Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (189ο): «Εργασία – εργάτης – προλετάριος»…

 

-Χριστόφορος Τριάντης, «Εργασία και σίδερα»

«Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλούβια
για ζώα κι ανθρώπους.
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες
και ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να τους βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις προσφέρουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι κρεάτινες μπάλες να γίνουν
και με κραυγές στην ανθρωπότητα να χιμήξουν,
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
με κόκαλα και αίμα στα πεδία των μαχών.
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
στις εκκλησίες και τα ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν του τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους των ψυχών
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν…»

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

-Γεράσιμου Μαρκορά, «Εργασία»

«Ξημερώνει αυγή δροσάτη
με το πρώτο της πουλί,
λές και κράζει τον εργάτη
στη φιλόπονη ζωή.
Πριν να σβήση κάθε αστέρι,
με χαρούμενη καρδιά,
νέοι μεσόκοποι και γέροι,
τρέξετ’ όλοι στη δουλειά.
Πέρα εκείθενε οι φροντίδες
ας πετάξουνε, καθώς
ξαφνιασμένες νυχτερίδες,
όπου αγνάντεψαν το φως.
Μη σας είναι ο ξένος πλούτος
έν’ αγκάθι στην καρδιά’
πέστε αζήλευτα: είναι τούτος
εργασίας κληρονομιά.
Σηκωθήτε, η γη χαρίζει
μόνον άφθονο καρπό,
αν ο κόπος την ποτίζη
μ’ έναν ίδρωτα συχνό.
Σαν εσάς, αδέλφια, ιδρώνει
κι ο σοφός, που με το νου
κάμπους άμετρους οργώνει
γιά θροφή του λογισμού.
Δίχως άνεσι και σχόλη
πάντα ο άξιος δουλευτής,
το ανθηρότατο περιβόλι
σκάφτει, σπέρνει, ο ποιητής.
Πάντα, ναι, του τίμιου κόπου
οι γλυκύτατοι καρποί
να ’ναι μόνοι, που τ’ ανθρώπου
σώμα θρέφουν και ψυχή.»!

(https://www.sakketosaggelos.gr/Article/6686/)

 

 

-«Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω

τα όπλα όλα της ποίησής μου»

(Πάμπλο Νερούντα)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”

 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,

πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς

θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,

τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.

 

O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.

Mοναχός του;

O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.

Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;

O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του

βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;

O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.

Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;

 

Kάθε σελίδα και μια νίκη.

Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;

Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.

Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

 

Πόσες και πόσες ιστορίες.

Πόσες και πόσες απορίες.»

(Απόδοση ποιήματος Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα, Θεμέλιο)

 

 

-«Ομιλία ενός Εργάτη σε έναν Γιατρό» – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ξέρουμε ‘μεις τι είναι αυτό που άρρωστους μας κάνει!
Σαν αρρωσταίνουμε, ακούμε
Πως είσαι συ που θα μας γιατρέψεις.

Δέκα χρόνια ολόκληρα, μας λένε
Σ’ όμορφα σχολειά
Με τα λεφτά του λαού χρισμένα
Μάθαινες το πώς να γιατρεύεις, και για τις γνώσεις σου αυτές
Ξοδεύτηκε μια περιουσία.
Πρέπει λοιπόν να ‘σαι ικανός να μας γιατρεύεις.

Είσαι ικανός;

Όταν σ’ εσένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ’ το γυμνό κορμί μας.
όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να ‘χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου ‘λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στον ώμο μας
Προέρχεται λες, απ’ την υγρασία… απ’ αυτήν
Προέρχεται όμως και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν:
Από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολλή δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος.
Μπορείς στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.

Πόσο καιρό μπορείς να μας αφιερώσεις;
Βλέπουμε: ένα χαλί στο σπίτι σου
Κοστίζει τόσα, όσα φέρνουνε
Πέντε χιλιάδες δικές μας επισκέψεις.

Κατά πάσα πιθανότητα θα ισχυριστείς πως
Είσαι αθώος. Της υγρασίας η κηλίδα
Στον τοίχο του σπιτιού μας
Λέει το ίδιο.
{Απόδοση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Σ.Ε.}

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ»

«Μιαν ορισμένη μέρα σ` ολόκληρη την Ισπανία

Σταμάτησαν οι εργάτες τις μηχανές. Κρύα

Στεκότανε τα τρένα πάνω στις ράγιες. Δίχως το φως

Βρεθήκανε τα σπίτια όπως κι οι δρόμοι, και τα τηλέφωνα

Ένας σωρός άχρηστα μαραφέτια είχανε γίνει. Οι απατεώνες

Τους αστυνομικούς άλλο πια δεν μπορούσαν να φωνάζουν Αντί γι` αυτό

Μιλάγανε οι μάζες αναμεταξύ τους. Τρεις ολόκληρες μέρες

Εμφανίζονταν αυτοί που υπηρετούσαν τον πανίσχυρο μηχανισμό

Σαν εξουσιαστές του. Οι εργάτες, σταματώντας τη δουλειά

Δείχναν τη δύναμή τους. Το καρπερό χωράφι

Δεν ήταν τίποτα άλλο ξαφνικά από πέτρινο έδαφος.

Αυτούς που δε ζεσταίναν πια τα κάρβουνα από τη στοά

Ούτε και το ακατέργαστο μαλλί γινότανε να τους ζεστάνει. Τα ίδια

τα παπούτσια των αστυνομικών

Θα φθείρονταν και κανέναν διάδοχο πια δε θα βρίσκαν.

Μετά

Έσπασε η έλλειψη της ενότητας της εξέγερσης τη δύναμη, μα ακόμη και

τότε

Μια ολόκληρη μέρα δεν μπορούσαν να φτάσουν στις μάζες

Οι ίδιες οι διαταγές των μανδαρίνων για το σταμάτημα της απεργίας, γιατί

Βέβαια δίχως ατμό ήτανε σταθμευμένες οι λοκομοτίβες

και τα ταχυδρομεία εγκαταλειμμένα. Κι έτσι

Λοιπόν ακόμα φανερώθηκε η

Μεγάλη δύναμη των εργατών.»

 

 

-Βλ. Μαγιακόφσκι, «Β. Ι. Λένιν»

(…)Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει.
Δεν γεύτηκε
μήτε τ’ αλφάβητου τ’ αλάτι.
όμως άκουσε κάποτε,
τον Λένιν να μιλάει,
κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη.
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ’ τη Σιβηρία
την ιστορία.
Σηκώθηκαν, με τα ντουφέκια
πήραν τη γη,
την καρπίσαν.
Για τον Λένιν
δεν είχαν ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει,
μα λενινιστές
κιόλας όλοι τους ήσαν.
Είδα βουνά,
που βλαστάρι δε βγαίνει.
Μονάχα το σύννεφο
στα βράχια σκοντάφτει.
Κι εκατό βέρστια πιο πέρα
κάποιος ερημίτης να μένει,
που στα κουρέλια του,
το σήμα του Λένιν
αστράφτει.
Θα μου πούνε ―
πως μιλώ για κονκάρδες
που τα κορίτσια τις καρφώνουν
στο ρούχο τους κοκέτικα
παραξενιές της ζωής.
Μα όχι ―
δεν είναι κονκάρδες
είναι η καρδιά η ίδια
που ανάβει το ρούχο,
και λάμπει γεμάτη
αγάπη για τον Ιλίτς.
Αυτό
δεν εξηγείται
με της εκκλησίας τα τεφτέρια,
κι ούτε κάνας θεός τον πρόσταξε:
Γίνου ο εκλεκτός!
Με ανθρώπινο βήμα,
με εργάτη χέρια,
με το δικό του μυαλό
πήρε το δρόμο
αυτός.(…)

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση Δημήτρης Πάνου)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Εμείς οι εργάτες…»

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και με όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε αδέλφια ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.
Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

 

 

-«…Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
(Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ομιλητής Προλετάριος»

 «Έκανε να μιλήσει˙ κόμπιασε˙
ξανάπε τα ίδια˙ σταμάτησε.

«Αυτό ήταν», είπε κι ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Το χέρι του, στέρεο, καθάριο περίγραμμα,
ήταν ένα φαρδύ μυστρί. Μπορούσαμε να εμπιστευθούμε
στα λόγια που δεν είπε και στα χέρια του.

Έξω απ’ την κάμαρα κατέβαινε βουίζοντας το φως.»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Λουκάς Σταύρου, «Ο προλετάριος»

«Δεν έχω περιουσία στα κατεχόμενα
για να ζητήσω αποζημίωση
ή να την ανταλλάξω
Άσε που γενικά
δεν έχω περιουσία
άρα λοιπόν ως προλετάριος
δεν έχω λόγο
και μερίδιο στη πατρίδα;»

(http://lukestavrou.com/poems/2016-02-28-proletarios/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Τ’ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

    Προσεκτικ κι σάλευτο, βουβ κι φαιρεμένο,
    στ μαρο τσπρο, πάκουο, πηδάει κα περιμένει.
    Στ μαρο τσπρο, σάλευτο, βαθει συλλογισμένο,
    τ
    σκυθρωπ κι μίλητο παιχνίδι λογαριάζει.
    Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, κι λλη σκέψη.


Τριγύρω ο
ξύλινοί του χθρο κι ο πίβουλοι σκοποί τους.


Τί ν
σκεφτε, ν σοφιστε κα τί ν λογαριάσει;
Μς τ στεν τετράγωνα σώθηκεν σκέψη
κι γινε πι μονότονη κα γνώριμη ζωή του.

Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, δια σκέψη!


Τ
σιωπηλ παιχνίδι του μετρ κα λογαριάζει,
μ μως τ ξέρει πς γραφτ σλη εναι τ ζωή του,
ν ρμ μέσα στος ξύλινους χθρούς του κα ν πέφτει,
στ μαρο στσπρο, ρωικά, κοντ στ βασιλιά του.

 MIXΑΛΗΣ  ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τ’ Άλογο του Ομέρ Βρυώνη – Διονύσης Σαββόπουλος

  1. Τ’ ΆΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’ άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ

(Σχεδίασμα του Μαθιού Πασκάλη)

 Ένα λοφίο μια λόγχη ένα δέντρο·

στην άλλην όχθη το άλογο.

 Ανάμεσα κυλάνε σάρκες και αρώματα γυναικών

άντρες μαζί με τις σάρκες, μήτε πρόσχαροι μήτε κατηφείς

αποφασισμένοι

όχι αποφασιστικοί,

αποφασισμένοι από τους άλλους

από τους δυο βασιλιάδες ίσως —

τον έναν που κατοικεί το μπρούντζινο αποτύπωμά του

τον άλλον που κατοικεί το σάρκινο αποτύπωμά του —

από τους δυο βασιλιάδες ίσως

ή το άλογο

με το βάραθρο της κοιλιάς τόσο ανάλαφρα υψωμένο

πάνω στα τέσσερα πόδια

που μας εξαπατούν νυχοπατώντας.

 

Το φοβερό δε φαίνεται ποτέ·

δε φαίνεται το μέγα αγκίστρι που ψαρεύει από το κοκκινωπό βάθρο·

όταν προσέξεις αντικρίζεις το χαμό·

το γαντζουρωτό σπέρμα

που τινάζεται από τα φριχτά αχαμνά του

βαριά σαν αδιάφορο κανόνι σ’ αρχοντικό της Ύδρας,

σπόρο θανάτου

που καρφώνει αλάθευτα τον όποιον σημαδέψει

και τον σέρνει καθώς ο Αχιλλέας τον Έκτορα

ανάσκελα μέσα στη σκόνη

χλωμό γυμνό ντροπιασμένον

μέσα στις κεντητές ρεκλάμες που ανάβουν και σβήνουν

μέσα στους κουρασμένους μηρούς των γυναικών

αυλάκια του έρωτα τελματωμένα·

μέσα στα πυρωμένα λάστιχα και τους αχνούς των αυτοκινήτων

καθώς βαραίνει η ζέστη κι οι στολές παρουσιάζουν όπλα

κι οι μικρές μπρούντζινες σάλπιγγες μείναν ανάερες—

τον φέρνει σίγουρα στην κοιλιά του αλόγου

με την τερατώδη απόφυση του νεκρού βασιλιά στη ράχη

και τα ρουθούνια του που ανοιγοκλούν ανασαίνοντας αηδία.

 

Τελετή αθόρυβη ανάκουστη

προσφορά στον άνθρωπο που κρατούσε τη σφαίρα και το σκήπτρο

προσφορά στ’ άλογο μέσα στον άνθρωπο που χλιμιντρά και ματώνει τα νύχια

και δε χορταίνει μήτε τώρα που ο αναβάτης μετάλλαξε τον ύπνο

τελετή χωρίς ιερατικό βάδισμα μήτε δαυλούς μήτε ιερουργίες

αλλά με τα καθημερινά φερσίματα, τα μικροσκοπικά παθήματα

και τις απρόσωπες χαρές μας,

με τη συνηθισμένη ρυτίδα στο μέτωπο καθώς σηκώνεις το τηλέφωνο που σημαίνει

με το κουρασμένο μάτι και την ξεβιδωμένη χειραψία όταν συναπαντήσεις κάποιον

άρρωστη πομπή με την τάξη του πρόσκαιρα σκηνοθετημένου κόσμου.

Βουκουρέστι, 19. 5. 1939

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ [Γ΄. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ (1931 – 1971;)]

 

 ***

 

  1. «Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

***


  1. Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη

στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

 

Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρός

γύρισα ολόκληρο το κόσμο

των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο

και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρός

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο

και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί ,

η μάχη η φωτιά το αίμα η φωτιά και η αρπαγή

θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

 

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

Το τραγούδι του αλόγου – Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου

 

  1. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

 

Η μουσική: είν’ ένας άγιος

που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.

Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

 

Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα

κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει

ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι

σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο

απερίγραπτο.

 

Όλη η κούραση μου,

όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,

δείχνουν απόβροχο του Μάη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  

 ***

 

  1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

 

Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.

Δεν περάσαν δυό μήνες που γύρισε πίσω

με κομμένο το πόδι του. όταν τον είδε

τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

 

Λίγες

μέρες μετά, το επιτάξανε.

Εκείνο δεν γύρισε.

Κι’ από τότε, όταν ήθελε

να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από

τη ζωή του, κάτι όμορφο

– την Παναγία, το Χριστό ή τον ήλιο

παραδείγματος χάρη –

θυμόταν

αυτό το χλιμίντρισμα.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ

 

Καθώς ανηφόριζε τούδωσε μια

κατακέφαλα ο ήλιος. Σταμάτησε τ’ άλογο,

γυάλισε η κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν

φωτιά τα ρουθούνια του, τεντώθη σαν λάμα

μετάλλινη η χαίτη του, σηκώθηκεν όρθιο,

χλιμίντρισε, πήρε μιάν άγρια στροφή

σαν κόκκινος ίλιγγος, συγκέντρωσε όλη του

τη δύναμη, πήρε κι’ άλλη απ’ τον ήλιο

κ’ οι οπλές του αρχινίσαν, βροχή, να χτυπούν

τη γρανίτινη πέτρα – απώντας τις μαύρες της

φλέβες, σηκώνοντας τούφα τις σπίθες.

 

Τ’ αναμμένα, βαριά πέταλα του, ακουγόνταν

υπόκωφα

ως μέσα

τη μήτρα της γης.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

Νίκος Κυπουργός , Tου αλόγου

 

  1. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΠΥΡΡΟΣ

στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

 

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.

 

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο
τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης.

Μιχάλης Γκανάς-Περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στν Μιχάλη Γκαν

Πάλι τ γνωστ λογο, μαρο κα λαμπερό, στ μικρ πάρκο πέναντι, τν ρα πού, ποις ξέρει π ποιος συμφωνημένο, παψαν ν περνον, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ ατοκίνητα.

 

Μ κοίταξε μασώντας τ πυκν φύλλα το μεσημεριο κα νευε μ κινήματα περήφανά της κεφαλς του σν ν μο λεγε: «Θυμσαι;»

Τ χειρότερο εναι τι βλεπα μία κατακόκκινη νοιχτ πληγ στν ριστερή του παρει κα σταγόνες αμα ν πέφτουν στ ταλαίπωρο χμα, πάνω σε σκουπίδια κα χαρτιά.

 

μως τ παράπονο τς πομονς του παλληκαρίσιο, καυτ πως μεσημεριαν λκή. Μασώντας ατ τ όρατα φύλλα, μπαίνει στν δρόμο κι ρχίζει ν τν διασχίζει ποφασιστικά, τν ρα πο ξεχύνεται, ορλιάζοντας, αρα τς στυνομίας.

 

Στ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατ τ λλα, νέβηκα κι γ στ λεωφορεο, μ τν πόλοιπο κόσμο, τν ρα πο τ λογο σπάραζε κάτω π᾿ τος τροχος κα μ τ βλέμμα ψελνε τν ξόδιο κολουθία.

Αριο, σως ν τ προλάβω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου΄»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

ΤΑΣΟΣ    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 

 ***

  1. ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα

οι επιθυμίες μου

γονάτισαν κάθισαν χάμω

 

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

 

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

 

ο ένας πήγε να βρει το Θεό

ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο

κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

 

***

  1. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

    Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
    η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
    για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
    Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
    την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
    τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
    μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
    ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
    εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

    Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
    αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
    είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
    καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
    στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
    Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
    πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
    σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
    για του θανάτου την παντοτεινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

  1. ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογο μας το μεγάλο

Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

 

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι….
Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δακρυοποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό…

Μην έρχεσαι – μη μπαίνεις –
το παραθύρι κλείσ’το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

***

  1. ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΒΑΛΑ

 

Πομπεύοντας το αδύνατο
με λέξεις
Ανάβοντας ένα φωνήεν,
έρμαιο του αγίου σώματος που λειτουργείται,
να ημερέψει το σκότος

 

Σελώνοντας το τέλος
να διανύσεις πάλι το κενό το ακόρεστο
απ’ την αρχή να ξαναπιάσεις το τραγούδι
το πικρό
ως να γλυκάνει ο τρόμος
«μη
μη με παίρνεις
με γέλασαν
χάρε μη με παίρνεις
της άνοιξης τ’ αηδόνια με γέλασαν
μη
γιατί δεν με ξαναφέρνεις»

Πώς έγινε και μείναμε φτωχοί με τέτοια προίκα
Πώς έγινε και δαπανούμε χιλιάδες τις λέξεις
για να πούμε το σώμα
που ατραγούδιστο εχάθη στον καιρό του

Πώς έγινε και συχνάζουμε πια
στης ψυχής τα υπόγεια
Πώς έγινε κι όλο να φεύγει ο χορός
μακριά από τη μνήμη
Πώς έγινε και ξέπεσε σε δόλωμα το βλέμμα
και σε τρόμο,
εκεί που κατοικούσε κάποτε ο άνεμος
κι η γενναιοδωρία

Πώς έγινε να ξεκρεμάμε κάθε πρωινό
έναν απ’ τους σβησμένους εαυτούς,
να τον ντυνόμαστε κι ας μη μας πάει
κι ας τον μισούμε
όσο μισούμε το φύλλο του ημερολογίου
που μας πετάει ξοδεμένους
στον κάλαθο των ονείρων.

Πώς έγινε κι αντέχουμε την απουσία μας

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Σήματα Λυγρά

 

***

  1. ΤΟ ΠΙΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΑΛΟΓΟ

 Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

 Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου.
Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.

Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντωσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

 Σαράντος Παυλέας, Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981)

 

***

18.ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


Φοβού τους Δαναούς
και δώρα φέροντες

Το ξύλινο αλογάκι
λίκνιζε ρυθμικά τις προσδοκίες μου.
Κινήσεις όλο αυτάρκεια
σε μια καμπύλη σιγουριάς.
Δίχως απόκλιση καμιά
η διαδρομή μου.

Τώρα το άλογό μου δίχως αναβάτη
δούρειος ίππος με πολιορκεί στενά
ξεχύνοντας μνήμες αφηνιασμένες
κι έχετε φύγει όλοι εσείς οι Δαναοί
να μην μπορώ να σας ρωτήσω
γιατί μου ξεγελούσατε το μέλλον
δώρα φέροντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ,  ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ, Πλανόδιον, Αθήνα 1998

 

***

 

  1. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ  ΙΠΠΟΣ
    I
    Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
    όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
    κι είπαν γιατί, κι είπε
    πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
    Κι ύστερα, εκείνος
    έτρωγε ελαφρά τα βράδια
    και μικρός
    είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
    αλογάκι σε λούνα πάρκ.

Τζένη Μαστοράκη

 

 

***

 

  1. ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Πέταλλο βρήκα

αλόγου που κάλπασε.

Ξέρω ποιός λείπει.

*

Καβάλα πήρε

το κέρασμα κι έφυγε

ο ταξιδιώτης.

*

Στεγνά χαλίκια.

Νερά καθάρια. Μακριά – 

τ’ άλογα βόσκουν.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, Το έρημο λυκόφως, χαϊκού

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ, μετ.  Παύλος Μάτεσις

 

*Σημείωση: Η ανάρτηση είναι της καλής μου φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (187ο): «Μαθαίνω»…

 

-«Κάθε μέρα μαθαίνω ν’ απορρίπτω αυτά που πίστεψα χτες»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Να μαθαίνεις»

Όταν φτάσεις κάποτε ν’ ανακαλύψεις

πόσες ακόμα αυταπάτες συντηρούσες
όταν αναγκαστείς ν’ αναγνωρίσεις
κι εκείνα που δεν ήθελες να παραδεχτείς
όταν πέσει και το τελευταίο είδωλο
που πάνω του στήριζες την πίστη σου
τότε μπορεί ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις
πόσο βαθιά πηγαίνουν, πόσο είναι σκοτεινές
οι ρίζες της καθεμιάς σου πράξης.

(«Ποιήματα ΙΙΙ, 1959-1973, εκδόσεις Κέδρος)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 «Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Εγκώμιο στη μάθηση»

«Μάθαινε και τ’ απλούστερα!

Γι’ αυτούς

που ο καιρός τους ήρθε

ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει,  μα συ

να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!

Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!

Μάθαινε, εξηντάχρονε!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε!

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

Μην αφεθείς να πείθεσαι

μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!

Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος

καθόλου δεν το ξέρεις.

Έλεγξε το λογαριασμό

εσύ Θα τον πληρώσεις.

Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι

Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.»

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε»

«Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.

Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε

μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν

οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας

σε πέτρα.. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται

να μάθεις. Έτσι όπως είσαι

εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί

όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,

τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς

τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους

που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε

για όλους τους καιρούς

μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

 

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά

δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.

Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά

Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Αυτό θέλω να τους πω

Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;

ψωνίζουνε τη γνώση για να την πουλήσουν.

θέλουν να μάθουνε πού υπάρχει γνώση φτηνή

που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. Γιατί

να ενδιαφερθούνε να γνωρίσουν ό,τι

ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;

Θέλουνε να νικήσουν.

Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.

Δε Θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,

Θέλουνε να καταπιέζουνε οι ίδιοι.

Δε θέλουνε την πρόοδο.

Θέλουνε την υπεροχή.

Πειθαρχούνε σ’ όποιον

τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.

Θυσιάζονται

για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.

Τι να τους πω, σκέφτηκα. Αυτό

θέλω να τους πω, αποφάσισα.»

(Από τη συλλογή «Ποιήματα», μετάφραση:Νάντια Βαλαβάνη)

 

 

J o r g e    L u i s    B o r g e s, «Μαθαίνεις»

«Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις»

(https://pteroen.wordpress.com/)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά………

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Το μάθημα της χαραυγής»

«Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι να εμποδίζει το όνειρό σας
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θάρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θάρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θάρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στη μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη.»

 

-Γιώργος Θέμελης, «Μαθητεία»

«Μαθαίνεται η Αγάπη,
Μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.

Όπως η θλίψη, όπως η έκσταση.

Τ’ άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν
Σχολείο να μάθουν τη σιωπή,
Την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
Μες σε βαθειά κρησφύγετα.

Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
Μαθήματα αγάπης· δε γράφουν
Τις τέσσερες πράξεις της
Στις πλάκες τους οι πεταλούδες.

Ίσως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν
Λέξεις, ονόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.

Ίσως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
Τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον ερώτα των πραγμάτων.

Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική,
Αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.

Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.»

Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.)

 

 

 -Τόλης Νικηφόρου, «μαθητεία, 1»

«μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα
γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση
ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα
το ωκεάνιο και πάλι άλφα

με τις καμπύλες του
τον κύκλο του
τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο
διαστάσεις του

γύρω απ’ το άλφα περιστρέφομαι
στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε αιώνια μήτρα
πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης

η αρχή της μαθητείας μου
δεν έχει τέλος»

(https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8472.30)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (186ο): «Εγώ – εαυτός»…

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Εγώ»

«Εγώ

Εγώ, σ’ ένα διάστημα πολλών χιλιετηρίδων.

Εγώ, σ’ έναν κόσμο που στοιβάζονται οι άνθρωποι

και διακινούνται καθώς η άμμος. Εγώ,

κάτω απ’ τον ίλιγγο των έξω απ’ τους ανθρώπους

αριθμούς ουρανίων σωμάτων.

Εγώ

είδα τον ήλιο που ανάτειλε.

Εγώ ανέβηκα στο βουνό.

Εγώ είδα τον ουρανό τον κήπο με τα παγώνια.

Εγώ φόρεσα την κόκκινη ή τη μαύρη γραβάτα.

Εγώ διαμαρτυρήθηκα στην αστυνομία.

Εγώ είχα φίλο τον Άι-Γιώργη και τους συγγενείς του.

Εγώ καθάρισα το αίμα των νεκρών και φύτεψα στη θέση του

τίμιο χορτάρι. Εγώ φόρεσα το καπέλο μου

κάτω απ’ τον μέγα ουρανό και σεργιάνισα.

Εγώ ένιωσα, εγώ άκουσα, εγώ είδα

και σείς μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα!

Εγώ κούρντισα το ρολόι.

Εγώ τράβηξα την κουρτίνα.

Εγώ συνομίλησα με των άλλων το πεπρωμένο.

Εγώ ξέχασα τις πυτζάμες μου στο ξενοδοχείο Σάντα-Μαρία.

Εγώ μέτρησα τα χρώματα των λουλουδιών στο Πόρτο

Γερμενό την Άνοιξη.

Εγώ είπα στο στρατιώτη να λυπηθεί τη γυναίκα.

Εγώ μάζεψα τα βότσαλα στη θάλασσα πίσω απ’ το Λένιγκραντ.

Εγώ μεσολάβησα στο Θεό να ταχτοποιήσει τις εκκρεμότητες

με το πλάσμα του.

Εγώ κούρεψα τον έφηβο των Αντικυθήρων.

Εγώ φόρεσα τις κάλτσες μου ανάποδα.

Εγώ σκέφτηκα, εγώ έκαμα, εγώ είπα

και σεις μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα.

Έπρεπε μόνος μου

να το κυνηγήσω με το μαχαίρι, να το γκρεμίσω, ανάσκελα

και να το ρίξω στο ποτάμι το ίδιο που κυλάει

όλα τα περιττά του κόσμου, κατεβάζοντας,

απ’ όλα τα σημεία, σε όλες του τις διευθύνσεις,

τις κάπνιες, τα μαζούτ, και τα πολιτικά σκουπίδια»

(https://thepoetsiloved.wordpress.com/tag/greek-poetry/page/26/)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Ἔρχομ᾿ Ἐγώ…»

«Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!

K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!

Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,  «Ηρθες όταν εγώ…»
«Ηρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατιών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Oχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Aφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»

«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «ΕΓΩ είμαι ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

………………………………………….

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ»

«Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…»

(http://www.poiein.gr/archives/243)

 

 

-Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Ο ΘΛΙΜΜΈΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΌΣ»

 

«Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα

αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –

τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα

– αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,

τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι

που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –

Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,

ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα

και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –

οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,

οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ

πέρα μακριά –

πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,

η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι

εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –

– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω

μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα

μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –

το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

συλλογισμένος,

και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων

τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,

κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,

και σταματώ, θολωμένος

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων

και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,

με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου

πίσω μου

προσμένοντας για μια στιγμή όταν …

Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω

τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο

… κάθε κίνηση παύει

και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,

η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,

τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,

το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη

κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –

όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –

για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα

αμπαζούρ της διανόησης –

Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,

άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο

με δέματα, εφημερίδες,

γραβάτες, όμορφα κοστούμια

σύμφωνα με το γούστο τους

άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια

κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και

ελεγχόμενες κινήσεις –

Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν

τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,

μέσα από λεωφόρους

στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα

των φτωχικών συνοικιών

μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση

αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν

με τόσο πόνο σ’ αυτήν την

εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο

στην γαλήνη

του νεκροκρέβατου ή του βουνού

που κάποτε αντίκρισα

ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα

να έρθει στο μυαλό μου

όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.»

(http://www.poiein.gr/archives/3475)

 

 

-Λένα Παππά, «O εαυτός μου»

«Μου έκαμε πολλά

Πικρά κι ανεπίτρεπτα

Λάθη βουνό.

 

Ξαφνικά κι ολοένα μού έφευγε κυνηγώντας τον

μόλις που τον πρόφταινα

στην άκρη-άκρη του γκρεμού

άλλοτε κρυμμένος

πίσω από μάσκες τερατώδεις με περιγελούσε

με διέσυρε, με ατίμασε

μες στους καθρέφτες όλους, κλέβοντας

τον χρόνο και τον πόθο μου

άσωτα για να τους σκορπίσει

στους κόκκινους ανέμους της παραφοράς.

 

Καρτερικά τον υπόμεινα μισώντας τον

τρυφερά τον κανάκεψα, συγχωρώντας τον

σε αγώνα ματωμένο τον προκάλεσα

τον στόλισα με όνειρα πολύτιμα

τον έσπρωξα στο πηγάδι

τον αγάπησα, τον καταράστηκα

κρυφά τις νύχτες έλπισα κι ευχήθηκα τον θάνατό του.

 

Στο τέλος, σέρνοντας ήρθε, δαρμένο σκυλί

και κούρνιασε δίπλα μου

ραγισμένος απ’ την ηλικία, γυρεύοντάς μου

να γεράσουμε μαζί.»

(«Τα Ποιήματα» Β’ – Λένα Παππά)

 

 

Φερνάντο Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού…»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Χαλίλ Γκιμπράν, «Οι 7 Εαυτοί»

«Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος,
οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβέντιαζαν:
Πρώτος Εαυτός:
Εδώ, σ’ αυτό τον τρελό μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά ν’ ανανεώνω τον πόνο του, τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του, τη νύχτα.
Δεν αντέχω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα.
Δεύτερος Εαυτός:
Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό: να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου.
Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του.
Εγώ θα ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην υποσταμένη μου ύπαρξη.
Τρίτος Εαυτός:
Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο
έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών;
Εγώ είμαι: ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του – που θα ‘πρεπε να σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτο.
Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δε μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή.
Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός – ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης,
να ‘μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτο.
Πέμπτος Εαυτός:
Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων – κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα’ εγώ θά ‘πρεπε κι όχι εσεις, να επαναστατήσω.
Έκτος Εαυτός:
Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές – εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτο.

 

Έβδομος Εαυτός:
Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμιά. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής.
Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;
Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξη εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια – και καθώς η νύχτα πύκνωνε – ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μια χαρούμενη εγκαρτέρηση.
Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας’ σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, Ολα.»

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

 

 

-Ουώλτ Ουίτμαν, «Το τραγούδι του Εαυτού μου»

(απόσπασμα)

«Γιορτάζω τον εαυτό μου, και υμνώ τον εαυτό μου,

Και αυτό που σκέφτομαι θα σκεφτείς,

Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

 

Ραθυμώ και προσκαλώ την ψυχή μου,

Πλαγιάζω και ραθυμώ με την ησυχία μου παρατηρώντας μια λόγχη εαρινής χλόης.

 

Η γλώσσα μου, κάθε μόριο από το αίμα μου, φτιαγμένο από αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα,

Γεννημένος εδώ από γονείς γεννημένους εδώ από γονείς το ίδιο, και οι γονείς τους το ίδιο,

Εγώ, τώρα τριάντα-εφτά χρονών απόλυτα υγιής ξεκινώ,

Ελπίζοντας να μην σταματήσω μέχρι το θάνατο.

 

 

Θρησκείες και σχολεία εκκείμενα,

Αποσύρονται για λίγο, αρκούνται με αυτό που είναι, αλλά ποτέ δεν ξεχνιούνται,

Καταφεύγω για καλό ή κακό, αφήνω να φανερωθεί σε κάθε κίνδυνο,

Η φύση ανεμπόδιστη με αρχέγονη δύναμη.

 

2

 

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,

Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,

Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

 

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,

Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,

Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,

Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

 

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,

Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,

Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,

Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,

Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,

Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,

Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,

Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,

Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

 

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα; Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;

Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;

Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

 

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,

Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),

Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,

Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,

Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.»

 

(Από την Ποιητική Συλλογή του Ουώλτ Ουίτμαν «Το Τραγούδι του Εαυτού μου», Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου, Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ, 2006.)

 

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (185ο): «Φως»…

  1. Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση

σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι

Κ.Π. Καβάφης

 

***

  1. Εδώ το φως Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
    μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι

    Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές γαλάζιες γλώσσες
    στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα μασάνε

Γιάννης Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας

 

***

  1. ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ

Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες
μ’ έτη φωτός, δεν μου λένε τίποτα.
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανή αστέρα.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. Τελευταίο Φως

Πώς θα φύγεις μέσα στην τρελαμένη νύχτα;
Ένα χέρι σφίγγει σα λεπίδα το τελευταίο φως.
Πώς  θ’ αντικρίσεις το χειμώνα
με λίγες μέρες περσινού καλοκαιριού;
Υπάρχει ένα νεκρός σ’ όλο το μάκρος των ματιών
υπάρχει ένας νεκρός αβόλευτος στα ρούχα σου.
Πρωί -πρωί οι οδοκαθαριστές βουλώνουν με κουρέλια
τις τρύπες που ανοίξαν τα φιλιά.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΟ ΦΩΣ

Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις τη ματζουράνα σου

Ούτε μάνα εδώ, ούτε ένα χάδι,
ούτε μια γλυκιά κουβέντα, τα λόγια
φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό τους,
δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν
στους τοίχους καρφωμένα να ψήνονται σαν τα χταπόδια.

Ούτε μάνα, ούτε μια γλάστρα να ποτίσεις,
γλυφό νερό, αρμυρός αγέρας, τα πρόσωπα
παίρνουν μιαν όψη αγάλματος έτσι που δένεται
η σάρκα με τ’ αλάτι-
μα εσύ ακόμα έβγαινες τα πρωινά στο παραθύρι
τυλιγμένη τη ζεστή αντηλιά του ύπνου
και μέσα απ’ την τριανταφυλλιά σου νυχτικιά
ένα ποτάμι φως χυνόταν στη διψασμένη μέρα.

Τόσο σπάταλη στο φως – ίσως το μάντευες
που η αντοχή σου στέρευε.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Λυσιμελής πόθος

Μανώλης Μητσιάς – Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει

https://www.youtube.com/watch?v=BxJXEz7y8YM

  1. Και το ελάχιστο φως

Θέλει ν’ αφήνει ένα μικρό φως πίσω του είτε μπαίνοντας

στο σπίτι του είτε βγαίνοντας, είτε περπατώντας

στην πόλη ή και στην έρημο ακόμη. ξέρει: Ούτε μια

σταγόνα βροχής δεν πηγαίνει χαμένη. Ως και το αίμα

που πίνει, το μετράει η γης (ν’ αποδώσει λογαριασμό).

Κ’ οι στεναγμοί των μαρτύρων φωτίζουν το μέλλον.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

  1. Τά στοιχειώδη

Τό φῶς γιά νά βλέπω καί ν’ ἀγαπῶ

τό βρίσκω παντοῦ: Στό λίγο ψωμί,

στοῦ βουνοῦ τή γυμνότητα, στό λουλούδι τῆς γλάστρας,

στό νερό τῆς πηγῆς, στό γιομάτο εὐγένεια

ἀεράκι πού ἔρχεται καί θωπεύει τήν κούραση

τῶν χεριῶν μου, στό λίγο ἐχέμυθο φῶς

τοῦ σπιτιοῦ μου τή νύχτα, στήν παρουσία

τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου πού προχωρεῖ

στό ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στό ἄξαφνο

ἔγχρωμο βεγγαλικό τῆς φωνῆς

ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) ενότητα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

 

 ***

  1. Το φως

Έγινε σήμερα τόσο

φως

που οι τυφλοί

καθισμένοι στις πέτρες

τ’ ακούν σαν κελάηδημα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  1. ἈποκατάστασηΣ’ ἕναν κόσμο πού τίποτα δέν ξέρει ἀπό φῶς,
    ἦταν βέβαιο πώς δέν θά μέ γνώριζαν.
    Εἶχα ἔρθει ἀπ’ τό μέλλον μέ πρόσωπο
    ἀλλιώτικο κ’ ἐκεῖ πού ὁ πόλεμος λεγόταν
    εἰρήνη, δέν εἶχα τόπο. Ὡστόσο τό μέλλον
    ἐκεῖνο θά ρθεῖ. Κ’ οἱ πύλες θ’ ἀνοίξουν,
    συνοδευόμενη ἀπό παιδικές φυσαρμόνικες,
    νά περάσει ἡ πομπή μέ τήν ποίηση-ἀγάπη
    πού ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα δέν θά πάψει
    νά ραίνει τό χῶμα μέ φῶς

BΡETTAKOΣ, ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΑΜΑΞΙ, 2000

 

***

  1. Κάτω π σκις κα φτα

Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
φυλάξει τὰ δέντρα. Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό…
Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος…
Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
κανεὶς τὰ φαινόμενα…
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

***

  1. Το άλλο φως

Ονειρευόμουν ένα φως
που θα βυθίζεται βαθιά
στων σπλάχνων τη σιωπή
θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης
κι έπειτα θ’ ανεβαίνει σοβαρό
θ’ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες
κι η νύχτα θ’ αγριεύει
άγρια θηρία θα πισωπατούν
δείχνοντας δόντια στραφτερά
Κι εκείνο θα βαδίζει αργά
με τον ρυθμό του πεπρωμένου
ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο
εκεί που κρίνονται τα πάντα
φωτίζονται κι εξαργυρώνονται
ή χάνονται κάτω απ’ το βάρος
του φοβερού φωτός

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005

***

  1. Το φως και το νερό

Νέος αγάπησα το φως

Πώς όμως να το παραβάλω με τ’ ακοίμητο νερό;

Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα

κάτω απ’ το σύννεφο και τον αέρα

Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;

Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!

Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως

με τη νερένια ύπαρξή μου.

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως

 

***
 

  1. Τo φως πλημμυρίζει το σπίτι

Έξω απ’ το παράθυρο στέκει το μακρύ ζώο της άνοιξης
ο διαφανής δράκος από φως ήλιου
περνά γρήγορα από μπροστά μας σαν ατέλειωτο
προαστιακό τρένο – δεν προλάβαμε καθόλου να δούμε το
κεφάλι του.
Οι βίλες της παραλίας μετακινούνται κατά πλάτος
είναι περήφανες σαν καβούρια.
Ο ήλιος κάνει τ’ αγάλματα να βλεφαρίσουν.
Η πύρινη θάλασσα που μαίνεται στο διάστημα
διαπερνά τη γη και γίνεται χάδι.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

TOMAS TRANSTROMER,  Η πένθιμη γόνδολα, μτφρ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Νεφέλη 2000

***

  1. ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ (3)

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο

Ερωτοφωτόσχιστος

Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν

Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Εδώ το φως, Νταλάρας

https://www.youtube.com/watch?v=r8hliBm-TSc

  1. να γυρίζεις στο φως

ποτέ άλλοτε το πράσινο
δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 

 ***

  1. 16. το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινοαπ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα

ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα,

απελπισμένο,

σαν κάτι να ζητούσε,

σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια,

όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του,

αγνοούσα τη φωνή του,

κι έμεινα εκεί αμίλητος

να το κοιτάζω εκστατικά

να αργοσβήνει

κάτω απ’ την πόρτα

στο δωμάτιο του βάθους

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟY

***

  1. πράσινα αινίγματα στο φωςαν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
    και απαλή σκιά
    στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
    κι ακόμη αν ήταν
    ήχος και λάμψη
    πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
    λέξεις κοινές
    κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
    τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
    να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
    στα δέντρα όπως τα φύλλα

    θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
    αινίγματα και μυστικά στο φως

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

***

  1. βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φωςμέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
    φορώντας τις μαγικές τους μπότες
    βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
    κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
    οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
    σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους
    στο χώμα απλώνουν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
    μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
    σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
    με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Χώμα στον ουρανό (1998)

***

19 .  ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ


υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί  το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

***

  1. ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ

από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 ***

21 .  σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

και σταθερά
σαν μια μπουκιά ψωμί στα δόντια
ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν στην ερημιά
για λίγο σ’ άγριες γειτονιές
κι εκεί που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα

προφέρετε τις λέξεις απαλά
με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

TOΛΗΣ  NIKHΦOΡOY

Καλλιόπη Βέττα -Λίμνη το φως

https://www.youtube.com/watch?v=usFz82A5m2o

  1. ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ

Μέρες απλήρωτες
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου
Δείξαν τα δόντια τους
στο ασημένιο πεζοδρόμιο
ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν
για να γεννήσει ο φόβος
μια νέα υποταγή.
Μέρες αγέλαστες
μάζεψαν απ τα σκουπίδια
την αξιοπρέπεια μας
την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα
και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων.
(Μέρες πέτρινες
γυρίζουν ταινία την ζωή μας
-έντονοι διάλογοι
με δάκρυα στα μάτια
της τυφλής παρουσιάστριας-
δεσμεύουν την ελευθερία
στα καμαρίνια
ενός ιδεατού θεάτρου
που δεν παύει να είναι θέατρο).
Μέρες που ξύπνησαν
για να εξημερώσουν την ντροπή
και την ανατολή να ξεπαστρέψουν
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου.
Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι
δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

 

Όλα στο φως – Ελευθερία Αρβανιτάκη

https://www.youtube.com/watch?v=fcnb3MB6yKA

  1. Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα
μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό
που έπαψε να λειτουργεί˙
το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση
ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ,  Άτη – Σκόρπια ποιήματα 2001-2009, Κέδρος 2010
***

  1. Το φωςΚαι στα πιο σκοτεινά λαγούμια
    τα πιο βαθιά
    τα πιο λησμονημένα
    έρχεται κάποτε
    ωσάν σε διάλειμμα
    κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
    θαυματουργό
    παρήγορο
    το φως.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα (1976)

     

     

    *Σημείωση: η ανάρτηση είναι προσφορά της καλής μου φίλης (και συνεργάτιδας στο μπλογκ), Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (184ο): «Ωραίος– α– ο»…

 

-«ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου»
(Γ. Ρίτσος, Ημερολόγιο μιας εβδομάδας)

 

 -Αργύρης Χιόνης, «Το ωραίο καλοκαίρι»

«Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο

ακίνητο ένα καλοκαίρι

φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά

δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;

κανείς δεν ξέρει»

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί»

γιὰ τὴν κυρία Ντονογκά

«Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.

Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»

Κορυτσὰ 1937

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε»

 

«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία

δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική

 

αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης

που και που όταν όλα πάνε καλά

γιατί ακόμα και στον παράδεισο

δεν τραγουδούν όλη την ώρα

 

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει

που μερικοί άνθρωποι

 

πεθαίνουν όλη την ώρα

ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες

στο κάτω κάτω δεν πειράζει

αφού δεν είστε εσείς

 

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας πολυνοιάζουν

λίγα ψόφια μυαλά

στις ψηλότερες θέσεις

 

ή μια δυο βόμβες

που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα

ή άλλες τέτοιες απρέπειες

απ’ τις οποίες

 

μαστίζεται η κοινωνία μας

με τους διακεκριμένους άνδρες της

και τους κληρικούς της

και τους λοιπούς αστυφύλακες

 

και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της

και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της

και τις άλλες δυσκοιλιότητες

που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

 

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος

για ένα σωρό πράγματα

όπως το να κάνεις κουταμάρες

και να κάνεις έρωτα

 

και να είσαι λυπημένος

και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια

και να έχεις εμπνεύσεις.»

(Ανθολογία μπιτ ποίησης, εκδ. Ροές)

 

 

[Ποίημα επιτέλους ωραίο] του Πάνου Θεοδωρίδη

 «Στις βραγιες των οδών, τις λένε και πεζοδρόμια,

Περιμένουν στο πλαστικό δίχτυ οι πατάτες

Και οι κομμουνισταί τις καταριούνται και τις κακομελετούν:

«Των ανηθίκων μηχανισμών αποπαίδια οργώνετε,

Δεν σας συνετίζει η ηλικία του εμπορίου και η σάρκα

Μιάς αξέχαστης τηγανιάς από δεινούς γραικύλους.»

Τότε το ποίημα, το όποιο ποίημα, ωραιώνεται

Αραιωμένο ωσάν μουσικη για Εγγονόπουλο

Από τον Μαμαγκάκη – το πιο άσχημο ίσως είδος προσωδίας

Που εγέννησαν οι τοξόται Κρητικοί,

Μαθημένοι στα σταυροστιχόπλοκα πολιτικά των φρούτα

Του λόγου. Ενώ ο λαός πατατώνεται αβέρτα

Και νοσταλγεί ξεροψημένα αμελετητα του Πόθου.»

 http://www.bibliotheque.gr/article/57594

 

 

 -Σεργκέι Γιεσένιν, «Αντίο ωραίες περιπλανήσεις μου»

«Δε λυπούμαι, δεν κλαίω, δε φωνάζω,
Όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά.
Μες στο χρυσάφι της φθοράς όλο βουλιάζω,
Δε θα ‘μαι νέος πια ποτέ ξανά.

Αλλιώτικα πια θα χτυπάς, καρδιά μου, τώρα,
Που το κύμα σε αγγίζει της κρύας παγωνιάς,
Κι η στρωμένη με της λεύκας το βαμβάκι χώρα
Δε θα σε προκαλεί ξυπόλυτος να τριγυρνάς.

Αλήτικη διάθεση, όλο και πιο αραιά
Ταράζεις για λίγο στα χείλη τη φωτιά.
Ω, για πάντα χαμένη μου φρεσκάδα,
Αίσθημα του πάθους, του ματιού αγριάδα.

Τώρα πια οι επιθυμίες έχουν στερέψει.
Ζωή μου, ή μήπως σ’ έχω ονειρευτεί;
Σάμπως σε ροζ άλογο να έχω τρέξει
Μέσα από την άνοιξη ένα πρωί.

Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί,
Απ’ του σφένδαμνου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά…
Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί,
Που του έλαχε ν’ ανθίσει και να πεθάνει μια φορά.»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ»

«Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.

Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.

Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.

Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου

μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι

στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,

φορώντας τις λευκές σου μπότες.»

(Γιάννης Ρίτσος, Στο Υπερώον της ποίησης, Κέδρος)

 

 

-Νίκος Δασκαλόπουλος, «Τι ωραίο που είναι να γράφεις»

«τι ωραίο που είναι να γράφεις.
πως το ανακάλυψαν;
πριν την ιστορία,
πριν την αφήγηση,
πριν την φαντασία,
την κατάθεση,
τις εικόνες,
τις μεταφορές,
τους συμβολισμούς,
πριν, πολύ πριν.
πως το ανακάλυψαν πόσο ωραίο
είναι να γράφεις, απλά για να γράψεις.
πόσο όμορφη είναι η γραφή, οι λέξεις,
τα γράμματα.
τι ένιωσε ο πρώτος που τα είδε όλα αυτά,
ως τέχνη;
αμφιβάλλω ότι ήταν ένας.
ήταν πολλοί, την ίδια στιγμή,
χωρίς να γνωρίζονται.
και κοίταξαν και είδαν.
η γραφή είναι κάτι παραπάνω από γραφή.
γιατί να γράψω για να εκφραστώ;
να γράψω, για να γράψω.
κοίτα τα κόμματα, πως χωρίζουν τις λέξεις.
κοίτα τα μόνα τους.
το κόμμα μου μοιάζει αβοήθητο. σαν ένας
άνθρωπος που κρέμεται στον γκρεμνό, και το θέλει.
δεν χρειάζεται βοήθεια
γιατί δεν πρόκειται να πέσει,
δεν θέλει να πέσει
και αντέχει το βάρος του,
απλά του αρέσει να κρέμεται στο κενό.
κοίτα τα αποσιωπητικά.
ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί πόσο ζωντάνια
δίνουν στον γραπτό λόγο.»

(http://www.poiein.gr/archives/31717/index.html)

 

 

-Ο. Ελύτης, [Ήταν ωραίο παιδί]

«Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!…»
(Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο…», Ίκαρος

 

Πες το ποίηση (183ο): «Χρώματα»…

 

-«…Όσο θα πηγαίνει και θ’ έρχεται η θάλασσα ,
όσο γεννιούνται λουλούδια και χρώματα,
όσο θα δίνουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο το χέρι τους,
θα υπάρχει και η ποίηση .»
(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους
όσο και να παίζουν με τα χρώματα
είναι όλοι τους μαύροι.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις….»
(Ν. Καρούζος, Διάλογος τρίτος)

 

 

-«…Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος….»

(Ν. Καρούζος, Διάλογος τέταρτος)

 

 

-«Σε μια κοινωνία βλαστημένου σοσιαλισμού

με όλη πια την ομορφιά σαν

Θεοτόκο

σου εύχομαι εκατομμύρια χρώματα.»
(Ν. Καρούζος)

 

 

-«…Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.»

(Κ. Γώγου)

 

 

-«Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, το ρουμπινί, το μαύρο· το

‘να σου μάτι στα πουλιά, τ’ άλλο στα

κόκκινα· η σιδεροδεσιά σε φύλλα, φύλλα κι άλλα

φύλλα· το κίτρινο στη σωστή του θέση που την ξέρει

μονάχα ο Θεός κι ο Μιρό. Εγώ είμαι ο πρώτος φίλος-

είπε- κρατώ απ’ τη μασκάλη το μικρό μαλακό

σύννεφο, περνάμε λυπημένα το λόφο. Το χρυσό

μαχαίρι το σφίγγω στα δόντια μου. Η σιωπή

μιλημένη με χρώμα».

(Γ. Ρίτσος, Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»

Ι

                                                    ΚΟΚΚΙΝΟ

Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.

Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.

Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια

Της κλώστρας κοπελιάς

Το «αντίο» το «έρχομαι» το «θα σου δώσω»

Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου

Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι

Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

 

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.

II

                                                    ΠΡΑΣ1ΝΟ

Μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα

Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.

 

Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά

Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.

 

Χόρτο στρωτό κρεβάτι

Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα

Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο

Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ

Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει

Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ’ ουρανού.

 

Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται

Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα

Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τ’ άστρα!

III

                                                             ΚΙΤΡΙΝΟ

Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές

Φωνές και χρώματα ηχερά

Στο μακρινό ξωκλήσι του πουνέντε…

Χούγια και νταν! Ξεχύθηκεν απ’ τις καμπάνες ο άνεμος

Κι όλο το πέλαγο μακριά χούγια και νταν! χούγια και νταν!

Βοσκάει με τρελοκαμπανάκια…

 

Και παν αυτές τώρα γυμνές από τη μέση ως πάνω
Με αλάργα ψάθα ρώγα κρεμεζιά νάζι από στάχυ
Λοξό με πεταλούδα στο δεξί βυζί το αντάρτικο

Τρεις τέσσερις δεκάξι ογδόντα ή εκατό
Παν και μαλώνουν τα παιδιά της γης της χορτοαρχόντισσας
Παν και φυσούν φούρκες φωτιάς με σάλπιγγες στ’ αλώνια
Καίνε σανό λιώνουν φλουριά θυμιάζουνε με ανθόσκονη
Κρόκων τα στέρνα της στεριάς τόσο που τρέμει πια
Μαίνεται από καναρινιές ριπές ο αιθέρας κι όλο αστράφτει
Βράζει με θειάφι στο γιαλό με καλαμιές στον κάμπο…

Κορίτσια μη! Με τι καρδιά να ορμήσουνε τ’ αηδόνια!
Μη! Με τι σκίρτημα νερού να βγούνε οι περγκολιές!
Πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πως να μαντευτεί απ’ τα μάτια σας το φως!

IV

                                                 Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝ1Α
                        Στον Αντρέα Καμπά

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει

Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς άγγιξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

 

V

                                                     ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

Ό,τι κρατάω με την αφή με θρέφει

Σώμα του πόντου δροσερό ή αγέρας

Γλόμπος του άπιαστου ονείρου η κρύα σαπουνόφουσκα

Της παρθενιάς σου η γεωγραφία που δε με μέλει

Κι ένα μεταξωτό για τσαλαπάτημα
Ένα καυκί καμπάνας γυάλινης για τους κουφούς

Που ντύνουν με φελλό την πιο βαριά τους κούκλα.

Η κούκλα μου είναι η κούκλα σου είναι η γαλαζούλα
Ολόγυμνη που διασκεδάζει τρυπημένη με άστρα
Και κάνει μπάνια στη νυχτιά και γαργαλάει τους γρύλους.

Μα μήτε η στάλα της Αυγής πιωμένη απ’ το γλαυκό

Μήτε της πονηριάς του αηδονιού η ανάσταση

Μήτε της σβούρας ο ίλιγγος μήτε η λιγοθυμιά

Της ώρας που σκορπάει μες στο κενό τα πούπουλα

Δεν πίνουν από την πηγή σου από την πηγή που λεν ελευτεριά.

 

VI

                                                      ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

Τώρα καθώς πατάω μες στις πλαγιές
Στα κουκουνάρια που φυσώντας έστρωσεν
Άνεμος γητευτής με χείλια βαθυγάλαζα
Καθώς γλιστράω στα τσάμια της κατηφοριάς
Κι ανοίγω τα φτερά στο βλέμμα σου το απέραντο

Καθώς ταιριάζω στου βοριά το στόμα μια υμνωδία
Μου φέγγει ο κόλπος το βαθύ μουρμούρισμα της άμμου
Και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά
Φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα
Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.

Και βλέπω ακόμα ένα και μόνο βαθύχρωμο πουλί
Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου
Όπως η νύχτα πίνεται από την αυγή
Όπως η αίγλη από τις μορφές των αγαλμάτων.

VII

                                                       ΜΕΝΕΞΕΛΙ

Σαν φέρετρο που προχωρεί ενώ κρυφά ο νεκρός

Αφήνει ένα ρυάκι μενεξέδες πίσω του

Κι η Αττική του σιγοψιθυρίζει καλησπέρα.

 

Σαν κηπουρός που τυραννιέται σκύβοντας

Μέσα στα συρματόσκοινα και τις εβραίισσες πέτρες

Μα δεν ακούει το πάθος της νεραντζανθιάς

Όταν φοράει τον άνεμο και γνέφει με χορτάρια
Πέρα στο σέλας των πλωτών βουνών
Κι από το αχ του αμπελουργού τρομάζουνε τα σύννεφα…

Η γη συνάζει ολόγυρα τους γαλαξίες των δέντρων της
Και μες στη μέση τους γεννάει μια λίμνη με νερά

Η γη ετοιμάζει τα σεντόνια της:

Αμάραντους πιο τρυφερούς κι από κουμπάκια αγγέλων

Βολβούς πιο πράους στο μέτρημα κι από ίσκιους τ’ ουρανού

 

Λάμπει ψηλά ολομόναχο το ανεμαλώνι

Μολόχες ντύνονται και παν στους τάφους για κεριά

Σφυρίζει ένα βαπόρι μακρινό που χάνεται.

 

Κι όπως με τρεις κλωστές καπνού λέει τον εσπερινό
Ήρεμη στέγη με την καμινάδα της
Μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης!

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Σε μπλε Ιουλίτας»

«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χε άγριες πείνες άπνοιας

ο Αύγουστος

Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και
Στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς

ευώνυμο

Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας
Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
Που βλέπεις τόσο καθαρά να πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τα όρη
Και μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται

Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι απ’ τον αέρα

Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’ τα ίδια της παιδιά η Ευ-

Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ο άνθρωπος πριν δυο και τρεις

φορές

Τον παραστήσει ο ύπνος
Στον καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες

αν όχι και

Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη. Ας είναι
Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα
Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει

το άδικο;
Μια συγχορδία η ζωή

όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
Και είναι αυτός που λέει στ’ αλήθεια τι πετά ο φτωχός
Και τι μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα της λυγαριάς
Αψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν
Ασπασμούς απ’ τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
Σε τι μπλε Ιουλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου

να διαβάζεις

Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα
Διαζώματα. Όμως δεν ποτέ ομορφιά μου εδανείσθηκεν ο χρόνος
Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να

επιμηκύνει ώστε

Πιο ευφυής πιο εύφωνος να κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
Απ’ τον δικό του άμβωνα

Σύννεφο συνοφρυωμένο που τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»
Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
Ομήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και
Συνεχίζεις στου κήπου τ’ άπατα να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου
Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης
Και θα μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς

όπως συνήθως στην αγάπη
Όμως απ’ τη μαστίχα του πηλού της γης μια γεύση αιρετική

ανεβαίνει
Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία

Εάν εξακολουθούμε να ‘μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που
Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες

τότε

Η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία
Και η τελειότης η άκρα

συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους
Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό
Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν
Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά
Να χαράζεται

πάνω σε μπλε Ιουλίτας.»
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
άγνωστους δρόμους.»

(Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα», Νεφέλη)

 

 

-Ντύλαν Τόμας, «Το χρώμα της λαλιάς»

 

 «Ήταν κάποτε το χρώμα της λαλιάς,

έβαφε το τραπέζι μου, μιαν άσχημη βουνοπλαγιά

μια γουλιά στραβό χωράφι, το φλιτζάνι του σχολείου

κι ένα ασπρόμαυρο τραπεζομάντηλο κορίτσια

που έπαιζαν μεγαλώνω,

τώρα πρέπει να ξεχάσω τις αβρές

νεροτσουλήθρες της λαλιάς,

γιατί όσοι εξαίσια πνίγηκαν,

σηκώθηκαν και κράζουν και σκοτώνουν.

Σκασιαρχείο σφύριζα με τ’ άλλα αγόρια,

στο πάρκο της δεξαμενής:

νύχτα, πετροβολούσαμε τρελούς, ξεπαγιασμένους εραστές,

στις σκονισμένες φυλλωσιές των κρεβατιών τους

κι ο ίσκιος των δέντρων τους ένας μεγάλος κόσμος ίσκιων,

ένα λυχνάρι αστραπή για τον φτωχό, μες στο σκοτάδι,

τώρα η λαλιά μου λήθη θα μου γίνει:

όπου πέτρα, μιαν ανέμη θα γυρνώ.»

(Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ερατώ)

 

 

-Βάκης Λοϊζίδης, «ΧΡΩΜΑ»

 «Το μαύρο
κρύβει μέσα του όλα τα χρώματα
το μισούν οι κολορίστες
το φορούν οι τεθλιμμένοι
Κλασικό και ροκ αν θέλεις
πάρε κάρβουνο
και γράψε νύχτα.»
(από τη συλλογή: Τα στοιχειώδη )

(http://www.poiein.gr/archives/13038/index.html)

 

 

Κάθριν Τάιναν, «Στρατολόγηση στα χρώματα»
«Νάτοι παρελαύνουν όλοι με βήμα τόσο χαρωπό!
Με χνούδι στα μάγουλα κι αγαπημένοι, για οβίδες και όπλα τροφή.
Ανέμελα πηγαίνουν σαν για του γάμου το πρωινό,
των μανάδων οι γιοι.

Ο μονότονος δρόμος βγαίνει να τους δει σε σειρές να περνούν
πάνω στις οροφές των τραμ, σαν κορυδαλλοί με τραγούδια.
Περισσά χαρωποί για κουράγιο, τραγουδώντας τραβούν
μέσα στα σκοτάδια.

Με μικρές σφυρίχτρες, με το στόμα, με κάθε σαματά,
παίζουν τη μελωδία της πορείας προς τη δόξα και την ταφή ˙
ανόητα και νεαρά, τα χαρωπά αγόρια τα χρυσά
η αγάπη να σώσει δεν μπορεί.

Καλή δύναμη! Καλό κουράγιο! Τα καημένα τα κορίτσια που φιλήσαν
μαζί τους τρέχουν – αλίμονο, ποτέ πια δε θα φιληθούν!
Μέσα απ’ την ομίχλη σε ομίχλη διαβήκαν
τραγουδώντας αυτοί περνούν.»

(http://staxtes.com/2003/?p=10627)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Το πράσινο απόγεμα»

«Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 -Μίλτος Σαχτούρης, «Σημάδια κίτρινα»

«Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό

άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα

κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια

και ουρλιάζαν

όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες

πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που

κρέμονταν

μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν

και τα μισούσαν

 

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι

οι αστροναύτες

 

δεν το περίμεναν»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 –Ελένης Τριβέλλα, «Κίτρινο και σταχτί»

 

«Σταχτί είναι το χρώμα

της χαράς,

της δικής μου χαράς

και κίτρινο

της θλίψης,

της δικής μου θλίψης.

«Και βάφω τις κουρτίνες

στο χρώμα που μισούσες»

Κίτρινες τις φανταζόμουν

τις κουρτίνες

σε κείνο το τραγούδι.

Και σήμερα

κίτρινες τις φαντάζομαι.

Μου έγινε βεβαιότητα

πως κάπου

ανάμεσα στους στίχους

αναφέρεται

η δική μου εικόνα.

Και ακίνητες,

λεπτές, μακριές,

απ το ταβάνι

μέχρι κάτω το πάτωμα.

Σαν τον κρόκο του αυγού.

Και η χαρά σταχτί.

Δυνατή.

Φωτιά που φουντώνει.

Στο καταλάγιασμά της,

η μυρωδιά και το χρώμα της.

Απόδειξη του συμβάντος.

Με σκόρπιες φλόγες

στον ουρανό.

Μια χούφτα αποκαίδια

σφιχτά στην μπουνιά

της παλάμης.

Κατάμαυρη επιδερμίδα,

βαμμένη αλήθειες.»
(http://fractalart.gr/kitrino-kai-staxti/)

 

 

 

 

 

-Πες το με ποίηση (182ο): «Ευχή – κατάρα»…

«Αυτή είμαι…Σας εύχομαι μιαν άλλη καλύτερη…»

(Άννα Αχμάτοβα)

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «Ωδή έκτη – Αι ευχαί»

α΄

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

ζ΄.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
‘ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
εν ω λάμπουν ‘ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

η΄.
Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια ‘να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

θ΄.
Tα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

ι΄.
Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ‘ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ’ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

ια΄.
Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

ιβ΄.
Δια ‘να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Eλλάδα.

ιγ΄.
Kαι τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

ιδ΄.
Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ενδυναμώθη τώρα
φθάνει η ισχύς του.

ιε΄.
Tο ξίφος σφίγξατ’ Έλληνες ―
τα ομμάτια σας σηκώσατε ―
ιδού ― εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σάς είναι.

ις΄.
Kαι αν ο θεός και τ’ άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ‘να χρεμετήσωσι
‘ς τον Kυθερώνα Tούρκων
άγριαι φοράδες.

ιζ΄.
Παρά…. Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

ιη΄.
Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ’ ανοικτόν στόμα.

 

 

Μαρία Πολυδούρη, «Η Ευχή μου»

 

Αφιερωμένο στην Τίλλα Μπαλή

 

«Τώρα που όλοι σου στέλνουνε ολόθερμες ευχές

ο δρόμος μπρος σ’ ανοίγεται με άνθη στολισμένος

Σε συνοδεύουν τάσματα τα γέλοια κ’ οι χαρές

κι’ ο δρόμος Σου μοσχοβολά με ρόδο πουν σπαρμένος

 

Τώρα που τα πουλάκια ακόμα με λαχτάρα

Χίλιες ευχές σου στέλνουν μ’ ολόγλυκεια φωνή

πρόσεξε και στ’ αγέρι να δης με τι γλυκάδα

σου ψιθυρίζει πάντα την ιδική μ’ Ευχή

 

Το ξεύρω πως για Σένα

είναι μικρή πλασμένη

εν τούτοις πίστευσέ με

από καρδιάς βγαλμένη

 

«Με χίλια ροδοπέταλα

Σε ραίνω λατρευτή μου

Σου εύχομαι χρυσή ζωή»

αυτή είναι η Ευχή μου.»

(«Φιλολογική Πρωτοχρονιά», 1954)

 

 

 -ΜΙΧΑΙ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ, «ΤΙ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΓΩ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑ»

 

«Τι σου εύχομαι εγώ γλυκιά μου Ρουμανία,

νεαρή νυφούλα, μάνα αγαπητή!

Πάντα αδερφωμένα ας ζούνε τα παιδιά σου

σαν της νύχτας τ’ άστρα, της μέρας την αυγή!

Σε ζωή αιώνια, δόξες να χαρώ,

όπλα με δυνάμεις, Ρουμάνικη ψυχή

Όνειρο ανδρείας, καύχημα, περηφάνια

Γλυκιά μου Ρουμανία αυτή είναι η ευχή!»

(http://hallofpeople.com/gr/text2/Eminescu.pdf)

 

 

-Τζούλια Φορτούνη, «Ευχή μητέρας»

«Καλοκαίριασε βρε κορίτσι μου
Βγάλε αυτές τις βαριές μπορντώ κουρτίνες
Δεν είναι κουίντα το σαλόνι σου

Πρόλαβα και σου έραψα κάτι άλλες
Εύχομαι να είναι καλό το μάκρος

Τώρα που δεν δύναμαι άλλο τι να κάνω
Θα ήθελα να τις δω ανθισμένες»

(*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

 

 

-Κατερίνας Κανάκη Αξούγκα , «Για μια ευχή που «σπάταλα» μου δόθηκε»

 

«Και τι είναι μια ευχή;

Το πιο ανέξοδο!

Φοράς ένα χαμόγελο, σφίγγεις το χέρι

και ξεχρεώνεις μέχρι να πεις κύμινο.

Ύστερα φεύγεις

σέρνοντας πίσω σου αλυσίδα

τη μοναξιά όλης της γης.

Οι άνθρωποι, τραγικά μονάχοι.

Αλαφροπάτητη γίνεται η ανάγκη, πιο λίγη

μπροστά στο χάδι και τη συντροφιά.

Αν κάτι μέσα σου βαθύτερα επιζεί

είναι η αναλαμπή της μνήμης μιας άφατης χαράς.

Αυτή που φέρνει στη σκηνή όλα όσα πέτυχες,

όλα τα «ναι» που τόλμησες να πεις.

Όλα όσα μονάχος, χωρίς μπαστούνια, ικεσίες

και διπλωματικά τερτίπια γίνανε δικά σου,

γιατί ολοκάθαρη πηγή ανάβλυζε η προαίρεση.

Ήταν δική σου εκείνη η απόφαση να μοιραστείς,

να κουραστείς και να παλέψεις. Ο νους σου, η καρδιά σου

και η θέληση σε αρμονία πλήρη με το σύμπαν σε ανύψωναν.

Έπαιρνες το σωστό σου ρόλο πιο πέρα από το θάνατο,

μέσα στο άπειρο. Ο χρόνος τα φθαρτά του όρια καταργούσε.

Γύρω σου όλη η ζωή συνωμοτούσε υπέρ σου.

Δεν είχε σημασία αν στο δρόμο έπεσες, όμως σηκώθηκες,

γιατί στο τέρμα πίστευες. Η μνήμη αυτή σ΄ ακολουθεί

ως ύψιστος κριτής. Πετά όλα τα εφήμερα και με αγάπη

κλείνει στις χούφτες σου, έστω τα λίγα, γιατί άξιζε,

σου λέγει, το πέρασμά σου πάνω στη γη.»

 

 

-«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

 

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά

κι έπειτα δεν μου ανήκει

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

Ότι δεν έχω καν όνομα

Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

(Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου)

 

 

-Αλέξανδρου Βλαχιώτη, «Ευχή…»

 

«Έχτισα στον άνεμο φωλιά,

όνειρα να μου φέρει πολλά,

να μου διδάξει την αγάπη.

Έχτισα κι ένα σπίτι στη βροχή,

να μου γιατρέψει κάθε πληγή.

Οι απαντήσεις αργούσαν να έρθουν,

κι εγώ το μόνο που είχα μάθει…

σαν παιδί συνεχώς στα βήματά μου να σκοντάφτω,

κι όποτε σηκωνόμουν, ήμουν μέσα μου μεγάλος.

Έκρυψα στη θάλασσα μια ευχή,

με την υπόσχεση πως όταν είμαι έτοιμος, να γίνει προσευχή.

Έθαψα βαθιά στο χώμα, το σπόρο της ελπίδας.»

(http://fractalart.gr/alexandros-vlaxiotis/)

 

 

-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, «Η Κατάρα!»

«… Εσύ, που πλάνος στης ψυχής τα βάθη διαστρεμμένος,
μια μέρα ανάξια ανέβηκες τα πορφυρά σκαλιά,
και κάνοντας αδέρφια σου του Κρούμου τα σκυλιά,
μας μάρανες τ’ αμάραντο πολεμικόν μας μένος,

κι έκαμες αίμα να χυθεί στον τόπο το γλυκό,
κι έκανες την πασίχαρη την αδερφή μου Αθήνα,
για μια σου πράξη ταπεινή να τήνε δέρν’ η πείνα,
κι ως εδώ χάμου τη βαριά σκλαβιά της ν’ αγροικώ,

και σκότωσες, και γίνηκες το κήρυγμα του Τρόμου,
κι ενώ έκανες πως στοργικά βαστούσες την ελιά,
κρυφά σαν κλέφτης έδινες το χέρι στα σκυλιά,
κι αλύπητα παράδωνες τα πάντα στον εχτρό μου.

Τώρα που η νύχτα πλάκωσε, και πάνε οι θησαυροί,
κι εμείς για να ΤΟΥΣ ΣΩΣΟΥΜΕ γυρνάμε μέσ’ τα ξένα,
τώρα μονάχα μια ευκή μας έμεινε για σένα:
-άλλη σαν τη σημερινή μέρα να μη σε βρει!…»

(https://sarantakos.wordpress.com/2012/03/18/katara/)

 

 

-Στεφάν Μαλλαρμέ, «Ο καταραμένος γελωτοποιός»

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές  θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.»

(http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Λόρδος Μπάυρον, «Η κατάρα της Αθηνάς»

«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’  απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’  του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή.  Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.»

(http://www.lifo.gr/team/bookroom/46060)

Πες το με ποιηση (181ο): «Είμαι – Είσαι – Είναι…»….

 

 

-«Εσύ ποιος είσαι; Εγώ δεν είμαι»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-«Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι»

(Τ. Έλιοτ)

 

 

-«Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

-«Είμαστε φτιαγμένοι από υλικό ονείρων και τη μικρή μας τη ζωή ύπνος την περιζώνει»

(Σεξπιρ)

 

 

-«Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-«…Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Είμαι»

«Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει

σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια

μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη

κι ακολουθεί την αντανάκλαση

ή το σώμα (το ίδιο κάνει) του όμοιού του.

Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι,

αυτός που ξέρει πως άλλη τιμωρία

από τη λησμονιά δεν υπάρχει

ούτε κι άλλη συγγνώμη.

Κάποιος θεός έδωσε στο ανθρώπινο μίσος

τούτη την παράξενη δικλείδα.

Είμαι κείνος που, μ’ όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,

ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει

τον απλό και μαζί πολλαπλό,

αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου, που ανήκει

ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.

Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας,

εκείνος που στον πόλεμο δεν έπιασε σπαθί.

Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Άννα Αχμάτοβα, [Αυτή είμαι…]

«Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,

Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,

σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.

Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,

εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,

κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!

Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία

και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες

ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.

Ω, τι να την κάνω αυτή την αγν’ότητα

τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;

Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!

δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,

για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν

στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.

Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,

η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων

και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.

Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ’ απόκτησα ανάξια

και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,

τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.

Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,

και θα χρειαστεί, όπως η άλλη – η μαρτυρική Μαρίνα –

να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα…»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Μαρία Ψωμά, «Είμαι κι εσύ»

«Επάνω μου κολλημένα κομμάτια σου,

τα κουβαλάω όπου είμαι,

είμαι κι εσύ, αναπόφευκτα…

Χρόνια μαζί στα χαρακώματα

χνώτο με χνώτο διαλυθήκαμε,

η λήθη που επικράτησε

δεν είναι αναπαμός»

(http://www.poiein.gr/archives/3856)

 

 

 

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «ΕΙΜΑΙ μόνος…»

«Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…»

(http://www.poiein.gr/archives/239/index.html)

 

 

 -Ρενέ ΣΑΡ, «Είμαστε τόσο εύθραυστοι;»

«Ηδύς ο βίος, αν μπορούσε να υπόσχεται χωρίς ν’ αναχωρεί!

Ήρθε η στιγμή, πρέπει ν’ αντέξεις!

Ν’ αλλάξεις ή να σβήσεις, αν όλα στην αρχή ήταν πυρ.

Η πέστροφα πεθαίνει εμπρός μου ορθή και λυγισμένη.

Χάρισμα που δεν κρύβεται η ανησυχία

μπορεί επιτέλους να μ’ εγκαταλείψει.

Την πρώτη ανάσα της μαντεύω.

Η μαύρη πεταλούδα μπρος στα πόδια μου

μ’ ανάλαφρο φτερούγισμα ανεβαίνει.

Εντός μου μήτε ήλιος μήτε σκότος,

χιλιάδες μελωδίες τραγουδιών

τον ύπνο δεν αφήνουν να με πάρει.

Λειμώνας σ’ όσους αγωνίζονται δοσμένος.

Πόθος σφοδρός που ακολουθεί την αστραπή.

Άψυχο το σώμα ακινητεί, σωριάζεται,

τη μελωδία αναπολώντας

εκεί όπου βλάστησε επιστρέφει»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Τ. Σινόπουλος, εκδ. Ελ. Γράμματα)

 

 

 -Γιώργος Σαραντάρης «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…»

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

 

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(http://latistor.blogspot.gr/2012/08/blog-post_26.html)

 

-Τζέζαρε Παβέζε, «ΕΙΣΑΙ σαν κάποια γη…»

 «Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

 

 

 

-CESARE PAVESE, «Έρωτας ΕΙΣΑΙ κι εσύ»

«Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

-Κική Δημουλά, «Πέρασα» [Όχι δεν ΕΙΜΑΙ λυπημένη}

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα’

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «Εγώ ΕΙΜΑΙ ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, [Αυτοί δεν ΕΙΝΑΙ οι δρόμοι…]

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι —αναπόφευκτα— στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «ΕΙΝΑΙ δυο άνθρωποι»

 «Είναι δυο άνθρωποι, ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: “Θα σε σκοτώσω”.

“Μα γιατί”, ρωτά ο άοπλος, “τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη

φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις”.

“Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν,

μπορεί να σ’ αγαπούσα”, λέει αυτός με το μαχαίρι.

“Ή και να με μισούσες”, λέει ο άοπλος, “να με μισούσες

τόσο που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς

μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε”.

“Κι αν σ’ αγαπήσω”, επιμένει ο οπλισμένος, “αν σ’ αγα-

ήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;”.

“Ω, μη φοβάσαι”, λέει ο άοπλος, “σκοτώνει ακόμη κι η

αγάπη. Και, τότε, είναι πιο μεγάλη η απόλαυση”»>

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

Πες το με ποίηση (180ο): «Το ’21 και οι ήρωές του»…

 

-«Αυτό το λόγο θα σας πω

δεν έχω άλλο κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο

κρασί του ‘21»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

-«ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ‘21»

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ΄ αηδόνια,

κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Αγια – Λαύρα:

«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε

δεν είν΄ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας.

Μας ήρθ΄ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,

γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.

Να διώξουμ΄ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».

(Δημοτικό)

 

 

 

-Γιάννης Κουτσοχέρας, «ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ»

«Και ήρθε του Εικοσιένα το πλήρωμα

με το καριοφύλι και με το δαυλό

 

με το δάσκαλο

το κρυφό σκολειό

το  ΄ποθούμενο’ του Αιτωλού

 

με τους φιλικούς

τους ιερολοχίτες

με το ράσο το φλεγόμενο του Παπαφλέσα

με το Σούλι – με το Κούγκι – με το Αρκάδι

οι Σουλιώτισες τα βρέφη το Ζάλογγο.

 

Έχετε για βρυσούλες.

 

Ήρθε από τα Καλάβρυτα

από τη Μάνη

από την Έξοδο του Μεσολογγιού.

 

Ήρθε με το Γέρο του Μοριά

με το Γιό της Ρούμελης.

 

Ήρθε με τις Μπουμπουλίνες

τους θαλασσόλυκους

τους μπουρλοτιέριδες

με τα  κύματα και τον άνεμο του Αιγαίου.

 

Ήρθε με το Ρήγα.

Με τον Κάλβο,

Με το Σολωμό.

Ήρθε με τη λευτεριά

τη βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων.»

 

 

-Γιάννης Τζήκας, «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΄21»

«Οι Έλληνες μες στη σκλαβιά

τετρακόσια χρόνια στη νυχτιά –

δεν ορίζαν τη ζωή τους

ούτε σπίτι ούτε παιδί τους.

 

Μα μια μέρα φωτεινή

του Φεραίου η φωνή

όλο πάθος και ορμή –

στις πλαγιές αντιλαλεί:

 

«Ελληνες ξεσηκωθείτε

κι όλοι τ΄ άρματα ζωστείτε.

Η Ελλάδα μας καλεί

ήρθε τώρα η στιγμή!»

 

Ήρωες του εικοσιένα

παλικάρια ένα κι ένα

πολεμούν για λευτεριά

με μπαρούτι και καρδιά.»

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Η ΣΥΝΑΞΗ»

Εψυχομάχα ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι.

Τον τριγυρίζαν οι γιατροί με τα χαρτιά στο χέρι,

κι απόξω καρτερούσανε δικοί και συντοπίτες.

Θέλουν να μπούνε να τον δούν, κι ακόμα ακροφοβούνταν …

Σηκώνει το κεφάλι του και λέει στην αδερφή του:

-Άστους να μπούνε να με ιδιούν κ΄ έχω καλά μαντάτα.

Τι τώρα δα είχ΄αντάμωση με τον Καραϊσκάκη,

Κι ο Μακρυγιάννης έστεκε σιμά κι αφουγκραζόταν:

«Γιάννη ετοιμάσου νάρχεσαι να στήσουμε ταμπούρι στον κάτου κόσμο μυστικό,

και θέμε τ΄  άρματά σου.

Και θέλουμε τη γνώμη σου, και θάχεις τη δική μας.

Τι τώρα κρίνετια η ζωή βαριά της Ρωμιοσύνης,

και  πρωτοσυμβουλάτορα σε κράζουμε κοντά μας!»

Ακούμπησεν ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι,

Κι απέ τα μάτια γύρισε στην πόρτα και ξανάπε:

-Πες τους να μπουν όλοι μαζί, κι ας μην ακροφοβούνται.

Τ΄ήρτ’ ο καιρός για σύναξη τρανή παλικαριώνε.

Μια ορμήνεια θέλω να τους πω, και βιάζουμαι να φύγω:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,

τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη,

κι απέκει τ΄ άλλα είναι καλά, απάνω ή κάτου κόσμος!»

 

 

-Βίκτορ Ουγκώ, «ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’  ολόμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,

με τα κρασιά, με τα δεντρά,

τ΄ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια

καθρέφτιζε μες στα νερά.

 

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μια άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μες στην αφάνταστη  φθορά.

 

-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξιπόλητο στις ράχες,

για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να’ χες

για να τα ιδώ τα θαλασσά

ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι,

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

 

Τι θέλεις, άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω,

για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια, που οτυ ψαλιδιού δεν τα ‘χει αγγίξει η κόψη

και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη

ωσάν την κλαίουσαν ιτιά;

 

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;

Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;

Μη ο καρπός α’ το δεντρί,

που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,

κι έν’ άλογο, χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει δε σώνει

μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

 

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα

και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;

Τι θες απ’ όλα τα’ αγαθά

τούτα; Πες! Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο για το γαλάζιο μάτι:

Βόλια, μπαρούτη θέλω να!»

(Μτφρ. Κωστής Παλαμάς)

 

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

«Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε,

απ΄ τις σκόνες σκεπασμένο,

το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου

στον ήλιο, Μακρυγιάννη,

κ΄είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,

ανέγγιχτες, στο φως,

κι οι δυό πλευρές του λάμπουν

γυμνές,

σά να ΄βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από τα΄ ακόνι,

και πως βωδούσαν, απ΄ τη μια μεριά πλυμένες

με το αίμα των οχτρώνε,

κι απ΄ την άλλη

σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα

μοσκιές και βιόλα απ΄ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!

 

Κι απάνω και στις δυό πλευρές γραφή.

Απ΄ τη μια,

τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:

«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,

και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,

γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ΄αυτό να ξαναμπούμε πίσω μά εγίναμε πουλιά,

και τώρα πιά στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε.»

Κι από τη δεύτερη πλευρά,

γραφή άλλη χαραγμένη:

«Απάνω στην αλήθεια μου

ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι

τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,

και δε με πήρε,

πού, για τούτο,

το θάνατο καταφρονώ,

κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω.»

Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ΄ το χώμα αυτή τη σπάθα

και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.

Χαρά, λοιπόν, σ΄ Εσένα πρώτα, γερο-Βλαχογιάννη!»

 

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, «Ο ΔΙΑΚΟΣ»

Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

 

 

-«ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»

«Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια

και μια μικρούλα πέρδικα στον κάμπο της Αθήνας.

Είχε τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.

Αποβραδίς μοιρολογά και το ταχύ φωνάζει:

-Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή ξημέρωνε, να μη είχε ξημερώσει

αφέντες  έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν.

Καραϊσκάκης φώναξε πάνω από τ΄ άλογό του:

-Πού είστε, μπρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά αντρειωμένα;

Γυμνώστε τ΄ αλαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια.

 

΄Ηρθε μεντάτι* των Τουρκών, πεζοί και καβαλάριοι.

Δεν ήταν λίγοι, ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες.

Πρώτο γιουρούσι που ΄καμαν, δεύτερο τράκο κάμαν,

Λαβώνεται ο Καραϊσκάς κι ο καπετάν Νικήτας.

Κι ο Καραϊσκος φώναξε, ψιλή φωνούλα βγάζει:

-Έλληνες, μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε

και πάρ΄ το γιούχα η Τουρκιά κι έρθει και μας χαλάσει.

Σαν Έλληνες βαστάξετε και σα Γραικοί σταθείτε.»

(Δημοτικό)

 

 

 

-«ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ»

«Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια, λάμπουν και τ΄ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ΄ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,

τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια

οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.

Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,

καβάλα παίρν΄ αντίδερο απ΄ του παπά το χέρι.

Φλωριά ρίχουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους, και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

-Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

Κι ο Θεοδωράκης μίλησε κι ο Θεοδωράκης λέει:

-Τούτ΄ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν. Απόψ΄ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.

Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γεννούμε.

Σύρε, Γιώργο μ΄, στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι

εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,

ν΄ αφήκω τη διαθήκη μου και τις παραγγολές μου,

τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω.»

(Δημοτικό)

 

 

-Κώστας Κρυστάλλης, «ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ»

 

«Το Μεσολόγγι το μικρό, κι εκείνο στοιχειωμένο,

ατάραχτο στα Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.

Χουμάει τ΄ ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται,

χούμισε ως τώρα τρεις φορές, και πάλι τώρα, πάλι

για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.

Είναι πασσάδες τώρα δυό κι αμέτρητα τ΄ ασκέρια

ο Ιμβραήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι

κρύφτει στα μετερίζια του, σαν σε σπηλιές, ξεφτέρια,

και κάπου – κάπου ακούγωνται και κανονιώνε βόγοι.

Τώρα το κύμα είναι τρανό, είναι βαριά η μαυρίλα

το Μεσολόγγι είναι μικρό. Εκείθε ανατριχίλα

κι εδώθε φόβος πλημμυρεί κι ελπίδα την καρδιά.

Από στεριά και πέλαγο το ζώνουν ολοένα,

πως ζώνουν τ΄ άστρο σύγνεφα  βαριά και πυκνωμένα,

κι από τα παλληκάρια του γυρεύουν τα κλειδιά.

Άστρο κι εκείνο ήτανε τότε για την Πατρίδα,

για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.

Χρόνος ακέριος πέρασε που τόχουνε κλεισμένο

και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.

Όσο κι αν έχης στη σπηλιά κλεισμένο το λιοντάρι,

δεν τόχεις και στα χέρια σου. Και τ΄ άξιο παλληκάρι,

που πολεμάει για του Χριστού την Πίστη, για Πατρίδα,

όσο που νοιώθει στην καρδιά αίμα και μια ρανίδα,

δε σου τη δίνει την τιμή, που είναι ….. τάρματά του

κι ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από μπροστά του,

όσο που λίγο να κρυφτή, είναι με μιας λιοντάρι,

που αν δή, κλεισμένο στη σπηλιά, την υστερνή του ώρα,

χύνεται σαν την αστραπή, κι αλλιά σ΄ εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα

έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα στην καρδιά τους,

αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει στα ποδάρια

φτερά, τσιλίκι στην καρδιά, και σά θεριά, λιοντάρια,

σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή ματιά τους.

Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ΄ όλοι…

Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.»

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ»

(Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει τις πέντε πρώτες στροφές από την Ωδή αυτή του Κάλβου. Η ωδή είναι εμπνευσμένη από την αυτοθυσία που έδειξαν οι εθελοντές του Ιερού Λόχου, οι νεαροί σπουδαστές που, αν και άπειροι από πόλεμο, αγωνίστηκαν ηρωικά και έπεσαν στο Δραγατσάνι τον Ιούνιο του 1821. Ο θάνατός του έμεινε λαμπρό παράδειγμα αφοσιώσεως στο ιδανικό της Ελευθερίας.)

 

Ας μή βρέξει ποτέ

το σύννεφον και ο άνεμος

σκληρός ας μη σκορπίσει

το χώμα το μακάριον

που σας σκεπάζει.

 

Ας το δροσίσει πάντοτε

με τ΄ αργυρά της δάκρυα

η ροδόπεπλος κόρη*

και αυτού ας ξεφυτρώνουν

αιώνια τ΄ άνθη.

 

Ω γνήσια της Ελλάδος

τέκνα  ψυχαί που επέσατε

εις τον αγώνα ανδρείως,

τάγμα εκλεκτών ηρώων,

καύχημα νέον*

 

σας άρπαξεν η τύχη

την νικητήριον δάφνην,

και από μυρτιάν σας έπλεξε

και πένθιμον κυπάρισσον

στέφανον άλλον.

 

Αλλ΄  αν τις απεθάνει

δια την πατρίδα, η μύρτος

είναι φύλλον ατίμητον,

και καλά τα κλαδιά

της κυπαρίσσου.

 

 

 -Γιάννης Τζήκας, «ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ»

Ένα μικρό κλεφτόπουλο

μικρό κι αντρειωμένο

με τ΄ όπλο του στο χέρι του

τραβάει το μονοπάτι.

Στο δρόμο που επήγαινε

πουλάκια συναντάει.

Κι αυτά μ΄ ανθρώπινη λαλιά

του λένε, το ρωτάνε:

«Που πας μικρό κλεφτόπουλο

που πας αλαφιασμένο;»

Στέκεται λίγο, σταματά

και θαρρετά τους λέει:

«Σκλαβιά εγώ δεν ημπορώ

σπίτι να μην ορίζω

και πήρα την απόφαση

να πάω να πολεμήσω.

Θέλω πατρίδα λεύτερη

και πίσω δε γυρίζω!»

 

*Σημείωση: Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο των Γιάννη Π. Τζήκα – Τάσου Γούκου, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», εκδ. Ατραπός.

 

Post Navigation