Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (279ο): «Γεφύρι – γέφυρα»…

*Ξυδάκης – Γκανάς – γεφύρι πέτρινο

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Πέτρινο γεφύρι»

 

«Εκεί που σμίγουν δυό ποτάμια

και αδελφώνουν τα νερά

ένα γεφύρι πέτρινο 

απλώνει τ’ άσπρα του φτερά

 

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε

τα πόδια που το περπατήσανε.

Κρυμμένο μέσα στα πλατάνια

ακούει τ’ άγρυπνο νερό

ένα γεφύρι πέτρινο

που ταξιδεύει στον καιρό.

 

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε

τα χείλη που το τραγουδήσανε

κι ακούω το γέλιο της χτισμένης

στα πέρατα της οικουμένης.»

 

(Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή, 2003)

 

*Σωκράτης Μάλαμας – Σαν της Άρτας το γεφύρι

 

 

-Δημοτικό, «Της Άρτας το γεφύρι»

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.»
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.»
Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.»


Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
«Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;»
«Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.»
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
«Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.»


Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.»
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

*Σωκράτης Μάλαμας & Μαρία Θωίδου – Το Γεφύρι Της Δράμας

 

 

-Δημήτρης Ε. Σολδάτος, «Ο στίχος τοξωτό γεφύρι» 

Συνοδοιπόροι όχι, δεν κινήσαμε.
Στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο, όμως,
ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε
του καθενός μας για να σμίξει δρόμος.

Εσύ τα ταπεινά στ’ αστέρια ύψωσες
κι εγώ ταπείνωσα όλα τα επηρμένα
και σύντριψα το μπρούντζο και το μάρμαρο –
πηλός εσύ και σύντριψες εμένα.

Σ’ απάτητες ηλιοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα σ’ ανήλιαγες ραχούλες.
Καλόκαρδες βοσκούλες είχες Μούσες σου
κι εγώ ακατάδεχτες αρχοντοπούλες.

Εσύ βοτάνι της αγάπης έκοψες
κι εμένα η αγάπη έχει μαράνει
Στεφάνι δεν γυρεύω από δαφνόφυλλα –
έναν σου στίχο να ’γραφα μου φτάνει.

(https://neoplanodion.gr/)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος – «Ἡ γέφυρα»

Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση –
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, – μιὰ μυστικὴ δραπέτευση ποὺ δίνει
μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας πάνω στὸν τοῖχο,
στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, στὸν ἦχο τῶν βημάτων
μας – μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά,
του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ὕστερα ἀπὸ σκάλες πολλὲς καὶ μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
ποῦ κάνουν ν᾿ ἀντηχοῦν ἀπεριόριστα οἱ κλειδώσεις σου,
κ᾿ ἕνα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει ἀπὸ φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε ἀντιμέτωπο
μὲ τὴν ἴδια πελώρια σκιά σου ποὺ κρατάει
μεγεθυσμένες τὶς σκιὲς τῶν κλειδιῶν, ποὺ ἐσὺ κρατᾶς, σὰ νἆναι κιόλας
τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς ποὺ θὰ σὲ κλείσει ἰσόβια· ὥσπου τέλος

ἀνακαλύπτεις πὼς αὐτὸ τὸ χρηματοκιβώτιο
εἶναι δικό σου, ὁλότελα δικό σου
καὶ μπορεῖς νὰ τ᾿ ἀνοίξεις ἐλεύθερα
καὶ μπορεῖς νὰ χαρίσεις ὅσα θέλεις στοὺς φίλους σου
καὶ μπορεῖς νὰ σκορπίσεις ὅσα θέλεις στὸν ἄνεμο
μὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ ἀνεξάντλητο
μὲ κείνη τὴ χειρονομία μιᾶς ἄσκοπης λεβεντιᾶς κι᾿ ἀσωτείας
ποὺ εἶναι, ἴσως, ἡ μόνη ἀληθινὴ σκοπιμότητα.

Μὰ τότε νιώθεις ὁ ἴδιος, πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ φαίνεται ὕποπτη
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ καρφωμένο ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα, μὲ τὸ μετάλλινο ἦχο
των κλειδιῶν,
σὰ χτύπημα σπαθιῶν, ψηλὰ στὸν ἀέρα, ἀόρατων μονομάχων ἢ ἱππέων,
μ᾿ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, πελώριο στόμιο τοῦ χρηματοκιβώτιου
ποῦ χάσκει ἀνοιχτὸ μὲς στὴ νύχτα ἐνῶ στὸ βάθος τοῦ ἀστράφτουν
σωροὶ τὰ νομίσματα περίεργων ἐποχῶν καὶ τόπων,
ράβδοι χρυσοῦ σὰ μεγάλα καρφιὰ γιὰ μία σταύρωση· στοῖβες
χαρτονομίσματα
σὰ μυστικὰ τραπουλόχαρτα τῆς Μοίρας. Κι᾿ ὅσοι
δέχτηκαν μία στιγμὴ τὴν προσφορά σου, μόλις στρίψεις τὸ κεφάλι σου
δοκιμάζουν στὴν πέτρα τὰ νομίσματα, μὰ ἐκεῖνα δὲν ἀφήνουν ἦχο,
προσπαθοῦν ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσουν στὰ χαρτονομίσματα
τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὶς σφραγίδες, μ᾿ αὐτὰ δὲ διακρίνονται στὸ
καταπληχτικό σκοτάδι,
καὶ τὰ πετοῦν ξανὰ μπροστὰ στὰ πόδια σου καὶ φεύγουν.

Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον – ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα – ἕνα ἄγαλμα
ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
παραδείσου.

(ἀπόσπασμα, ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, Γ´, Κέδρος 1964)

 

 

 

-ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, «Η ΓΕΦΥΡΑ»

 

«Κανένας μας δεν ήξερε

αν η γέφυρα είχε γκρεμιστεί

ή αν είχε μείνει μισοτελειωμένη.

Κι εμείς και οι απέναντι

φτάνουμε ώς τις κομμένες άκρες της

να κοιταχτούμε από μακριά

να κοιτάξουμε την άβυσσο.

Δίχως αγγίγματα, δίχως περιπτύξεις

συναντιόμαστε με τη μνήμη.»

 

(https://n-tomaras.blogspot.com/2014/01/blog-post.html)

 

 

 

 

-Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, «Η γέφυρα του Μπρούκλιν»

Μπήξε μια φωνή
από τη χαρά σου CΟΟLIDGE
Για κάτι τέτοια εγώ
μ’ όλη μου την καρδιά τα σπαταλάω τα λόγια. Κοκκινίσετε λοιπόν
όμοια με της σημαίας μου το ύφασμα
τέτοιον έπαινο ακούγοντας
κι ας πα’ να ‘σαστε σεις
δέκα φορές που λέει ο λόγος
οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Όπως μέσα στην εκκλησία
μπαίνει
με κατάνυξη ο πιστός
όπως απλός και
σοβαρός
πάει να κλειστεί σ’ ένα κελί και ν’ ασκητέψει
όμοια κι εγώ
μέσα στα σύννεφα στα που απλώνει
το ηλιοβασίλεμα το αποκαλυπικό
με ταπεινοσύνη αληθινή
ανεβαίνω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως εισβάλλει ο νικητής
σε κάποια πολιτεία
που την πνίγει ο κορνιαχτός
καβάλα στα κανόνια του
πόχουν λαιμό αψηλό σαν της καμηλοπάρδαλης —
όμοια κι εγώ, γιομάτος περηφάνια
κι όλος δίψα για ζωή
πάω καμαρωτός
να σκαρφαλώσω
πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Όπως ένας ζωγράφος που δεν του κόφτει και πολύ
κάθεται ώρες κι ατενίζει
μ’ έρωτα και με προσοχή
σ’ ένα Μουσείο κάποια Παναγία,
όμοια κι εγώ
μες στους αιθέρες στέκω
τους σπαρμένους μ’ άστρα
ορθός, ατενίζοντας
τη Νέα Υόρκη
ψηλά πάνω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Βαριά κι ασφυχτική
την ώρα που βραδιάζει
θα ‘λεγες η Νέα Υόρκη
τα ‘χει όλα λησμονήσει
και βάσανα και ορόφους
και μονάχα
των σπιτιών οι ψυχές
φαντάζουν
μέσα στο διάφανο των παραθύρων φέγγος.
Εδώ ψηλά
Μόλις που ακούγεται
των βαρούλκων ο βόμβος,
κι είν’ ένας τέτοιος πάλι
βόμβος πιο γλυκός,
που σε κάνει να μαντέψεις πως
περνάν σιδηροδρομικοί συρμοί
κυλώντας και τραντάζοντας
με χλαπαταγή σάμπως να βάλθηκε
κάποιος στην πιατοθήκη να σωριάζει πιάτα.
Κι όταν η ώρα φτάσει που
—σαν από κάποιου ρυακιού το ανάβρυσμα—
το παιδί του μπακάλη
πάει να κάνει διανομή
τα πακέτα τη ζάχαρη,
ακριβώς είναι τότε όπου θωρείς
κάτω απ’ τη γέφυρα κατάρτια να διαβαίνουν
αψηλά στο μπόι, το πολύ
όσο και μια καρφίτσα.
Νιώθω περήφανος, το λέω
για τούτο δω
το ατσάλινο χιλιόμετρο
νά τα ζωντανεμένα
τα παλιά όνειρά μου —
να ξεπεράσει με τη δύναμή της
η απλή κατασκευή
τους παλαιούς ρυθμούς,
τα μπουλόνια τ’ ατσάλινα
μόνο αυτά να λογαριάζουν
και ο υπολογισμός τους ο ακριβής.
Κι αν ακόμα υποθέσουμε
ότι κάποτε η συντέλεια
του κόσμου εσήμαινε
κι ότι το χάος
έφερνε καπάκι
τον πλανήτη μας ολάκερο
αν υποθέσουμε ότι δεν
απόμενε παρά
μονάχ’ ετούτ’ η γέφυρα,
τεντωμένη περήφανη πάνω απ’ τις ύστερες τις τέφρες
πάλι και τότε —
με τον ίδιο τρόπο που από κάτι οστά
πιο ψιλά κι από βελόνες,
ξαναστήνονται
οι πελώριες σαύρες
στα βάθρα των Μουσείων —
θα μπορούσε κάλλιστα
ξεκινώντας απ’ αυτή τη γέφυρα
των αιώνων ο γεωλόγος
απαρχής να συναρμόσει
πάλι
τους σημερινούς καιρούς.
Θα μπορούσε να πει:
νά! τούτο δω που βλέπετε
το ατσάλινο ποδάρι
από τη μια στην άλλη άκρη
έσμιγε θάλασσες και κάμπους,
από κείνο κει το μέρος
η Ευρώπη κατά δυτικά εξορμούσε
τα ινδιάνικα φτερά της
χάνοντας
στον άνεμο.
Κοιτάξτε τούτο το πλευρό
που φανερά θυμίζει
κάποια μηχανή —
και φανταστείτε
πόσα μπράτσα στ’ αλήθεια θα χρειάζονταν κανείς
ώστε
με το ποδάρι πάνω στο Μανχάταν
στηριγμένο γερά
να τραβήξει επάνω του
θέλω να πω στα χείλη του, ολάκερο το Μπρούκλιν;
Αν κρίνω απ’ τα καλώδια
τα ηλεκτρικά —
το συμπέρασμα είναι απλό —
πρόκειται για την εποχή
που διαδέχτηκε την ανακάλυψη του ατμού —
εδώ πέρα
κιόλας
οι άνθρωποι
ούρλιαζαν απ’ τα ραδιόφωνα
εδώ πέρα κιόλας
οι άνθρωποι
πετούσαν μ’ αεροπλάνα
Η ζωή
Εδώ πέρα
γι’ άλλους ήτανε
αμεριμνησία σωστή,
γι’ άλλους πάλι —
ατέρμονη κραυγή
λιμού και πείνας.
Από τούτο ‘δω το μέρος
οι άνεργοι
δίνανε βουτιά
στο ποταμό τον HUDSON
να πνιγούνε.
Και μπορώ πολύ εύκολα
να συνεχίσω
με λεπτομέρειες πιο πολλές τον πίνακά μου,
τόσο που, ακολουθώντας κάποιος
τα ηχερά πλέγματα
θα ‘βγαινε ίσια στους πρόποδες των άστρων.
Ορίστε, που σα να τον βλέπω ακόμη —
στο σημείο αυτό
κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκη
ορθός εστάθη κι ύφαινε
λέξη προς λέξη τα ποιήματά του.
Αυτή ‘ναι η γέφυρα του Μπρούκλιν.
Ώρες κάθομαι και την κοιτάζω
καθώς θα κοίταζ’ ένας Εσκιμώος το τρένο που περνάει,
δεν ξεκολλάω από πάνω της
τσιμπούρι της γίνομαι και λέω
Α ναι, μάλιστα…
Μια τέτοια γέφυρα —
είναι η αλήθεια η ίδια!

1925

μτφ. Οδυσσέας Ελύτης

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος, Αθήνα 1976, σ. 201-205]

 

 

 

 

-Ορχάν Βελή Κανίκ – Orhan Veli Kanık, «Η γέφυρα του Γαλατά»


Στέκομαι πάνω στη γέφυρα

Και σας χαζεύω όλους σας με κέφι

Άλλος τραβάει σιγά-σιγά κουπί

Άλλος βγάζει μύδια απ’ το καραβάκι

Άλλος κρατάει το τιμόνι στο πλοίο

Άλλος κουμαντάρει το παλαμάρι στο κεφαλόσκαλο

Άλλος είναι πουλί, πετάει, σαν ποίημα

Άλλος είναι ψάρι αστραφτερό

Άλλος βαπόρι, άλλος λαμπόγυαλο

Άλλος σύννεφο, στον αέρα

Άλλος είναι ατμάκατος με καπνοδόχο

Περνάει βιαστικά κάτω απ’ τη γέφυρα

Άλλος είναι ντουντούκα και σφυρίζει

Άλλος είναι ντουμάνι και καπνίζει

Όμως εγώ τρυπώνω μέσα σε όλων σας

Σε όλων σας τον καημό

Μήπως εγώ είμαι το κέφι που φωλιάζει μέσα σας

Είναι η μέρα που θα σας πω ένα ποίημα

Που ίσως θα στρέφεται γύρω από σας

Έχω πέντε-έξι γρόσια στα χέρια μου

Και η κοιλιά μου είναι χορτάτη.

 

(Μετάφραση: Θωμάς Κοροβίνης)

 

(http://stithaghi.blogspot.com/2016/03/blog-post_56.html)

 

 

 

-Άδωνις, «Γεφύρι από δάκρυα»

Υπάρχει ένα γεφύρι από δάκρυα που περπατά μαζί μου
γκρεμίζεται κάτω απ’ τα βλέφαρά μου
Υπάρχει μες στο πήλινο δέρμα μου
ένας ιππότης απ’ τα παιδικά μου χρόνια
δένει τ’ άλογά του στον ίσκιο των κλαδιών
με το σχοινί των ανέμων
και μας τραγουδά με φωνή προφήτη:
«Ω άνεμοι
Ω χρόνια παιδικά
Ω γεφύρια από δάκρυα
γκρεμισμένα πίσω από τα βλέφαρα».

(https://popaganda.gr/art/gefiri-apo-dakria-tou-adoni/)

 

 

 

 

-Νίκος Καββαδίας, «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου»   

Στο ημερολόγιο γράψαμε: « Κυκλών και καταιγίς ».
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στην Μπατάβια.

Μα δεν λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
Έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συγχώρεσέ με … Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε… ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα και υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε… τούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
Κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δεν θα τα φορέσει…

(https://radionowhere.typepad.com/)

 

 

 

 

-Γκιγιώμ Απολλιναίρ, “Η γέφυρα Μιραμπό”      

Κάτω από τη γέφυρα του Μιραμπώ, ο Σηκουάνας
κυλά με τους έρωτες μας·
Θα πρέπει άραγε συνέχεια να θυμάμαι
που η θλίψη πάντοτε την ευτυχία ακολουθεί;
Ας έρθει η νύχτα και το ρολόι ας χτυπά,
εγώ στη σκιά σου πάντα θα είμαι σκλάβος.

Χέρια σφιγμένα το ‘να στ’ άλλο, και με τα πρόσωπα κοντά,
καθ’ όσον εδώ αποκάτω
η γέφυρα παίρνει τη μορφή απ’ των χεριών μας το αγκάλιασμα
περνούνε τα νερά του πάθους μας του ατέρμονου
ας έρθει η νύχτα και το ρολόι ας χτυπά,
εγώ στη σκιά σου πάντα θα είμαι σκλάβος.

Και όπως αυτό το ρεύμα, το πάθος μας κυλά,
ο έρωτας μας κι αυτός περνά·
Η δριμεία ελπίδα δεν τολμά να εμφανιστεί
ακολουθεί του χρόνου το ρυθμό που τώρα αργοκινείται.
Ας έρθει η νύχτα και το ρολόι ας χτυπά,
εγώ στη σκιά σου πάντα θα είμαι σκλάβος.

Οι μέρες κυλούν μα εμείς ακόμα παλεύουμε
το χρόνο που χάθηκε να συγκρατήσουμε·
Ακόμα στου Σηκουάνα τα νερά
σκύβουμε ν’ αρπάξουμε την ήδη χαμένη ηχώ.
Ας έρθει η νύχτα και το ρολόι ας χτυπά,
εγώ στη σκιά σου πάντα θα είμαι σκλάβος.

 

(https://kyklodiwktos.blogspot.com/2019/04/blog-post_343.html)

 

 

 

 

-Γιώργος Χαβουτσάς, «Οι γέφυρες πάντα»


«πριν αλέκτορα φωνήσαι δις, απαρνήση με τρις»
Κατά Μάρκον, ΙΔ΄72

Πρόσεξε τη μεριά που θα βρεθείς
όταν ανοίξουνε οι γέφυρες
υπάρχει κίνδυνος αποκλεισμού
σε όχθες που δεν θέλησες.

Στάσου καλύτερα εδώ:
η όχθη τούτη δεν σε καταβάλλει.

Απέναντι είναι οι άνθρωποι
που ολοένα σε κοιτούν
μα δίχως να σε βλέπουν
όπως γίνεται πάντα, στις όχθες
της καθημερινότητας, εύκολη πού ’ναι
η άρνηση, ήδη με το δευτέρωμα
λαλιάς του πετεινού
κάμπτεται αμέσως η αντοχή σου
τριτώνει πάντα το κακό της άρνησης
αρνείσαι πως υπήρξες
ποιητής, δηλώνεις πως
αυτά που έγραψες
ανήκουνε σε κάποιον που σου μοιάζει.

Στάσου καλύτερα εδώ, στην υψωμένη
γέφυρα μετεωρίζονται
ατρόμητοι οι φανοστάτες, αυτό το τίποτα
που είσαι
γίνεται μάλλον κάτι. Η πόλη
γιορτάζει, η γέφυρα,
που υψώθηκε,
κρατά μέσα στα ρόδα
το βάθος του ορίζοντα.

(Γιώργος Χαβουτσάς, Σημείο Πετρούπολης, εκδ. Πλανόδιον, 2011.)

 

 

 

Πες το με ποίηση (278ο): «NOIKOKYΡΑ-ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ»…

1.ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Ώρα ξεκούρασης
με τα χέρια σταυρωμένα σε σοδειές.
Είχα σωστά μετρήσει το αλεύρι,
μα βρέθηκα λίγο λειψή απ’ τη μεριά της ζάχαρης.
Δε θα μπορούσε να ‘ναι αλλιώς.

Αυτή είναι η ζωή μου, ο διάδρομος που
ενώνει τα υπνοδωμάτια με το σαλόνι
τι άλλο; δεν τολμάω να πω,
κάτι μ’ απορροφά ύπουλα,
οι τοίχοι όπως λευκοί Πατριάρχες ευλογούν
τη δουλειά μου,
σαν σκύβω
δε βλέπουν
πως στύβοντας το σφουγγαρόπανο, τα
δάκρυά μου κυλάνε προς τις ρίζες τους.

Αθηνά Παπαδάκη, Αμνάδα των ατμών. Εγνατία/Τραμ, Θεσσαλονίκη 1980

 

 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ – ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΣΙΔΕΡΩΝΕ

 

 

2.ΣΙΔΕΡΩΜΑ

Σύννεφα σε σχήματα μυαλού
κωπηλατούν στο καθαρό τζάμι
καθώς το γαλάζιο ορθώνεται
σιδερώνω
εξατμίζοντας ριπιδωτά ένα νωπό πουκάμισο.

Η τάξη των πραγμάτων μ’ απωθεί.

Βαριά μια άγκυρα μ’ ονομάζει βυθό, άρα είμ’ αναγκαία.

Ωστόσο
διαστέλλομαι προς τη λιποταξία λες και δεν πέρασα
ποτέ απ’ τις γραμμές των Κρίνων.
Ετούτος, να, ετούτος
ο πλανήτης μας με τις πολύτιμες ανάγκες!
Τι αντοχή για να μην υποκύψω σ’ έντιμη νοικοκυρά.

Χρόνια τώρα
το καλάθι της μπουγάδας
με τα ρούχα σαν κουλουριασμένα αρνιά
μ’ αρπάζει
καταβροχθίζει το τραγούδι μου.
Σχεδόν με πιάνει πανικός.
Ψάχνω να βρω ένα όνομα για τους γυμνούς μου αγκώνες.

Καθώς
το έπιπλο σιωπηλό
κοιτάζει προς τη θάλασσα
και το ακουμπώ,
η σκόνη του στα δάχτυλά μου είναι μία μεγάλη συντροφιά.

ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

***

3.ΛΑΝΤΖΑ

Η σκόνη πέφτει μαζί με το φως
Ολόκληρη στοίβα άπλυτα πιάτα με περιμένει
όπως βουνό τον προφήτη του,
μία διέξοδος προς τη λευκότητα
μάταιη
μάταιη
καθώς συνθλίβομαι από ημερομηνίες, κώδικες.

Άλλοτε
αποδημώ διάφανη.
Η ώρα του θηλασμού δεν έχει γεύση.


ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

***


4.ΣΥΓΥΡΙΣΜΑ

Κι είναι φορές που αγγίζει την πληρότητα η συνήθεια.
Μ’ αγάπη και υποταγή προστατεύω τους άντρες μου.
Συχνά, πληγώνω με βελονιές τα ρούχα για χάρη τους.


Οι αλαζόνες δωματίων και συρταριών δεν έμαθαν,
ταλέντο είναι
σε ιέρειες ονείρων που ανάδειξα τις ταπεινές μου
μαξιλαροθήκες.


Είμαι γυναίκα,
κάτι σαν μεσάνυχτα,
με το πολύτιμο σκοτάδι ακόμη ακατέργαστο.

ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

***

5.ΣΚΕΥΗ

Τα σκεύη της κουζίνας φυλλοβόλα

κάθε βράδυ (….)

 

Και δεν ξεχνώ ποτέ

κλειδώνω πάντα την πόρτα,

πατάω στα νύχια

κανείς να μην ενοχλεί τόσο

που η κάθε μέρα ξημερώνοντας

βρίσκει τα ποιήματά μου φυτοφάγα.

ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

***

6.ΣΤΑ  ΝΤΟΥΛΑΠΙΑ ΤΗΣ  ΚΟΥΖΙΝΑΣ

 

Τα πιάτα κάποτε θα δείξουνε το εσωτερικό τους φως

με χώμα ή με γυαλί

απαγγέλλοντας για τα χέρια της μάνας μου.

Οροσειρές κι οροσειρές

θα εκπλαγούν με τούτη εδώ την κάθαρση.

ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

***

7.ΞΕΣΚΟΝΙΖΟΝΤΑΣ

 

Επαναφέρω στη μνήμη τα πράγματα.

Το ξύλο ή το γυαλί

την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.

 

Ακόμα και το ξεσκονόπανο

στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι,

έτσι πλυμένο

τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας

θα θυμάται, σκέφτομαι.

 

Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι

η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,

υποχωρώ

ώσπου

κεφάλι

ρούχα,

πόδια

διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

AΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Αμνάδα των ατμών

 

***

8.ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ  ΑΠΟ ΤΟ  ΝΕΡΟΧΥΤΗ

Ω τελετή δαχτύλων

ω μπουγάδα.

 

Εκεί το σαπούνι το πράσινο, γροθιά πηχτού λαδιού

στο μάρμαρο.

Εκεί το τολμηρό λουλακί, σχεδόν σαν παράβαση

στα ύδατα τα χωρικά του άσπρου.

Όπου η πλάτη εξατμίζεται

σε τι τοπία!

 

Της αλισίβας και του μαύρου καζανιού οι καπνοί.

Τα υδραγωγεία ξεκινάν  απ’ τη  σπονδυλική μου  στήλη.

ΑΘΗΝΑ  ΠΑΠΑΔΑΚΗ

***

9.ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
Είν’ ένα άλλο είδος δέρματος · έχει καρδιά,
Στόμα, συκώτι και συσπάσεις εντέρων.


Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ρόδινοι.
Κοιτάξτε πώς κάθεται στα γόνατά της όλη μέρα,
Καθαρίζοντας με προσήλωση τον εαυτό της.


Οι άντρες μπαίνουν με τη βία, συρμένοι πίσω
Σαν τον Ιωνά, μέσα στις σάρκινες μητέρες τους.


Μια γυναίκα είναι η μάνα της.
Αυτό είναι το βασικό ζήτημα.

ΑΝ  ΣΕΞΤΟΝ, Μετ: Κώστας Λιννός

***

10.Η ΝΕΑΡΗ  ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Στις δέκα το πρωί η νεαρή νοικοκυρά
τριγυρνά με το νεγκλιζέ πίσω
απ’ τους ξύλινους τοίχους της οικίας του συζύγου.
Περνάω μόνος με τ’ αμάξι.

Κι έπειτα βγαίνει ως το δρόμο
για να φωνάξει τον ψαρά, τον παγοπώλη,
και στέκει ντροπαλή, χωρίς κορσέ, στρώνοντας
τ’ άτακτα τσουλούφια απ’ τα μαλλιά της
και τη συγκρίνω με πεσμένο φύλλο.

Αθόρυβα οι ρόδες του αμαξιού μου
τρέχουνε θρυμματίζοντας τα ξεραμένα φύλλα
ενώ υποκλίνομαι και προσπερνώ χαμογελώντας.

William Carlos Williams, μετ: Άρτεμις Μιχαηλίδου

 

***

11.Η ΣΙΔΕΡΩΤΡΙΑ

Παλιά τα χέρια της κάναν λεκέδες κόκκινους

επάνω στην μπουγάδα

που έλαμπε
με το σιδέρωμα.

Αλλά μέσα στο μαγαζί όπου η θερμάστρα
είναι πολύ κόκκινη, το αίμα της
σιγά σιγά εξατμίζεται.

Γίνεται όλο και πιο πολύ λευκή
και μέσα στον ατμό που ανεβαίνει την διακρίνουμε
σχεδόν στη μέση των λαμπρών δαντελένιων κυμάτων.

Τα ξανθά της μαλλιά σχηματίζουν στον αέρα
μπούκλες από ακτίνες
και το σιδέρωμα συνεχίζει το δρόμο του ξεσηκώνοντας τη μπουγάδα των συννέφων

και γύρω απ’ το τραπέζι η ψυχή της που ακόμη
αντιστέκεται
η ψυχή της σιδερώτριας τρέχει και διπλώνει την
μπουγάδα μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι
χωρίς κανείς να δίνει σημασία.

PIERRE REVERDY, μετ. Κώστας  Ριτσώνης

***


11.ΚΑΠΟΙΟΣ  ΝΑ  ΓΡΑΨΕΙ

Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,
αυτές που στέκονται στο νεροχύτη το πρωί
να κάνουν τον καφέ τους.


Σ΄ αυτά τα ελάχιστα λεπτά που χαμηλώνουν τη φωτιά,
ισιώνουν
για να κοιτάξουν πέρα απ΄ το παράθυρο.
Μαρμαρωμένες,
όρθιες.
Καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.
Ώσπου αναστατώνονται, κλείνουν εν τάχει τη φωτιά
και βίαια επανέρχονται
στη φύση τους.

Κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι, αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.

 

Δήμητρα Κουβάτα, Σκυλί δεμένο, Ποιήματα, Οκτώβριος 2017

 

***

 

12.ΕΑΡΙΝΗ  ΚΟΠΩΣΗ

Σάββατο κι έξω άνοιξη.
Ωραίος καιρός είπα.
Κι άρχισα.

Σήκωσα απ΄ τις μασχάλες
κι έσυρα έξω
τα χαλιά,
μισολιπόθυμα από τον μακρύ χειμώνα .
Τ΄ απίθωσα ανάσκελα σαν ναυαγούς
να ζεσταθούν στον ήλιο.


Ξεγύμνωσα γωνιές απ΄ τις αράχνες τους,
για να φανεί
αν τέμνονται στ΄ αλήθεια οι γραμμές τους.
Αναποδογύρισα ασελγώς
όλες τις πολυθρόνες.
Μα ούτε εδώ σταμάτησα .


Έσυρα βίαια από κάτω τους, τραβώντας απ΄ τα πόδια,
χνούδια παλιά,
που υποχωρούσαν έντρομα σε κάθε κίνησή μου.


Kοιτώντας γύρω εντόπισα τις δαχτυλιές.
Χωρίς να βρίσκουν διαφυγή
αναρριχούνταν ρυπαρές πάνω στις τζαμαρίες.
Τις έσβησα
τρίβοντας με μανία ειρκτής
όπως κι εγχάρακτες πατημασιές
που άφησαν άρβυλα και παντόφλες.

Έπειτα
κάθιδρη
και κατάκοπη,
κάθισα καταμεσής του σαλονιού
κι έκλαψα
για τον κατ΄ οίκον ισόβιο περιορισμό
Σάββατο μέρα
μα τῷ ἦριρχομένῳ.

 

Δήμητρα Κουβάτα, Σκυλί δεμένο, Ποιήματα, Οκτώβριος 2017

 

 

***

 

13.Η  ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Η νοικοκυρά αγοράζει λάδι και έρωτα, πάθη
προκάτ κι ένα παιδί.
Μ’ ένα μολύβι το στολίζει
μ’ ένα σβηστήρι το προσέχει.
Δεν έχει χρόνο να ρωτήσει το γιατί.
Τηγανίζει μια τεράστια ομελέτα και τυλίγεται.

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Πειρατικός σταθμός (1979)

***

 

14.ΟΙΚΙΑΚΗ  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θεωρητικά,
σίγουρα το είχε διδαχτεί,
αλλά
στην πραγματικότητα
ήταν ανυποψίαστη
ότι τα όνειρα είναι
κυρίως
σχολαστικοί αριθμομνήμονες,
ορκωτοί λογιστές στους ισολογισμούς,
αδέκαστοι
και στην απόδοση των κεφαλαίων.

Μικρή
έκπληκτη διαπίστωνε ότι
η μάνα της
ήξερε
κάθε στιγμή επακριβώς
πόσα ζευγάρια κάλτσες
πόσα πιάτα
είχε για πλύσιμο.
Μη μου μαθαίνεις να μετρώ με αριθμούς.
Μάθε με να λογαριάζω με μέρες αδειανές από αγάπη.

Μετά
άρχισε κι αυτή
να λογαριάζει
και ν΄ απαριθμεί
στους πόσους μήνες ο πόθος γεννάει οικειότητα
στα πόσα μου να κάνω το παιδί
από πότε έχω να πλύνω τις κουρτίνες.

Και τώρα πώς
να μην παραδεχτεί ότι
τις νύχτες
τα όνειρα
με μνήμη τραπεζικού λογαριασμού
ελέγχουν
και καταμετρούν μέχρι κεραίας
ποσό κατάθεσης – ποσό ανάληψης,
κοστολογούν
και στρογγυλοποιούν
αλάνθαστα.

Άτοκη εν τέλει
η κατάθεση ζωής.
Καμία απόσβεση. Κανένα απόθεμα ψυχής.
Χώρια οι κρατήσεις.

Πώς να διδάξει τώρα
αυτή
στην κόρη της
την οικιακή οικονομία;

Δήμητρα Κουβάτα, Σκυλί δεμένο, Ποιήματα, Οκτώβριος 2017

 

***

 

15.ΡΑΨΙΜΟ

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω.

Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ.

Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη.

Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ.

Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια.

Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή.

Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου.

Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται.

Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» Άγρα, Αθήνα 1993.

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

 

 

Πες το με ποίηση (277ο): «Στάχτη»…

*Φωτεινή Βελεσιώτου – Στάχτη

 

 

-«…φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

 

 

-«…Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.

Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε

Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.

Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

 

 

-Μαρίνα Τσβετάγιεβα, [Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη]

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος”
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου,

οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται

από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

(https://aerapatera.wordpress.com/)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η στάχτη»

«Η στάχτη που μένει
το χιόνι που λιώνει
ένα μικρό άσπρο χέρι
διωγμένο
που παγώνει

τα δάση ψηλά με τις φωτιές
τα δάση που καίγονται

τα όνειρά μου.»

 

 

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, απ’ τη φωτιά κι από τη στάχτη

 

είναι μια ράθυμη μέρα

φθινοπωρινή

κι η γειτονιά ησυχάζει

καθώς το δροσερό αεράκι

τα φύλλα ελαφρά ανεμίζει

κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο

σκορπίζει στο δωμάτιο

τους ήχους της ζωής

 

γαλήνιος κάθομαι απέναντι

και φλέγομαι

 

        εγώ

φλόγα απ’ τη φωτιά

φλόγα απ’ τη στάχτη

 

(από τη συλλογή Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017)

 

 

 

 

-Γ.Ξ. Στογιαννίδη, «Στάχτη»

Την ακούει κάθε φορά που επιστρέφει∙
ανύποπτη μέσα στο χώρο που κατοικεί.
Σχεδόν μια κορνίζα καρφωμένη στον τοίχο
χωρίς πρόσωπο
χωρίς αίμα
χωρίς φως.

Κι εκείνος μιλάει για κήπους
για φωτισμένα παράθυρα
μιλάει για τα σπουργίτια του ήλιου,
σαν ένα παιδί
σαν ένας άντρας
ανάμεσα σ’ Εκείνη και τη στάχτη.

(Από την ποιητική συλλογή «Το ξύλινο πουλί», 1960)

 

 

 

-Roque Dalton, [Ώρα της Στάχτης]

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.

(http://www.bibliotheque.gr/article/12242)

 

 

*Χάρις Αλεξίου – Μη σκαλίζεις τη στάχτη

 

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Η στάχτη»

 

Μιαρές ασήμαντες λεπτομέρειες που καθορίζουν σιγά – σιγά τη ζωή σου.

 

Ποια ζωή σου;

 

Φιλοδοξίες, έρωτες, ενοχές,

πανάρχαια χρέη σπατάλησαν τη ζωή σου.

 

Τι έμεινε;

 

Η στάχτη των περασμένων κάθεται στα έπιπλα,

θολώνει τα τζάμια, τους καθρέπτες

και πάνω τους γράφω καμιά φορά τα ονόματα εκείνων που έφυγαν.

Και άλλοτε στέκομαι στο παράθυρο και κοιτάζω τους περαστικούς, να πηγαίνουν στην λήθη.

 

Οι γυναίκες κλαίνε θυμούμενες τα ψιθυρισμένα λόγια από παλιά ειδύλλια.

Όλο ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε έναν δρόμο.

 

Για να πάμε που;

 

Λοιπόν, πού ζήσαμε;

 

Ούτε εδώ, ούτε εκεί.

 

Φτηνά ξενοδοχεία σε μακρινές συνοικίες.

Με τα τραχωματικά λαμπιόνια, τους βρώμικους νιπτήρες.

Όπου πάνω τους ακούμπησαν και έκλαψαν ανύποπτοι ακόμα

μελλοντικοί δολοφόνοι, οι αυτόχειρες.

 

Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα,

βγήκα από το σπίτι και ξάπλωσα στον κήπο.

 

Και όπως κοίταξα τον ουρανό,

Θεέ μου! Τι απεραντοσύνη;

Πόσα άστρα!

Με έπιασε πανικός.

 

Από τότε ξέρω πως δεν θα προφτάσω.

(http://monopoihmata.blogspot.com/2010/06/h.html)

 

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «Η ΣΤΑΧΤΗ»

Στη Μήτσα

Φύσαγε ο αγέρας
ανέβαζε τη στάχτη τους
την πήγαινε στον ουρανὸ
φοβόταν εκείνη φοβόταν
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
δεν είμαστε πια στη γη
δεν έχουμε πια δέρμα
δεν έχουμε μαλλιά
δεν έχουμε μήτε μάτια

Γίναμε στάχτη της έλεγε
όμως με βλέπεις και σε βλέπω
και μένει ακόμα η αγάπη
που δεν μπορεί να γίνει στάχτη
και μένει ακόμα η αγάπη

Είμαι η στάχτη σου του έλεγε
και είσαι η στάχτη μου
μα πού ανεβαίνουμε πού πάμε
κι όλο φυσάει κι όλο σε χάνω
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε

 

 

 

-Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: «Στάχτη του καλοκαιριού»

Αυτό το μεσημέρι σε θυμήθηκα
ανάμεσα στις φυλλωσιές, τα στάχυα και τον ουρανό
γιατί ήσουν άγγιγμα της θάλασσας που θά ‘ρθει
απ’ τα παράθυρα να σχίσει τη σιωπή, να αιχμαλωτίσει
το φως, μα συλλογίστηκα
όλα είναι στάχτη
Αυτό το απόγευμα, καθώς
κατέβαινα στις ξύλινες εξέδρες και στους κήπους
που πλάγιαζαν σμίγοντας με τον ήλιο, σε κατάλαβα
σελίδες άγραφες, κλειστά τετράδια να μου απλώνεις
κι όλο να στήνεις σκαλωσιές, δε μίλησα
όλα είναι στάχτη

Αυτό το βράδυ που ο αέρας γέμισε
ψιθυρισμούς της θάλασσας στον τσιμεντένιο εξώστη
στην έξαρση της ομορφιάς με αποδεκάτισες
με μια βραχνή κορνέτα, δε σταμάτησα
θα γίνεις στάχτη

(συλλογή: Ο θάνατος του Μύρωνα – Ο δύσκολος θάνατος, Νεφέλη, 2007)

 

 

 

 

-Ζωή Δικταίου, «Ξεπλένοντας τη ζωή από τις στάχτες του χτες» 

 

Νυχτώνει, ανασαίνω την άνοιξη

λαίμαργα, κάτω από σκονισμένα φτερά

η ψυχή σφίγγεται περισσότερο

άλλοτε βουβά στη σιωπή

κι άλλοτε στη μάχη με το χάος του νου.

Γέμισαν λεμονανθούς τα κλαδιά

το άρωμα ερεθίζει τις αισθήσεις

όπως τότε, τρομακτικά ήρεμη

εγωιστικά μόνη

αναγνωρίζοντας τη φυσική ευθύνη

στη συνάντηση με την αλήθεια

απελευθερωμένη από ψευδαισθήσεις

και από την ύλη, τώρα πια.

Πόσο λίγο τελικά

μας εξουσιάζει ο χρόνος στην ωριμότητα

όταν πλάνες γεννιούνται

απ’ τις σκοτεινές δαντέλες της αβύσσου

και χορεύει στους φανοστάτες η βροχή

ώρες που αγγίζει η νύχτα ειρηνικά την πόλη

στιγμές που την ακολουθείς

εκλεκτικά στη μεγάλη πλατεία

ξεπλένοντας τη ζωή από τις στάχτες του χτες

έξω από την επίπλαστη εικόνα του κόσμου,

ερήμην όλων

θα πετρώσει και αυτή η ευκαιρία.

Έρχομαι με μια κρυφή μεθυστική χαρά

να ξεδιψάσω, άλλη μια φορά στα χέρια σου

όταν αγιάζουν οι μνήμες το ξημέρωμα

ίριδες ικέτιδες στις άκριες του δρόμου

μαζί με τις κρυμμένες ενοχές

θερισμένες ανίκητες σκέψεις

πίσω απ’ τα βλέφαρα.

Αύριο… η Αγάπη

δεν θα είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους

Αύριο… η Αγάπη

ένα χελιδόνι στο μπαλκόνι μας.

(https://www.fractalart.gr/xeplenontas-ti-zoi-apo-tis-stachtes-tou-xtes/)

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (276ο): «ΣΚΟΝΗ»…

 

1.Σ’ αυτές τις σταγόνες δροσιάς

άσε με να ξεπλύνω σα σε δοκιμή

την σκόνη αυτού του κόσμου

Ματσούο Μπασό  (Matsuo Bashō, 1644-1694)

 

Η ΣΚΟΝΗ- ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ

 

2.Η ΣΚΟΝΗ

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
έτσι που αγωνίζονται
κάθε πρωί να διώχνουν απ’ το σπίτι τους τη σκόνη,
σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου.


σκούπες σκουπάκια
ρουφήχτρα φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οι κινήσεις
πάνω στην κατοικίδια σκόνη.


Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα
ακρωτηριάζουν μια δράση και μιαν έξαψη:
ασώματα κεφάλια χοροπηδάνε σαν γιογιό,
χέρια εξέχουν και σφαδάζουν
σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
που τα πριόνισε το σκύψιμο.


Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου.
Όλο σπάζει αυτό,
πριν καν υπάρξει σπάζει
και σαν να είναι γι ‘αυτόν ακριβώς το σκοπό,
για να μην είναι.
Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος.

Από πού ως πού ολόκληρη
μ’ ένα σπασμένο μέτρο πάντα που κρατάτε
και μετράμε;
Αξιολύπητη λέξη το ολόκληρο.
Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι’ αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη.

Τινάγματα τινάγματα
να φύγει η σκόνη απ’ τις ρηχές
να φύγει κι από τις βαθιές φωλιές του ύπνου,
σεντόνια και σκεπάσματα.
Κι εκείνες οι φορές
όπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο
νύχτα και ουρλιάζει Θε μου μικραίνω
θα τιναχτούν κι αυτές σαν σκόνη,
σκόνη η ελάττωση κι ο τρόμος
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.


Πρησμένα μαξιλάρια του ύπνου
φριχτά γρονθοκοπιούνται και φοβάμαι
τρέμω μη γίνουνε ζημιές:
είν’ οι κρυστάλλινες διαθήκες των ονείρων εκεί μέσα.
Όλα τα όνειρα όνειρο τα κληρονομεί
και άνθρωπος κανένα.


Τρέμω τέτοια παγκόσμια αποκλήρωση
δεν το αντέχω να τινάζεται σαν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιών
να βγει η σκόνη απ’ των σχεδίων τις φωλιές,
να γκρεμιστεί απ’ τα γεφύρια των χρωμάτων.


Κι ο γρήγορος βηματισμός
ο τρελαμένος πέρα δώθε μες στο σπίτι
μες στη ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών
να μην ακούν οι αποκάτω τι βαδίζει
να μην ακούν τι δεν συμβαδίζει,
θα τιναχτεί κι αυτός σαν σκόνη
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
τον άγονό τους κόπο.
Δεν φεύγει η σκόνη, δεν στερεύει.
Κάθε που πάει ο καιρός καιρό να συναντήσει
καινούρια συμφωνία σκόνης κλείνεται.

Οι προφυλάξεις απ’ αυτήν -το Καθαρό
και η Σταθερότης -μέσα επιστροφής της.
Τη φέρνουν πρώτες και καλύτερες.
Δεν έχω δει πιο σκονισμένες επιφάνειες από δαύτες.


Ως και το Φως το πεντακάθαρο
χαρούμενη μεταφορά της σκόνης:
είν’ ένα θαύμα να τη βλέπεις
πώς προχωρεί ακίνητη πάνω σε ακτίνα ήλιου,
σαν να πατάει σε σκάλα κυλιόμενη
απ’ αυτές τις μοντέρνες, τις υπνωτισμένες,
με τα ευνουχισμένα σκαλοπάτια.


Μεταφέρεται
ορατή σαν αέρας χοντρά αλεσμένος
να ξαναμπεί απ’τ’ανοιχτά παράθυρα
τους ανοιχτούς της νόμους.
Η ύπαρξή μας σπίτι της και μέλλον της.

Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται.
Μελετηρή στη ράχη ενός βιβλίου
που μιλάει για το Γήρας.
στη φρόνιμη φωτογραφία των παιδιών μου
όταν αυτά με φόραγαν
λευκή κολλαριστή ολοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά από μέσα ραμμένη
με κρυφές αραιές βελονιές
στη σχολική ποδιά τους.


Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τα παιδιά μου,
φοράει η σκόνη την ποδιά τους
τον στρογγυλό γιακά,
με φοράει Μητέρα η σκόνη
-έτσι πρέπει να ράβονται
οι σχέσεις και οι εξαρτήσεις,
με αραιές χαλαρές βελονιές,
για να μπορούν να ξηλώνονται εύκολα.


Ποτέ δεν ξεσκονίζω
τον ορειχάλκινο αθλητή
που διακοσμεί μεγάλο ορειχάλκινο ρολόι.
Τόσο μυώδη τα μέλη του
που μοιάζουν θυμωμένα.
Ίσως γιατί τον αναγκάζουν να γυμνάζει
κάτι πολύ αόρατο,
μπορεί το χρόνο να γυμνάζει,
μπορεί να θέλει ο χρόνος να μπορεί
πιο γρήγορα να τρέχει απ’ όσο τρέχει.
Επίδοση που χαροποιεί τη σκόνη.

Κάθεται στον καθρέφτη μου,
δικός της, της τον χάρισα.
χέρσο πράμα, τι να το ‘κανα;
Έπαψα να καλλιεργώ τα πρόσωπά μου εκεί μέσα,
δεν έχω όρεξη να οργώνω αλλαγές
και να διπλασιάζομαι αλλιώτικη.


Την αφήνω να κάθεται
την αφήνω να έρχεται
με το τσουβάλι να έρχεται
την αφήνω να χύνεται απάνω μου
σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας,
την αφήνω να έρχεται γρήγορη γρήγορη
σαν χρόνος που γυμνάστηκε
πιο γρήγορα να τρέχει απ’ όσο τρέχει
και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,


την αφήνω να κάθεται, χρονίζει,
μπατάλα με σκεπάζει, την αφήνω
να με σκεπάζει την αφήνω
με σκεπάζει
να με ξεχνάς την αφήνω
να με ξεχνάς αφήνω
με ξεχνάς
να με ξεχνάς
σε αφήνω
γιατί δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.


Κική  Δημουλά, Τό τελευταῖο σῶμα μου, 1981

***

3.Η ΣΚΟΝΗ

 

Αν κοιτάξεις

αν σταθείς για λίγο

και γυρίσεις και κοιτάξεις

θα ιδείς τον άνθρωπο που έρχεται

μέσα στη σκόνη.

 

Χαμένος ο δρόμος μέσα στη σκόνη

κι ο άνθρωπος να έρχεται ολοένα

άσπρος απ’ τη σκόνη

άσπρα τα μαλλιά

άσπρο το πρόσωπο

άσπρα τα ρούχα.

 

Αν μπορέσεις να σταθείς

και γυρίσεις πίσω να κοιτάξεις

και κοιτάξεις καλά

θα ιδείς έναν ίσκιο από σκόνη

που βαδίζει και δεν βαδίζει

που έρχεται και δεν έρχεται

 

Θα ιδείς τη σκόνη να χορεύει

γύρω από έναν ίσκιο

σκόνη που γίνεται ίσκιος

και ίσκιος που γίνεται σκόνη

και δεν μπορεί να πάρει

το σχήμα του ανθρώπου

γιατί ο άνθρωπος είναι σκόνη

σκόνη τα μαλλιά

σκόνη το πρόσωπο

σκόνη τα ρούχα.

 

Αν έχεις μάτια να κοιτάξεις

και γυρίσεις

και μπορέσεις να ιδείς

τίποτα δεν θα ιδείς.

 

Δεν υπάρχει δρόμος

μήτε άνθρωπος

μήτε ίσκιος κανένας.

Μονάχα σκόνη

σκόνη

σκόνη

και τίποτ’ άλλο.

 

Γιώργης Παυλόπουλος, Τα Αντικλείδια 1989

 

***

4.Η  ΣΚΟΝΗ

Σκύβοντας πνίγεσαι απ’ τη σκόνη
τη σκόνη που νυστάζει τα βλέφαρα
Κοιμήσου…
τ’ ανοιγόκλεισμα φέρνει δάκρυ
το χρώμα κούραση
Κοιμήσου…

Ρούλα Αλαβέρα, Πέρασμα (1964)

 

Kansas – Dust in the Wind

 

5.Η  ΜΠΑΛΑΝΤΑ  ΤΗΣ  ΣΚΟΝΗΣ


Ανάμεσα σε δυο σκιές πλαγιάζει λυπημένη
η πείνα σου για το τίποτα
επειδή είσαι μικρή κι ευλύγιστη σα μουσική δίχως λόγια
κι έτσι πάντα κάποιον περιμένεις κάτω απ’ τα φώτα
δίχως να κάθεσαι
δίχως να υποφέρεις απ’ τα δευτερόλεπτα.


Εγώ κι η κόρη μου θα παντρευτούμε λοιπόν
μέσα σε μιαν ανήλιαγη κρεβατοκάμαρα και μέσα
σ’ αυτή τη δαπανηρή ταξινόμηση των πραγμάτων,
θα παντρευτούμε αφού υπάρχουν όλες οι ανέσεις κι ο
ηλεκτρισμός
που μας περιμένει σαν ένα φίδι στη τρύπα του
κι η σκόνη που μας προστατεύει σαν αυστηρή μητέρα
κι οι τυφλοί περίπατοι του νερού σ’ έναν πρωινό κήπο
όπου η κόρη μου την επομένη του γάμου μας
θα πλένει τα ρούχα και τα ματωμένα σεντόνια.


Ανόητη σκόνη, απευθυνόμαστε στο Θεό μας στον ενικό
Αλλά μ’ εσάς θα μεταχειριστώ την ευγένεια εκείνου που κινδυνεύει.
Αν είσαστε πραγματική κυρία θα σας εξηγούσα το γιατί
Ένα ξέσπασμα παιδικού θυμού μπορεί να διακόψει τον
απογευματινό σας ύπνο
και γιατί η μονοτονία της ντροπής μου επιμένει
να σας αφιερώνει αυτό το δυσνόητο ποίημα.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ, «Ξενοδοχείο των ντελικάτων εραστών»,  Ερατώ, 1983

***

6.ΕΣΩ  ΣΚΟΝΗ

Δεν είν’ εύκολο το τίναγμα
του μέσα βίου έξω!
Το σθένος άραγε ποιος έχει
τον έσω ρύπο θέαμα κοινό να φανερώσει;


Στρώμα πυκνό η μέσα σκόνη,
τα πάντα και για πάντα έχει καλύψει.
Τρίζουν τα οστά, το σώμα αδυνατεί
στο κάλεσμα του «θέλω» για ανάταση.
Μοιάζει αδύνατο
το βάρος αυτό να σηκωθεί.


Μα λύση άλλη δεν υπάρχει,
εντός σου πάλι πρέπει να στοχεύσεις.
Ποτέ στη σάρκα το πνεύμα μην ενδώσει,
πάντα σ’ εγρήγορση πολέμου να’ σαι,
πάντα τα όπλα έτοιμα.


Μη φεύγεις, μην παραιτείσαι,
μη λιποτακτείς,
η μάχη αυτή κερδίζεται,
αρκεί ένα τίναγμα γερό του μέσα βίου έξω.

Παναγιώτης Στανίτσας

 

Σήκωσε τη ζωή μου από τη σκόνη

 

7.ΣΗΚΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΝΗ

Σήκωσε τη ζωή μου απ’ τη σκόνη
κράτησέ την

Κράτησέ την κάτω απ’ τα μάτια σου
στη παλάμη του δεξιού σου χεριού
κράτησέ την

Κράτησε την στο φως
κρύψε την κάτω απ’ τη σκιά του θανάτου
κράτησέ την

Κράτησέ την στο κασκέτο της νύχτας
με τ’ αστέρια σου
και το πρωί άφησέ την

Άφησέ την να πάει ανάμεσα στα λουλούδια
που ανθίζουν γεμάτα λατρεία
άφησέ την

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1861-1941)

 

***

8.ΣΚΟΝΗ

 

Ξόδεψε χρόνια ολόκληρα

τινάζοντας απ’ το μπαλκόνι χαλιά, κουβέρτες, αναμνήσεις.

Και από κάτω παιδάκι η ίδια να μαζεύει τ’ άνθη

της νύφης που ονειρεύτηκε να γίνει.

 

Τότε που ακόμα δεν το ήξερε

πως μια ζωή θα πάλευε με ήττες και με σκόνη

με αναμνήσεις και με όνειρα

που σκοτωμένα ένα ένα θα ’ριχνε απ’ το μπαλκόνι.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, «Πρωσικό μπλε» 2016

***

  1. Η ΣΚΟΝΗ

Βλέμμα σαν φως που διαπερνά
τη λήθη και το πεπρωμένο
Μέσα στον τάφο μου ανασταίνω
τα χθεσινά


Και λέω πως είναι από νερό
το σώμα μου -γι’ αυτό θ’ αντέξει-
πως επιστρέφω σε μια λέξη
σ’ ένα φτερό


Πως είναι η πόλη μου νεκρή
κι έχουν οι φύλακες σαλπάρει
πως ο τυφλός με το λυχνάρι
με λοιδορεί

Πως ξένο σπίτι κατοικώ
πως μ’ έχει ο χρόνος προσπεράσει
και πως η σκόνη θα σκεπάσει
το μυστικό

ΟΡΕΣΤΗΣ  ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Αγαθά Παιχνίδια, 1994

***

  1. ΕΝΑ ΜΕ ΤΗ  ΣΚΟΝΗ

Ύστερα
δεν είπα τίποτα.
Άφησα μόνο
ο κουρνιαχτός να κοπάσει
κι έγινα ένα με τη σκόνη.

Ένας αέρας να φυσήξει
και θα σηκωθώ.

Γιώργος Λ. Οικονόμου, Ένα με τη σκόνη, 2017

 

***

11.Η  ΣΚΟΝΗ

Τώρα που οι μέρες έληξαν
γραμμάτιο χωρίς αντίκρισμα
Ένα σπίτι γεμάτο ανοιχτά βιβλία
ονειρεύεται το χάδι των ματιών σου
Η σκόνη τα αναλώνει
δεν περίμενε το γύρισμα του χρόνου

Πάντα η σκόνη μας προλαβαίνει
προλέγει το μέλλον
αυτό που δε θέλουμε να δούμε
ούτε να φανταστούμε
πως για μας υφαίνει το λευκό της πέπλο
για να μας κλείσει μέσα
όπως το κουκούλι με το μετάξι

Τα αγαπημένα σου βιβλία
παραδόθηκαν στη σκόνη
τη στρίγκλα που θριαμβεύει
με το κορμί σου τρόπαιο

Μαρία Καρδάτου

***

12.Η ΣΚΟΝΗ,  ΣΚΟΝΗ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ

τα όνειρα του καλοκαιριού δεν μετράνε

έντασηΕΝΤΑΣΗ έντασηΕΝΤΑΣΗ έντασηΕΝΤΑΣΗ έντασηΕΝΤΑΣΗ

όταν έχω τον ήλιο πίσω μου
φοβάμαι μην με παρενοχλήσει
αυτό δεν συμβαίνει με το φεγγάρι

το ατομικό είναι εικονική πραγματικότητα
η συλλογικότητα το εφηύρε

ο παράδεισος και η κόλαση κρύβονται κάτω από μία πέτρα
έτσι, χωρίς αιτία

δεν υπάρχει αλήθεια για κάθε ψέμα
κι αυτό σημαίνει πως υπάρχουν ψέματα που είναι αλήθεια

ΝΙΚΟΣ  ΕΡΗΝΑΚΗΣ ,  Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Printa/Ροές

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (275ο): «Οδύσσεια»…

*ΣΑΝ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ

 

 

-Το προοίμιο της Οδύσσειας

(α 1-10)


Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.

Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του
τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ’ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Από όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτήν την ιστορία, κόρη του Δία,
και πες την και σ’ εμάς.

[Δ.Ν. Μαρωνίτης, Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α, Αθήνα, εκδ. «Στιγμή» 1992, σ.9]

 

 

 

-Παραθέτουμε από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη λίγους στίχους, όπου ο Οδυσσέας εμψυχώνει τους συντρόφους του να συνεχίσουν το ταξίδι:

 

— Αδέλφια μου, που από εκατό
κιντύνους, κράζω, φτάσατε στη δύση
στην τόσο πια μικρή που μένει αγρύπνια
του νου και του κορμιού, μην αρνηθείτε,
τον ήλιο ακολουθώντας, να γνωρίστε,
στα πέρατα, τη γης χωρίς ανθρώπους.
Το ευγενικό σας σπέρμα μην προδώστε·
σεις δεν πλαστήκατε σα ζα να ζείτε,
μα γνώση κι αρετή ν’ ακολουθάτε!


(Κόλαση, Άσμα ΚΣΤ΄, στ. 112-120, μτφρ. Ν. Καζαντζακη)

 

 

 

 

-Το ποίημα του Τένισον έχει τη μορφή ενός μονολόγου του Οδυσσέα. Ο ήρωας έχει επιστρέψει στην Ιθάκη, αλλά η πατρίδα του δεν μπορεί πια να τον κρατήσει. Οραματίζεται, στα λίγα χρόνια που του απομένουν ακόμη να ζήσει, καινούριες περιπέτειες και εμπειρίες.

  Τι αξίζει, αν στην ατάραχη γωνιά μου
σαν οκνός βασιλιάς στέκω στο πλάγι
γριάς συντρόφισσας και σωστά μοιράζω
το δίκιο στους ανίδεους ανθρώπους,
5 που τρώνε, θησαυρίζουν και κοιμούνται
και δε με νιώθουν! Δεν μπορώ να πάψω
να γυροφέρνω πάντα σε ταξίδια·
θέλω να πιω της ζωής τη στερνή στάλα.
Εχάρηκα πολλά, πολλά έχω πάθει
10 μονάχος μου ή με όσους μ’ αγαπούσαν
πότε σε ξένη γη, πότε στα μάκρη
σκοτεινού πολυκύμαντου πελάγου.
Τ’ όνομά μου εδιαλάλησεν η φήμη
κι η αχόρταγη καρδιά καινούριο πόθο
15 πάντα γρικάει κι ας έμαθα κι ας είδα
σε άλλες χώρες πώς ζουν, πώς κυβερνάνε.
Κι εγώ στερνός δεν είμαι, αφού με σέβας
με δέχτηκαν παντού κι έχω γνωρίσει
της μάχης το μεθύσι, πολεμώντας
20 με τους όμοιους μου μόνο μες στους κάμπους
τους βοερούς κι ανεμόδαρτους της Τροίας.
Κι είμαι εγώ καθετί που μου ‘χει τύχει,
κι ό,τι είδα κι ό,τι ξέρω τώρα μοιάζει
με αψιδωτή στοά, που ανάμεσό της
25 φαίνεται κόσμος άγνωστος, μα πάντα
σαν σιμώσω τα σύνορα ξεφεύγουν…
Είναι άγνωμος ο πόθος που γυρεύει
να βρει τέλος κι ανάπαψη σαν όπλο,
που δεν αστράφτει πλια κι απορριγμένο
30 σκουριάζει. Όχι, δε ζει όποιος αναπνέει
μονάχα. Δεν αξίζει στριμωγμένοι
οι άνθρωποι να ‘ναι ο ένας κοντά στον άλλο.
Κι αν τώρα ζωή λίγη μου απομένει,
μα και μιαν ώρα μόνο σαν μπορέσεις
35 απ’ την αιώνια τη σιγή ν’ αρπάξεις,
πολλά πράγματα νέα θα ιδείς, θα μάθεις!…
Θα ήμουν δειλός, αν ήθελα για λίγο
καιρό, που ακόμα θα χαρώ τον ήλιο,
προσεχτικά να ζήσω μετρημένα,
40 αφού ο πόθος φλογίζει την ψυχή μου
ν’ ακλουθήσω τη γνώση σαν αστέρι
πέρα απ’ τα ουράνια, εκεί που ο νους δε φτάνει.
Το θρόνο μου και το νησί χαρίζω
τώρα στο γιο μου, τον αγαπημένο
45 Τηλέμαχο, που ξέρει τη δουλειά του,
με φρόνηση σιγά σιγά ημερώνει
τ’ άγριο πλήθος, γλυκότροπα του δείχνει
εκείνο που ωφελεί και που συμφέρει.
Κι είναι άσπιλος, πιστός στο κοινό χρέος
50 και στο στήθος θερμήν αγάπη κρύβει,
τους θεούς, που πιστεύουμε, λατρεύει
κι εγώ σαν φύγω μένει αυτός. Κι οι δυο μας
κάνουμε το έργο, που ποθεί η ψυχή μας.
Στο λιμάνι εκεί κάτου το καράβι
55 με πανιά φουσκωμένα περιμένει…
κι η θάλασσα η πλατιά πέρα μαυρίζει…
Ω ναύτες, που με ανδρεία ψυχή μαζί μου
στις έγνοιες, στους αγώνες και στους κόπους
δειχτήκατε με χαμόγελο πάντα,
60 μ’ ελεύθερη καρδιά και περηφάνια,
κι αν έλαμπαν τα ουράνια ή κι αν βροντούσαν
είμαστε γέροι, αλλά δεν απολείπουν
από τα γερατειά το χρέος και η δόξα.
Όλα τα κόβει ο θάνατος. Μα τώρα,
65 πριν φτάσει εμείς να κάμουμε μπορούμε,
έργο τρανό κι αντάξιο των ανθρώπων,
που ακόμη και στους θεούς αντισταθήκαν.
Στους βράχους φέγγουν λύχνοι από τα σπίτια,
η μέρα σβει και το φεγγάρι βγαίνει
70 κι ολόγυρα μυριόφωνο μουγκρίζει
το πέλαγος. Ελάτε, ω φίλοι, τώρα
δεν είναι αργά για κείνους που ζητούνε
νέους κόσμους. Σπρώχτε, σύντροφοι, το πλοίο
στ’ ανοιχτά και καθίστε στην αράδα
75 σαν άξιοι λαμνοκόποι. Εμπρός τραβάτε
σχίζοντας ρυθμικά το βοερό κύμα,
αφού η καρδιά μου απόφασην επήρε
στη μακρινή χώρα να πάω ν’ αράξω,
πέρα απ’ τη δύση, που βυθίζουν τ’ άστρα.
80 Κι αν δε μας πνίξει η τρικυμία, θα πάμε
στα μακάρια νησιά, τον Αχιλλέα
τον μεγαλόψυχο να ξαναϊδούμε!
Αρκετά κατορθώσαμε, μα πάντα
πολλά μένουν ακόμα, για να γίνουν,
85 κι αν δυνατοί δεν είμαστε σαν πρώτα
στα παλιά χρόνια, που δικά μας ήταν
γη κι ουρανός, είμαστε ακόμη κάτι,
γιατί καρδιές ανδρείες δε θ’ αλλάξουν
κι αν ο καιρός κι η μοίρα τις κουράσουν,
90 μα στο έργο σταθερή και στον αγώνα
βαθιά τους ζωντανή θέληση μένει,
που δύναμη καμιά δεν τη δαμάζει.

(http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3566,14952/)

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Δευτέρα οδύσσεια»

 Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Αλλά φευ
άνευ Ομήρου άνευ εξαμέτρων.

Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ, 5
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη, 10
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.
Και ως ακτίνες έδυσαν.

Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης. 15
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπέρας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
20
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τι χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού 25
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπυσιν
του οίκου εβαρύνθη.
Κ΄ έφυγεν.
Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
30
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κ΄’επλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους στήλας,-
μακράν παντός Αχαϊκού πελάγους,-
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
35
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.

 

Μιλτιάδης Πασχαλίδης – Πηνελόπη

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Η απόγνωση της Πηνελόπης»


Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν ήταν
τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, — όχι· καθαρά σημάδια:
η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,
ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,
μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,
να μην προδοθεί. Γι’ αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,
είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,
τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,
κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες στο πάτωμα, σα να κοιτούσε
νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,
ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της
γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει
με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,
τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γύρισαν στο σταχτί και μαύρο
χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας καρτερίας.

Λέρος, 21.ΙΧ.68

(Γιάννης Ρίτσος. 1972. Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα. Αθήνα: Κέδρος.)

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ὦ Πηνελόπη, Ἀγρύπνησα…»

Ὦ Πηνελόπη, ἀγρύπνησα, ῾τι μοῦ εἶχες γίνει ταῖρι,
τὴ νύχτα ἑνὸς ἑξάμετρού μας φώτιζε τ᾿ ἀστέρι,
γυναῖκα, λύρα, καὶ τὰ δυὸ κυρίαρχα, τόσο ὡραῖα!
Ὅσο δὲν εἴταν τρομερὸ τὸ τόξο σου, Ὀδυσσέα!

(http://users.uoa.gr/)

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Πηνελόπη» 

Πόλεμοι μακρινοί, φουρτούνες, ξένοι τόποι
σου τον κρατάν το σύντροφο χρόνια και χρόνια,
σε φοβερίζουν κίντυνοι και καταφρόνια,
έγνοια, πλάνη, κι οργή σε ζώνει, Πηνελόπη.
Οι οχτροί σου γύρω, και σιμά σου οι χαροκόποι,
κι εσύ μονάχ’ αυτόν ακούς, κοιτάς, προσμένεις,
στον αργαλειό σου απάνω υφαίνεις και ξεϋφαίνεις
το γνέμα της πιστής αγάπης, Πηνελόπη.
Απ’ τα καλά που Ασία χαίρεται κι Ευρώπη
καλό είναι το φιλί πιο μέγα το δικό σου,
και πιο ψηλός από ’να θρόνο ο αργαλειός σου,
και σα βωμός το μέτωπό σου, ω Πηνελόπη.
Κι ένα μονάχα ξέρουν και θεοί κι ανθρώποι
από τον αργαλειό σου κι απ’ το μέτωπό σου
κι απ’ το φιλί σου πιο τρανό· το σύντροφό σου,
το βασιλιά που όλο σου λείπει, ω Πηνελόπη.
Αλλά κι αν τον κρατάν μακριά σου ξένοι τόποι,
πόλεμοι μακρινοί και οι Σκύλλες και οι Σειρήνες,
απ’ την ψυχή του δεν το σβήνουν ούτε κείνες
τ’ ολάσπρο φως του στοχασμού σου, ω Πηνελόπη!

(Κωστής Παλαμάς. 1904. Η ασάλευτη ζωή. Αθήνα: τυπ. Εστίας)

 

 

 

 

-Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «ΛΕΕΙ  Η  ΠΗΝΕΛΟΠΗ»

And your absence teaches
me what art could not

                                   Daniel Weissbort

Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
–απουσία  από τη ζωή –
κλάματα  βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι έλα σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά…
Η εκλεκτή καρδιά σου
– εκλεκτή  γιατί τη διάλεξα –
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρουδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

(https://www.poeticanet.gr/leei-pinelopi-aggelaki-royk-katerina-a-1012.html?category_id=115)

 

 

 

-Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ΑΛΛΗ  ΠΗΝΕΛΟΠΗ»

 

Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη

με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.

κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,

μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.

Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση

στην ιδέα «Οδυσσέας»

που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια  

να περιμένουν στο προαύλιο

των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.      

Εκεί στο παλάτι του νησιού

με τους φτιαχτούς ορίζοντες

μιας γλυκερής αγάπης

και το πουλί απ’ το παράθυρο

να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο

είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης

την προσωπογραφία του έρωτα.

Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο

βαστώντας μια κούπα καφέ

πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός

να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.

 

Η σκιά του στον τοίχο

σημάδι από έπιπλο που μόλις το σήκωσαν

αίμα από αρχαίο φόνο

μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη

στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.

Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος

όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά

το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια

η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο

το χώμα και το φτυάρι

το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

 

Κι η Πηνελόπη που ακούει τώρα

την υποβλητική μουσική του φόβου

τα κρουστά της παραίτησης

το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας

χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου

τις περίπλοκες συγχορδίες

μιας άπειρης ευγνωμοσύνης

για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται

νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα

όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα

αγγίγματα και δαγκώματα

φωνούλες στα σκοτάδια

μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.

Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός

και του ’κλείσε την πόρτα.

 

(https://www.en.poeticanet.com/alli-pinelopi-aggelaki-royk-katerina-a-1018.html?category_id=115)

 

 

 

 

-Eno Αgolli, «ΠΗΝΕΛΟΠΗ»

Η Πηνελόπη, πέρα από τις εκδοχές της,
υπαινισσόταν άρτια τον καημό της.

Έδινε υψίσυχνα φιλιά αποβραδίς
στον εαυτό της,
ακόμη,
στον καθρέφτη.

Άπλωνε τις ερωτικές της απολήξεις
σε κάθε αρσενικό κατώφλι της Ιθάκης.
Και θηλυκό.
Έπνιγε κάθε βράδυ
τον Τηλέμαχο.
Χάιδευε
γελαστή
τον τρυφερό, καλοφτιαγμένο της μαστό
με το καρκίνωμά του.
Βαφόταν κάθε μέρα,
προσδιοριζόταν,

εκτελούσε νεκροψίες
σ’ έκπτωτα σώματα θεών,
πιστή μένοντας
και περιμένοντας
εκείνο το κουφάρι του πολύπλαγκτου μαλάκα,
του Οδυσσέα

τόσα χρόνια
μια Πηνελόπη
στα σκαριά
που δεν τελείωσε

(https://chronos.fairead.net/poimata-details/agolli-pinelopi)

 

 

 

-Μάνος Ελευθερίου, «Η πόρτα της Πηνελόπης»

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ‘κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

(από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης, 2003)

 

*Κ.Π Καβάφης «Ιθάκη» (Μελοποίηση:Γιάννης Γλέζος)

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Ιθάκη»

 

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

 

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι

που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·

να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·

σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

 

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

 

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

 

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, 

ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. 

 

 

  

-Γιόζεφ Μπρόντσκι, «Ιθάκη»

 

Να γυρισεις πίσω ύστερα από είκοσι χρόνια

να βρεις στην άμμο χνάρια απ’ τα γυμνά σου πόδια

κι ο σκύλος σου ν’ αρχίσει ν’ αλυχτά

από αγριάδα. Όχι από χαρά.

 

Βγάλε τα ιδρωμένα σου κουρέλια, είναι μια κάποια λύση.

Η δούλα σου νεκρή, την ουλή σου δεν θ’ αναγνωρίσει.

Και την πιστή συμβία που ‘λέγαν ότι σε προσμένει

δεν θα τη βρεις. Σε όλους είναι πια δοσμένη.

 

Μεγάλωσε και ο μικρός σου γιος και ψάχνει το ταξίδι,

σε κοιτάζει λες κι είσαι σκουπίδι.

Η γλώσσα που τριγύρω σου μιλάνε

σαν ξένη μοιάζει που κάποιοι την πουλάνε.

 

Μην είν’ άλλο το νησί, και το λιμάνι άλλο;

Ή μήπως ειν’ το μάτι σου που όλα τ’ αηδιάζει.

Ένα κομμάτι γης που ορίζεις, μικρό όχι μεγάλο,

το κύμα θα το βρέχει κάθε που βραδιάζει.

 

(Ρώσοι ποιητές 20ου αιώνα ανθολογία, εκδ. Μεσόγειος)

 

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «ΙΘΑΚΗ»

 

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια

ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου,

τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη

με τα χριστιανικά της σωματεία

και την ασφυχτική της ηθική.

Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.

Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο

αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.

Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί

κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας

που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…

Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια

να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω

κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει

την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει

στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει

στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.

Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,

που με κρατάει πάντα μακριά.

Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,

τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

 

 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα, εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992)

 

 

 

Πες το με ποίηση (274ο): «ΧΑΡΤΙ»….

Τάνια Τσανακλίδου – Σ’ ένα χαρτάκι από τσιγάρα

 

1.ΑΝ, ΟΠΩΣ ΛΕΝΕ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΞΥΛΟ,

ετούτο το δωμάτιο, που γέμισε χαρτιά κουβαριασμένα,

είν’ ένα τσαλακωμένο δάσος κι η γάτα που πλανιέται

μέσα του, ερεθισμένη απ’ τους τριγμούς του, είναι μια

τίγρη σ’ αναζήτηση θηράματος.

Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών,

είναι πουλιά που πέθαναν πριν μάθουν να πετάνε.

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, Εσωτικά τοπία, 1991

 

 

2.ΧΑΡΤΙ

Ένα απλωμένο χαρτί για ομπρέλα μέσα στη βροχή
ένα τσαλακωμένο χαρτί για καρδιά μες στους ανθρώπους.
Ό,τι κι αν κάνω με τρομάζει
μα ό, τι δεν κάνω πιο πολύ με βασανίζει.


(Μοιραζόμαστε τον πόνο με τα πράγματα
όπως τα στραγάλια στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας.)


Ένα χαρτί που πέταξα στο βρόχινο ρείθρο
και τώρα πάνω στο γόνατο το ισιώνω
να στρώσει σαν πουκάμισο σιδερωμένο
όσο κι αν έσβησε για πάντα
εκείνη η τυχαία λέξη
που είχες γράψει με μελανί μολύβι.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

 

3.Δ Ε  Γ Ρ Α Φ Ο Ν Τ Α Ι  Τ Α  Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  Σ’  Ε Ν Α  Χ Α Ρ Τ Ι

Δε γράφονται τα ποιήματα σ’ ένα χαρτί

ξεθάβονται

με μια αξίνα τα μεσάνυχτα

αφήνοντας

κι από ‘να λάκκο

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

4.ΤΑ  ΧΑΡΤΙΑ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

Μι διευκρνιση, κριε σταθμρχα!
κριος κε πιμνει ν ταξιδψει, ν
τ χαρτι του δν εναι ντξει. κριος,
κριος κενος μ τ’ σπρα μαλλι,
χωρς ιθαγνεια πιθανν, πο διαρκς
γελονε τ χελη του ντ ν μιλον.
στσο πιμνει πς εναι νας νμιμος
πολτης τς γς. πκοος τν τραίνων.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Από τα ποιήματα, τόμος 2ος

 

 

5.ΧΑΡΤΟΚΟΠΤΙΚΗ

Βρες μου ένα χάρτη αυτής της πόλης μόνο.

 

Έχω ήδη γράψει σε μικρά μικρά χαρτάκια

ονόματα καταστημάτων, θεάτρων κι άλλων

παρόντων πάντα εδώ, στους ίδιους δρόμους

αν λίγο κλείσουμε τα μάτια που κοιτάζουν.

Έλα να καρφιτσώσουμε στο χάρτη ταμπελίτσες

μια και για μας αυτά δεν άλλαξαν εδώ και χρόνια

έλα να καρφιτσώσουμε ό,τι λείπει/ με λύπη, με καρφίτσα και με λύπη.

 

Έτσι σιγά σιγά έλα πια να ζούμε

καρφιτσωμένοι σ’ ένα χάρτη μες στο σπίτι

με μόνη πόλη αυτή μας τη μακέτα.

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Άκυρο θαύμα, 1996

 

Χάρτινο το Φεγγαράκι -Μελίνα Μερκούρη

  1. ΣΕ ΧΑΣΑΠΟΧΑΡΤΟ

Τι δύναμη και τι παρηγόρια

ο αριθμός χωρίς αριθμικότητα

ή οι γυναίκες

με κείνο το φεμινιστικό φουμάρισμα

στα διαλείμματα των βραδινών σινεμάδων

ευάρεστες!

 

Ο τάφος μου χειρόχτι;

Το πάγκρεας η κερκόπορτα του πατέρα μου

με τρομάζει.

 

Στο λογικάδικο της εξουσίας

είμαι μηδενιστής όσο είναι και η Άνοιξη

μηδενίστρια.

η τσουχτερή κλωστή του Sibelius

απ’ το ένα μου τ’ αυτί στο άλλο.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

 

7.ΤΟ  ΓΥΑΛΟΧΑΡΤΟ

Τα ποιήματα συμβαίνουν με γυαλόχαρτο
τρίβω το χαρτί και βγάζει χόρτα
ανάσκελα βολεύτηκα
και πλέον πλέω στο χώμα
και ονειρεύομαι
σχίζω τις πόλεις μάρμαρα μαζεύω
ψηλά στον ουρανό
και μ’ ένα τρίκυκλο γυρίζω γύρω-γύρω

Βρέχει χαρτόνια γύρω μου παντού
μόνο χαρτόνια

Πέτρος Γκολίτσης, Το τριβείο του χρόνου (2013) [Ενότητα Πολυάνδρειο (Ωχρόλευκα και αιματωπά)]

 

 

 

8.ΑΣΕ  ΤΟΥΣ -ΣΟΥ ‘ΛΕΓΑ- ΝΑ  ΠΑΙΖΟΥΝΕ  ΧΑΡΤΙΑ

Άσε τους –σου ʼλεγα– να παίζουνε χαρτιά
να στοιχηματίζουν στον ιπποδρόμιο
τις ώρες τους τις μάταιες να περνούν
σε τυχερά, λογής λογής παιχνίδια.


Εσύ,
ν
ʼ ακολουθείς πάντοτε τʼ άστρο σου,

όσο κι αν σου φαίνεται μακριά
κι όταν ακόμα ούτε καν το διακρίνεις
είναι σκυμμένο πάνω απ
ʼ το κεφάλι σου.

Εκεί, ψηλά θαν το ʼβρεις.
Όσο κι αν φαίνεται άπιαστο
γεννήθηκε για σένα.
Κάποτε θα τʼ αγγίσεις.


Και μια στιγμή πριν ξεψυχήσεις
θα διασχίσει τʼ άπειρο διάπυρος διάττων
και θα εκραγεί βεγγαλικό
μες στην αιωνιότητα.

ΣΤΑΥΡΟΣ  ΒΑΒΟΥΡΗΣ

 

 

9.H ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
στο ύψος περίπου

και στο φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
κυλούσε με τον

άνεμο σιγά
όλο πιο πάνω στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο κατηφορίζοντας
προς τα εκεί
το τσάκισε στο

χώμα. Κι αυτό
-όχι σαν τους ανθρώπους-
σηκώθηκε ξανά κυλώντας

με τον άνεμο όλο και πιο
ψηλά να γίνει όπως
ήταν πριν

William Carlos Williams (1883- 1963), μετ: Τάσος Κόρφης, Πρόσπερος, 1979

 

Τα χάρτινα – Δήμητρα Γαλάνη

10.ΧΑΡΤΙΝΑ, Ι


Βγάλε τα χέρια σου απ’ τις τσέπες.
Στάσου ίσος.
Τ’ άγαλμά σου το ‘κρυψες
μέσα στη βαθειά ντουλάπα
έτσι να μη φαίνεται.
πώς το μιμείσαι.

Χρώματα είπες;
Χρώματα ναι.
Όνειρο
με τις σχισμές στο στόμα
με τον καθρέφτη βυθισμένο
στο σβησμένο φως.

Φθινόπωρο
με το σκοινί δεμένο
στον κορμό της ελιάς·
η χαρτονένια προσωπίδα
δεν κρατάει το νερό –
τρέχει απ’ τα μάτια.

Να πάρεις το μόνιππο.
Σαν βγεις απ’ το δάσος
πρόσεξε
το μουσκεμένο άλογο
μπροστά στη Σφίγγα.

Τα στενά σιδερένια παπούτσια.
Δρόμος και δρόμος.
Η δόξα.
Ύστερα
οι τρύπιες παντούφλες στο τραπέζι
οι σημαίες στη ναφθαλίνη […]

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ, Κέδρος 1982

 

11.ΧΑΡΤΙΝΑ

Έφτιαχνε κάτι μικρά καράβια από χαρτί.
Τα τσάκιζε με τέχνη στις γωνίες
αλλού στρογγύλευε να δείχνει σαν καρίνα.
Στο τέλος έγραφε με μαύρα γράμματα
στο πλάι τους ένα όνομα.
Το ίδιο πάντα.
Γυρισμός.


Λίγο μετά σαν τ’ άφηνε να τρέξουν στο νερό
λυπόταν που δεν πήγαιναν μακριά
μα κάπως γέρνοντας αφήνονταν να λιώσουν
απ’ τη διαβρωτική συνήθεια
που συναντά κάθε πλεούμενο
σαν θέλει να νικήσει απόσταση και χρόνο
διαγράφοντας κάθε πανάρχαιο νόμο
χωρίς εφόδια και ψυχή
δίχως θεό ή δαίμονα κανένα.


Ύστερα πάλι απ’ την αρχή
κάποιο καινούργιο χάρτινο σκαρί έριχνε στο νερό
βαφτίζοντας το νέο του εγχείρημα
πρωτόγνωρη εμπειρία.


Κι ας ήξερε πως γυρισμοί
ποτέ πια δεν προβλέπονται
μήτε σε θάλασσα
μήτε σε γη.
Από χαρτί φτιαγμένα
τα ανθρώπινα όλα.


Διώνη Δημητριάδου, Λέξεις Απόκρημνες, 2017

 

 

 

12.ΧΑΡΤΙ

Ένα φύλλο χαρτί
μπορεί να κόβει σαν ξυράφι
κι ένα απαλό χέρι να γράφει
λόγια που κόβουν σαν ξυράφι
σε μια κόλλα χαρτί.

Κάρολος Τσίζεκ, Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005)

 

 

13.ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ

 

Παύσεις και διαλείμματα, πέραν της άλλης αγωνιώδους

περιπέτειας των ποιημάτων,

τα χρώματα στο χαρτί.

Τα μπλε, τα κόκκινα, οι ώχρες, τα καφέ και τα λαδιά·

άλλες στιγμές ζωής και νύξεις του μαύρου

θανάτου.

 

Την Άνοιξη πολιορκώντας και το Φθινόπωρο αυτά-

μα και τις άλλες κάθετες Εποχές, τη Χώρα και

την Ενδοχώρα, τοπία και λουλούδια που κρύβουν 

γεγονότα μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους.

 

Τα σχέδια και τα σχήματα ελάχιστα συνειδητά,

πλεονάζοντας μάλλον η διάθεση της ψυχής

που ευφρόσυνα παίζει με τα χρώματα

της τέμπερας στο χαρτί.

Σαν φωτεινές  εκρήξεις ενός σκοτεινού

και θυμωμένου βυθού.

 

ΜΑΡΚΟΣ  ΜΕΣΚΟΣ

 

 

 

14.ΧΑΡΤΟΚΟΠΤΗΣ

[«χαρισμένο» από τον P. B.]

 

Τόσα χρόνια κλειδωμένος στο συρτάρι του γραφείου
ανάμεσα σε συνδετήρες,
φακέλους, κουμπιά
κι ακόμη μυρίζει πορτοκάλι.

Δώρο δικό σου στη γιορτή μου.
Τι παράξενο.
Το μόνο που μας ενώνει πια
ένα αντικείμενο που σχεδιάστηκε
να κόβει.

XAΡΗΣ  ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, Διακοπές στην πραγματικότητα

 

 

15.LUNA NUEVA

Με λευκό χαρτί μεθώ
πίνοντας το σκοτάδι του
όπως το φως του ήλιου γλείφει τ’ αρχαία μάρμαρα
ρουφώντας με απληστία σχισμές και κοίλα.


Λέξεις αγέννητες αντιφεγγίζουν στις σελίδες
ηδονικά καθώς αναβοσβήνει
μες στα σεντόνια τ’ ουρανού
το κορμί της νέας σελήνης.


Mε λευκό χαρτί μεθώ
πίνοντας το σκοτάδι του
χορεύοντας νύχτα
στην αόρατη προκυμαία.

Παναγιώτης Αρβανίτης

 

ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ – Ένας χάρτινος ήλιος

16.ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΙΛΙ


Με χάρτινα χείλη φιλάει ο ποιητής,
με χάρτινα δάχτυλα αγγίζει.
Όταν όμως ερωτεύεται,
πηχτή και κόκκινη η καρδιά του
κυλιέται ζωντανή στο χιόνι.

ΧΛΟΗ  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

 

17.ΧΑΡΤΙΝΗ  ΣΥΝΑΞΗ  ΤΩΝ  ΠΟΙΗΤΩΝ

Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά
αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο
– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.
Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα
στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών
ή στο άλλο
της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.

Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή
– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο
εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά
το λαχάνιασμα της αορτής
όπως όταν κάνεις ποδήλατο
σε κατηφόρα δίχως χέρια.

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών
με υπνοβάτες στα χαρακώματα
και αριστοκράτες ασκητές
στις παρυφές της λάμψης
με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά
αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό
ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.

Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν
τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα
εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα
προορισμένη μόνο για καθόδους
και λίγο πριν βραδιάσει
τους άκουσα να συνομιλούν
για το πάθος
πέραν της γραφής.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αφόρετα θαύματα (2017)

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

 

Πες το με ποίηση (273ο): «ΑΠΛΟΤΗΤΑ»…

 

1.ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ  ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·

αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,

θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

 

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα

σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

 

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος

για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

 


Γιάννης Ρίτσος «Το νόημα της απλότητας» Παρενθέσεις, (1946-1947)

 

***

 

2.ΚΑΙ  ΝΑ  ΑΔΕΡΦΕ  ΜΟΥ

Και νά, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα ― δε χρειάζονται περισσότερα.


Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα, και τη σκάφη: σκάφη,
κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε και μεις.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Και να, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ, Καπνισμένο τσουκάλι, 88-97. Μετακινήσεις (1942-1949). Ποιήματα, Β´. Εκδόσεις «Κέδρος», 1961. 250.

 

 

Έτσι Απλά, Κώστας Μακεδόνας

 

 

3.Μυστηριώδες και μυστηριακό

είναι το απλό, χαζέ

όχι το πολύπλοκο

αυτό είναι κατασκευή.

 

ΟΛΙΑ  ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, Τα δύσκολα  εύκολα, Ποταμός

 

***

4.Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

ή ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Θεέ της ποίησης και των ποιητών

χάρισέ μου ένα ποίημα.

Ένα απλό, στρογγυλό, ευανάγνωστο ποίημα.

 

Γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα στρυφνά και

τα δύσπεπτα.

Σαν τα θολά ποτάμια περνούν, βαριά και ακατάδεχτα

πηγαίνουν στη θάλασσα.

Κι ούτε το τραγούδι του νερού ακούει κανένας

ούτε τη δροσιά χαίρεται του καθαρού ρυακιού.

Παρά μονάχα αναρωτιέται πόσο σκοτεινά είναι

τα χρόνια που έρχονται

και πόσο δύσκολα ήταν πάντα τα πράγματα.

 

Κι έτσι παίρνει το δρόμο πίσω

γυρίζει πάνω στα ταπεινά φυλλαράκια τα μάτια του

και τότε σκέφτεται πως η ζωή στο βάθος είναι ωραία

πως ακόμα κι αν είναι απελπισμένος

σκίζει σαν ένα αστραφτερό σαξόφωνο

το μαύρο ντέρτι του θανάτου, ο έρωτας.

 

Θανάσης Κωσταβάρας, Στο βάθος του χρώματος, 1993

 

***

5.ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ


Τις νύχτες που όλοι κοιμούνται
κι εγώ γελιέμαι πως ο Θεός μ’ ακούει και προσεύχομαι,
πόσες φορές δε ζήτησα
πόσες φορές δεν παρακάλεσα:

Θεέ μου, κάνε μα πιο απλόν
πάρε αυτό το κορμί και τσάκισέ το
σπάσε τα κόκαλά μου, αφάνισε το δέρμα μου
πάρε αυτή την πολύπλοκη καρδιά και κάν’ τη στάχτη
κάνε μου λιώμα το κρανίο
δώσε ένα τέλος στο τυραννισμένο αυτό μυαλό –
κι ύστερα πάρε κάνε με από την αρχή,
γέννησέ με ξανά όπως δεν μ’ έκαμεν η μάνα μου,
κάνε με απλόν και μονοκόμματο
όπως κομμένον, άγριο βράχο σε φαράγγι.

Ανέστης Ευαγγέλου, Μέθοδος αναπνοής, 1966
Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1956-1993), 2007

***

6.ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Σταγόνα-σταγόνα
Λέξη προς λέξη
Φύλλο το φύλλο
Μπουμπουκιάζει
Η αγριοτριανταφυλλιά
Μπουμπουκιάζει
Ο χρόνος
Με τα γαλάζια του χρώματα
Τα κόκκινα
Τα χρυσαφιά

Κι η μέρα
Ένα στέμμα με πορτοκαλάνθια
Φορεί

Αξιοθαύμαστη απλότητα!
Χαρά ιερή!

Σας περιμένω
Με τα χέρια μου ανοιχτά

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Όχι πια δάκρυα (1998)

***

7.ΛΕΞΕΙΣ  ΑΠΛΕΣ

Λέξεις απλές όπως η φτέρη
Λέξεις εβένινες ή συντεφένιες
Λέξεις ταπεινές
Κοπέλες όμορφες
Που υφαίνουν τις αναμνήσεις μας
Λέξεις που λάμπουν
Κονιορτός από άστρα
Αλληλουχία μαγική
Λέξεις μεταμορφωμένες
Σε πανάρχαιη μουσική

Τάκης Βαρβιτσιώτης,  Άτριον (2000)

 

***


8.ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ

 

Τώρα εναι πλς θεατς

σήμαντος νθρωπάκος μέσα στ πλθος

Τώρα πι δ χειροκροτε δ χειροκροτεται

Ξένος περιφέρεται στν δν τ κάλεσμα.

 

ρχονται π μακρι ο νέοι σαλπιγκτς

Τν πιλέκτων κλάσεων το μέλλοντος

Ο κραυγές τους γκρεμίζουν τ σαθρ τείχη

Τήκουν τ λάσπη σ φωτεινος ρύακες.

 

ρχονται ο γνοί, ο νυπόκριτοι,

Ο βιαστές, ο μέτοχοι, ο παρθένοι,

Ο πονηρο συνδαιτυμόνες, ο θοι

Ο ληξίαρχοι τν μερν μας.

 

ρχεται τ μεγάλο παρανάλωμα

Μέσα στος πίδακες τν πρόσχαρων νερν.

ρχονται ο τελευταες προγραφές.

 

Μ τώρα ατς εναι πλς θεατς

νώνυμος νθρωπάκος μέσα στ πλθος

Μ τ χέρια στ στθος σν τοιμος νεκρς

Τώρα πι δ χειροκροτε δ χειροκροτεται.

ξέρεις πάντα τ π ό τ ε κα τ π ς).

 

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

***

9.ΑΠΛΑ  ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ένα πρωί άρχισε να βρέχει
Έβρεχε και στη θάλασσα

Περνούσε ένα παιδί μ’ ένα μεγάλο καπέλο
Το φόρεσε ανάποδα για να μαζέψει βροχή
Περνούσε ένας κουλουρτζής έφαγε όλα τα κουλούρια
Στην άμμο ξάπλωσε μια γριά να πεθάνει
Ένας γλάρος έβγαζε κωμικές φωνές
Περνούσε ένα σκυλί σαν βρεγμένη γάτα
Ένα άλογο με γαλανά μάτια
Περνούσε ένα ακορντεόν χόρευε σαν τρελό
Ένα σύννεφο χάθηκε μέσα στα κύματα
Ένας βρεμένος δεν φοβόταν τη βροχή
Ένας τρελός περνούσε σκασμένος στα γέλια

Έβρεχε και στη στεριά και στη θάλασσα
Μ’ ένα τρόπο συνηθισμένο έβρεχε
Επί δικαίων και αδίκων

Μέρες και νύχτες έβρεχε αδιάφορη η βροχή

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σαλκίμ (2001)

***

10.ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

 

Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό κρεβάτι

πώς να εμπνεύσουν πια;

Κρεβάτι χωρίς παραστάτη

χωρίς εφιδρώσεις

χωρίς εντυπώσεις

ένα άδειο στρωμένο πανί

μία οθόνη δίχως προβολή

και κινήσεις μονοσήμαντες

που σημαίνουν μόνο το τέλος της μέρας.

 

Μια ειρήνη υπόγραψα

φαίνεται

χωρίς καμιά μάχη να ‘χει κερδηθεί ή χαθεί.

 

Ειρήνη είναι ο ύπνος που έρχεται περιβρεγμένος

μόνο με την ελπίδα του ονείρου.

Αλλά, αναπάντεχα μια γλύκα απλώνεται

στην επιφάνεια της ταλαιπωρημένης σάρκας.

 

Τέλειωσε και τούτο το βράδυ.

Ακόμη ένα κομμάτι χρόνου

που δεν πρόδωσα

δε βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή.

 

Ήταν η μέρα καλή καμιά

δεν ένιωσα νέα πληγή καμιά

δεν κακοφόρμισε παλιά.

Κρεβάτι απλό με τέσσερα πόδια

και καλοκαιρινά σεντόνια

βάναυσα λευκά.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

 

MΑΡΘΑ ΜΕΝΑΧΕΜ – Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, Το απλό παιδί

 

11.Τ’ ΑΠΛΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΩ  ΑΓΑΠΩ

Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί, και μήτε να ντυθεί,
-μα είναι το πιο καλό παιδί, που μέσ’ στην πλάση τούτη,
μπορεί ν’ απαντηθεί.

Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,
-μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά…

Κι άλλοτε μου ’τυχε ξανά, στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω φιλικά με διάφορα παιδιά:
-μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια μικρή καρδιά…

Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι,
κι αυτό δεν έχει πιο καλό κουστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά και μου χαμογελάει,
-να παρηγορηθεί…

ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

***

12.ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ

 

αυτά που λέμε σήμερα

είναι πράγματα απλά

πράγματα που καταλαβαίνει

ο υπάλληλος κι ο φοιτητής

ίσως καλύτερα ο εργάτης

 

αυτά που λέμε σήμερα

είναι πράγματα απλά

που αύριο θα είναι αυτονόητα

σαν το ψωμί στο τραπέζι της κουζίνας

μια καλημέρα

ένα τσιγάρο

μια ματιά

ένα σφίξιμο χεριού

μια λέξη

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αναρχικά

***

13.ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ, 2

όπως το αθέατο είναι η μήτρα του ορατού
αυτά που λέμε σήμερα
είναι πράγματα απλά
που αύριο θα είναι αυτονόητα
χωρίς η λάμψη τους να θαμπώνει
χωρίς να χάνεται η μουσική
χωρίς στο αυτονόητο να διαλύεται
η μαγεία των καθημερινών πραγμάτων

στη διάλεκτο του σήμερα
λέμε το πάντα
στη γλώσσα μιας μικρής πατρίδας
προφέρουμε το όνομα της οικουμένης
προσθέτουμε τη δική μας οδύνη
στον μέγιστο ωκεανό των δακρύων

γιατί στ’ αλήθεια είναι πράγματα απλά
όπως κάθε άνθρωπος στην ερημιά του
που ακόμα ονειρεύεται το φως

Τόλης Νικηφόρου: Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)

 

Έτσι απλά σ’ αγαπώ -ΕΛΠΙΔΑ

 

 

14.ΕΤΣΙ  ΑΠΛΑ

 

Όπως τον ήλιο το πρωί στον ουρανό

όπως την άνοιξη που ανθίζει στην καρδιά μου

όπως μια χούφτα πεντακάθαρο νερό

όπως το φίλο που του λέω τα μυστικά μου.

Όπως το όμορφο τραγούδι το παλιό

όπως το πάρκο το μικρό στη γειτονιά μου

όπως την έξοδο το βράδυ στο στρατό

όπως το πρώτο το μισθό απ’ τη δουλειά μου.

 

 Έτσι απλά σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,

δίχως τραγούδια και λόγια μεγάλα.

Μες στην καρδιά σου, καρδιά μου, αν μπω,

τότε θα βρούμε καιρό και για τ’ άλλα.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ  ΝΤΟΥΜΟΣ

***

15.ΕΤΣΙ  ΑΠΛΑ

Έτσι απλά φεύγουν μια μέρα
εκείνοι που αγαπήσαμε
στρίβουνε στη γωνιά του δρόμου
χωρίς ούτε ένα νεύμα αποχαιρετισμού.


Τώρα το σπίτι έχει περισσότερο χώρο
μετακινούμε κάποια έπιπλα
συγυρίζουμε
έχουν μείνει κάτι παλιά χαρτιά στο τραπέζι
αποδείξεις και λογαριασμοί


εμείς διακριτικά τα μαζεύουμε
αλλά όταν πάμε να τα κάψουμε αυτά δεν καίγονται
τσουρουφλίζονται στα δάχτυλά μας
τα σκίζουμε σε μικρά κομμάτια
τα θάβουμε στον κήπο
με το βράδυ να τα πάλι στο τραπέζι
κιτρινισμένα
καψαλισμένα στις άκρες


κι εμείς μπαινοβγαίνουμε αφηρημένα στο σπίτι
που έχει τώρα περισσότερο χώρο
γιατί ένας ένας φύγαν εκείνοι που αγαπήσαμε
έτσι απλά κι αθόρυβα μια μέρα
έστριψαν στη γωνιά του δρόμου. 

Αμαλία Τσακνιά -Τα ποιήματα (1969 – 1984) Στιγμή 2000

***

16.ΕΤΣΙ  ΑΠΛΑ

Γυρίζουν στο μυαλό μου,
εικόνες ασύμβατου παρόντος.
Η επανάσταση που δεν έκανα,
ένα στίχο που δεν έγραψα,
φράσεις που έσβησαν
τη μέρα της γέννησής τους.
Έμειναν μόνοι τους οι εφιάλτες μου,
ακαθόριστο το χρώμα τους.
Η παλέτα στέγνωσε,
η οδύνη για πάντα έσβησε.
Ξεχάστηκε,
στις σελίδες ημιτελούς ποιήματος.

Αλέξανδρος Βλαχιώτης, Στου αιώνα μου το θαύμα, 2015

 

***

17.ΕΤΣΙ  ΑΠΛΑ

Το τρίξιμο της πόρτας στο παλιό ξωκλήσι τ’ Αγιαννιού
Κι’ ανάμεσα στα πεύκα η θάλασσα…

Έτσι απλά μας χαρίζεται ο Θεός.
Σε μιαν ερημιά
Σ’ ένα λουλούδι έκπληξη
στην ξεχασμένη γλάστρα της αυλής.
Ή στους δρόμους της άγρυπνης πόλης.


Σ’ ένα βλέμμα στο τραίνο
Ή σε μιαν αγκαλιά αποχωρισμού.
Σ’ ένα δάκρυ αντάμωσης στα σκαλοπάτια
τη Νύχτα της Ανάστασης.


Έτσι απλά μας δίνεται η ζωή.
Έτσι  απλά μας φεύγει…

Έτσι απλά κι’ εγώ σ’ αγαπώ.
Μα για να φτάσω ως εδώ
δεν ήταν καθόλου απλό…

 

Νόνη Σταματέλου  

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

 

Πες το με ποίηση (272ο): «Τριαντάφυλλο – ρόδο»…

*Μικρή και τριανταφυλλένια – Δημήτρης Ψαριανός

 

 

-«Έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου  ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-«…Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά»

(Νάνος Βαλαωρίτης)

 

 

-«…Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα….»

(Μήτσος Παπανικολάου)

 

 

 

-«…Μες στην ερημιά ανθίζουν μόνον ταπεινά τριαντάφυλλα —κανείς πια δεν προσφέρει ταπεινά τριαντάφυλλα— τα κόβω συνθλίβοντάς τα με σταυρωμένα τα δάχτυλά μου, γι’ αυτό το κόκκινο της αγιογραφίας που ξεπηδά όταν τ’ αγκάθια με καρφώνουν. Να βάψω τα μάτια που τους έβγαλα, να βάλω στα χείλια τους φτενά κόκκινα πέταλα. Να σμίξουμε!…»

(Γιάννης Αντιόχου)

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Για ένα διαθέσιμο τριαντάφυλλο»

Το χωματένιο αυτό σταμνί τ’ αγόρασα τη μέρα των μυροφόρων,
με τη σκέψη πως αν τελειώνει το κορμί πάντα απομένει η δίψα
σ’ έναν προφυλαγμένο χώρο σαν ένα χθόνιο λιβάδι.
Αυτό που μας βαραίνει είναι η δίψα των άλλων, των αλλαγμένων·
τους πηγαίνουμε λουλούδια κάθε πρωί ξεγελώντας τον εαυτό μας—
τί να τα κάνουν τα λουλούδια;
Και ανασαίνουν τα κυπαρίσσια κι ανάμεσό τους εκείνα τα μάτια.
Ύστερα ξαναπηγαίνουμε στις δουλειές μας·
τα καράβια πρέπει να ταξιδεύουν, να φεύγει η γης ανάμεσα στους δυο της ύπνους.
Ποιος ξύπνησε σήμερα πρωί; κανείς·
μόνο μια γυναίκα έσυρε το χέρι πάνω στο γυμνό βυζί της και χαμογέλασε·
εκείνοι που διψούν την κράτησαν στα βελουδένια τους σπίτια—
τί να τα κάνουν τα λουλούδια, και τούτο το βυσσινί τριαντάφυλλο,
μέσα στο χωματένιο σταμνί των μυροφόρων, τι να το κάνουν;

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=74105)

 

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Ερμής)

 

*ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ -ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ

 

 -«Το τριαντάφυλλο»-Νικηφόρος Βρεττάκος

Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
Φρέσκο, σαν άκοπο. Σ’ είχα
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα,
πήγαινα –
Πέρασα κι άφησα
δεξιά τον Ταΰγετο. Στάθηκα μόνο,
τον κοίταξα λίγο, ξαναπήρα τον δρόμο μου κι’ όλο
πήγαινα, πήγαινα –
Πού να σε βάλω;
Όλη η γής είναι στήθος μου.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2015/03/blog-post_19.html)

 

 

 

 

-Τέλος Άγρας, «Τριαντάφυλλα μιανής μέρας»

 

Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας τ’ Άη Γιωργιού,

στα κοριτσίστικα τα χέρια ενός παιδιού,

τριαντάφυλλα δικά σου και να τα κρατείς,

σαν αναπάντεχο καλό μεσοστρατίς!

Τα πολυδουλεμένα, τριπλοσκαλιστά,

πολύδιπλα, πολύφυλλα, ανοιχτά!

τ’ αγέρι τα συγκρούει, τ’ αγέρι το ψιλό,

και για ξεφύλλισμα τ’ ανοίγει απατηλό…

Άνοιξη η γειτονιά κι η μέρα ζωγραφιά!

Πολύ ήταν ν’ αξιωθώ παρόμοιαν ομορφιά,

-τριαντάφυλλο το στόμα μου τριανταφυλλί

τ’ άνθια τ’ αμαρτωλά στο στόμα να φιλεί.

(Γίνεται να χωρείς τριαντάφυλλο, χωρίς

τριαντάφυλλο και συ στο στόμα να φορείς;

Κι αν γεύτηκες ποτέ πιοτό δροσιστικό,

για στόμα είχες κι εσύ τριαντάφυλλο γλυκό).

Ποτές τα μάτια μου στα μάτια σου μπροστά

δε με μαρτύρησαν όσο στα ρόδα αυτά,

-γιατί ήσουν ένα εσύ, μ’ αυτά, κι εσύ μαζί,

και γιατί απάνω τους μεγάλωνες κι εσύ.

Γιατί το μάντεψα ποιαν είχαν αφορμή

στο δρόμο οι πηγαιμοί, στο δρόμο κι οι ερχομοί,

τα εύκαιρα γόνατα-για τρέξιμο γοργά-

τα εύκαιρα που έπαιζαν τα γόνατα ζυγά,

στο δρόμο ή σ’ αψηλό μπαλκόνι αντικρυνό-

-ω αγάπη των δεκάξι μου χρονώ.

 

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/agras.htm)

 

 

*Μιχάλης Τερζής – ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ – Γιώργος Ζωγράφος

 

 

Κωστής Παλαμάς, «Γεια σας τριαντάφυλλα»

 Γεια σας, τριαντάφυλλα
και γιασεμιά
στου βράχου φέρτε με
την κυκλαμιά

Πάει της καλύβας μου
το χελιδόνι
Του κάμπου δώστε μου την
την ανεμώνη

Πάει κι η λιογέννητη
Καλοκαιριά
Καλό στα σύννεφα
με το βοριά

Αϊ Γιώργης έφυγε
τ’ Απρίλη η χάρη
δόξα στ’ αδέρφι του
στον καβαλάρη

Χινοπωριάτικος
με τα’ άλογό του
περνά και είν’ έρωτας
το πρόσωπό του

 

 

 

-«Τριαντάφυλλο» – Ποίημα Παιδικό του Γιώργου Βιζυηνού 

Τριαντάφυλλο σγουρὸ
Χαϊδεμένο λουλουδάκι
πόσο πόσο λαχταρώ
ν
α σού πάρω ένα φιλάκι.

Μα ἡ κυρά τριανταφυλλιά
έχει αγκάθια κι αγκυλώνει
κι
όποιος κλέφτει τα φιλιά
ακριβά της τα πληρώνει.

Δι᾿ αυτό μη φοβηθείς,
σ
αν καλό παιδί οπού ῾μαι,
όταν βλέπω πως ανθείς
σ
᾿ αγαπώ και ευχαριστούμαι.

Γιατί έχεις μία πνοή
πο
υ τὲς γειτονιές μυρώνει
κ
ι έχεις βράδυ και πρωί
γι
α τραγουδιστή έν᾿ αηδόνι.

(https://www.kindykids.gr/teachers-material/poems-various/296-poiimata-louloudia.html)

 

 

 

-Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Λου, τριαντάφυλλό μου»

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σ’ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σ’ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σ’ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=84354)

 

 

 

-«Μαύρο Τριαντάφυλλο», του Ανδρέα Κλουτσινιώτη

 

Καρδιά

από μαύρο τριαντάφυλλο

Άγγιξέ με, νιφάδες του χιονιά,

δάκρυα,

οι ελπίδες μου Αγέννητες πεταλούδες

ψυχορραγούν,

για έναν Ήλιο θεό,

που μάταια ερωτεύθηκαν.

——————

Αγκάθια

από μαύρο τριαντάφυλλο

ανοίξτε μου επτά πληγές

να ματώσει η Σιωπή,

οι ξεχασμένες ενοχές

μνήμες να αναστηθούν,

Πόλεμο ν’ αρχίσουν

με τη λήθη.

——————–

Βελούδινα πέταλα

από μαύρο τριαντάφυλλο

γιατρέψτε τα σπασμένα μου φτερά,

επουλώστε τη Ψυχή

για κάθε τέλος κι αποχαιρετισμό,

από τις Αγάπες που αρνήθηκε,

απ’ τον εγωϊσμό που προσκύνησε,

ηθελημένα, ως Βασιλιά της.

———————–

Άρωμα,

από Μαύρο Τριαντάφυλλο, ακριβό

Ανεμοσύρε με,

κύματα του νόστου, Καράβια έρωτες,

σε μυστικές, ξελογιάστρες θάλασσες.

Το Ονειροφώς της συμπαντικής ομορφιάς σου,

Αστέρι μου έχω για τις ανέλπιδες ρότες.

Ικέτης, σου ζητώ να μη δειλιάσω.

Είμαι ο ταξιδευτής στο Ανεκπλήρωτο. 

(Palmografos.com – «Μαύρο Τριαντάφυλλο» – Ποίημα του Ανδρέα Κλουτσινιώτη)

 

 

 

«Σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω», Του Γιώργου Καραγιάννη

 

Το στόμα σου άγγιξε

με πάθος το κορμί μου που η σάρκα μου ράγισε

και φύτρωσαν τριαντάφυλλα

που ρίζωσαν στην ψυχή μου.

 

Γιατί, δεν ήταν φιλί,

ήταν ο ουρανός

που κουβαλούσε τον ήλιο σου

τον χρυσαφί

με το φεγγάρι και τ’ άστρα

να λάμπουν στο δρόμο μου

απ’ τη μεγάλη αγάπη σου

τη δυνατή.

 

Μα, εγώ

σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω

να μου δίνεις ζωή

κι η καρδιά μου να γελά

να μη νιώθω χειμώνα

σε μια άνοιξη να σε φέρνω

να μπουμπουκιάζεις στα μάτια μου

κάθε στιγμή

δικιά μου να σ’ έχω.

 (https://www.fractalart.gr/se-ena-triantafyllo-se-thelw/)

 

 

 

-«Το τριαντάφυλλλο» της Bette Midler

Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ποτάμι
Που πνίγει το τρυφερό κλαδάκι
Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ξυράφι
Που αφήνει την ψυχή σου να ματώσει
Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι πείνα
Και μια έντονη συνεχής ανάγκη

Εγώ λέω ότι είναι ένα λουλούδι
και εσύ μόνο ένας σπόρος
Η καρδιά που φοβάται να σπάσει
Δεν μαθαίνει ποτέ να χορεύει
το όνειρο που φοβάται να ξυπνήσει
Δεν θα αδράξει ποτέ την ευκαιρία
Η ψυχή που φοβάται να πεθάνει
Δεν μαθαίνει ποτέ να ζει

όταν η νύχτα είναι τόσο μοναχική
και ο δρόμος τόσο μακρύς
και νομίζεις ότι ο έρωτας είναι μόνο
για τους τυχερούς και τους δυνατούς,
θυμήσου ότι το χειμώνα
κάτω από το πικρό χιόνιζει
ζει ο σπόρος που με την αγάπη του ήλιου
γίνεται τριαντάφυλλο την άνοιξη

(https://www.eros)

 

 

*******************

*Ο. Ελύτης, «Ρόδο μου, ρόδο, αμάραντο»

 

-«Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα

για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.»

 

                        (Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«Το ρόδο», ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


«Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια.

 Ερωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με δρόμους, ή άστρα
κι η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα άγνωστη.
Ωσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.»

 

 

 

 

-Jean Moréas, «Ρόδα της Δαμασκός…»

Ρόδα της Δαμασκός, λευκά ρόδα, πορφύρες ρόδα,
πού είναι τα μύρα, τα θαμπωτικά τα πέταλά σας;
Και τα χιμαιρικά σας τα φτερά και τα τραγούδια,
πουλιά του θρύλου, ρόδινα πουλιά, πουλιά γαλάζια;

Ω χιόνια του παλιού καιρού! οι παιάνες σας φαμφάρες!
Για πάντα καταλύθηκαν τέλη κι αρχές γεννήτρες,
κι αυγή, ουδέ μεταψύχωση ξανά γραφτή δεν είναι:
ω βάλσαμα ακριβά, και αλησμοβότανα και φίλτρα!

Έσπασαν τ’ αναφτέριασμα οι κακότεχνες παγίδες.
Με τη σαΐτα ανάμεσα στα κέρατα, τα λάφια,
στις σπαραχτές των βούκινων κραυγές, τα λάφια εφύγαν.

Κι είμαστε στης Πεντάμορφης το δάσος, που, για πάντα,
άλυτος κι εφτασφράγιστος την περιζώνει ο ύπνος…
Τυφλού ερημόπυργου, κλειστού, θαρρείς κι εμοιάσαμε ίσκιοι.

[Μετάφραση: Τέλλος Άγρας]

http://kapodistria.blogspot.com/2009/11/blog-post_27.html

 

*Πέτρος Ταμπούρης – Στα ρόδα της αυλής μου

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Τα ρόδα»

Τα ρόδα σου ήτανε χτες βράδυ

κλειστά μπουμπούκια αχνά δειλά,

χείλη που να ψωμογελάσουν

μόλις τολμούσαν, σιωπηλά.

 

Σήμερα πρωί ξημερωθήκαν

ολάνοιχτα, άλικα, πλατιά,

και μ’ όλο τους το δροσονέρι

σα να τ’ ανάτρεφε η φωτιά.

 

Ήτανε σα γυμνές βακχίδες

και σαν ξεσκέπαστες καρδιές,

αγάπες ξελογιάστρες ήταν,

τόξευαν με τις ευωδιές.

 

Τα ρόδα σου ήταν χτες το βράδυ

καλόγριες δεόμενες γειρτές.

Πώς έτσι τα ’καμε μια νύχτα

χορεύτρες για τρελές γιορτές!

 

Και μαραμένα προτού πέσουν

ξένα στο μάτι του Απριλιού,

στόματ’ ανοίχτηκαν ακέρια

να πιουν τη γλύκα του φιλιού.

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=2348)

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ»

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο και αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

https://www.lyrikline.org/en/poems/roda-aei8alh-13120

 

 

 

-Τέλος Άγρας, «Της ζωής τα ρόδα»

 

Να το, αψηλά κι από μακρυά,

το παραμύθι του βορριά!

μες τα τετράγωνα τα μόνα

το παραμύθι του χειμώνα.

Κι εγώ του δρόμου το θολό

το μαύρο σύννεφο φιλώ

κι είμαι, στα τρίστρατα τα μόνα

το παραμύθι του χειμώνα.

Να το αψηλά, να το μακρυά

το παραμύθι του βορριά!

Πού θα ’βρω εδώθε, αχ! πες μου ξένε,

τη ζέστα, αγάπη που τη λένε;

Εγώ που χρόνια κατοικώ

τον δρόμο τον αγερικό,

πρώτη φορά είναι που φοβάμαι

με το χειμώνα απόψε να ’μαι…

πρώτη να φορά να πιστευτώ

τέτοιο ακριβό, τέτοιο γραφτό

το πώς η μοίρα μ’ έχει κάμει

μια πεταλούδα για το τζάμι.

Μα ιδές: Γοργό κι αληθινό

κορίτσι βγήκε απ’ το στενό

μες το φουστάνι οπού αναδεύει

τα δυο της πόδια ανακατεύει,

γυμνά δυο πόδια και χυτά

και με τι τέχνη είναι χτιστά,

καθώς ο αγέρας τα ξεντύνει,

με τι χαρά κι εμπιστοσύνη!

Σαν το πουλί που αναπηδά

από κλαδί σ’ άλλα κλαδιά,

εχάθηκε ως να ξεπροβάλλει

από μια θύρα σε μιαν άλλη!

-Σκέτο χαρούμενο παιδί,

πού σ’ έχω βρει; πού σ’ έχω ιδεί;

δεν είσαι η ασταχτομαλλούσα

που χλώμιαζα όταν σου μιλούσα;

Ρόδα και μήλα μάγουλα,

μάγουλα ακέρια και καλά,

πώς σας λαχτάρησεν ο τόπος

κι ο γερασμένος στρατοκόπος!

Γέλασε ο τόπος μονομιάς

ως την καρδιά της ερημιάς

κι ακέρια φούντωσε η μαυρίλα

της ζωής τα ρόδα και τα μήλα!

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/agras.htm)

 

 

 

-Ιωάννης Γρυπάρης, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου»

Σοὔγραφε ροδοθάνατο ἡ τριμεροῦσα ἡ Μοῖρα!
πὲ τὸ στερνὸ τραγούδι σου, ἀγλύκαντη καρδιά,
κι ὅλο ἀνεβαίνει ἀκράτητα ἡ μυστικιὰ ἡ πλημμύρα,
ποὺ ἀφρίζει μὲ ροδόφυλλα καὶ πνίγει μ᾿ εὐωδιά.

Ποιὸς σὲ εἶπε νεκροθάλασσα ἀτάραγη καὶ στεῖρα,
κῦμα, ποῦ σῴνεται κουφὸ στὴν ἄκαρπη ἀμμουδιά;
καὶ σύ ῾σαι – στρῶμα ἑνὸς φτωχοῦ μιανῆς νυχτιᾶς πορφύρα,
γιὰ τὴ ζωή μου ὁλάκερη μία ἐρωτικὴ βραδιά.

Ἦρθε ἡ ἀράθυμη ψυχὴ σ᾿ ἀκρογιαλιὰ κ᾿ ἐστάθη,
ὅπου φεγγάρι ἀπόκρυφο τραβάει φυρονεριὰ
καὶ τὴ ξεσέρνει ἀνίδεη στῆς θάλασσας τὰ βάθη.

Μὰ δὲν σοῦ βαρυγνώμησεν, Ἀγάπη, οὐδ᾿ ἐκεῖ κάτου,
κι ἂν τὴν καρδιά της σκόρπησες μὲ τόση ἁπλοχεριὰ
τὰ ρόδα τοῦ Ἠλιογάβαλου, τὰ ρόδα τοῦ Θανάτου!

(https://el.wikisource.org/wiki/)

 

 

 

 

-Γιάροσλαβ Σέιφρτ, «ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΑ»

 

Μεταξύ δύο πόλων εκτείνεται ο κόσμος

όπως και το γαϊδουροτόμαρο.

Και η ζωή μεταξύ δύο πραγμάτων:

ανάμεσα ψωμί και τριαντάφυλλα.

 

Βοά ο κόσμος και τα τύμπανα επαναλαμβάνουν.

Για πράγματα μικρά, μεγάλος πόλεμος και μάχες.

Οι νικητές κι οι νικημένοι δρόμο αφήνουν-πιάνουν,

στα σπίτια τους γυρνούν από φαράγγια κι από ράχες.

 

Δυο ζάρια, δύο λόγια θαυμαστά στο σύνολό τους

της Ιστορίας παίζει η σάλπιγγα: ψωμί και ρόδα.

Γυρνάς, τ’ ανάποδο για να χτυπήσεις τύμπανό τους,

και σείεις την κορνέτα που ‘χες όπλο παρά πόδα.

 

Και στο γαϊδουροτόμαρο, του έρωτά μας που ‘ναι

πολέμου τύμπανο, λιμοί και χάροι καρτερούνε.

(http://stithaghi.blogspot.com/2014/07/blog-post_9090.html)

 

Πες το με ποίηση (271ο): «ΓΙΑΣΕΜΙ»…

Αλεξάνδρα – Μυρίζει Ο Κόσμος Γιασεμί

 

1.ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Είτε βραδιάζει

είτε φέγγει

μένει λευκό

το γιασεμί.

Γιώργος Σεφέρης

*

 

 

2.Στη μαύρη νύχτα

ζωγραφίζω γιασεμιά

να ξημερώσει

 

Δ.Ι. Αντωνίου

*

 

 

3.ΣΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πώς η αγάπη με κερνά περιστέρια

πώς η αγάπη με κερνά το αγίασμα

πώς η αγάπη με κερνά λευκότητα των άστρων.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Υπνόσακος

*

 

 

4.ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα

εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα

και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα…

 

Νίκος Καρούζος – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978) Χορταριασμένα χάσματα

(1974), Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

*

 

 

5.Ανθίζει το άσπρο γιασεμί

που καταπίνει

το σκοτάδι.

 

Γιώτα Αργυροπούλου

*

 

 

6.Είτε με γιασεμί είτε

με κάκτο, αγώνας είναι ο λόγος πριν γίνει

λόγος για μια βροχή που έπεφτε ένα

απόγευμα στο Ναύπλιο

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΟΛέΝΤΑΣ

 

*

 

 

  1. Πέταλο γιασεμιού,

σ’ ένα ποτήρι με νερό,

μακριά που με αρμενίζεις.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, μονόχορδα

*

 

 

  1. ΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Τα βράδια που μονάχα

το λευκό του γιασεμιού

μας τραγουδούσε

με μύησες στις σιωπές σου

Και τις λάτρεψα.

Εύα Νεοκλέους, «Σημάδια για το δρόμο» (εκδόσεις Ακτίς, 2016)

*

 

9.ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Του μύριζε γιασεμί

κι όταν γιασεμί

δεν υπήρχε. Έτσι έζησε.

 

ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

*

 

 

 

  1. «καυχησιάρικο»

λέει η χιονονιφάδα

στ΄ άσπρο γιασεμί

 

Martin Berner

*

 

 

11.ΗΡΕΜΗ ΚΑΡΔΙΑ

 

Ήρεμη καρδιά

Κοίτα!

Το γιασεμί ανθίζει

 

ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

 

 

Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

 

  1. ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΞΕΡΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

 

Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

φύτρωσε ένας κάκτος.

Πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες

που ονειρεύομαι γιασεμί.

Τα μαλλιά μου μύρισαν γιασεμί,

η φωνή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του.

Τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί,

η ζωή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του.

Όμως ο κάκτος δεν είναι κακός,

μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται.

Κοιτάζω τον κάκτο μελαγχολικά.

Πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες;

Θα ζήσω άλλους τόσους

ακούγοντας τις ρίζες να προχωρούν

μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου.

 

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ΕΓΩ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

 

***

 

 

  1. ΜΕ ΓΙΑΣΕΜΙΑ ΘΑ ΝΤΥΣΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ

 

Με γιασεμιά θα ντύσω την ψυχή σου

Κι όταν φύγει της άνοιξης ο πόνος

Αφού σε γδύσω

Η ψυχή σου θα μείνει μετέωρη

Το γιασεμί το ρόδο θα σκορπίσουν

Θα προλάβω την άνοιξη ν’ αρπάξω

Κι απάνω στην ψυχή σου να κοιτάξω

Που θα νογά τον κόσμο.

 

Γιώργος Σαραντάρης

***

 

 

 

  1. ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πλησίασε στη γραμμή.

Το άρωμα, η λευκή ευωδιά

την καθοδηγούσε. Γιασεμί.

Ήταν η παιδική της ηλικία και πάλι

που την επισκεπτόταν. Όπως μια μικρή ανάσα

λουλουδιών απ’ τον κήπο κάποιου άλλου

σαν περνούσε, κοριτσάκι που μελωδούσε

τα κάγκελα σαν να ήταν άρπα.

Έλα, έλα, το άρωμα την τραβούσε

Πάντοτε. Μα ο κήπος δεν ήταν δικός της,

της έλεγαν. Ούτε και το άρωμα που την παρέσερνε

και την προκαλούσε να μπει παράνομα.

Τώρα, ενώ περνούσε τη μη ευθεία,

την αόρατη, την αδιαπέραστη γραμμή,

και καθώς ο στρατιώτης με το γαλάζιο μπερέ

παρακολουθούσε τα πόδια της, μετρώντας τα χιλιοστά

με τα μάτια και άνοιγε το στόμα του

για να φωνάξει το ΑΛΤ!

αυτή ήταν μικρό παιδί που έτρεχε, δυνατή.

ΑΛΤ! της φώναζαν αλλά δεν γυρνούσε.

Εξοργισμένες σελίδες έλειπαν απ’ το βιβλίο

της ζωής της. Με κομμένη την ανάσα σκεφτόταν ολοένα

το γιασεμί που θα εύρισκε, το σπίτι που θα έβλεπε,

τον κήπο, τον φράχτη –

Και τη θαμμένη καρδιά

του πατέρα της

 

Νόρα Νατζαριάν

***

 

  1. ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ

 

Ολονυχτίς παλεύω με το γιασεμί

μη με νικήσει και με πάρει στο λευκό βυθό

της μέθης του

και θυμηθώ την ευωδιά της τρυφερής σου θλίψης

πού ‘πινα μες στα μάτια σου τα ερωτικά

τα ερωτευμένα

μέσα στων είκοσι χρονώ τον κήπο

και παραλοΐσω

 

Λένα Παππά

***

 

 

  1. Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Αν σας πω

τι είναι αυτό

που με πείθει

ότι υπάρχει αγάπη

στον κόσμο αυτό

θα μείνετε με το στόμα

ανοιχτό:

η μυρωδιά του γιασεμιού

 

ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

 

 

Το γιασεμί, Σαββίνα Γιαννάτου

 

  1. ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πλησίασε στη γραμμή.

Το άρωμα, η λευκή ευωδιά

την καθοδηγούσε. Γιασεμί.

Ήταν η παιδική της ηλικία και πάλι

που την επισκεπτόταν. Όπως μια μικρή ανάσα

λουλουδιών απ’ τον κήπο κάποιου άλλου

σαν περνούσε, κοριτσάκι που μελωδούσε

τα κάγκελα σαν να ήταν άρπα.

Έλα, έλα, το άρωμα την τραβούσε

Πάντοτε. Μα ο κήπος δεν ήταν δικός της,

της έλεγαν. Ούτε και το άρωμα που την παρέσερνε

και την προκαλούσε να μπει παράνομα.

Τώρα, ενώ περνούσε την μη ευθεία,

την αόρατη, την αδιαπέραστη γραμμή,

και καθώς ο στρατιώτης με τον γαλάζιο μπερέ

παρακολουθούσε τα πόδια της, μετρώντας τα χιλιοστά

με τα μάτια, και άνοιγε το στόμα του

για να φωνάξει το ΑΛΤ!

αυτή ήταν μικρό παιδί που έτρεχε, δυνατή.

ΑΛΤ! της φώναζαν αλλά δεν γυρνούσε.

Εξοργισμένες σελίδες έλειπαν απ’ το βιβλίο

της ζωής της. Με κομμένη την ανάσα σκεφτόταν ολοένα

το γιασεμί που θα εύρισκε, το σπίτι που θα έβλεπε,

τον κήπο, τον φράχτη –

Και τη θαμμένη καρδιά

του πατέρα της.

 

Νόρα Nαντζαριάν

***

 

 

  1. ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Για τον έρωτα θέλω να γράψω

κι όχι για το λάθος

που μούσκεψε το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου

κάποιο βράδυ του Μάρτη

Για κείνο το γιασεμί που μου έφερες

θέλω να γράψω

Μου το ‘δωσες

και μύρισε ευθύς η νύχτα ενοχή

Το γιασεμί με γδύνει

απ’ τις τελευταίες μου τύψεις

Τα τζάμια θολώνουν

οι άπιστες ανάσες

Το σκοτάδι σύμμαχος

καλύπτει το πάθος

Μετά που έφυγες, το γιασεμί κατηγόρησα,

λες κι έτσι θα έδιωχνα τα άρωμά του από κείνη τη νύχτα

Έπειτα, άνοιξα το παράθυρο μου και το πέταξα

Τι να το έκανα;

 

Μαρία Δασκαλάκη

 

 

Αλκοοόλ και γιασεμί – Αφροδίτη Μάνου

https://www.youtube.com/watch?v=9ei8BP0slUo

 

 

  1. ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Κι ανοίγουν τα νυχτολούλουδα,

την ώρα που σκέφτομαι κείνους που αγαπώ.

Καταμεσής στα βιβούρνα ξεπετάγονται

οι πεταλούδες του λυκόφωτος.

Έχουν σιγήσει από ώρα οι φωνές,

μόνο ένα σπίτι εκεί ψιθυρίζει.

Κάτω από τις φτερούγες κοιμούνται οι φωλιές,

καθώς κάτω από τα βλέφαρα τα μάτια.

Από τους ανοιχτούς κάλυκες αναδίδεται

των κόκκινων φραουλών η ευωδία.

Φέγγει ένας λύχνος εκεί στην αίθουσα.

Το χορτάρι φυτρώνει πάνω από τους τάφους.

Γκρινιάζει η αργοπορημένη μέλισσα

βρίσκοντας πιασμένα τα κελιά στις κυψέλες.

Μες στο γαλάζιο αλώνι η Πούλια αλωνίζει

μαζί με τα κλωσσόπουλα που γίνηκαν αστέρια.

Σε όλη τη νύχτα απλώνεται

η ευωδιά που φέρνει ο άνεμος μαζί του.

Περνά το φως μέσʼαπʼ τη σκάλα̇

φεγγίζει στο πρώτο πάτωμα· και σβήνει.

Χαράζει̇ κλείνουν τα πέταλα

λιγάκι ζαρωμένα̇ βλασταίνει

στον μυστικό και υγρό τους κάλυκα

δεν ξέρω ποια καινούργια ευτυχία.

 

Giovanni Pascoli, απόδοση : Ευαγγελία Πολύμου

 

 

Το γιασεμί, Αλεξίου

 

  1. ΑΝ ΗΤΑΝ ΧΡΩΜΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΓΙΑΣΕΜΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Για να τελειώνει αυτή η ιστορία

Για να λυθούν τα ματωμένα γόνατα

Να ξεχυθούν στους δρόμους

Ν’ αδράξουν τα αμετακίνητα ποδήλατα

Να ξεχυθούν άξιοι αναβάτες της αλέας

Ας γεννηθεί κλωνάρι γιασεμί

μέσα σ’ αυτό το ακρωτηρισμένο γράμμα

 

Χαρά Ναούμ, Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, 2015

***

 

 

  1. ΑΦΙΕΡΩΣΗ 1980

 

Είχα ξεχάσει πως μυρίζει το γιασεμί.

Αλλά βγαίνοντας στη νύχτα, ξαφνικά,

ντυμένος λεπτό χιτώνα τον ιδρώτα σου

ντυμένος χρυσό ιμάτιο το άρωμά σου,

χτύπησα πάνω στην οσμή του γιασεμιού σαν σε γυάλινο τοίχο.

Ονειρεύομαι αυτό που έζησα.

Το σώμα το δροσερό με τους ίσκιους,

το σώμα το δυνατό με την έκσταση

και την κραυγή, την κραυγή –

Σ’ αγαπώ τρυφερά και σ’ αγαπώ άγρια,

περπατώ την νύχτα ντυμένος τον λεπτό σου ιδρώτα,

στεφανωμένος το άρωμα του γιασεμιού

και προφητεύω.

Αμφισβητώ το ποίημα, είναι φτωχό.

Είμαι κι εγώ φτωχός χωρίς εσένα.

Αν ποίημα είμαστε μαζί

δεν έχω γράψει καλύτερο.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

 

 

Λευκό μου γιασεμί ~ Έλλη Πασπαλά

 

  1. ΛΕΥΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

κάτι γιορτάζει βαθιά στο κορμί,

και ξαναβλέπεις το φως,

σαν να ‘σουν χρόνια τυφλός.

Κι ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος, φυσάει βουρκωμένος.

Είναι φορές που δεν ξέρω γιατί

κάτι νυχτώνει βαθιά και πενθεί

και δε σου κάνει κανείς

κι όπως γυρεύεις να βρεις

λίγο λευκό να πιαστείς

γιασεμί στο σκοτάδι

σαν άστρο ανάβει.

Λευκό μου γιασεμί

μη νυχτώσεις.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,

που μου θυμίζει στιγμές

από παλιές μου ζωές

και ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος, φυσάει βουρκωμένος.

Λευκό μου γιασεμί, μη νυχτώσεις.

 

MIXAΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

 

Ντροπαλό γιασεμί, Δ. Ζευγάς.

 

  1. ΝΤΡΟΠΑΛΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Κόκκινο ρόδο ντροπαλό γιασεμί

ήρθα κοντά σου, τόσο κοντά σου

και δεν έλεγες «μη»

Την ευωδιά σου την ακούν τα πουλιά

κι όλο τη λένε, αχ πώς τη λένε

στη φτωχή μου καρδιά

Σαν τον κλέφτη θα’ρθώ

σαν τον κλέφτη θα μπω

στη αγκαλιά σου μέσα να κοιμηθώ

Για τον κλέφτη, να δεις

για τον κλέφτη θα πεις

τέτοιαν αγάπη πουθενά δε θα βρεις

Κόκκινο ρόδο μην ανοίγεις πολύ

και δε γλιτώνεις, αχ δε γλιτώνεις

το κλεφτό μου φιλί

Τρεις νύχτες έχω τώρα να κοιμηθώ

μες στον μπαξέ σου, αχ στο μπαξέ σου

σαν τρελός τριγυρνώ

 

ΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Πες το με ποίηση (270ο): «Κοντά μακριά»…

*Θα ‘μαι Κοντά Σου – Αλκίνοος Ιωαννίδης (με στίχους)

 

 

-«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντάκοντά για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-«Ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.»

(Γ. Ρίτσος, από τη «Ρωμιοσύνη»)

 

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «Κοντά σου»

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είνε η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
Ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ»

μνήμη Γιώργου Μακρή

Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως ή καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους

(https://www.kedros.gr/product/2270/poiimata-1945-1971-miltos-saxtoyris.html)

 

 

 

 

-Μαρίας Τζιαούρη-Χίλμερ, «Κοντά στο κύμα»

 

Όταν ζεις κοντά στη θάλασσα μπορείς στο κύμα να ξεπλύνεις πολλά.

Τον εγωισμό, τον πόνο, τους φόβους, τις ελλείψεις σου.

Το αλάτι καθαρίζει στο δέρμα σου τις πληγές που πονάνε ακόμα,

κάθε άγγιγμα που δεν πρόλαβε να γίνει έρωτας.

Και τούτο το κύμα περνάει πάνω από τις λέξεις σου στην άμμο,

για να ξορκίσει όλα αυτά που ντύθηκαν στα μαύρα.

 

(https://www.fractalart.gr/konta-sto-kyma/)

 

 

 

 

 

 

-Γεωργίου Σεφέρη, «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα»

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει το κυνήγι
είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που πάιζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’εκείνους που έμειναν μ’εκείνους που έφυγαν
μ’άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να’ρθεί, πως τον στολίζουν
μ’άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να’ρθεί να μ’αποχαιρετήσει

ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Μενέλαος Λουντέμης, «Ἐρωτικὸ κάλεσμα»

Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

( http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/menelaos_loyntemhs_poems.htm)

 

 

*Ελευθερία Αρβανιτάκη – Μακριά Απ’ Την Τρικυμία

 

-«Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                        μακρύς
                                    μακρύς ο δρόμος.»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Μακρυά»

 

Θά ‘θελα αυτήν την μνήμη να την πω…

Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –

γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

 

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…

Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά…

Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια∙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά…

Α ναί, μαβιά∙ ένα σαπφείρινο μαβί.

(https://latistor.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html)

 

 

 

 

-Dylan Thomas, «Έχω ποθήσει μακριά να φύγω»

 

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω

Από το σύρσιμο του ξοδεμένου ψέματος

Και από του παλιού τρόμου τη διαρκή κραυγή

Μεγαλώνοντας πιο τρομερός καθώς η μέρα

Φεύγει πάνω από το λόφο στο θαλάσσιο βυθό.

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω

Από την επανάληψη των χαιρετισμών,

Γιατί υπάρχουν στον αέρα τα φαντάσματα

Και στοιχειωμένοι ήχοι στο χαρτί

Και οι κεραυνοί των κλήσεων και των σημειώσεων.

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω, όμως φοβάμαι,

Λίγη ζωή ακόμη αξόδευτη μήπως εκτιναχθεί

Από το παλιό ψέμα που καίγεται στο πάτωμα

Και στον αέρα σπάζοντας μισότυφλο μ’ αφήσει.

Ούτε από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,

Το χώρισμα καπέλου από τα μαλλιά,

Τα χείλη κολλημένα στο ακουστικό

Θα έπεφτα απ’του θανάτου το φτερό.

Από αυτά δεν θα νοιαζόμουν να πεθάνω,

Μισά συμβάσεις και ψέμματα τ’ άλλα μισά.

(http://asterofoto.blogspot.com/2010/04/blog-post_19.html)

 

 

 

 

-Στέλιου Λαλούση, «Ένα βήμα μακριά»

 Ένα βήμα κάνουμε

μόνο ένα βήμα

Γέννα είναι το αριστερό μας πόδι

πατάει μια το δεξί

κι ύστερα η αναχώρηση

 

Ένα βήμα μακριά και το τραγούδι που ψιθυρίσαμε

η κάμαρα η στολισμένη με αγίους

κι αποκριάτικες φωτιές που μας ζεστάναν το Μάρτη

φωνές από το βάθος της πλατείας

που κάποτε τις ζήσαμε

φωνές σαν κι άλλες πιότερες που δεν ακούσαμε ποτέ

στη φωτιά πάνω που σμίγαν σε μια στιγμή εκστατική

γενεές που παίξαν παιδιά κι ύστερα γεράσαν πάλι

σκούπισαν την αυλή από τα φύλλα της κληματαριάς

κι από την πίσω μεριά της μάντρας ξήλωσαν έναν έναν τους χρόνους

 

Ένα βήμα μακριά

πλαγιάζαν και τα ζεστά κορμιά

με κερωμένα γράμματα που νυχτώναν κάτω από τα σκεπάσματα

κι υγρές στα μάτια έμεναν μέχρι το πρωί οι λέξεις

να μας ξυπνούν

σαλπίζοντας τον ήλιο και τη μέρα που θα νικήσει

 

Ένα βήμα μακριά κι οι διαδρομές που κάναμε

μες την υδρόγειο τα ίχνη τα σβήναμε πάντα με το νερό

κι από τις γραμμές του τρένου γυρεύαμε πατημασιές

όσες κι αυτές που αφήναμε στην άμμο τα καλοκαίρια

 

Ένα βήμα μακριά

κι η άκρη του χρόνου λυγίζει

Αν κανείς δεν νικήσει

 

ας είναι το βήμα

μακρινό

ως τα αστέρια

(https://www.fractalart.gr/ola-einai-edw/)

 

*Μικρή Πατρίδα (Δεν έκανα ταξίδια μακρινά) Παντελής Θεοχαρίδης

 

-Χρίστος, Λάσκαρης, «Εικόνα μακρινή»

Βιαστικά πουλιά στον ουρανό.
Βραδιάζει.
Εικόνα μακρινή που επανέρχεται
μπαίνοντας ο χειμώνας,
εικόνα
που μου ξαναφέρνει ταραχή.

Μείνε κοντά μου εικόνα μακρινή,
μείνετε σεις
παιδικοί φόβοι.

(http://apoikia.gr/laskaris-xristos-tria-xeimoniatika-poiimata/)

 

*Μανώλης Μητσιάς – Μακρινή της αγάπης ώρα

 

-Arseni Tarkovski, «Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα»

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που καθώς κείτομαι στου ποταμού τον πάτο,
Ακούω κάθε τόσο
Το κρύο κι ολοκάθαρο νερό
Που από πάνω μου κυλά.
Κι αν τραγουδήσουμε κάποιο σκοπό
Που αρχίζει με χορτάρι, το στόμα μας γεμίζει χώμα
Κι έτσι απομένουμε με χείλια σφαλιστά.

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που δεν μπορώ πια να μιλήσω.
Μια πόλη ονειρεύτηκα
Σε όχθη από πέτρα.
Κι εγώ κείτομαι στου ποταμού τον πάτο
Και βλέπω μέσ’ απ’ το νερό
Φως μακρινό, μεγάλα σπίτια
Του άστρου πράσινες ακτίνες.

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που αν κάποτε φανείς μπροστά μου
Κι αγγίξεις με το χέρι σου τα μάτια,
Θα ‘ναι ένα ψέμα,
Κι εγώ δεν θα μπορώ να σε κρατήσω,
Κι αν φύγεις
Δεν θα σ’ ακολουθήσω σαν τυφλός
Κι αυτό θα ‘ναι ένα ψέμα.

(https://www.facebook.com/)

 

 

 

Βέρα Βασιλείου- Πέτσα, «Φεντερίκο, πατρίδα μου μακρινή»

Χρόνια γυρίζουνε και ψάχνουν
όλα του κόσμου τα ραντάρ
το ματωμένο μπολερό σου
μες στη χαράδρα του Βιθνάρ.
Ψάχνουν να βρούνε πού κοιμάται
το άταφο λιγνό κορμί σου
να γίνουνε τα δάκρυά μας
βάλσαμο πάνω στην πληγή σου.

Και ποιος κρατούσε το μαχαίρι
κανείς δεν θα ‘ρθει να μας πει
τ’ Αυγούστου το φεγγάρι πήρε
επαναστάτη ποιητή.

Λένε πως βγαίνουν οι τσιγγάνοι
τις νύχτες και μοιρολογούν
πικρά Χιτάνο Ρομανσέρο
μες στη Γρανάδα τραγουδούν.
Τα μαύρα μάτια σου θρηνούνε
και τα εβένινα μαλλιά σου
δεν θα σε δώσουνε στη λήθη
όσα φεγγάρια κι αν περάσουν.
Αϊ , Φεντερίκο, πατρίδα μου μακρινή !

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=102502)

 

 

 

 

Post Navigation