Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (385ο): «ΑΡΧΗ-ΑΡΧΙΖΩ-ΞΕΚΙΝΗΜΑ»…

Όλα αρχίζουν εδώ – Νίκος Πορτοκάλογλου

1.ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΛΑ

.

Ξεχείλισμα Κυριακάτικης περιττότητας.

Αυτήνε μόνο βλέπεις.

Χυμένη στη φύση

τυλίγει την κάθε ακτίδα του ήλιου.

Μέσα στις φλέβες μου όλες,

ως έξω στις πιο μου κυρίαρχες σκέψεις.

Τίποτ’ άλλο δεν είναι.

.

Τ’ αναιμικό αντρόγυνο της εργατιάς σέρνει ανάμεσά του

ένα παιδάκι.

Με αργοκίνητη απόλαυση.

Κατάδικο σ’ ανήθικη συνέχεια κατάντιας.

.

Στις φορεσιές, στις στάσεις, στα κουνήματα,

σε ό,τι θέλουνε να κρύψουν, να κάνουνε ακόμα πιο μεγάλο

κι απ’ του αγνώστου μας το φόβο,

παντού το τελειωμένο

το ανθρώπινο.

.

Πατάνε.

Ολοκάθαροι και νηστικοί.

Γυρεύουνε. Χαμένοι.

Μαζί και κείνος που μεγάλωσε στους Κυριακάτικους περίπατους,

ανάμεσα στους περιπατητές.

.

Τα πρόσωπα όλα γνώριμα, αδιάφορα.

Σαν τον εαυτό σου.

Τις άλλες μέρες μακριά, σήμερα ξένος.

Κι αυτοί έχουν αφήσει κάπου ό,τι δικό τους.

Κουνιώνται ολόγυρά σου,

τόσο ίδιοι,

τόσο άχρηστα διαφορετικοί.

Παιγνίδια που ξεφύγανε,

ανάμεσα σε τόσα άψυχα.

Ασύντριφτα.

Μπορώ να τους κοιτάζω άφοβα,

κι ας μας χωρίζει όλους μας κατάβαθα

πανάρχαιος δεσμός χυδαίας πάλης.

.

Κάποιοι μου κάνουνε για λίγο συντροφιά

με τις δικές μου τις ψευτιές που βάζω μέσα τους.

Μα όλο τους αφήνω.

Μακριά τους,

σε μια ξεχωρισιά.

Σβήνεται κάθε νόημα,

κι οι κόσμοι πού ‘λαμψαν ποτέ στο μοναχό ξαστέρωμα.

.

Μα κι έτσι μαζί σου σα βρεθείς,

χαμένος τότε πιο πολύ.

Και πια μονάχα κρατημένος

απ’ του χαμού την ομορφιά.

.

Αρχίζει τ’ όνειρο,

κείνο που μέσα του ποτέ σου δε ρωτιέσαι:

γιατί είσ’ εκεί;

γιατί είναι όλα έτσι;

με το φόβο.

Ποτέ δε θα ξυπνήσεις. Τ’ όνειρό σου μονάχα θα σβήσει.

.

Δε θα μπορούσε να ‘ναι αλλιώς.

Συγκρίσεις δεν υπάρχουνε.

Κι ανακουφίζεσαι. με υποψία.

Κι η τύψη πάλι εκεί,

για σένα, για τους άλλους, για το μεγάλο γύρω σου.

Στιγμές σου μένουνε στη ζάλη.

Χαρά.

.

Τ’ αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί

και σε μικραίνει τόσο,

σε χώνει ακέριο μέσα του,

και βρίσκεις έτσι ποια θα σε σώσει συντροφιά…

Ακόμα μέσα στ’ όνειρο.

.

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.

Ανάμεσα στους περιπατητές.

.

Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλιτωμού το χάζι, 1930

***

2. ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΝΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

.

Τό σπίτι μας ἄρχισε ξαφνικά νά μεγαλώνει

καί νά πληθαίνουνε τά πράγματα

τά πιάτα, οἱ καρέκλες, τά σεντόνια

.

Τίς νύχτες βέβαια δεχόμουν πάντα τίς σκιές σας

κι ὅταν ξημέρωνε ἔτρεχα μέ ἀγωνία στά δωμάτια

νά βρῶ κάποια ἀκαταστασία

Μιά ἀπουσία πού νά ἐπικυρώνει

τή νυχτερινή σας παρουσία

.

Ὅμως ὅλα στή θέση τους, ἀμετακίνητα,

σάν σκηνικά κάποιας παράστασης

πού ᾿χε ματαιωθεῖ ὁριστικά, μέ κοροϊδεύανε

καί οἱ γυμνές κρεμάστρες μέ ἀπειλοῦσαν

.

Κάθε πρωί τό σπίτι μας γινότανε ὅλο καί πιό μεγάλο

κι ὅλο καί περισσεύανε τά πράγματα

κι οὔτε πού μίλαγα καθόλου

γιατί στ᾿ αὐτιά μου ἀντηχοῦσε ἀκόμα

ἡ φωνή μου ἀπό τότε:

«Εἶναι μικρό το σπίτι», σοῦ ᾿λεγα

«κι μεῖς πολλοί και δεν χωρᾶμε».

.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ, Η όγδοη νότα

***

3. Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ

.

Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής

έγινεν. Aπ’ το στρώμα σηκωθήκαν,

και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.

Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ’ το σπίτι· και καθώς

βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει

σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει

σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου.

.

Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.

Aύριο, μεθαύριο, ή με τα χρόνια θα γραφούν

οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των. 

.

Κωνσταντίνος Καβάφης

***

4. ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΟΜΙΛΙΑΣ

Αγαπητοί φίλοι –

μα σε ποιους  φίλους απευθύνομαι

μέσα σε τόσους αγνώστους

που ακόμα και να το 'θελα

δεν πρόκειται να τους ξανασυναντήσω,

μέσα σε γνώριμους που τα ονόματά τους

δύσκολα συνδυάζω πια 

με τις φυσιογνωμίες τους, 

μέσα σε ανθρώπους κάποτε κοντινούς

που έγιναν με τον καιρό αγνώριστοι

όπως τα σπίτια των εφηβικών μας χρόνων.

 .

Τότε ας ξεκινήσω αλλιώς –

μα πώς; Αν έλεγα

Αγαπητοί σύντροφοι

θα έμοιαζε τώρα με κοροϊδία 

ενώ το Κύριοι και Κυρίες

θα έκανε αγνώριστο εμένα.

.

Ίσως τελικά να πήγαινε 

ένα Αγαπητοί μου συμπολίτες

εφόσον βέβαια υποθέσουμε 

πως ζούμε πάντα στην ίδια πόλη

παρά τις νεκρές της ζώνες, 

όμως αυτό κι αν θα 'ταν επιτηδευμένο.

.

Όχι, καλύτερα μια νέα απόπειρα

όσο κι αν είναι δύσκολη.

Από την αρχή λοιπόν: 

Αγαπητοί φίλοι…

.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Ρίτα Αντωνοπούλου – Πάμε ξανά απ' την αρχή

5. ΠΑΜΕ ΞΑΝΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

.

Πάμε ξανά απ’ την αρχή

πάμε να δούμε αν υπάρχει κάπου άλλη μια αρχή

αν έχει μείνει ουρανός.

.

Κάνε πως μπαίνεις, στο φως πηγαίνεις

κάνε πως ψάχνεις να με βρεις

να με φιλήσεις, να με ρωτήσεις, αν έχει μείνει φαγητό

κάνε πως όλα είναι εδώ.

.

Έλα σαν να ‘ναι όπως παλιά

έλα να δούμε αν μπορεί να γίνει όπως παλιά

αν έχει αέρα η φωτιά.

.

Ιωάννου Οδυσσέας

***

6. ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙΣ ΑΣΚΟΠΑ

.

Mην  ξεκινήσεις άσκοπα, δεν έχει ο δρόμος τέρμα,

και είναι κύκλος η φυγή, κι η λύτρωση ένα ψέμα.

Μην ξεκινήσεις, ρίζωσε στην πατρική σου γη,

και σκάψε την και κάμε την περβόλι.

Αυτοί που ξεκινήσανε, κάποιαν  αυγή για μια φυγή,

ρυτιδωμένοι και σκυφτοί ξαναγυρίσαν όλοι.

.

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

***

7.ΠΑΛΙ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΗ 

.

 Σε χώρο κλειστό περίφρακτο

 με πρόσωπο σβησμένο

 (μορφή μισοφαγωμένη απ' τον καιρό)

 γυμνός στο βάθος

 μετά την αποφλοίωση της μνήμης

 μ' ένα σπασμένο σταμνί αγάπης στα χέρια

.

 σ' αρχαίους ναούς

 σ' ερειπωμένες πόλεις του ήλιου

 σε τρένα και σταθμούς

 σε νυχτερινούς περίπατους του φεγγαριού

 (που'σαι Σίβυλλα,'Ηριννα, Πενθεσίλεια, Ιλάειρα, Σελένα…)

.

 ανελέητα ενδοστρεφής

 βυθομετρούμενος ολοένα με κατακόρυφες

 καταδύσεις ψυχής

 σ' έναν κόσμο φθοράς

 και συνάμα απολογητής της φθοράς

 μένω αδιόρθωτος νοσταλγός ενός χαμένου oνείρου.

.

 Σχεδόν εκτός εαυτού πλέον

 με τριμμένο ρούχο

 ένα ραβδί

 ένα κλωνί από ελιά

 σε παλαι'ι'κά δωμάτια κλεισμένος

.

 Προσπαθώ να μη λησμονηθώ

 και να μη λησμονήσω

 μα πάλι απ' την αρχή

.

 Να ξαναρχίσω.

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΧΑΣ, ''χελώνα στο βυθό του κόσμου''  1997

***

8. ΜΕΝΩ ΕΔΩ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΜΟΥ           

.

           Η μέρα ξεκολλάει τη νύχτα

           τη γκρεμίζει.

           Ο πετεινός ξυπνάει και ρωτάει την ώρα.

           Ο ήλιος ρωτάει για μένα  

           αν τον καταλαβαίνω

           όπως τον κεραυνό το δάσος.

           Μπαίνει στα μάτια μου

           βγαίνει απ΄ το βλέμμα μου

           στο αίμα μου κοιμάται

           ξυπνά μες στη φωνή μου.

.

           Τίποτα δε σαλεύει

           ίσως είναι το καλοκαίρι που ξεχείλισε μέσα μου. 

.

           Τίποτα δε χάνεται

           και παρ' όλα αυτά

           η ώρα μικραίνει.

.

           Εγώ πιο μόνος

           καρφωμένος στο κέντρο του παντός

           μένω εδώ

           στην αρχή μου.

.

           Αν είναι η αρχή μου

           αυτή η αρχή

           που ξεκινά μαζί μου

           μ' αυτήν αρχίζω

           σ' αυτήν διαιωνίζομαι.

.

           Ο χρόνος στ' άδεια του χέρια με κρατάει.  

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΙΧΑΣ

***

9. ΓΕΝΕΣΙΣ

.

Εν αρχή ήταν η αρχή

βγαίνοντας μέσ απ' το τίποτα

από ένα στρώμα σκοταδιού παχύ

με κηλίδες κόκκινες, π.χ.

τα τοπία του Οιδίποδα

.

Κι έπειτα η Σφίγγα, με φτερά

αδαμαντοκόλλητα

-πριν ακόμα τρέξουν τα νερά-

καταστρώνοντας νοερά

όλα τα υπόλοιπα.

.

Σκοτεινές Μπαλάντες, Νάσος Βαγενάς

***

10. ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΜΟΥ

.

Ξεκίνησα τη μέρα μου

Όπως πάντα

Γυάλισα τον ήλιο

Σφουγγάρισα μ΄ ένα σύννεφο τον ουρανό

Και τώρα πίνω τον καφέ μου

.

Όλα καλά

.

Με τους ανθρώπους τι θα κάνω;

.

Τ.ΧΥΤΗΡΗΣ

***

11. ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

.

Ξεκίνησα κάποτε αυτό το ταξίδι χωρίς αποσκευές

με την προσδοκία πως με περίμεναν ωραίες ημέρες

γεμάτες χαρές και γέλια

και με το όνειρο πως θα με αγαπούσαν οι άνθρωποι

και πως όλα έχουν φτιαχτεί από καλοσύνη

και πως κανείς δεν πράττει συνειδητά το κακό

.

Πόσο γελάστηκα, πόσο έπεσα έξω

αυτά τα ανόητα, μικρόκαρδα όντα έφτασαν παντού

μόλυναν και την πιο απόμακρη σπιθαμή της ψυχής μου

και πια δεν έχει μεγαλείο να βλέπω

ανθρώπινα πρόσωπα

.

Αλκιβιάδης Μαλλίδης

***

12. ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

.

Στην αρχή, ήταν το τρίγραμμο αστέρι.

Ένα χαμόγελο φως σε πρόσωπο κενό.

Ένα κόκαλο κλαδί στον ασάλευτον αέρα, ύλη

διχοτόμος που είχε θρέψει του πρώτου ήλιου το μεδούλι·

καθώς μετρούσε εγκαύματα στου σύμπαντος τη σφαίρα,

ο ουρανός κι η κόλαση σε δίνη αναμίχθηκαν.

.

Στην αρχή, ήταν η αμυδρή υπογραφή,

τρισύλλαβη, σαν το χαμόγελο αστρική·

ακολούθησαν τα ίχνη στο νερό,

μόρφωμα έκτυπου προσώπου στο φεγγάρι·

το αίμα που άγγιξε το δέντρο του σταυρού και το ποτήρι,

το πρώτο σύννεφο άγγιξε κι έγινε σήμα.

.

Στην αρχή, ήταν η πυρκαγιά

που έριξε σπίθα κι άναψε τα βαρομετρικά,

τρία µάτια, µάτια κόκκινα η σπίθα, αιχμηρή σαν λουλούδι·

ανέτειλε η ζωή, πετάχτηκε απ’ τη δίνη

των θαλασσών, κυρίευσε τις ρίζες, άντλησε από γη

και βράχο το απόκρυφο λιπαντικό που φέρνει χόρτο.

.

Στην αρχή, ήταν η λέξη, η λέξη

ο λόγος απ’ τα συμπαγή θεμέλια του φωτός

ο λόγος που απέσπασε τα γράμματα ένα-ένα απ’ το κενό·

κι από τα θεοσκότεινα θεμέλια της αναπνοής

εκπήγασε η λέξη, μετάφραση κατάκαρδη των πρώτων

χαρακτήρων της γέννησης και του θανάτου.

.

Στην αρχή, ήταν το απόκρυφο μυαλό.

Και το μυαλό κλεισμένο, συνημμένο στη σκέψη,

πριν η πίσσα διχαστεί κατ’ έναν ήλιο·

πριν οι φλέβες ταραχτούν μέσα στο πλέγμα των φλεβών,

αίμα ξεπήδησε και σκόρπισε

στους πέντε ανέμους του φωτός

αρχέτυπη την πλευρική του έρωτα καταγωγή.

.

Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ποιήματα (1934-1953)», μετ: Γιώργος

Μπλάνας.

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του  μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisement

Πες το με ποίηση (384ο): «Βράχος»…

-«Είναι πιο δύσκολο να συμπληρώσεις ένα στίχο, παρά να σηκώσεις ένα βράχο».

(Γ. Σεφέρης)

*********

«Οι φράχτες κι οι φωλιές των βράχων κρατούν ακόμα βογκητά»

(Χρ. Μπράβος)

*******

*Λάκης Χαλκιάς – Γ. Μαρκόπουλος: «Η θέλησή μου βράχος»

******

-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, «Η θέλησή μου βράχος»

Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας.
Κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
η Ανατολή τ’ αρχίναγε κι ετέλειωνέ το η Δύση.

Έστρωσ’ , εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.

(Άπαντα Διονυσίου Σολωμού)

*********

-Κωστής Παλαμάς, «Το ανέβασμα στο Βράχο»


Τ’ αρχαία, τα νέα, μάρμαρα, δέντρα, ό,τι έφυγε, ό,τι μένει,
γυρεύουν ένα ταίριασμα μέσα σε μια αγκαλιά.
Η Ασάλευτη Ζωή, «Ασκραίος».
Η θεία Τύχη επίσημα μας έσμιξε μια μέραπρώτη φορά, στερνή φορά, φερμένους από τόπουςκρυφούς, δυσκολογνώριστους, κι από βωμούς λατρείαςγια τον καθένα χωριστούς, όμοια φωτοκαμένους,5η θεία Τύχη επίσημα μας έσμιξε μια μέραγια ν’ ανεβούμε τον ιερό το Βράχο οι δυο σαν ένας. Η μοναξιά μας ταιριαστή, το ανέβα μας μεγάλο,το ανέβασμα ένα, η μοναξιά διπλή. Στου Βράχου απάνουμας καρτερούσε την κορφή, για να γλυκανασάνει10τη μοναξιά μας τη διπλή, το ανέβα μας το ένα,τρίδιπλη χάρη, σαν αυτή που τη χαιρόνταν αιώνεςτ’ αρχαία τα μάτια, αχόρταστα μπρος στη χαρά του κόσμου.Θαλία την κράζαν, Αγλαΐα, την κράζαν Ευφροσύνη.(Εσένα πώς σε κράζουνε; Κι από τις τρεις τις χάρες15ποιά χάρη να σε βλόγησε; Κι όποιο όνομα κι αν έχεις,μην είσαι η χάρη η τέταρτη που και τις τρεις τις φέρνειςμέσα σου χάρες; Πες μου το, κάτι μού λέει, μην είσαιτο θάμα που σαρκώθηκε, α! και που έγινε γυναίκα;) Τρίδιπλη χάρη. Ω πλάση, ω χώρα, ω λείψανα! Το ανέβα-20σμα ένα. Ο Βράχος. Ξάγναντα ολόχυτη νά η πλάση! Λαμποκοπούσα θάλασσα, μαλαματένια ασπίδατου γύφτου θεού αριστούργημα για κάποιο θεό του Ολύμπου,γης κι ουρανού καταμεσής αφρόντιστα ριμένη.Κι εσύ, ουρανέ, χαμόγελο στοχαστικό και θάμπος25εκστατικό, σαν της ψυχής το γέλιο και το θάμπος,εκστατικό σαν της ψυχής π’ ακούει την αρμονίατης τραγωδίας της Αττικής κι είν’ έτοιμη της μοίραςτα πιο βαθιά προβλήματα να μας τα ξαναδώσει,κι η ορμή της πάει με την ορμή Τιτάνων, Ωκεανίδων,30Αισχύλου ορμή, της έδωσε κι ο ποιητής το μέτροπου μέσα στο τραγούδι του και ασύγκριτα αρμονίζειστης Αντιγόνης την καρδιά τη χάρη της Ισμήνης.Νά τα βουνά και νά οι μαστοί παρθενικοί και οι λόφοιγυμνοί, για να προσφέρνουνται κάθε στιγμή στην τέχνη35που με της σμίλης το φιλί τα μάρμαρ’ ανασταίνει.Ξανθός και ο ίσκιος και ποτέ δε γίνεται σκοτάδι,πλάση ξανθή πανάλαφρη μόλις γραφτή από πλάστηπου το κοντύλι του έβαψε σε χρώμα καμωμένοαπό του νου τα τρίψηλα και τ’ άυλα των αιθέρων. 40Και μέσα μου καημός ξανθός λόγια ξανθά γυρεύει. Νά η πλάση που δε λέγεται, που τραγουδιέται μόνο.Μα εδώ το φως αξέφραστο, και η γλώσσα των ανθρώπωνυψώθηκε ύμνος προς αυτό χίλιες φορές του κάκου! (Μόνο μια γλώσσα, μάθε το, και μοναχά ένας ύμνος45του κάκου δεν υψώνονται στο αξέφραστο φως γύρω,τα μάτια σου, νά η γλώσσα, νά! Και το χαμόγελό σου,νά κι ο ύμνος!)Αποκάτου μας πλατιά μακριά και η χώρα,σαν όλες που μας δείχνονται ζωγραφιστές μακριάθε.50Το τέρας πολυκέφαλο και στην κοιλιά του μύριεςψυχές. Και πάει κι απλώνεται και ν’ απλωθεί γυρεύειπιο πέρα, πάει για να συρθεί σε κάμπους, και σε βράχιανα καρφωθεί, κι όλο τρυπά, διάβα παντού γυρεύειγια να πατά, για να πετά, και μάγεμα και νόμος55και καταβόθρα νά ειν’ αυτή. Κι ο αργάτης κι ο χωριάτης,ο νοικοκύρης, ο άρχοντας, φτωχοί και πλούσιοι κι όλοικαι της μοίρας τ’ απόπαιδα και τα παιδιά της τύχης,όλοι τη θρέφουν και τη ζουν κι όλων ρουφάει το αίμα.Και πλούσια με το μάρμαρο και λιτά με τη λάσπη60κρατάει τα σπίτια, μέσα τους να βάλει μύριες έγνοιεςκαι μύρια πάθη, το έγκλημα, τη δόξα, την αγάπη,τον ύπνο, το θανατικό, το χάρο, όσα δικά της.Κι εδώ η δουλειά είν’ αρχόντισσα κι εκεί η δουλειά είναι σκλάβα.Η χώρα βουίζει και βογκάει, βούισμα και βόγκος, λόγος65από παραμιλήματα κι από παράταιρα ήχος,από τα γέλια των παιδιών ώς τη στριγκιά σφυρίχτρατου ξωτικού αυτοκίνητου, που τρέχει και σκορπίζειτην κακομύριστη πνοή και που θαρρείς πως είναικάποιου δαιμόνου σύνεργα τ’ αθώρητα φτερά του. 70Με τα παλιά χαλάσματα και με τα νέα παλάτια,της ιστορίας η χαϊδευτή, νά η χώρα! Όχι σαν όλες.Νά η χώρα των αχάλαστων ωραίων νεκρών προγόνων,νά των προγόνων ξόανων η φαντασμένη λάτρα,κάτου απ’ τη μεγαλόχαρη τ’ άγιου του Βράχου σκέπη,75νά των αχνών και των οκνών ξενύχτηδων η μάνα,ο στύλος νά του δάσκαλου, του δικηγόρου ο θρόνος,του παραλή τυχάρπαστου και των πολυλογάδωναστόχαστων και αδιάντροπων προστάτισσα η δασκάλα.Όμως και μ’ όλα σου τ’ αχνά και μ’ όλο σου τον όκνο,80με τα παραμιλήματα, με τα παράταιρα όλα,πώς ανεβαίνει από βαθιά και πώς φιλεί τ’ αφτιά μαςθρησκευτικότατος ψαλμός το βούισμα σου κι ο βόγκος,χώρα, και πώς τ’ αστόλιστα πλουμίζουν χώματά σουκάπου και κάπου, απάντεχα, μα και για τούτο πόσο85χαροποιά, δροσοβραγιές και ροδοπεριβόλια!Οι λεϊμονιές σου πώς τρυπάν με τη μοσκοβολιά τους,ερωτικά σαϊτέματα σε μέλι νοτισμένα,και πώς μας γνεύουν και παντού και ολούθε οι μυροφόρεςκαι του ματιού και του χεριού χαρές, οι μενεξέδες,90και τ’ ουρανού σου στέφανα, και του χειμώνα σου, όλοπλούσιου από τ’ άνθια τ’ αττικά, στους κήπους σου! Και οι λεύκεςπώς τρέμουν ασημώνοντας τα πλάτια σου, πώς φέγγουν!Και πώς από τα βαθουλά τ’ άνανθου τ’ άλικου όχτουξεφεύγουν κι αλαφροπετάν κατάσπρες πεταλούδες!95Και πώς του χινοπωριανού, του ημίθεου Μυροβλήτη,κάθε χρονιά στο μήνα του σα φτάνει καβαλάρης,πώς μια πορφύρα βυσσινιά τα ρείκια σου του υφαίνουν!Και πώς και μ’ όλα τ’ άσκημα και μ’ όλα τ’ άδεια η χώρακαι σαν από τ’ ανέβα μας κι από το μάκρεμά της,100έτσι, όσο νά ’ρθει ίσαμε μας και ο ήχος της και η όψη,περνώντας από τα γλαυκά τα διάφανα του αέρα,μιαν ομορφάδα, μια καρδιά, μια τρανοσύνη παίρνει!Κι αν είναι πλήθος τ’ άσκημα, κι αν είναι τ’ άδεια αφέντες,φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή, φτάνεις εσύ, εγώ φτάνω,105να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη ένας φτάνει.Στον άγιο Βράχο, στο βωμό, προς μυστική θυσία,ρυθμίζοντας τα βήματα και τα συλλοϊκά μας,του πόνου εσύ υποταχτική, σκλάβος εγώ του ονείρου,μα εδώ του πόνου ιέρισσα, μα εδώ του ονείρου ψάλτης,110μιας μάνας φτάνουμε άμοιαστα παιδιά,— της μάνας λάμψηνα δώσουμε απ’ το φως μου εγώ κι εσύ από τη φωτιά σου. Μάταια δεν έσπειρε ο σποριάς αν απ’ τα σπέρματα όλαπου τίναξε της χωραφιάς η φούχτα του, ήβρε ο σπόροςτη γης την καλοπρόσδεχτη κι έπιασε, ας είναι κι ένας.115Στη γύμνια του χερσότοπου φτάνει ένα δέντρο, φτάνειγια τη σκεπή των πεζοδρόμων και για την ανάσα,για τις φωλιές μύριων πουλιών και για τις πολιτείεςτου μαμουδιού του αρίφνητου, φτάνει ένα δέντρο, φτάνει.Φτάνει ένας νους, ένα όνειρο, ένα όνομα, όλα τ’ άλλα,120θένε δε θένε, υπάκουα το σάλεμα προσμένουνκάποιου χεριού, για τους χαμούς ή για τους θρίαμβους. Δόξαστη χώρα, υγεία και χαρά στη χώρα! Ο Βράχος. Φτάνει. Τα μνήματ’ απ’ τη μια μεριά τα κυπαρισσωμένα,ο μυστικός χλωρότοπος που μαυροφέρνει μέσα125στο πορφυρό αντιφέγγισμα της αθηναίισσας γύμνιας·κι από την άλλη τη μεριά χλωμά και σα να σβήνουντα γέρικα τα λιόδεντρα, σα να ονειρεύουνται όλομε τους αρχαίους, και τους θεούς και τους καιρούς, να σμίξουν,εκείθε πέρα απ’ τη ζωή κι από τη φύση, μέσα130στης θύμησης τα ηλύσια, στης ιστορίας τα φέγγη·τα μαύρα μνήματ’ αποδώ, τα λιόδεντρ’ αποκείθε,το δρόμο τον ακράταγο κρατάν της χώρας, όπωςθα την κρατούσαν την ορμή του πέλαου δυο ακροβούνια.Μα εσάς, ποιό μπόδισμα βαστά το δρόμο σας προς τα ύψη135τα γαλανά του απέραντου στης Αττικής τη γλύκα,λείψανα εσείς, ω λείψανα του Βράχου; Και μπροστά σαςμας το κρατά ποιό μπόδισμα το ανέβα μας πιο απάνουστους Παρνασσούς του ιδανικού, στους Όλυμπους της σκέψης;Της σκέψης και του ιδανικού, Βράχε, η κορόνα εσ’ είσαι,140μα ταπεινοί εμείς είμαστε και αβοήθητοι και ξένοικαι η δόξα δε μας δόθηκε πατώντας τα σκαλιά σου,σκάλα ουρανόγγιχτη του ακέριου ωραίου, ν’ ανεβούμεστους Παρνασσούς του ιδανικού, στους Όλυμπους της σκέψης.Ανήμποροι· μα όμοια ψηλό και σαν το ανέβασμα, είναι145το στάσιμο, το βύθισμα μέσα σε όλα, σε όσαείμαστ’ εμείς, μονάχοι εμείς, άδολοι, ολάκεροι, όποιοι,όποιες καρδιές, όποιοι άνθρωποι, όποια κακά, όποιες τύχες. Είν’ ένα θάμα, το αττικό, στην ιστορία του κόσμου,και σκαλιστό ένα ποίημα στον αθηναίο το Βράχο,150το ποίημα της εντέλειας. Α! μα τίποτε δεν είναιπου να κρατιέται αθάνατο, ποίημα και θάμα πάνε.Ρόδο στα χέρια ενός παιδιού ξεφύλλισε το θάμα,κάτου απ’ τα πόδια του αγριμιού, το ποίημα, τ’ ανθογυάλιτο αλαβαστρένιο, σύντριμμα. Νά η μοίρα των πανώριων!155Και νά ο βωμός του λατρεμού, της Πολιτείας το κάστρο,της ομορφιάς ο υπέρτατος Απρίλης, κοιμητήρι!Ρωμαίοι, Βυζαντινοί και Σλάβοι και Ούννοι, αρχαίοι και νέοι,Φράγκοι και Τούρκοι, και οι σοφοί, και οι βάρβαροι και οι ξένοι,και των Ελλήνων οι βλαστοί, του Βράχου και του Κάστρου160σκαφτιάδες ξεθεμελιωτές, ληστάδες νεκροθάφτες.Τώρα, και με το χτύπημα του σκεπαρνιού που ψάχνεισπουδαχτικά ταράζοντας τα χώματα για νά βρειλείψαν’ αχνάρια από ζωή που δε γυρνά όπως ήταν,ακούεται το ψιθύρισμα της Επιστήμης, τρίζει165το σιδερένιο της κοντύλι αστραφτερό στη μαύρηπλάκα που γράφει των καιρών τους νόμους και των όλων,κι ένα υπερκόσμιο κάποτε τραγούδι τρικυμίζειτα τρίγυρα και τα γητεύει και τραβά προς τ’ άστρα,κι είναι της Ποίησης η φωνή, πότε δαρμός, πότε ύμνος.170Και το καντήλι το θαμπό που ανάβει κάθε βράδυμέσα στου Βράχου τη σπηλιά του χριστιανού το χέριστο κόνισμα ευλαβητικά μιας Παναγιάς φαντάζεικάποιων ύπνων αξύπνητων πως είναι εντάφιο φέγγος.—Σοφία, Σπουδή, Γαλήνη εσύ, κι εσύ του ονειροπλέχτη175όραμα, απάνου από τη γη που, μέσα σ’ ένα αγώνατιτανικό του στοχασμού, θαρρείς πως ξαναβλέπειςκαι ξαναπλάθεις όσα, πάει! χαμός και χάλασμα είναι,στο Βράχο απάνου τον ιερό κι αν όλα ονείρατα είναι,κι αν όλα είναι περάσματα, μόνο ένα στoιχειό στέκει180και δεν περνά και πνέει και ζει: το Λείψανο! Και μόνομια λάμια ασάλευτη βουβή στηθοκοπιέται: η Κλάψα!Είναι τα δάκρυα σιγαλά, τι όλα σιγά των ίσκιων.Τα ωραία τα λείψανα όλο κλαιν. Κι εσύ στο πλάι μου, κάποιουκαημού πανώριου λείψανο, μη φοβηθείς να κλάψεις,185όλα εδώ κλαίνε σιωπηλά, γιατί βαθύς ο πόνος.(Α! στην πατρίδα των καρδιών που οι χτύποι τους χτυπάνεθρησκευτικά, πολεμικά, βούκινα, σήμαντρα είναι,καλέσματα προς τελετές ιερές και προς θυσίες,—τα δάκρυα, πόθος και ηδονή· χαρά και πόνος, ένα).190Στον άγιο Βράχο ας λειτουργούν αρχαιολάτρες πλάνοιθεουργικά και ατάραχα και πομπικά, κι ας κάνουναπό το κάθε σύντριμμα κι ένα βωμό λατρείας.Στα λατρευτά συντρίμματα σκυφτός, και ξεχωρίζωκρυσταλλωμένα κλάηματα και παγωμένους θρήνους.195Κι όσοι κλαημοί ακρυστάλλωτοι κι όσοι απάγωτοι θρήνοι,χωνεύουν πιο βαθιά στη γη και μητρικά τούς παίρνει,τους θρέφει η γη στους κόρφους της και μας τους ξαναδίνει,κι είναι τα μικροκάμωτα και τ’ ασπροπλούμιστ’ άνθια·χάιδια και γέλια στα τραχιά χώματα ξεμυτίζουν,200και τα πατάν τα πόδια σου και σα ν’ αναγαλλιάζουντ’ άνθια κι από το διάβα σου κι από το πάτημά σου.Ό,τι έχεις μέσα σου, αγαθά, δεινά, μιαν αμαρτία,κάποιο σαράκι της ψυχής, κάποια αρρωστιά της σάρκας,ξομολογήσου τα. Στο φως! Όλα της γης τα ωραία,205για να ομορφύνουν πιο πολύ, και τ’ άσκημα του κόσμουγια να σειστούν από πνοή μιας χάρης ομορφάδας,ένα ζητάν πνεματικό να τα ξομολογήσει,γυρεύουν έναν έρωτα να τα γλυκοφιλήσει.Αν έχεις δάκρυα, στάξε τα, μαργαριτάρια θα είναι,210μη τα ντραπείς τα λείψανα, κι αυτά πονούν και κλαίνε.Κλαίει της Παρθένας ο ναός τη χρυσελεφαντένιακαρδιά του, λαίμαργ’ από στρίγκλες κι άρπυιες ρουφημένη,του Σκώτου το διαγούμισμα, του Βενετσάνου η μπόμπαθεούς και ηρώους τού σύντριψε, τ’ άρπαξε, και τους κλαίει.215Από τα βόλια των καιρών απανωτές περίσσιεςκλαίει τις βαριές λαβωματιές που γιατρεμό δεν έχουν.Κλαίνε του μεγαλόπρεπου Προπύλαιου τα ρημάδιασβησμένα των Πολύγνωτων τα λαμπερόχρωμα έργα.Κλαίνε οι μεστές και οι λυγερές Παρθένες οι αθηναίες,220που είναι μαζί τ’ αταίριαστα, και κρίνα και αντιστύλια,κλαίνε το ξόανο, την ελιά, την τρίαινα, πρώτ’ απ’ όλατην αδερφή που αγύριστη τα ξένα την κρατήσαν,ο Βράχος κλαίει το κάστρο του, και η πέτρα ώς τα ψες πού ηταντου πύργου του Βενέτικου το θέμελο, τον κλαίει,225κλαίει και τον πύργο, ας ήτανε και βάρβαρος και ξένος,δικός μας έγινε, σκοπός, από ψυχή σεβάσμιος,άξιζε για να ζει κι αυτός, της ιστορίας η Μούσασταμάτησε στην πόρτα του κι έγραψε τ’ όνομά της,του γκρεμιστή του αρχαιολάτρη αστόχαστο το χέρι! 230Το ποίημα της εντέλειας, α! τα ερείπια πώς το κλαίνε! Κι εσύ δεν είσαι λείψανο κάποιου μεγάλου πόνου;Κι ο πόνος σου δεν είναι ωραίος από την ομορφιά σου,μα κι η ομορφιά σου, και μαζί και αχώριστα, δεν είναιτ’ άγαλμα που παράτησε το βάθρο του και θέλει235να δοκιμάσει τη χαρά κάποιου φτερού; Δεν είναιτο κουρασμένο τ’ όνειρο που θέλει να διπλώσειτα φτερά, κάπου να σταθεί και κάπου ν’ ακουμπήσει;Προσμένω, ξεμυστηρευτής. Πες μου το μυστικό σουγια να το πλάσω εγώ ποιητής και να το τραγουδήσω240και να είναι σαν τους τραγικούς χορούς και σαν τ’ αρχαίαπαράπονα τα θλιβερά τα αιματοσταλασμέναπου ανήσυχα τα κόβανε της αύρας τα παιγνίδιαμε τα πλατάνια του Ιλισού, και τον ιλαρωμένοσπαράζαν ήχο τ’ αηδονιού στου Κολωνού τ’ απόσκια,245και λέγαν: —Τα δεινά πολλά, μα τίποτε δεν είναιδεινότερο απ’ τον άνθρωπο, και μια είν’ η ευτυχία:Να μη γεννηθείς, άνθρωπε, να μην ιδείς τον ήλιο!— Και δε θα παραξενευτούν ακούοντας τη φωνή μουτ’ άγια του Βράχου λείψανα, την ξέρουν τη φωνή μου:250Με νέαν αγάπη κοσμική, με νέα πνοή ελληνίδαφυσώντας, τον ανάστησα το στίχο τον αρχαίο,και κάποιαν ώρα μαγική του ΒΑΣΙΛΙΑ Η ΦΛΟΓΕΡΑλάλησε από το στόμα μου κι από τα δάχτυλά μουγια να σας πει, θεία μάρμαρα του Βράχου, το τραγούδι255που το προσμένατε καιρούς και το ’χετε από τότε,του ωραίου σας ύπνου χάιδεμα, στο πείσμα των ανθρώπων.

**********

-Κωστής Παλαμάς «Ο θείος βράχος»

(Ὁ Θεῖος Βράχος εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μεγάλο ἐπικολυρικὸ ποίημα « ῾Η φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ »)

σ’ εσαι, πο κορόνα σου φορες τ Βράχο; Εσ’ εσαι,
Βρ
άχε, πο τ να κρατς, κορόνα τς κορόνας;
Ναέ, κα ποιός ν σ’ χτισε, μς στος ραίους ραο
γι τν αωνιότητα, μ κάθε χάρη Εσένα;

Σ’ σ ποκάλυψη ρυθμός, κάθε γραμμή, κα Μοσα·
λόγος τ μάρμαρο γινε κι δέα τέχνη κα ρθες
στ χώρα τ θαυματουργή, πο τ στοχάζεται λα
μ τή βοήθεια τν ρν τν καλομετρημένων,
ρθες πάνου π’ τος λαος κι πάνου π’ τς θρησκεες
κυκλώπειε, λυγερόκορμε κα σ ζωγραφισμένε.

Ομοια τ πολύτιμα παντοτιν μαγνάδια*,
δια στ στέγνια, στ νοτιά, στ φς κα στ σκοτάδι,
πο χέρι δν ξεϋφαίνει τα κα χρόνια δν τ φθείρουν
κα μάτι δν μπορε ν βρ, πς π’ ρχς πλεχτκαν
κι νήμπορ’ εναι μαστορι ν τ ξαναρχινήση,
στοιχει γιατ τ’ ργάστηκαν π δροσοσταλίδες
κα νέραϊδοι μ τος φρος κα γγέλισσες μ χτίδες.

τσι κα σύ. Οτε δύνοσουν λλο, ναέ, ν ζήσης,
παρ που πρωτοφύτρωσες· νθός, κι θήνα γλάστρα.
Στν δια γ, στν διων σου θεν τ κατατότι
κα
π μακάρων αματα, πο στάζαν δ κάτω
κα βοήθαγαν τ γέννα τους, φύτρωσες, ς φυτρώνουν
ο νάρκισσοι κι ο ὑάκινθοι κα ο δάφνες κι νεμνες
κι σα π’ τ’ νθρώπου τ κορμ στο λουλουδιο περνοσαν.

Κι που σο πήρανε βλαστ κα σπόρο που σο κλέψαν,
τ
ξαναφύτρωμα μοιαστο κα πάει το κάκου σπόρος.
Ναί, τ θέμελά σου σ δν εναι ριζωμένα
σ ν τ ’γγίξαν τρίσβαθα τν τέλειωση το κόσμου,
μηδ τ μετωπό σου σ πάει πέρα π τ γνέφια,
σν πυραμίδας κολοσσς πάνου σ’ ρμοτόπι
τς φρικς. νάλαφρα κρατν σ στο ἀέρα
τ διαφανάδα τ γλαυκ τν λυμπίων τ χέρια.

Κι ρχοντικ κορφή σου σ δίχως θρασ ν πάη,
γι ν χαθ στ πέραντα, πο μάτι δν τ φτάνει,
τ Πνεμα πρς τ’ πέραντα ξέρει παλ κα φέρνει.
σένα δ σ χτίσανε τυραγνισμένων χλοι,
καματερ νθρωπόμορφα στρωμένα π’ τ βουκέντρα
φαρμακερ κα λύπητα δυνάστη αματοπότη.

σένα μ τ λογισμ κι σ μ τ τραγούδι
σ ψσαν τν λεύθερων ο λογισμοί, κε που
κα
Νόμος σν πρωτόγινε τς πολιτείας προστάτης
μ τ ρυθμ πρωτόγινε κι ταν κι ατς τραγούδι
κα δαμαστής σου μάρμαρο, Ναέ, κα πλαστουργός σου,
δίχως ν δρώση νικητής, δίχως γώνα πλάστης,

Κι κοστε! Πρέπει κι νθρωπος, κάθε φορά, πο θέλει
ν ξαναβρ τ νιάτα του, νάρχεται στ ποτάμι
τς μορφις ν λούζεται. Σ’ λα μπροστ τ ραα,
ν στέκεται διαφόρευτα κα γκαρδιακ ν σκύβη
προσκυνητής, ρωτευτής, τραγουδιστής, διαβάτης.

Κι φο λων πάη ταξίματα κα μεταλάβη π’ λα,
πάλι κα πάντα ν γυρν σ’ σένα μ’ ναν μνο,
μ’ σένα τ ξανάνιωμα μ’ σ ν παίρνη τέλος.

Πο ν τν βρ, κα σν τν βρ, πο ν τν καταλάβω
τς καλλονς σου τν ψυχή, Ναέ, κα τς ψυχς σου
τ μυστικ πς ν τ π, τί δάχτυλα, ποιά χέρια
θ μο τ παίξουνε κα ποιά πνο θ μο κυλίση
τ μυστικό σου μέσα μου σ ροδοκόκκινο αμα,
γι ν τ κάμω λάλημα, πο ν τ’ ξίζη σένα;

***********

-«Γκρεμός και βράχος» –  Νίκος Γκάτσος – Λουκιανός Κηλαηδόνης – Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

**********

-Οδυσσέας Ελύτης, «Η Μαρίνα των βράχων»

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα που γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-

μαιρας

Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!

Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου

Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-

σμαρίνια

– Μα που γύριζες

Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Σού ‘λεγα να μετράς μέσ’ στο γδυτό νερό τις φωτεινές του

μέρες

Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους

Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μέσ’ στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα

βότσαλα

Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε

Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομα του

Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο

καλοκαίρι

Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια

Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές

Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,

Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας

Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

*********

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Ο βράχος και το κύμα»

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο ‘γλυφα και σο ‘πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ‘θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…

Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

******

-Νίκος Καρούζος – Οι βράχοι της Ύδρας.

Στη θάλασσα της ζωής,

στη θάλασσα του θανάτου

η ψυχή μου, κουρασμένη

κι απ’ τα δυο, αναζητεί

το βουνό

απ’ όπου τα

νερά

έχουν τραβηχτεί.

http://me-klamena-megala.blogspot.com/2013/12/blog-post_2286.html

*********

Κωστής Μοσκώφ: [Τα βράχια αυτά, η θάλασσα…]

Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,
φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας
είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί
— διασχίζοντας τα έτη του φωτός
διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου
ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους
αιώνες υπομονής τους θεούς που πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη
ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.

-«Βράχο βράχο τον καημό μου» – Στ. Καζαντζίδης – Μ. Θεοδωράκης

*******

-Μάινας Αλέξιος, «Τα βράχια»

(Αυτό) που δε λέγεται.

Συναντήθηκα μαζί της στη βιβλιοθήκη το βράδυ.

Συζητήσαμε για το αισθητικό νόημα

της οντολογίας του Ρίτσου,

για το ρυθμό του Εμπειρίκου και τη ρίμα του Καββαδία,

για το άδειο κρασί του τρίτου μπουκαλιού.

Στις έντεκα βγήκε να καπνίσει (και τη συνόδεψα).

Ήταν νύχτα.

Το ελάχιστο κούνημα του τσιγάρου της

ένας φάρος να κρατάει σε απόσταση

τα καράβια.

***********

-Γιάννης Άννινος, «Βράχια»

Με αγάπη έπλασε το χέρι του Θεού
και τα ευλόγησαν η αλμύρα και ο χρόνος,
βράχια μοναχικά… διάσπαρτα παντού
κορμιά που γέννησε της θάλασσας ο πόνος.

Μέσα στο πέλαγος στέκουν αγέρωχα
φρουροί αρχέγονοι το φως υπηρετούνε,
χαίρονται τη ζωή και ερωτοτροπούν
τα μυστικά του κάθε κύματος ακούνε.

Καράβια χαιρετούν κι ύστερα χάνονται
κάθε φορά που η παλίρροια τα σκεπάζει,
προτού περήφανα ξανά αναδυθούν
και στοργικά να τα χαϊδέψει το αγιάζι.

Μοιάζουνε καταλύματα φιλόξενα
για τραβερσάδες και για κουρασμένους γλάρους,
γέρικοι κάβοι τις νυχτιές φεγγοβολούν
παρέα κάνοντας σε στοιχειωμένους φάρους.

Δίπλα σε τέτοια βράχια με ευλόγησε
το πεπρωμένο μου τον κόσμο να αντικρίσω,
κι εκεί προσεύχομαι… Θεέ να μου συμβεί
να αναπαυθώ όταν τα μάτια μου θα κλείσω…

**********

-Χρίστος Κασσιανής, «Στον ακροθαλάσσιο βράχο»

Τράβηξα τις ρίζες μου κι αυτές αναστέναξαν
Πάλι ο βράχος, στην ακροθαλασσιά
Πάνω στον βράχο ό,τι συνοδεύει τις μοναχικές του μέρες
φωτεινό χαμόγελο στην ανατολή
λίκνισμα στον άνεμο, τραγουδιστό
σκοτεινή θάλασσα σε συννεφένιο ουρανό

Βροχή βαριά που τονώνει τις ρίζες
και σκάβει τον βράχο
σαν ένωση μιας φωτιάς
π’ ανάβουν οι σταγόνες της

Τον βράχο έχουμε που μας στέργει
τον βράχο, να μας θεραπεύει
το δώρο μας που αποτρέπει συντριβές
Μακριά του δεν ζούμε κι οι ρίζες του βαθιές
ανθεκτικές, πιο πέρα κι απ’το ατσάλι
λεπτές σαν τα νεύρα μα άσπαστες

Μες στον μακρύ αιώνα
στον βαρύ χειμώνα
στο καλοκαίρι που καίει επίμονα
φυτρώνουν μικρά άνθη
κι ο βράχος τα τρέφει με φύκια και ήλιο

το δελφίνι τινάζεται πάνω από τον βράχο
πετάει με περιστροφές
κι αφήνει σταγόνες
ο βράχος που χαίρεται το χαιρετάει
κι η μοναξιά του σπάει

(Καλοκαίρι 2005)

https://tokoskino.me/2020/09/02/

********

-Θεοχάρης Παπαδόπουλος, «Τα βράχια»

Τεράστια βράχια,

ορθώνονται με θάρρος.

Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,

βροχές δεν τα φοβίζουν.

Χίλιες ρωγμές,

βαθιές πληγές,

άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.

Στέκουν ορθά

κι ακόμα πολεμάνε

να μην πέσουν.

Τα ζηλεύω.

Πες το με ποίηση (383ο): «Συνήθεια»…

Μιλτιάδης Πασχαλίδης-Κακές Συνήθειες

1.ΚΑΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

.

Από παιδί, θυμάμαι, προσπαθώ

να κλέψω το γλυκό μέσα απ’ το βάζο

με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ

και μια ζωή στα πόδια να το βάζω

.

Μα ό,τι μας δένει στα παλιά

είναι οι κακές συνήθειες

το νιώθω τώρα καθαρά

πως είναι αργά γι’ αλήθειες

.

Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα

όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω

κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο

.

Από παιδί, θυμάμαι, προσπαθώ

στα λάθη μου φτηνά να τη γλιτώσω

μου μάθαν να φοβάμαι ό,τι αγαπώ

και μια ζωή να φεύγω πριν να δώσω

.

ΜΙΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ

***

2.Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΚΑΤΙ

.

Πῶς θὰ νιώσουμε τὴ γεωγραφία χωρὶς τὶς πρωτεύουσες

(ἐγὼ κύριοι, τὴ διασκεδάζω τὴν ἀποτυχία μου στὴν ὕπαρξη)

νομίζω ὅμως πὼς ὁ χάρτης ἀγνοεῖ τὰ μοιρολόγια μας

τὶς πεπτικὲς διαδικασίες τῶν ἀγαθῶν μουσουλμάνων

(ἔ, δὲν τὴ φανταζόμουνα μιά τέτοια φράση)

λέγε καϋμένε τί στοιχίζει μετὰ θάνατον ἡ ὁμιλία

τί νὰ τρῶν τὸν Αἰσχύλο τὰ σκουλήκια

τί τὸ Λάμπρο Πορφύρα…

.

Γιὰ κουτοὺς ἡ δόξα ψάχνει γιὰ κλινήρεις τοῦ πνεύματος.

Τί εἲν’ ὁ ἴδιος ὁ Σαίξπηρ ἀγνάντια στοὺς ἁγίους

ὁπού κρατοῦν ἀγκαλιὰ τους τὶς κορφὲς στὰ Ἰμαλάια…

.

Στὸ ἀνύπαρχτο κατατείνω

ἀδιάφορος κι ἀναντίρρητος.

.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

***

3. ΣΥΝΗΘΙΖΕΙΣ

.

Φοβήθηκα πολὺ

ὅταν ἀντίκρυσα πρώτη φορὰ τὸ θάνατο:

.

Ἦταν θυμᾶμαι στὸν ὑπόγειο

στὶς πέντε τὸ πρωὶ

καθὼς μὲ κοίταξε μὲ τὰ σβηστά του μάτια.

.

Ὕστερα,

τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ τὸν συνάντησα

-μοῦ διαφεύγει ποῦ-

μοῦ φάνηκε ἠπιώτερος,

γιὰ νὰ μοῦ γίνει μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου οἰκεῖος.

.

Τώρα μπορῶ

νὰ τὸν καλημερίζω στὸ ἀνέκφραστο πρόσωπο

τοῦ θυρωροῦ,

στὴ στάση νὰ τὸν συναντῶ περιμένοντας τὸ

λεωφορεῖο,

νὰ τὸν κοιτάζω στὸ ἑστιατόριο ἀδιάφορα.

.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

***

4. ΤΑ «ΥΠΕΡ» ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ

.

Με φόρεσες –σε φόρεσα,

εκλογή μονοφόρι.

Πρώτα απ’ την καλή.

Με γύρισες μετά το μέσα έξω,

είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,

είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες

–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–

απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε

την προφύλαξη, την επιφύλαξη,

τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε

τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες

στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.

.

Σκιστήκανε κι οι τσέπες,

χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους

οι σκέψεις των χεριών.

Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα

πάλι το έξω μέσα,

σάμπως οι πριν φθορές

να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί

και γιάνει,

και μια που το παλιό

δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις

και πού θα χτυπηθείς,

κανένα πρόβλημα.

Ούτε και τούτο έχει πια

όψη κι ανάποδη.

Έχει κι αυτό παλιώσει

–μέσα έξω γυρισμένες

τόσες φορές οι σφαίρες.

.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το τελευταίο σώμα μου”, Εκδόσεις Κείμενα (1981), Β´ έκδοση

Στιγμή (1989).

ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ- Έγινε η απώλεια συνήθειά μας

5. ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ

Κάθε πρωί ο ήλιος έβγαινε πίσω απ' τα φυλάκια

φορώντας μιαν άπλυτη πιτζάμα του νοσοκομείου

και διέσχιζε αργά το προαύλιο τ’ ουρανού.

Ύστερα από τόσα χρόνια

είχε κι εκείνος πάρει συνήθειες των κρατουμένων.

.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Χρόνια της πέτρας (1953-54)

***

6. ΣΥΝΗΘΕΙΑ

«Ο κήπος της άσπρης θάλασσας μοιάζει σαν πεδιάδα με μαργαρίτες»

Από τα «Καρφωμένα ελάφια», Ρωξάνη Παυλέα

.

Εμείς δε χωρούσαμε σε σπίτια∙

προτιμούσαμε της εξοχής τον ανοιχτό τον άνεμο

τον καλό τραγουδιστή της δρυός

με το τραχύ της σκούρο πράσινο φύλλωμα.

.

Τη λάσπη του ήθελε ο κροκόδειλος

και το βαλτονέρι του ο μακρουλός όφις

και η καλή μας αρκούδα έψαχνε

αγριόμελο σε δεντροκυψέλη

και το λινάρι ψήλωνε και γαλάνιζε

.

κι εμείς ζούσαμε με την αρμύρα του Θεού

βαθιά μέσα μας, όπως το ψάρι

κυκλοφορούσε μέσα στης θάλασσας

την αρμυρή της συνήθεια.

.

Σαράντος Παυλέας, Συμπαντική ιθαγένεια (1998)

***

7. ΣΥΝΗΘΕΙΑ

.

Θα σας μιλήσω εγώ για τη συνήθεια

με των ανάπηρων αισθήσεων το στόμα

και τη χροιά της απώλειας.

Εκ γενετής τυφλός βρίσκει για μια

στιγμή

το φως του

κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί

από εκείνη που πλημμύρισε

το μάτι του.

Και χίλια χρόνια τύφλας τα ξεχνά.

.

Άλλος τα βλέπει καθαρά

ώσπου κι αυτός το φως του χάνει

στιγμιαία

κι άλλη στιγμή δεν έχει να διηγηθεί

από κείνη που σκουντούφλησε

στα έπιπλα της τύχης.

Τα έργα της δε συνηθίζονται με τίποτα

όταν στο τίποτα δίχως γιατί

σε παλουκώνουν. Ο ποιητής

ξυπνά κουφός από τη μέσα ησυχία

και μες στο έξω του χαμού

το ποίημα γράφει κρότος.

.

Δημήτριος Μουζάκης

***

8.ΣΥΝΗΘΙΖΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

.

Συνηθίζει ο άνθρωπος

τη δυστυχία,

τη φτώχεια,

την ασχήμια,

την κλεισούρα,

την καταπίεση,

το γήρας,

.

όλα τα συνηθίζει

κι όλα είναι εντάξει γι' αυτόν

όσο δεν βλέπει κάτι άλλο,

όσο τίποτα δεν τον ξυπνά

από τον λήθαργο.

.

Αλεξία Καλογεροπούλου, Μεθεόρτια Έθιμα, εκδ. 24γράμματα, Αθήνα 2020

***

9. ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΜΑΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

.

ΟΥ ΤΟΠΟΣ

Καιρός να διαλέγουμε τους αναγνώστες μας

Βύρων Λεοντάρης

Ι

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες να

Γράφουμε ποιήματα κυκλοφορώντας τα χέρι – χέρι

Όπως τις προκηρύξεις στους δύσκολους καιρούς καιρός

Ν' ανταμώνουμε στα παλιά μαγέρικα βουτηγμένα

Στη μυρωδιά του κάρβουνου και της ρετσίνας με τα

Βαρέλια σε δύο σειρές στο βορεινό τοίχο να βρέχει

Και το ταβάνι να στάζει παλιά ρεμπέτικα κι

Ηπειρώτικα μοιρολόγια κι οι στίχοι μας μουλιασμένοι

Στο ψωμί και το κρασί μεταλαβιά στους λιγοστούς

Αμετανόητους Θαμώνες

"Λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μας

Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μας".

ΙΙ

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες

Να κτίζουμε σπίτια πέτρινα με πολεμίστρες και

Λούκια για ζεματιστό νερό και καυτό λάδι

Παράθυρα με σιδεριές κι από μέσα το τροχισμένο

Σπαθί να λαμποκοπάει με ήλιο ή φεγγάρι

Η μεγάλη πόρτα ν' ανοίγει μονάχα με τη χλωρίδα

Της πατρίδας που ανθίζει απ' την ανάσα μας

Κι η νύχτα να βυζαίνει στον κόρφο της τ' αγριμάκια

Με συντροφιά τη θαλπωρή των άστρων που

Πέφτουν στο ποτάμι οδηγώντας τις πέστροφες

Μακρυά απ' τα πλεμάτια στους καταρράκτες

Των πρωινών αδιαπραγμάτευτων ονείρων μας.

.

Τάσος Πορφύρης, Έρημα

***

10. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΜΑΛΛΟΝ ΣΥΝΗΘΕΣ

.

Ερωτικά αντιφάρμακα ενός νέου Οβιδίου

δεν συνιστώνται εδώ, σ’ αυτήν την κάμαρά της·

ο πόθος αίθριος σπιρουνίζει τα όνειρά της,

κι εγώ τελώ ασκητής της λιβιδώς δια βίου.

.

Χίλια ενασκήματα με υποδρομές θηρίου

τις φλόγες ενθαρρύνουν που απ’ τα σωθικά της

χιμούν να σβήσουν μέσα στα γλυκά νερά της

τον φάρο που ’ν’ στα βράχια ενός ακρωτηρίου

.

εν πτήσει. Εκπτύσσει πάλι και μηρούς και χέρια

στων ουρανών τις αγκαλιές· κι ενώ τ’ αστέρια

σαν μάρμαρα αγαλμάτων δένονται στην έννοια

.

εικαστικών αποτυπώσεων, εν εξάλλω

ρυθμώ οι κιθάρες της μού στέλνουνε σινιάλο,

καθώς τα νύχια της τις κρούουν τα σεντεφένια.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

  • Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (382ο): «Πείνα»…

*Στ. Καζαντζίδης – Χρ. Λεοντής, «Πείνα»

-Κ. Βίρβος, «Πείνα»

Δε βρήκα πουθενά ψωμί
Και σπίτι πώς να πάω
Θα με πληγώσει μια φωνή:
“Πατέρα μου πεινάω”

Απόψε το παιδάκι μου
Θα γείρει πεινασμένο
Και τον πατέρα του θα δει
Πρώτη φορά κλαμένο

Να μαραθείς βλαστάρι μου
Ποτέ δε θα σ’ αφήσω
Και με το αίμα της καρδιάς
Εγώ θα σε ταΐσω

********

«Και ω πείνα και φρίκη!

Δε σκούζει σκυλί!»

(Δ. Σολωμός)

******

-Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.»

(Δ. Σολωμός)

******

-«Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι,

ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.

Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.

Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.»

(Κ. Παλαμάς)

*******

-Αρθούρος Ρεμπώ, Πείνα

Και να’ χα όρεξη,
μόλις και μετά βίας
Γεύση γης και πέτρας
Πάντα ελαφρά γευματίζω
Χωρίς να εξαντλώ το βράχο, το κάρβουνο και το σίδερο.
Η πείνα μου ανάβει,
Τροφή, πείνα, Του αγρού ο ήχος
Ρουφήξτε το ζωντανό φαρμάκι Βοτανίζοντας.
Φάτε τις πέτρες που αυτός σπάζει
Αρχαίες πέτρες εκκλησιών
Βότσαλα κατακλυσμών παλαιών,
καρβέλια σπαρμένα σε γκρίζες κοιλάδες.
***
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
ο Λύκος ούρλιαξε φτύνοντας φτερά πολύχρωμα
από το συμπόσιο των πτηνών
κι όπως αυτός, ίδια καταβροχθίστηκα.
Φρούτα και χορταρικά έτοιμα να συλλεχθούν
Αλλά η αράχνη στο φράχτη απάνω
τρώγει βιολέτες μόνο.
Έτσι αποκοιμήθηκα!
Έτσι θυσιάστηκα
Στους βωμούς του Σολόμωντα
Ποτίζοντας το χώμα με σκουριά
Και ανθίζοντας Κέδρους.

(https://tokoskino.me/2012/07/22/%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8E-%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1/)

********

-Γιώργος Θέμελης, «Πείνα και δίψα»

Ως να γυρέψαμε και δε βρήκαμε

Ψωμί να φάμε, νερό να πιούμε.

Το ψωμί της γης, το μάννα τ’ ουρανού.

Ήπιαμε

Και διψάσαμε.

Χορτάσαμε

Και δε χορτάσαμε.

Αγαπήσαμε, μείναμε

Ανέραστοι, κλειστοί.

Πείνα και δίψα

Ψυχών

Και σωμάτων

Ακόρεστη,

Αξεδίψαστη.

Πεινούν τ’ ακοίμητα κόκαλά μας.

Πώς να τα θρέψουμε,

Να τα κοιμίσουμε.

Γυρεύουμε τον άρτο και τον οίνο που δεν κοινωνήσαμε,

Την αγάπη που δεν αγαπήσαμε,

Τον καθρέφτη που δεν κοιταχτήκαμε.

Γυρεύουμε, σκάβουμε τη γη, κοιτάζουμε τον ουρανό,

Άγρυπνοι, ακαθρέφτιστοι και πεινασμένοι.

Από τη συλλογή «Έξοδος» (1968)

(https://www.translatum.gr/forum/index.php…)

*****

-Πάμπλο Νερούντα, «Πεινάω για σένα»

Πεινάω για τη φωνή σου

πεινάω για τα μαλλιά σου

πεινάω για το στόμα σου

και σιωπηλός γυρίζω

στους έρημους τους δρόμους

ψάχνοντας να σε βρω.

Θέλω το δέρμα σου, καλή μου,

που ʼναι σαν μύγδαλου καρδούλα.

Θέλω, καρδιά μου, την καμένη

της ομορφιάς σου αστραπή.

Θέλω τη γρήγορη να πιάσω

των βλεφαρίδων σου σκιά.

Το ψωμί μου δε μου φτάνει

κι η αυγή με τσακίζει

καθώς ψάχνω στη μέρα

των υγρών νʼ αγροικήσω

των ποδιών σου τον ήχο.

Θέλω το δέρμα σου, καλή μου,

που ʼναι σαν μύγδαλου καρδούλα.

Θέλω, καρδιά μου, την καμένη

της ομορφιάς σου αστραπή.

Θέλω τη γρήγορη να πιάσω

των βλεφαρίδων σου σκιά.

(https://ologramma.art/peinao-gia-sena-pablo-neruda/)

*****

-“Η πείνα”, Μαρία Σκαμπαρδώνη 

Συναίσθημα πικρό και βασανιστικό,

το στομάχι κυριεύει κάνοντας την καρδιά να σιωπήσει.

Θα ήθελε μερικές φορές και αυτή

φωνή να είχε να μιλήσει.

Πείνα, πείνα, πείνα,

κρουασάν να ονειρεύεσαι και να μην ησυχάζεις.

Πείνα, πείνα, πείνα,

όνειρα με ντόνατς έβλεπες και φωνάζεις στο στομάχι,

«μην ουρλιάζεις».

Κάνε κάτι άλλο να ξεχαστείς,

η πείνα είναι συναίσθημα σκληρό.

Και από τον έρωτα ακόμα πιο αιχμηρή,

αλλά ακόμα και αυτή θα την ξεπεράσω εγώ.

Η πείνα σε έχει κυριεύσει,

παγωτό με σαντιγί και σάντουιτς ονειρεύεσαι.

Κρέπες, τοστ, πίτσες, χάμπουργκερ,

όλες τις γεύσεις, πικρές και γλυκές, παράλληλα να γεύεσαι.

Η πείνα πολλά χαρίσματα σου ξεδιπλώνει,

όταν δεν έχεις, προσπαθεί με τρόπους να ξεχάσεις.

Τρέχεις, εκφράζεσαι, δημιουργείς,

κοιμάσαι και ονειρεύεσαι αυτά που δεν μπορείς να φτάσεις.

Πείνα, πείνα, πείνα,

αχ! να είχες όλα τα φαγητά.

Από ιμάμ μπαιλντί μέχρι γιουβέτσι.

Ακόμα και αυτά για τα οποία λες «μου αρέσουν έτσι και έτσι».

Σκέφτεσαι κοτόπουλα και λουκάνικα,

χοτ ντογκς  λαχταριστά.

Κρέας ψημένο, ζουμερό

σερβιρισμένο με λαχανικά.

Η πείνα σε έχει διαλύσει,

σκέφτεσαι μόνο τι θα καταβροχθίσεις.

Μετά θυμάσαι πως επιλογές πολλές δεν έχεις

και πρέπει τις γαστριμαργικές σου ανάγκες να περιορίσεις.

Τα σάλια σου τρέχουν

όταν σκέφτεσαι πίτσες με λιωμένο τυρί να τρέχει.

Το στομάχι σου ουρλιάζει δίχως έλεος

όταν τη μυρωδιά ψημένων κρεάτων σου μυαλό του φέρνει.

Κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι

ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά.

Παγωτό σοκολάτα, φράουλα και φιστίκι γεύσεις να χει,

πλημμυρισμένο από σιρόπι και όποιο ζαχαρωτό υπάρχει.

Θέλεις μόνο να τρως

πρέπει η πείνα σου να ξεσπάσει.

Κλείνεις τα μάτια και σκέφτεσαι τη στιγμή εκείνη

όπου η πραγματικότητα τη φαντασία θα ξεπεράσει.

Κάνε λίγη υπομονή,

έχει και η πείνα τα διδάγματά της.

Όσο δεν έχεις περισσότερο εκτιμάς,

και περισσότερο μαθαίνεις να προσέχεις.

 (https://www.fractalart.gr/i-peina/)

*****

-Ολυμπία Σταύρου, «Απεργία πείνας έως θανάτου»

Helin θα ξανατραγουδήσεις,
θα είσαι με το άσπρο φόρεμά σου,
σε μια γωνία θα παίζει μπάσο ο Ibrahim,
ο Mustafa χαμογελώντας θα κρατά μια κόκκινη κορδέλα

και πάνω στα λευκά σας κομοδίνα
δεν θα υπάρχει ένας θαυμάσιος θάνατος
μα ένα βαζάκι με γλυκό κεράσι.

Από τη συλλογή Βραχνή βροχή (2021) της Ολυμπίας Σταύρου

https://thepoetsiloved.wordpress.com/

*******

-Peter Svetina, «Πείνα για λέξεις»

“Εκεί που μένω, οι θάμνοι πρασινίζουν αργά τον Απρίλη ή νωρίς τον Μάη και σύντομα γεμίζουν με κουκούλια από πεταλούδες. Αυτά τα κουκούλια μοιάζουν με μπαλίτσες από βαμβάκι ή με κουφέτα και οι νύμφες τους καταβροχθίζουν φύλλο το φύλλο μέχρι που οι θάμνοι απογυμνώνονται. Όταν όμως οι νύμφες γίνουν πεταλούδες και πετάξουν, οι θάμνοι δεν είναι κατεστραμμένοι. Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι, ξαναγίνονται πράσινοι πάλι και πάλι.
Έτσι μοιάζει ο συγγραφέας, έτσι μοιάζει ο ποιητής. Κατασπαράζονται, μένουν κατάστεγνοι από ιστορίες και ποιήματα, που, όταν ολοκληρωθούν, πετούν μακριά, μπαίνουν μέσα σε βιβλία και βρίσκουν τους αναγνώστες τους. Αυτό γίνεται πάλι και πάλι.
Και τι συμβαίνει μ’ εκείνα τα ποιήματα και τις ιστορίες;
Ξέρω ένα αγόρι που έπρεπε να κάνει κάποια εγχείρηση στο μάτι του. Για δύο εβδομάδες μετά την εγχείρηση, έπρεπε να ξαπλώνει μόνο από τη δεξιά πλευρά και μετά δεν έπρεπε να διαβάζει τίποτα για έναν μήνα. Όταν τελικά ξαναπήρε στα χέρια του ένα βιβλία έπειτα από ενάμιση μήνα, ένιωσε σαν να κατάπινε λέξεις μ’ ένα κουτάλι από μια γαβάθα. Σαν να τις έτρωγε. Πραγματικά τις έτρωγε.
Ξέρω κι ένα κορίτσι που, όταν μεγάλωσε, έγινε δασκάλα. Μου είπε: “Τα παιδιά που οι γονείς τους δεν τους διάβασαν παραμύθια έχουν στερηθεί κάτι σημαντικό”.
Οι λέξεις στα ποιήματα και στις ιστορίες είναι τροφή. Όχι τροφή για το σώμα, όχι τροφή που μπορεί να γεμίσει το στομάχι σου. Τροφή όμως για το πνεύμα και τροφή για την ψυχή.
Όταν πεινάει κάποιος ή διψάει, το στομάχι του γουργουρίζει και το στόμα του στεγνώνει. Οι πεινασμένοι γυρεύουν να φάνε κάτι, ένα κομμάτι ψωμί, ένα πιάτο ρύζι ή δημητριακά, λίγο ψάρι ή μια μπανάνα. Όσο περισσότερο πεινούν, τόσο στενεύει ο οπτικός τους ορίζοντας, ώσπου παύουν να βλέπουν ό,τι δεν είναι τροφή για να τους χορτάσει.
Η πείνα για λέξεις εκδηλώνεται διαφορετικά. Μοιάζει με θλίψη, με λήθη, με αυθάδεια. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από τέτοιου είδους πείνα δε νιώθουν πως η ψυχή τους τρέμει από το κρύο κι ότι προσπερνούν τους εαυτούς τους χωρίς να το προσέχουν. Ένα μέρος του κόσμου τους εξαφανίζεται χωρίς να το γνωρίζουν.
Αυτού του είδους η πείνα χορταίνεται με ποίηση και ιστορίες.
Υπάρχει όμως ελπίδα για όσους δεν έχουν ποτέ αφεθεί ν’ απολαύσουν τις λέξεις, για να χορτάσουν αυτή την πείνα;
Υπάρχει! Το αγόρι που είπαμε διαβάζει κάθε μέρα. Το κορίτσι έγινε δασκάλα και διαβάζει στους μαθητές της. Κάθε Παρασκευή. Κάθε βδομάδα. Αν κάποια φορά το ξεχάσει, της το θυμίζουν τα παιδιά.
Και τι γίνεται με τον συγγραφέα και τον ποιητή; Καθώς έρχεται το καλοκαίρι, θα πρασινίσουν πάλι. Και πάλι θα στεγνώσουν από ιστορίες και ποιήματα, που θα πετάξουν μακριά προς κάθε κατεύθυνση. Πάλι και πάλι.”

(https://www.livemedianews.gr/peina-gia-lekseis-ekei-poy-menw-oi-thamnoi-prasinizoyn)

*******

-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, «Η ΠΕΙΝΑ»

Και αφού φάγαμε

Κάτσαμε να φιλοσοφήσουμε

Φιλοσοφία και έρωτας

Θέλουν γεμάτο στομάχι

Και λόγο, στο λόγο

Σκέψη, στη σκέψη

Ήρθε η συζήτηση, στους πεινασμένους

Ειρωνεία! Ο χορτάτος να μιλάει, για πείνα

Αλλά δεν είναι το μόνο!

Για πόσα πράγματα δεν μιλάμε

Με τη φαντασία μας

Αλλά, άλλο φαντασία και άλλο πραγματικότητα

Και έκλεψε και σκότωσε

Αγνοώντας κάποιες απ τις εντολές

Γιατί το στομάχι είναι κακός σύμβουλος

Και η πείνα θολώνει το μυαλό

Κι εμείς οι χορτάτοι

Έτοιμοι να καταδικάσουμε

Χωρίς ελαφρυντικά

Χωρίς να κάνουμε μια προσπάθεια

(https://atsakiris2997.wordpress.com/)

*********

– «Και για να καταπνίξουν των πεινασμένων τις συνάξεις και τις κραυγές που τους φέρναν υστερία , εσκαρώσαν δική τους »θεωρία» //που καταργούσε μονοκονδυλιά τις  τ ά ξ ε ι ς !»

(Μπέρτολντ Μπρεχτ)

*******

-«Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί/Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές/

Οι άνεργοι πεινούσαν/Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται/Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι/Κηρύχνουν τη λιτότητα/Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα/Ζητάνε θυσίες/Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους/Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν/Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο/Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό/Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.» 

(Μπέρτολντ Μπρεχτ- «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»)

**********

-Το ”Τραγούδι της Αλληλεγγύης” από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ

”Τώρα ήρθ’ η ώρα για μάχη και για ζωή
γροθιά μου η γροθιά σου δίπλα φίλε στάσου
η πείνα είναι ντροπή

Όταν σφίξουμε τα χέρια οι λαοί αυτής της Γης
θα γενεί παράδεισος μας κι αφεντάδες της εμείς

Τώρα ήρθ’ η ώρα για μάχη και για ζωή
γροθιά μου η γροθιά σου δίπλα φίλε στάσου
η πείνα είναι ντροπή

Έχουν ρίξει τη διχόνοια και μας τρών’ οι δυνατοί
δούλος τους εσύ να μένεις κι αφεντάδες να `ναι αυτοί

Τώρα ήρθ’ η ώρα για μάχη και για ζωή
γροθιά μου η γροθιά σου δίπλα φίλε στάσου
η πείνα είναι ντροπή

Δούλοι και προσκυνημένοι βάρη άχρηστα της Γης
μαύρη μοίρα τους προσμένει σαν θα ενωθούμε εμείς

Τώρα ήρθ’ η ώρα για μάχη και για ζωή
γροθιά μου η γροθιά σου δίπλα φίλε στάσου
η πείνα είναι ντροπή

Προλετάριε προχώρα με τη γνώση πας μπροστά
μονιασμένη κι ενωμένη θα νικήσει η εργατιά

Βιάσου ήρθε η σειρά σου, έμπα και συ στη γραμμή,
για να γίνεις ο αφέντης στη δική σου την πατρίδα,
στη δική σου τη ζωή.”

(https://www.nostimonimar.gr/bertolt-brecht-to-tragoudi-tis-allilengiis/)

********

-Μπέρτολντ Μπρέχτ, «Χωρίς έργα»

Εκείνο το Γενάρη κάποιοι Πολωνοί
ένα σκυλί εβρήκαν πεινασμένο
και στον ξεσαρκωμένο του λαιμό,
ήταν ένα χαρτόνι κρεμασμένο.
Και έγραφε πάνω εκεί : “Βοήθεια!
Χαθήκαμε στο χαλασμό.
Είμαστε εδώ πενηνταπέντε.
Ο σκύλος θα σας φέρει εδώ.
Και αν δεν μπορείτε εσείς να ‘ρθείτε,
διώξτε τον σκύλο μακριά.
Μην τον σκοτώσετε – κανείς άλλος
δεν ξέρει που είναι τα παιδιά”
Παιδιάστικο ήτανε το χέρι
που έγραψε τα λόγια εκείνα.
Δυό χρόνια έχουνε περάσει
και ο σκύλος πέθανε απ’ την πείνα.

(Από το http://exadaktylos.wordpress.com/)

Πες το με ποίηση (381ο): «ΤΣΑΪ»…

ΤΣΑΪ ΓΙΑΣΕΜΙΟΥ – ΑΡΛΕΤΑ

1.ΤΣΑΪ

.

Κι από πιοτό κι από καπνούς κι από τα χάη

προτίμησα κι αγάπησα το τσάι,

ένα αρωματικό φλιτζάνι τσάι.

.

Κάλυκας κρίνου να ’ναι το φλιτζάνι

απ’ αργυρόηχη, από φίνα πορσελάνη,

να πίνει και ν’ ανοίγει η φαντασία

μεγάλη μυστική σαν την Ασία,

κι ο Βούδας να φυλάει και να βλογάει

όσα φυλλάκια τσάι η γη βλαστάνει

στην Κίνα και στην Κεϋλάνη…

.

Αλέξανδρος Μπάρας, «Άθροισμα. Ποίηση 1933-1983», Κέδρος, Αθήνα 1983,

σελ. 110.

***

2.ΤΟ ΤΣΑΪ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

.  

«Δεν είναι το δικό μου σαμοβάρι αυτό  

και σίγουρα δεν είναι το φλιτζάνι μου»   

βροντοφώναξε ο πρίγκιπας Ιγκόρ   

στην καμαριέρα που έκανε λάθος στο σερβίτσιο.

.   

«Κανένας δεν μπαίνει στα παπούτσια μου,  

ούτε βέβαια ένας προλετάριος στα σκαρπίνια μου.  

Από ταξική πάλη αγνοώ,  

βεβαιώνω όμως πως οι μουζίκοι μου περνούν καλά  

το ίδιο και τα ποντίκια στο κελάρι μου».  

.

Ύστερα κάπως πνίγηκαν τα λόγια του

στην τελευταία γουλιά,  

ένα καροτσάκι κατρακύλησε στις σκάλες,  

κάποια Ανάκτορα έπεσαν,  

οι μέρες πέρασαν γρήγορα, οι νύχτες γρηγορότερα,  

τα λευκά σώματα των Ρομανόφ,  

αναιμικές μαριονέτες, ταλάντωναν στο πουθενά.

.

Ένα θωρηκτό πρόβαλε στον ορίζοντα,  

ένα μεγάλο κρου αζιερόπλοιο ναυάγησε  

στους ήχους ενός πιάνου,  

μια φουσκωτή βάρκα βούλιαξε στο πέλαγος,  

ο μικρός Αχμέτ πνίγηκε στη θάλασσα,  

στο μεταξύ στο ακριβό κονιάκ έλιωναν οι πάγοι,  

στην Ανταρκτική αποκολλούνταν τα παγόβουνα,   

ο ανεμοστρόβιλος του χρόνου κλωθογύριζε  

και στον υπολογιστή της Άλισον  

το άβαταρ αποκεφαλίζει το τέρας  

με φλεγόμενο σπαθί.

Τότε αυτή σταματάει  

και πίνει αργά από την κούπα,

ενώ το τσάι της ιστορίας  

ξεχειλίζει απ’ την τσαγιέρα του. 

Χλόη Κουτσουμπέλη

***

3.ΤΣΑΙ

.

Τσάι με ζάχαρη και κονιάκ

-Οι υπόλοιποι έχουν ήδη κοιμηθεί-

Ξεφυλλίζω

Γουλιά γουλιά

Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ:

Γάμοι, γενέθλια, βαφτίσεις

Άχτιστες ακρογιαλιές

Παιδικές αποκριές

Γέλια

.

Και βλέμματα ακόμα αναγνωρίσιμα.

Κοιτάζω

Γουλιά γουλιά

Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ

Φυτολόγιο

Με ξέθωρα, αποξηραμένα χρόνια

.

Ίσως

φταίει η μελαγχολική απραξία της Κυριακής

ίσως

και το ότι οι υπόλοιποι έχουν ήδη αποκοιμηθεί.

.

ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΕΝΔΡΙΝΟΎ, Αειθαλή και φυλλοβόλα

***

4.ΤΑ ΤΣΑΓΙΑ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΚΥΡΙΩΝ

.

Τα τσάγια των ηλικιωμένων κυριών

έχουνε μια παράξενη μελαγχολία

τα κουλουράκια τους μια γεύση από χθες

και τα παράθυρά τους

μια θέα στο φθινόπωρο.

.

Ανάμεσα απ’ τα χέρια τους

περνούνε γερανοί

που προκαλούν αρθρίτιδες και πόνους

κι από τα μάτια τους

κυλούν ζεστά διαμάντια

όταν μιλούν για τους αγαπημένους τους νεκρούς.

.

Τα τσάγια των ηλικιωμένων κυριών

είναι γεμάτα δηλητήριο

μα τα πίνουν αδιαμαρτύρητα

σχεδόν σα να το ξέρουν, οι άμοιρες

και να το διασκεδάζουν

που θα πεθάνουν καθισμένες σ’ έναν κύκλο.

 .

Κατερίνα Καριζώνη, Πέντε ιστορίες για γυναίκες . Τα παγόνια της μονής

Βλατάδων (1992)

ΔΑΚΗΣ – ΤΣΑΙ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ

5.ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΣΑΙ

 .

«Το τσάι είναι έτοιμο κι ίσως να κρυώσει

Γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει

Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι.»

Άρης Αλεξάνδρου

.

α΄. ΤΟ ΤΣΑΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

.

Μια βροχερή μέρα

είναι πάντα μια πρόφαση για τσάι,

μας έλεγε η θετή μας κόρη

σκύβοντας πάνω στο αλληγορικό φλιτζάνι της,

έτσι εξηγούνται τόσα βροχερά βράδια.

.

Ύστερα το φλιτζάνι χανόταν στα σύννεφα

το τσάι κυλούσε στα λόγια μας,

μας έπνιγε,

μαύρο ποτάμι διέσχιζε τον ύπνο μας

πλημμύριζε μέσα στις δεκαετίες

εισχωρούσε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα

στα υπόγεια του αιώνα μας

το μαύρο τσάι των τρελών και των υπόπτων.

.

Κι όσοι μαζί μας ήπιαν και ξαγρύπνησαν

σε κυλικεία δικαστηρίων

και σε φθινοπωρινές κλινικές

χάσαν οριστικά τα συμπεράσματα.

.

Ίσως γι’ αυτό ποτέ το τσάι δεν τελείωνε.

Ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν επιστρέφανε οι καλεσμένοι.

@@@

β΄. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΚΡΥΩΝΕ ΤΟ ΤΣΑΙ

.

Εκείνο το βράδυ

φύσηξε ο αέρας στα σημάδια

φύσηξε στα απλωμένα ρούχα

κι έγιναν μέρες του καλοκαιριού

και τα κεριά στα κηροπήγια σβηστήκαν

την ώρα που ο υπηρέτης ανύποπτος κοιμόταν

μέσα στις αλλοιωμένες βραδινές προθέσεις του.

.

Μόνο το τσάι στο τραπέζι

δεν έλεγε να κρυώσει

κι ας έκανε προσπάθειες

η τραυλή θεία Αλεξάνδρα

εκείνη που μας τρόμαζε στα εφτά μας χρόνια

μύριζε ακόμη το άρωμά της

σ’ όλα μας τα ένστικτα.

.

Για μας είναι πάντα ώρα για τσάι,

έλεγε.

Ίσως γι’ αυτό να φύσαγε ο αέρας.

Ίσως γι’ αυτό δεν κρύωνε το τσάι.

@@@

γ΄. Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗ

.

Σαν κάποια μνήμη μακρινή κι ανεξιχνίαστη

ή σαν εκείνη την παλιά φωτογραφία

που τη βρίσκεις στον βυθό

όταν τραβούν τις βάρκες στο ακρογιάλι

έτσι κάποτε πίνοντας ανύποπτη το τσάι μου

διακρίνω στον πάτο του φλιτζανιού

να ιριδίζει

το πρόσωπό σου.

.

Και τότε

μου ξεφεύγει το φλιτζάνι από τα χέρια

μα αντί να πέσει στο πάτωμα

ανεβαίνει στον ουρανό.

.

Κι όλα αυτά γίνονται

εξαιτίας ενός αγγειοπλάστη

που έφτιαξε το φλιτζάνι πάνω στην απελπισία του

τη νύχτα που έχασε εκείνη που αγαπούσε.

.

Από τότε αποφεύγω το τσάι.

.

Κατερίνα Καριζώνη, Τσάι και μυθολογία (1985)

***

6.

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η

ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του

Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-

ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-

παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,

σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-

διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-

σεις την καλή ανατροφή σου.

.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

***

7.ΤΣΑΙ

.

Τι άλλο να περιμένεις από έναν άρρωστο

Που την τρίτην ημέρα κατά τας γραφάς

Σηκώνεται μ’ ένα φλογισμένο ποίημα στο μέτωπο

.

Ένας Θεός κουφός σου πέφτει κι εσένα

Βάλθηκες να πετάξεις απ’ το μπαλκόνι σου

Εδώ δεν έχει ουρανό — σφίξε την καρδιά σου

Τι φώτα τι μουσικές τι φωνές σαν από τάφους

Τα ίδια γίνανε και χτες όπως με βλέπεις και σε βλέπω

.

Τρόπος του λέγειν βέβαια γιατί ο κόσμος όλο βουλιάζει

Κι αν πνιγείς με μάτια διεσταλμένα τι προνόμια έχεις

Τι αποθέματα βλεμμάτων θαυμάτων ποιημάτων

Ώστε να δώσεις μια στο δήμιο να πέσει στο πηγάδι

Κι εσύ να πας μια βόλτα δροσερή στην παραλία

.

Γι’ αυτό με μαγεύουν όλο και πιο πολύ τα πρωινά του τσαγιού

Βούτα το φακελάκι στο νερό και περίμενε

Πιες και περίμενε κοίτα βαθιά και περίμενε

Από κει θα βγει ένα γράμμα αχνιστό και υγρό

Ένα γράμμα για σένα περίλυπο έως

Απ’ το παλιό ταχυδρομείο κίτρινο σαν πεθαμένος

.

Ό,τι μου χαρίζεις είναι ένα μήλο μισό

Ό,τι σου χαρίζω είναι μια σάπια υπόσχεση

.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σαλκίμ (2001)

***

8.ΤΣΑΙ ΜΕ ΚΡΕΜΑ

.

Στον Τ.Σ. Έλιοτ,

il miglior té

.

ΤΙ κάνεις, ρωτάει. Ελαφρύ

αγγλικό πρωϊνό, λέω. Διαβάζω

Έλιοτ, ακούω Beatles. Ω,

λέει εκείνη, πώς τους ανακατεύεις;

.

Όπως την κρέμα με το τσάι, λέω.

Όπως το τσάι με την κρέμα,

με διορθώνει εκείνη, όσο να’ ναι ο Έλιοτ

επέμενε τόσο πολύ

το τσάι να’ ναι πικρό και αγγλικό.

.

Και πέθαινε για πορσελάνη

για τις βραδινές εφημερίδες,

για τον καμπανιστό ήχο απ’ τα κουταλάκια. Εκείνος

ήταν το τσάι, ήταν το τσάι… Εκείνα

τα σκαθάρια απλά πήραν το καϊμάκι.

.

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, Από την ποιητική συλλογή «Γράμματα στον Γκαουστίν»

(2003), Μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα

***

9.ΤΣΑΙ ΒΟΥΝΟΥ

.

Λιγνοί κι αθώοι σαν τσάι βουνού

οι φίλοι μου κάποτε ήταν εδώ

στην οδό Μελενίκου στην Τούμπα

στ’ αμφιθέατρα

στους εξώστες του Κρατικού

.

Τώρα οι φίλοι μου μίσεψαν

άνεμοι και τους πήρανε

σε ορεινούς ορόφους

κύματα τους βυθίσανε

σε σκοτεινά κοχύλια

κι εγώ στη λευκή ερημία

βουβό καραβάνι

αναπαράγω το λυγμό μου

.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

***

10. Ω Ρ Α  Ε Ξ Ι  Τ Ο  Α Π Ο Γ Ε Υ Μ Α

.

Ετοιμάζεται να πιει τσάι.

Τα πόδια σταυρωμένα, το κεφάλι

Επίμονα στραμμένο χαμηλά, κοιτάζει

Με προσήλωση το φακελάκι

Που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο

Καυτό νερό. Η κούπα

Πορσελάνινη,

Απροσπέλαστη, κλεισμένη

Στον εαυτό της.

.

Το νερό μαυρίζει ολοένα.

ΠΝΙΓΟΜΑΙ! ΠΝΙΓΟΜΑΙ!

.

Έλενα Πολυγένη, «Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων», Το κεντρί

Βιβλιοπωλείο Εκδόσεις

***

11.ΦΛΙΤΖΑΝΙ ΤΣΑΙ

 .

Για να πιούν ένα φλιτζάνι τσάι

πέρασαν

από το φθινόπωρο

από δρόμους γεμάτους φύλλα

από στενά και σκοτεινά σοκάκια

από θορυβώδεις πλατείες

από υγρά σκαλοπάτια

από έρημα δωμάτια

.

όταν έφτασαν

στο φλιτζάνι τσάι

το τσάι ήταν κιόλας κρύο.

.

Ahmad Reza Ahmadi 

Μετάφραση από τα περσικά: Μπαμπάκ Σαντέγκ Χαντζάνι

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (380ο): «Περί βλακείας κι άλλων σχετικών»…

-«Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
Να συνοδεύσουνε τη βλακεία
Στην τελευταία της κατοικία;»

(Ν. Γκάτσος)

********

-«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στην Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Eίμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα.»

(Γ. Σεφέρης)

*********

-Γιώργου Σεφέρη, «Από βλακεία»

«Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;»

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, φιλολ. επιμ.: Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 21993, σ. 103]

*********

-«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;», (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

«Πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα».

«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ.

«Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;».

«Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, για να σκεφτώ λίγο. Ε, μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν».

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;».

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο» απάντησε ο κ. Κόινερ.

«Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό. Ο Βλάξ το Υποψιάζεται, αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το Απωθεί. Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα, αλλά εκείνη επιστρέφει τα βραδιά καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος».

«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας;».

«Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια Ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Καθώς είναι περιορισμένος στην Βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή. Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων. Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της Ευγνωμοσύνης. Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, όταν καρπώνεται τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων.».

«Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;».

«Η αλογόμυγα. Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας».

«Ναι κύριε Κόινερ. Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολλάει στα μούτρα του Βλάκα;».

«Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία. Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας».

«Και γιατί ο Βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;».

«Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές. Μόνο ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι».

«Και ποια θα ήταν η λύση;».

«Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι Βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την Αλογόμυγα».

«Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;».

«Ε όχι και τόσο. Τι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;».

«Πώς είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ;».

«Στην ουσία η έκλειψη Χιούμορ προστατεύει τον βλάκα. Διότι αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να’ ναι και βλάκας». 

«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Βλακείας;».

«Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Πρώτα απ’ όλα ο Βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση. Παράδειγμα, λέει η Βίβλος “Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός” και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο Βλάξ) «Είδατε; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει θεός».

«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ. Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;».

«Αγαπητό μου παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι Βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά».

(Ιστορίες του κ. Κόινερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ, εκδ. Πατάκη.)

***

-Νίκος Κουφόπουλος , «Περί βλακείας»

Μεσημερακι Κυριακης. Γυρω μια ησυχια. Ένα μωρο κλαιει σιγα. Ομορφη μελωδια. Μετα από λιγο σωπασε. Εκαναν ό,τι θελει. Το κλαμα είναι το οπλο του. Και το μωρο το ξερει.

Ο βλακας ομως αγνοεί, φιλοι, πως είναι βλακας. Και μην μπερδεύεστε. Σαφως, αλλος ειναι ο… μαλακας. Ισως μιλησω και γι΄αυτόν σε καποιο άλλο γραφτο μου. Περι βλακειας σημερα. Σε αυτό εχω το μυαλο μου. Μια ταση, εχει παντοτε, μια κλιση, μια… πρεμούρα, η βλακεια πραξη να γινεται. Κι εδώ είναι τα σκουρα. Γινεται επικίνδυνη. Μια βομβα με ρολόι. Και όταν σκασει φιλοι μου, αρχιζει μοιρολόι. Ο βλακας προκαλει ζημια παντα σε καποιον άλλο, χωρις κερδος να εχει από αυτό. Χωρις καποιο… ρεγάλο. Πολλες φορες, ισως κι αυτος καποια ζημια να παθει. Όμως αυτος περιφρονεί τα… χρησιμα τα λαθη.

Ο κοσμος μας χωριζεται σε εξυπνους και βλακες. Η διακριση είναι δυσκολη. Κι εδώ αρχιζουν πλακες. Ο εξυπνος ποτε δεν λεει, στους εξυπνους πως ανηκει. Ο βλακας, παλι το αγνοει. Κι αυτό του δινει…νικη. Ο βλακας μπορει να είναι λευκος, κιτρινος ή και μαυρος. Αντρας, γυναικα ή και τρανς. Βαζελος ή και… γαυρος. Πλουσιος, φτωχος, μικροαστος, ή και αριστοκρατης. Γιατρος, πανεπιστημιακός ή και απλος εργατης. Κομουνιστης, αναρχικος. Χμ… παντοτε ο φασιστας. Δεξιος, κεντρωος, πρασινος. Πολλοί απ’ τους… atenistas (χεχε…). Διαχρονικος, παντοτινος, χειμωνα καλοκαιρι Ο βλακας ευδημει παντου. Μα ο ιδιος δεν το ξερει.

Η διαφορα όμως φιλοι μου που υπαρχει στην βλακεια, είναι όταν συνοδευεται από καποια… εξουσια. Οσο ψηλα, πιο ισχυρος ο βλακας, με εξουσια τοσο πιο επικίνδυνη γινεται η βλακεια. Προσεξτε, το αντιθετο δεν είναι της εξυπναδας. Η λεμοναδα αντιθετη είναι της πορτοκαλάδας (?). Καποιες φορες και ο εξυπνος βλακεια ισως κανει. Ο βλακας όμως μονιμα. Η βλακεια του… στεφάνι.

Ειπαμε, ο βλακας αγνοει βλακας ότι είναι παντα. Αυτό είναι καταστροφικο. Γι’ αυτό πρεπει στην μπαντα γρηγορα να τον βαζουμε, για λιγο να σωθουμε. Για λιγο μονο γιατι-ωιμέ- ναι, θα ξαναβρεθουμε.

Τι γινεται όμως αν βρεθουν βλακες πολλοι μαζι; Φυγετε φιλοι γρηγορα. Η βλακεια θα εκραγει. Το ένα και ένα δυστυχώς εδώ δεν κανει δυο. Ισως να κανει… δωδεκα. Ισως είκοσι δυο. Το αθροισμα εδώ είναι σαφως, ανωτερο απ’ τα μερη. Μονο που για άλλη μια φορα, ο βλακας δεν το ξερει.

Πολλοι ασχοληθηκαν γραπτως παλι με τη βλακεια. Θα επρεπε ισως μαθημα να ηταν στα σχολεια. Υπηρξε του Ερασμου το Εγκοσμιον Μωριας. Και του Μουζιλ το διασημο εργο Περι Βλακειας. Του Ευαγγελου Λεμπεση, το κλασσικο βιβλιο: Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω. Του Χαριτοπουλου επισης το Εγχειρίδιο βλακειας. Και αλλων που ισως αγνοώ. Ας τυχω ευκαιριας θα επανελθω παραυτα, αν μαθω κατι ακομα. Προς το παρον, θελω από εσας, ένα φιλι στο… στομα. (Ρε, τι τραβαει ο ποιητης. Δινει ψυχη και σωμα, για ένα στιχο δυνατο, και τι… θα κανει ακομα).

Καποιοι από εσας ισως σκεφτούν, για κατσε ρε μεγαλε, πολλα μας τα ειπες, καπου εδώ μια τελεια βαλε. Πες μας για σενα ειλικρινά, εισαι βλακας ή μη βλακας; Το ερωτημα σας φιλτατοι, σορυ, είναι της πλακας. Αν ειμαι εξυπνος, απλα, δεν πρεπει να το λεω. Κι αν ειμαι βλακας, το αγνοώ. Ετσι, τι να σας λεω; Βλεπεται πως ξεγλίστρησα. Σας ειπα ειμαι… γατος. Δικος μου είναι ο Ουρανος, δικος μου και ο πατος. Τα εχω πει και παλι αυτά, σε καποιο άλλο γραφτο μου. Τωρα, ποιημα εχω για σας. Που είναι… ολο δικο μου. 

**********

-Τζακ Κέρουακ, 85ο ΧΟΡΙΚΟ

Στ’ αλήθεια χρειάζεσαι

Την κατάλληλη λέξη

Χρειάζεσαι στ’ αλήθεια

Βεβαίως τα πάντα είναι βλακείες

Σχήματα της βλακείας

Μια κι έξω

Κύριε Ουίλλιαμ Κάρλος

Ουίλλιαμς

Εν πάση περιπτώσει,

Ένα βλακώδες σχήμα

που θα πάψει

όλη τη βλακεία

στο εξής

Αυτό είναι ένα ποίημα

Το ποίημα

Θα πάψει την

Βλακεία

http://www.poiein.gr/2008/11/29/jack-kerouac-dhiethiaoa-aeaauaeae-i-aeuiico-eaeaaauo-poiein-podcast-productions-07/

-Τσάρλς Μπουκόφσκι, Καημένο ανόητο ζωάκι

Προσπαθήσαμε να το κρύψουμε στο σπίτι για να μην

το δουν οι γείτονες.

Ήταν δύσκολο, καμιά φορά χρειαζόταν να λείψουμε

Κι οι δυο μαζί κι όταν επιστρέφαμε

Βρίσκαμε περιττώματα και κάτουρα

παντού.

Αρνιόταν να μάθει να πηγαίνει εκεί όπου πρέπει

Αλλά είχε τα πιο γαλανά μάτια που έχεις δει

ποτέ

Έτρωγε ό,τι τρώγαμε κι εμείς

και καμιά φορά βλέπαμε μαζί τηλεόραση.

Ένα βράδυ γυρίσαμε σπίτι και δεν το βρήκαμε

εκεί.

αίμα στο πάτωμα,

Μια γραμμή από αίμα.

Την ακολούθησα ως έξω στον κήπο

Και το βρήκα στους θάμνους,

Σακατεμένο.

Κρεμόταν μια πινακίδα απ΄τον κομμένο του

λαιμό:

«δεν θέλουμε τέτοια πράγματα στη γειτονιά μας».

Πήγα στο γκαράζ να πάρω το φτυάρι.

Είπα στη γυναίκα μου, «μην βγεις έξω».

Έπιασα το φτυάρι και

Βάλθηκα να σκάβω.

Ένιωθα

πρόσωπα να με κατασκοπεύουν πίσω

από κατεβασμένα στόρια.

Είχαν και πάλι την γειτονιά τους,

Την ωραία ήσυχη γειτονιά με το καταπράσινο γρασίδι,

Τα φοινικόδεντρα, τα κυκλικά ιδιωτικά δρομάκια, τα παιδιά,

Τις εκκλησίες, τα σούπερ μάρκετ κ.λ.π

Έσκαψα στο χώμα.

Από το βιβλίο «Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό» με ποιήματα του Τσάρλς Μπουκόφσκι

***********

-Νικολάς Χόρχε Γκιλιέν, Καμιά φορά

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένας μελοδραματικός

για να πω: Σας αγαπώ με τρέλα.

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένας ανόητος

για να ουρλιάξω: Σας αγαπώ τόσο!

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένα παιδί

για να κλάψω κουλουριασμένος στον κόρφο σας.

Καμιά φορά θέλω να ’μαι νεκρός

για να αισθανθώ, κάτω από τη γη υγρή απ’ τους χυμούς μου,

ότι ένα λουλούδι μού μεγαλώνει το στήθος σπάζοντάς μου,

ένα λουλούδι, και να πω: Αυτό το λουλούδι,

για εσάς.

**********

-«…Για σας θα κάνω μια καλύτερη τιμή
είπε το Τίποτα στο Κάτι
κι εκείνο το ηλίθιο το’ χαψε.
Υ.Γ. : Κι όμως το Τίποτα και το Κάτι τα κανονίζουν όλα!»

(Κική Δημουλά)

**********

Όμως εκείνο το ηλίθιο παιδί που γελούσαμε μαζί του
Έ
ρχεται τώρα τις νύχτες γερασμένο.
«
Πώς έγινες έτσι», του λέω.
«
Εσύ όταν πέθανες ήσουν σχεδόν παιδί».
«
Δε γελάνε πια μαζί μου» μου λέει.» […] […] Έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί,
Είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε,
Και τώρα πάνω στον τοίχο ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο».

(
Τάσος Λειβαδίτης, 1995:842, Η λέξη)

**********

[Οι ηλίθιοι ] / Κουμέττος Κατσιολούδης

Οι ηλίθιοι
δεν αλλάζουν κατεύθυνση.
Θα σε ποδοπατήσουν.
Θα θελήσουν να περάσουν
με το ζόρι από πάνω σου.
Αγνοούν…….
πως είσαι…… νάρκη.

https://poetryfromcyprus.blogspot.com/2020/07/blog-post_15.html?m=0

***********

-Μάκης Πολίτης,  Η ακουαρέλα ενός ηλίθιου

Κι η νύχτα πέρασε
και το όνειρο μέσα μου άστραψε φως.
Ω, ουράνια πολιτεία, εδώ ήσουν
κάτω απ’ τα πούπουλα της χήνας,
στους αραχνοΰφαντους πέπλους δακρύων
αυτών που δεν άντεξαν να περιμένουν
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Υπνοβάτης λοιπόν στη μεγάλη πόλη,
σκοτεινός εγώ παρατηρητής
του φωτεινού μας μέλλοντος.
Πορεία νυχτερινή στην Πειραιώς,
τ’ αφεντικά μοιράζουνε
φιλοφρονήσεις στους εργάτες.
«Ελάτε, αδέρφια, άλλη μια μέρα μόχθο
για το ψωμί και για τον πλούτο αυτής της χώρας».
Αθέατος, απρόσιτος, βλέπω στα πρόσωπα τους
χαρά ανυπόκριτη για τις διπλές τους βάρδιες
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Καλοντυμένα τα παιδιά των φαναριών
ζεσταίνουν τα χεράκια σε μικρές φουφούδες
που τους μοιράσαν αφειδώλευτα
αγγελικές υπάρξεις,
σεπτές κυρίες, κήρυκες αγάπης
από το Ψυχικό και την Εκάλη.
Ω, πόσο ευτυχισμένα τώρα τρίβουν τα παρμπρίζ
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Αθέατος, απρόσιτος,
ταξιδευτής στο κύμα μιας αρμονίας άφατης
βλέπω στα εξωτερικά ιατρεία
τις τίμιες ιερόδουλες να συναθροίζονται με τάξη,
επιθυμία, απόφαση, θέληση τρανή να υψώνουν
από τις μάστιγες να προστατέψουν
τους ευγενικούς τους πελάτες
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Σ’ ατέρμονες τροχιές κινούνται μέσ’ στο πλήθος
ήσυχα, μυστικά, βουβά,
οι διακριτικοί πορτοφολάδες,
σαν Αρλεκίνοι χορευτές, μύστες κι αρχιερείς
μιας πανάρχαιας ιεροτελεστίας.
Λιτοί κι απέριττοι τώρα ζητάνε μόνο
της επιστροφής τα δίκαια εύρετρα
κι η νύχτα πέρασε.
                         —

Πλατεία Λαυρίου, ξημερώματα.
Ελεύθεροι πια οι ευχέτες ζητιάνοι
εισπράττουν ευχαριστημένοι
το αντίτιμο των προσευχών τους,
κρεσέντο η χορωδία
«να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σας».
Ο αστυφύλακας, ευπροσήγορος πάντα, περιπολεί.
Ησυχάστε, λέει.
Κοιμούνται δίπλα οι άστεγοι αδερφοί μας
στα νοικοκυρεμένα τους χαρτόκουτα
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Ω, πολιτεία, όνειρο, ελπίδα μακρινή,
άραγε θα σε δούμε ν’ ανατέλλεις;
Πλούσιοι, φτωχοί, εμπρός αδέρφια στη γραμμή,
στης ευτυχίας την πηγή προστρέξτε.
Στους ίδιους ατραπούς συνοδοιπόροι εμείς,
συμμαχητές χορτάτοι ή πεινασμένοι,
με το μυστρί, τ’ ατσάλι και το νου
να χτίσουμε μια πόλη ευλογημένη
κι η νύχτα πέρασε.

http://www.meganisitimes.gr/

*************

-Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πάθημα του ηλίθιου ποιητή


 α’

Δεν πρέπει να κοιτάξεις ποτέ
έναν ποιητή στα μάτια
αν δεν θες να γράψει ποίημα για τα μάτια σου.

β’

Δεν πρέπει να γράψεις ποτέ
ποίημα για τα μάτια μιας γυναίκας
αν εκείνη τρέμει την ίδια της την ομορφιά.

Ηλίθιε. Ηλίθιε ποιητή.
Το ήξερες. Οι θεές στο είχαν πει.

Τώρα βλέπεις τα μάτια της
μόνο μέσα από τις λέξεις που έγραψες τότε.

Το χρώμα τους, γαμώτο.
Θα μπορούσες τουλάχιστον να είχες γράψει
κι έναν στίχο για το χρώμα.

https://tokoskino.me/

************

Γιώργος Σ. Αλεξάνδρου, [Ο ηλίθιος]

Συνωστισμός κραχτών

Προσέγγιση στους περαστικούς

Πωλούν την λεία τους

Στους ευκολόπιστους

Πόρτες ανοιχτές

Κάδρα στον τοίχο

Δίνουν πιστοποιήσεις

Με την καμπάνια:

«Ό,τι δηλώσεις, είσαι»

Μπαίνουν οι παντογνώστες

Ζητούν αναγνώριση

Στο κέντρο της πλατείας

Ο ηλίθιος

Κρατά κλειδί στο χέρι

Ψάχνει μια πόρτα κλειστή

Μήπως και το κλειδί ταιριάξει.

****************

-Ζακ Πρεβέρ, «Πόλεμος»

Ξεριζώνετε/ηλίθιοι

ξεριζώνετε

Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι

τα ξεριζώνετε

Ξεριζώνετε

ηλίθιοι

ξεριζώνετε

Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες

τις γέρικες μασέλες

τα προσέχετε

Και κρεμάτε μια ταμπέλα

Δέντρα του καλού και του κακού

Δέντρα της Νίκης

Δέντρα της Ελευθερίας

Και το έρημο δάσος βρωμίζει το δάσος το παλιό το

ρημαγμένο/και φεύγουν τα πουλιά

και σεις μένετε εκεί τραγουδώντας

μένετε εκεί

ηλίθιοι

τραγουδώντας θούρια και παρελαύνοντας”.

https://www.stcloris.gr/?p=20268

Πες το με ποίηση (379ο): «ΤΕΡΑΣ»…

Τερατάκια τσέπης-Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

1.ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Το ἀγαθόν, τό γενναῖο, τό πανάσχημο Τέρας,

πού καθυβρίζεται μέ σκαιότητα στίς ταινίες τοῦ Χόλλυγουντ,

τό Τέρας ὅπου μεροληπτεῖ ἐναντίον του τό κοινόν,

τό Τέρας, «πού κερδίζει τάς μάχας

καί χάνει» – πάντα –«τόν πόλεμον»,

ἄ τό Τέρας, πῶς θάθελα νά τό σώζω,

ἐπεμβαίνοντας τήν τελευταίαν στιγμήν,

μέ ὁποιοδήποτε ὅπλον

–τό ξίφος, τήν σφενδόνην, τό δηλητήριον –

ἤ θρυμματίζοντας μέ ἕνα ρόπαλο

τόν φακό τοῦ ὀπερατέρ!..

ΦΑΙΔΡΟΣ ΜΠΑΡΛΆΣ

***

2.ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ

Σαν έφτασε το τέρας στην πλατεία

όλοι κρυφτήκαν έντρομοι στα σπίτια τους.

Κανείς δεν έβγαινε μ’ αυτό να πολεμήσει.

Δε βγήκ’ ο άγιος, δε βγήκε ο βασιλιάς,

δε βγήκανε οι νέοι, κι ούτε οι γέροι,

ούτε οι ξορκιστές, ούτε οι μάγοι.

Έτρεμαν όλοι εκτός από το τέρας

που είχε θρονιαστεί και καρτερούσε.

Tότες ένα κορίτσι έξι χρόνων

βγήκε μ’ έναν καθρέφτη. Θαρρετά

πλησίασε το τέρας και κρατά

μπροστά του τον καθρέφτη. Ξαφνικά

το τέρας βλέπει μπρος του ένα τέρας.

Τόσο τρομάζει που του κόβεται η ανάσα.

Δε μπόρεσε ούτε καν να κουνηθεί.

Έτσι με όπλο μόνο έναν καθρέφτη

το κοριτσάκι σκότωσε το τέρας.

Γιάννης Υφαντής, ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ, εκδόσεις ΑΧ, 2009, (από τη συλλογή   

Ναός του Κόσμου)

***

3.ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν άνοιξε η σκουριασμένη πόρτα σαν αυλαία

έτριξε

της σάπιο καράβι σε κακό λιμάνι

πρόβαλε γελασμένο το πρόσωπο του κοριτσιού

μέσα στο άρωμα της φωτιάς και του καπνού

η φωνή της

σα σκοτεινή αίθουσα κινηματογράφου

πρόβαλε γελασμένη

κι εγώ

ένα πουκάμισο στον αγέρα μέσα στο χαλασμό

κρεμασμένο

ετοιμαζόταν να πετάξει

το κορίτσι

ένα ζωντανό λουλούδι

ένα λουλούδι αναμμένο

ένα ωραίο τέρας

ανάποδα γυρισμένο το στόμα

τα μάτια

τα φρύδια

ένα ωραίο τέρας

που χτυπούσε

σα μαγικό ρολόγι

το βράδυ αυτό το μαγικό

τέλος προχώρησε

η νύχτα

το κορίτσι έσπασε μέσα στον καθρέφτη

ύστερα

φάνηκαν πάλι

τεράστια

το πρόσωπό μου

το πρόσωπό της

παραμορφωμένα

άγρια ματωμένα

σαν κινηματογράφος

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο

Το τέρας, Γιώργος Μαρίνος

https://www.google.com/search?client=firefox-b-

d&q=%CE%A4%CE%9F+%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%91%CF%82-

%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CF%82#fpstate=ive&vld=cid:9ce61e6c,vid:vZE

nQF6AeJw

4. ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ

Τα τέρατα που σας κατοικούν

να τα φροντίζετε

τα τέρατα που σας τυραννούν

να τα αγαπάτε.

Όταν κοιμόμαστε

βγαίνουν απ’ το ανοιχτό μας στόμα

μαζεύονται στο σκοτεινό σαλόνι

και μιλούν

μιλούν με τις φωνές των πεθαμένων

τα τέρατα είναι νευρικά

δεν έχουν τρόπους

οι ανάσες τους παλιώνουνε τα πράγματα

το βλέμμα τους γδέρνει αθόρυβα τους τοίχους

ανοίγει πάνω μας έλκη και εγκαύματα.

Τα τέρατα

είναι δικά μου, τ’ αγαπώ,

ωστόσο τα μοιράζομαι με φίλους μου

πρόθυμα τους ταΐζω την καρδιά μου.

Καμιά φορά

όταν με φωνάζουν θυμωμένα

γράφω ποιήματα.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ, Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470 (2001)

***

5. ΤΕΡΑΤΑ

Τι ντροπή

δεν έχω εσωτερικά τέρατα

δεν καπνίζω πίπα ατενίζοντας τον ορίζοντα

πάντως πιστεύω πως τα οστά μου

είναι σημαντικά για μένα και τη σκιά μου

τα σαββατόβραδα μου δίνουν κουράγιο

η μύτη μου τι ντροπή δεν είναι σαν του Γκαίτε

μου είναι αδύνατον να μετανιώσω για τη μελαγχολία μου

και σχεδόν πάντα ξεχνώ πως είναι ανέξοδη η αυτοκτονία

τι ντροπή μου αρέσουν πολύ οι γυναίκες

ιδιαίτερα αν είναι συνεπείς και αδύνατες

και αν δεν συγχέουν τη δίψα με την έξαψη

τι ντροπή θεέ μου δεν μ’ αρέσει ο Ιονέσκο

παρ' όλο που δεν έχω εσωτερικά τέρατα

θα ήθελα να υποσχεθώ αν είναι του Θεού θέλημα

πως θα διστάζω σαν τους πεζογράφους

τι ντροπή τα απογεύματα τι ντροπή

τα πιο μουντά χειμωνιάτικα απογεύματα

μ’ αρέσει ν' αράζω κοντά στο παράθυρο

και να παρακολουθώ πώς διώχνει το ψιλόβροχο τους πιστωτές μου

και έτσι απλά να περιμένω ή ίσως να περιμένω εσένα

σαν ο θάνατος να ‘ταν ένα λανθασμένο σήμα κινδύνου.

Μάριο Μπενεντέτι, Μετάφραση: Νίνα Αγγελίδη [ Από τα Ποιήματα του σήμερα για σήμερα,

1958/1961 ]

***

6. ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

Οι τοίχοι τρέμουν σα νερό πάνω σε τζάμια

Κι αυτές οί δυό μπροστά μου οι πόρτες

Η μία μοιάζει πόρτα ασανσέρ

Που μόλις τώρα έφτασε στο ισόγειο και θ’ ανοίξε

Και γκάγκστερ με κοστούμι ροζ θα βγει.

Η άλλη μοιάζει πόρτα

Διαδρόμου εσωτερικού

Που μένοντας κλειστή συνήθως

Ανοίγει μόνον για να βγάλουν

Στο εποχούμενο φορείο

Τον ναρκωμένο

Εγχειρισθέντα ασθενή.

Η Όφηλία

Με κόκκινο πουλόβερ

Γελάει συνεχώς

Είθε το γέλιο της αυτό

Να έχει μια κάποια μονιμότητα.

16 Μαρτίου 1970 Τάσος Δενέγρης-“Το αίμα του λύκου”, έκδοση Εγνατία/Τραμ, Θεσσαλονίκη 197

***

7. ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΦΩΣ

Λοιπόν εδώ που φτάσαμε

και σπρώχνει τη ζωή μας ένα αλλιώς

ίσως να μην το λογαριάσαμε

τα τέρατα γκρεμίζονται με φως

Ν’ ανοίγουν τα παράθυρα

να μπαίνει μέσα  χρώμα

να περπατούν τα ποιήματα

απ’ την καρδιά στο στόμα

Εδώ που ρίχνουν μαύρο στην ελπίδα

και σημαδεύουν στο κεφάλι μας το γέλιο

εδώ που μεγαλώνει η ρυτίδα

τα τέρατα γκρεμίζονται με ήλιο

Ν’ ανοίγουν τα ματόκλαδα

να μπαίνουν μέσα στίχοι

με μια μικρή αναπνοή

να πέφτουνε τα τείχη

Κώστας Τσιαχρής

***

8. ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ

Αλλάζουν οι εποχές

όταν ήμασταν παιδιά

φοβόμασταν τα τέρατα

που κρύβονταν κάτω απ’ το κρεβάτι μας.

Σήμερα τα ίδια πάντα τέρατα

βολεύτηκαν στις τηλεοράσεις

στις εφημερίδες

στον υπολογιστή μας

στα κοινοβουλευτικά γραφεία

και τις μεγάλες επιχειρήσεις,

συμβουλές δίνοντας

για το πώς θα προστατευτούμε

από τα τέρατα

που τα ίδια κατασκεύασαν

για να μας τρομάζουν.

Ειρηναίος Μαράκης, “Όλα είναι όπλα”, εκδ. Ατέχνως, 2021.

***

9. ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Είμαστε απαρχής του επάνω χρόνου

μια μουσική αιώρηση

μεταξύ της πιο απροσδόκητης

πνευστής ελευθερίας

και της ομοβροντίας των φόβων μας.

Είπαμε κάποτε στο Τέρας

τη λέξη ανέφικτο

–ή μήπως τού είπαμε, τη λέξη εφικτό;–

και τράνταξαν απ’ το γέλιο του

όλα τα παλάτια

κι οι παράγκες

της χλωμής μας πολιτείας.

Τού απευθύναμε και τη λέξη

ελπίδα

για να αναποδογυρίσουν

στο ανοιγόκλειμα μιας μόλις αναπνοής

τα πηγάδια χωρίς νερό

κι άπαντα τα πολύτιμα πετράδια

δίχως αξία

ή έστω κάποιο νόθο λούσο.

Κι όταν με τα πολλά

σαν ψαλμός ή σαν εξομολόγηση

–θα την έλεγες εξομολόγηση

σχεδόν ερωτική–

τού μηνύσαμε

τη λέξη Άνθρωπος

–όπως τότε, στα έλη της αρχαίας Θήβας–

έγινε μεμιάς

ολάκερο Τέρας

–ποιος θα περίμενε στα χρόνια μας,

αλήθεια–

μόνον πέτρα και σιωπή

μόνον σιωπή και πέτρα.

Μήπως επειδή

έτσι τάχα ηχεί

η ακριβής του φύση;

Ή έτσι είναι

συλλαβή προς συλλαβή

και το ίδιο

τ’ όνομά του;

Πάνος Δρακόπουλος

***

10. Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Ευτυχώς που οι στίχοι μου σε παραπλανούν

και δε βλέπεις ακριβώς

εμένα όταν τους διαβάζεις.

Ωραίοι ίσως εκείνοι  σαν την Εσμεράλδα

άσκημος εγώ σαν τον Κουασιμόδο!

Γι’ αυτό επιμένω τόσο πολύ στην αισθητική

μήπως απαλλαγώ απ’ την ασχήμια μου

με την αγάπη της πεντάμορφης ποίησης

εγώ

το τέρας!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

***

11.ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Ένα μικρό ακίνδυνο ψεματάκι ήταν

κι άνετα μας το σέρβιραν οι επιτήδειοι.

Κανέναν δεν έβλαπτε κι αν έβλαπτε, έβλαπτε ολίγους,

τους άλλους τους βόλευε.

Απαρατήρητο περνούσε.

Με πτώματα λιτοδίαιτων αξιών τρέφονταν.

Μα λαίμαργο καθώς ήταν ζητούσε όλο και περισσότερα.

κι εμείς ασυναίσθητα δώσ’ του  και το μπουχτίζαμε.

Και καταβρόχθισε το αναίσχυντο «το τώρα» αμάσητο

και δάγκωσε επικίνδυνα το δεξί πόδι του μέλλοντος.

Τέρας έγινε. Στο τέλος κατάπιε και την αλήθεια ολάκερη.

Τόσο εξασθενημένη! Μια χαψιά την έκανε.

Της έκλεψε και το όνομα.

Τώρα όλοι σαν αλήθεια το αναγνώριζαν.

Μια αλήθεια μεταλλαγμένη

που κατάπιε παναθρώπινες αξίες

και δήθεν πιστεύω απέθαντα

και ξέρασε μια άλλη πραγματικότητα.

Αλίμονο αναίσχυντη, αιμοδιψή, σκληρή κι ανθρωποφάγα.

Μια πραγματικότητα που αλήθεια και ψέμα είναι πρωτοξάδελφα.

Ελένη Μανιωράκη

***

12. ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ

Το Τέρας που ερωτεύτηκε η Πεντάμορφη

δεν φάνηκε απόψε.

Κάπου θα κρύφτηκε.

Ίσως το βρούμε πίσω απ’ τους θάμνους.

Ίσως πάλι όχι.

Μπορεί και να χάθηκε σε κανέναν λαβύρινθο.

Μπορεί όμως και όχι.

Μάλλον για κάπου θα ταξίδεψε.

Μάλλον όχι.

Ίσως δεν το ’χει καταλάβει, αλλά δεν είναι μόνο.

Ιωάννα Λιούτσια: Συνομιλίες σε Μη+ (2013) [Ενότητα Τα δεκατρία γράμματα του πάθους]

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (378ο): «Αστραπή – κεραυνός»…

*Π. Θαλασσινός, «Κεραυνός κι αστραπή»

**********

Τούτο μόνο να ξέρεις: 

«Ό, τι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»!

(Ο. Ελύτης)

**********

-«Η αστραπή» (Μίλτος Σαχτούρης)

Θριαμβικοί θάνατοι επέρχονται
ραγδαίως
και μες στον μαύρο ουρανό
ανάμεσα σε πύραυλους μέσου βεληνεκούς
η λαμπερή αστραπή
θα ’ναι η ψυχή μου.

(https://poiimata.com/2018/01/16/astrapi-miltos-sahtouris/)

**********

-Μηνάς Δημάκης, «Είχες μέσα στα μάτια σου μιαν αστραπή»

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ’ ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν’ ἀταξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὶς Κυριακὲς
σὰν χτυπᾶ ἡ καμπάνα στὸ ἄσπρο ἐκκλησάκι
στὴν ἀψηλὴ πλαγιὰ τοῦ χωριοῦ
καὶ ξεκινοῦν οἱ ξωμάχοι γιὰ τὴν λειτουργία
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἀγάπη καθάρια
σὰν τὴν πρώτη ὥρα τῆς χαραυγῆς
στὰ κατάξερα βράχια
τῆς γυμνῆς ἐξοχῆς μας

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ χορεύουν στὶς ἀκρογιαλιὲς
τυλιγμένοι ἁρμυρὰ φύκια
ἀρχαγγελικοὶ ἔφηβοι καὶ κοπέλες ἀέρινες
ἀνάβουν φωτιὲς κοσμογονικὲς
καὶ περπατοῦν στὶς φωτιὲς καὶ πηδοῦν καὶ σκληρίζουν
καὶ τραγουδοῦν περήφανα τραγούδια προγονικά:
Κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ μιά μέρα…
-Ὢχ! μωρὲ καὶ πλάνταξε ἡ καρδιὰ
ἔρμη καρδιὰ βιγλάτορας τοῦ Χάρου

Εἶχες μεσ’ στὴν καρδιά σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ πίνουν καὶ μπερμπατεύουν καὶ βλαστημοῦν
καὶ ξεκινοῦν μεθυσμένοι
νὰ σφάξουν χίλια πρόβατα χίλιες κοπέλες νὰ φιλήσουν
νὰ ξεγελάσουν καὶ τὸν Χάροντα μὲ τὸ ρακὶ καὶ τὸ τραγοῦδι.
Ἐκεῖ ζώνονται τ’ ἅρματα καὶ κλέφτες ξενυχτοῦνε

Ἄχ! κι ἀπὸ κορφὴ σ’ ἄλλην κορφὴ σὰν σταυραητοὶ πετοῦνε

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιάν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν ἄνεμο τῆς πατρίδας
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἄγρια φλόγα
κι ἔλεγες δὲν ἦταν νὰ σβήσει ποτέ.

(http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/dimakis_matia.html)

***********

-Χρύσα Μαστοροδήμου, «Φθινοπωρινή αστραπή»

Η αστραπή του φθινοπώρου
στο μαντίλι μου κρεμάστηκε,
φοβάμαι  της είπα,
ο κεραυνός έρχεται,
και πάνω της σφίχτηκα•

μη φοβάσαι, είπε:
εμείς  ζούμε για τους κεραυνούς,
τις μπόρες,
τα ορμητικά ποτάμια,
τις λαίλαπες των ονείρων•

στο δρόμο προχώρησα
με την αστραπή στο ρούχο μου
κρυμμένη
κι ύστερα χιλιάδες σταγόνες
όρμισαν ως μέσα ως την ψυχή μου•

ο κεραυνός καταπάνω μου έπεσε
και έκαψε μαζί
όνειρα και ελπίδες
και έμεινα,  σβησμένη αστραπή

μια νέα βροχή να περιμένω.

(https://www.vakxikon.gr/)

***********

-Χρυσάνθη Ιακώβου, «Μια αστραπή διηνεκής»

Ώρες εικοσιτέσσερις

για μια αστραπή

που διασώζεται διηνεκής

κι ανέγγιχτη

στο σκοτάδι

ενός χρόνου

συμπιεσμένου,

ένας οργασμός

σε μια γέννηση

του εφήμερου,

σαν τον κρουστό ήχο

ενός λουλουδιού που ανθίζει,

σαν την πένθιμη μελωδία

ενός λουλουδιού που μαραίνεται,

ένα πέταγμα

από όπου ξεπηδάνε

όλα τα γενναία

και όλα τα τρομακτικά,

μια νύχτα

ό,τι έζησα σε τούτη τη γη,

αστερόσπαρτη

και πλάνα,

μια νύχτα

λησμονημένη

στις αδιέξοδους οδούς του κορμιού,

ένας αχός

από νικητήριες ήττες,

από ναι ψιθυριστά

σε άγραφες επιστολές,

μια σύμβαση

μια συμφωνία ψευδής

στου χρόνου το ποτάμι,

ό,τι αγάπησα

έχει από καιρό

μακριά κυλίσει.

Μια συμφωνία κάλπικη

μια νύχτα γεμάτη αστέρια,

δυο φεγγάρια

που σαν βεγγαλικά

αναβόσβηναν

στα μάτια σου.

(https://www.chrisanthiiakovou.gr/index.php/logotexnia-mou/dimosieyseis/427-symmetoxi-sto-afieroma-i-astrapi-ki-o-keravnos-stin-poiisi-sto-ennepe-moysa)

************

-Roberto Juarroz, «Αστραπές σκέψεις»

Αστραπές σκέψεις
διασχίζουν τις εσωτερικές ομίχλες
κι ίσως και τις εξωτερικές
όπως μια συνεχής έκρηξη
προσπαθεί από αλλού να παρηγορήσει
τούτη τη παροδικότητα που γίνεται όλο και πιο πηκτή.

Γιατί η σκέψη δεν αποφασίζει επί τέλους να μας
εγκαταλείψει
ακόμη κι όταν έχουμε διαλέξει να μη σκεπτόμαστε
ακόμη κι όταν οι εμμονές μας την προσβάλουν;
Η μήπως είναι της μοίρα μας
να μη νοιώθουμε αλλιώς το φως και τη σκέψη
παρά σαν μικρότατα θραύσματα
μιας άγνωστης έκρηξης;

***********

-«…Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
– ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.»

(Ν. Καρούζος)

*************

-«…Να φτάσω εκεί που σκάβουν τ’ ουρανού οι μαστόροι
Και να ‘βρω πάλι τη στιγμή πριν γεννηθώ
Τότες που ευώδιαζαν οι βιόλες άμα δε νογούσα
Πως δε νογάει την αστραπή του ο κεραυνός
Μόνο σε τεταρτοχτυπά -λάμψη όλος.»

(Ο. Ελύτης, Και με φως και με θάνατον 16)

*************

«Είσαι νέος – το ξέρω – […]

Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.»

(Ο. Ελύτης)

**********

-Οδυσσέας Ελύτης, [Κεραυνός Οιακίζει]

Τ’ είναι αυτό που μπερδεύεται μες στα μαλλιά μου
σαν τη νυχτερίδα και τινάζω με τρόμο το κεφάλι μου,
άλλοτε σαν δίχτυ αόρατο ριχμένο από μακριά
με τραβάει κι αδύνατον να του ξεφύγω,
πιάνει τη σκέψη μου όπως ακούω πώς πιάνουν οι παγίδες τα πουλιά
σταματώ να σκέφτομαι και μ’ αφήνει,
τρέχω στους καθρέφτες και δεν βλέπω τίποτε.

Αλλού είναι ο θάνατος.

Κεραυνός οιακίζει.

Εσείς άνθρωποι θα χαθείτε
το χτένι μες στο χέρι σας θ’ ακινητήσει ένα πρωί στον αέρα
κι ο καθρέφτης θα δείξει την υποδόρια υφή
των ιστών όπου ο χρόνος
όπως έντομο σε απελπισία παγιδεύτηκε.

Αλλού είναι ο θάνατος.

Μη μ’ αφήνετε να τρέξω γιατί θα χαθώ.
Δεν μου δόθηκε η χάρη να κλάψω αλλά φοβάμαι.

Δεν έχω συγγενείς
απ’ όλη τη ζωή
προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα.

Γέμισα τον έρωτα σταυρούς.

Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

(Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

***********

-Νίκος Καρβούνης (Κ. Βάφης), «Κεραυνός»

Είκοσι χρόνια τον στρατώνα εγνώρισα
και δάφνας έδρεψα στης μάχης το πεδίον
(Κωνσταντινούπολιν, Απείρανθον, Χαλκιδικήν)
Πλην ν’ αηδιάσαν κι αι μάχαι και ο στρατών.

Αφήκα τότε τον στρατόν.
Κάτι με είλκυσεν εις την πολιτικήν,
κάτι κι εγώ να γίνω κομματάρχης,
δεν θα’μαι ο πρώτος δα συνταγματάρχης
που ανήλθεν εις τοιαύτας λειτουργίας.

Τον δρόμον μου ηκολούθησα γοργός
και επάλαισα κατά της βασιλείας
στης Δημοκρατικής Ενώσεως τους κόλπους…
Αι ιδέαι της με συνεκίνησαν ολίγον
πλην με καιρόν βαρέθηκα. Είναι άχαρις
αγών για τάξεις, για πτωχόν λαόν, για δικαιώματα
για ελευθερίας, και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Άλλωστε ο Μποδοσάκης με προέτρεψε
ν’ αποσυρθώ γιατί έλεγε θα μου έκοβεν
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έγινα τότε φασιστής και αρχηγός
του νέου κόμματος του εθνικού
και υπουργικόν κατέλαβα εδώλιον.

Εδώ ας σταθώ. Καλά είν’ εδώ. Δεν το κουνάω.
Ποτέ απ’ εδώ εξ ιδίας προαιρέσεως.
Και μ΄ ευχαρίστησιν θα μείνω
και ζωήν ολόκληρον εδώ.

Αλλ’ αν χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
κάποια αλλαγή στις διαθέσεις γίνει
και δοθεί κάποιο φύσημα για πέρα
στον συνάδελφο Πρίμο ντε Ριβέρα,
σ’ εμένα, στον Τσαγκόφ, στο Μουσολίνι,
τότε ίσως επανέλθω στο στρατώνα
και ξαναρχίσω την παλαιά ζωήν μου.

Ίσως να κάνω και κανένα κίνημα
σωτήριον, αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τας βενιζελικάς μου παραδόσεις.
Το χρέος προς την πατρίδα και προς τον μπακάλη,
που δύσκολα θα δύναμαι να εξοφλήσω,
αν στερηθώ -πράγμα φρικτόν-
τα λίαν γενναία της εξουσίας δοσίματα.

Αλλ’ ο Εφέσιος αγρυπνεί και όλ’ αυτά
δεν είναι φόβοι βάσιμοι και σοβαροί,
τουλάχιστον για μέλλον λίαν προσεχές…

(https://sarantakos.wordpress.com/2011/07/31/keraunos/)

*************

[Τι Είπε Ο Κεραυνός] Του Τόμας Στερνς Έλιοτ

Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα

Ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους

Ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς

Τις κραυγές και τους αλαλαγμούς

Τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα

Του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά

Εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος

Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε

Με λίγη υπομονή

Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια

Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου

Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά

Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό

Αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε

Μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε

Ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο

Αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο

Στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει

Εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει

Δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά

Μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή

Δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά

Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν

Μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών

Αν είχε νερό

Χωρίς τα βράχια

Αν ήταν τα βράχια

Μαζί με νερό

Και νερό

Μια πηγή

Μια γούρνα μες στα βράχια

Αν ήταν ήχος μοναχά νερού

Όχι ο τζίτζικας

Και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας

Μα ήχος νερού πάνω από βράχο

Εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα

Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ

Αλλά δεν έχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;

Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου

Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο

Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου

Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος

Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω

– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα

Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού

Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν

Πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης

Ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα

Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα

Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπαρχτες

Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη

Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή

Και νυχτερίδες με πρόσωπα μωρών μέσα στο φως το μενεξεδένιο

Σφύριξαν και πετάρισαν μια στιγμή

Και σύρθηκαν με τo κεφάλι κάτω στη ρίζα ενός καψαλιασμένου τοίχου

Κι ήτανε πύργοι ανάστροφοι κι ανάεροι

Που σήμαιναν τις ώρες χτυπώντας καμπάνες θυμητικές

Και φωνές τραγουδούσαν μέσα από ξεροπήγαδα και στέρνες αδειανές.

Στη ρημαγμένη τούτη γούβα μέσα στα βουνά

Κάτω απ’ τα’ αχνό φεγγαρόφωτο, τραγουδάει το χορτάρι

Πάνω σ’ αφανισμένους τάφους, γύρω στην εκκλησιά

Εκεί είναι η αδειανή εκκλησία, του αγέρα μόνο κατοικία.

Χωρίς παράθυρα, κι πόρτα παίζει,

Τα ξερά κόκαλα κανένα δεν πειράζουν.

Μόνο ένας κόκορας στάθηκε στο μεσοδόκι

Κου κου ρικου κου κου ρικου

Μέσα στο φέγγος αστραπής Τότες μια νοτερή πνοή

Φέρνοντας τη βροχή

Φύρανε ο Γάγγης, τα πλαδαρά τα φύλλα

Προσμέναν τη βροχή, ενώ τα μαύρα σύννεφα

Συνάχτηκαν μακριά, πάνω απ’ το Χίμαβαντ.

Η ζούγκλα ζάρωσε, κουβαριασμένη σιωπηλά.

Μίλησε τότε ό κεραυνός

ΝΤΑ

Ντάττα: τι έχουμε δώσει;

Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου

Η φοβερή τόλμη μιaς στιγμής παραδομού

Που η εποχή της φρόνησης πότες δε θ’ αναιρέσει

Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει

Που κανείς δε θα βρει μες στις νεκρολογίες μας

Μήτε σε θύμησες από την ελεητικήν αράχνη σκεπασμένες

Η κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο στεγνός δικηγόρος

Στις άδειες κάμαρές μας

ΝΤΑ

Ντάγιαντβαμ: Άκουσα το κλειδί

Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μια φορά μόνο

Σκεπτόμαστε το κλειδί, καθένας μες στη φυλακή του

Με τη σκέψη του κλειδιού, καθένας βεβαιώνει τη φυλακή του

Μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέρια ψιθυρίσματα

Για μια στιγμή ξαναζωντανεύουν έναν τσακισμένο Κοριολανό

ΝΤΑ

Ντάμυατα: Το πλοίο ανταποκρίθηκε

Χαρούμενα, στο χέρι το δεξιό και στο πανί και στο κουπί

Η Θάλασσα ήταν ήσυχη, θα ’χε ανταποκριθεί η καρδιά σου

Χαρούμενα, στην πρόσκληση, πάλλοντας υπάκουη

Σε κυρίαρχα χέρια

 Κάθισα στην όχθη

Ψαρεύοντας, και πίσω μου o ξερός κάμπος

Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;

Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει παει και πέφτει πάει και πέφτει

Poi s’ ascose nel foco che gli affina

Quando fiam uti chelidon – Ω χελιδόνι χελιδόνι

Le Prince d’ Aquitaine à la rour abolie

Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπια μου

Ωραία, θα σας κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.

Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.

Σάντι σάντι σάντι

[μετάφραση: Γιώργου Σεφέρη]

(https://www.bibliotheque.gr/article/44474)

Πες το με ποίηση (377ο): «Τίγρη»…

Η ΤΙΓΡΗΣ-Χαϊνηδες-Ψαραντώνης

1.Η ΤΙΓΡΗ

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη

π’ όλο με περιμένει

κι όλο την καρτερώ,

τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,

μα ελπίζω να φιλιώσει

καιρό με τον καιρό.

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου

κι εγώ για το καλό μου

για κείνη πολεμώ

κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,

για να της τραγουδήσω τον πιο βαρύ καημό.

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,

για να την αγκαλιάσω

στον πιο τρελό χορό,

κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,

μου δίνει την προβιά της

για να τηνε φορώ.

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,

σχεδόν αγαπημένοι,

καθείς να κοιμηθεί

και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα,

σαν τη στερνή την ώρα

που θα επιτεθεί.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ

***

2. Η ΤΙΓΡΗ

I

Την τίγρη ακολουθήσαμε στη φωλιά της

νυχιές στο χώμα και τις στάλες βροχής απ΄ τη μουσούδα της.

Όπως σηκώνει το πόδι και διαλέγει το φύλλο

ή σκύβει στο ζώο το συντροφεύει ως την εξαφάνιση και φοβάται το φως

– τοπία ξεχασμένα πίσω απ΄ τις φωνές της λείας και του έρωτα –

την τίγρη τη νυχτερινή τη μάνα πώς ελαφροπατεί

και την ημέρα σε λήθαργο ονειρεύεται τ αστέρια…

Η πλάτη της ξεδιπλώνει όπως ο νοτιάς.

Άγνωστη η θάλασσα στην τίγρη

κι όμως ωραία τής μοιάζει στην κίνηση,

στα μάτια που έρχονται πάντα από πέρα.

Το φεγγάρι! Και τινάχτηκε. Όλο και πιο πολύ κατεβαίνει στα μυστικά…

Βρίσκει τη σιωπή τη σηκώνει με το νύχι την τοποθετεί σε ό, τι αγγίζει.

Τι τρυφερή η τίγρη στη σιωπή!

Ποια μουσική ακούει με το τέταρτο πόδι στον αέρα…

Σταματά το χρόνο μπρος στην πεταλούδα πηδάει

έπειτα στη μέση του κύκλου δροσιά, μεσάνυχτα δίψα και ξημερώματα.

II

Όταν πεθάνει η τίγρη θ’ ανεβαίνει στη κλίμακα

με ψυχρές τις μέρες ν’ αγρυπνούν σαν μάτια ορθάνοιχτα της νύχτας.

Άσπρος ο θάνατος σαν το γάλα της τη φέρνει στη Σκοτία.

Κάποιος τρελός βασιλιάς

διασκεδάζει τους λαγούς με μαργαρίτες

παίζει σταυροφορίες στην άμμο

σπρώχνει τη θάλασσα με την παλάμη –

γάτα μαλακή τραβιέται στον ορίζοντα.

Εδώ που στάθηκε ο μάγος πριν ανοίξει τις εσάρπες

με τα χιόνια

τώρα δυο γαϊδούρια τεντώνουνε τ’ αυτιά.

Α! Ήρθε ο Πέρσελ με την παλίρροια

τον ερχομό της τίγρης να ευλογήσει!

Τίγρη του μεταθάνατου πώς το ψοφίμι πήδηξες;

Με το ξεχασμένο λάβαρο του ιππότη στα δόντια

απ’ τα ερείπια της εκκλησιάς του βράχου

γκρεμίζεσαι στον ωκεανό.

Νύχια και κοχύλια

κραξίματα νεογέννητων πουλιών κι αόρατες βιολέτες…

Πώς να χαϊδεύει η πέτρινη κοιλιά της

τα πράγματα της ακτής!

Ξέρει η τίγρη το θυμό των φύλλων και των κυμάτων·

μάγισσα της Ισημερίας μιλάει με το ζεστό καιρό

φύκια στον Άγιο των Αγίων

και λειτουργεί η τίγρη χωρίς θήραμα ή πηγή

αρχίζει την έρημο κλειδώνει το περιβόλι των πιστών

όπου ανθίζει άσπρη πάντα μια αλυκή.

Με δυο κομμάτια ουρανού καταιγίδα και Μάη

ζυγιάζει τα παλιά ένστικτα και τη σοφία.

Πέθαναν οι κουρσάροι απ’ το φόβο της στεριάς σαν άραξαν

κι έμεινε να μετράει η τίγρη ταφόπετρες στα πλευρά της.

Τίγρη, μόνη με το χειμώνα

χτυπάς κι εσύ τις μέρες στους βράχους

μετράς τις άκρες του κόσμου μα ξέρεις το κέντρο.

Μια αστραπή – το ελάφι της νιότης –

σε σχίζει πάλι σε χίλιους θανάτους

όλους σε κορφές απόκρημνες της γέννησης

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

***

3. Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ

στον Βασίλη Συρμόπουλο

Αυτή την Τίγρη

αυτό το τέρας

την ψυχή μου

(έλεγε συχνά ο Χεμινγουέι)

θα την σκοτώσω.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

***

4. Η ΤΙΓΡΗ

Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα

δάση της νύκτας.

Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία;

Σε τι απύθμενα βάθη ή μακρινούς ουρανούς

έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;

Σε τι φτερά ήθελε Εκείνος να πετάξει;

Ποιο χέρι τόλμησε να πιάσει τη φωτιά σου;

Ποιο το στέρνο και ποια η τέχνη

ν’ ανοίξει θα μπορούσε την ενέργεια της καρδιάς σου;

Κι όταν η καρδιά σου άρχισε να χτυπά,

ποιο φοβερό χέρι; και ποιο φοβερό πόδι;

Ποιο σφυρί, ποια αλυσίδα,

Σε ποιο καμίνι ήταν το μυαλό σου;

Σε ποιο

θα τολμούσε να πνίξει τους θανάσιμους φόβους του;

Όταν τα άστρα έριχναν κάτω στη γη

τα φωτεινά τους ξίφη και έβρεχαν

τους ουρανούς με τα δάκρυά τους,

Χαμογελούσε Εκείνος, που έβλεπε το έργο του;

Εκείνος που έκανε το πρόβατο, έκανε κι εσένα;

Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα δάση της νύκτας

Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία!

William Blake, Τραγούδια της Εμπειρίας, Μετ: Γιώργος Μπλάνας

***

5. ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΤΙΓΡΗ

Τρομάζω στό χαμόγελο τῆς τίγρης.

Τῆς τίγρης πού τή νιώθω νά μέ γυροφέρνει,

καί πού ὅσο καί νά ψάξεις δέν θά τή βρεῖς.

Ἀόρατη γλιστάει στα δροσερά

φυλλώματα πού ἐκτρέφουν οἱ ἔρημοι.

Ἡ ἀγάπη σάν τήν τίγρη εἶναι φριχτή,

ἀλλά εἶναι καί θεσπέσια.

Οἱ ραβδώσεις της μέ κλείνουν σέ εἱρκτή.

Στή σκέψη πώς μέ μυρίζει σάν βορά

Αἰσθάνομαι ἀπαίσια.

Μά εὐφραίνομαι ὅταν τραγουδοῦν οί βάρδοι

αὐτό τό ζῶο πού σχεδόν τό νιώθω ἐπάνω μου.

Ὁ Μπλέηκ, ὁ Μπόρχες, ὁ Λεοπάρντι.

Θά μέ σπαράξει ἐτούτη τή φορά;

Ἤ θά μέ σώσουν τά φτερά τοῦ ἄνεμου;

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

***

6. Ο ΑΕΤΟΣ ΚΙ Η ΤΙΓΡΗ

Κάποτε μια Τίγρη,

κοίταζε έναν Αετό

που πέταγε ψηλά.

Έξυπνη και πανούργα όπως ήταν,

τον ζήλεψε και του λέει:

“Γιατί δεν αφήνεις τον ουρανό;

Έλα μαζί μου κάτω!

Θα κυνηγάμε και θα ζούμε βασιλικά μαζί!

Τα άλλα όντα είναι θνητά μπροστά μας!

Εγώ τρέχω γρήγορα,

είμαι αθόρυβη,

βλέπω στο σκοτάδι,

έχω μυτερά δόντια

και νύχια για εφέ.

Όλοι με τρέμουν! “

Ο Αετός τότε την κοίταξε και της είπε:

“ Ναι , όμως δεν πετάς!

Ζεις μόνο για να σκοτώνεις και να τρως!

Χτυπάς ύπουλα πισώπλατα,

τα άλλα όντα και όλοι σε φοβούνται,

ενώ εσύ νομίζεις πως σε θαυμάζουν!

Δεν είμαι σαν και εσένα λυπάμαι!

Εγώ έχω μάθει να ζώ δίπλα στον ήλιο!”

Γύρισε την πλάτη του

και πέταξε ψηλά στον ουρανό!

Στην ζωή ο καθένας επιλέγει τον ρόλο του!

Καθώς και πώς θα ζήσει!

Ανδριάνα Μπιρμπίλη

Βαγγέλης Γερμανός Η τίγρη της Βεγγάλης

7. Η ΤΙΓΡΗ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ

Μια εποχή, στα ξένα,

που δούλευα χαμάλης,

μου σάλεψε τα φρένα

μια τίγρη της Βεγγάλης.

Τα κοφτερά της δόντια

κροτάλισε με χάρη,

θα το ‘βαζα στα πόδια

αν δεν ήμουν παλικάρι.

Το τραγούδι της αιθάλης

τραγουδώ στα σκοτεινά,

μα η τίγρη της Βεγγάλης

φέγγει για παντοτινά.

Η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης.

Τι θέλεις, τη ρωτάω,

και δε φοράς κλουβί;

“Γουστάρω να σε φάω

λευκό, μικρό παιδί”.

Τις μέρες μου περνάω

χωρίς δεσμά και νόμους

και πάντα κουβαλάω

την τίγρη μου στους ώμους.

Το τραγούδι της αιθάλης

τραγουδώ στα σκοτεινά,

μα η τίγρη τής Βεγγάλης

φέγγει για παντοτινά.

Η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης.

Το τραγούδι της αιθάλης

τραγουδώ στα σκοτεινά,

μα η τίγρη της Βεγγάλης

φέγγει για παντοτινά.

Η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης,

η τίγρη της Βεγγάλης.

Γερμανός Βαγγέλης

***

8. Ο ΤΙΓΡΗΣ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ

Με μάτια κίτρινα από τον πυρετό

Είν 'έτοιμος να με κατασπαράξει

κιόλας χύμηξε πάνω στον λαιμό μου

τρέχει με λαστιχάτα βήματα

βυθίζει τα νύχια του στη σάρκα μου.

Ο έρωτας είναι εξ ίσου κοφτερός

εξίσου νυκτοθήρας και νυχάτος.

Μπήγει τις αιχμηρές λεπίδες του

και από ολόκληρος καθώς ήμουν πριν

γίνομαι ένας σωρός με ματωμένες σάρκες.

Ο ερωτικός τίγρης της Βεγγάλης

δρασκελά με βήματα αθόρυβα το δάσος

με μάτια κίτρινα από τον πυρετό.

ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ, "Το ράμφος της αϋπνίας", εκδόσεις Πανός

***

9. ΓΙΑ ΟΛΑ

Η τίγρη του Μπλέηκ,

η τίγρη η συμμετρική,

η τίγρη της συμμετρίας·

υπάρχει επειδή υπάρχει κι ο αμνός·

μαζί, δεν είναι δύο διαφορετικά χέρια,

αλλά ένα καινούργιο πρόσωπο.

Η τίγρη του Κίπλινγκ,

η τίγρη της απώλειας.

Είναι ευάλωτη, και γι’ αυτό, η τίγρη των τίγρεων.

Αποτυγχάνει, ωστόσο διατηρεί το δέρμα της,

απ’ το οποίο ίσως και να επιθυμεί να απαλλαγεί.

Κι η τίγρη του Κάφκα, πλήρως ικανοποιημένη

με το γεύμα της,

τώρα ξεκουράζεται στο κλουβί της.

Η τίγρη του Μπόρχες,

είναι το κίτρινο χρώμα,

είναι η τίγρη σε ένα όνειρο, σχεδόν αφηρημένη,

είναι μια τίγρη στην οποία μπορεί κανείς να δει

ακόμα και τη γλυκύτητα,

μα είναι και όλες οι προηγούμενες τίγρεις.

“El símbolo”…

Κι η δική μου;

Εγώ δε θα μπορούσα να έχω τέτοιες προσδοκίες,

μιας που μια τίγρη στέκεται αντίκρυ μου.

Με έχει αγαπήσει με τον καιρό.

Με έχει αποδεχθεί, ενώ εγώ ακόμα τη φοβάμαι.

Κάπως άτυχοι και οι δυο μας που δεν είμαι κι

εγώ φτιαγμένος όπως εκείνη.

Κι όμως, την κοιτάζω και με κοιτάζει

κι ένα βράδυ έπεσα στην αγκαλιά της.

Πριν χάσω τις αισθήσεις μου, θυμάμαι που της

έσφιξα ελαφριά την πατούσα κι ανταπέδωσε,

λέγοντάς μου μ’ αυτόν τον τρόπο ότι με είχε

συγχωρέσει για όλα όσα ήμουν και δεν ήμουν.

Νίκος Δασκαλόπουλος

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (376ο): «Ποδόσφαιρο»….

*Λ. Κηλαηδόνης – Αρχίζει το ματς

***********

-Musa Okwonga, Ωδή στο ποδόσφαιρο

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Μια παρέα ηλικιωμένων μπροστά από μια τηλεόραση, σ’ ένα ξεχασμένο από τον κόσμο καφενείο ενός χωριού, να παραλληλίζουν σύγχρονους παίκτες με ασπρόμαυρες φιγούρες από τα νιάτα τους,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Το τηλεφώνημα του συνταξιούχου πατέρα πριν από ένα πολύ κρίσιμο ματς, «Θα με πάρεις και μένα στο γήπεδο; Δεν θέλω να το χάσω αυτό»,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Μια παρέα 45ρηδων μέσα σ’ ένα αμάξι με τα παιδιά τους, στο δρόμο για ένα γειτονικό εκτός έδρας παιχνίδι, μια μαγική, αθώα συνωμοσία όλων των παρευρισκόμενων εναντίον των γυναικών του σπιτιού, «ναι μαμά, περάσαμε τέλεια στο λούνα παρκ»,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Το χαμόγελο που προσφέρει η θέαση ενός κασκόλ στον καθρέφτη ενός άλλου αμαξιού στην εθνική οδό, η εικόνα του γηπέδου από μακριά, το πρώτο σύνθημα που φτάνει στα αυτιά σου ενώ πλησιάζεις μέσα από τα στενά, ο πρώτος τύπος που σε προσπερνάει στο πεζοδρόμιο φορώντας την ίδια φανέλα, η μυρωδιά των ‘βρώμικων’ από τις καντίνες, το πρώτο «κοκακόλα, καφεδάκι, σποράκι, ροξάκι παιδιά» που φτάνει στα αυτιά σου, ο τύπος με το φελιζόλ που προσπαθεί πάντα να σε πείσει ότι οι κερκίδες είναι πολύ βρώμικες,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Ο πανηγυρισμός σου για ένα πανέμορφο γκολ σ’ ένα απλό γηπεδάκι 5Χ5, ένας πανηγυρισμός που θα δικαιολογούταν μόνο για γκολ σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ αλλά ποιος νοιάζεται, είναι ένα παιχνίδι Διάολε, γιατί να θέσεις  λογικά όρια συμπεριφοράς και στο παιχνίδι, ένα παιχνίδι που για μια-δυο ώρες κάθε εβδομάδα έρχεται σαν αέρας πεχλιβάνης και παρασέρνει κάθε σου σκοτούρα, κάθε σου άγχος και κάθε σου φόβο, συγκεντρώνοντας όλα σου τα προβλήματα στο παιδικό ‘που να δώσω τώρα πάσα’,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Η ιαχή ‘γκολ’, ο πλημμυρισμένος από ευτυχία εγκέφαλος των επόμενων δευτερολέπτων, η αγκαλιά με τον φίλο, το χοροπηδηχτό με τον άγνωστο μπροστινό που ανήκει σε διαφορετική κοινωνική τάξη και σε διαφορετική γενιά, μπροστά στο παιχνίδι και στο γκολ όλοι είναι ίδιοι και ίσοι, το χαι φάιβ που απορρέει χαρά με τον άγνωστο παραδιπλανό, που πιθανόν δεν έχεις ξαναδεί, ούτε θα ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Το χορτάρι, η μυρωδιά του, η αίσθηση του, η αύρα του, το πράσινο του σε όλες τις πιθανές αποχρώσεις, το χρώμα με το οποίο είναι καλυμμένα όλα τα πατώματα στον Παράδεισο,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Οι συζητήσεις, οι λογομαχίες, η καζούρα, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, που ήσουν όταν έγινε κάτι ποδοσφαιρικά μεγάλο, πόσο χρονών ήσουν, που να είναι τώρα εκείνοι με τους οποίους το βίωσες μαζί,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Μια παρέα αραχτή σ’ ένα σαλόνι μπροστά σε μια τηλεόραση, ένα τραπεζάκι γεμάτο μπύρες και φαγητό, τα σχόλια, ο χαβαλές, τα μπινελίκια, η αίσθηση της παρέας,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Μια απίστευτη ενέργεια κάποιου σε κάποιο, οποιοδήποτε, γήπεδο, ένα τακουνάκι, μια ραμπόνα, ένα ψαλιδάκι, το ‘ωωω’ της κερκίδας, το ‘ωωω’ της παρέας στο σαλόνι, το ‘ωωω’ των παππούδων στο καφενείο, το ‘ωωω’ των φίλων στο 5Χ5, το χειροκρότημα ακόμα και των αντιπάλων, η αποθέωση της φαντασίας,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Μια παρέα από μπόμπιρες να περπατάει σ’ ένα πεζοδρόμιο με τον πιτσιρικά που κρατάει τη μπάλα να προχωράει πάντα πρώτος, μια παρέα να παίζει μονό σε μια μικρή αλάνα ενώ έχει σκοτεινιάσει, μια παρέα να δίνει ραντεβού για την επόμενη μέρα, στο ίδιο μέρος, με τις ίδιες συνθέσεις, την ώρα που φτάνει στη διασταύρωση που πρέπει να χωριστεί γιατί κάποιος μεγαλύτερος και δήθεν σοφότερος τους έχει πει ότι το βράδυ δεν έχει παιχνίδι, έχει σπίτι και ύπνο,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Τα σκισμένα παντελόνια στο σημείο του γόνατου, οι τσιρίδες της μάνας μόλις αρχίσει να χάνεται το φως, τα γήπεδα χωρίς διαγράμμιση, τα έξαλλα πανηγύρια για μια μπάλα που απλά περνάει δυο πέτρες ή δυο μπουφάν που συνεχίζουν προς τον ουρανό με μια νοητή κάθετη γραμμή που βλέπει μόνο το μυαλό του παιδιού και όποιου έχει παίξει μπάλα,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Η πρώτη φορά στο γήπεδο με τον πατέρα σου, η νοητή βάφτιση πολλών καινούριων πραγμάτων, οι πρώτες εικόνες που χαράζονται στη μνήμη για πάντα, τα χρώματα, οι φωνές, τα πρόσωπα, η υποδοχή από τους διπλανούς, το να τραγουδάς ότι τραγουδάει ο μπαμπάς, η αγκαλιά στο γκολ,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Ένα μοναχικό πιτσιρίκι σε μια άδεια αυλή να προσπαθεί να κάνει τσαλιμάκια με μια μπάλα, για ώρα, για ώρες, γιατί κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ο χρόνος δεν κυλάει το ίδιο, το έχει πει και ο Αινστάιν,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Η πρώτη κλωτσιά στην κοιλιά μιας μάνας, ο ενθουσιασμός των γονιών, η γραφική, κλισέ, χαρούμενη ατάκα του μπαμπά «να δεις, θα γίνει ποδοσφαιριστής»,

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. 

https://provocateur.gr/locker-room/988/ayto-einai-to-podosfairo-ena-poihma-gia-th-stroggylh-thea

**********

-Τα γκολπόστ – του Νίκου Εγγονόπουλου

άκουγε τις καμπάνες που βαρούν
και τ’ ορειχάλκου τις δονήσεις
όπου τρυπάν τον καθαρό
–του κυριακάτικου πρωινού–
αγέρα

άραγες οι καμπάνες τι να μηνούν;
θα τις ακολουθήσουν μήπως
ύμνοι τραγούδια χαρές
ή πολυβόλα θ’ αντηχήσουνε
απαίσια
να σπείρουνε
τον όλεθρο ολούθε;

ένα σας λέω:
όλοι να τρέξουμε αμέσως
στα γκολπόστ
παιδιά!
στα γκολπόστ!
στα γκολποστ
άγρυπνοι
–ακοίμητοι φρουροί–
πανέτοιμοι
το μάτι εδώ εκεί
να γρηγορούμε

μην αρχίσουνε να πέφτουνε
τα τέρματα
βροχή
και
ηττηθούμε.

[Από τη συλλογή: Στην κοιλάδα με τους ροδώνες.]

************

-Ν. Καρούζος, [Αγχώδης εμπειρία]

«Τ’ απογεύματα της Κυριακής
ανοίγω το ραδιόφωνο
σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό
του πρώτου ημιχρόνου …»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε
στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο
συντριπτική γαλήνη
και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης
και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση
προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι
μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο …» –
κλείνω.
Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα.
Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω.
Την άρνηση πνίγω.
« …ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως.
Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας …» –
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι.
Πυκνότερη σιωπή.
Ανάβω κεράκι
και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί.
Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή …»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
« …τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης
και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του …»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή
στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μες στις φωνές
ουρλιάζουν τα πάντα.
« …ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά
ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει …»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο
το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή … Αυτή η δύναμη …
Να ‘χει την ίδια δυνατότητα
την ησυχία και το σάλο …»


(Πενθήματα, Αθήνα 1969)

***********

-«Μπαλάντα του απερχόμενου ντρίπλερ του καιρού τούτου¨», του Ηλία Λάγιου

Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατιά του πόνου
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα κτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγοριά ψυχρή την κοκαΐνη.
Α! στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, το Ντιέγκο Μαραντόνα.

https://popaganda.gr/art/balanta-tou-aperchomenou-ntripler-tou-kerou-toutou/

***********

-ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Ποδοσφαιρικό ματς

Είκοσι δυο λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχόλης μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τα’ αστέρια!

Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τα’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.

Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τα’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι
της νίκης ν’ απολάψουν τα’ αλκολίκι
και κλειούν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.

Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που’ ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.

Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους,
ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.

Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει,
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.

(Ταξίδια με πολλούς ανέμους, Κέδρος, Αθήνα 1964)

************

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ωδή στον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής, Χρήστο Αρδίζογλου

Από το ότι, ορμώμενος,
τα χρόνια περνούν γρήγορα
και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο
και από το ότι
ο ποιητής παλαιότερα Δικταίος Aρης
εκράτησε ως αφιλοκερδής τεχνίτης
στην πενιχρή αθανασία του
τον άλλοτε σπουδαίο παίκτη
της ποδόσφαιρας
Ηλία υιόν του Υφαντή
-του Ολυμπιακού Πειραιώς-
τονίζοντας τα κάλλη του
και την ευμορφία του
παράλληλα με τον μακαρισμό
ευτυχισμένος (να ‘ν’) ο Πειραιάς
που έχει φορτώσει τόσες απ? τις ελπίδες του
πάνω σε τέτοια αγόρια
θα υμνήσω και εγώ
με τη φτωχή την πένα μου
τον μοναχικό πλην όμως φιλότιμο χαρακτήρα
του παίκτου της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής
Χρήστο Αρδίζογλου.

Θα υμνήσω

Γιατί το παιδί αυτό
από τις ταπεινές τις γειτονιές του Περισσού
προερχόμενο.
Της Ριζουπόλεως και της Σαφράμπολης.
Ήταν το μόνο από πολλούς άλλους
που παρά την υπεροψία της νεότητας του
εκράτησεν ενός λεπτού στα μυστικά σιγή
για τους αποχωρήσαντες βετεράνους
που δεν επέτυχαν πολύτιμο γκολ
σε κρίσιμη στιγμή
απορρίπτοντας έτσι ακόμα και τον θάνατο
μια και αγνόησε όλους αυτούς τους αθλητές
που τώρα βρίσκονται στο χώμα.

Θα υμνήσω.

http://www.mentality10.com/art-category/poihsh/item/2656-otan-megaloi-ellines-poihtes-egrapsan-gia-to-podosfairo

*************

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, Α Εθνική

Αγνοώ την Ελλάδα και το σούρουπο η κυρα-Θάλασσα
σαλιώνει τα φρύδια μου και κλαίει γιατί ασυγκίνητος
τραβώ το μαχαίρι απ’ το σώμα της πατρίδας μου,
που γεύτηκε λίγο πριν δυο ημιχρόνια παράτολμης ξεγνοιασιάς.
Το υπέροχο μεσημέρι μιας ηλιόλουστης Κυριακής
είναι η ευκαιρία για να θωπεύεις το γαλάζιο
του Αττικού ουρανού και τα λιγοστά πουλιά της Αθήνας
ζευγαρώνουν κάτω απ’ τα μάτια των παιδιών, που κολλημένα
στα τρανζίστορς προσεύχονται διστακτικά.
Μουστακαλήδες τραβάνε για την παραλία
κι όσοι δεν χωράνε στα γήπεδα λουφάζουν
μέσα στης καρδιάς μου το σπαραγμό.
Κι οι πέτρες γίνονται μπάλες, μπάλες γίνονται οι μανάδες,
μπάλες παλιές ρόδες, μπάλες γίνονται κι οι πατεράδες,
μπάλες γίνονται στα πόδια των παιδιών τα’ άλλα παιδιά.

Λαχτάρα μου, φύγε για το Σούνιο
κι από κει πήδα στο νερό ν’ αγναντέψεις
τα βουλιαγμένα πιθάρια.


(Ο δράκος του μεσημεριού, Ύψιλον, Αθήνα 1983)

***********

-ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Η μπάλα

Μια κόκκινη μπάλα κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.
Απόγεμα
ο ήλιος λάμπει.
Σ’ ένα σύννεφο παίζουν ποδόσφαιρο.
Κανένας δεν διακρίνει στην υγρή μπάλα
που κολλάει στην άμμο και στριφογυρίζει στο χορτάρι
ένα κομμένο κεφάλι
που κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.
Οι φίλαθλοι γαβγίζουν στις εξέδρες
το γκολ μπαίνει
θρίαμβος στα δίχτυα
ιαχές στους δρόμους
κι ο πόλεμος με το κουτσό του ποδάρι
έτοιμος να κλοτσήσει τη γη
με το γήπεδο και τους φιλάθλους
στου διαόλου τα δίχτυα.

(Ποίηση 2, Κέδρος, Αθήνα 1973)

Post Navigation