Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (303ο): «Μήνες 3ο: Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος»…

*Ιούλιος

 

*Παντελής Θαλασσινός, «Ιούλιος πορθητής»

 

 

 

-“…Τον ΙΟΥΛΙΟ κάποτε μισανοίξανε

Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου

Την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν…

Αμαρτία μου να ‘χα κι εγώ μιαν αγάπη

Ρόδο μου ρόδο αμάραντο…”

 

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί)

 

 

 

 

 

-«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,

γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα

δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό

νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»

 

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον, Ίκαρος)

 

 

 

 

-«…Ήτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,

που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,

στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια

και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος

κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος…»

 

(Κώστας Βάρναλης)

 

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «Αλλόφρονας Ιούλιος»

 

“Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου

μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα

φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…

Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο

Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές

τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.

Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα

προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας

ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο

να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.

Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.

 

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, [Γυμνός, Ιούλιο μήνα]

 «Μυρίσαι το άριστον (VIII)»

 

 Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι

ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω

στο μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.

Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.

Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά η κασέλα

όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια,

τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με

την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια,

τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δε μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ.

Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο πού ‘ναι

πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά

θέλεις να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από

τη φύση- άλλα θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

 

(Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, Ίκαρος)

 

 

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, [Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου]

 

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών

και των γρύλων – έλεγε, –

το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο

παλιό τζάκι της καλύβας,

η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –

δε σου ζητούν αποδείξεις,

οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,

υπάρχουμε,

μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της

θερινής νύχτας,

τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,

οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,

 τα κορίτσια ξύπνια,

η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,

το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.

Ο μικρός ακούρευτος βοσκός

ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,

τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,

το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,

τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,

έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο

και ξάπλωσε μόνος,

σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,

(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),

κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –

Άγνωστη γνώση

                    γνώση του σώματος,

                                               άγνωστο σώμα.

 

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

 

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα, «Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου»

 

“Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.

Πού πας, ομορφούλα μου,/ Χιονούλα και ήλιε;

Πάω στις μαργαρίτες/ του πράσινου λιβαδιού.

Δε φοβάσαι/ που αλαργεύεις μόνη;

Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος/ φοβίζουν τον έρωτα.

Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου,/ χιονάτη κόρη.

Έχει φύγει η καρδιά μου,/ για πάντα.

Ποια είσαι, λευκή κόρη,/ κι από πού έρχεσαι;

Γυρίζω από τους έρωτες/ κι από τις κρήνες.

Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.

Τι έχεις στα χείλη σου/ που τα φλογίζει;

Το άστρο του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.

Τι έχεις στο στήθος σου/ λεπτό κι ωραίο;

Το σπαθί του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.

Τι λεν τα μαύρα μάτια σου,/ σοβαρό και βαθύ;

Τη σκληρή απελπισιά μου/ που πάντα πληγώνει.

Γιατί φοράς μαύρο/ του θανάτου μανδύα;

Αλίμονο, είμαι θλιμμένη/ κι άκληρη χήρα,

του κόντε της Δάφνης/ της Ροδοδάφνης.

Αφού κανέναν δεν αγαπάς,/ τι ψάχνεις εδώ;

Το σώμα του όμορφου κόντε μου/ της Ροδοδάφνης.

Ψάχνεις λοιπόν τον έρωτα να βρεις/ άπιστη χήρα;

Σου εύχομαι να τον βρεις.

Τα άστρα του ουρανού/ είναι οι πόθοι μου,

σ’ αυτά θα βρω τον εραστή μου/ που ζει και πεθαίνει.

Αναπαύεται μες στο νερό,/ χιονάτη κόρη

σκεπασμένος με νοσταλγίες/ κι άσπρα γαρίφαλα.

Αχ, ιππότη περιπλανώμενε/ στα κυπαρίσσια,

μια νύχτα φεγγαρόφωτη/ σου χαρίζει η ψυχή μου.

Ω, Ίσις ονειροπαρμένη!/ Κόρη δίχως γλύκα,

με στόματα παιδιών/ λέει τις ιστορίες της.

Την καρδιά μου σου δίνω./ Μια καρδιά ήρεμη

πληγωμένη από το βλέμμα/  των γυναικών.

Γενναίε ιππότη,/ ο Θεός μαζί σου.

Πάω να βρω τον κόντε/ της Ροδοδάφνης.

Αντίο, δέσποινα μου,/ κοιμισμένο ρόδο,

εσύ πας στον έρωτα/ κι εγώ πάω στο θάνατο.

Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.

Η καρδιά μου αιμορραγεί,/ κόκκινη κρήνη”.

 

(Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητικά άπαντα, εκδ. Εκάτη)

 

 

 

*Αύγουστος

 

 *Νίκος Παπάζογλου, «Αύγουστος»

 

 

 

-«Στίχοι Ελύτη για τον Αύγουστο»

 

-«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου

εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χει άγριες πείνες άπνοιας

ο Αύγουστος για να ζητάει μελτέμι

ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και

στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς ευώνυμο

στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας…»

 

(Ο. Ελύτης, Δυτικά της λύπης)

 

 

 

 

 

-«…Σαν να μόνο τα ονειρεύεται η Σελήνη

μα πραγματικά τα βλέπει εκείνη.

Και την ώρα που κλαίμε ή τα μάτια κλείνουμε να φανταστούμε τι

γραμμένο ακόμη απομένει κατακέφαλά μας να βρει

αναστεναγμός ακούγεται άλλος

κι από κει που πηγάζουνε οι ροδώνες

μια δροσιά μυριστική με συνοδεία κιθάρας χύνεται.

Ποταμός του Αυγούστου μες στις πεδιάδες.

Πού και πού επιπλέον σπίτια και συστάδες ανθρώπων που μισούνται

κι ερωτεύονται κάτω από τις φιστικιές ανάβουν

τα πάλαι ποτέ φιλιά

ξανά και ξανά στις μύτες των ποδιών ο ίδιος όρκος

και τα ίδια εναντίον της μοίρας λόγια πικρά…»

 

(Ο. Ελύτης, Το φωτόδεντρο και η 14η ομορφιά)

 

 

 

 

– «…Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια

δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο

είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου

βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήταν η καρδιά στη  θέση της

ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα

η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τοε κόρφους του βασιλικού

να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!…»

 

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 

 

-«…Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε,

μεγάλη ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος

η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο

η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού

μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν

έλα λοιπόν από την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα

ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού

ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ’ αναστήσουν το αίσθημα

γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει

έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως

να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου…»

 

(Ο . Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 

 

 

 -«…Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας

θα ‘ναι νύχτα κι Αύγουστος.

Πελώριες άρπες πού και πού

θ’ ακούγονται και

με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ’ απ’ τη μαυρίλα

θ’ αρχίσει να αναδύεται…»

 

(Ο. Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)

 

 

 

 

 -«Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον

Αύγουστο είναι κατά πολύ ανώτερες απ’ τις άλλες που συντρέχουν

για να συντελεστεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου»

 

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 *Ελύτης – Κόκοτος- Ρένα Κουμιώτη, «Αύγουστος»

 

 

 -«Αύγουστε μήνα, μήνα και Θεέ

σε σένα ορκιζόμαστε

πάλι του χρόνου να μας βρεις

στο βράχο να φιλιόμαστε…»

 

(O. Ελύτης, Τα ρω του έρωτα).

 

 

 

-Ιωσήφ Μπρόντσκι, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου»

«Οι εραστές τ’ Αυγούστου,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,
τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,
οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα
τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,
εξαφανίζονται στα σοκάκια,
τρέχουν στις πλατείες.
Στους εραστές τ’ Αυγούστου
αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα
οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω
στα πουκάμισά τους,
φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές
κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.
Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,
να το που χρωματίζει τα δέντρα,
που σβήνει τη λάμπα,
που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .
Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,
γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.
Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.
Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες
κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,
συνομιλώντας με τον εαυτό σου.
Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,
με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,
παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,
παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,
κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,
κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,
κανείς δε θα σου παρασταθεί,
κανείς δε θα σου σταθεί,
πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,
απ’ τα λουλούδια,
απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, «Οι εραστές τ’ Αυγούστου.»

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»

 

Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.

Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.

Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου. Ο αγωγιάτης,

ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες

κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια. Πάνω στ’ αλώνια

λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα. Μες στα μάτια των παιδιών

χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν. Τ’ αμπέλια είναι απέραντα

σαν τη δόξα ή την άγνοια. Λίγο να κάνεις να σκύψεις

θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο. Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας

μέσα στο χώμα. Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου

είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.

 

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος)

 

 

 

 

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, «Πάντα είναι Αύγουστος»

 Πάντα είναι Αύγουστος
Το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
Ξύλο μαυρισμένο.
Πάντα η φωτογραφία στον κίτρινο τοίχο
Δείχνει τη συνάντηση στο ποτάμι
Την ώρα που ο ήλιος μετέωρος ανάμεσα
Από δέντρα και άμμο ναρκισσεύεται
Στο νερό.
Πάντα φτάνει το τραίνο στο σταθμό
Οι πρώτες φωνές στους διαδρόμους, το πρώτο τσιγάρο, τα μεγάφωνα
Οι απίστευτες ματιές της Κυριακής για ένα ταξίδι στη μυθολογία
Το πλήθος, τα χέρια, τα μέλη, τα μάτια των υπνωτιστών.
Πάντα είναι Αύγουστος
Η μητέρα σου στο διπλανό δωμάτιο ξερνάει και συ αγωνίζεσαι
Για τη μετατόπιση ανάμεσα από λίμνες, έλη, νεκρούς
Σε βιβλία χημείας και φυσικής που τα οφείλεις τον Σεπτέμβρη
Σε σώματα απέραντα ανέπαφων
Που διατηρούνται στη ζωή
Με τη μυθολογία του Αυγούστου
-Ο πατέρας σου υπέγραψε πριν από λίγο
Δεν μπορείς να φύγεις
Είναι Αύγουστος.

 

 

 

*Σεπτέμβριος

*Παντελής Θαλασσινός – Ένας μικρός γλυκός παλιός Σεπτέμβρης

 

 

 

-«Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος»

(Κική Δημουλά)

 

 

  

 

-“… Γύρισε κι ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές.

Τελευταίος. Με το τελευταίο δρομολόγιο

του κατάφορτου Αυγούστου: τσουμπλέκια

ποδήλατα ψησταριές ψυγεία ονόματα

ξεφούσκωτα κυμάτων αφρολέξ, κελαρύσματα

ορεινών χωριών δεμένα σε πτυσσόμενα πλατάνια.

Και πολλά δέρματα. Τέλεια κατεργασμένα

στον ήλιο. Για εξαγωγή.

Μερικοί ξέχασαν τελείως να γυρίσουν.

Οψόμεθα…”

 

(Κική Δημουλά, απόσπασμα από το ποίημα «Λυόμενο»)

 

 

 

 

-«… Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη

Στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα

Των κήπων και των ασπασμών

Της ανδρικής και γυναικείας συσχετίσεως

Πάσης μορφής του έρωτος…»

 

(Α. Εμπειρίκος, απόσπασμα από το ποίημα “Επαλήθευσις”)

 

 

 

 

-«Ανδρέας Εμπειρίκος: «Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον βοά μέσα στην πλάση»

 

“Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη

βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η

γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους

κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες

των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι

οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών

κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί

όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) ανα-

γαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγε-

λος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε

κορμί: Τα ρούχα πέτα, γδύσου.

Τίποτε μη φοβάσαι.

Έαρ, χειμώνας, θέρος-

όπου κι αν είσαι-

είναι η ρομφαία μου μαζί σου.”

 

(Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

-Κ. Π.Καβάφης – Ο Σεπτέμβρης του 1903

 

Τουλάχιστον με πλάναις ας γελιούμαι τώρα·

την άδεια την ζωή μου να μη νοιώθω.

Και ήμουνα τόσαις φοραίς τόσο κοντά,.

Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα·

γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη·

και μέσα μου να κλαίη η άδεια μου ζωή,

και να μαυροφορούν η επιθυμίαις μου.

 

Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι

στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,

στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.

Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι.

 

 

 

 

-Γιάννης Τόλιας – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

 

Από το ανοιχτό παράθυρο

φυσάει μέσα ο Σεπτέμβριος

και σβήνει

το λυχναράκι

του Καλοκαιριού.

 

Με τις πρώτες σταγόνες

ανοίγουν τις ομπρέλες τους

οι πυγολαμπίδες

και πλημμυρίζουν

τα μονοπάτια του κήπου.

 

Στην ανεμόεσσα κόμη

της λύπης της

ακόμα και το δικό του χάδι

αποδημητικό

 

Πες το με ποίηση (302o): ΨΑΡΙ -ΨΑΡΕΥΩ -ΨΑΡΑΣ

1.Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα

κι είναι στη μυρωδιά της μέσα που το ψάρι αστράφτει

μάταια μην ψάχνεις.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη

 

 

Ο Ψαράς Των Λέξεων – Ευστάθιος Δράκος

 

 

2.Ο  ΨΑΡΑΣ  ΤΩΝ  ΛΕΞΕΩΝ

 

Αναζητώντας μια μεγάλη αλήθεια

έριξε δίχτυα

μέσα του με φόρα

 

Στα νερά

τα βαθιά

τα μαβιά απ’ τη γέννα του

και περιμένει τις λέξεις

 

Και

ούτε Θεός

ούτε ένα φως

δε σπαρταρά

μες στα δίχτυα του

Ούτε Θεός

ούτε ένα φως

δε σπαρταρά

μες στα δίχτυα του

 

Δεν είχε πότε πότε καλή ψαριά

ούτε ακριβά, ούτε βαθιά , ούτε σοφά

κι αυτό που πουλά μηδέν

μηδενικό τελικά

τελικά…

Δεν!

 

Αναζητώντας πια για μια ζωή τ’ ακριβό

ξέρει καλά ότι δε ζει διόλου μέσα του

μα παριστάνει πως έχει κι απ’ αυτό

στον καιρό της νοθείας

 

Πόσοι τριγύρω που πουλάνε φύκια

Και πόσοι που αγοράζουν

βγάζει τα δίχτυα του

 

Και Θεός

κι ένα φως

πουθενά

μες τα δίχτυα του

 

Ίσως και να βγάζεις πια πιο πολλά με την άγνοια…

 

Δεν είχε καλή ψαριά

ούτε ακριβά, ούτε βαθιά , ούτε σοφά

μηδενικό

αυτό που πουλά μηδέν

τελικά

 

Νίκος Μωραΐτης

 

 

***

 

 

3.ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ  ΨΑΡΙ

 

Τη νύχτα μεταμορφώνομαι σε ψάρι,

αμφίβιο που ξαφνικά

γίνεται πλούσιο κι ελεύθερο γιατί δεν έχει τίποτα.

 

Άδειος; Ναι,

άδειος σαν το μέγα διάστημα,

μέσα στη νύχτα κολυμπώ, κι από τη μήτρα σου πιο σκοτεινή,

σαν κοσμοπολίτης.

 

Ναι, το σύμπαν είναι η πόλη μου.

Κοιταγμένη από ψηλά, σε κάθε πισίνα της,

η Ευρώπη δεν είναι παρά ένα κομμάτι από ξερό και ζαρωμένο χοιρινό

και η Ασία ένα σπασμένο τσαγερό δίπλα σε μια βρώμικη τάφρο.

 

Πήγαινε γέμισέ το με τη σπιτική σου αγάπη,

γέμισέ το με καθαρό νερό,

γέμισέ το με το νερό του λουτρού που αλλάζει κάθε μέρα.

 

Είμαι ένα αμφίβιο

που τίποτε δεν έχει και δεν φοβάται τίποτα.

Μέσα στο μέγα σύμπαν είμαι σκαλωμένος,

μέσα στα όνειρά σου της μέρας και της νύχτας.

Λουόμενος που τον λούζει η βροχή και τον χτενίζει ο άνεμος.

 

Με καμάρι κολυμπώ στον ουρανό σου,

στον θάνατο και στη ζωή που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις.

Για την ελευθερία σου ακόμα κομπάζεις;

 

Έλα λοιπόν, δέξου μ’ ευγνωμοσύνη αυτό το ψάρι,

ψάρι του διαστήματος που ξαφνικά γίνεται πλούσιο κι ελεύθερο

γιατί εσύ το ’χεις εγκαταλείψει.

 

Τσεν Λι, Μετάφραση από τα αγγλικά: Αναστάσης Βιστωνίτης

 

 

***

 

 

4.ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

 

Ο καλός ποιητής ψαρεύει με το καλάμι

περιμένοντας.

Ο κακός ρίχνει δυναμίτη και μαζεύει νεκρές λέξεις.

 

ΜΑΡΙΑ  ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

 

 

***

 

 

5.ΨΑΡΕΜΑ

 

Έριξα το αγκίστρι μου στη θάλασσα

Ψάρεψα στεναγμούς,

καημούς και πάθη.

 

Τα αράδιασα

σε λευκό χαρτί,

τα μοίρασα στο πλήθος.

 

Ύστερα, πάλι από την αρχή,

με καινούργιο αγκίστρι,

υπακούοντας σε κάποιο πεπρωμένο,

σε άλλες θάλασσες

σε ψάχνω…..

 

Παπαδόπουλος Θεοχάρης

 

 

***

 

 

6.ΤΟ  ΨΑΡΙ  ΠΟΙΗΜΑ

 

Κάτοικος της αβύσσου

Ποίημα με βράγχια

 

Ψαράκι στου ψαριού το στόμα

Του πιο μεγάλου

Του θεόρατου

 

Στο ενυδρείο

 

Αιφνίδια ανεβαίνει

Πρέπει

Αναγκασμένο

Αστραπιαία

 

Ασημένια βολίδα

 

Σπάει η φούσκα του.

 

Για μια στιγμή

Αστράφτει ανάποδα

Πολύτιμο

Με την κοιλιά

Στο εχθρικό στοιχείο

 

Οι άσπρες λέξεις το τρώνε μεμιάς

Αποσυντίθεται

 

ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΠΑΥΛΙΝΑ

 

 

***

 

 

7.Ο KAFKA ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ

 

Στη φωτογραφία του Κάφκα που έχω κολλήσει

στον καθρέφτη της κάμαράς μου, έβαλα δεξιά

κι αριστερά από ένα ψάρι.

Γιατί ο Κάφκα αγαπούσε τα ψάρια και δεν τα

έτρωγε.

 

Το χειμώνα μαζί με τα ψάρια έκανε μπάνιο

στο κρύο νερό μιας λίμνης, όπως κι ένας

άγιος πρόγονός του, που έσπαζε τον πάγο της

λίμνης κι έμπαινε μέσα.

 

Άλλωστε η αγάπη του για τα ψάρια φάνηκε

και στο θάνατό του. Τον τελευταίο καιρό

δε μιλούσε, έγραφε ό,τι ήθελε να πει κι ο

θάνατός του έμοιασε με θάνατο ψαριού που το

βγάλαν στη στεριά.

 

Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει.

Κι ας είναι ευλογημένη η Dora Dymant.

 

(Dora Dymant: η νέα κοπέλα που έζησε με τον Κάφκα τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και παραστάθηκε στοργικά στο θάνατό του.)

 

Μίλτος Σαχτούρης, Εκτοπλάσματα, Στιγμή 1986

 

 

***

 

 

8.ΜΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΜΕ ΨΑΡΙ

 

Υπάρχουνε και στο βυθό δρυμοί της κάψας

που δεν τους σβήνει το νερό.

Ακούγονται κι εκεί άηχες φωνούλες

από λαυράκια, κέφαλους, σαργούς

γλαρώνουνε κι εκεί τα μάτια

όταν οι δυο κοιλιές τρίβονται η μια στην άλλη

ώστε να πληθυνθεί

το θαύμα των ιχθύων.

 

Ψαριών που για μιαν άνωθεν μπουκίτσα

δεν οσμίζονται το δόλιο προτηγάνισμα

κι όλα τα παρατάνε σύξυλα

κι αλλάζουνε σπασμό και μοίρα.

 

Βλακείες ψαρίσιες.

 

Κοιτάξετε καλά

να επιτηρείτε την αγάπη

από ένα τόσο δα

πινάκιο με σκουλήκι.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΒΑΡΒΕΡΗΣ

 

 

***

 

9.ΟΙ  ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ  ΨΑΡΙΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

 

Οι λέξεις είναι ψάρια στο νερό.

Χιλιάδες μαζί κολυμπούν

ή και μόνα τους

με φιγούρες περίπλοκες

ή ολόισια στο στόχο.

 

Κάτι ψάχνουν να βρουν, είναι βέβαιο.

Αν προλάβουν-

γιατί έχει νόμους σκληρούς

το νερό.

Το μικρότερο ψάρι πάντα κινδυνεύει.

 

Για μας μένουν

τ’ αμφίβια τέρατα

που ξεβράζουν την πείνα τους στη στεριά.

Κάτι δυσκίνητοι κροκόδειλοι.

 

Γιάννης Βαρβέρης, Αναπήρων πολέμου

 

 

***

 

10.Ο ΧΟΡΚΟΥΖΆΙ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑ

Στον Θανάση Εξαρχόπουλο 

                                        

Ίσως ο Χοκουζάι στ’ όνειρό του

είδε τη Γυναίκα του Ψαρά

να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή

καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε

το χταπόδι του ονείρου της.

 

Ίσως η Γυναίκα του Ψαρά

είδε τον Χοκουζάι στ’ όνειρό της

να ονειρεύεται πως τη ζωγράφιζε γυμνή

καθώς την τύλιγε ολοένα και την έγλειφε

το χταπόδι του ονείρου της.

 

Ίσως εμείς κοιτάζοντας τη ζωγραφιά του Χοκουζάι

βλέπουμε δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο

δίχως να το ξέρουμε.

 

Γιώργης Παυλόπουλος

 

 

***

 

 

11.Ο ΕΡΑΣΤΗΣ-ΨΑΡΙ  

 

Γλιστρούσε από τα χέρια μου

κι έπρεπε

να έχω μεγάλη τέχνη στην απόχη.

Όχι βαρύ καμάκι, θα πονέσει.

Όχι το αγκίστρι, θα ματώσουν

τα καλοδουλεμένα του βράγχια.

 

Κι ενώ ήταν ξένος και βουβός και κρύος

ασήμιζαν τα μάτια μου όταν τον κοιτούσα

κι όταν χανόταν στα βαθιά, πνιγόμουν

από τα φλιντισένια του κόκαλα.

 

«Αντίο» και «πρόσεχε, θα βρέξει»

σε ποια γλώσσα να πω.

Στεγνή ομηρία τα πόδια μου

στο χώμα ριζωμένα.

 

Από είδος σε είδος, δίχως μεταλλάξεις

θα περπατά η σιωπή.

Ίσως να συναντιόμαστε, καμιά φορά, στις όχθες.

 

Λένα Καλλέργη (*1978), Περισσεύει ένα πλοίο, Γαβριηλίδης, 2016

 

 

***

 

 

12.Ο ΑΝΤΡΑΣ-ΨΑΡΙ

 

κάποτε ένας άντρας – ψάρι

χαϊδεύτηκε στα πόδια μας

κι αποκοιμήθηκε

στα καστανά χαμομήλια της ήβης

 

είπαν πως ήταν η ναυαγός ποίηση

πιασμένη στα δίκτυα μας

από όταν γίναμε αλιείς μοναξιάς

κι εκείνος χάθηκε

στα μπλε χρυσάνθεμα του θυμού μας

 

οι γόβες μας έκτοτε αποτελέσανε τα ποτήρια

που ήπιαν κονιάκ οι δήμιοι

και περπατήσανε μόνες

με τακούνια ψηλά

στην άβυσσο της συγχώρεσης

 

τώρα περιμένουμε ένα τραίνο

γεμάτο από βελούδινα καπέλα και παλαιά φιλιά

να διαπεράσει την μοίρα μας

να φυγαδευτούμε επιτέλους

προς το δεδικασμένο των πραγμάτων

που ορίζει

πως ανθρώπινο ριζικό είναι μόνο

η ερωτευμένη σάρκα

και ο ερωτευμένος θάνατος

 

Ισμήνη Λιόση, “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις ‘Τύρφη”, Απρίλης 2016.

 

 

***

 

13.Η ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΡΩΣ  ΨΑΡΙΑ

Μνήμη Χούλιο Κορτάσαρ

 

Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη

Την είδα χθες τη νύχτα στο ντοκιμαντέρ

Βγάζει τα λέπια και τα σπλάχνα και ξεπαγώνουν

Κάνοντας κύκλους στο φούρνο μικροκυμάτων

 

Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη

Έχει χρόνο απέραντο ένα μαχαίρι κι ένα παιδί που κλαίει

Καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη κι εγώ βιάζομαι

Καθαρίζει ψάρια που ποτέ δεν θα φάει κι ανάμεσά μας

Μεσολαβεί ένας πιλότος και τρεις μεταπράτες

 

Απ’ όσα πλήρωσα δεν θα φτάσει σχεδόν τίποτα

Να σταματήσει αυτό το παιδί «το αληθινό πρόσωπο των αγγέλων»

Να κλαίει από πείνα.

 

Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη

Τα βάζω στο τηγάνι και μυρίζουν κρέας

Κρέας τηγανιτό κι ανθρώπινο που πεινάει.

Ανάμεσα σε μένα και στα ψάρια που θα φάω

Υπάρχει μια περίπλοκη πραγματικότητα

Κάποιες εξειδικεύσεις κάποιες λησμονιές

Για να με κάνουν να φάω κρέας ανθρώπινο που κλαίει.

 

Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη

Κι εγώ ετοιμάζομαι να ξεχάσω πως τρώω κρέας ανθρώπινο.

Είναι πολύ περίπλοκο στις μέρες μας να τρως ψάρια

Θα πρέπει πρώτα να κάνεις μια μικρή προσπάθεια να μη σκέφτεσαι.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΛΑΛΙΩΤΗΣ, ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΟΥ ΓΚΟΓΙΑ, Ενδυμίων

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΨΑΡΙ

 

Μπορεί στην πλημμυρίδα και στην άμπωτη να κρύβεσαι

κάποιας χλωμής παλίρροιας, σαν η σελήνη έχει χαθεί,

όμως οι άνθρωποι στο μέλλον θα το μάθουν—

πώς έριχνα τα δίχτυα μου

και πώς εσύ αμέτρητες φορές πηδούσες

πάνω από τα μικρά, τ’ αργυρά νήματα,

και ότι ήσουνα σκληρή θα πουν,

και με πολλά λόγια, πικρά, για σένα θα μιλήσουν.

 

  1. B. Y   E   A   T   S,  70 Ερωτικά, μετ: Σπύρος Ηλιόπουλος & Μαρία Σιδηροπούλου, Εστία 2000

 

 

***

 

15.ΓΥΝΑΙΚΑ-ΨΑΡΙ   

 

Στιλπνή είμαι, ασημένια,

ψάρι είμαι, ξεγλιστρώ.

Χάνομαι, χύνομαι,

ρέω, διαφεύγω.

 

Μόνο γυναίκα αν ήμουν,

αρχέγονη, μυστική,

πήλινη,

διονυσιακή,

κοχύλι,

γονιμότητα,

αγγείο και ηχείο,

αν ήμουν.

 

Όμως ούτε γυναίκα είμαι ούτε ψάρι

μα και τα δύο μαζί.

Και δεν είναι μόνο δική μου αυτή η ιστορία.

 

Είναι κι η ιστορία της γυναίκας-σταγόνας και της γυναίκας-χιονιού

της γυναίκας-σαύρας και της γυναίκας-αετού

μα και της Μαίρης, της Άννας,

της Ελένης, της Φρίντας,

της Σύλβιας, της Ιωάννας

και όλων των άλλων γυναικών

αθόρυβα αφήνουν πίσω τους τα χνάρια

από μικρά παπούτσια

που γρήγορα εξαερώνονται στον χρόνο.

 

Είμαι γυναίκα-ψάρι.

Όταν πεθάνω, θα γίνω μόνο ψάρι.

Θα κολυμπώ στ’ αστέρια.

 

ΧΛΟΗ  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006)

 

 

***

 

16.ΚΡΥΑ ΨΑΡΙΑ 

 

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια

Τα μάτια τους χάντρες στο κενό

μετά τον έρωτα αποσύρονται

σε μουχλιασμένα όστρακα

κοιμούνται

 

Μα εγώ αγαπώ τους άλλους

που ζουν σε μαύρα σπίτια

με μόνη τη σκόνη

να απλώνει τις σκιές

κι αυτούς πάλι που γράφουν

με κομματιασμένες σάρκες στο σκοτάδι

 

Οι άνδρες που αγαπώ είμαι Εγώ

Κροκόδειλοι με κατασπαράζουν κάθε νύχτα

Καμία σχέση με τα ψαράκια του γλυκού

 

ΧΛΟΗ  ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (301ο): «Τώρα»….

*Γ. Νταλάρας, «Τώρα που θα φύγεις»

 

-Μανόλη Αναγνωστάκη, [Το θέμα είναι τώρα τί λες…]

Το θέμα είναι τώρα τί λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ώς εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τί λες.

[Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα. 1941-1971, Εκδόσεις Νεφέλη]

 

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής…»

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται
Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα-

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς
Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος
Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη
Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες
Ἔρχονται οἱ ἁγνοί, οἱ ἀνυπόκριτοι.
Οἱ βιαστές, οἱ ἀμέτοχοι, οἱ παρθένοι.
Οἱ πονηροὶ συνδαιτυμόνες, οἱ ἀθῶοι
Οἱ ληξίαρχοι τῶν ἡμερῶν μας
Ἔρχεται τὸ μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στοὺς πίδακες τῶν πρόσχαρων νερῶν.
Ἔρχονται οἱ τελευταῖες προδιαγραφές

Μὰ τώρα αὐτὸς εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀνώνυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὰν ἕτοιμος νεκρὸς
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται.
(Νὰ ξέρεις πάντα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς)

[Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα. 1941-1971, Εκδόσεις Νεφέλη]

 

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Τώρα…»

 

Γ. Α.

 

Τώρα

Κι ίσως να ’ναι μονάχα μια στιγμή

 —Ακόμα μια στιγμή τί θα προσθέσει;—

Νιώθεις ακόμα πιο σκληρά πιο πονεμένα

Τις πληγές των πραγμάτων που αγαπούσες

Χωρίς καμιά καμιά πια φρεναπάτη.

Φεύγουμε κι ίσως γελαστήκαμε στο τέλος

Ίσως να μείναμε στο τέλος πάλι μόνοι

Τώρα που πια δε θέλεις δρόμο να γυρίσεις.

Μ’ αν πρέπει τώρα να πεθάνουμε, το ξέρεις,

Πρέπει γιατί αύριο δε θα ’μαστε πια νέοι.

 

[Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα. 1941-1971, Εκδόσεις Νεφέλη]

 

 

 

 

-Ελένης Τριβέλλα, «Τώρα»

 

Κάθε φορά πνιχτά κυλάει ο χρόνος

με μια θηλιά πιο πάνω απ το λαρύγγι

από σχοινιά μπλεγμένα κι αόρατα.

 

Κάθε φορά η παραλίγο μαχαιριά

στην άκρη της λάμας.

 

 Δεν πονάει ο σφαγμός

το ίδιο με την προσμονή του,

το ίδιο, αφού παγώσει το τραύμα.

 

Κι έτσι

αν πέσεις, αν σκοντάψεις, αν χτυπήσεις

η οδύνη θα ακολουθήσει

αργότερα

ή νωρίτερα

πριν το ατύχημα,

στο κάλπικο “αν θα”

 

Γιατί το άλγος

είναι κεντιά της φαντασίας.

Γιατί στη φωτιά δεν καίγεσαι

όσο παλεύεις να βγάλεις έξω τους αγαπημένους σου

Μπορείς να υφαίνεις με δύο χέρια μαυρισμένα απ τους καπνούς

όσο τραβάς μαλλιά και χέρια και πόδια

δίχως αέρα στα πνευμόνια;

 

Βρες το βάσανο

Εξαφάνισέ τον πριν σε δαγκώσει·

κι αν σου ορμήσει

οι πληγές περνάνε με φάρμακα και αντισηπτικό

άντε και με λίγες ημέρες στο κρεβάτι.

 

Όταν κουμπώσεις

απ τη μια μεριά το στιγμιαίο

κι απ την άλλη το κενό

δεν θα στριμώχνεται σε άβολα πουκάμισα.

 

Είναι το “τώρα”

μακρόσυρτο

 

Κάθε “τώρα”.

 

Και μετά “τώρα” θα είναι.

Και πριν “τώρα” ήταν”.

 

Ξέμπλεξε την κλωστή

από χαρταετούς ονείρων αζωντάνευτων

Σου έκοψαν τα δάχτυλα

σαν σβούρες γύρω γύρω.

 

Κι άφησε τον άνεμο

να δώσει τη λύση

Εμπιστέψου την κρίση του

Αφέσου καθολικά.

 

Ξαφνικά

στου δειλινού τα χρώματα,

ξημέρωσε.

 (https://www.fractalart.gr/twra/)

 

 *Μαρίκα Νίνου, «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα»

 

-Αθανάσιος Χριστόπουλος, «Τώρα»

Δεν θέλω να ελπίζω,
δεν θέλω να φροντίζω
το μέλλον στην ζωήν.
Το σήμερα προκρίνω,
το αύριο τ’ αφήνω
στης τύχης την ροήν.

 

Το τ’ ύστερα θα γένει
και τι με αναμένει
ποσώς* δεν το φρονώ·
ποτέ δεν τ’ αναβάνω*,
γιατί τον νουν μου χάνω
και ματαιοπονώ.

 Ας γένει ό,τι θέλει,
τελείως δεν με μέλει·
ας πέσει ο ουρανός.
Η γη μας ας βουλήσει*
κι ο ήλιος ας σβήσει
κι ας μείνει σκοτεινός.

 Εγώ ζητώ το τώρα,
και τούτη μόν’ την ώρα
οπόσο ημπορώ,
τον Βάκχον* μου ρουφώντας,
τον Έρωτα φιλώντας,
πασχίζω να χαρώ.

 (Α. Χριστόπουλος, Λυρικά, Ερμής)

 

 

 

 

-Περί άλλα, «ΤΩΡΑ»

 

Τώρα, μας κουράζει το φως.

Οι ίσκιοι λιγόστεψαν 

κι οι άνθρωποι

που θέλουν να ξεκουραστούν

περισσεύουν.

Πού να κρυφτούμε

και πώς.

 

(http://www.perialla.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=113&Itemid=49)

 

 

 

-Μίκης Θεοδωράκης, «Ακόμη τώρα»

1943

 Ακόμη τώρα

όταν θυμούμαι τη λεμονόστηθη μικρούλα

το χρυσαφένιο προσωπάκι που ακόμη λάμπει

ολόϊδια αστέρι, το φλογισμένο της κορμί

το πληγωμένο από την καφτερή του έρωτα σαϊτα

πρώτη απ’ όλες σε νιάτα και ομορφιά

θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στα χιόνια.

 

Ακόμη τώρα

αχ η παιδούλα με τα μάτια του λωτού

ερχότανε, βαριά με πόθο ερωτικό της νιότης

θα την αδράξουνε τα δυο μου πεινασμένα χέρια

κι από το στόμα της θα πιω το δυνατό κρασί

όπως η κλέφτρα μέλισσα ρουφάει

το μέλι από το νούφαρο.

 

Ακόμη τώρα

να την έβλεπα να κείτεται

με μάτια ορθάνοιχτα, γαλαζωμέν’ από ξαγρύπνι

με μάγουλα να καίνε ως το χλωμό αυτάκι της

απ’ τον πυρετό του χωρισμού μας

ο έρωτάς μου θα την τύλιγε με λουλουδένια δάση

κι η νύχτα θα γινότανε ο μαυρομάλης εραστής

απάνω στο κορμί της μέρας.

 (https://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4535)

 

 

 

-Φώτη Αγγουλέ, «Τότε και τώρα»


Τότε:
Εσύ: με νεκρή την καρδιά και τα μάτια κλεισμένα
στης ζωής μας μπροστά την ασκήμια
κι εγώ: με σφαγμένη καρδιά και με σπλάχνα σκισμένα
με του πόνου ντυμένος τη γύμνια.
Εσύ: δίχως βάσανα πια και με χέρια σφιχτά σταυρωμένα,
στα που πόνους δε νιώθουνε στήθια
κι εγώ: με τα χέρια παντού της ψυχής απλωμένα,
ζητιανεύοντας κάποια βοήθεια
Εσύ: μέσ’ στην πρώτη χαρά τρισμακάριος μιας χώρας,
μια ψυχή που πετά μαγεμένη
κι εγώ: του γκρεμού το δεντρί μιας ακράτητης μπόρας
η μανία, φριχτά που το δέρνει.


Και τώρα:
Εσύ: Μια ψυχή το κορμί της που λιώνει στον τάφο
προσφορά στη γιγάντια φρίκη
Κι εγώ: του καημού βασιλιάς, μοιρολόγια που γράφω
της ψευτιάς διαλαλώντας τη νίκη.

(https://atexnos.gr/)

 

 

 

Αναστάσης Βιστωνίτης, «Τώρα είσαι μόνος»

Στην πρώτη δύσκολη νύχτα
χωρίς διαφάνειες, σκάβοντας το αδύνατο,
χωρίς καν μια υποψία παρουσίας,
ακουμπώντας στο χώμα,
αυτοί που ήρθαν χθες
μπορεί κι αύριο
από την ίδια ερημιά να σε κοιτάζουν.

Κανείς δεν σε ξέρει.
Μέσα από την κρύα στάχτη,
τον αβαρή καπνό,
κολυμπώντας σ’ ένα ουδέτερο μελάνι
ζητάς μια πρόφαση,
ένα σημείο αναγνώρισης –
κι η πόλη να καθρεφτίζεται στο τζάμι.

Τώρα είσαι μόνος παρ’ όλα τ’ αστέρια.
Κάτω από το καμπύλο φως της λάμπας
πέφτει μπροστά στα μάτια σου καμένο σκοτάδι.
Κανείς δεν το βλέπει. Κανείς δεν ξέρει γιατί
πέφτει μαύρη πάχνη από τον ουρανό
κι εσύ γιατί αυτό το άχρηστο υλικό
το ονόμασες κόσμο.

(https://poiimata.com/)

 

 

 

 

-Πες το με ποίηση (300ο): «ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ-ΕΠΕΚΕΙΝΑ-ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ»…

Pina – The Here and After

 

 

1.ΤΟ  ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ

 

Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις

της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις

αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις

εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.

 

Aνάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.

Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,

θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.

 

Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου

Ευαγγελίου του Χριστού — ζωής αδιασπάστου.

 

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993

 

***

 

2.ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

 

Υπήρξε και χάθηκε.

Υπήρξε και γι’ αυτό χάθηκε.

Στην ίδια αναπότρεπτη τάξη

γιατί τέτοιος είναι ο κανόνας γι’ αυτό

το προκαθορισμένο παιχνίδι.

 

Ένα τετριμμένο συμπέρασμα που δεν αξίζει

τον κόπο να γραφεί

αν δεν ήταν ένα αναμφισβήτητο γεγονός

για πάντοτε και πάντα,

για ολόκληρο τον κόσμο, όπως υπάρχει

και θα υπάρχει,

 

ότι κάτι υπήρξε πραγματικά

ωσότου χάθηκε,

ακόμα και το γεγονός

ότι σήμερα δοκίμασες μια μερίδα

τηγανητές πατάτες.

 

ΒΙΣΟΥΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, Μετ: Βασίλης Καραβίτης¬

 

***

 

3.ΤΟ  ΑΧΡΗΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ  ΤΗΣ  ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

 

Πού ανήκει, λοιπόν, η ψυχή μου

εκτός σώματος διατρέχοντας τον κόσμο,

αφήνοντας πίσω ίχνη

όπως τα πουλιά που ταξιδεύουν

με προορισμό να μην εμπιστεύονται

το κενό που τα στηρίζει;

 

Βασίλης Καραβίτης,  «Λυπομανία», Στιγμή

 

***

 

4.ΚΑΝΕίΣ

 

Τό «Τώρα»

πού έν ριπ φθαλμο γίνεται «Πρίν»

λοι τό κατοικον μέ κάποιο φόβο

καί κρέμονται π’ τό «Θά» το αίνιγματικό

μή ντας σε θέση να εκάσουν

τό παραμικρό.

 

σο γιά τό «Μετά», μάταιος κόπος.

νά πέμβεις δέν πάρχει τρόπος.

ποκυήματα λα τς φαντασίας καί τς Λαχτάρας

γιά συνέχεια –μιά ποιαδήποτε συνέχεια.

 

φο ναζήτησή μας μεινε γονη καί στείρα

-τόσους αἰῶνες κρούοντας καί δέν νοιξε

καμμιά κλεισμένη θύρα

οτε λλος Λάζαρος μς γνεψε

στω πό μακρυά

πάρτο πόφαση, ν μπορες:

 

Κανείς

σον ραος καί γενναος καί χαρισματικός

και ν πρξε στή ζωή του

δέν πγε πέρα πό τή στάχτη του.

 

ΛΕΝΑ  ΠΑΠΠΑ

 

***

 

5.ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ

 

Θρυμματίστηκε ο καθρέφτης μου

Και το χαμόγελό μου

 

Πίσω απ’ τα σύννεφα

Μια λευκή μορφή

Με περιμένει

Μακραίνοντας του χαμογέλιου μου τα θρύμματα

 

Ύστερα έρχεται το σκοτάδι

Μια αιχμή λαμπερή

Ένα μεγάλο μάτι που αργοπορεί σε κάθε γραμμή

Το κρύο και η αλήθεια

Ένας καπνός που βγαίνει από το στήθος μου

 

ΤΑΚΗΣ  ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

 

***

 

6.ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ

 

Εκείνοι που φεύγουνε πώς να πορεύονται

εν γη αλλοτρία; Σαν κοπάδι

τυφλό ή καθένας τους χώρια,

έγκλειστος στη δική του σιωπή;

 

Τα μικρά φοβισμένα παιδιά

βρίσκουν άραγε κάποιον

να τα πάρει απ΄το χέρι;

Οι εραστές συναντιούνται

ή γυρίζουνε μόνοι φωνάζοντας μάταια;

Κι οι μητέρες που χάσαν

τα βρέφη τους αγκαλιάζουνε

πάντα το ίδιο κενό;

 

Βλέπουν τά μάτια, ακούνε

τ΄αυτιά ή κυκλωμένοι

απ΄τ΄αδιαπέραστο σκοτάδι

παραδέρνουν;

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Στ΄Ακρωτήρια της Ύπαρξης, 2003

 

***

 

  1. ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ

 

Αγωνιστήκαμε ώσπου να πεθάνουμε.

Πόσο υποφέραμε, ώσπου να καταλάβουμε

την ώρα μας.

Έπρεπε νά ’ρθουν οι άλλοι πια

κι όμως, εμείς, δεν μπορούσαμε

έτσι ν’ αφήσουμε τη ζωή μας ατέλειωτη,

τόσο τυραννισμένη και γλυκιά,

δυνατή κι όμορφη.

 

Μας φαίνονταν ότι την αγαπούσαμε

περσότερο από κάθε άλλη φορά

που με δύναμη δυνατή αγάπησαν

με όλη τη δύναμή τους οι άνθρωποι τη ζωή.

 

Κι όμως έπρεπε να φύγουμε, να χαθούμε

για νά ’ρθουν εκείνοι που θα ζούσαν

απ’ τον δικό μας θάνατο. Ήμασταν

περίλυποι, θέλαμε και μεις,

θέλαμε να χαρούμε μαζί τους.

 

Γιατί μας λαχαίνει ο θάνατος;

λέγαμε, κλαίγαμε όλοι μαζί με φόβο

κι ο ένας πιο πολύ τον άλλο φοβόταν

πως θα πέθαινε δίχως τον άλλο,

φοβόταν πως θ’ απόμενε ο άλλος

στη ζωή και δεν ήθελε τον θάνατο μοναχός.

 

Ο αχός αυτής της αγωνίας,

–Θε μου, Εσύ ξέρεις πόσο παιδευτήκαμε

άδικα– θ’ αργήσει τουλάχιστο να διαλυθεί

πάνω στη γη που την αφήσαμε τόσο λυπημένοι,

γιατί πεθαίναμε πρόωρα. Κατά χιλιάδες πεθαίναμε

κι όμως ήμασταν χωρισμένοι. Θα γνωρίσουν

την αδελφοσύνη ίσως, λέγαμε, αυτοί

που έρχονται ύστερα από μας.

 

Η αγωνία μας βάσταξε

στο μεταίχμιο αυτό που άγγιξε

μυτερό της ψυχής την πιο βαθιάν άκρη.

 

Γευτήκαμε τον θάνατο ως την ψυχή.

Μας δοκίμασε ο θάνατος. Τον πολεμήσαμε

και δεν ξέρουμε αν νικήσαμε.

Ήρθαν οι άλλοι, ύστερα από μας

που με αγάπη δεν τους γνωρίσαμε.

 

Ζωή Καρέλλη, Η εποχή του θανάτου (1948)

 

***

 

8.ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ

 

Θα ‘πρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές

Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απ’ τα χείλια μας στα αυτιά τους ,

Λέξεις για να βαστούν συντροφιά

Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή .

 

Βοηθήστε με, φίλοι μου, άνθρωποι,

Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν . Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια

Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας

Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου

Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά

Για να τους έχουν εμπιστοσύνη .

 

Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός

Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα

Και να που δυσπιστεί ,

Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες

Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους

Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση

Αισθάνονται το μικρό πυρετό

Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών

Και κοίταξε πίσω του.

 

Jules Supervielle, Μετ: Κώστας Ριτσώνης

 

***

 

9.ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

 

Μετά το θάνατο σου θα βγουν κάποιοι

να πουν πόσο καλά σε ήξεραν

κι ας μην σε άγγιξαν ποτέ.

 

Θα πουν λόγια αγάπης, καλοσύνης

κι ας μην αισθανθήκανε τίποτε από αυτά.

Θα πουν πόσο καλοί φίλοι ήσασταν

κι ας είχε να χτυπήσει μήνες το τηλέφωνο.

 

Θα πουν για το βίο και την πολιτεία σου

με μεγαλειώδη επίθετα

ξεχνώντας κάποια που δεν πρόλαβαν να αποστηθίσουν

-ο θάνατος πολλές φορές ξαφνικός-

θα πουν αυτά που θα ήθελαν να πουν

γι΄ αυτούς και στον δικό τους θάνατο.

 

Και πιο ‘κει

πίσω από τα κυπαρίσσια

θα γελάνε ειρωνικά οι αμαρτίες σου

γιατί αυτές σε ήξεραν καλύτερα

αισθάνθηκαν πιο πολλά για σένα

και χτυπούσαν συνέχεια τηλέφωνα στη συνείδηση σου  .

 

Γιατί αυτές δεν χρειάστηκε να αποστηθίσουν τελευταία στιγμή

επίθετα και λέξεις για τον επικήδειο

καθώς αυτές θα σε συντροφέψουν μιλώντας μαζί σου

απλά, λιτά κι απέριττα.

 

Ελευθερία Θάνογλου

 

 

***

 

10.Η ΖΩΗ  ΜΕΤΑ

 

Τα αφανή

χέρια των αγαλμάτων,

τα δυο της Νίκης το ένα του Ερμή

τα δυο της Αφροδίτης και λοιπά

δε χάθηκαν:

 

κομμένα από τους ώμους

ζουν όλα σ’ έναν απολιθωμένο τόπο

έγιναν σάρκα, λυγίζουν πια τα δάχτυλα

και τον αγκώνα

περιπλανιούνται με παλάμες άδειες

και δε θυμούνται την ακίνητη ζωή τους

τα αφανή

σάρκινα χέρια δε γερνούν

είναι άφθαρτα κι αθάνατα

κι όταν επιθυμούν

έρωτα ή γνώση αγγίζονται

ή αγγίζουν πέτρες αντιστοίχως

όμως η αφή δε φτάνει.

 

αγκαλιά χάρτινη παλιά.

δυο μάλλον άγνωστοι εμείς

σε μια φωτογραφία.

από τα τέσσερά μας χέρια

δυο δε φαίνονται.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΤΟΥΠΑΣ, Τα καρφιά μένουν

 

***

 

  1. ΕΠΕΚΕΙΝΑ

 

Έμπλεος από σένα

πώς κι από πού να σε φωνάξω;

Χύνεται μέσα μου η φωνή μου

και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω

και σε ζητώ και δε σε βρίσκω

γιατί είσαι όπου είμαι

κι είμαι όπου είσαι

και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

 

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.

Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα

− έρωτα το είπαν

ποίηση το είπαν…

 

 Ας ήταν να βρεθούμε

έξω από μένα

έξω από σένα

γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

 

 Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν

να μου γνέφεις

απ’ τα βαθιά των ημερών.

 

Βύρων Λεοντάρης, Έως, Νεφέλη 2003

 

 

***

 

12.ΕΠΕΚΕΙΝΑ

 Δεν έχεις το δικαίωμα, φώναζα, το κρίμα το δικό μου

να σηκώνεις

Κι εσύ ανένδοτα σιωπούσες.

Γιατί δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη

– ποιος αδικεί ποιος αδικείται

τι μας βαραίνει πιο πολύ

το κρίμα ή η αθωότητα;

 

Η αγάπη δε μας δίνεται, μας παίρνει

κι όσοι αγαπούν αλύπητα αγαπούν

ρημάζουν και ρημάζονται

 

Κι όλα τα πήρες πάνω σου

το φταίξιμο την ενοχή και την ποινή μου

Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη.

 

Εντάξει, εσύ αναστήθηκες.

Εγώ όμως με σχεδία το σταυρό μου

θαλασσοδέρνομαι σε μαύρους ουρανούς

*

Μέλλον, πώς γίνεται να είσαι μέλλον;

Αφού δεν είσαι θα, ποτέ δε θα ’σαι

πάντοτε ήσουν πριν ποτέ μετά

κι αντίδρομα, όπως πορεύομαι, έρχεσαι

κατέναντι μου κι από μέσα μου περνάς

χρόνος ανάστροφος

Πώς γίνεται να έρχεσαι από εκεί που εγώ πάω

και να υπάρχεις;

 

Πενθώ τις μέρες που έρχονται

δεν είναι μέρες, οι ψυχές τους είναι όταν με

συναντούν κι αντιπερνούν

και πίσω μου στου βίου μου τον απόηχο χάνονται.

 

Δε σ’ έχω και δε μ’ έχεις μέλλον,

δεν είσαι θα ποτέ δε θα ’σαι

το θα σου είναι το παρόν

το θα σου είναι το παρελθόν

πώς γίνεται να υπάρχεις μέλλον;

 

Φάσμα παρείσακτης νεκρότητας

μη μου χαλάς το θάνατο

 

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

 

***

 

  1. ΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΠΕΚΕΙΝΑ

 

Οι νεκροί είναι σαν τα μωρά.

Περιμένουν να τους ταΐσεις.

Τρώνε όμως φτηνές τροφές.

 

Βλέπεις, τα λογιστικά του επέκεινα είναι απλά:

μια πλαστική σακούλα με ένα πρόσφορο, ένα μπουκαλάκι νάμα

κι ένα ευτελές χαρτονόμισμα

δίνει αναψυχή κάθε τριάντα μέρες στο πιο καυτό βασανιστήριο.

 

Ένα αναμμένο καντήλι δίνει φως, ένα φωσάκι μέσα στο μαύρο της κόλασης

έτσι ώστε οι νεκροί να μπορούν να ψηλαφίσουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου.

Περιμένουν να τους ταΐσεις.

 

Τα μωρά, αν το ξεχάσεις, κλαίνε

εκείνοι έρχονται στον ύπνο σου

κλαίνε και αυτοί, πάλι τους ξέχασες.

Δεν τους ξέχασες, δεν γίνεται να τους ξεχάσεις.

Θα δεχόσουν κάθε ψέμα, οτιδήποτε

αν για λίγο σε έκανε να μην πονάς.

 

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς

 

 

***

 

14.Η  ΣΗΜΑΣΙΑ  ΤΟΥ  ΕΠΕΚΕΙΝΑ

 

Μόνος μου στην Ιρλανδία, αφού δεν είναι η πατρίδα η δική,

η αλλοτρίωση είχε ένα νόημα. Η σκληρή τονικότητα στην ομιλία,

που υπογράμμιζε τη διαφορετικότητά τους, μ’ έκανε να νιώθω οικεία:

απ’ τη στιγμή που αυτό αναγνωριζόταν, ήμαστε σε επαφή.

 

Οι λεροί μας δρόμοι, που φτάνουν ώς τους λόφους, η αρχαϊκή παλιά

μυρωδιά από τα ντοκ, που θυμίζουν στάβλους υγρούς,

η κραυγή του θαλασσογερακιού, που ξεμακραίνει, με κρατούσε μακριά

από τους άλλους, αλλά όχι χωρίς συνεννόηση με αυτούς.

 

Εκεί που δεν είχα δικαιολογίες είναι στην Αγγλία το να ζω:

αυτά είναι τα κατορθώματα και η παράδοσή μου,

δεν θα ήταν δυνατόν να τ’ αρνηθώ.

Εδώ κανένα επέκεινα δεν δομεί την ύπαρξή μου.

 

Philip Larkin, μτφρ.: Θοδωρής Ρακόπουλος, The Whitsun Wedding | Οι γάμοι της Πεντηκοστής (1964)

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελική΅.

Πες το με ποίηση (299ο): «Κάποιος»…

*Δ. Ζερβουδάκης, «Άραγε να ‘μαι ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος»

 

 

-«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-Πάμπλο Νερούντα, «Κάποια κούραση»

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει
το φθινόπωρο στις πολιτείες
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει
και που λίγο – λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας
και σιγά – σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές
και τις ξεθωριάζει.

 

Νοιώθω κούραση απτις κακιές θάλασσες
Κι απ’ τη μυστήρια γη.
Είμαι κουρασμένος με τις κότες:
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε
Τι σκέφτονται,
Και μας κοιτάζουν μ’ αδιάφορα μάτια
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.

 Για μια φορά σε καλώ
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα
Απ’ τα σκάρτα φαγητά
Και την καλή ανατροφή.
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι
Χωρίς λόγο
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.

 Τελικά ας πούμε την αλήθεια,
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε
με κείνες τις νύχτες, που
μπορείς να τις συγκρίνεις
με καμήλες ή με μύγες.

 Έτυχε να δω πολλά μνημεία
Που έστησαν για τους μεγάλους
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.
Κουράστηκα πια μ’ αυτά τα αγάλματα
Δεν την αντέχω τόση πέτρα.

 Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο
Με ακίνητους
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
Την άψογη φωτιά
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.

 Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
Μεριάστε να μεγαλώσουν.
Μην τα ‘χετε σκεφτεί όλα γι’ αυτούς.
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
Αφήστε τους ν’ ανακαλύψουν την αυγή
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.

 Θέλω να κουραστείς μαζί μου
Για κάθε τι ωραίο
Για καθετί που μας γερνάει
Για καθετί που το’ χουν έτοιμο
Για να κουράσουν τους άλλους.
Ας κουραστούμε μ’ αυτό που σκοτώνει
Και μ΄αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.

 (https://ologramma.art/kapoia-koyrasi-pablo-neruda/)

 

 *Γ. Νταλάρας, Κάποια, κάπου, κάποτε

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά»

 

Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά

από θηρίο της ερήμου ζώο,

την έκανε οικόσιτο

κι ήτανε τρυφερή και διακριτική

και στην αφή τόσο απαλή

πιο απαλή ακόμα κι απο γάτα…

Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά

 αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά

 τον κατασπάραξε,

κανείς δεν ξέρει…

 

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων…»

“Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων… και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν. Μαζί του όμως να σμίξει δεν είναι δυνατόν, τεράστια η απόσταση που τους χωρίζει. Η μοίρα της ορίζει να μην το δει ποτέ.

Κάποια ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν. Στη γη ξαπλώνει, παραδίνεται ανάσκελα στη γύρη των ουράνιων λουλουδιών…“

 (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Κάποιος φύτεψε ένα δέντρο»

Κάποιος φύτεψε ένα δέντρο˙ ίσια το φύτεψε, ευθυτενές να γίνει, τον ουρανό να σημαδεύει η κορφή του.
Άνεμος δυτικός, ωστόσο, το ερωτεύτηκε κι επίμονα χαϊδεύοντάς το, μέρα νύχτα το έπεισε προς την ανατολή να γείρει, να γείρει τόσο που η κορυφή του άγγιξε σχεδόν το χώμα.
Εκείνος που το φύτεψε, ένοιωσε προδομένος˙ πήρε τσεκούρι και άρχισε να το λιανίζει, ουρλιάζοντας, έξω φρενών : «Εγώ σου πρόσφερα τους ουρανούς κι εσύ κυλιέσαι μες στη λάσπη!»

 (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Hugo Von Hofmannsthal, «ΚΑΠΟΙΟΙ, ΑΛΗΘΕΙΑ»

 

Κάποιοι, αλήθεια, θα πεθάνουν κάτω

τα βαριά κουπιά των κατέργων τραβώντας,

πάνω στο τιμόνι είναι άλλοι, ξέρουν

των πουλιών τις πτήσεις και τις χώρες των άστρων.

 

Κάποιοι κείνται πάλι με κορμιά κουρασμένα

πάντοτε στις ρίζες της περίπλοκης ζωής,

έχουν όμως άλλοι τους θρόνους στημένους

δίπλα σε Σιβύλλες και μεγάλες Αυγούστες,

κι έτσι κάθονται όπως στο δικό τους το σπίτι

μ’ ελαφριά τα χέρια και ελαφρύ το κεφάλι.

 

Μα της κάθε ζωής ο ίσκιος πέφτει

στις ζωές επάνω των ανθρώπων των άλλων,

κι είναι οι πιο ελαφριές στις πιο βαριές

όπως στον αέρα και το χώμα δεμένες.

 

Ξεχασμένων λαών από χρόνια καμάτους

δεν μπορώ απ’ τα βλέφαρα να διώξω

μήτε απ’ την ψυχή μου που τρέμει να διώξω

πτώσεις βουβές άστρων μακρινών.

 

Μοίρες πλέκονται πολλές στη δική μου κοντά,

η ύπαρξη δονεί την κάθε μοίρα,

και δεν είναι ο μόνος κλήρος μου της ζωής μου

η λιγνή φλόγα κι η λύρα.

 

(https://www.poeticanet.gr/tessera-poiimata-a-518.html)

 

 

 

 

-Νικόλας Μιτζάλης, «Κάποιοι ποιητές»

 

Οι ποιητές δεν είναι

χρόνια άνεργοι θηριοδαμαστές

Βομβιστές με ελαττωματικούς πυροκροτητές

Μερικώς απασχολούμενοι μουσικοί τρύπιων άσκαυλων

Πλανόδιοι σκιτσογράφοι ελαττωμάτων

Σερβιτόροι επιθυμιών και ουτοπιών

Καταληψίες ξύλινων παγκακίων και ραδιοφωνικών σταθμών

Ούτε φυλακισμένοι κόσμων ξενικών

Οι ποιητές

στέκονται πάντα ήρεμα

καλοσιδερωμένα

ηδύπαθα αναζητούν

αποδοχή

το όνομά τους

το μέτρο

με επιτήδευση ποζάρουν

κάθε πρωί τρομάζουν

από τα λευκά χαρτιά

την μετριότητα

είναι αυτό που δεν θέλουν

γυροφέρνουν το ανεκπλήρωτο του Εγώ τους

αιωρούμενοι από τη θηλιά της αυτοϊκανοποίησής τους

 

 (https://www.fractalart.gr/kapoioi-poiites-rizomata/)

 

 

 

 

-Ζωή Δικταίου, «Κάποιοι μετρούν την αγάπη με τα βουνά»

 

 Τι κι αν ο έρωτας

δεν περνά πια από παλιές ξεχασμένες γέφυρες

εσύ κρατάς την μνήμη

μ` ένα ζευγάρι σπασμένα σαντάλια στα χέρια

και μια χούφτα παμπάλαιο νερό,

όταν το ίδιο σύννεφο ταξιδεύει τη ρέμβη σου

και το ποτάμι μαθητεία σκληρή

σε καλεί να περπατήσεις

τα περάσματά του ανάποδα.

 

Μετανάστευσε λέει…

η αθώρητη Μοίρα

μα εσύ τραγουδάς

με το μελλοντικό σου όνομα…

Ζωή.

 

Κάποιοι μετρούν την αγάπη με τα βουνά.

Κάποιοι ανοίγουν

τις λάθος πόρτες με λέξεις σωστές

μνημονεύοντας φεγγάρια

και πέτρα.

Κάποιοι επιστρέφουν

εκεί που δεν έχουν φύγει οι μέρες.

Κάποιοι όπως εσύ,

αποστηθίζουν οξιές

και ξαφνικά πετάγματα πουλιών

χωρίς να μπερδεύουν τα μακρινά άστρα

με το φως τών πυγολαμπίδων.

 

Καθρέφτης σου γίνομαι,

να με κοιτάς

όταν σε άσωτη μοναξιά

χτίζεις λαβυρίνθους

ώρες που ανοίγουν οι φλέβες τ’ ουρανού

ώρες που αμίλητα γελάς

και χορεύεις

μετρώντας στα ξέφτια τής σκέψης

έργα ανθρώπων, αιώνες

και κόπους θεών.

 

Κορφολόγησες στιγμές

και σιωπές

κάτω από τον ίσκιο φυλλωμένης βελανιδιάς

με περιστέρια στα χέρια

τώρα που οι ρυτίδες έγιναν δρόμοι

τώρα που το νήμα τελειώνει βρήκες το νόημα.

«Γλίτωσε ο τόπος», λες

τα μάτια βουρκώνουν

ευτυχώς

πριν τελειώσει ο καινούριος κόσμος

και πριν αναστηθεί ο παλιός,

να ’την, η αγάπη την αυγή

που την κορφή αγιάζει.

 

Ασάνταλος  ο άνεμος

κατεβαίνει από τη Μονολιάσα,

συνήγορος σε τελετή μυστική,

απόψε μ’ έναν κύκλιο χορό στη Δωδώνη,

μαζί, όλες τις αποτυχίες,

μαζί θα νικήσουμε…

Ζωή.

 

Πριν ο ήλιος βάψει κόκκινες τις κορφές

και πριν το χαλκείο χτυπήσει,

άνεμος αντάρτης

κατεβαίνεις τον Γράμμο.

Διαβάζεις σημάδια τής θύμησης,

οι οπλές τού αλόγου

φέρνουν πιο κοντά τους ξένους μύθους

γεύση από χώμα κι αλάτι

τα χείλη καίνε

μετράς ανάποδα,

μετράς ελεύθερος

λαλούν τ’ αηδόνια.

 

«Μετρά η αγάπη τα βουνά,

μετριέται κι η αγάπη», συλλαβιστά

να μη ραγίσουν οι λέξεις.

Χιονίζει ακόμη

λευκά τριαντάφυλλα στην καρδιά

όταν σε περιμένουν στην Αετομηλίτσα.

 

Ήρθα…

φεγγοβόλησε τ’ άσπρο πουκάμισο

απρόοπτα το τραγούδι στα χείλη

ευγένεια παιδική

σ’ αιθέριο ανάστημα γιγαντωμένο καρδιοχτύπι

θα μετρήσει ραγισμένα βλέμματα

και το αχ,

μα ο έρωτας

για το προσεχές ραντεβού

γυαλίζει Γιαννιώτικα μπακίρια

κι ασημένια σαΐτα .

 

Όλες τις εποχές,

όλες αύριο, μαζί θα ζήσουμε

κι ύστερα απαλή θά ’ρθει η βροχή

και η χαρά ομίχλη θα μας τυλίξει

στη Μαύρη Πέτρα

και στο Σαραντάπορο,

εκεί στη μνήμη τού νερού,

πέρα μακριά,

τώρα που δεν μας σημαδεύουν οι πληγές

και οι ερωτήσεις,

τόσο βαθιά

ας χαθούμε

όσο η αιώνια αγάπη.

 

(https://www.fractalart.gr/kapoioi-metroyn-tin-agapi-me-ta-voyna/)

 

 *Πόπη Αστεριάδη, Κάποιος γιορτάζει

 

 

-Σαράντου Μινώπετρου, «Ωδή σε ΚΑΠΟΙΑ παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ»

 

Στους μεγάλους όλου του κόσμου ζωντανούς και πεθαμένους

που μου «βιάσατε» τα πάντα,

που μισήσατε τα άνθη του αγρού,

καταστρέφοντας κάτω από την ύπαρξη σας τα πάντα,

φτιάχνοντας ένα κόσμο γυάλινο και παγωμένο όπως το βλέμμα του κενού σας,

ένα κόσμο καθρέπτη του αθάνατου εαυτού σας.

 

Δεν σας σιχαίνομαι, δεν έχω ιδιότητες σαν τις δικές σας.

Δεν σας μισώ γιατί φοβάμαι το σκοτάδι.

Χώρο ψάχνω για να  βρω. Φως … μακριά απ’ τις σκιές σας,

τα αστέρια, το φεγγάρι, μα κι εκεί η σκιά σας στην ζωή μου κάθε βράδυ.

 

Τι με κοιτάτε? Όλα καλά! Κι αυτό σας τρελαίνει?

Στα μάτια σας … το μίσος σας. Το μίσος σας για αυτό που έχω

κι ένα φόβο για εκείνο που στο τέλος σας προσμένει.

Κι η ζήλεια σας μεγάλη. Το σκοτάδι σας….να μην φοβάμαι, παρά στο Φως να τρέχω…

 

Σχισμένα, σπασμένα σαν δένδρα κάποια του κόσμου παιδιά …

Μα δεντρί στο φως ριζωμένο

δεν χάνεται όσο κι αν του κόβεις τα κλαδιά,

δεν θα ξεραθεί γιατί είναι απ’ τα άστρα ποτισμένο.

 

Πόσο θα ήθελα να σας αφήσω

και με τις πέτρες σας να χτίσω κάστρα!

Αντιστέκομαι! Τον κόσμο στο φως θα γυρίσω,

να μισήσουν το σκοτάδι κοιτώντας μόνο τ’ άστρα.

 

Η αλήθεια είναι πως σε τούτη της μιας ζωής παρτίδα

με έχετε νικήσει.

Δεν έχω γη μήτε πατρίδα

μα να θυμάστε στο τέλος τι θα ειπωθεί και ποιος θα σας μιλήσει.

 

Και μην ξεχνάτε τα παιδιά που τα «βιάζουν» οι μεγάλοι δεν μεγαλώνουν ποτέ!!!

Όσο και να τα «βιάζετε» ποτέ δεν θα γίνουν σαν και εσάς μεγάλοι….

 

Από ένα μεγάλο παιδί…

που όσο θα ζει θα πονά ….

μα με τους μεγάλους πάντα θα γελά…

https://www.fractalart.gr/wdi-se-kapoia-paidia-poy-den-tha-megalwsoyn-pote/)

 

 

 

-Κάποια μέρα |Dario Jaramillo Agudelo

 

Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα

που δε θα αναφέρει τον αέρα ούτε τη νύχτα’

ένα ποίημα που θα παραλείπει τα ονόματα των λουλουδιών,

που δεν θα έχει γιασεμιά ή μανόλιες.

Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα χωρίς πουλιά ούτε πηγές,

ένα ποίημα που θα ξεφεύγει απ’ τη θάλασσα

και δε θα κοιτάζει τ’ αστέρια.

Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα περιορίζεται

στο να περνούν τα δάχτυλα στο δέρμα σου

και που θα μετατρέπει σε λόγια τη ματιά σου.

Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές,

κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα μυρίζει «εσύ»

ένα ποίημα στο ρυθμό των παλμών σου,

με την συνθλιπτική σφοδρότητα της αγκαλιάς σου.

Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα,

το τραγούδι της καλής μου τύχης.

 

(https://ologramma.art/kapoia-mera-dario-jaramillo-agudelo/)

 

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Οι δίκαιοι»

 Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει η μουσική.
Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.
Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.
Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.
Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.
Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος.
Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.
Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του ’γινε.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον.
Κάποιος που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι.
Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.

 [Από τα Ποιήματα, εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις Δημήτρης Καλοκύρης, Πατάκης, Αθήνα 2014)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (298ο): «ΦΑΝΤΑΣΜΑ»…

The Phantom Of The Opera – Theme Song

 

  1. ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

 

Το Άγνωστο γύρω και παντού, – κι ο Νόμος ο Τρανός του!

Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,

Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου

(με τα’ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

 

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει

που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,

χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,

μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

***

 

  1. ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό

Μες σε στιγμές αγγελικές ή μέσα στ’ όνειρό μου,

Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πια γερό

Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου

 

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μια παρηγοριά

-Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου

Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά

Και να στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

 

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.

Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,

Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό

– τραγούδια μου Ερινύες!..

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Τα ποιήματα της σκιάς

 

***

 

3.ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Κανένας πετεινός

Δε θα λαλήσει πια

Κανένας πετεινός

 

Κόπηκε η καρδιά

 

Κανένας πετεινός

Τσάπες και φτυάρια

Μέσα στ’ αυτιά

 

Είχα μια ψυχή

Και την έχασα

Μες απ’ τα δόντια σου

 

Δε θα λαλήσει πια

 

Είχα μια ψυχή

Κι είχαμε μαζί

Ένα σώμα

Ζωντανό κρέας

Κι ένα σανίδι

 

Κόπηκε η καρδιά

 

Ψυχές που χάθηκαν

Καρδιές που κόπηκαν

Χωρίς να γνωρίσουν

Θέλουν τα δώσουν πίσω

Τ’ αποξενωμένα χέρια

 

Τα ψεύτικα κόκαλα

 

Τα μαλλιά και τα ξύλα θυμούνται

 

Ήμουνα παιδί

Κι είχα μια ψυχή

Δυο μήλα και δυο χέρια

Σαν περιστέρια

 

Είχα μια ψυχή

Κι είχαμε μαζί

Ένα σώμα

 

Χωρίς καρδιά δίχως σανίδι

Δεν μπορώ να κοιμηθώ

Χωρίς μήλα δίχως χέρια

Με μια πέτρα επάνω στο στήθος

 

Δεν μπορώ να κοιμηθώ

 

Ψάχνω να βρω σημάδια

Μέσα στα μάτια

Μέσα στο δέρμα

Επάνω στα παλιά

Λερωμένα εσώρουχα

 

Μια ρανίδα

Ένα βλέφαρο

 

Γιώργος Θέμελης, Γυμνό παράθυρο (1945)

 

***

 

4.ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Ὡραῖε νεκρέ, μονάρχη ἐσὺ τοῦ μυστικοῦ οὐρανοῦ μου

ἀστέρινε, ἦρθες πάλι,

σ᾿ ἔφερε ἡ νύχτα, φάντασμα τοῦ λατρευτοῦ μου

στὴν ὀρφανή μου ἀγκάλη.

 

Καὶ σὲ κρατοῦσα ὅπως ποτὲ δὲν κράτησε μητέρα

τὸ πρωτογέννητο παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της,

καὶ κάποιου πόνου μία ψυχή, χυμένη ἀπ᾿ ἄλλο ἀέρα,

τὴν ὄψη σου τὴν ἅγιαζε μὲ τ᾿ ἀντιφέγγισμά της.

 

K᾿ εἴσουν ὡραῖος, ὅπως ποτὲ κανένας ἔρωτάς μου

δὲν εἴτανε στῆς νιότης μου τὰ χρόνια,

καὶ σώπαινες, ὅπως ποτὲ δὲ μίλησαν τ᾿ ἀηδόνια

τῶν ποιητῶν στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου.

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 

***

 

  1. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Εσύ που με ονειρεύτηκες όταν δε ζούσα πια

Εσύ που με φαντάστηκες πριν να με δουν τα μάτια σου

Εσύ που με αγκάλιασες χωρίς να υπάρχω ακόμα

Για το χατίρι σου σαν τον καπνό θα γεννηθώ μια μέρα

Γυναίκα που αγαπώ.

 

Μη με ρωτάς αν είμαι εγώ αυτός που σου 'ταξαν κει πέρα

Μη μου ζητάς ταυτότητα μητέρα και πατέρα

Μη μου ζητάς τα μέτρα μου το σόι το επάγγελμά μου

Σαν τον καπνό θα σκορπιστώ στο πρώτο ερώτημά σου

Γυναίκα που αγαπώ.

 

Στα τζάμια επάνω η βροχή χαράζει τ' όνομά μου

Η χώρα μου μ' αυτήν εδώ δεν έχει γνωριμία

Το κλίμα ειν’ ανυπόφορο και λέγεται αμαρτία

Είναι καπνός τα σπίτια της κι οι δρόμοι μια οπτασία

Γυναίκα που αγαπώ.

 

Εσύ που μ’ εμπιστεύθηκες με τόση αυτοθυσία

 

Εσύ που δε μ’ αρνήθηκες μες στη δοκιμασία

Μη μου μιλάς για το Θεό και για την ευτυχία

Είναι καπνός τα χέρια μου κι ανύπαρχτη η πνοή μου

Γυναίκα που αγαπώ.

 

Είμαι ένα γράμμα που έλαβες μετά την καταιγίδα

Είμαι το ανατρίχιασμα του ιδανικού έρωτά σου

Είμαι ένα ψέμα αληθινό ενός μεγάλου άγνωστου

Είμαι ο καπνός που έπλασε ο πόθος της καρδιάς σου

Γυναίκα που αγαπώ – είμαι το φάντασμά σου.

 

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Κεντρική Στοά

 

Διονύσης Τσακνής – Το φάντασμα απ το παρελθόν

 

6.ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

 

Σκληρότατο φύσημα ανεξήγητου ανέμου,

διαταγή φωνής ακατάληπτης όταν

μες στο σκοτάδι ή το ψυχρό

του φεγγαριού φως, ξυπνούν οι νεκροί.

Εγερθείτε, αφήστε της νεκρής γαλήνης

τους τρόπους, μπορείτε στης ζωής

να γευτείτε τους τόπους έρωτα πύρινο

 

και πυκνήν ηδονή.

 

Μες στη φριχτή,

παγωμένη ησυχία αρχίζουν τότε

οι νεκροί να τρέμουν ολόκληροι.

Τους σηκώνει ανήκουστη απαντοχή,

επίπονη, αποτρόπαια σχεδόν επιθυμία,

αρχίζουν να θυμούνται πάρα πολύ,

με δική τους θανατερή φαντασία.

 

– Πώς θα καταλάβει κανείς τέτοιο κάλεσμα

στης ζωής την ορμή μέσα

στο ύστερα μαζί και το πριν;

 

Ανίδεοι, δισταχτικοί ορθώνονται

αόριστοι, απαίσιοι, απεγνωσμένοι

και περιμένουνε την αλλαγή

οι πεθαμένοι ανάσταση θέλουν σωματική.

Κοιτάζουν εναγώνια με τα στεγνά τους μάτια

μένουνε γελασμένοι.

Ανησυχία πάλι,

η πάλη της ζωής, ο πόνος, η οδύνη

με διπλή σημασία μέσα στη σιγή.

 

Τότε αποσύρονται σιγά,

 

αισθάνονται βαθιά μέσα στα κόκαλά τους

την άδικη λαχτάρα, που τους σήκωσε,

καημό απίστευτο, απάνθρωπο και πεθαμένο,

για να ζήσουν, καθώς πάνε

να σβήσουν την παρουσία τους,

να δεχτούν την επαναφορά στο θάνατο.

 

Ζωή Καρέλλη, Η εποχή του θανάτου (1948)

 

***

 

7.Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ

 

Το φάντασμά μου τώρα αναζητώ

κλεμμένο απ’ το σκελετό μου

το φάντασμα που πέταγε με τ’ ασημένια του φτερά

γέμιζε τη φωνή μου αίμα

έσερνε λίμνες

μαγνήτιζε πουλιά

 

αυτό το φάντασμα εγώ

κλεμμένο απ’ το δικό μου σκελετό

αναζητώ

μέσα σε λίμνες που δεν έχω ξαναδεί

 

και στων πουλιών το δέρμα

 

σα μαύρο σπίρτο διπλωμένο

καμένο

τελειωμένο

αναζητώ

το φάντασμά μου το δικό μου σκελετό

δίχως το γέλιο

με το γέλιο

τελειωμένο

 

με τη φωνή μου που πάει τώρα να χαθεί

εγώ το φάντασμά μου εγώ

ο κλέφτης

το σπίρτο το καμένο

φωνάζει ο σκελετός μου

—Ζήτω!

θέλει το φάντασμά του

Αναζητώ

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη

 

***

 

8.ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Χαράματα τὸν εἶδα πλάι στὸν πόρτα

«Χλομὸς ποὺ εἶσαι», τοῦ λέω, «τί χλομὸς σὰν …»

«Σὰν τί;» μοῦ εἶπε πειραχτικὰ καὶ ξαναχάθηκε

Μὲ πήρανε τὰ δάκρυα καὶ

«ποιός ξέρει πότε θὰ ξαναφανεῖ», ἔλεγα,

«ποιός ξέρει ἂν θὰ ξαναφανεῖ ποτέ»

 

ΑΛΟΗ ΣΙΔΕΡΗ, Το πιο τρομακτικό, Μελάνι

 

Ξύλινα Σπαθιά – Τρένο Φάντασμα

 

9.ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

 

Στης παλιάς σοφίτας το ημίφως Μάσκες αναπνέουν

αναπολώντας δοξασμένα σανίδια, πρόσωπα και ατάκες

-αγαπημένα-.

 

Κι έτσι ξεχασμένες από τους προβολείς,

μοιάζουν κουρασμένες από το ταξίδι τους στην Τέχνη.

 

Η όψη τους ωχρή, ρυτιδιασμένη,

τα μάτια άτονα, μισόκλειστα.

 

Γυρνούν πίσω σε χρόνια ευτυχισμένα

-μόνο η μνήμη τους απέμεινε πια.

Λίγο πριν το θάνατο.

Αναζητούν θεατρίνους να τις ζωντανέψουν πάλι.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

Θοδωρής Κοτονιάς – Πλοίο φάντασμα

 

10.ΤΟ ΠΛΟΙΟ – ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Καμιά φορά τα πρωινά διακρίνω

ένα καράβι να πετάει

στο βάθος του ορίζοντα.

 

Έχει απλωμένα όλα του τα ιστία

φλόκο, παπαφίγκο, γάμπια, παρουκέτο

και γυαλισμένα τα ξύλα και τους γάντζους

και στην κουβέρτα στοιχειωμένους ναύκληρους.

 

Ένας πλωτάρχης κυβερνάει το τσούρμο

στρίβει το σκάφος σοτοβέντο

και μετά ορθοπλωρίζει

χτυπούν καμπάνες, ρίχνουν αγκουρέτο

απ’ το κατάρτι ο λοστρόμος φωνάζει ένα όνομα.

 

Κοιτώ το πλοίο-φάντασμα και τρέμω

κάποιος πεθαίνει σήμερα στην πόλη

γι’ αυτό φάνηκε πάλι πάνω από τα σύννεφα

φυσάει γραιγολεβάντες

σκίζει τα πανιά του

σπάζει, τσακίζει κεραίες και τουρκέτα

το πλοίο παίρνει κλίση

και ποντίζεται

κι όλοι μαζεύονται στην προκυμαία μουδιασμένοι.

 

Κατερίνα Καριζώνη -Ρεσάλτο (2009)

 

***

 

11.ΠΛΟΙΟ – ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Καράβι πεθαμένο.

 

Σκιά νερού θαλασσινού –

σκαρί νεκρό, πολλά χαμένο.

 

Το πλέει το κύμα δίχως ρότα.

Χτυπούνε κι οι αιώνες τα ίσαλά του.

Δεν έχει στίγμα μήτε φώτα.

 

Πάει του κάκου, του Κακού

κι ανήκει του Θανάτου.

 

Στράτος Κιαπίδης

 

***

 

12.ΤΟ ΠΛΟΙΟ – ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Η παιδική μου ηλικία πέρασε

και χάθηκε για πάντα

μαζί με το τσίρκο του Λεοπόλντο Φρέγκολι.

 

Θυμάμαι ακόμα τη θριαμβευτική άφιξη της κλειστής άμαξας

μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μας,

τα άλογα που περνούσαν αργά

μέσα σε σύννεφα σκόνης,

θυμάμαι τους ήρεμους ελέφαντες

 

και τα μυστηριώδη βαγόνια.

 

Εκείνη την εποχή

άκουσα κάποιον να ψιθυρίζει

ότι το ατμόπλοιο Ράγκβαλντ βυθίστηκε.

Από τότε κάθε φορά που κλείνω τα μάτια

βρίσκομαι ανάμεσα στους πνιγμένους.

Εκτός απ’ αυτά τίποτε άλλο δεν είχε συμβεί ποτέ.

 

Σύντομα ήταν τα καλοκαίρια

και οι χειμώνες ατέλειωτοι,

τα ποτάμια πάγωναν πάντοτε νωρίς

και το χιόνι έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα.

 

Ξέραμε ότι υπήρχε κι ένα πιάνο στην άκρη του διαδρόμου,

κανείς ποτέ δεν το είδε

αλλά τις νύχτες του καλοκαιριού

ακούγαμε καθαρά

το μανιασμένο χτύπημα του τρελού

στα πλήκτρα.

 

Σταμάτης Πολενάκης, «Τα σκαλοπάτια της Οδησσού», Μικρή Άρκτος, 2012

 

***

 

13.ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

 

Κάτου στο όμορφο ακρογιάλι

πάλι ο Ίσκιος τριγυρνά!

Πέφτει γύρω η νύχτα η Μάγια

και το λογισμό πλανά!…

 

Και στην άκρια του πελάγου

κάνει αγνάντια να φανεί

ένα γλήγορο καράβι

με κατάλευκο πανί.

 

Και σηκώνει στο ακρογιάλι

ένα θρήνο, ένα δαρμό,

και δυο χέρια που κουνιόνται

με απερίγραφτον καημό!…

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ (1882-1947)

 

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (297ο): «Μέσα (μες) – έξω»…

 

– «Μέσ’ από το βάθος των καλών καιρών,

οι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε.»

 

(Κ. Καρυωτάκης)

 

 

 

-«Μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια.
Κι εγώ δεν έχω άλλο όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω.»

 (Tάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-Τ. Λειβαδίτης, [Μέσα στ’ όνειρο]

 «Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ’ όνειρο.

Και το πρωί “καλημέρα” λες, “καλημέρα” σου λένε.

Κι η σφαγή συνεχίζεται»

 

*Θεοδωράκης – Μπιθικώτσης, «Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές»

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές»

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα
υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση

Όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

Μέρες ολόκληρες σε κοίταζα
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δεν σε γνώριζα
μήτε με γνώριζες.

 (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Μες στη λεηλασία»

 

Ο χρόνος μου λεηλατημένος

Οι χίλιες καθημερινές ανάγκες

σαν πεινασμένα αγριόσκυλα

του ξεκολλάν κι ένα κομμάτι.

 

(Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα II, Κέδρος)

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ»

 «Νύχτωσε»:
Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε πού ξέραμε καθόλου
τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τούς μουσικούς·
πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
έχοντας στους ώμους τους
τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
κάπνισε το τσιγάρο σου
μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία,
μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα.
Νύχτωσε.

(Aπό τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής»)

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Μέσα σου να σκάβεις»

Μέσα σου να σκάβεις:

 ξεθάβοντας
μέρες παιδικές

 για τρυφερά,
εξαίσια ποιήματα.

 (https://www.linkedin.com/pulse/)

 

 

 

-Μαξ Ζακόμπ, «Μέσα στο σιωπηλό δάσος»


«Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.

 Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.

 Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο, και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.

 Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια, υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων, κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ άλογά τους ούτε αλλού, κι αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.»

 [Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης]

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «ΜΕΣ΄ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ»

 

“ Κάθε φορά και κάθε τόσο που περνάς

με βλέπεις  μεσ΄  από τα κάγκελα

της φυλακής μου.

Όχι έρωτας : το σπλάχνος μοναχά

θα κάνει εσέ να σταματάς,

και της φωνής μου πιο πολύ το βραχνοσπάρασμα,

πιο πολύ κι΄ το νόημα της φωνής μου,

στα κάγκελα μπροστά

της φυλακής μου.

Μεσ΄ απ΄ αυτά τα κάγκελα δεν ξέρω

παρά το χέρι μου ν΄ απλώνω,

κανείς δε βλέπει τι υποφέρω

κι΄ εγώ το βλέπω μόνο.

Το κομμάτι ψωμάκι που μου δίνεις

να το παίρνω δεν ντρέπομαι, πεινώ,

μου φέρνεις φρούτα ζάχαρη και βαρύ κάποτε καπνό,

κ΄ ελεύτερη κι΄ αμίλητη κυρά της καλοσύνης

περνάς απόξω από τα κάγκελα

της φυλακής μου

ο οίστρος όχι της αγάπης της επιθυμιάς,

μόνο το χρέος μιας έγνοιας ελεητικής.

Πες μου τ’ όνομά σου!

Στα δασά μαλλιά σου

του ήλιου διάφανο πάει το στεφάνι,

τρισμακάριστος όποιος πεθάνει

για τον έρωτά σου!

Στη φυλακή. Κλέφτης, φονιάς, ή ξεπαρθενευτής;

Και ποιά τιμή συγκύλησα και μόλεψα ποιά νιάτα;

Ποιό κρίμα; Και δε μπόρεσες, ω κρίμα, να κρυφτείς;

Ω εσύ, ω εσύ που σταματάς τη φτερωτή σου στράτα

κάθε φορά και κάθε τόσο που περνάς

απόξω από τα κάγκελα της φυλακής μου

και ω! που σε βλέπω σα να μου κερνάς

κρασιού γλυκόπιοτου φωτιά

σε κάθε φλέβα και σε τρίχα καθεμιά

της ύπαρξής μου!

Μεθώ. Και το μεθύσι μου μεθύσι από χασίς·

ποιός μ’ έμαθε να πίνω το χασίς

και ποιός με πέρασε άνεργο νυχτερευτή ερμοσπίτη,

μπαίγνιο του μόρτη, σύντροφο του αλήτη,

μέσ’ απ’ του δρόμου την ερμιά στα κρύα της φυλακής;

Ποιός μ’ έμαθε να πίνω το χασίς;

Από μια λύσσα ανήμπορη τα δόντια αν τριζοδέρνω

τραυλά, μισά, κοπιαστικά τα λόγια κι αν τα σέρνω,

κι αν από μέσα μου ο θυμός ξεσπά με τη βλαστήμια

του κάκου,— τι του λυτρωμού το βόλι να φυτέψω

δεν ξέρω, άμαθος κι άναντρος, δεν ξέρω στα συντρίμμια

του λογικού μου·

κι αν τον απλώνω ζήτουλα το δίσκο του χεριού μου

κι εσέ, κάθε φορά που σ’ αγναντέψω,

κι αν από μένα δε σε κάνει ο πόθος να περνάς,

 —μόνο το σπλάχνος της γυναίκας σου καρδιάς—

κι αν δεν το ξέρω και καλά τί δένει εμέ εδώ μέσα,

κι αν είναι αρρώστια το κακό μου ή κρίμα,

και τί είσ’ εσύ πίσω απ’ αυτό το αγγελικό σου ντύμα,

κι αν είσαι σκλάβα, αρχόντισσα, τσιγγάνα, πριγκιπέσα,—

μα σα να υποψιάζομαι και σα ν’ αχνοθυμάμαι

πως κάπου αλλού γεννήθηκα.— Πάρε με αλλού να πάμε.

Ποιός ξέρει! Θα γεννήθηκα στο ερωτικό νησί,

εκεί που θα γεννήθηκες και θα ’ζησες κι εσύ.

Μα η θύμησή μου δε βαστά μηδέ και τ’ όνομά του,

ο Απριλομάης το χαίρεται και για το φίλημά του

σβήνουν τα μαύρα κύματα στ’ άσπρα τα πόδια του μπροστά.

Ποιός ξέρει! Εκεί και θα ’ζησα και ωραίος και νέος, γιατί

κάποιες ορμές προς δρόμους μακρινούς

κρατεί ο θολός μου ο νους,

κι ακόμα από ’να πάλεμα κάτι σα λείψανο κρατεί,

των αντρειωμένων πάλεμα σε αλαργεμένα χρόνια

πότε για στέφανα αγριλιάς, πότε για θεία λαγγόνια.

Και κάποια λόγια φύλαξα,

μαργαριτάρια σε αλογάριαστο κουτί,

και κάποια λόγια από το φως κι από τη μουσική».

 

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1738)

 

 *Πέτρος Πανδής – Μίκης Θεοδωράκης, «Μες στην κλειστή μοναξιά μου»

 

-Μανώλης Αναγνωστάκης, «Μες στην κλειστή μοναξιά μου»

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα
τη χαμένη ψυχή μου
εμείς αγαπήσαμε
εμείς προσευχόμαστε πάντοτε
εμείς μοιραστήκαμε το ψωμί
και τον κόπο μας
κι εγώ μέσα σε σένα
και σ’ όλους

 (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «Νέα είσοδος ΜΕΣΑ μέσα στη φύση»


Χωρίς να ξέρω πια τίποτα για λαοθάλασσες
κι άλλες τέτοιες ιστορίες.

Βραδινά νερά νυφική συμπλήρωση
στα μετάξια του μεγάλου μετανάστη του αγέρα
καθώς το σύννεφο μονάζει στη λιγόλεπτη ζωή του
για να στρέφονται τ’ άνθη προς τον ήλιο
χωρίς αντάμειψη και συνέχεια.
Να μη σε κοροϊδέψει τ’ αδιάκοπο ταξίδι του αγέρα.
Τα δάκρυα σκορπίζουν ομορφιά – το ξέρουμε –
μα φέρνουν όμως και μύξα στους ανθρώπους.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, “Ο Γιάννης ΜΕΣΑ στο έαρ”

Τι ολόμαυρα μαλλιά που τόσο χύνονταν
στις πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου
χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να ’μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ’ ένα κάψιμο.

Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
και το ποτάμι πάει…
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.

Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

 

 

********

 *Σωκράτης Μάλαμας, «Έξω»

 

-«Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

 

 

-Γ. Σαραντάρης, «Όξω απ’ ορίζοντα και βλέμμα»

Υπάρχει μνήμη που συλλέγει τα περασμένα
δεν τ’ αφήνει στο δρόμο της ζωής να σκορπισθούνε
να εξαφανισθούνε κάπου
όξω από μας
όξω απ’ ορίζοντα και βλέμμα·
κι έτσι κι αν σβήσουνε,
η μυρωδιά τους σώζεται
απελπιστικά.

 (https://el.wikisource.org/wiki/)

 

 

 

-Μάνος Ελευθερίου, «Τα χρόνια ΕΞΩ απ’ τα παράθυρα»

 Όσα βρήκε μέσα στα συρτάρια της
τ’ άπλωσε πάνω στο τραπέζι και τα κοίταζε.

(Δαχτυλίδια, καδένες, σκουλαρίκια
μπουκαλάκια παλαιά των αρωμάτων
βαφές για τα μαλλιά, κραγιόν τριών χρωμάτων
τράπουλες για τη μοίρα
πομάδες και μυροδοχεία
κρέμες νυκτός και συνταγές για ξόρκια και για μαγικά
χρυσές τραχηλιές, ασημένιες πόρπες και χτένες
κι άλλα με σμάλτο και διαμαντικά.
Και τις παλιές του ερωτικές επιστολές δεμένες με κορδέλες)

Χαρτιά βιβλία συνταγές και οδηγίες πλεύσεως.
Λογαριασμοί πληρωμένοι και απλήρωτοι.
Όλα θα γίνουν ζωή ανυπεράσπιστη.

Όλα μυρίζαν το άγγιγμά της.

Τα χρόνια περνούσαν έξω απ’ τα παράθυρα.
Στους διαδρόμους οι φρουροί φορούσαν πένθος.
Οι σημαίες στους εξώστες μεσίστιες.
Οι αυλικοί ακροπατώντας συζητούσαν έντρομοι.
Πώς να γίνει επανάσταση με τέτοια συμφορά.
Ή μήπως είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή.

Κράτησε μόνο τις δικές του επιστολές και όλα τ’ άλλα
είπε να τα χαρίσουν στις κυρίες της αυλής
στις νοσοκόμες που την κοίταξαν τις τελευταίες ώρες της
και στις παραδουλεύτρες. «Εκεί θα πιάσουν τόπο», είπε.

 (Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης, Γαβριηλίδης)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «Αυτό το τετραγωνίδιο είναι ΕΞΩ απ’ το σκάκι»

Καυχώμενος αναρτήθηκα σε βλακώδη αιώρηση
για ν’ αποφεύγω τους γήινους ν’ αποφεύγω τα ιδεόζωα
κι όμως άλλοτες εδώ κι όμως άλλοτες
ήτανε το άσπρο.
στηθόδεσμος απάνω στη μηχανή μου
καθώς έγραφα σ’ αυτήνε κι από κει πέρα σταμάτησα
πολλές ημέρες αντικρίζοντας
άσπρο.

Τελευταία φράση τότενες με κόκκινα: όλα είναι τραγικά
πλήν του τράγου.

Σήμερα λέω πως η αποπραγμάτωση του πραγματικού
μ’ έχει κουράσει
τα ιδανικά συσσίτιο. χρώμα πουτανί το μέλλον
αλλά νιώθοντας
ολότελα συναριθμικός
αντιλαμβάνομαι πως η ζωή πάντοτες ναυπηγεί ναυάγια
και η κίνηση
βωμολοχεί στο θέατρο της ακινησίας.

Κι αν επιτέλους ίδρυσα τη δίεση στον αυχένα μου
καυχώμενος όπως είπα σε αιώρηση
δεν τα μπορώ καθόλου να ρυπαίνουν την ουράνια πάστρα
τα σύγνεφα τα μίσθαρνα
της παλιγγενεσίας.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Καμιά φορά, κοιτά το σπίτι του απ’ ΕΞΩ»

«Καμιά φορά, κοιτά το σπίτι του απ’ έξω, σαν να ‘τανε διαβάτης, σαν περαστικός, κι αναρωτιέται πώς να είναι, άραγε, η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Φαντάζεται φωνές και φωταψίες, γέλια και κλάματα, γέννες, θανάτους, γάμους κι άλλες γέννες κι άλλους θανάτους και ποτέ σιωπή όπως αυτή που τον κυκλώνει όταν είναι μες στο σπίτι, απόλυτη σιωπή, θάνατος των θανάτων, όταν είναι μες στο σπίτι και κοιτά απ’το παράθυρο κι ούτ’ έναν δε διακρίνει διαβάτη να κοιτά το σπίτι απ’ έξω και ν’ αναρωτιέται πώς να ‘ναι, άραγε, η ζωή μέσα σ’ αυτό το σπίτι, πώς νιώθει αυτός που, ακουμπισμένος στο παράθυρο καπνίζει μέσα στη σιωπή, καπνίζει απανωτά τσιγάρα σέρτικα, καπνίζει την ψυχή του.»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Προς τα μέσα ή προς τα έξω;»

 

«Είναι ένα χρώμα κόκκινο, έντονο σα γέλιο

σ’ αυτή τη στέγη, ανάμεσα στα δέντρα, είναι και το άλλο

σύντομο χρώμα της σκιάς ενός κλαδιού

επάνω στο νερό. Μια γυναίκα

έκανε μια αέρινη κίνηση, σα να κούμπωνε το φόρεμά της

με τη φωνή ενός πουλιού. Κ’ ένοιωσα παραξενεμένος

που έμπαινε τόσο απλά μες στη φωνή μου. Πιο ψηλά

ένα μονάχα καταπράσινο φύλλο δεσπόζει στο τοπίο,

κ’ η καρδιά μου εφαρμόζει τόσο καλά στον κόσμο

όπως το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού μου. Θ’ ανοίξω-

 

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. Γ’, Κέδρος)

Πες το με ποίηση (296ο): «ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»

 

Χειμερινοί Κολυμβητές – Σαν εξομολόγηση

 

 

1.ΣΑΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

Έχει ο καθένας μας, πέρα απ’ το φθόνο

έναν άνθρωπο, για τον εαυτό του και μόνο

άυλον άνθρωπο – που του απλώνει φυλλωσιά

χωρίς να ’ναι δένδρο ή ομπρέλα, μονάχα δροσιά.

 

Τον κρατάει κρυφόν από τον κόσμο, αλλά

ο ίδιος τις νύχτες τον αγγίζει απαλά

κι ας είναι άυλος, όμως μεσουρανεί

στα χαρούμενα όνειρα, σε χρώμα ουρανί.

 

Γιατί ο άυλος στ’ όνειρο γίνεται υπαρκτός

πιάνεις το σώμα του, τα στήθη, εκτός

αν χάσεις ποτέ το αόρατο νήμα

θα μείνεις μόνος, με τα δάκρυα και τη ρίμα

 

[Γιάννης Βαρβέρης, ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005]

 

 

***

 

2.ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ  ΣΤΟΝ  ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

Καθρέφτη μου, σ’ εσένα μιλάω, εσένα έχω μπροστά μου, άλλο κανένα.

Οι άνθρωποι, φίλοι, χάθηκαν.

Χάθηκαν απ’ τη ζωή ή χάθηκε το νόημα που έβρισκαν σε μένα;

Με κοιτάς, σε κοιτώ, ένα πρόσωπο νεανικό προσπαθώ να θυμηθώ, ωραίο ποτέ, όμως πάντα εκφραστικό της στιγμής και μόνο.

 

Σ’ αγνοούσα τότε κι έτρεχα,

λαχάνιαζε το σώμα που μου είχε απομείνει –ανάπηρο απ’ την αρχή–,

ήθελα να το εκμεταλλευτώ, να το χαρώ, ν’ αφεθώ στον αέρα, στη θάλασσα, στον αμερόληπτο έρωτα.

Τις φιλενάδες μου με τα τέλεια κορμιά που έλαμπαν στον ήλιο, δεν ζήλεψα ποτέ,

δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι οι άνθρωποι μου είχαν στερήσει κάτι που μου ανήκε.

 

Και τώρα ήρθε της εξομολόγησης η ώρα.

Μικρέ μου καθρέφτη, που τελευταία σ’ έχω συνέχεια μπροστά μου για να σε συνηθίσω:

Σε μισώ.

Θα με συγχωρέσεις;

Μίσος τι θα πει δεν ήξερα.

Αλλά τώρα, να, βλέπω το πρόσωπό μου κι εξαγριώνομαι ενάντια στη φύση.

Μέσα μου βαθιά, βέβαια, ξέρω ότι ο εχθρός μου δεν είσαι εσύ, αλλά ο χρόνος.

Ο χρόνος όμως παραμένει πάντα ασύλληπτος αφού τα αμαρτήματά του όλο αναβάλλονται κι αυτός διαφεντεύει ακόμη τη ζωή μου.

 

Καθρέφτη μου, θύμα είσαι κι εσύ του ανθρώπινου παραλογισμού.

Σ’ ευχαριστώ που μου παραστέκεσαι και μ’ αφήνεις να σε μισώ.

 

Κατερίνα  Αγγελάκη-Ρουκ

 

 

***

 

 

3.ΒΡΑΔΙΝΗ  ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.

Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω

πολλά νά σοῦ εἰπῶ.

 

Λοιπόν, ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.

Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος

καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν

νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό

καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο

στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση

πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει

τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα

πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου

διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος

πού συνόριαζε μέ τό φῶς.

 

Καί γι’ αὐτό:

μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «Ηλιακός Λύχνος», 1984

 

 

***

 

4.ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

Το μαύρο αν μίλαγε «μη με φοβάστε»

Θα έλεγε «χτενίστε με στο φως, στον ήλιο

Απλώστε το αίμα μου να δείτε

Πώς πονάω για σας όταν με ντύνεστε· δεν

Είμαι εγώ το σκοτεινό που σας τυφλώνει

Δεν είμαι εγώ το σκοτεινό μα το ένδυμά μου

 

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Το μαύρο κουμπί, Κέδρος, 2006

 

 

***

 

5.Η  ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ  ΤΟΥ  ΦΥΓΑ          

 

Είμαι ευτυχισμένος μόνο σαν φεύγω.

 

Όχι ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, με δρόμους κλειστούς,

μα ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο ’να σπίτι ή στ’ άλλο,

και τα δυο κατά προτίμηση αλλονών.

 

Δεν μπορώ πια, ούτε θέλω, να μένω ήσυχος.

Ούτε τώρα ούτε μετά. Ούτε εδώ ούτε εκεί.

Εκεί που τελοσπάντων είσαι εσύ,

όποια και να ’σαι εσύ, το όνομά σου βάλε

στα χείλη μου τα διψασμένα, τα αχόρταγα.

 

Εγώ δεν είμαι εγώ ούτε έχω σπίτι.

Δεν λέω πια, γιατί ποτέ δεν ήμουν,

ποτέ δεν είχα, πάντα ήμουν ξένος

μέσα μου ή έξω μου. Είμαι αυτός που δεν:

ο αλήτης που κοιμάται κάτω απ’ το γεφύρι

που τις όχθες μου ενώνει και το περνώ

χωρίς σταματημό, μέρα και νύχτα.

 

Γράφω γιατί ψάχνω, γιατί ελπίζω.

Όμως πια δεν ξέρω τι, το ’χω ξεχάσει.

Ελπίζω πως γράφοντας, κάποια στιγμή

θα θυμηθώ. Επιμένω κόντρα στους καιρούς.

 

Αγωνιώ ανάμεσα σε παρενθέσεις

σε τόπο ζωντανό, χρόνο νεκρό

κάποιας ελπίδας, ανάμεσα σε δύο εδώ.

 

Ποτέ σε κάτι μα ανάμεσα. Άσε με,

όποια και να ’σαι εσύ, στην ησυχία μου

ή τέλειωνε πια μαζί μου και με το μέλι το πικρό

του να είμαι μόνος μιλώντας μόνος.

 

Αποφάσισα να μην αποφασίζω,

να μην είμαι πουθενά αλλά στον δρόμο,

σε γεφύρια, σε πλοία, σε τρένα

όπου θα είμαι απλώς ο επιβάτης

που ξέρω πως είμαι, και να αισθάνομαι

πως με ανησυχεί η γαλήνη,

πως η ησυχία με τρομάζει,

πως η ασφάλεια δεν με ενδιαφέρει,

κι ευτυχισμένος είμαι μόνο στη φυγή.

 

Χουάν Βιθέντε Πικέρας -Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

 

 

***

 

 

6.ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά

Ας γραφεί με το αληθινό όνομα της

Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η

Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική

Αφού έτσι πρέπει

Να πονέσω

Ακόμα πιο πολύ

Γι’ αυτό

 

Μπορούσα να αμύνομαι

Τώρα το λέω μοναξιά

 

Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.

Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.

Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.

Είναι αρκετός καιρός.

 

Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα

Σήμερα

Να υπονοηθούν

Δεν είναι από αγάπη

Το θέλησα

Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς

Μόνο για να μπορέσω

Από κάπου να βγω

 

(Στιγμή μεγάλης αναπνοής)

 

Αυτό το ποίημα

Είναι η τελευταία μου επαναστατική πράξη

Πριν υποκύψω

Στων αλλοφύλων τις συμβουλές

 

ΕΛΕΝΗ  ΒΑΚΑΛΟ

 

 

***

 

 

7.ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

Απόσταγμα του εαυτού μου απόμεινα

ἡ μετάνοια μ’ εξαντλεί

όλο πιο λίγη δίχως ενοχές

στο πετραχήλι πάνω απ’ το κεφάλι μου

σταματημένες.

 

Το βάρος τους

έξω από μένα

με πιέζει πιο πολύ

 

κι ὁ Πόντιος Πιλάτος

λίγους αιώνες πάρα πέρα

όλο να με παρατηρεί

τα χέρια πάντα νίπτοντας

και μεταθέτοντας ξανά

σε μένα την ευθύνη.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

 

Kώστας Λειβαδάς, Κατσιμίχα –Εξομολόγηση

 

 

 

  1. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 

— Παπά, μια κόρη αγάπησα

και μ’ αγαπούσε σαν τρελή~

μια μέρα την αγκάλιασα,

πήρα το πρώτο της φιλί.

Παπά, τι συλλογάσαι;

— Αν την αγάπησες πολύ,

συχωρεμένος νά’ σαι.

 

— Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε

στην αγκαλιά μου ντροπαλή,

κι αμάρτησα κι αμάρτησε

όχι μονάχα με φιλί.

Παπά, τι συλλογάσαι;

— Αν την αγάπησες πολύ,

συχωρεμένος νά’ σαι.

 

— Μια μέρα την παράτησα

την όμορφην αμαρτωλή

και δεν της ξαναζήτησα

μήτ’ αγκαλιά μήτε φιλί.

Παπά, τι συλλογάσαι;

— Δεν την αγάπησες πολύ,

καταραμένος νά’ σαι.

 

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΠΟΛΕΜΗΣ,  Σπασμένα μάρμαρα, 1917

 

 

***

 

  1. ΕΝ ΛΕΥΚΩ

 

Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.

Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.

Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.

Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.

 

Και σας εξομολογούμαι

πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής

είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.

Αλλά πώς να κάνω αλλιώς;

Σε τι θα ωφελούσε να γίνω ένας απλός αναμεταδότης της ασχήμιας,

με το δικαιολογητικό ότι υπάρχει στην πραγματικότητα;

Είναι κάτι που το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος να το επαναλαμβάνουμε.

Τουλάχιστον εγώ αποβλέπω στην μεταμόρφωση».

 

 Οδυσσέας Ελύτης

 

 

***

 

10.HOMO AQUARIUS

 

Μια παράλογη εξομολόγηση

που οφείλεις να κάνεις

Αφού έθαψες με σεμνή τελετή

την κληρονομική ανησυχία

τώρα βουτάς με μόνο εξοπλισμό

ένα σκάφανδρο

για να κρυφτείς

κάτω από το μεγάλο τραπέζι

 

Ντυμένος με

κοράλλια από νάιλον

καταπίνεις ψηφιακό πλαγκτόν

παρατηρώντας

τα δόντια της κουφάλας

τους χαλαρούς συνδέσμους

των αρθρώσεων

την ελαφρότητα της μάζας

κι όταν

τα ξύλινα πόδια

σε πλησιάζουν απειλητικά

για να σου λιώσουν το κεφάλι

ξεπροβάλλεις

ανοίγεις τις υδάτινες κουρτίνες

και τους φωνάζεις:

 

-«Ακούστε με παρακαλώ !

Θα πρόκειται για παρεξήγηση

Εγώ ένας ταλαιπωρημένος ναυαγός

είμαι μόνον, που επέλεξε να απέχει

από τους εορτασμούς για να μην

ακούει το θόρυβο των εικόνων»

έπειτα

πρώτη πρώτη

σπεύδεις να τους παραδώσεις

την οικογενειακή ρυτίδα

– του μεσόφρυδου –

για να αισθανθείς ξανά

ένας άνθρωπος περιττός

που έμαθε να ζει

στο ενυδρείο

 

Έλσα Κορνέτη

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (295ο): «Εδώ – Εκεί»….

*Ρίτσος-Θεοδωράκης-Νταλάρας, «Εδώ το φως»

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Εδώ το φως»

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού
και στ’ αγεριού το πόδι

Εδώ το φως εδώ ο γιαλός
χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν
τα σίδερα μασάνε

 

 

-«…Ανάμεσα στὴν ισημερία τῆς άνοιξης καὶ την ισημερία
τοῦ φθινοπώρου
εδώ είναι τα τρεχάμενα νερὰ εδώ είναι ὁ κήπος
εδώ  βουίζουν οι μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αυτιὰ ενὸς βρέφους
καὶ ὁ ήλιος να! και τὰ πουλιὰ του παραδείσου
ένας μεγάλος ήλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φως.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας»

 «Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.»

 

  

 

-Τάσος Λειβαδίτης, [Όχι δε μένει κανείς εδώ]

 «Κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα τις
πιο ωραίες στιγμές μου. “Όχι, δε μένει κανείς εδώ”, είπα.
Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.»

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, [ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ…]

 Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε απ’ τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

 Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

 Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

 νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ‘χουμε, τι να ‘χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

 (Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

 

 *Δ. Μητροπάνος, «Θα είμαι εδώ»

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

 Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη]

 

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΟΧΙ ΑΠΟ ΔΩ…»

 Όχι από `δω. Λάθος στο φάκελο και στις διευθύνσεις
μια λέξη ένας αριθμός κι όλο το νόημα αλλάζει
ένα κουδούνι πιο δίπλα κι ο ενοικιαστής είναι άλλος.
Κλείνει τα παντζούρια το βράδυ μανταλώνει τις πόρτες.

Κατεβάζει τα μεγάλα στορ φράζει μ’ ένα σεντούκι την ξώπορτα
σβήνει προσεκτικά τ’ αποτσίγαρα και κρύβεται κάτω απ’ τις κουβέρτες.
Λάθος. Γιατί χτυπάς το μάνταλο; Δε θα σ’ ανοίξει.
Η ώρα είναι περασμένη και στο σκοτάδι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Πώς να πιστέψω πως είσαι συ ο Φώτης, όχι ο Κώστας, όχι ο Θανάσης του Κώστα;

Γιατί αλλάζεις φορεσιές, αλλάζεις χτένισμα, δένεις αλλιώτικα τον κόμπο της γραβάτας;
Παντρεύτηκες δυο φορές και τώρα μετράς τις ερωτικές σου επιτυχίες
Αρχείο σε σειρά αλφαβητική, γράμματα και φωτογραφίες.
Δε σε γνωρίζω. Ίσως να ταξιδέψαμε μαζί, όπως το λες, με το «Αλκινόη»
Πήγαμε τρεις φορές στο «Θερμαϊκόν» μου πλήρωσες το τραμ για την Καμάρα.

Μα δε σε ξέρω. Από το δρόμο αυτό δεν πέρασες ποτέ σου
Δε διάβασες τα επισκεπτήρια και τις επιγραφές πάνω στους τοίχους
όλες οι ξώπορτες κλειστές και το σεντούκι, μην ξεχνάς — μόλις νυχτώσει.
Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δε θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου.

 (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Εδώ»

 Εδώ
κάτω από την καρδιά μου
καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
μπήγονται ολοένα πιο βαθιά.

Τώρα
(Τώρα, σιγά σιγά, που ξημερώνει
και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να `ναι)
ελάτε
έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,

μαζέψτε τες μια μια
είναι δικές σας
σήμερα το πρωί
στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος.

Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
τις μάζεψα για σας
και τώρα
ξερίζωσε τες απ’ το στήθος μου
σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο.

Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
πριν μάθουν πως εγώ

είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω.

 (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη»


Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε.

 (https://douridasliterature.com/poihmata.html)

 

 *Αργύρης Μπακιρτζής, «Εγώ θα είμαι εδώ»

 

-Στέλιος Λαλούσης, «Όλα είναι εδώ»

 Όλα είναι εδώ

Εδώ είναι η νύχτα η μεγάλη

έξω από το παράθυρο με τις σκιές και τα τσιμεντένια παραπήγματα

μαζί με τις αντένες

κάπου στο βάθος να τέμνουν τα φώτα τις Ακρόπολης

κι αν σηκώσω τα μάτια,

εδώ είναι ο Δίας κι η Αφροδίτη

κοντά κοντά

θα γείρουν πίσω από τη Σαλαμίνα

και κάποιος αρμενιστής στον Ατλαντικό

θα πετάξει το τσιγάρο του στη θάλασσα

ρωτώντας ποια αστέρια είναι αυτά

 

Εδώ είμαι κι εγώ

με τις μουσικές από τα πέρατα των στιγμών μου

και πώς πέρασαν οι χρόνοι ένας ένας δεν κατάλαβα

μα τι ευτυχία που είναι η ζωή

όταν τίποτα πια δεν έχει σημασία

όταν δυο φώτα διασχίζουν την απέραντη νύχτα

σαν κεριά που τα κρατούν χέρια αγαπημένα

που προσπέρασαν

Αλλά εγώ είμαι εδώ

ένας ζεστός παλμός μέσα στη νύχτα

 

Εδώ είμαι εγώ

το παιδί, ο έφηβος, ο ξερακιανός μπαρόβιος

αυτός που θυμάμαι

αυτός που ξέχασα

αυτός που σκόρπισα

αυτός που δάκρυσα

 

Εδώ είναι κι η μνήμη

τα πρόσωπα που αγάπησα είναι εδώ

ο πατέρας ανοίγει την πόρτα και μπαίνει

άλλοτε φεύγει, χαμογελάει

η Μαρία κατεβαίνει τα σκαλιά

του σχολείου

μια μπάλα μου πετάει

ο Ντίνος

μια ρακί με κερνάει,

η άμμος η πορφυρή είναι εδώ

 

Όλα είναι εδώ

όσα μου λείπουν πιο πολύ

είναι εδώ

όσα με πλήγωσαν

όσα έχασα

είναι εδώ

και τι μεγάλη ευτυχία

όσο θα τρέχω

προς το μεγάλο ουρανό

προς τη μεγάλη θάλασσα

προς το μεγάλο ταξίδι

όλα θα είναι εδώ

 

(https://www.fractalart.gr/ola-einai-edw/)

 

 

 

 

-Μάνος Μαυρομουστακάκης, «Ως εδώ»

 

Ένα ρολόι τοίχου με «περίτεχνες» φιοριτούρες ολόγυρα,

ήταν ακουμπισμένο στο τοιχίο κάποιου κάδου.

Παρακατιανό –έδειχνε φτηνοδουλειά- κούρασε τους ιδιοκτήτες του,

που κάποτε το είχαν δει με συμπάθεια, αλλά τώρα το κήρυξαν αποσυνάγωγο.

Ίσως να τους είχε κουράσει κι η δική τους ζωή, άχαρη καθώς ήταν, ίσως και …

να το θεώρησαν συνυπεύθυνο, που την μετρούσε ως τέτοια με τους κύκλους του.

Όπως και να χε το απομάκρυναν.

Είπαν για λόγους αισθητικής και είχαν δίκιο.

 

 (https://www.fractalart.gr/ws-edw/)

 

 

 

 

-Σπύρος Ποταμίτης, «Αν ήσουν εδώ»

 

Αν ήσουν εδώ θα σ΄ αγκάλιαζα

με γύρη χρυσάνθεμων θα στόλιζα τα φιλιά σου

το άβατο της ψυχής μου να μυρώσει ζωή

στου πόθου σου το ξωκλήσι…

 Αν ήσουν εδώ που αγάπη σε θέλω!


(
https://spyros-potamitis-poiisi.webnode.gr/)

 

 *Βίκυ Μοσχολιού, «Θα είμαι εδώ»

 

 

-Γεωργία Καλαμποκά: «Εδώ Νοσοκομείο! Είμαστε άοπλοι»

 Εδώ Νοσοκομείο!
Εδώ Νοσοκομείο!
Εδώ Νοσοκομειακοί Γιατροί.
Εδώ ΟΕΝΓΕ.
Χρειαζόμαστε στρατιώτες (μόνιμο προσωπικό)!
Χρειαζόμαστε επιθετικά όπλα!
(αναπνευστήρες και κλίνες ΜΕΘ)!
Χρειαζόμαστε αμυντικά όπλα!
(ατομικά μέσα προτασίας για το υγειονομικό προσωπικό
ώστε να μη βγει εκτός μάχης):

 Κύριοι Δυνατοί
Μας δώσατε τον πρώτο,
τον κύριο λόγο.
Ακούστε μας!!!
Έστω και τώρα.

 “Είμαστε σε πόλεμο”
-είπατε-
“Με έναν αόρατο, αλλά όχι ανίκητο, εχθρό”
-είπατε-
Είμαστε η εμπροσθοφυλακή.
Χρειαζόμαστε ενισχύσεις
(2000 είπατε –πριν τον πόλεμο-
τώρα όσους έχουμε-λέμε-)
Οι εφεδρείες να έρθουν τώρα!!!

 Γιατροί, νοσηλευτές, υγειονομικό προσωπικό!
Στην πρώτη γραμμή!
ΜΕΘ (ν΄ανοίξουν όσες χρειάζονται. ΤΩΡΑ).
ΤΕΠ
ΕΚΑΒ

 Αντιδραστήρια και τεστ δωρεάν, τώρα!!!
Όπου αποφασίσει το δικό μας επιτελείο.
Εμείς οι μαχητές της πρώτης γραμμής.

 Αδέρφια μας πολίτες
Αδέρφια μας άνθρωποι

 Είμαστε άοπλοι!!!

 Δεν είναι ποίημα.
Δεν είναι λέξεις.
Είναι κραυγή πριν τις κραυγές…
Προτού η τελευταία Αντιγόνη κάθε σπιτιού
δε θα μπορεί ούτε αδέρφια ούτε γονείς
να θάψει όπως πρέπει…

 Αδέρφια μας γιατροί.
Ξημερώνουν οι λέξεις σας το σκοτάδι.
Δίνουν ελπίδα. Ξέρετε τι είναι να γίνει.
Μας μαθαίνετε τι να ζητήσουμε. Τώρα.
Εδώ γεννιούνται τα ποιήματα.
Εδώ εσείς είστε οι ποιητές!

 Φωτίστε τα πληκτρολόγια συμπολίτες!!!
Εκτοξεύστε στεντόρεια τη φωνή σας…
Να γίνει τώρα ένα με των γιατρών.
Κανένα χειροκρότημα. Αυτό μετά.
Τώρα η φωνή τους, φωνή σας.
Να μας φοβηθούν οι δυνατοί,
έστω κι απ΄ την απομόνωσή μας.
Γιατί κάποια μέρα θα τελειώσει.

 Και τότε θα ξέρουμε τον αίτιο.

 (https://atexnos.gr/)

 

 

 

 

-Σάκης Αθανασιάδης, «Ο Άνεμος Περνάει από Εδώ»

 

Να αφήνω σκόνη πίσω

Την πόρτα μου να κλείνω στους κακούς

Μακριά θέλω να πάω

Μακριά σε νέους δρόμους μακρινούς

 

Την τύχη μου αν βρίζω φταίει γιατί ελπίζω

Την ομορφιά στις διαδρομές να βρω

Το δρόμο παρακάτω ποτέ δεν τον γνωρίζω

Τη σκόνη του μυρίζω, προχωρώ

 

Την άνοιξη αν μυρίζω φταίει γιατί ελπίζω

Την ομορφιά στα μάτια σου να δω

Να τρέχεις απ’ το λάθος μες της ψυχής το βάθος

Να μη μιλάς για αγάπη θα το βρω

 

Σκορπάω σε μια στάση στάχτες που έχω πιάσει

Ο άνεμος περνάει από εδώ

Κι όταν τις αγκαλιάσει αυτός να τις μοιράσει

Τη σκόνη τους αφήνω, προχωρώ

 (http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2014/11/Athanasiadis-ta-paputsia-tu-magu-xrony-24grammata.compdf.pdf)

 

  

 

*******

 *ΠΥΞ ΛΑΞ, «Εσύ εκεί»

 

 

-«Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.»

 (Κική Δημουλά)

 

 

 

-«Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου.»


(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-«…Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται
ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει
ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων.
Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι
για ένα καινούργιο κόσμο… εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!»

 (Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Είναι εκεί»

 Είναι εκεί,
σαν ώριμη οπώρα ξαπλωμένη
με το λαιμό γυμνό,
το στήθος της σαν πίδακας
και συ
σκυμμένος πάνω της,
σαν πάνω από γκρεμό,

να θες να πιεις
και να καταποντίζεσαι.

 (https://poiimata.com/2018/04/22/einai-eke-christos-laskaris/)

 

 

 

 

-Αντώνης Φωστιέρης, «ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ»

 Μαθαίνω κάνει πάντα παγωνιά.
Κι εσύ δεν πήρες φεύγοντας
Ούτε κουβέρτα.

Να σκεπάζεσαι καλά
Με το χώμα σου.

 (Από τη συλλογή: Πολύτιμη λήθη, 2003)

 

 

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Εκεί»

 Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
που θα πάρεις
μονάχα εσύ που θα πάρεις.

Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως.
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
οι καθρέφτες θα λάμψουν.

Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
εκεί θα τα βρεις
κάπου απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες.

Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
προσεχτικά τις κουρτίνες
ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν.

Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο.

Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.
(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρυψουμε το πρόσωπό μας).

 (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 *Μπάμπης Στόκας, Λ. Μαχαιρίτσας, «Εκεί στο νότο»

 

 

-Βάλτερ Πούχνερ, «Η θάλασσα είναι εκεί»

 Η θάλασσα είναι εκεί, ακίνητη
εν τη κινήσει της κυματισμένη
καθρέφτης του ουρανού που ζει
και έχει και βάθος, όχι το τίποτε.

 Η θάλασσα είναι εκεί· ανίκητη
τη στεριά κερδίζει, το βράχο πολεμά
στις αμμουδιές λέει ιστορίες
η άμμος, άγονη και βουβή, σιωπά.

 Η θάλασσα είναι εκεί· άπειρη
έχει τη σοφία του βυθού
και την πείρα της επιφάνειας
ανεξάντλητη κρύβει το βάθος.

 Η θάλασσα εκεί είναι· ανώνυμη
και άμορφη και άστατη
με την αλμύρα της κι άγονη
κι όμως η αρχή των πάντων.

 (https://frear.gr/?p=25868)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Σε βρίσκει η ποίηση»

 Ι

 Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά

αντικρίζεις

για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει

για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα

για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ

και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου

γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ´ελάχιστες παραλλαγές

για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν

κατάλληλη τιμή

για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού

ή που ήσαν σάπια απ ‘ την αρχή και δεν το έβλεπες

εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις

για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου

για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα

για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες 

ν´αναλάβεις

για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν

γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά

για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις

για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες

και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν…

 

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 ΙΙ

Εκεί πάνω που συλλογίζεσαι ποιος είσαι και τι έκανες

πόσο ανοίχτηκες στους άλλους για να σε δεχτούν

πόσο επιδείχτηκες στο κοινό για να τους αρέσεις

πώς κλείστηκες τόσο πολύ για να προστατευτείς

σε τι έφταιξες σ´εκείνους που σ´απέρριψαν

για πόσο καιρό τ´ανέβαλλες κι εσύ να τους απορρίψεις

πότε έδωσες ένα στήριγμα σε κάποιον που το χρειαζόταν

πότε εγκατέλειψες τον άνθρωπο που σε είχε ανάγκη

πόσο αντέδρασες όταν έβλεπες να πλουτίζουν

αυτοί που έλεγαν ότι μάχονται για τους φτωχούς

όταν άκουγες να δημηγορούν υπέρ των αδικημένων

εκείνοι που αδικούσαν έχοντας πάντα δίκιο

πόσο ενίσχυσες αυτούς που τους προσφέρθηκες να σε

δυναστεύουν

πόσο με τη δράση σου βοήθησες ν´ανατραπούν

ως πότε απόλυτα δεχόσουν τις μονολιθικές αλήθειες

πόσο αντιπάλεψες την κάθε φορά ακράδαντή σου πίστη

για πόσο φερόσουν σαν πιστός ενώ πια δεν πίστευες

πόσο αφέθηκες στις παρορμήσεις σου, πόσο τις δάμασες

πόσο προχώρησε η γνώση σου, πόσο δοκιμάστηκε

ως πού κατόρθωσε να φτάσει η πράξη σου, που στόμωσε

πόσο άργησες ή πόσο βιάστηκες για μια κρίσιμη

απόφαση…

 

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 ΙΙΙ

 Εκεί που σκέφτεσαι αν επειδή το θέλησες και μόνο

μπορεί ν´ανοίξει ο δρόμος προς τον άλλο

ν´απλώσουν τα όρια για συναρπαστικές διασταυρώσεις

ή τουλάχιστον να γίνει πιο ανθρώπινη η μοναξιά

αν φτάνει που έμαθες πολλά που πριν δεν τα λογάριαζες

ώστε να φύγει η δυσπιστία για όποιον δεν σου μοιάζει

να σταματήσει ο χλευασμός για εκείνον που θέλει 

να σου μοιάσει

να σβήσει ο φθόνος γι´αυτόν που σε ξεπερνάει

να χαθεί η περιφρόνηση για εκείνον που έμεινε πιο πίσω

να νικηθεί ο φόβος μπροστά σ´αυτόν που τιμωρεί

να καταργηθεί το δέος γι´εκείνον που εξουσιάζει

να διαλυθεί η μέθη από την εξουσία που για λίγο
απέκτησες
εκεί που παλεύεις ν´αποτινάξεις τα νέα δεσμά
που ήρθαν μετά το ξέσπασμα της ανταρσίας σου
που αγωνίζεσαι για την ελευθερία κι έπειτα βλέπεις
πως η αμοίραστη ελευθερία για κάποιους γίνεται σκλαβιά
εκεί που προσπαθείς να περιστείλεις την ανασφάλειά σου
να μην παραδοθείς στην επιθυμία γι´ αναγνώριση
να συμμαζέψεις κάπως και την κρυφή σου έπαρση…

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 ΙV

Εκεί που αναγνωρίζεις πως δεν αγάπησες
όσο σ´αγαπήσαν
πως ήθελες την απόλαυση μόνο για να την ξαναγευτείς
πως γύρευες περιπέτειες μόνο για τις αφηγείσαι
αργότερα
πως μοιραζόσουν σε κομμάτια που λειτουργούσαν χωριστά
αναζητώντας τον μεγάλο έρωτα στην πολλαπλή εκδοχή του
πως κι αν τον συναντούσες είχες τόσα κενά, τόσες
αντιδρομές
που σε βασάνιζε πιο πολύ απ´ό,τι η απουσία του
εκεί που τα χάνεις άμα ένα πάθος, ακόμη και φευγαλέο
ανατρέπει όσα είχες σιγουρευτεί πως τα ελέγχεις
που ψάχνεις να βρεις τι πράγματι έγινε
και η αγνοημένη ηδονή μεταμορφώθηκε σε μίσος
που δεν επιχειρείς να εξαγοράσεις, δεν αφήνεσαι
ν´εξαγοραστείς
που υποκύπτεις, εκλιπαρείς, τα δίνεις όλα χωρίς επιφυλάξεις
που απαιτείς αποκλειστικότητα, βιαιοπραγείς από ζήλεια
που όλα σου παραδίδονται άνευ όρων, βέβαια στην αρχή
εκεί που φτάνεις να πιστεύεις πως οι έρωτες
μόνο μέσα στην επανάληψη μπορούν να επιζήσουν
κι απρόσμενα ένας έρωτας κορυφώνεται σε αγάπη
ενώ εσύ, το ίδιο απρόσμενα, προσπαθείς να πεις πως
αγαπάς…

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 

 VIII

 

Eκεί που στριμώχνεσαι στο λεωφορείο, επιστρέφοντας

στο σπίτι

που γυρνάς από γραφείο σε γραφείο ζητώντας μια δουλειά

που επιχειρεί να σε ταπεινώσει ένας ψηλότερα ιστάμενος

που εκτοπίζεσαι από πειθήνιους νεοφερμένους

που χαίρεσαι για τα καλά λόγια που ειπώθηκαν για σένα

που θά᾽ θελες ν᾽ ακούσεις κι άλλα κι ας μην τ᾽ομολογείς

εκεί που πατάς γκάζι στα 180 με το καινούριο σου 

αυτοκίνητο

που δεν τσιγκουνεύεσαι άλλο στα δώρα που προσφέρεις

που φλυαρείς, ψιλογκομενίζεις, πας να φρεσκάρεις

τη φιγούρα σου

που ξάφνου μέσα στην επιπολαιότητα έχεις μιαν

έκλαμψη ευφυίας

εκεί που αρνιέσαι την υποχρεωτική κατάργηση της μοναξιάς

που δεν αποδέχεσαι την καθεστωτική επιβολή της ευτυχίας

που νιώθεις κυρίαρχος του παιχνιδιού ενώ είσαι

χαμένος από χέρι

που βγαίνεις με σημάδια απ᾽τους λαβυρίνθους

της πολιτικής

εκεί που αγωνιάς για τ᾽αποτελέσματα μιας αξονικής

που στενοχωριέσαι για τις αρρώστιες των μακρινών σου

ανθρώπων

που ελπίζεις πως όλοι θα βγουν γεροί απ᾽το νοσοκομείο

εκεί που σταματάς τα πάντα ενώ τρέχουνε οι προθεσμίες

που περνάς βδομάδες ψάχνοντας τη λέξη που ακριβώς

χρειάζεται

ώσπου ένας άλλος μέσα σου σε απαλλάσσει, αναλαμβάνει

να το κάνει

εκεί που λες όλα αυτά είναι αστεία μπρος στο κυνήγι

του ψωμιού

κι έπειτα βλέπεις ότι χωρίς τις λέξεις τίποτα δεν αποκτά

υπόσταση…

 

Εκεί πάνω σε βρίσκει ποίηση.   

 

Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
με αυτοκίνητο
άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
κουρελού ζητιάνα
σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
παρθένα
σ’ εξαπατά στέλνοντας στη θέση της μια θεραπαινίδα της
κι εσύ νομίζεις πως την έριξες επιτέλους στο κρεβάτι σου
σε καλεί με ντουντούκα να φωνάξεις κομματικά
συνθήματα
σε περιπαίζει δίνοντας προτεραιότητα στις σοβαρές σου
ασχολίες
σου γεμίζει το άδειο γραμματοκιβώτιο των φιλοδοξιών
σε δελεάζει με όνειρα δόξας, χρήματος, αθανασίας
σε πείθει σαν άπιστη ερωμένη πως είναι δική σου μόνο
σε προσπερνάει για να ξεσκονίσει νεκροζώντανους
αρχηγούς
σου φουσκώνει τις ουτοπίες όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι
σου θυμώνει άμα δεν βλέπεις ότι προσπαθεί να διαλύσει
την ομίχλη
σου ζητάει βοήθεια άμα την κυνηγούν οι εξουσίες
που αψήφησε
σου λέει πώς κι όταν τις υμνούσε, κρυφά τις υπονόμευε
σου επισημαίνει τις κοινοτοπίες, σου ανατρέπει
τ’ αυτονόητα
σου ψιθυρίζει μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνιάσεις
σου φωτίζει πράγματα που μέναν σκοτεινά ως τότε
ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμείβει για την αφοσίωση σου
σου αποκαλύπτει την αλήθεια, σου λέει καθαρά πως
ανήκει σε όλους.

Εκεί πάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας.

 (http://maropaki.com/?p=3586)

Πες το με ποίηση (294ο): «ΛΑΖΑΡΟΣ»…

Κάλαντα Λαζάρου- Κάλυμνος

 

 

1.ΛΑΖΑΡΟΣ

 

«Είν’ όλα νέα σήμερον

έτος δωρήματα ελπίδες

και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

 

Βροχή μες στις στοές βροχή

χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα

με παγωμένα πόδια

για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

 

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου

 

Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε

σου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό

ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες

ένα λιβάδι τρομερό

σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε

 

Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ

Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης

γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας

αγάπησε τη ζωή

 

«Είν’ όλα νέα σήμερον»

για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

«και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Παραλογαίς

 

***

 

2.Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

 

Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία

όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.

Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι

ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα

αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.

 

Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι

χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν

ή ζήλεψαν για τους δικούς τους- ποιος να ξέρει;

Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου

οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης

ποτέ δεν σκέφτηκες τι απέγινε

ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

 

Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω

μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν' ακολουθήσω

ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.

Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω

σε τι ανάσταση νεκρών

ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής

και στον κανόνα του θανάτου;

 

Και τέλος

πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ

ότι στ' αλήθεια και για πάντα

θα πεθάνω;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

 

***

 

3.Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ

 

Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.

Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων

που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,

που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.

Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.

Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.

Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.

Σιώπησαν οι υπόλοιποι.

Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,

έγειρε και ύπαγε.

Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.

Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.

Σκέφτηκα:

θα προτιμούσα

να μην το κάνω,

ποτέ να μην βγω από ’δώ μέσα.

Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.

Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,

το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.

Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.

Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.

Κι έπειτα, είχα αγαπήσει

πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.

Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω

 

μια φωνή να με καλέσει, να μου πει

τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.

 

Juan Vicente Piqueras | Χουάν Βιθέντε Πικέρας, “Historia de la sed”

“Ιστορία της δίψας”, μετ: Κώστας Βραχνός

 

***

 

4.Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΖΗΤΑ ΒΟΗΘΕΙΑ

 

Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω

το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.

Είμαι η

φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,

και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό

για να μη ζω.

Το σώμα μου είναι μια πυροστιά

που δε λέει να σβήσει.

Η κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,

είναι η μνήμη μου

τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών

όπου βυθίστηκα, ποτέ

δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.

Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος

των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.

Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο

στο ερμάριο της καρδιάς του

ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του

που το γυρεύει, το φωνάζει,

και έχουν περάσει τα χρόνιο κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,

χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.

Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.

Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.

Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.

Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.

Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.

Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί

το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,

στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.

Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.

 

Juan Vicente Piqueras, Μετ: Νίκος Πρατσίνης

 

***

 

5.Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ

 

Τώρα ζω στο χρόνο των λουλουδιών

του κόσμου τα σκυλιά είναι δεμένα.

Ξάφνου γυρνούν τα σπλάχνα μου

ακούω απ’ έξω τη φωνή του Ιησού.

Τι κρύβει πάλι μες στα χέρια του;

Στέψη ετοιμάζει ή τη σταύρωσή μου;

Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ

και θα γυρνώ τη ρόδα του τρελού.

Γιώργος Κακουλίδης, Μονσινιόρ», Καστανιώτης, 1996

 

***

 

6.ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα –και ποιος θα ’θελε; –

η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε;

Ν’ αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,

τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ.

Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή;

Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν’ αγανακτήσει.

Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση.

Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική

που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ’ εξυμνήσει;

Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά.

Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω.

Όχι ήρωας, μα πιόνι βασιλιά.

Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά.

Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ.

Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω.

Μαζί του να ξαναταφώ.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, «Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων,

2012

 

***

 

7.Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Ο Λάζαρος όταν αναστήθηκε

τρομαγμένος αναρωτιόταν

«τώρα τι κάνουμε;

Με σβησμένη μνήμη

είναι αδύνατο να συνεχίσω».

 

Έπρεπε όμως να ζήσει

και πήρε τη γενναία απόφαση

να ξεκινήσει απ’ την αρχή!

 

Έτσι κάθιδρος έμαθε

πάλι να συλλαβίζει

τις χαρές και τις λύπες

μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε

κάτι από τα παλιά.

 

Μέχρι που κάποια στιγμή

παντελώς λησμόνησε

την ανάστασή του.

NIKOΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

***

 

8.Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

 

Για τον ένα, λοιπόν και για τον άλλο,

χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,

που να  φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν.

 

Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες

θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,

ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,

κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;

Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο

να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:

 

Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,

με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,

Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,

τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του

γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος

του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν

σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, –

και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,

μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε

μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους

ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη

η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη

 

μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,

τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!

 

Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη

μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,

παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,

γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,

που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,

πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι –

(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη

κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),

 

ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα

και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:

τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν

όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο

τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας

σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα

της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι

μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,

κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,

στην αγορά το πήρε πάλι.

 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφ. Άρης Δικταίος

 

***

 

  1. O ANAΣΤΗΜΕΝΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ

Ακούστηκε πως αναστήθηκα,

πως γύρισα πάλι στη ζωή

και είμαι ζωντανός

όσο και πρώτα.

Μπορεί να είναι κι έτσι.

Όμως,

ας μη γελιόμαστε.

Όσο και να αναστηθείς,

η παγωνιά του πεθαμένου

μένει.

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

***

 

10.Ο ΘΕΟΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.

«Λάζαρε, βγες έξω», φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός

νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του

κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,

πώς θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό…

Κι εγώ χρειάζομαι τη βοήθεια του Θεού

– Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.

– Μα αυτή είναι η βοήθειά μου – να χαθείς…

Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!

TΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

 

11.ΛΑΖΑΡΟΙ

 

Tου Λαζάρου γιορτάζουν οι ξεγραμμένοι.

Τους έχεις κάνει τα μνημόσυνα, έβγαλες και

το φραπεδάκι της παρηγοριάς,

μην τους είδατε μην τους απαντήσατε,

είπες.

 

Κι έρχεται το Σάββατο και σου την φέρνουν.

Κλαπ κλαπ το ξεφορτώνονται το σάβανο  και σου

χτυπάνε το κουδούνι  πρωινιάτικα.

Οι νεκραναστημένοι.

 

 

Αυτοί που δεν υπολόγιζες.

 

Αυτοί που πίνεις απ΄ το ποτήρι τους και τρως απ’ το πιάτο τους.

 

Άντε τώρα να κρύψεις τον καινούριο στην ντουλάπα.

 

Άντε τώρα να εξηγείς πως βρέθηκες με το κοστούμι

το Παρασκευόπουλος του μακαρίτη έτοιμος για ραντεβουδάκι.

 

Δεν είναι να το πάρεις απόφαση μαζί τους.

 

Οι Λάζαροι έχουν τον απέθαντο.

 

Την ξετυλίγουν την γάζα στο πι και φι.

 

 

Κάθονται στο κουζινάκι και σ’ απολαμβάνουν έντρομο

να σου πέφτουν  τα ποτήρια απ’το ξαφνικό.

 

Έχουν  κολλητιλίκια με τα υπερπέραντα οι Λάζαροι

και θα τους ξαναδιορίσει ο Αρχηγός.

 

Μη βιάζεσαι να τους πεθάνεις.

 

Γλυκερία Μπασδέκη

 

***

  1. Ο ΛΑΖΑΡΟΣ

Ποῦ ἤμουνα τὶς τέσσερεις ἡμέρες

ἀνάμεσα στὴ μιὰ ζωή μου καὶ στὴν ἄλλη;

Τίποτα δὲ θυμοῦμαι. Ἕνα κενό.

Τώρα πάλι ἀντικρύζω τὸν ἥλιο

ἀνασαίνω τὸν ἀέρα τῆς ἄνοιξης

χαϊδεύω μιὰ πέτρα, μυρίζομαι

 

ἕνα κρινάκι, ἀγκαλιάζω τ’ ἀρνὶ

ποὺ βόσκει στὸ γύρο τοῦ δρόμου.

Ὢ ζωή! Σὲ ξαναβρίσκω πιὸ φωτεινὴ

πιὸ λαμπρή, πιὸ ἐξαίσια ἀπὸ πρῶτα!

Μὰ οἱ ἄνθρωποι πῶς μὲ κοιτάζουν

ἔτσι παράξενα; Σὰν νά ’μαι καὶ νὰ μὴν εἶμαι

ὁ ἴδιος. Σὰ νὰ κόλλησε γιὰ πάντα στὸ πρόσωπό μου

τὸ νεκρικὸ προσωπεῖο καὶ τοὺς τρομάζει.

Μπερδεύουν τὰ λόγια τους σὰν μοῦ μιλοῦν,

διστάζουν νὰ μοῦ δώσουν τὸ χέρι.

Τὸ ξέρω. Ὅσο κι ἂν λουστῶ, θὰ μυρίζω γι’ αὐτοὺς

ὅσο κι ἂν γελάσω, τὰ χείλη μου θὰ στάζουν

τὸ φαρμάκι τὸ πικρὸ τοῦ θανάτου.

 

Κύριε, σ’ εὐχαριστῶ. Ἡ ἀγάπη σου μοῦ χάρισε

τὸ πιὸ μεγάλο δῶρο, τὸ ἀνήκουστο.

Δὲ θὰ φανῶ ἀχάριστος στὸν εὐεργέτη μου.

Ὅμως νιώθω πόσο δύσκολη θά ’ναι

ἡ καινούργια ζωή μου. Τὴν κάθε μέρα μου

θὰ πρέπει νὰ ἐξαγοράζω μὲ βαρὺ ἀντάλλαγμα.

 

Ἤδη ἀπόκτησα τοὺς πρώτους ἐχθρούς μου

κι ὄχι ἀσήμαντους. Οἱ Φαρισαῖοι κι οἱ Ἀρχιερεῖς

ἔμαθα, μελετοῦνε τὸ φόνο μου.

Τόσο λίγο, λοιπόν, κράτησε ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς;

Πρέπει κιόλας ν’ ἀρχίσω νὰ ἑτοιμάζομαι

γιὰ τὸ νέο μου θάνατο.

Δὲ θά ’ναι εὔκολο,

μὴ νομίζετε. Καμιὰ πείρα δὲν ἔχω

κι ἂς πέρασα τὴν πύλη τὴ σκοτεινή.

Ὅλα πρέπει ν’ ἀρχίσουν ἀπ’ τὴν ἀρχή.

 

Γιώργης Μανουσάκης, πηγή: Aντίφωνο, [Τα ποιήματα 1967-2007, τόμ. Β΄,

Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013.]

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Post Navigation