoημoσύνη της
στ
μματα τν δειλν,
π
o διεκινδύνευσε τ νoημoσύνη της
στ
μματα τν νίδεων,
στ
μματα τv θερμoκηπίων.

Κώστας Μόντης

*****

ΜΥΓΔΑΛΙΑ 

4. ΜΙΑ ΜΥΓΔΑΛΙΑ ΑΝΘΙΖΕΙ

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά

που λέξεις δίνουν πνοή στις λευκές σελίδες,

όταν βιβλία ξεγλιστρούν από τη λήθη της βιβλιοθήκης,

και ανασταίνονται στα χέρια ενός εξερευνητή αναγνώστη.

Όταν η ιστορία γράφεται από ανθρώπους χωρίς όνομα βαρύ.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά

που στίχοι εξυμνούν τη συνύπαρξη

και οι ποιητές αποδεικνύονται αντάξιοι τους,

όταν τα φιλιά πληθαίνουν πολιορκώντας τη μοναξιά,

περήφανες  σημαίες της πατρίδας των ερωτευμένων.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που παράθυρα ερμητικά

κλειστά

ανοίγουν σε σπίτια λησμονημένα από το φως της μέρας

και ένας άνθρωπος αποτινάσσει τις ξένες σκιές.

Όταν οι δρόμοι αρνούνται να μας οδηγήσουν

στην ίδια πόλη, όσο σπουδαία και τρανή αν είναι.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που ο νους μου καταφεύγει

στη θύμηση σου.

Αλέξανδρος Μαυρογένης

Η μυγδαλιά, Γιάννης Καλατζής

5.ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ


Του Γενάρη η μυγδαλιά
με το λουλουδένιο μπούστο
παίζει μες στην αντηλιά
και το χιόνι κάνει γούστο.

Πιο μικρή της γειτονιάς,
σ’ ασπροκόκκινες γιρλάντες
την εσάλευε ο χιονιάς
τα πουλάκια από τις μπάντες

Κι η μαργιόλα η μυγδαλιά
παιγνιδιάρα κι όλο νάζι
να τους πλέξει τη φωλιά
τ’ άσπρο πούπουλο τινάζει

Κι ήταν μια τρελή χαρά
που φτερούγιζαν τα κλώνια
και που ανθίζαν τα φτερά
φως, πουλιά, λουλούδια , χιόνια,

που ούτε τόνιωσα το πώς
στην ψυχή μου είχαν ριζώσει
τα πουλάκια, ένας σκοπός,
και το χιόνι, ολόασπρη στρώση.

Κι έλεα νάχα μια καρδιά
σαν πουλάκι να τη στείλω
στα ολοκέντιστα κλαδιά
να μού φέρει ανθάκι, φύλλο.

Κι έλεα νάχα την κρυφή
της αυγής κι εγώ την τέχνη
που στεφάνι στην κορφή
το ηλιοφώς, χρυσό, της πλέχνει.

Κι έλεα νάμουν ο χιονιάς
Πες και πες και λίγο λίγο
τη μικρή της γειτονιάς
να την πάρω και να φύγω

Αθανάσιος  Κυριαζής (1888-1950)

*****

6.ΛΙΓΟ  ΑΚΟΜΑ

Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ

*****

7.Η  ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Μια μικρή αμυγδαλιά
που δεν πίστευε τη μοίρα,
έβγαλε στην αντηλιά
τους ανθούς της κι είδε γύρα.

Στου βουνού την κορυφή
βλέπει το έλατο, ζηλεύει,
να ξεριζωθεί ποθεί
και κοντά του εκεί ν΄ ανέβει.

Το ΄νοιωσε ο Βοριάς : “Εγώ,
μυγδαλιά μου, να συντράμω
το μεγάλο σου σκοπό!”
είπε και τη ρίχνει χάμω.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΑΘΑΝΑΣ

*****


8. ΟΙ  ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

Έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο
σε ποιό δωμάτιο ν’ ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
στην κόκκινη και τη δυστυχισμένη
στην τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
η αναπνοή σου θάμπωνε τα όνειρά μου
πάνω στα τζάμια σου τρεμόσβηνε μια θάλασσα
κήποι κρυφά χρυσάνθεμα μέσα στην έκστασή σου
που έτρεχα ματωμένος και κυνηγός.

Ένα μεγάλο δίχτυ περνούσε σύρριζα
πάνω από το κεφάλι μου
η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια
ο ήλιος φύτευε στους τοίχους κι άλλα περιβόλια
το περιβόλι της μύγας το περιβόλι του χαρταετού
το περιβόλι το μεγάλο της αγάπης
το περιβόλι του μεγάλου πυρετού
που μέσα του ολημέρα γύριζα με το τουφέκι μου
με μια κορδέλα κόκκινη μέσα στο στόμα μου
με μια κορδέλα κόκκινη μεσ’ στα μαλλιά μου


σαν τη γωνιά την κόκκινη και τη δυστυχισμένη
σαν τη γωνιά την τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
σε ποιά λοιπόν ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς

*****


9.Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Τ’ άγριο σκοτεινό παλάτι θα φωτίσω

εκτυφλωτικά

θα ρίξω χρώματα παντού

σε μια γωνιά

ο δράκος

θα είναι

ένα κλωνάρι

ανθισμένη

αμυγδαλιά

γιατί εφέτος στ’ αλήθεια εφοβήθηκα

την παγωνιά τη μοναξιά το κρύο

κι αυτά τα ελάφια που περνούσαν ύπουλα

τη νύχτα

κάτω απ’ την ψυχή μου

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ο περίπατος


*****

10. ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Ωχρό φωτίζει απόψε το φεγγάρι
τις στράτες του χωριού, στη σιγαλιά.
Γυρτή πίσω απ’ το φράχτη κι έχει πάρει
μια ανήσυχη έγνοια η άσπρη αμυγδαλιά.

Στεφάνια έχει ανθοπλέξει ένα ζευγάρι
δεσμούς για την αγάπη την παλιά.
Κι οι πόθοι της στου ονείρου όλη τη χάρη
Πετούν, ξαναγυρνούν, τρελά πουλιά.

Γλυκέ ερωμένε, Μάρτη, Μάρτη, ακόμα
δε φαίνεσαι, να σμίξτε στόμα στόμα
στην ήμερη ησυχία του χωριού

Κι η νύφη από κλωνάρι, από μιαν άκρη
τρεμάμενο να στάξει αφήνει δάκρυ
διαμάντι μες στο φως του φεγγαριού.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ (1888-1962)

Αλίκη Καγιαλόγλου-Αμυγδαλιά

11. ΕΤΙΝΑΞΕ  ΤΗΝ  ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι εγέμισ’ από άνθη η πλάτη
η αγκαλιά και τα μαλλάκια της.
Κι εγέμισ’ από άνθη…

Αχ, σαν την είδα χιονισμένη την τρελή
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
Της τίναξα όλα τ’ άνθη…

Τρελή, σαν θες να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μονάχη της θε να ‘ρθει η βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;
Μονάχη της θε να ‘ρθει…

Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου
σκυφτή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
Σκυφτή γριούλα…

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

*****

12. ΜΙΜΗΣΗ 

(ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ)

Κάτου από μιαν αμυγδαλιά λευκή
Πού ‘χε τα χρώματα όλα του Γενάρη
θελήσαμε κι οι δύο περαστικοί
ένα κλαρί καθένας μας να πάρει

Είταν , εκείνη , τόσο ιδανική
κι ανατινάχτηκε με τέτοια χάρη
για να το σώσει, που με μιας εκεί
ασπρίσαν τα μαλλάκια της κι εχάρη….

Τα μπουμπουκάκια επέφτανε χαλάζι
– Σα το ‘κοψε να το σφιχταγκαλιάσει –
κι έτσι ανθοστόλιστη, είχε αναγαλλιάσει

Χωρίς την πικρομήνυτη χιονιά
που την ψυχή μας κάνει να δειλιάζει
η ξέγνοιαστη να νοιώσει , ομορφονιά…

ΘΕΜΟΣ  ΑΜΟΥΡΓΗΣ

Πες το με ποίηση (315ο): «Βασιλιάς – Βασίλισσα)…

*Ο Βασιλιάς- Θανάσης Παπακωνσταντίνου

-«Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν΄ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ΄ τον λύκο.
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.»

(Κώστας Βάρναλης)

-Γιώργος Σεφέρης, «Ο βασιλιάς της Ασίνης»

Ἀσίνην τε…

ΙΛΙΑΔΑ


Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα·
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ἀσίνην τε… Ἀσίνην τε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι·
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε…». Να ’ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι 1938 – Αθήνα, Γενάρης 1940

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος.)

-Κωστής Παλαμάς, «Ο γυρισμός του βασιλιά)

          ΜΙΑ ΦΩΝΗ

    Καλῶς μᾶς ἦρθες, Βασιλιᾶ! Τί φέρνεις ἀπ’ τὰ ξένα;

    Τί μήνυμα, τί χάρισμα, τί θάμα στὸ δισσάκι

    βαστᾶς γιὰ μέ, ταξιδευτή; Τὸ μέγα Εἰκοσιένα

    μὲ κάνα Γέρο τοῦ Μωριᾶ, μὲ κάνα Καραϊσκάκη;

    Μὲ τὴν πορφύρα τοῦ Φωκᾶ, τοῦ Κομνηνοῦ τὴ βέργα,

    τ’ ἀκονισμένο τὸ σπαθί, τὸ γλήγορο τὸ βόλι;

    Τί θὰ μοιράσῃς, φιλευτή; Τὰ δοξασμένα τὰ ἔργα;

    Τί δείχνεις μὲ τὸ χέρι σου; Τοῦ ὀνείρου μου τὴν Πόλη;

    Μὴν ἔμαθες τὸ μυστικὸ ποὺ πάλε θὰ μὲ κάμῃ

    νὰ χτίσω Ἀθήνα δεύτερη, καὶ νέαν Ἑλλάδα ἀρχαία,

    πίσω γυρνώντας τοῦ Καιροῦ τ’ ἀγύριστο ποτάμι,

    πύργο τὸ Λόγο ὑψώνοντας μὲ βάθρο τὴν Ἰδέα;

    Ἤ μήπως καὶ σὲ μάγεψαν τ’ ἄγρια τ’ ἀντρίκεια χρόνια,

    ἀπὸ μπαρούτι εὐωδιαστὰ κι ἀπὸ βουνοῦ θυμάρια,

    τὸ καρυοφύλλι, ἡ κλεφτουριά, ὁ κουρσάρος, τὰ τρομπόνια,

    καὶ νὰ βροντήσῃς ἔφτασες «Ὡς πότε παλληκάρια;»

    Σταμάτησε τὸ διάβα σου κανένα συναξάρι

    ὡραῖο, καμιὰ παράδοση γιομάτη ἀπ’ τὴν πνοή μου,

    καὶ πῆρες καὶ τὴ σάρκωσες μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ χάρη

    καὶ καρτερᾶς τὸ λάβαρο καὶ θέλεις τὴν εὐκή μου;

    Μὲ τὸ κοντάρι τ’ ἅη Γιωργιοῦ, μὲ τ’ ἅη Δημήτρη τὸ ἄτι

    στράτα θ’ ἀνοίξῃς γιὰ νὰ πὰς πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη;

    Ἢ μόνος μὲ μιὰ γνώμη ἁδρὴ καὶ μ’ ἕνα νοῦ σπαρτιάτη

    θὰ τ’ ἀρματώσῃς, πλάστη ἐσύ, τὰ χέρια γιὰ τὴ νίκη;

    Ποιὸς Τοῦρκος καὶ ποιὸς Βούλγαρος ὀχτρὸς ἁλυσωμένος

    θὰ συρθῇ πίσω ἀπ’ τοῦ λαμπροῦ θριάμβου σου τ’ ἀμάξι;

    Ποῦ θὰ σταθοῦν οἱ δρόμοι σου, καταραμένο Γένος;

    Τὸ μυριοθαλασσόδαρτο καράβι ποῦ θ’ ἀράξῃ;

          Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

    Τοὺς γύρους τοὺς ἀγύρευτους, τὰ στέρφα τὰ ταξίδια

    στοῦ δυνατοῦ τὰ χώματα καὶ τὰ παλάτια, φέρνω·

    τοῦ ξένου τὰ ταξίματα, τοῦ πονηροῦ τὰ φίδια,

    κι αὐτὰ ποὺ ἀνώφελα κρατῶ κι ἀθέριστα ὅσα σπέρνω.

    Μὲ τὰ σκυμμένα μέτωπα καὶ τὰ ὑψωμένα χέρια

    φέρνω τ’ ἀργομιλήματα, τὰ κρυφοπαρακάλια

    ποὺ φέγγουν καθὼς φέγγουνε τὰ ξόδια τ’ ἀχνοκέρια·

    κ’ ἔρχομαι ἀπὸ τ’ ἀλαργινὰ βουνὰ καὶ τ’ ἀκρογιάλια.

    Καὶ φέρνω ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ Τάμεση, ἀπ’ τὸ ρέμα

    τοῦ Δούναβη, κι ἀπὸ τὸ Σπρέα κι ἀπὸ τὸ Σηκουάνα

    τὸ λόγο ποὺ κατάστηθα χτυπάει σκληρός, τὸ ψέμα

    ποὺ εἶν’ ἀπὸ χάϊδια γλιστερὰ κ’ εἶν’ ἀπὸ γέλια πλάνα.

    Κ’ ἔρχομαι ἀπὸ τὶς ἀφρόπλαστες κι ἀπ’ τὶς γαλανοφρύδες

    ποὺ ΝΑΙ ὅλο λὲν κ’ εἶν ἄγγιχτες νεράϊδες, κ’ εἶν’ οἱ ἐλπίδες

    κ’ εἶναι οἱ Σειρῆνες. Οἱ λαοί, κι ἀντὶ μπροστὰ νὰ πάνε

    γενναῖα τραβώντας τὰ κουπιὰ στὶς θάλασσες ποὺ ὀργώνουν,

    λιγώνονται ἄνεργα κι ἀκούν… Οἱ ἐλπίδες κελαϊδᾶνε

    καὶ τοὺς λαοὺς σκοτώνουν.

    Εἶδα τῶν χτεσινόπλαστων ἐθνῶν τὴν περηφάνια,

    πιὸ γαῦρα ἀπὸ τὴ Λιάκουρα τὰ σλαβικὰ Μπαλκάνια,

    καὶ νὰ δοξάζουνται οἱ φυλές, νὰ χτίζουνται οἱ πατρίδες

    σὰ σπίτια ὑπάκουων καὶ σὰν ἀρματωλῶ λημέρια

    καὶ σὰ ναοὶ ἰδεῶν·

    κ’ ἐρμότοπο οἱ ἀκρίδες

    εἶδα νὰ κάνουν τ’ ἄνθισμα τὸ πλούσιο τῶν λαῶν

    ὅσοι σπαράζουν ἄβουλα μέσ’ στῶν ἀχρείων τὰ χέρια.

    Εἶδα τοῦ κόσμου τοὺς τρανοὺς νὰ δείχνουν τὸ Ρουμάνο,

    τὸ Σέρβο καὶ τὸ Βούλγαρο καὶ τὸ Μαυροβουνιώτη

    σὰν τὰ παιδιὰ τῆς προκοπῆς καὶ σὰν τῆς γῆς τὴ νιότη,

    κ’ ἐμὲ σὰ νὰ βασίλευα σὲ κοιμητήρι ἀπάνω…

    Ποιός εἶσαι;

          Η ΦΩΝΗ

                Ἐγὼ εἶμαι τοῦ στενοῦ κελλιοῦ ἡ φυλακωμένη,

    καὶ τὸ κελλὶ ἀπὸ μάρμαρο, κἂν παλατιοῦ, κἂν τάφου,

    καὶ μὲ χωρίζει ἀπ’ τὴ ζωὴ βαθιὰ σκαμμένου τράφου

    τὸ χώρισμα. Μιὰ μάγισσα, μιὰ τρισκαταραμένη

    μἄγγιξε μὲ τὴ βέργα της καὶ πέτρα μ’ ἔχει κάμει

    ἀπὸ τὴ μέση ὧς κάτου·

    κι ἀπὸ τὴ μέση ὡς τὴν κορφὴ κ’ αἰστάνομαι καὶ νιώθω

    κι ἀπὸ τὴ μέση ὡς τὴν κορφὴ σειέμαι λιγνὸ καλάμι

    κ’ ἔχω στὰ πόδια τὰ καρφιὰ τοῦ ἀσάλευτου θανάτου,

    κ’ ἔχω στὸ νοῦ τὴν κόλαση καὶ στὴν καρδιὰ τὸν πόθο.

    Κ’ ἡ Μάγισσα κι ἀλύπητα μὲ βούνευρο μὲ δέρνει.

    Καὶ τοῦ στερνοῦ Αὐτοκράτορα ἐγὼ εἶμαι ἡ θυγατέρα…

    Σκούζω καὶ σκούζω, κι ὁ ἄνεμος τὸ σκούσμα μου τὸ φέρνει

    στὰ τετραπέρατα, κακοῦ ἀλογάριαστου φοβέρα.

    Γύρω πιστοὶ τῆς Μάγισσας, οἱ μόρτηδες καὶ οἱ δοῦλοι,

    τοῦ νεκροζώντανου εἴδωλου τρώνε τὸ βιός, καὶ βρίζουν.

    Καὶ τοῦ Κατσώνη ἐγὼ ἀδερφή, καὶ μάννα τοῦ Μιαούλη!

    Καὶ μπροστά μου τὰ γόνατα τῆς Ἱστορίας λυγίζουν.

    Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,

    Ραγιάδες ἔχεις, Μάννα Γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,

    κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονᾶν τὴ θεία τραχιά σου γλῶσσα,

    τῶν Εὐρωπαίων περίγελα καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.

    Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωΐλοι,

    καὶ Μαμμωνάδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι Λεβαντίνοι·

    λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοί, καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι,

    κ’ οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι, καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!

          Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

    Ποιὸς εἶσαι σὺ ποὺ μοίρεσαι καὶ βαριαναστενάζεις

    καὶ ποὺ βογγᾶς καὶ τὸ βραχνὰ γεννᾶς καὶ τὴν ἀγκοῦσα,

    ἅρπα κρατᾶς προφητική, τραβᾶς ρομφαία καὶ σφάζεις;

    Ποιά θεία φωνή; Ποιά θεία ὀργή; Ποιά Νέμεση; Ποιά Μοῦσα;

          Η ΦΩΝΗ

    Καλῶς μᾶς ἦρθες, Βασιλιά! Καὶ πρόσταξε ν’ ἀνάψουν

    στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ φωτιά,

    καὶ τὸ καράβι σύντριψε ποὺ σ’ ἔφερε ἀο’ τὴν ξενιτιὰ

    καὶ τὰ συντρίμμια δός τα νὰ τὰ κάψουν.

    Καὶ ρίζωσε στὴ γῆ σου,

    μὲ τὴν ψυχὴ καὶ σάρκα της, ψυχὴ καὶ σάρκα μιά,

    καὶ νήστεψε καὶ γίνε ἁγνὸς καὶ κάθε τι ἀπαρνήσου,

    καὶ κάμε τὸ παλάτι σου τ’ ἀσκηταριοῦ ἐρημιά.

    Κ’ ὕστερα πάρε δύναμη, γίνε κριτής, καὶ ὀρθώσου,

    κι ἀπάνου ἀπὸ τὸν τρίχινο τὸ σάκκο τοῦ ἀσκητῆ,

    κι ἀπάνου ἀπ’ τοῦ καλόγερου τὸ κομποσκοίνι ζώσου

    τὸ ἑλληνικὸ σπαθί, λευτερωτή!

    Καὶ μάζωξε τῆς προκοπῆς τοὺς θησαυρούς, τὰ ὡραῖα,

    τῆς Ἐπιστήμης τοὺς καρπούς, τ’ ἄνθια τῆς Ἀρετῆς,

    τὴ θέληση τὴν πάντολμη, τὴν ἐθνοσώστρα Ἰδέα,

    κι ὅσα στὰ ξένα γνώρισες κι ὅσα ἀπὸ κεῖ κρατεῖς.

    Καὶ πλούτισε καὶ μέστωσε τὴ χώρα σου, καὶ πές της:

    «Πάρ’ τα καὶ κάμε τα ἄρματα, καὶ σώπα καὶ καρτέρα,

—μετανοιωμένοι ταίριασαν ἡ ἁμαρτωλὴ κι ὁ φταίστης,—

    ὅσο ν’ ἀστράψη ὁ πόλεμος, ὅσο νὰ φέξῃ ἡ μέρα».

    Καὶ μάθε της ποιὸ εἶν’ ἡ τιμή, καὶ ποιὰ ἡ μεγαλοσύνη,

    καὶ πές της· «τὸ δαφνόδεντρο μπορεῖ παντοῦ καὶ πιάνει,

    ἔχει καρδιὰ κι ὅ Βούλγαρος, κι ὁ Τοῦρκος ἀντρειοσύνη,

    ὁ Ἀρμένης, τῆς θυσίας παιδί, στρατιῶτες οἱ Ρουμάνοι.

    Μίσαε κι ἀγάπαε· κ’ ἔρωτες καὶ μίση δούλευέ τα

—πές της— γοργά, μὰ ταπεινά, σοφά, μ’ ἀϊτοῦ ματιά,

    κ’ ὕστερα χτύπα τὸν ὀχτρὸ στῆς μάχης τὴ φωτιά.

    Μὰ πρῶτα στάσου ἡρωικὰ καὶ τὸν ὀχτρὸ χαιρέτα».

    Μὲ πλατὺ κάστρο ἀγκάλιασε τὴν Πολιτεία σου, Ρήγα,

    βάλ’ του μουράγια τρίδιπλα, τετράψηλα φταπύργια,

    καὶ πολεμῆστρες ἄνοιξε παντοῦ γιὰ παραμύθια,

    καὶ στήσου βάρδια ὁλάγρυπνη κι ἀγνάντευε καὶ ὁδήγα.

    Τὸ κάστρο νὰ εἶναι θεώρατο, κι ὁ ἴσκος του ἴσκιος γίγα.

    Καὶ σκότωσε τὴ Μάγισσα ποὺ μὲ κρατάει δεμένη,

    καὶ φέρε μου τ’ ἀθάνατο νερὸ νὰ μὲ ραντίσης

    κι ἀνάστησέ με ἀκέρια,

    καμάρι τῆς Ἀνατολῆς καὶ ζήλεμα τῆς Δύσης,

    καὶ φτέρωσε τὰ πόδια μου, καὶ ἀτσάλωσε τὰ χέρια,

    καὶ σκότωσε τὴ Μάγισσα τὴν τρισκαταραμένη.

          Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

    Ποιός εἶσαι;

          Η ΦΩΝΗ

                            Εἶμαι Η ΕΘΝΙΚΗ ΨΥΧΗ!

          Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

                                                              Δυστυχισμένη!

          1907.


(
Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Ε΄. Γ΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)

Κ. Παλαμάς, «Η  φλογέρα του βασιλιά» (απόσπασμα)

Λόγος έβδομος

Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα,
κ’ η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης              5
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Kαι της Πεντέλης η κορφή και τ’ αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη,
τα πάντα, όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης.              10
Kι όλα σιμά τα φέρνεις, φως, κι όλα το φως τα δείχνει
με μοίρα σαν ξεχωριστή. Tης Aίγινας ο κόρφος
ασπρογαλλιάζει ολόχυτος, λαμποκοπά· τον πάει
σιμά προς τους κυματιστούς και σα γραμμένους λόφους·
και το βαθύ ακροούρανο σημαδεμένο μόνο              15
από το μαύρο ενός πουλιού και τ’ άσπρο ενού συγνέφου
τα πάει προς το βουνόπλαγο, και του βουνού τη ράχη
την πάει σιμά στο λιόφυτο του κάμπου, και τον κάμπο
τόνε σιμώνει στο γιαλό, και του γιαλού και οι βάρκες
στα σπιτικά κατώφλια ομπρός τραβάν κατά τη χώρα              20
ήσυχα για ν’ αράξουνε. Kι όλα το φως τα δείχνει
αεροφερμένα πιο κοντά σάμπως καημό να τόχη
να τα ορμηνέψη να πιαστούν κ’ ένα χορό να στήσουν,
όσο που τόνα στ’ αλλουνού την αγκαλιά να πέση.
Έτσι ολογύρα τα βουνά κι ο λογγωμένος Πάρνης              25
κι ο ελεφαντένιος ο Yμηττός κ’ η αγέρινη Πεντέλη
βλέπονται κι όλο βρίσκονται σε συντυχιά με τ’ άλλα
τα πιο φτενόγραφτα και πιο μακριά ξαγναντεμένα
βουνά της Ύδρας, τ’ Aναπλιού, του Δαμαλά, της Kόρθος·
κι άκρες και λόφοι και στενά και βράχοι κι ακρογιάλια,              30
Tριπύργι, Φάληρο, Πειραίας, και οι σκάλες και οι λιμιώνες,
κ’ η Σαλαμίνα αθάνατη, κ’ η ερημική Ψυτάλη
ώς πέρα που τον άσπρο ναό βασιλική κορώνα
φορεί, δειγμένο από παντού, το Σούνιο τ’ ακροτόπι.
K’ η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα              35
στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
ευγενικώτερη απ’ αυτή και σάμπως πιο γαλάζια.

Σήμερα πρωτοθώρητο, κάτι σα θάμα, κοίτα,
πέρα απ’ τον κάμπο χάραξε κι απ’ το πυκνό λιοστάσι
ξαπλώνεται κι όλο τραβά στο μαγεμένο Bράχο              40
που και μικρός, σαν πιο ψηλός από τον Όλυμπο είναι.
Eκεί μια ασάλευτη ζωή, και στοιχιωμένη η χώρα,
μαρμαρωμένοι και οι θνητοί κ’ οι αθάνατοι, κ’ η πέτρα
κι άνθος από την ομορφιά κι άστρο από την ιδέα,
και τα σκληρά κορμιά απαλή πνοούλα τ’ ανασταίνει.              45
Πάντα ο ναός ο μουσικός του στοιχιωμένου Bράχου
κορώνα γύρω υψώνεται σ’ όλα κι απάνου απ’ όλα,
κι από της πλάσης τα καλά κι απ’ τ’ αγαθά της χώρας,
σάμπως εκείνος πιο καλά και πιο αγαθά πλασμένος.
Kαι πάντα οι βρύσες ρέουν εκεί του Mύθου κι αναβρύζουν              50
της Iστορίας οι πηγές, κ’ είναι τ’ ανάβρυσμά τους
πάντα κ’ είναι το ρέμα τους της δόξας και της χάρης
το ρέμα και τ’ ανάβρυσμα, και της Aθήνας· πάντα.
Kαι πάντα ο δωρικός ναός απλός και τρισμεγάλος
και η πιο λιγνή γραμμούλα του σοφά λογαριασμένη,              55
και σιδηροθεμέλιωτος και φτερωτός αντάμα
και λυγερός και μ’ όλο του τ’ αλύγιστο τ’ ολόρθο.
Πλάσμα που ενώ τα μάτια σου γιομίζοντας τα ευφραίνει,
στέκει σαν κάτι τι νοητό και καθεμιά του αράδα
κι όλοι του οι κύκλοι ασύγκριτοι, στοχάζονται, μιλάνε.              60
Kαι πάντα είναι τα μέτωπα και τα πλευρά του πάντα
και πάντα είν’ οι κολώνες του και οι ζώνες και οι κορφές του,
με τα σεμνά σκαλίσματα, με τα λαμπρά πλουμίδια,
ρουνιές και αϊτοί και αστράγαλοι, κύματα, φίδια, ρόδα,
τα χρώματα, από του δεντρού το πράσινο ώς της ώχρας              65
το κίτρινο, τ’ ανάγλυφα, τ’ αγάλματα, και κείνα
που ακέρια από τους κόκκινους τους τοίχους ξεχωρίζουν
και παρασταίνουν ζωντανά, πλεμένα καθώς είναι,
των Aθηνών τα ηρωϊκά, της Πολιτείας τα τίμια,
κι αυτά που λιανοχάραγα και μόλις τα ξανοίγεις              70
μέσ’ από βάθια γαλανά, θρησκευτικές εικόνες
λατρείας που είν’ όλη από χαρά, ζωής που είν’ όλη απ’ άνθια.
Kαι πάντα οι δώδεκα οι θεοί σαν κυβερνήτες είναι
του κόσμου που ακυβέρνητος πια στέκεται γιατ’ ηύρε
την ακριμάτιστη ζωή στον ουρανό της Tέχνης.              75
Kι όλο γεννιέται κ’ η Aθηνά, και η γέννα της δεν είναι
σα βρέφους· ώριμη, τρανή, μέσ’ στην αρματωσιά της,
τους Oλυμπίους τριγύρω της με βιάς μετρά η ματιά της
από τ’ ανάερο τίνασμα θαμπούς και ξαφνισμένους,
καθώς τινάζεται άξαφνα, καθώς πετιέται ατόφια.              80
Kαι πάντα λάμιες μονοβύζες οι Aμαζόνες τρέχουν
αδάμαστες με τ’ άλογα τ’ αδάμαστα και πάντα
τους κόβουνε το δρόμο τους κοντά στο Iλίσσιο ρέμα
γερότεροι απ’ τον ποταμό λεβέντες Aθηνιώτες.
Kι ο πολυτάραχος θεός της θάλασσας παλαίβει              85
με της Σοφίας τη δέσποινα γιά ‘να βασίλειο πάντα
κ’ η Aθήνα το βασίλειο, κ’ εσύ, Aθηνά, η νικήτρα,
γιατ’ είν’ ο νους πιο δυνατός κι απ’ του πελάου το κύμα.
Kαι πάντα σ’ ένα μπλέξιμο γιγάντικο τεράτων,
που είν’ άτια ομάδι και άνθρωποι, με ηρώους που δεν έχουν              90
από τη φύση δύναμη παρά την αντρειωμένη
σάρκα και μέσα μια καρδιά, χτυπάνε τους Λαπίθες
οι Kένταυροι, και γονατάει τον Kένταυρο ο Λαπίθης.
Kαι πάντα, απ’ της ιέρισσας τα χέρια βλογημένα,
στα χέρια οι λυγερές βαστάν τα φτυάρια, και στους σάκκους,              95
από σπαρτά κι από καρπούς της Δήμητρας γιομάτους,
ακουμπιστήρια γίνονται τα καλοχτενισμένα
κεφάλια. Kαι παραδοτός από τον ιερέα
στα χέρια του παλληκαριού περνά και κυματίζει
πλούσιος ο μυριοκέντιστος παναθηναίικος πέπλος.              100
Kαι πάντα ώς πέρα η θάλασσα κυματιστή σαλεύει
της διπλοπρόσωπης πομπής προς τη θεά από δώθε
πόχει η Λεψίνα, προς τη θεά πόχει από κείθ’ η Aθήνα.
Kι όλο η πομπή ετοιμάζεται κι ακόμα δεν αρχίζει,
και είν’ η γλυκειά κ’ η ανήσυχη στιγμή της έγνοιας, η ώρα              105
η ζωντανή που ολογυρνάς και καρτεράς και ψάχνεις
και ψάχνεσαι και χαίρεσαι και δε σου δίνεται άλλη
φορά σαν τούτη να χαρής, γιατ’ είσαι ευτυχισμένος,
(όχι την ώρα που αποχτάς) την ώρα που προσμένεις.
Kαι πάντα από τη μια μεριά κι απ’ τη μεριά την άλλην              110
οι συντροφιές εδώ πιο αριές, κ’ εκεί πιο πυκνωμένες,
μαζώνονται και πλέκονται και ρυθμικά προβαίνουν·
απ’ τα ηλιογέρματα τραβάν προς τους βοριάδες οι άλλοι
κι άλλοι προς τις ανατολές απ’ του βοριά τα μάκρη.
K’ είναι αρχοντιά, κ’ είναι λαός, κ’ είναι παρθένες, βόιδια              115
για τη θυσία στεφανωτά, και αργοσυρμένα αμάξια,
καλαθοφόρες λυγερές, λαμπαδοδρόμα αγόρια,
και καβαλλάρηδες γοργοί στερνοί ακολουθώντας με όλα
της νιότης τα χαρίσματα, που είν’ αψεγάδιαστα όλα,
στη σάρκα, στην κορμοστασιά, στη φορεσιά, στη γύμνια,              120
το πανηγύρι του θνητού χαρά θεού το κάνουν.
Γι’ αυτό και πάντα αθώρητοι το πανηγύρι βλέπουν
ανάμεσ’ απ’ το λατρευτό λαό κι αναγαλλιάζουν
οι αθάνατοι, από τους θνητούς που μόλις ξεχωρίζουν,
και μέσα στους αθάνατους ξεχωρισμένοι ακόμα,              125
ο Aσκληπιός κ’ η Δήμητρα κ’ οι Διόσκουροι κι ο μέγας
ροπαλοφόρος Hρακλής, κ’ η πιο μεγάλη, η Kόρη,
θέισσα στο θρόνο τον πλατύ, με τη μακριά τη βέργα.

Σήμερα πρωτοθώρητο κάτι σα θάμα, κοίτα,
ξεσπά, και τ’ ανατρίχιασμα ξυπνά κι απ’ άκρη σ’ άκρη              130
κάτου απ’ τα θεία παντοτινά στασίματα, και θάμπος
ξυπνά, και κάποιο δεύτερο μαρμάρωμα, απ’ το πρώτο
πιο δυνατό καρφώνει τα και τα καταχωνιάζει
τα μεγαλόχαρα είδωλα, κ’ ύστερα τα σπαράζει
μ’ αστραφτερά σπαράσματα γοργότερ’ απ’ της σκέψης              135
το δρόμο, όταν τινάζεται σε χρόνους και σε τόπους.
Kαι ξάφνισμα μέσ’ στους χορούς και τάραμα στους κύκλους
των υπεράνθρωπων θνητών και των θεών πλασμένων
με τον αφρό και του κορμιού και της ψυχής του ανθρώπου.
Kαι οι συντυχιές και οι μοναξιές, και οι μάχες και οι θυσίες              140
και σιωπηλά μιλήματα και αμίλητα τραγούδια,
κι όσα φαντάζονται και λεν και μάχονται και φέρνουν
πεζοί και καβαλλάρηδες, κι όσοι σκυφτοί και ολόρθοι
και καθιστοί φιλόσοφοι χρυσόστομοι, όλοι σκέψη,
και ημίθεοι στην απανεμιά και ηρώοι του πολέμου,              145
νέοι και γυναίκες και παιδιά και γέροι και παιδούλες
κι αρχόντοι και φτωχολογιά, τούτοι ντυμένοι πλούσια,
κ’ άλλοι πιο πλούσια μοναχά με τα γυμνά κορμιά τους·
κι όλα όσα σκαλιστήκανε τριγύρω και βλαστήσαν
κάτου κι απάνου και παντού στα ύψη και στα βάθια              150
του βραχορρίζωτου ναού, που αστρόκοσμο τον κάνουν
κι όλα τα πάντα σήμερα της μαγεμένης χώρας
ν’ αλλάξουν παίρνουν, και θαρρείς πως αρχινάν τα πάντα
στην άλλη νάμπουν τη ζωή που μέσα της μας έχει,
κι από λαχτάρα ζωή κυλά κι από φροντίδα ζήση.              155
Σαν από των παραμυθιών τους κόσμους αντρειωμένος
ξεμαγευτής να πρόβαλε, και γγίζοντας ετούτο
τον κόσμο, αγάλια τον ξυπνά κι αργά τον ανασταίνει,
κι ακόμα δε μπορείς να πης, πως ξύπνησε, μα μήτε
«Kοιμάται πια» μπορείς να πης για το μαρμαρωμένο.              160
Oϊμέ! μισόξυπνος· κι αυτό το μισοξύπνημά του
κάποια φαρμάκια τού θυμά, και τ’ άθλια και τα μαύρα
που εδώ στη γη μας τυραγνάν αντάμα θεούς και ανθρώπους.
Γιατί κι αν είναι απ’ τους θνητούς οι αθάνατοι πιο απάνου,
(το είπε κ’ η Mούσα η τραγική, βασίλισσα στις Mούσες,              165
κ’ έσταξες, λόγε ολόπικρε, στης γλύκας την πατρίδα),
είναι κι απ’ όλους τους θεούς -το ξέρουμε- πιο απάνου,
μια δύναμη είναι, και θεών κατρακυλήτρα· η Mοίρα.
Όμως το τέτοιο τάραμα, το τέτοιο θάμπωμα όμως,
το τέτοιο μισοξύπνημα για να το νιώσης, πρέπει              170
να μη βαραίνη το είναι σου μια σάρκα σαν τ’ ανθρώπου.
Mόνο κι αν κάπου εδώ γλιστράν ψυχές από το σώμα
πια γλυτωμένες, πνέματα κι αν κάπου εδώ διαβαίνουν,
αγγέλοι κάπου εδώ αν πετάν, -μονάχα εσείς, ω αγγέλοι,
ω πνέματα, ω ψυχές, κ’ εσείς, τελώνια του πελάγου,              175
και της στεριάς αγερικά και ξωτικά του κόσμου
κι όλα τ’ αλαφροΐσκιωτα, τ’ άγια των θρήσκων όλων,
της νέας λατρείας τ’ ασκητικά και τ’ άυλα, εσείς οι αρχαίοι
θεοί οι διωγμένοι,- (βρικολάκοι γίναν και δαιμόνοι
οι αρχαίοι θεοί, κι απ’ τους βωμούς κι απ’ τα ιερά τριγύρω              180
λυπητερά νυχτοπετάν και νυχτοπαραδέρνουν
πάντα στη γη του φυτρωμού και του μεγαλωμού τους
και παίρνουν άλλα πρόσωπα κι ονόματ’ άλλα παίρνουν
κι άφαντοι κάτου απ’ όλα αυτά και ασάλευτοι, γυρεύουν
από τους ίδιους τους πιστούς ίδια λατρεία, που νάχη              185
μονάχα αλλοιώτικο όνομα, και λεν οι αποδιωγμένοι:
― Όσο κι αν είστε χριστιανοί, πάντα είστε ειδωλολάτρες!-)
Mονάχα εσείς, πνοές κι αυτού και τ’ αλλουνού του κόσμου,
μπορείτε να το νιώσετε κι αγνάντια να το διήτε
το θάμπος και το τάραμα του στοιχιωμένου κόσμου.              190
Έτσι η ματιά καμιά φορά κ’ έτσι τ’ αυτί κάποια ώρα
τ’ αρπάζουν, όσο σιγαλό και λιγοστό κι αν είναι,
το σάλεμα στη θάλασσα, το φύσημα στο λόγγο,
κι ας δείχνει πως την κάρφωσε την πλάση κάποιο χέρι.

Σ’ όλα τα πλέρια σήμερα και τα καλοκομμένα,              195
είτε της τέχνης θάματα και είτε θωριές της πλάσης,
που αμέσως ξεδιαλύνεις τα κ’ εύκολα τα γνωρίζεις,
κι αν χέρι απλώσης προς αυτά, πιστεύεις πως θα ταύρης
όλα στο χέρι σου μπροστά για ψάξιμο ή για χάιδιο,-
κάτου μακριά, χαράζοντας θαμπά στα μάτια ακόμα,              200
βγαλμένο από τα διάσελα του Kιθαιρώνα, πέρα
προς τη Λεψίνα, στα πλατιά του δρόμου που οδηγούσε
τη λιτανεία τη μυστική προς της Σοφίας την πόλη,
κάτι σαν κουρνιαχτός, για κοίτα! κάτι σα θολούρα,
όλο τραβά κι ασκώνεται κι όλο και μεγαλώνει              205
και μέσα στ’ άσπρο του φωτός κι όλο πιο μαύρο δείχνει
και πότε είν’ από σύγνεφα κοπάδι, πότε δάσος,
και πότε αστράφτει, και η βροντή προσμένεις να βροντήση
και πότε είναι το γυάλισμα μιας λίμνης, και σιμώνει,
κ’ είναι περπάτημα στρατού κι αρμάτων είναι λάμψη.              210


Kαι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται, κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ’ ανοίγει και μιλά, κ’ είναι το μίλημά του
σαν πρωτοβούισμα της ζωής στο χάραμα της μέρας:

― Tης Pώμης αυτοκράτορας, απόστολος του Λόγου,              215
προφήτης του Ήλιου ολόστερνος, και ο πρώτος μέσ’ στους πρώτους,
μήνα στρατάρχης νικητής ο Παραβάτης φτάνει
τους γκρεμισμένους μου βωμούς να τους ξαναστυλώση,
και μη μου φέρνει ο λυτρωτής για να τα ξαναστήση
κι αυτά, κι αυτών ξεσκλαβωτής σ’ ανατολή και δύση,              220
από κουρσάρων κάτεργα κι από ληστάδων χέρια,
και τα ξενιτεμένα μου τα μάρμαρα και σπλάχνα;
Bάρβαρος μέσ’ στους βάρβαρους, μ’ όλα τα καταφρόνια
στης πέτρας τα ολοζώντανα, στου νου τ’ αθάνατα όλα,
ξανάρχεται ο Aλάριχος; Mην απ’ τα παραπόλια              225
της Aττικής, που η γέρικη τα ισκιώνει ελιά και πάντα,
-πάντα ίσκιωμά σας είν’ η ελιά και μ’ όλα τα λιοπύρια,-
σώστης χαράζει και ορθωτής γονατισμένου κόσμου
και πάλε ο Δέξιππος, της γης αυτής το στερνοπαίδι,
το Γόθο και τον Έρουλο να μπλέξη στα καρτέρια,              230
πάντα Aθηναίος, και του σπαθιού πιστός και της ιδέας,
που φάνηκε όπως φαίνεται σε μια καμένη χώρα
από βουλκάνικη φωτιά μια φλέβα κρύο νεράκι;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο στοιχιωμένος Bράχος
βογγά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια              235
στόματ’ ανοίγει και μιλά, κ’ είναι το μίλημά του
σα μάννας αναφυλητό στην κάσσα τ’ ακριβού της:
― Oϊμέ! το κάμα είναι πλατύ και το νερό μια στάλα
κι ο λυτρωμός μιαν αστραψιά κι όνειρο τ’ αντιστύλι.
Eσ’ είσαι η γη που οι μέλισσες βυζάξανε το μέλι              240
μέσ’ απ’ του θείου σου του Σοφού τα ολανθισμένα χείλια;
Σ’ εσένα δυο του δρόμου σου και του μεγαλωμού σου
λύχνοι, από χέρια ακάμωτοι, μαλαματένιοι φέγγαν,
ω γη, κι ο θείος σου ο Σοφός τον άναψε για σένα
τον ένα, τον ανέβασε κορφή σε μέγα κιόνι              245
να είναι το φέγγος του άσβυστο κ’ εσύ ουρανός του να είσαι.
Tον άλλο η πάνοπλη θεά η φυλάχτρα σου η παρθένα
μέσ’ στον πανώριο της ναό τον κρέμασε για σένα
κι αυτόν, όμοια αβασίλευτο· κι όμοια σού φωτολάμπαν.
Kι ο πρώτος λύχνος έφεγγε στο σκύψιμο του νου σου              250
προς της μελέτης τα βαθιά, προς τα τρανά της γνώσης
που στέκεται η στοχαστική Σοφία κοσμονοήτρα.
Kι ο λύχνος ο άλλος έφεγγε στο ανέβα της καρδιάς σου
προς τη Σοφία Eνέργεια, της αντρειοσύνης που είναι
μάννα κ’ είναι του πόλεμου θάλασσα και δε στέκει.              255
Δυο λύχνοι, και δεν ξάνοιγες και ποιου το φως πιο μέγα,
δυο αστέρια, κι από φως διπλό κρεμότανε η ζωή σου.
Kι ο πρώτος λύχνος έσβυσε κι ο λύχνος πάει κι ο άλλος,
και σαν κουφάρι ακέφαλο στέκει το μέγα κιόνι,
και πιάνει θολοκρέμαστος τώρα ο τρίτος λύχνος              260
άλλης λατρείας, της άνομης ξένης Oβριάς, τον τόπο
του πρωτινού. O θείος Σοφός πεθαίνει, άκληρος πάει
κι απ’ τον πανώριο της ναό η φυλάχτρα σου η παρθένα
κι αγύριστη κι ανεύρετη πάει κ’ η θεά σου, πάει.
Kι όλα αρνηθήκανε κ’ εσέ κι όλων εσ’ είσαι αρνήτρα,              265
κι όλοι διωχτήκαν από σε, κι οϊμέ! στερνοί και κείνοι
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ’ οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
αστενικά αποκόμματα, μια μέρα, νά! φευγάτοι
με του καιρού την αλλαγή στο βασιλιά τον Πέρση,
(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ’ έπλασες τον Aισχύλο!)              270
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ’ οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
μέσ’ στους Περσιάνους, τα παιδιά του περσοφάγου κόσμου,
ζητιάνοι μιας φτωχογωνιάς ναό για να την κάμουν,
γιατί και μήτε μια γωνιά δε βρίσκαν πια εδώ πέρα
να τήνε κάμουν εκκλησιά και μέσα της να στήσουν              275
το γκρεμισμένο το είδωλο, που πήρανε μαζί τους
και που Σοφία το κράζανε, πιστεύοντας πως είναι
μια Eλλάδα αγέραστη το ξόανο τ’ άθλιο το σωμένο.-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια              280
στόματ’ ανοίγει και μιλά κ’ είναι το μίλημά του,
σαν το τριγωνοχάλαζο που δέρνει το χωράφι:

― Mήπως γυρίζουνε ξανά, καθώς γυρίσαν τότε,
κι από τον ίσκιο αποδιωγμένοι του Περσιάνου ρήγα,
ξένοι και μέσ’ στην ξενιτιά, και στην πατρίδα ξένοι,              285
οι τελευταίοι φιλόσοφοι, τρεμόσβυσμα μιας πούλιας,
να κλείσουνε τα μάτια τους κάτου από με, την πόρτα
που τους βαστώ του κάστρου μου κλειδομανταλωμένη,
γιατί ορφανός της Aθηνάς, της άλλης είμαι δούλος;
Ή μη η Kυρά που χάθηκε και που κανείς δεν ξέρει              290
αν έσβυσε, αν ξανάζησε, ή αν ηύρε μια για πάντα
μνήμα ή καινούριους ουρανούς, μην η Kυρά η μεγάλη
γυρίζει προς το θρόνο της τον πρωτινό στο Kάστρο
και το κοντάρι της βαστά, βαστά και τη δουλεύτρα
που πάντα είν’ από πίσω της και που τη λένε Nίκη,              295
στο φτερωμένο το άρμα της που πνέει, ψυχή και κείνο,
και την αρματωσιά φορεί τη χρυσελεφαντένια,
κ’ η σάρκα είν’ από χάλκωμα κ’ είναι από νου το ψήλος,
κ’ ήρθε να σύρη το σεμνό χορό που θα μας κάμη
εμένανε Όλυμπο ξανά, κ’ εσέ, έρμη χώρα, κόσμο;-              300

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριαστής ο Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ’ ανοίγει και μιλά κ’ είναι το μίλημά του,
σα να περνάν από ψηλά κράζοντας αγριοπούλια:

― Ή μην από το Δούναβη κι από το μακρυσμένο              305
το Bόλγα κι απ’ τα δασερά βράχια του Bορυστένη
κι απ’ τα βαθιά της Bαλτικής κι απ’ τ’ άχανα της στέππας
πυκνότεροι ξεκίνησαν και ξανακατεβαίνουν
πάρδοι και ακρίδες οι λαοί, Σλάβοι, Oύνοι, Tαυροσκύθες,
καμιάς πατρίδας και φυλής να μην αφήκη σπόρο              310
σε δύση και σ’ ανατολή το ξαναγύρισμά τους;
Ή μήπως ξαναουρλιάζοντας οι ρασοφόροι λύκοι
από μια πείνα ασκητική και μυστική μια λύσσα
φέρνονται καταπάνω μου, στον κόσμο εδώ που ακόμα
ζη με τη ζήση του θεϊκού, πανόμορφα πλασμένος,              315
σημάδι του κατατρεμού, μα πάντα ορθός και νέος,
ήσυχος κι ακατάδεχτος, τον κόσμο αυτό για πάντα
με μια χτυπιά, σ’ ένα γκρεμό να τον κατρακυλίση;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής και το στοιχιό και ο Bράχος
ξανά αγναντεύει και ξανά ανταριάζεται και μ’ όλα              320
τα χίλια μύρια στόματα ξεσπά, κ’ η γλώσσα του είναι
σα χτύπημα από νάκαρο, σαν από κέρατο ήχος:

― Bλέπω· είναι πάτημα στρατού· βλέπω είναι λάμψη αρμάτων.
Σταυροί κι αϊτοί και λάβαρα και λόγχες και σκουτάρια,
κι από το σύγνεφο θεός ομηρικός δε βγαίνει.              325
Tο σύγνεφο είναι κουρνιαχτός, πόδια πεζών και αλόγων
το υφαίνουν, όλο υψώνεται κι αριεύει και πυκνώνει
κι άντρες τυλίγει και στου ηλιού το τρύπημα φεγγρίζει.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ’ τα κορμιά τους,
μέσ’ στις ματιές τους οι φωτιές χίλιων πολέμων καίνε,              330
δυσκολομέτρητος λαός και απόκοτος, και δείχνει
πως δεν ορμά προς τα γραφτά ξολοθρεμών κ’ αιμάτων,
μα φτάνει εδώ χαρούμενα και πομπικά προς κάποιο
θρησκευτικό προσκύνημα και μέγα πανηγύρι,
και τρέμει και βουλιάζει η γη, καθώς πατά. Kαι βλέπω…              335
Oδηγητής του αλύγιστος γίγαντας καβαλλάρης,
και ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους, και κοστίζει,
ένας, για όλους. Πέστε μου, γύρω ουρανοί και κόσμοι,
ποιος είν’ ο μέγας και από πού; Bασιλικιά η στολή του.
Kι άλλοι στο πλάι του σαν αυτός βασιλικά ντυμένοι,              340
μα τη μεγαλοσύνη του δεν τη φορεί κανένας·
γύρω πολλοί βασιλικοί, μα ο βασιλιάς είν’ ένας.
Aρχοντικιά είν’ η όψη του και της ψυχής του εικόνα,
λάμπ’ η χαρά στα μάτια του, κ’ είναι το κοίταμά τους
ίσο, καθάριο, και χτυπά, και μέσα τους δε στέκει              345
το κρύψιμο του πονηρού, το θόλωμα του χαύνου,
και σει το γέλιο του πλατύ κι όλο τ’ αδρό του σώμα,
και μέσ’ από του ξάστερου μετώπου την καμάρα
κυβερνητής ο Στοχασμός, κριτής η Περηφάνια·
κ’ είναι φεγγαροπρόσωπος, κι ο καλοστυλωμένος              350
λαιμός του ομορφοκάθεται στους ώμους· και είναι πύργος
χορταριασμένος, και δασά στο πρόσωπό του η τρίχα,
κύκλος τα γένεια του πυκνός ασημοχρυσωμένος,
και κάθε που θυμού σεισμός τη σκέψη του ταράζει
το χέρι υψώνεται σ’ αυτά με βιά και τα φουχτώνει,              355
σα να ζητά παλαίβοντας να κρατηθή από κάπου.
Tο στήθος του τετράγωνο κοντρί, και το κορμί του,
το βλέπω εγώ, δεν έγινε για πεζοδρόμου στράτες.
Tέτοιο κορμί, για το ρυθμό και την ορμή του αλόγου.
Στ’ άλογο απάνου, ασύγκριτος, και, καβαλλάρης, ένας.              360
Στη σέλλα απάνου ριζωτός και σαν εμένα ωραίος,
αρχαίος, και σαν πελεκητός από ‘να πλάστη που όλο
το ψήλος χύνει αμέτρητο στο μετρημένο του έργο.
Στα κατηφόρια ολόισος και στ’ ανηφόρια ολόρθος,
ο ίδιος πάντα γιά υψωθή γιά κατεβή με τ’ άτι,              365
κι αργοπατώντας, τρέχοντας, ορμώντας, ίδιος πάντα,
κι όλο σα ν’ αγωνίζεται με κείνο να πετάξη.
Aυτός δεν είν’ ο Aλάριχος, ο Δέξιππος δεν είναι,
τ’ ονειρευτό πεφτάστερο του Παραβάτη μήτε·
μήτε ποτάμι σκυθικό. Γιομάτος γνώμη, και όλος              370
ένας γρανίτης, και η φυλή του ευγενικιά, και δείχνει
σα συγγενάδι μακρινό δικό μας, και δεν έχει
τίποτε που να τόνε πης στερνού φιλόσοφου ίσκιο
με τη βουλή την άβουλη, στα μνήματα γυρμένο.
Πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι εσείς γραμμένοι,              375
εσείς, ασφόδελοι χλωμοί και σάμπως καρφωμένοι,
έξω από τούτη τη ζωή, σ’ ενός ονείρου σκέψη,
κ’ εσείς ελιές που παίζετε στα φύλλα σας απάνου
τ’ ασήμια της ανατολής, της μέρας τα ζαφείρια·
κ’ εσείς, γυμνά πλατώματα και αγέρινοι όχτοι, πέτρες,              380
και ιωνικά μαγιάπριλα και δωρικές μετόπες,
πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι, εσείς, ποιος είναι;
Kι αν, ουρανοί και κόσμοι εσείς, δε μου μιλάτε, αφήστε,
αφήστε Oλύμπιο να τον πω, να κράξω: «Eσ’ είσαι, ο Άρης!»
Nα κράξω: «O Άρης είσ’ εσύ, κι ας έρχεσαι από τόπους              385
άγριους και ξένους, βάρβαρος κι ας δείχνεσαι· δεν είσαι.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ’ το κορμί σου,
χίλιων πολέμων οι φωτιές μέσ’ στις ματιές σου καίνε,
κι ας άλλαξες κι ας έρχεσαι μ’ άλλο όνομα, κι ας πήρες
γλώσσα άλλη, πολεμόχαρε. Σε μάντεψα· ήρθες, ο Άρης.              390
O Άρης είσαι κ’ έρχεσαι και κλεις μέσ’ στην καρδιά σου
με μια καινούρια δύναμη την ίδια την Eλλάδα
κι ακόμα πιο βαθύτερα κρατάς μέσ’ στην καρδιά σου
τη σαϊτιά του Έρωτα που καίει και που σε σπρώχνει
στην Aφροδίτη. Πόθησες την Aφροδίτη. Σου είπαν:              395
― η Aφροδίτη κάθεται στο Bράχο τούτο. -Kαι ήρθες. –

(Kωστή Παλαμά Ποιήματα, II, Διόνυσος)

-Κική Δημουλά, «Βασιλιάς ή πένης»

Ονείρου μανιώδης σαρκασμός
σ’ έφερε ολόκληρο ταξίδι από κάτω
όχι για μένα βέβαια, μόνο για να διαλάμψει
μία εχθρά του άσπονδη αλήθεια.

Τελάλης λόφος διαλαλούσε την κορφή του
απ’ όπου ανάβλυζε γάργαρο παλάτι.
Όποιος το έπινε γινότανε αμέσως
μονοπάτι έως απάνω, την πύλη του ανερμήνευτου.

Εσύ, κάπου στο μέσον της ανάβασης.
Επίγειος ρυθμός πετώντας τη συντόμευε.

Στους πρόποδες η έγνοια μου
πού πήγαινες εσύ ένας αχρείαστος στα όνειρα
αφού δεν υποφέρεις,
τι πάρε δώσε άνοιξες με ανάκτορα
ποιες ματαιοδοξίες κοιλιόδουλες σε κάλεσαν
πώς θ’ αρτυθείς αιματηρά κοψίδια βασιλείας
εσύ που διαιτάσαι με αυστηρή
ισότητα χωμάτων.

Χίλιες φορές τύραννος παρά τυραννισμένος σύριξες
κι άστραψες μπροστά μου καθ’ όλα βασιλιάς
με στέμματα με υπηκόους οίνους μουσικές
δούλες πιατέλες έσκυβαν γεμάτες σφάγια ζήτω
βελούδινοι σε τύλιγαν μανδύες
κόλακες πορφυροί της εύπιστης σκιάς σου.

Μυστικοσύμβουλός σου επιστήθιος
ο μανιώδης του ονείρου σαρκασμός.

Άδειος ο θρόνος δίπλα στον δικό σου
κι ας ήμουνα διά νόμου έτερον ήμισυ της δόξας σου.
Μια και την ονειρεύτηκες την ήθελες ολόκληρη δική σου
και όρθιες ξεροστάλιαζαν οι δύο βέρες
σαν πελαργοί στο ένα δάχτυλό μου.

Στο χέρι που μου έτεινες απρόσωπα
για ν’ ασπαστώ φορούσες το μονόπετρο
διακριτικό της μοναρχίας σου
εξαίσιο δαχτυλίδι δολοπλόκο
– κούφια η πέτρα μέσα, θήκη
εγγύς για δηλητήριο.

Προς τι να πικραθώ.

Η κάθε αγάπη, εστεμμένη ή απλός πολίτης
ή και νεκρός ακόμα που είναι υπεράνω υποψίας
κάπου πάντα κάπου
θέλεις στο διάδημά της θες στη μεσαία τάξη της
εκεί στης συγχορδίας το πίσω πίσω τέλι
ανάμεσα στο αφόρετο ακόμα ασπρόρουχό της
μα και σε πλαϊνή ραφή φιλιού
αγάζωτου ακόμα στα τρυπώματα στις πρόβες

η κάθε αγάπη πάντα
κάπου σου το ’χει φυλαγμένο το φαρμάκι.

(Από τη συλλογή Ενός λεπτού μαζί (1998) της Κικής Δημουλά)

 -Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, «Ο  ΒΑΣΙΛΙΑΣ  ΤΩΝ  ΞΩΤΙΚΩΝ»

               Ποιος άργησε και μ’ άλογο τρέχει στ’ ανεμοβρόχι;

               Είναι πατέρας που κρατά το γιο στην αγκαλιά του

              Και τον φυλά απ’ τη θύελλα στο στήθος στην καδιά του.

                                                        *

       –   Γιε μου, γιατί το πρόσωπο στην αγκαλιά μου κρύβεις;

        –  Πατέρα μου, το Βασιλιά των ξωτικών δε βλέπεις

             Με τη χρυσή κορώνα του και τον μακρύ μανδύα; 

      –  Γιέ μου, δε βλέπω βασιλιά, την καταχνιά μονάχα.

           « Έλα κοντά μου και μαζί θα παίξουμε σα φίλοι.

            Τόσα λουλούδια όμορφα τις όχθες μου στολίζουν!

            Κι η μάνα μου πέπλα χρυσά φορά που λαμπυρίζουν».

      –  Πατέρα μου, δεν άκουσες το Βασιλιά τι λέει,

            Πόσα μου τάζει σα βρεθώ στη χώρα που ορίζει;

      –  Γιε μου, μη μου ταράζεσαι. Κι αυτό π’ άκουσες είναι

             Ο άνεμος π’ ανάμεσα σε φύλλα μουρμουρίζει.

          « Παιδάκι αξιολάτρευτο, θέλεις να ‘ρθείς μαζί μου;

            Δούλες σου θα ‘ναι οι κόρες μου∙ αυτές θα σε λικνίζουν

             Και με τραγούδια και χορούς θα σε γλυκοκοιμίζουν».

      –  Πατέρα, πατερούλη μου, δε βλέπεις εκεί κάτω

              Μέσα στον ίσκιο το βαρύ του Βασιλιά  τις κόρες;

      –  Γιέ μου, δε βλέπω τίποτα κει κάτω τέτοιες ώρες∙

               Μονάχα γέρικες ιτιές ασημοφορεμένες.

          « Αχ, το γλυκό σου πρόσωπο τι θαύμα, τι μαγεία !

             Κι αν μ’ αρνηθείς να ‘ρθείς μαζί, σε παίρνω με τη βία».

        – Πατέρα, πατερούλη μου, να τος, μ’ αρπάζει τώρα!

             Αχ, τι κακό που μου ‘κανε αυτή τη μαύρην ώρα !

                                                     *

             Νιώθει ένα ρίγος παγερό∙ τ’ άλογο σπιρουνιάζει.

             Σαν έφτασε κι αντίκρισε το σπίτι του μπροστά του,

             Δεν είχε γιο∙ ήταν νεκρός μέσα στην αγκαλιά του.

(http://www.periou.gr/)

-Σαρλ Μπωντλαίρ, «Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα …»

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,

πλούσιον, αλλά, χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα

γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,

και την ανία τον να διώξει ματαιοπονεί

μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.

Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,

ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,

αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,

ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.

Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,

χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

Χρυσάφι κι αν του φτιάνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν

το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,

και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,

ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,

να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει

μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

(https://www.politeianet.gr/selidodeiktis/eimai-san-kapoio-basilia-se-mia-skoteini-chora-141)

-Κ. Π. Καβάφης, «Ο Βασιλεύς Δημήτριος»

Ώσπερ ου βασιλεύς, αλλ’ υποκριτής, μεταμ-
φιέννυται χλαμύδα φαιάν αντί της τραγικής
εκείνης, και διαλαθών υπεχώρησεν.
(Πλούταρχος, Βίος Δημητρίου)

Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες
κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο
ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην
είχε ψυχή) καθόλου — έτσι είπαν —
δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε
κ’ έβγαλε τα χρυσά φορέματά του,
και τα ποδήματά του πέταξε
τα ολοπόρφυρα. Με ρούχ’ απλά
ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε.
Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός
που όταν η παράστασις τελειώσει,
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ἀλεξανδρινοί Βασιλεῖς»

Μαζεύθηκαν ο
λεξανδρινοι
νά δο
ν τς Κλεοπάτρας τά παιδιά,
τόν Καισαρίωνα, καί τά μικρά του
δέρφια,
λέξανδρο καί Πτολεμαο, πού πρώτη
φορά τά βγάζαν
ξω στό Γυμνάσιο,
κε νά τά κηρύξουν βασιλες,
μές στή λαμπρή παράταξι τ
ν στρατιωτν.

λέξανδρος – τόν επαν βασιλέα
τ
ς ρμενίας, τς Μηδίας, καί τν Πάρθων.
Πτολεμαος – τόν επαν βασιλέα
τ
ς Κιλικίας, τς Συρίας, καί τς Φοινίκης.
Καισαρίων στέκονταν πιό μπροστά,
ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί,
στό στήθος του
νθοδέσμη πό ακίνθους,
ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι μεθύστων,
δεμένα τά ποδήματά του μ’
σπρες
κορδέλλες κεντημένες μέ ροδόχροα μαργαριτάρια.
Α
τόν τόν επαν πιότερο πό τούς μικρούς,
α
τόν τόν επαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Ο
λεξανδρινοί νοιωθαν βέβαια
πού
σαν λόγια ατά καί θεατρικά.

λλά μέρα τανε ζεστή καί ποιητική,
ορανός να γαλάζιο νοιχτό,
τό
λεξανδρινό Γυμνάσιο να
θριαμβικό κατόρθωμα τ
ς τέχνης,
τ
ν αλικν πολυτέλεια κτακτη,
Καισαρίων λο χάρις κ’ μορφιά
ς Κλεοπάτρας υός, αμα τν Λαγιδν)∙
κ’ ο
λεξανδρινοί τρεχαν πιά στήν ορτή,
κ’
νθουσιάζονταν, κ’ πευφημοσαν
λληνικά, κ’ αγυπτιακά, καί ποιοί βραίικα,
γοητευμένοι μέ τ’
ραο θέαμα –
μ’
λο πού βέβαια ξευραν τί ξιζαν ατά,
τί κούφια λόγια
σανε ατές βασιλεες.

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

-Κ. Π. Καβάφης, «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής»

Μετά που επέστρεψε, περίλυπη, απ’ την κηδεία του,
η αδελφή του εγκρατώς και πράως ζήσαντος,
του λίαν εγγραμμάτου Αντιόχου, βασιλέως
Κομμαγηνής, ήθελ’ ένα επιτύμβιον γι’ αυτόν.
Κι ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος – ο κατοικών
συχνά εν τω κρατιδίω της Κομμαγηνής,
κι από τον οίκον τον βασιλικόν
ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς-
το έγραψε, τη υποδείξει Σύρων αυλικών,
και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.

«Του Αντιόχου του ευεργέτου βασιλέως
να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος.
Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός.
Υπήρξε δίκαιος, σοφός, γενναίος.
Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός –
ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν·
εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.»

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

-Κ. Π. Καβάφης, «Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων»

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Αλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

-Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, «Μαρμαρωμένε Βασιλιά»

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε – ὀϊμένανε! – γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!

(https://cognoscoteam.gr/%)

****************

*Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Βασίλισσα

-Λένα Παπά, «Η βασίλισσα αγαπά τα ρόδα».


Ρόδα γεμάτη ήταν η νιότη μας
ανυποψίαστοι βγήκαμε στους κήπους.

Πού αργότερα, δεμένοι πισθάγκωνα
ανακαλύψαμε
πώς τα ρόδα ήταν το δέλεαρ,
πώς η βασίλισσα αγαπούσε μονάχα το αίμα,
το δικό σου, το δικό μου
το ρόδινο αίμα.

(https://www.politeianet.gr/books/pappa-lena-kath-odon-256233)

-Pablo Neruda, «Η Βασίλισσα»

Υπάρχουν πιο ψηλές από σένα, πιο ψηλές.

Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, πιο αγνές.

Υπάρχουν πιο ωραίες από σένα, υπάρχουν ωραιότερες.

Όμως εσύ είσαι η βασίλισα.

Όταν περπατάς στους δρόμους

κανένας δε σε γνωρίζει.

Κανείς δε βλέπει το κρυστάλλινο στέμμα σου,

κανένας δεν κοιτά

το χαλί από κόκκινο χρυσάφι

που πατάς όπου περνάς,

το χαλί που δεν υπάρχει.

Κι όταν φανείς

αντηχούν όλα τα ποτάμια

στο κορμί μου, σείουν

τον ουρανό οι καμπάνες,

κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μόνο εσύ κι εγώ,

μόνο εσύ κι εγώ, αγάπη μου,

τον ακούμε.

(https://ologramma.art/to-poiima-tis-imeras-5-11-2018/)

Γιάννη Πλαχούρη, «Η μαύρη βασίλισσα στο σκάκι»

Ο βασιλιάς στον θρόνο του.
Η σύζυγος στο Ζήτα-Έξι, τετράγωνο χρώμα.
Κρατά ερμητικά κλειστό το στόμα.
Τα μυστικά της ρόζοι στην ξύλινη καρδιά της.
Όρθια περιμένει
από λευκούς στρατιώτες κυκλωμένη.

Γυναίκα πιστή, θα χαθεί,
θυσία για έναν άντρα που δεν αντάλλαξαν ούτε φιλί
αλγεβρική πορεία
εναλλάξ σε σκοτάδι και φως.

Διαρκώς
πολεμίστρα προστάτις
ανάμεσα σε πύργους, σπαθιές,
τεχνάσματα, ενέδρες, τρελούς, χωσιές,
με κοπίδι πλασμένη, γλιστερή, γυαλισμένη,
ανέραστη, μόνη
σκοτώνεται, σκοτώνει
ξέφρενος σκορπιός στη μέση της ερήμου.

Η μοίρα της μια κίνηση στη λογική μου,
αμέτρητες φορές νεκρή και αναστημένη.
Για μένα ή για τον βασιλιά πεθαίνει;

Τα πιόνια λένε πως δεν έχουν αισθήματα,
όμοια τσέπες άδειες στο καθημερινό σακάκι.

Φτιάχτηκαν να περπατάνε με όριο το οκτώ.
Κανόνες ορίζουν τα βήματα,
αόρατοι ξένοι κινούνε τα νήματα
στην ισόπλευρη χώρα, που η ώρα
κυλάει μόνο στη μάχη.
Πολεμούν χωρίς
αναπαμό, φυλαχτά, ιαχές, χωρισμούς, συνθήματα,
αίματα, λάβαρα ή ενδόξους λόγους πάνω στα μνήματα.

Αγάπες δεν υπάρχουν στο σκάκι.

Ο απέναντι τον «Ίππο στο Ζήτα-Έξι και Σαχ» παίζει.
Κοιτάζω τον βασιλιά που απόμεινε μόνος.
Κάτι αγκαθώνει τα δάχτυλά μου,
όπως συλλογίζονται ξαπλωμένα στο τραπέζι.
Είναι του βασιλιά για τον θρόνο
ή δικός μου
για τη βασίλισσα ο πόνος;

(https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/10101-plaxouris-4poems)

-Μάτση Χατζηλαζάρου, [Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού…]

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

(Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

 -Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, «Ο Σολομώντας στη Βασίλισσα του Σαβά»

Ο Σο­λο­μών τρα­γού­δα­γε στην Βα­σι­λί­δα του Σα­βά
Και κα­τα­σπά­ζο­νταν το με­λαμ­ψό το πρό­σω­πό της,
« Όλη την μέ­ρα γύ­ρω από το πυ­ρω­μέ­νο με­ση­μέ­ρι, ίδιον χα­βά
Μι­λά­με και ξα­να­μι­λά­με, τό­πος μας ειν ΄η ωραιό­της
Ολη­με­ρίς ως να στραγ­γί­ξει ασκί­α­στο το με­ση­μέ­ρι
Και στε­νευό­μα­στε στο σφα­λι­στό κε­φά­λαιο το άβο­λο
Στο μυ­στι­κό κε­φά­λαιο, στης αγά­πης το δί­κο­πο μα­χαί­ρι
Όπως το γέ­ρι­κο άλο­γο, να τρι­γυρ­νού­με μέ­σα στον πε­ρί­βο­λο».

                                                                      *

Στον Βα­σι­λέα Σο­λο­μώ­ντα, τρα­γού­δα­γε η Βα­σί­λισ­σα
Στα γό­να­τά του, ελiά κα­τά­καρ­πη και γλυ­κο­φυ­τε­μέ­νη:
« Αν έθι­γες τού­το το φλο­γε­ρό το ζή­τη­μα
Έτσι ώστε να χα­ρούν σπου­δαί­οι και δια­βα­σμέ­νοι
Προ­τού ν΄ αρ­χί­σει του ήλιου το ανε­λέ­η­το το χτύ­πη­μα
Των ίσκιων μας την ζω­γρα­φιά στο χώ­μα να ’χει χα­ραγ­μέ­νη
Θα κα­τα­λά­βαι­νες: με λο­γι­σμό βα­θύ σου μί­λη­σα
Κι εί­ναι ο πε­ρί­βο­λος, η αυ­λή, ολο­τρι­γύ­ρω μα­ντρω­μέ­νη».

                                                          *

Και στην Αφέ­ντρα του Σα­βά, απα­ντά ο Σο­λο­μώ­ντας
Πνί­γο­ντας στα φι­λιά τα βε­λου­δέ­νια μά­τια της τ’ αρά­βι­κα.
«Κα­νέ­νας άντρας για γυ­ναί­κα, στην υπ’ ου­ρα­νόν ζώ­ντας
Δεν απο­τόλ­μη­σε, στους δυό μας, να πα­ρα­βγεί σε γνώ­ση. Τε­λι­κά,
Σ’ ολό­κλη­ρη μια μέ­ρα μες στο θάμ­βος, το βρή­κα­με –
Μό­νον η αγά­πη ετού­τη –τί­πο­τ’ άλ­λο– που ως τον θά­να­το γευ­τή­κα­με
Κά­νει τον κό­σμο σύ­μπα­ντα, πε­ρί­βο­λο κι αυ­λή με μυ­στι­κά.

(https://www.hartismag.gr/hartis-22/metafrash/tria-poihmata)

Post Navigation