Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (371ο): «Ηλικία»…

1.ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

περπατούσε με κρεμασμένους ώμους,

ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,

το ποτάμι να είναι ρέμα πελώριο, πλατύ

και η λακκούβα αυτή με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

δεν ήξερε ότι είναι παιδί,

όλα τα πράγματα το γέμιζαν χαρά

και όλες οι χαρές ήτανε μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

δεν είχε γνώμη για τίποτα,

δεν είχε συνήθειες,

καθόταν συχνά στα πόδια του

και άρχιζε ξαφνικά από το τίποτα να τρέχει,

είχε στα μαλλιά μια κορφή

και δεν έπαιρνε ύφος στις φωτογραφίες.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

ήταν η εποχή για τις εξής απορίες:

Γιατί αυτός είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;

Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;

Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο κόσμος;

Μην είναι άραγε μόνο ένα όνειρο η ζωή στη γη;

Μην είναι ό,τι βλέπω και ακούω και μυρίζω

μόνο το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο;

Υπάρχει αλήθεια τo Κακό και άνθρωποι

που είναι πραγματικά κακοί;

Πώς γίνεται, εγώ, που υπάρχω,

να μην υπήρχα πριν να υπάρξω

και πώς μια μέρα εγώ, που είμαι,

δεν θα είμαι πια αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

του έφερνε αναγούλα το σπανάκι, ο αρακάς, το ρυζόγαλο

και το βραστό κουνουπίδι,

τώρα όμως τα τρώει όλ’ αυτά –όχι μόνο γιατί πρέπει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

ξύπνησε μια φορά σε ξένο κρεβάτι,

τώρα όμως νομίζει πως ξυπνάει συνέχεια σε ξένο·

πολλοί άνθρωποι του φαίνονταν όμορφοι,

τώρα όμως του μοιάζει ευτύχημα να δει ωραίους ανθρώπους·

είχε μια καθαρή εικόνα για τον Παράδεισο,

που τώρα έχει απομείνει μια μάλλον θολή υποψία·

του ήταν αδύνατον να διανοηθεί το Τίποτα,

ενώ τώρα ανατριχιάζει με τη σκέψη.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

έπαιζε μ’ ενθουσιασμό,

ενώ σήμερα αισθάνεται δοσμένο σε ένα πράγμα όπως τότε,

μόνο όταν αυτό το πράγμα είναι η δουλειά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

του έφτανε ένα μήλο, λίγο ψωμί

και το ίδιο είναι και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

τα μούρα βάραιναν στη χούφτα του μόνο σαν μούρα

και το ίδιο είναι και τώρα·

η γλώσσα του γινότανε στυφή απ’ τα χλωρά καρύδια

όπως και τώρα,

σε καθεμιά βουνοκορφή

ένιωθε μια λαχτάρα για μια ακόμα πιο ψηλή,

σε κάθε πόλη λαχταρούσε

μια ακόμα πιο μεγάλη

και το ίδιο είναι και τώρα.

Σκαρφάλωνε να φτάσει τα κεράσια της ψηλότερης κορφής με μια τρελή χαρά

και το ίδιο παραμένει και τώρα·

είχε για τους αγνώστους την ίδια ντροπή

που νιώθει και τώρα·

περίμενε το πρώτο χιόνι,

όπως το περιμένει και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

σημάδεψε το δέντρο μ’ ένα ξύλο μακρύ,

που εκεί πάλλεται ακόμα και τώρα.

Πέτερ Χάντκε, Μετ: Γιώργος Καρτάκης

***

2.ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΑΥΚΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση

Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο

Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη

στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα

Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν

Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους

Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.

Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου

Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια

Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ – τί γύρευα

Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα

Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;

Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου

τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη

φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.

Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία

Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.

Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες – Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες

Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια

Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ

χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες

Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια

Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω

Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.

Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό

Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει

Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας

Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

(Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

***

3.HΛIKIA

Ήρθε λοιπόν η στιγμή

Η επίσημη

Η μοναδική

Το άστρο που ευωδιάζει

Απ’ τους κοιτώνες των παιδιών

Άρρητη στοργή

Σε περιμένει

Έν’ άσπρο τριαντάφυλλο

Ο καημός των ματιών μου

Που ακόμα δεν άνθισαν

Περισυλλέγοντας το μυστήριο

Λικνίζοντας τη σιωπή

Τάκης Βαρβιτσιώτης, [Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Πηγή: Συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης | Ποιήματα 1941-2002

(2003)

***

4.Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑ

Με ήχο εκκωφαντικό, αντίθετα προς τη φορά

των τρένων, θα πετάξουμε.

Μπροστά περνώντας από τις προσόψεις των κτηρίων

τις ραγισματιές θα επιδέσουμε που αιμορραγούν

νήματα της ομίχλης

φεγγίζουν σάρκα αφίλητη και μούχλα ανάμεσα

στα δάχτυλα

– τόπο αγαπημένο να νυκτερεύει την αϋπνία της

η μνήμη.

Στάζει και νότισε η ζωή άχρηστες ώρες μιας ψυχής

αποκλεισμένης από τον εαυτό της.

Ίσως πια τίποτα δεν είναι αληθινό

παρά μονάχα οι κάθετες λουρίδες ενός γαλάζιου

ορίζοντα

πίσω απ' τα κάγκελα αυτής της κρύας φυλακής.

Και πού να θυμηθείς κάποιον να μας μιλήσει βάσιμα

για την καταγωγή των κίτρων

ή σε ποιον χρωστάμε τη συμπαγή απελπισία

όταν ο έρωτας εκτίει την ποινή του

και ποια είναι άραγε η πραγματική μας ηλικία

αφού στις τσέπες κρύβουμε τα χέρια μας

μ’ όλους αυτούς τους γυάλινους βόλους

που ακόμα ευωδιάζουν αλάνα κι αγριόχορτο.

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου

***

5.ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Ευτυχήματα ευτυχήματα ευτυχήματα.

Τη νύχτα ιδίως όταν τρομοκρατούσαμε

μ’ αναμμένο φακό στο πηγούνι

παρασταίνοντας τα φαντάσματα κ’ οι κοπέλες

έτρεχαν πανικόβλητες.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

***

6.ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες

-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-

βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.

'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε

στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:

"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,

με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,

βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.

Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".

'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.

'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,

του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά…

Λίγον καιρόν αργότερα

σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.

Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,

άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,

δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.

Κανείς δεν έμαθε.

'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

7. Η ΕΛΞΗ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ (απόσπασμα)

Δεν είμαι ούτε παιδί ούτε νέα ούτε γριά

Έχω την ηλικία της πέτρας

Την τρυφερότητα ενός ευάλωτου νηπίου

Την ακαμψία ενός ζωντανού νεκρού

Στο βυθό του αίματος λουφάζει μια λαγνεία θανάσιμη –

το Έρεβος

— Καλύτερα να μην είχα γνωρίσει ποιος είμαι

Να μην είχα γίνει αυτό που μ’ έκανε η Πράξη

είπε ο Μάκβεθ.

Εύα Μοδινού, Η ηλικία της πέτρας, Γκοβόστη, Αθήνα 2017.

***

8.Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ

Δεν συγκρατώ παρά μόνο σπαράγματα

Νομίσματα που τα λιώνει η χρήση

και τα γυρίζει η μνήμη

στην πρώτη τους λάμψη

Ξέρω αδειάζει εύκολα μια αγκαλιά

Βουλιάζει και χάνεται

καθώς την καίει η φωτιά κι όλο ψηλώνει

Δεν μένω σ' αυτό

δεν θέλω και να το χάσω

Κρατώ τον λευκό σου λαιμό

το ωραίο κεφάλι

τα μαλλιά σου, αρχαία χορτάρια

που κυματίζουν ποτάμι στο στέρνο μου

Γλιστράς νύφη πλωτή ως τη θάλασσα

Στη ζεστή της την άμμο

στα κρίνα που ακόμη ριγούν

λευκά στο ελάχιστο φύσημα

Εδώ μεθούσες σε κρήνες περίτεχνες

με σιωπές και ψιθύρους των φύλλων

Στο βράχο που τον σκάβει το κύμα

καθώς τραβιέται το νερό

και σχεδιάζει πάλι την επιστροφή

Χιονίζει σιωπή

κι εγώ επιμένω να σηκώνω ρήματα πλαγιασμένα

ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Τα χειρόγραφα της βροχής, Καστανιώτης 2003

***

9.Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Αλήθεια

ποιος θα μπορούσε

άραγε

στο σύθαμπο της ιστορίας

την ηλικία της λήθης

αριθμητικά να υπολογίσει

όταν

αιμορροούσα η μνήμη

ακροβατεί στο συρματόσκοινο

της αδιαλλαξίας του χρόνου

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

***

10.ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΗΛΙΚΙΑ

Θέλαμε να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας μα δεν βρίσκαμε αποδέκτες.

Χιονάτα σύννεφα αρνούνταν να τούς δεχτούν, και ο άνεμος

Ήταν πολύ απασχολημένος γυρνώντας από θάλασσα σε θάλασσα.

Αποτύχαμε να προξενήσομε ενδιαφέρον στα ζώα.

Οι σκύλοι απογοητευμένοι περίμεναν μια εντολή.

Μια γάτα, ως είθισται ανήθικη, ήταν στο παρά ένα να κοιμηθεί.

Ένα άτομο εμφανώς πολύ κλειστό

Ποσώς νοιαζότανε ν' ακούσει για τα περασμένα.

Οι φιλικές κουβέντες τη συνοδεία βότκας ή καφέ,

θα έπρεπε να κόβονται με το πρώτο σημάδι ανίας.

Εξευτελιστική θα ήτανε η πληρωμή με την ώρα,

Ενός ανθρώπου μ' ένα δίπλωμα, μόνο για να τον ακούσεις.

Εκκλησίες. Ίσως οι εκκλησίες. Αλλά τι να ομολογήσεις εκεί;

Πως βλέπαμε τούς εαυτούς μας όμορφους και ευγενείς;

Ενώ μετά στο σπίτι μας ένας άσχημος φρύνος

Μισοανοίγει τα παχιά του βλέφαρα

Και απροκάλυπτα ομολογεί: Έίμαι εγώ.

Czeslaw Milosz

http://panosx.blogspot.com/2008/10/at-certain-age.html

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (370ο): «Ουράνιο τόξο»

*Ουράνιο τόξο (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος)

-Κώστας Βίρβος, «Ουράνιο τόξο»

Αγάπη μου, σβήσε το φως
ντρέπομαι να σε δω στα μάτια
και μη ρωτάς γιατί και πώς
σ’ άφησα με καρδιά κομμάτια

Αγάπη μου, σβήσε το φως
δίπλα σου πάλι να ξαπλώσω
κι αν κλαίει για μας ο ουρανός
τώρα που γύρισα θα βγει ουράνιο τόξο
αγάπη μου, σβήσε το φως

Έφυγα μ’ άλλη μια βραδιά
μα εσύ κρατήθηκες σαν βράχος
κατάλαβα, έστω κι αργά
το μεγαλύτερό μου λάθος

Αγάπη μου, σβήσε το φως
δίπλα σου πάλι να ξαπλώσω
κι αν κλαίει για μας ο ουρανός
τώρα που γύρισα θα βγει ουράνιο τόξο
αγάπη μου, σβήσε το φως

*****

-Τάσος Λειβαδίτης, ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

«Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας

ο ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση

οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ’ ένα μονάχα πυροβολισμό

το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δυο καταφρονεμένους»

(Ο τυφλός με το λύχνο)

*******

-«…Ω ! καιροί ! που στρεβλώσατε το ουράνιο τόξο κι απ’ το ραμφί του σπουργιτιού αποσπάσατε το ψίχουλο και δεν αφήσατε μήτε μιά τόση δα φωνούλα να συλλαβίσει στη χλόη την αγάπη…στο ρυάκι που λιάζεται μιλεί ο κορυδαλλός…δεν ξέρει καν πως βρέθηκε να ζεί σ’ένα σεργιάνι ατέλειωτο πώς ήπιε τόσες πρωινές στιγμές και σχίζει με το φέγγος του την αιωνιότητα…»

(Ο. Ελύτης)

******

-airis , Ταξίδι το ουράνιο τόξο

Έλεγα πως το καλοκαίρι ζωντανεύω.
Πως τρέφομαι και αναπνέω από τον ήλιο.
Κι ήρθες εσύ κι η αναπνοή μου άλλαξε.
Μου ‘μαθες πως, αν το θέλω,
και στην καρδιά του χειμώνα
το φως του ήλιου μπορεί να με ζεστάνει.
Μου ‘πες πως η θάλασσα δεν αλλάζει χρώμα
κι άπλωσες των ματιών σου το γαλαζοπράσινο,
χαλί για να περάσει το φθινόπωρο.
Έμπλεξες το χρυσό σου με το ασήμι μου,
όπως η ρίζα του δέντρου μπλέκεται 
με τη γόνιμη γη.
Και τώρα, κοίτα να δεις!
Τελικά το πράσινο με το καφέ ταιριάζουν
και γεμίζουν το ροζ συννεφάκι μου
με ευωδιά από υγρό γρασίδι.
Και κοίτα που η βροχή 
δεν είναι πια γκρίζες στάλες στο τζάμι,
παρά ασημένια αστέρια στο χαμόγελό σου.
Κι η άνοιξη δεν έρχεται με τα χελιδόνια, 
αλλά με το φτερούγισμα της καρδιάς μου
στα χέρια σου. 
Πήρες όλα τα «δικά μου» 
και τα έκανες «δικά μας».
Και τώρα δεν μπορώ να δω ηλιοβασίλεμμα
χωρίς να σκέφτομαι το βλέμμα σου.
Πώς τόλμησες να κάνεις κάτι τέτοιο;
Να με ξαφνιάσεις με όλα τα χρώματα 
που σκόρπισες μέσα μου;
Μ’ όλους τους νέους συνδυασμούς 
που μου χάρισες;
Και να που τώρα φοβάμαι, τρέμω
πως, αν κάποτε φύγεις,
θα τους πάρεις όλους μαζί σου
κι η παλέτα μου θα μείνει άδεια. 
Ένα τεράστιο μαύρο κενό,
ένα περίγραμμα ουράνιου τόξου, 
να μου θυμίζει πως κάποτε
ταξίδεψα πάνω του και θησαυρό
βρήκα στην άκρη του την αγκαλιά σου.


https://princess-airis.blogspot.com/2016/10/13o-Symposio-Poiisis-Oi-symmetohes.html

*******

-Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου, ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ


Αυτά τα δέντρα δε σηκώνουν άλλους ανθρώπους πάνω τους,
η φλούδα χάνει τον ήλιο,

εκείνοι οι βράχοι την αρμύρα δεν αντέχουν,
μισόκλειστα κρατούν τα μάτια τους
κι οσφρίζονται τα θέατρα που παίζει το πέλαγος.
Στον ορίζοντα αστράφτουν λαλιές κι εικόνες,
όμως η ανέμη ακόμη χορεύει το μάλλινο
κι οχτρεύει το γρήγορο συνθετικό κύκλο.
Τούτες τις φορές, οι φόρες που πήραμε έχουν άλλες ανάσες
εξόρυξαν ήχους που βαστούν, βαστούν μυρωδιές,
κύκλους από αλώνια στο νου, βουή τζιτζικιών
στην ελεύθερη σκέψη του παραθερισμού.
Αυτές οι μέλισσες χάρισαν όλη τη γλύκα τους να γιάνουμε,
εκείνα τ΄ αρμυρίκια ψήλωσαν
κι έσβησαν την άμμο απ΄ τον ορίζοντά τους,
γύραν στους λόφους, χάδι, άλλο άγγιγμα να δροσερέψουν.
Αυτά τα φύλλα πείσμωσαν, δεν πέφτουν φέτος
κρατούν το χρώμα τους ψηλά,
εκείνα τα νερά θυμήθηκαν τη νιότη τους και ξεχύθηκαν στα πόδια μας.
Αυτά τα γυαλιστερά σύμβολα ξέβαψαν, να γίνουν σύμβολα
τους πάει η αφαίρεση.
Αυτά τα χρώματα έρχονται κάτ΄ επάνω μας σχίζοντας το βαθύ γκρι.
Τι ευτυχία ν ΄ αντέχεις τη λάμψη τους,
να περνάει στο αίμα μας ουράνιο τόξο!

********

Μαρία Κυρτζάκη, Το ουράνιο τόξο

Ψάχνοντας για οποιοδήποτε τόξο
«Το κυνήγι δεν τέλειωσε» είπες
Και τα μάτια χάθηκαν
Το μαύρο ανιχνεύοντας.
«Το ουράνιο τόξο» είπες και γαλήνεψα.
Περνούν οι μέρες
«Τα γεγονότα», είπες, «αναμφισβήτητα».
Κι όμως, σε άφησαν πίσω τα γεγονότα
Σε λησμόνησαν
Οι μέρες έγιναν χρόνια
Και τώρα πια είναι ζήτημα επιβίωσης
Τώρα μετράς στα πέντε σου δάχτυλα
Μετράς κι απορείς
Πώς έγινε, είπες, και σκούριασαν οι κλειδώσεις
Πώς έγινε
Και δεν φύσηξε άνεμος στην πλευρά μας
Δεν το παίξαμε το παιχνίδι μας
Δεν το παίξαμε
Δε γινόταν αλλιώς

Τα κιβώτια βαριά στη μεταφορά
Εύφλεκτα
Κι απορώ κι απορείς κι απορούμε
Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις τα βράδια
Πώς η τόση αγάπη εξατμίστηκε
Πώς οι χαρταετοί έπαψαν –τρυπημένοι στο μέρος
της καρδιάς– το παιχνίδι

 *****

-Νανά Ησαΐα, «ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ»

Φόβος;
Σύλληψη χρώματος στη βροχή
Σαν μέρος ενός ουράνιου τόξου;
Πέφτει η ζωή
Από διαίσθηση τέχνης
Σε ασύλληπτη βροχή
Αίσθηση αστραπής
Πριν από κάποιο έτοιμο θνητό χρόνο.

 http://www.poiein.gr/2006/05/19/iaiu-coaua-1934-2003-iinoth/

*******

-Ελένη Ιωάννου, «Ουράνιο τόξο»

Ό,τι και να γίνεται η ζωή συνεχίζεται…
Ζήσε την όσο και όπως μπορείς καλύτερα.
~
Πάντα μετά τη βροχή θα υπάρχει
κάπου στον ορίζοντα ένα ουράνιο τόξο
να σου δείχνει πως ο ήλιος λάμπει
και ζωντανεύει τα σταγονίδια της βροχής.
~
Άλλαξε τροχιά και διαθλάσου κι εσύ…
Γίνε ένα ουράνιο τόξο της ζωής.

*******

Mαργαριτα Παναγιωτοπουλου-Ποδα, «Ένα ουράνιο τόξο»

Έκλεισες μέσα σου την ερημιά
βάζοντας τριαντάφυλλα στο βάζο της νύχτας.
Τα μάτια σου δυο τρελές θάλασσες
Μην αφήσεις το σήμερα να μαραίνεται.
Μην αφήσεις τη ζωή να χάνεται
σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλα σου.
Το σήμερα είναι δικό σου  αγάπησε το.
Η χαρά έχει το χρώμα του μεσημεριού.
Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
 Η λύπη  έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα
την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της
ένα βαθύ άγριο μπλε.
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο
να το ρίχνεις πάνω σου όταν κρυώνεις.

http://margaretpoems.blogspot.com/2013/04/blog-post_432.html

Πες το με ποίηση (369ο): «ΑΚΡΟΠΟΛΗ»…

Χορός κάτω από την ακρόπολη – Γιάννης Μαρκόπουλος

1.ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο

ο Παρθενός

ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη

ο ψεύτικος, ο νεκρός

ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί

από τον Μπουασονά

νεκροθάπτη της Ελλάδας –

για φόντο χέρια σταυρωμένα

μπλεγμένα

σε θέση προσευχής

εντατικής προσευχής

τα χέρια φλύαρα χοντρά

εξόχως χοντρά

στα δάχτυλα για δαχτυλίδια

σύρματα ηλεκτρικά

που τρεμοσβούν τη λέξη

Ρ ε ν ά ν

– ο επίσημος της Ακρόπολης

κανδηλανάφτης –

πάνου στα μάρμαρα

πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια

μαλλιά ξέπλεκα

της Νταλιλάς

αλλά οι τρίχες κομμένες

είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα

και πηδά

σε παλιά μάρμαρα

προκλητικά

πηδά ανάμεσα σε κολόνες

τοποθετημένες φανταστικά

από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ

τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –

κι όλα αυτά

κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας

ρεκλάμα οίκου γαλλικού

τα χτυπάει σαδικά

με μπουνιές στ’ αυτιά μας

έχει απόφαση ο αθεόφοβος

να ριμάρει με το φεγγάρι

ενώ σε νύχτες πανσελήνου

ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά

που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα

κι αφήνει σ’ αυτές

χοντρές κοιλιές

σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ

μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα

κολόνες ίσιες πεσμένες

μαρμάρινες και άλλες

ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ

νομισμάτων – τα ρέστα

αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών

κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες

ζουμερά πέφτουν

λέξεις εμπνευσμένες

από τη φρίκη που μας προξενούν

οι κανονιές του Μοροζίνη –

τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά

κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες

κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις

που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές

φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ

λέξεις που απαγγέλλει

με ρυθμό μηχανής άντλερ

κυρία ηθοποιός

εκπορνεύει τ’ αυτιά μας

μ’ αδύναμο λάρυγγα

οχετό της ψυχής της

που χύνει τελικά

σε χειροκροτήματα

– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ ή Νικήτας Ράντος , πραγματικό όνομα: Νικόλαος Καλαμάρης

(1907 – 1988)

Κάτω απ' την Ακρόπολη – Νίκος Κουρουπάκης | Χρυσούλα Κεχαγιόγλου

2. ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Κάτω απ' την Ακρόπολη είναι ένα στενό

που χτυπάει ένα σήμαντρο καθημερινό

γιασεμί κι αγιόκλημα το σημαντικό,

το ασήμαντο

Κάτω απ' την Ακρόπολη άνθρωποι πολλοί

κουρασμένοι, ανέμελοι, ήρωες, δειλοί

πολεμούν κι αρπάζονται με τον διπλανό

και νοιάζονται

Λες, η ζωή, οι δουλειές, τα παιδιά, φωνές, το φως

Λες, φεγγαράκι, αυλές κι ο καημός που κλαις κρυφός

Λες, τι είν' αυτά που λες, θα μας βρουν χαρές θα δεις

Λες, Λαϊκά σειρές να μας τύχαιν' ένα δις

Κάτω απ' την Ακρόπολη είναι ένα στενό

σαν μελίσσι ανήσυχο καθημερινό

μαγαζάκια ανοίγουνε,

κλείνουν τα ρολά πριν φύγουνε

Στη κουζίνα σου άφησα πιάτο με φαΐ

κάποια Φώφη σ' έψαχνε όλο το πρωί

ξέρω δυο χιλιάρικα πόσα είναι ευρώ

και χάρηκα

ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

***

3. ΑΕΡΑΚΙ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς

Γιατί καθώς μες την κραιπάλη ενός ξενοδοχείου

τα σώματα συμφύρονταν

νωθρά επειγόμενα να παρατείνουν

αναβολές μιας λύτρωσης μοιραίας

κάτι ανεμίσματα κουρτίνας

στο βλέμμα φανέρωσαν φευγαλέα λωρίδα

Παρθενώνος

θραύοντας τον αργό συντονισμό

φουσκώνοντας τρελή βιασύνη

για συνοπτικές διαδικασίες

να βγω στο δρόμο

να γυρίσω σπίτι μου

να μαζευτώ

να δω τι κάνω

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Γεια σου Ακρόπολη –Μαρία Φαραντούρη

4. ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Γεια σου Ακρόπολη

Τουρκολίμανο, οδός Βουκουρεστίου.

Ο Πολικός σημαδεύει με φως

το σταθερό σημείο του κόσμου.

Αθήνα η πρώτη

στο βυθό των αιώνων

με το γυαλί

σε βλέπουν οι ψαροντουφεκάδες.

Γαλέρες, γιωταχὶ, πορνεία κρυφά

η Γενική κέντρο του κόσμου.

Ο Πολικός γυρίζει σταθερά

το φουγάρο του μαγειρείου

σημαδεύει με καπνό

τι σταθερό σημείο του Στερεώματος.

Η Πούλια, η Αφροδίτη

η Ντίνα, η Σούλα, η Εύη, η Ρηνιώ.

Πέντε εκατομμύρια έτη φωτός

σταθερή γραμμή διασχίζει.

Πέντε δισεκατομμύρια γαλαξίες

σε πέντε μέτρα

σε πέντε μέτρα

σε πέντε μόνο μέτρα

από το κελί μου.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

***

5. ΤΡΙΓΥΡΩ  ΣΤΗΝ  ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Πέτρες με μάτια γεμάτα νερό

οι αρχαίες φωνές έρχονται απ’ το γκρίζο,

μιλούν οι βράχοι και τα μάρμαρα

λευκά όσο κι ο θάνατος

ανθρώπινα πολύ μέσ’ στη θεότητα.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

Από τη συλλογή «Η έλαφος των άστρων», (1962)

***

6. Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

Θα ’ταν σαν σήμερα που η Ακρόπολη της ψυχής μου

άνοιξε τις πύλες της στους επισκέπτες της.

Ερείπια τα κομμάτια της,

αξιοθέατα εκτεθειμένα στους αλαλαγμούς των ανθρώπων.

Τα μονοπάτια της καταπατημένα από τα συναισθήματα,

που υλοποιήθηκαν σε περιπατητές

και άφησαν τα χνάρια τους πάνω στις πέτρες.

Θησαυροί που είναι κρυμμένοι,

αφού δεν βρέθηκε κάποιος να τους ανασκάψει,

περιμένουν την ανακάλυψή τους.

Σαν σήμερα εκθέτω την ψυχή μου, Άνθρωπε, να την αναστηλώσεις

κι ας μην είναι ποτέ η ίδια.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Τσαλαπατώ (Ωραία μου Ακρόπολη, ωραία μου Ελλάς)

7. ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ακρόπολη

αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε

ποιοι πέρασαν

ποιοι πολέμησαν

ποιοι χάραξαν τ' όνομά τους

ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα

είμαι κι εγώ ένας απ' αυτούς.

Πατάω το ίδιο χώμα

με τα θαμμένα παράνομα βιβλία

και τ' αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό

στην ίδια πόλη ζω

που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.

Και γίνονται όλα ένα

τ' ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου

σας μιλάω εγώ απ' την Αθήνα

στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό

που βαρέθηκε να 'ναι γαλάζιος

τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.

Μιλάω σε σένα Παρίσι

με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο

πλυμένο απ' τη βροχή, το αίμα,

τις βρισιές των κομμουνάρων,

Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι' αυτοκτονίες.

Σε σένα Άγια Πετρούπολη

με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα

που γδύθηκες τ' όνομά σου

για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.

Μιλάω σε σένα Μαδρίτη

κάρβουνα σαν και μας

καρφωμένη απ' τις μαυριτάνικες λόγχες,

Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

8. OI ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΕΧΘΕΙΟΥ

Δεν μας αρέσει το καρδιοχτύπι αυτού του μουσείου•

οι τοίχοι του από μπετόν είναι ανυπόφοροι

όπως και τα κοστούμια που φοράνε για στολές

εκείνοι που το επιτηρούν.

Υπερβολικά τέλειο

και με στόχο το εμπόριο.

Οριστικά δεν μας αρέσει

η υποτιθέμενή του γελοία τελειότητα

κι επιπλέον μισούμε

αυτές τις ακτίνες λέηζερ

με τις οποίες μας στερούν

την αξιοσέβαστη παρουσία

που μας προσέδωσαν οι αιώνες.

Θέλουμε να επιβλέπουμε απ’ την Ακρόπολη,

όπως πάντα το κάναμε,

το πέρασμα των ανθρώπων.

Νοσταλγούμε τον γαλανό ουρανό της Αθήνας,

τις μυστηριώδεις νύχτες της

και τη μυρωδιά της βροχής

που κάποτε μας νότιζε με ριπές.

Ακούστε τις φωνές μας,

αν και τόσο μοιάζουν με σιωπή.

Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε σ’ αυτόν τον τόπο!

Μας πληγώνει η νοσταλγία της ζωής.

Φερνάντο ντε Βιγιένα (Γρανάδα, 1956) Μετ: Γιάννα Βασιλείου

***

9. ΣΤΙΣ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Απ΄ το Θησείο κοιτάζω την Ακρόπολη.

Το Ερέχθειο. Ο Παρθενώνας.

Τα μάρμαρα συντάχτηκαν στο προαιώνιο κάλλος

και ώ μεσημβρία Αττικής

έξι κορίτσια σκίρτησαν και βγήκαν στο μπαλκόνι.

Εδώ σ΄ αυτό το ξάγναντο στην πλήθουσα Αδριανού

άνθρωποι καθημερινοί περνοδιαβαίνουν.

Χαζεύουν το Σίσυφο Σαμψών

με μία πέτρα μόνιμα στο ματωμένο του κεφάλι

κοιτάζουν την Ακρόπολη,

το μάταιο που κουβαλούν στους ώμους τους το βάρος

αποθέτουν.

Ανάμεσά τους γυναίκες καθημερινές

μονάχη καθεμιά του οίκου της Καρυάτιδα

σκίρτησε Κυριακή πρωί και βγήκε

εδώ καταντικρύ στα μάρμαρα

στο προαιώνιο κάλλος .

Κι όπως για λίγο καθεμιά

το μάταιο που κουβαλά στους ώμους της

το βάρος αποθέτει,

θαρρώ πως είναι εκείνη

η μία

η Καρυάτιδα που λείπει.

Γιώτα Αργυροπούλου

10. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ

Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,

σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.

Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη

για κείνην που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει

στην ξενιτιά, στη σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου…

Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου

κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα·

γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ' αυτές και σένα.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

Mireille Mathieu – Acropolis Adieu

11. ΑΚΡΟΠΟΛΗ   

(πανσέληνος 16-8-2008)

Το αστέρι πάνω απ’ του ναού τις δωρικές κολώνες,

στέκει χλωμό , αλλήθωρο και γύρω οι αιώνες,

‘στήσαν βουβό, τρελό χορό.

Σκοτείνιασε η πανσέληνος δείγμα κακό; Ποιος ξέρει..

ίσως σημάδι μυστικό…. απ’ του ουρανού τα μέρη,

για τον αιώνα τον μωρό.

Και εγώ στο βράχο καθιστή, κρατώ βελόνα και κλωστή,

να ράψω θείο πέπλο.

Κι η Αθηνά, απ’ το ιερό, μου λέει « θνητή τι θες εδώ;

Μια τέτοια νύχτα σαν κι αυτή, κλείσε και μάτι και αυτί,

να μη ακούσεις το κακό, μην δεις το τέλος το πικρό,

της φύσης και του ανθρώπου.

Γιατί να ξέρεις, τα αγαθά, κανένας δεν τα παρατά,

χωρίς να πράττει πονηρά και να ωφελείται ατομικά,

έρμαια των κυμάτων.

Βουνό, η θλίψη κι οργή, που μου πλακώνει την ψυχή,

καθώς η πόλη η εκλεκτή, έγινε πόρνη και πεινά,

στα χέρια των κομμάτων.

Δεν θέλω πέπλο μα τριχιά, να τους κρεμάσω απ’ τα ψηλά

φανταχτερά μπαλκόνια.

Να ανασάνει ο λαός , να ανθίσουν πάλι οι ελιές,

μαζί κι ο λόγος ο σωστός.

Να ‘ρθούν τα χελιδόνια, πάνω στον βράχο τον ιερό,

να κτίσουν πάλι τις φωλιές.

Μες των ανθρώπων τις ψυχές , να ξαναζήσει το καλό

και τότε εγώ ν’ αναπαυθώ.

ΕΛΕΝΗ ΣέΤΤΑ

***

12. ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

Le soleil me brule et me rend lumineux.

μεσ' στὴ μονότονη βροχὴ

τὶς λάσπες

τὴν τεφρὴν ἀτμόσφαιρα

τὰ τρὰμ περνοῦνε

καὶ μεσ' ἀπὸ τὴν ἔρημη ἀγορὰ

— ποὺ νέκρωσε ἡ βροχὴ —

πηγαίνουν πρὸς

τὰ

τέρματα

ἡ σκέψη μου

γιομάτη συγκίνηση

τ' ἀκολουθεῖ στοργικὰ ὥσπου

νὰ φθάσουν

ἐκεῖ π' ἀρχίζουν τὰ χωράφια

ποὺ πνίγει ἡ βροχὴ

στὰ τέρματα

τί θλίψη θὰ ἤτανε — Θέ μου —

τί θλίψη

ἂν δὲ μὲ παρηγοροῦσε τὴν καρδιὰ

ἡ ἐλπίδα τῶν μαρμάρων

κι' ἡ προσδοκία μιᾶς λαμπρῆς ἀχτίδας

ποὺ θὰ δώση νέα ζωὴ

στὰ ὑπέροχα ἐρείπια

ἀπαράλλαχτα ὅπως

ἕνα κόκκινο λουλοῦδι

μεσ’ σὲ πράσινα φύλλα

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ , «Ποιήματα», Ἴκαρος, Ἀθήναι 1994.

Πες το με ποίηση (368ο): «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης»

«Όπου και να σας βρίσκει το κακό… όπου και να θολώνει ο νους σας… μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»

(Οδυσσέας Ελύτης)

*******

*Σωκράτης Μάλαμας – Α. Παπαδιαμάντης, «Το σκοτεινό τρυγόνι»

Α. Παπαδιαμάντης, «Το σκοτεινό τρυγόνι»

Μάνα μου,
εγώ είμαι τ’ άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη.

*******

-Λάμπρος Πορφύρας, «Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη»

Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του.
κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε
σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του.
Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα,
νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια,
κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα,
να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια.
Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ’ οι νιες, οι πεθαμένες
αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες –
να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες,
και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες.
Κ’ ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια,
σκυμμένα νάναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε,
να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια
Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε.
Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι
τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι !
Αχ, έτσι αθώα, κ’ έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει,
που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ άγιάση!..

 http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/grpoetry/porfyras_deisi.html

*********

 -Γεώργιος Σουρής, «Παπαδιαμάντης»

Παπαδιαμάντης, μια ψυχή, που μέσα σ’ εξωκκλήσια

Και σ’ ερημιές την έφερνε κατάνυξις περίσσια.

Κι η Σκιάθος δεν θα ξαναϊδή στην ακροθαλασσιά της

να κάθετ’ ένας ασκητής,

να κάθετ’ ένας ποιητής,

ένας για φωτοστέφανο πνευματικός εργάτης.

(Ο Ρωμηός, 8.1.1911)

******

-Κ. Γ. Καλαντζής, Παπαδιαμάντης

Σαν έκλεισες το ταπεινό νησί σου στην ψυχή,

όπου κι αν πήγες νοσταλγός, ξενιτεμένος ήσουν.

Το πέρασμά σου σιωπηλό γιομάτο απαντοχή,

ζούσες φτωχός χωρίς να πεις ποτέ να σ’ ελεήσουν.

Σ’ απόμακρες μικροκλησιές, στις φτωχογειτονιές,

σε μαγαζάκια χαμηλά μ’ απλούς συντρόφους ζούσες.

Μες στους ψαλμούς και στο κρασί, βαθιά στις αγρυπνιές

στ’ ασκητικό σου το κελί τη Σκιάθο αναζητούσες.

Στις ιστορίες σου αχνοπερνούν σαν όραμα οι γιαλοί,

γέρνουν οι κάβοι αγκαλιαστοί, σπιτάκια ανηφορίζουν.  

Λευκά ξωκλήσια λειτουργούν, το πέλαγο καλεί

«χαίρε» καράβια όσα κινούν, «καλώς τα» όσα γυρίζουν.

Περνούν μπροστά σου οι ταπεινοί στη φτώχεια, στους καημούς

παιδιά με τις μικρές χαρές και μαυρομαντηλούσες.

Τον πόνο απάλυνες γλυκός, στους μαύρους ξεπεσμούς

σαν ξομολόγος των ψυχών κακούς εσυγχωρούσες.

Στερνό ταξίδι ο γυρισμός μες στ’ άθλια γερατειά

–        παλιό καράβι να δεθείς γυρίζεις στο λιμάνι.

Γαλήνια πέθανες καθώς πεφτάστρι στη νυχτιά

μια καμπανούλα ειρηνικά το «χαίρε» είχε σημάνει.

Μετά τον τάφο ο θαυμασμός, η δόξα, η προτομή…..

Μα πρέπει στη βυζαντινή μορφή σου ένα ξωκλήσι

εκεί, που η θάλασσα βογγά κι ανθρώπινοι καημοί,

στην άγια μνήμη σου ο παπάς να ‘ρθει να λειτουργήσει.  

(Η Θεσσαλία, 19/9/1937)

********

-Ορφέας Περίδης, «Εικόν’ αχειροποίητη»

Α. Παπαδιαμάντης, «Εικόν’ αχειροποίητη»

Εικόν’ αχειροποίητη
μες στην καρδιά μου σ’ είχα
κι είχα για μόνο φυλαχτό
μια της κορφής σου τρίχα

Όνειρα μες στον ύπνο μου
μαυροφτερουγιασμένα
σαν περιστέρι στη σπηλιά
με τάραξαν για σένα.

Τ’ αηδόνια αυτά που κελαηδούν
μου φαίνονται να κλαίνε
κίνδυνο, μαύρο σύννεφο
οι μάγισσες μου λένε.

Να σε χαρεί κι η άνοιξη
μαζί με τα λουλούδια
όπου `ναι σαν αμέτρητα
ζωγραφιστά τραγούδια.

Συ στο σχολειό δεν έμαθες
να γράφεις ραβασάκια
στα χείλη σου τα ρόδινα
που τα `βρες τα φαρμάκια.

Στα μάτια τα ψιχαλιστά
πωχ’ έρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα
ένας Θεός το ξέρει.

*******

-Γιάννης Οικονομίδης, Παπαδιαμάντης

Με τους χλωμούς αγίους στο ερημοκλήσι

Μορφή γαλήνια αργοσαλεύει μόνη….

Των μυστικών τη θύρα ξεκλειδώνει,

που η λησμονιά σε τάφο τα ‘χει κλείσει,

και με το αχνό το θυμιατό μυρώνει

παραμυθένια πλάσματα  και φύση,

και σ’ έναν κόσμο αληθινό τη ζήση

την πιο φτωχή με τ’ όνειρο αδερφώνει.

Κι από της εκκλησούλας το καντήλι

Το άσβηστο φως κάθε του πλάσμα παίρνει

Γραμμένο με της τέχνης το κοντύλι,

Γιατί με πόνο απάνωθέ τους γέρνει

και με καθάρια αγάπη, σα διαμάντι,

του αισθαντικού η καρδιά Παπαδιαμάντη.

(Νέα Εστία, 1941)

*****

-Αντώνης Αναπλιώτης, «Παπαδιαμάντης»

Έγραφε έψελνε έπινε.

(Το λιγοστό κρασάκι του

-Το ταπεινό-φτηνό μεράκι του.)

-Πένα ψαλτήρι και ποτήρι.

Για της Τέχνης το χατήρι…

Γράφοντας, με τη Σκιάθο του,

-Το χώμα που τον γέννησε

Το χώμα που τον σκέπασε μιλούσε.

Ψέλνοντας,το θεό υμνούσε και  παρακαλούσε

(Ποιος ξέρει τι να τούλεγε και τι να του ζητούσε…)

Και πίνοντας ξεχνούσε.

(1941, Νέα Εστία)

******

-Κωστής Βελμύρας,  «Πορτραίτο»

Στο ανέβα της Δεξαμενής βιαζόσουν κάθε δείλι

να βγεις στο ξάγναντο. Και κει αν τον πρόφταινες ορθός

 τον ήλιο, που λαχτάριζες, προβόδαγες… Καθώς

κάποιο τροπάρι σάλευε τ’ αγέλαστά σου χείλη,

θυμάμαι  -στην ασκητική μορφή Σου, που ήταν σάμπως

από αγιοκέρι πρόπλασμα, μια ωχρή λαμποθωριά

χυνόταν – μη προσευχόσουν; μη δάκρυζες; -Τ’ αρειά

τα ισκιώματα σε τύλιγαν στο μενεξένιο θάμπος

κι αγάλια – αγάλια, ως  χάνουνταν οι λεύκες, τα πλατάνια

 στο σούρουπο, έσβηνες και Συ … Απομέναν φωτεινά

δυο μάτια … και με του αηδονιού τις τρίλιες το «ωσσανά»

που ψαλμωδούσες, έπαιρνε το δρόμο προς τα ουράνια.

(Νέα Εστία, 1941)

******

-Νίκος Καρούζος, Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος  (1972)

Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.

Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος που κράτησε

τον πόνο στο σωστό του το ύψος

αγνοώντας και δημοτικισμούς και μαρξισμούς και μόδες

αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια

την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων

αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας

ο ανοξείδωτος.

Ήδη τα θύματα της προόδου που πρόωρα σκουριάζει

πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο

κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα

πάνε για λίγο αεράκι, για λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.

Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση

με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.

Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος

εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης

και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

Πες το με ποίηση (367ο): «ANTΡΑΣ»….

Michael Bolton – When a Man Loves a Woman

1.ΣΤΟΡΓΗ

Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.

Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.

Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.

Το αισθάνονται αυτό

κι όταν πέσουν στο στρώμα

έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.

Κάποτε το βλέμμα τους χάνεται.

Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.

Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,

θυμώνουν κι αγαναχτούν,

ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.

Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.

Παραδίνονται σαν παιδιά.

Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.

Σε κοιτάζουν στα μάτια,

περιμένουν να τους βεβαιώσεις…

Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,

όχι πως δεν έχουν τίποτα,

μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.

Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι

κι αυτοί το δέχονται.

Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.

Είναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,

να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.

Σε σφάζει το βλέμμα του.

Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.

Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.

Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,

την υπομονή του.

Γι’ αυτό δε θα πιστέψεις

πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.

Τούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,

για να γιάνει.

Αυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.

Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.

Θέλει ακόμα πιο πολύ,

να πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

ΖΩΗ ΚAΡΕΛΛΗ, Ποιήματα, Ερμής 1996

***

2. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ

[…]Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ συλλογίστηκε.

Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ χρονικὰ

τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν – Σαλαμίνι – ναυ- μαχίας.

Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας;

Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-

νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον

καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.[…]

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Άντρας που δεν έκλαψε – Γιάννης Κότσιρας

3.ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΔΡΕΣ

1

Όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι λένε πάντοτε βλακείες

πολλές, και παίρνουνε τον κόσμο γύρω τους για βλάκα.

Ο κόσμος γύρω τους σωπαίνει· ανυπερθέτως μνείες

τους κάνει· και περνάει τον καιρό του απλώς για πλάκα.

2

Όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι, ναι, και πίνουνε και τρώνε·

και σαν πεινάσουνε, τους γουργουρίζει το στομάχι.

Όλοι οι άλλοι άνθρωποι τα κατορθώματά τους, ω ναι,

ακούν, και πίνουνε και τρώνε επίσης – μα ό,τι λάχει.

3

Ο Μεγαλέξαντρος μαθαίνουμε πως για να ζήσει

καλά, ήθελε τη Βαβυλώνα την τρανή ν’ αλώσει.

Πλην όμως άνθρωποι πολλοί (ένας τους εσύ) στη ζήση

δεν τη χρειάζεται, τις μέρες τους να τούς χρυσώσει.

4

Δεν πήγαινε ο Κοπέρνικος ο μέγας για ύπνο, τίλιο

ρουφώντας· κράταγε ένα τηλεσκόπιο στο χέρι

κι εμέτρα πώς η γή μας στρέφεται περί τον ήλιο,

και νόμιζε τον ουρανό πως έμαθε και ξέρει.

5

Ο μέγας Μπέρτολτ Μπρεχτ τ’ απλά δεν μπόραγε να νιώσει·

τα δύσκολα όμως, όπως λόγου χάρη το χορτάρι,

τ’ ανέλυε. Τον Βοναπάρτη εθαύμαζε, με πόση

το φαγητό του όρεξη έτρωγε, με πόση χάρη.

6

Σοφά όλοι οι άνδρες οι μεγάλοι πράττουν – να το πούμε!

Και πάντα δυνατά μιλάνε – σαν τα περιστέρια.

Τους άνδρες τους μεγάλους πρέπει, λέω, να τους τιμούμε,

μα πίστη να μη δίνουμε στων λόγων τους τ’ ασκέρια.

BERTOLT BRECHT, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

***

4. ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ

Ένας άντρας είναι μια ξερολιθιά

Περνά ο αγέρας τον χτυπά το σύννεφο τον πίνει

Ένας άντρας έχει προνόμιο μόνο στη βροχή

Γυμνός αστραποδέρνεται γυμνός στηθοκοπιέται

Και πάει στα σκοτεινά νερά ν' αφήσει την ψυχή του

Ένας άντρας στο παράθυρο είναι μια ουτοπία

Μια φαντασία γυναικός θανατερή λαχτάρα

Για ταίριασμα για ηδονή για χωρισμό κι οδύνη

Ένας άντρας είναι μια αρχαία λύπη

Πάει στα φαράγγια να κρυφτεί στ' αλώνια να παλέψει

Πάει στο βυζί της μάνας του να πιει γάλα και αίμα

Ένας άντρας είναι ένας σκοτωμένος κέρβερος

Μπροστά στις πύλες του Άδη

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, (από τη συλλογή Σαλκίμ, 2001)

***

5.ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ

Η μητέρα ενός άντρα είναι σοβαρά άρρωστη

Φεύγει να της βρει γιατρό

Κλαίει

Στον δρόμο βλέπει τη γυναίκα του παρέα μ’ άλλον

άντρα

Βαδίζουνε πιασμένοι χέρι-χέρι

Τους παρακολουθεί από κοντά

Από δέντρο σε δέντρο

Κλαίει

Τώρα συναντιέται μ’ ένα φίλο απ’ τα νιάτα του

Έχουμε χρόνια να ειδωθούμε!

Μπαίνουνε σ’ ένα μπαρ

Μιλάνε και γελάνε

Ο άντρας βγαίνει να ουρήσει στην αυλή

Βλέπει μια κοπελίτσα

Είναι νύχτα

Η κοπελίτσα πλένει πιάτα

Ο άντρας τη ζυγώνει

Την πιάνει από τη μέση

Χορεύουν ένα βαλς

Βγαίνουν μαζί στο δρόμο

Γελάνε

Γίνεται ένα ατύχημα

Η κοπελίτσα χάνει τις αισθήσεις της

Ο άντρας πάει να βρει τηλέφωνο

Κλαίει

Φτάνει σ’ ένα σπίτι μ’ αναμμένα φώτα

Ζητάει να τηλεφωνήσει

Κάποιος τον αναγνωρίζει

Κάτσε να φάμε φίλε

Όχι

Πού είναι το τηλέφωνο

Φάε, φίλε, φάε

Κι ύστερα φεύγεις

Κάθεται να φάει

Πίνει σαν τρελός

Γελάει

Τον βάζουν ν’ απαγγείλει

Απαγγέλει

Τον παίρνει ο ύπνος κάτω από ένα γραφείο.

Νικανόρ Πάρρα, μτφρ. Αργύρης Χιόνης

Κώστας Μακεδόνας – Ο Άντρας είναι Άντρας

6. ENAΣ ΑΝΔΡΑΣ

Δεν φοβήθηκα τη ζωή μου. Ταξίδεψα

πολύ μακριά. Πέραν των ορίων

του Νομού Πιερίας οδήγησα

δίχως δίπλωμα. Ερωτεύτηκα μια ξένη.

Την παντρεύτηκα. Έχασα δυο παιδιά

και κράτησα μια κόρη. Την Άνοιξη

φοβήθηκα. Στάθηκα όρθιος στις Άρπυιες.

Τα ωδικά πτηνά. Τις άριες του Καζαντζίδη.

Την καλλίφωνη μοναξιά του κάμπου.  

β΄

Δεν έσφαλα αρκετά. Έπρεπε να επιμείνω

λίγο περισσότερο, να επιδείξω μεγαλύτερη

επιμέλεια, εργατικότητα. Να επεξεργαστώ

το έμφυτο ταλέντο μου στην παρανομία,

τα κτυπήματα κάτω από τη μέση. Να εκ-

μεταλευτώ το χαμογελαστό μου πρόσωπο,

να τους εξολοθρεύσω όλους κι όχι να λα-

βω αυτή τη μεταλαβιά της συγχώρεσης μετά.

Όχι, δεν αμάρτησα αρκετά, το παραδέχομαι.

στ΄

Το τσίπουρο θέλει μεζέ και παρέα. Αχαλίνωτες

φαντασιώσεις. Μεγάλες παρεκκλίσεις

από τον κανόνα. Ευρύχωρες αφαιρέσεις.

Ένα είδος θεραπευτικής σχέσης για αβίαστη

έκφραση. Μια ελαφρά υπέρβαση του μέτρου.

Τακτοποιημένα σεντόνια από την προηγούμενη.

Ναι μεν πλην όμως αλλά. Όλο το ρυθμό εναλλαγής

μεταξύ κοινωνικότητας και πλήξης που διαθέτουν

οι άνθρωποι χωρίς ιδιότητες. Οι πότες. Εμείς.

ζ΄

Τελευταία είμαι χαρούμενος λένε. Λένε

για μένα πως αυτό εκείνο και το άλλο.

Ακούω μέσα μου φωνές πως το τάδε έτος

και ξεσπούν γέλια. Ζητωκραυγές. Έκανα

πολλά και ξέχασα περισσότερα. Κάποιες γυναίκες

με φωνάζουν Σταμάτη αλλά δεν γυρίζω

να τις κοιτάξω. Ψευδείς αναμνήσεις

μού φτιάχνουν το κέφι. Θα ξυπνήσω

με ένα καλό προαίσθημα τη μέρα που θα πεθάνω

Σωτήρης Παστάκας, “Αλτσχάιμερ αρχόμενο”, Μελάνι, 2017

***

7.O ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΣΤΗ ΓΗ

Αν ο παππούς δεν ήταν ο ωραιότερος άντρας στη γη

ίσως να μην τον είχα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά

και αν δεν τον είχα ερωτευτεί ίσως το κακό να μην είχε γίνει.

Αν δεν πίστευε πως έχω το βλέμμα του

όπως περήφανα είχε διακηρύξει τη μέρα της γεννήσεώς μου

μπορεί να μην είχα κληρονομήσει τα μάτια και τη δυνατή του καρδιά

το γούστο του στα καπέλα και στις γυναίκες

κι εκείνος να μην είχε αναβάλει για πέντε χρόνια το θάνατό του

αν ήμουν αγόρι ίσως να με έβαζε κι εμένα να λύνω μαθηματικά

αντί να μου μαθαίνει καλούς τρόπους, πώς να σκαρφαλώνω, γιατί αγαπάμε το

πιάνο

και αν ήξερε πως καταλαβαίνω

δεν θα μου είχε πει ποτέ όλες εκείνες τις πικρές ιστορίες

που πίστευε πως θα ξεχάσω

αν ο παππούς μου δεν ήταν αυτός ο γενναίος και ο όμορφος άντρας

με τα δυνατά πόδια που σκαρφαλώνει και επιδιορθώνει

πάνω κάτω στη γη ως την τελευταία του πνοή

ίσως να είχε και αυτός μουστάκι από άποψη

ίσως να διπλοπαντρευόταν, να έκανε κι άλλα παιδιά

να χάναμε τελείως το λογαριασμό

αν είχε τραχιά καρδιά και μαλακά χέρια δηλαδή ανάποδα

ίσως να μην με άφηνε να χοροπηδάω στο κρεβάτι του

να του χαϊδεύω την κοιλιά

ίσως να μην είχε φόβο χειρουργείου

και να ζούσαμε εμείς καλά

αν ο παππούς δεν ήταν ένας από αυτούς

που πέρασαν τα σύνορα

οι δικοί μας τάφοι τώρα ρημαγμένοι αλλού

αν δεν χόρευε δεν έφτιαχνε σαντιγύ για επιδόρπιο

τσιγκουνευόταν το λουναπάρκ ή το ποδήλατο

δεν θα ήταν ο πρώτος μου έρωτας

και ο πρώτος μου θάνατος

δεν θα ήταν ο ωραιότερος άντρας στη γη·

θα είχα τώρα μια ελπίδα.

Σιώζιου Δανάη, Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια, Αντίποδες, 2016

***

8. ΑΝΤΡΕΣ 

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα

την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα

(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί

αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί

σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό

σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε

σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα

πήρε κι αυτό να σκούζει.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ ΠΑΕΙ-ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ

9. Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ

Ο άντρας που φεύγει στριφογυρίζει τα κλειδιά με μανία

σα να δε στον καθρέφτη λίγο πριν,

το κεφάλι του να αιωρείται.

Ο άντρας που φεύγει πάει, λέει, για το μεροκάματο

κι οι λέξεις τρίζουν.

Πίσω απ’ την πόρτα πια, τα βήματα του ακούει,

σαν να ναι οι σκέψεις του

που πατούν σε κάθε σκαλοπάτι και το ραγίζουν.

Ο άντρας που φεύγει

δε γυρίζει το κεφάλι πίσω να κοιτάξει την πυρκαγιά που έβαλε,

το σεισμό που ξερίζωσε το σπίτι,

την κοπέλα λευκή απ’ τη σκόνη που πέφτει απ’ το ταβάνι

και μέσα απ’ τις φλόγες να του χαμογελά.

Νατάσα Παπανικολάου

***

10.ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΕΚΛΑΨΕ

Ένας άνδρας έκλαιγε,

έκλαιγε σκυφτός.

Και όποιος τον κοιτούσε

έκλαιγε και αυτός.

Ένας άνδρας έκλαιγε

τόσο δυνατά.

Σκληρός πόσο φαινότανε

μα μέσα είχε καρδιά.

Ένας άνδρας έκλαιγε,

έκλαιγε πολύ.

Κάποια θα τον πλήγωσε

φαίνεται πολύ.

Και τώρα εκεί στέκει

μόνος σε μία γωνιά.

Τώρα δεν το νοιάζει

δυνατό αν θα τον πούνε πια…

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Leonard Cohen – I'm Your Man

11.OI KANONEΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ‘ΘΕΛΑΝ Ν’ ΑΓΑΠΟΥΝ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ… ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

θα ξέρει να διατρέχει του δέρματος τις πτυχώσεις,

το βάθος να συναντά των ματιών μου

και αυτό που μέσα μου φωλιάζει να γνωρίζει:

το διάφανο χελιδόνι της στοργής.

II

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

να με κατέχει δεν θα θέλει σαν πραμάτεια,

ούτε σαν τρόπαιο να μ’ εκθέτει κυνηγιού,

θα ξέρει να ’ναι στο πλευρό μου

με την ίδια αγάπη

που εγώ θα είμαι στο πλάι του. 

III

Η αγάπη του άντρα που θα μ’ αγαπά

θα ’ναι δυνατή σαν τον κορμό ερυθρίνας,

προστατευτική και στέρεη σαν εκείνην,

και καθάρια σαν Δεκέμβριου πρωί.

IV

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

δεν θ’ αμφιβάλλει για το χαμόγελό μου

ούτε απ’ τον όγκο θα τρομάζει των μαλλιών μου,

θα σέβεται τυ λύπη και σιωπή μου

και με χάδια θα μ’ αγγίζει στην κοιλιά σαν μια κιθάρα,

μουσική να ξεπηδάει και χαρά

από τα βάθη μέσα του κορμιού μου. 

V

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

σε μένα θα βρίσκει

την αιώρα ν’ αποθέτει

τον βαρύ σωρό των ανησυχιών του,

τη φίλη που μαζί της θα μοιράζεται τα μυστικά τα πιο κρυφά του,

τη λίμνη όπου θα επιπλέει

δίχως το φόβο μήπως η άγκυρα του συμβιβασμού

την πτήση τού απαγορεύσει σαν θελήσει να γίνει πουλί.

VI

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

ποίηση θα κάνει τη ζωή του,

φτιάχνοντας την κάθε μέρα

με το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον.

VII

Μα πάνω απ’ όλα τούτα,

ο άντρας που θα μ’ αγαπά

την Πόλη πρέπει ν’ αγαπά,

όχι ως ιδέα αφηρημένη

βγαλμένη απ’ το μανίκι,

μα σαν κάτι συγκεκριμένο και απτό,

ενώπιον του οποίου θ’ αποδίδει έμπρακτα τιμές

και θα προσφέρει τη ζωή του αν χρειαστεί.

VIII

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά

το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,

θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη

καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε

κατά του εχθρού.

IX

Η αγάπη του δικού μου άντρα

θα αγνοεί το φόβο του δοσίματος,

ούτε θα τρέμει μην βρεθεί μες στη μαγία του έρωτα

σε μια πλατεία κατάμεστη απ’ τα πλήθη.

Θα μπορεί να φωνάζει «σ’ αγαπώ»

ή ψηλά στα κτίρια να το γράφει

υπερασπίζοντας το δικαίωμά του να νιώθει

το πιο όμορφο κι ανθρώπινο απ’ τα αισθήματα.

X

Η αγάπη του δικού μου άντρα

δεν θα του ξεγλιστρά στις κατσαρόλες

ή στις πάνες του μωρού,

θα ’ναι δροσερό αεράκι

διαπερνώντας σύννεφα ονείρων και περασμένων ημερών,

αδυναμίες που, αιώνες τώρα, μας κρατούσαν χωρισμένους

σαν όντα άλλου αναστήματος το καθένα. 

XI

Η αγάπη του δικού μου άντρα

δεν θα μου κολλάει ετικέτες και ταμπέλες,

αέρα θα μου αφήνει ελεύθερο και χώρο,

τροφή ν’ αναπτυχθώ και καλύτερη να γίνω,

σαν μια Επανάσταση

που την κάθε μέρα κάνει

αρχή για μια νέα νίκη.

GIOCONDA BELLI, μετ: Έλενα Σταγκουράκη, Αθήνα, Απρίλιος 2013

***

12. ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΤΡΕΛΑΙΝΟΥΝ

Οι άντρες με τρελαίνουν

Πώς γίνεται να νομίζουν ότι ο ήλιος είναι όλος δικός τους,

ότι το νερό είναι όλο δικό τους

Πώς γίνεται να δέχονται τον άνεμο στις πλάτες τους

σαν να 'ταν ο άνεμος υπηρέτρια του πατέρα τους

που τους την κληροδότησε δίχως τα γογγητά

.

Οι άντρες με τρελαίνουν

Πώς γίνεται να νομίζουν ότι η εύφορη γη κι ο χρυσός κι ο Θεός είναι όλα

δικά τους

Πώς γίνεται να νιώθουν μεγαλόψυχοι όταν αφήνουν έναν μικρό χώρο

ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους για όλες τις γυναίκες του κόσμου

.

Πώς γίνεται να καταπίνουν την άγρια φύση των λιβαδιών χρώμα το χρώμα

και να νιώθουν σπουδαίοι όταν θυμούνται να δώσουν ένα κόκκινο

τριαντάφυλλο σε μια γυναίκα

.

Οι άντρες με τρελαίνουν

Πώς γίνεται αν μια γυναίκα πάρει μια αχτίδα απ’ τον ήλιο

ή διασχίσει ένα ποτάμι κολυμπώντας

να την κατηγορούν ότι παραβίασε

την κοπερνίκεια τάξη,

ότι ανέτρεψε τις τροχιές των πλανητών

και τις τροχιές των προσκυνητών στην Κάαμπα

.

Οι άντρες με τρελαίνουν

Πώς γίνεται να λησμονούν ότι ο κόσμος αναπαύεται

στην πλάτη μιας χελώνας

κι ότι η χελώνα ισορροπεί πάνω σε μια αράχνη

κι ότι η αράχνη αιωρείται σαν μια σταγόνα ιδρώτα

στον κρόταφο μιας γυναίκας που τρίβει το πάτωμα

κάτω απ’ τα πόδια του Κοπέρνικου και των προσκυνητών στην Κάαμπα*

Mohja Kahf, μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

  • Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (366ο): «Βλέπω – βλέμμα» & «Όραση – ορατότητα»…

  1. ΒΛΕΠΩ – ΒΛΕΜΜΑ

Σε βλέπω στο ποτήρι μου _ Τζένη Βάνου

*******

-«-Δεν σε βλέπω καλά τι έχεις;
   -Έχω ύπαρξη…».

(Ν. Καρούζος)

**********

-«Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε..»

(Ο. Ελύτης)

*********

-«…Και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά

Φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα

Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.

Και βλέπω ακόμα ένα και μόνο βαθύχρωμο πουλί

Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου

Όπως η νύχτα πίνεται από την αυγή

Όπως η αίγλη από τις μορφές των αγαλμάτων.»

(Ο. Ελύτης, Βαθύ γαλάζιο)

********

-Ο. Ελύτης, «Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ»

1. Ίσως

αν εξαιρέσουμε τους Αναχωρητές
να ‘μαι ο τελευταίος παίκτης
που ασκεί τα δικαιώματά του

οίηση

τι πάει να πει

κέρδος δεν καταλαβαίνω

ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός
και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο

ρεύμα

τι νερό

κυανό με σπίθες

πέρ’ απ’ το φράγμα του ήχου των Σειρήνων
να μου κάνει νόημα

πηδώντας

έλα

κάπου

συντελεσμένη κείται η Τελειότητα
κι αφήνει να κυλήσει ώσαμε δω ρυάκι

                                    ο Vivaldi ο Mozart
                                    ενώτια παμφανόωντα


την ώρα που τ’ αντανακλά η στροφή της κεφαλής

η πραγματικότητα

                   δεν ενδιαφέρεται
ποιος νέμεται το μέρος το φθαρτό
και ποιος το άλλο

τα βέλη προς τα κάτω και τα βέλη προς τα επάνω
δε συναντήθηκαν ποτέ

ο κήπος βλέπει

ακούει τους ήχους απ’ τα χρώματα

τους ιριδισμούς που ένα χάδι

αφήνει

πάνω στο σώμα το γυμνό την ώρα

που το τραβούν μυριάδες νήματα

ψηλά

μαίνονται τα μηνύματα

          τι να το κάνεις
          δε νογά κανείς

μένουμε σαν ασυρματοφόρα

παρατημένα μες στην έρημο και αχρηστευμένα εδώ κι αιώνες

                  απελπιστικά παλεύοντας τα κύματα

                  να βρούνε δέκτη

                  δέσμες ήχων μουσικής

                                    ηλεκτρονικής
που τους λύθηκε η πόρπη
και πέφτουν μ’ άλλους διάττοντες
βαθιά μέσα στη νύχτα κει που μόλις

                                    η καμπύλη της γης διακρίνεται.

2.                  Τι θα γίνει λοιπόν όταν

κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

                      κενό

           που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
           όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

                      θάμβος

                      οι άλλοι εμείς

θ’ αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας

όπως θέλω να πω ζωγράφιζεν ο Piero
della Francesca ή κατουρούσε o Arthrur Rimbaud
πάντοτε με τη συγκατάθεση των ηλιοτροπίων
                (να μωρέ Ποίηση)

αλλά τότε ακόμα υπήρχανε
τριανταφυλλιές με σημασία θρησκευτική
                       αλληλούια

                       η Κυρία των Αγγέλων
με χρυσό αλεξίπτωτο

         κατέβαινε ως το μαξιλάρι σου

                      Υιέ μου πλάγιαζε κοντά σου
η απέραντη πεδιάδα

        φυσημένες δεξιά οι τουλίπες όλες
αριστερά ο αέρας

        χρωμοθέτης αλάνθαστος

                        ο κήπος βλέπει

ανάγκη να μετατρεπόμαστε κάθε στιγμή σε εικόνα
Tout la mer et tout le ciel pour un seul

 victoire d’ enfance

          μ’ αλλά λόγια κάτι ελάχιστο αλλά και

          σημαντικό τόσο που

η μαγεία να κινεί το χέρι μας και να το ερμηνεύει
καταπώς οι σκιές αλλάζουν θέση

                        λες
έχουν πάρει κιόλας το μερίδιο του Θεού

                        ίδια σ’ άλλους καιρούς οι Όσιοι.

3. Τα πανύψηλα όρη

           ας πούμε οι Άνδεις

                       έχουνε το αντίστοιχό τους

                       μέσα μας (όπως το Σύμπαν

                       υποτίθεται

                       κάποιο άλλο από αντιύλη)
           όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους
           αραιώνει κι εκεί ο αέρας

                        τόσο που λιποθυμάς

τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα

ένας Vermeer κάποτε το κατάφερε αλλ’

                        εστηρίχθηκε στο χρώμα

                        η γραφή σταματά

θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι


                       δύναμη

εάν ποτέ σου ακινητούσε η φλόγα μες στα δάχτυλα
                        με μια κλίση προς τα επάνω

θα μας πάρει εκείνος που μετακινεί τους πληθυσμούς


                       ο κήπος βλέπει

στα νερά τα πράσινα της Ατλαντίδος
βουτάν Λίβυες

               αναδύεται Κόρη

               Θηρασία

τεντωμένο το χέρι της δείχνει την απόσταση
που μας χωρίζει από τον τρόπο να ‘μαστε όλοι μας

               άγγελοι με φύλο.

4.                                  Εάν είχε δίκιο ή όχι

ο Πλωτίνος θα φανεί μια μέρα

               το μεγάλο μάτι με τη διαφάνεια

               και μια θάλασσα πίσω του σαν την Ελένη

δένοντας τον ήλιο

               μαζί μ’ άλλα λουλούδια στα μαλλιά της

                      εκατό μύρια σήματα
                      ζήτα ήτα ωμέγα

               που εάν και δεν σου αρμόσουν λέξη

                       αύριο
                       θα ‘ναι χθες για πάντα

                       μιλώ φιλοσοφία

              στα ζευγάρια μέσα υπάρχει μια χρυσόμυγα
              που επαναλαμβάνει αέναα την Οδύσσεια

η μισή Ναυσικά συνεχίζεται απ’ τα κύματα

και τους αντικατοπτρισμούς ως πέρα

                      στα παράλια της Μικρασίας
                      κει που κάποτε ο Ηράκλειτος
                      οιάκισε τον Κεραυνό
                      (δεν πρόκειται για λάθος)

σ’ ένα δεύτερο επίπεδο θα ξαναγίνουν πόλεμοι
δίχως να σκοτώνεται κανείς

               αποθέματα θανάτου υπάρχουνε αρκετά

                       ο κήπος βλέπει


               
βάνει μπρος την αντίστροφη μέτρηση

                        μαρασμός

                        ακμή

                        ξύπνημα

              ένα στήθος νέας γυναίκας είναι ήδη
              άρθρο μελλοντικού Συντάγματος.

5. Έ τι! Απ’ αυτούς που σίγουρα μια μέρα
θα υπερισχύσουν έχω
δόξα να ‘χει ο Θεός απαλλαγεί

                       μη σώσουν

                       και μου απλώσουν χέρι
               θα υπάρξουν πάντοτε δύο ή τρεις
               γενναίοι να βλέπουνε τον κόσμο
               χωρίς σκοπιμότητα

γήρας είναι η Ιστορία

και το φρούτο ανάμεσα στα δόντια νεότης

ένα μόνο χαμόγελο -εάν είναι από πηγή – νικά


                       και ο κήπος βλέπει

δίνει ώθηση άξαφνη

                στα μισά της ψυχής να μας προφτάσει.

6. Α μονάχα να ‘ξερα
μιαν ελευθερία πραγματική
που να μπορώ να την υμνώ χωρίς

                       να φαίνομαι αφελής ή φαρισαίος

                       όπως ακριβώς ο αθώος
                       να μπορούσα να δω
                       πίσω απ’ τον Τύραννο τον ουρανό
με αταραξία να συνεχίζεται ως

                       τ’ αντίπερα βουνά
                       τις πίσω θάλασσες
μία διαφάνεια

                που να διαπερνά τη γέννησή μου

                μητέρα και πατέρα και βλοσυρούς προγόνους

                        οτοτοτοί
που ‘λεγε κι ο γερο-Αισχύλος

                ας τρομάξουμε μήπως και ξυπνήσει
                μέσα μας η γαλήνη κι η ανάγκη της
                απλώσει κάμπο – σχηματίσει επάνω στα νερά

                         νέα γη

ο κήπος βλέπει

τούφες τούφες μαργαρίτες

                εύφλεκτες λευκές ιδέες

                και πουλιά της θάλασσας

                        μία μεγαλόνησος
                        ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση
                        με σειρά τετραπλούς φοίνικες
                αλλά καμία

ταραχή σαν ιστορία όπου τα γεγονότα σβήστηκαν
κι έμεινε στα επίπεδα των βασιλέων

                         μόνη
                         μία
                         Κόρη

                γυαλιστερή σαν όστρακο
να κατεβαίνει φέρνοντας τον άνεμο
                         σ’ ένα πανέρι.

7.                      Ο κήπος βλέπει

πριν ακόμα γίνουν
αυτά που αισθάνομαι ν’ αφήνουν μιαν ανεπαίσθητη γραμμή

                          όπως τις ώρες

του θανάτου ανάλαφρα τα όρη
απαλά τα χόρτα λείχοντας τα γιγαντιαία πόδια μου

η φθορά του χρόνου εντέλει θα στραφεί εναντίον του

είναι από μέντα κι από λόγια του Ιωάννου
                η ποίηση
                φυσάει

έτσι το νερό στη φούχτα
πίνετε προχωρείτε

               συναντάτε το άλσος το περίφημο του Κολωνού

               ακολουθείτε τον Οιδίποδα

                           δροσιά

                           γαλήνη

                           αηδόνια
ξάφνου ξημερώματα

               ο πετεινός επάνω στους ανεμοδείχτες
               είσ’ εσύ μέσα στην εκκλησία
               το τέμπλο υπέροχο με τις ροδιές

η Κόρη βηματίζοντας στο κύμα
              ελαφρός πουνέντες
                                 φυσάει

              το χέρι σου αντιγράφει

                           τ’ Ασύλληπτα.

(Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας. 4η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.)

*******

-Τίτος Πατρίκιος, «Χωρίς να σε βλέπω»

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

https://poiimata.com/

**********

-«Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα

με τις παλιές εκείνες πούδρες
που αντιστέκονται

με το κουμκαν της Τρίτης
τα κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50

και μου θυμίζεις τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν

και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.

Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις

κι απ‘ ώρα σ‘ ώρα
ό
τι ραγίζεις

και σου το λέω σα να ‘φταιγες εσύ
και μου απαντάς

διώχνε τις μαύρες σκέψεις
ό
λοι κάποια μέρα

ά
ντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου.

Έ
λα λοιπόν,
φύγε κι εσύ λοιπόν

φύγε να μείνω μόνος
με το μέλλον μου

μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.»

ιάννης Βαρβέρης, »Εγώ κοιτάζω το μέλλον μου», από το «Πιάνο βυθού», εκδ. Ύψιλον)

**********

-Αχιλλέα Χατζηαγοράκη, «ΣΕ ΒΛΕΠΩ»

Βλέπεις τα παιχνίδια των γλάρων

όρθια μπροστά στην προκυμαία.

Ο αέρας από το πέλαγος

συνομιλεί με το λευκό φουστάνι

και τα μαλλιά σου,

αλλάζοντας συνεχώς τη σιλουέτα σου.

Δεν ξεχωρίζεις από τα αφρισμένα κύματα

και μένω στην εικόνα σου.

Στέκω κόντρα στον αέρα

και αρκετά μακρυά σου.

Έξαφνα γυρνάς,

διαβάζω τα χείλη σου,

λένε σ’ αγαπώ.

https://www.logografis.gr/

*************

Ελένη Βιτάλη – Μ’ ένα βλέμμα 

********

-«…Το βλέμμα σου έχει σαγηνέψει την καρδιά μου
μ΄ ένα ποίημα
που κανείς ποτέ δεν έγραψε.»

(Τζελαλαντίν Ρουμί)

*******

“Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια
λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μένα άγραφο βλέμμα.”

(Ν. Καρούζος)

***********

-Ν. Καρούζος, «ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΚΟΜΗ ΛΕΞΕΙΣ»

Το έξω δε μας φταίει τίποτα.
το προς τα έξω μάς φταίει.
Μεσ’ στους καθρέφτες των μαγαζιών
ολάξαφνα
το βλέμμα μου γυρίζοντας βλέπω
το βλέμμα μου
την αδιέξοδη ματιά του σφαζόμενου ζώου.
Κι όλα με στέλνουν έρημο στην ερημιά μου.
Μαζεύεται σιγά-σιγά η καταιγίδα.
Σηκώνω τα μάτια και τη βλέπω:
θα ξεσπάσει.

************

-“Το Βλέμμα του Αετού”, του Γιάννη Ζήση

Σ’ ένα χείμαρρο οριζόντων με βλέμμα ονείρων

την αυγή, χωρίς σύμβολα και σήμαντρα επαφής,

περνούσαν ρίγη μοναξιάς,

σε μια στήλη ουρανού τα φτερά αναζητούσαν τ’ άπειρο.

—————–

Κι ύστερα νέα θέα, μ’ εκείνο της ανύψωσης το μεγαλείο.

Περνούσε τον καιρό με κύκλους παντεπόπτες,

βέλη έσπερνε το βλέμμα του,

γεννούσε ποιήματα άηχα

στη δίνη του ανέκφραστου μεγαλείου,

πετούσε στη διαφάνεια της ελευθερίας,

πλησίαζε της νύχτας το γαλήνιο φως,

αναπολούσε το κορεσμένο μ’ ήλιο μεσημέρι

πάνω απ’ της μέριμνας το στοιχειωμένο χαλί της πεζότητας.

Ήταν ο Εαυτός μας, ο άγνωστος ιθαγενής των οριζόντων.

**********

-Χρήστου Ντικμπασάνη, «Το βλέμμα της ελευθερίας»

Το χέρι μου τρέμει καθώς γράφω
για εσένα, Ελευθερία,
σε ώρες αβέβαιες πληγωμένου Δεκέμβρη
Σύννεφα σκοτεινά κατεβαίνουν επίβουλα
Δονούν οι άνεμοι τις στέγες των σπιτιών,
τρομάζοντας τα πουλιά που πέφτουν στο χώμα
Η μορφή μου διαθλάται στη γυαλιστερή επιφάνεια των δρόμων
Τα πουλιά ραμφίζουν μηχανικά τη γαλακτώδη σκιά μου
Απομυζούν τα τριχοειδή αγγεία
της υποδουλωμένης πολιτείας μου
Με πυρετό τριγυρίζω στους δρόμους
Μαζεύω τα σκορπισμένα οστά των προγόνων μου
Χιλιάδες φωνές τρυπούν το μυαλό μου
Δεν αρνιέμαι, δε λησμονώ το χέρι σου, Ελευθερία,
που με χάιδευε καθώς η καρδιά μου
χτυπούσε σαν τρελή
μπροστά στη ματωμένη Αγία Τράπεζά σου
Σε λατρεύω
συνθέτοντας τις άπειρες νότες
της φλεγόμενης μορφής σου
Δε μπορώ να ξεχάσω δε μπορώ
το βλέμμα σου που με βοηθά να ζήσω

https://www.texnesonline.gr/2021/03/blog-post_34.html

************

-Γεώργιος Πολίδης, «Τὸ βλέμμα»

Τὸ βλέμμα σου
θείων ἐρώτων διάστασις
μὲ σφάζει καὶ μ᾿ ἀνασταίνει ταυτόχρονα
ἕνα θαῦμα θέλω νὰ ζήσω
καὶ νὰ κλείσω τὴ ζωή μου σ᾿ αὐτὸ
δεῖξε μου μονοπάτι νὰ γίνω
ἐσύ.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_polidhs_poems_offline.htm#%CE%A4%CE%9F_%CE%92%CE%9B%CE%95%CE%9C%CE%9C%CE%91

**********

-Κωνσταντίν Γκέγκα: Το βλέμμα της θλίψης 

Το βλέμμα της θλίψης
δεν ξεχνώ
γιατί είναι αληθινό.
Οι άνθρωποι στις κραυγές
και στην γύμνωση τους,
δεν ψεύδονται.
Γιατί ο πόνος
είναι ο σπασμός
της ψυχής.

************

-ΓΙΑΝΝΗ ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗ, «ΔΩΣ ΜΟΥ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ»

Δως μου το βλέμμα σου, για να κοιτάξω τον ορίζοντα

Δως μου τον ήλιο σου να ιδώ τον ουρανό

Δως μου το χέρι σου, να ανεβώ μες στα σύννεφα

Δως μου  κρασί  και γάργαρο νερό

Δως  μου σταφύλι από τα χείλη σου τα κόκκινα

Δως μου μια πέτρα να την κάνω φυλαχτό

Δως μου την αύρα σου και τη δροσιά του κόρφου σου

να ανεβώ  σαν θεός  στον ουρανό.

Κύλισε μέσα μου η σκέψη και το βλέμμα σου

Κύλισε ο πόθος των χειλιών σου, η οσμή

Μπήκα στη σκέψη σου και μπήκες μες το βλέμμα μου

Έγινα φλέβα  απ το καυτό σου το κορμί.

Είσαι   κρασί που μας μετάγγισε  τα αίματα  

Είσαι  το άναμμα  του πόθου κι η ζωή.

Είσαι  η λαχτάρα και το όνειρο  στο βλέμμα μου

Είσαι η γεύση η ζωή και το κρασί.

https://www.mcnews.gr/logotexnia/poihsh/dwsmou-to-vlema-sou-poiima-tou-gianni-gerogianni.html

2. ΟΡΑΣΗ – ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ

**********

«Ὁρῶ τὰ πέριξ καὶ ἀπορῶ
Ὁρῶ τὰ ἐντὸς καὶ κλαίω»

*********

-«στην παιδική μου όραση έλαμπε υπεράνω η κομμουνιστική μου συνείδηση»

(Ν. Καρούζος)

************

-«Αυτό που βλέπεις δεν κατάγεται απ’ την όραση

(Ν. Καρούζος)

*************

-«Η ποίηση είναι η όραση των λέξεων.»

(Κ. Καναβούρης)

***********

-Ν. Καρούζος, «ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ»


Σηκώθηκε η νύχτα της ερήμου
τέτοια ώρα
πριν ακόμη βγάλω τα ρούχα μου για ύπνο.
Μυστηριώδης απόλαυση: λιτότητα του χρόνου
δίχως πόνο
ουδέ σκιά χαράς.
Το μυαλό μου ακμαίο φύλλωμα διασχίζεται.
Ο σκελετός καποιανού ερημίτη
προσπέρασε την εικόνα του
τη φεγγερή του σάρκα
ρίχνοντας χάμω το νευρικό σύστημα
και μίλησε.
Η άχνα της αναπνοής
έβγαινε μεσ’ απ’ τα ξεβιδωμένα δόντια.
Ιδού ο χαιρόμενος ανεπίληπτα.
Ιδού ο σκορπίος ο μελισταγής.
Η λάμψη απ’ τα κόκαλα έβγαινε αμνώδης.

**********



-Ν. Καρούζος, «ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ»

Της Μαίρης

Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος.
Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα
σωριασμένα αιφνίδια στο χτες.
Η λάμψη όταν περάσει λάμπει περισσότερο
καθώς
η ακινησία φανερώνεται
στη διαίρεση των βημάτων.
Όντως το περπάτημα ολότελα το χρόνο καταστρέφει
όπως ολότελα τον ήχο παύουμε
ακουμπώντας τα χέρια
πάνω στα βοερά τύμπανα.
Πιότερο ζει η αστραπή
μετά το ανατρίχιασμά της
η απέραντη δυνατότητα των πουλιών
όταν μακραίνει ο θόρυβος ενός τυχαίου αεροπλάνου.
Φοβερή ασυνέχεια:
ο πλούτος μου είναι το στήθος μου.
Γι’ αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα
και ταξιδεύω σίγουρος
όσο η μίνθη ταξιδεύει και το ασπροθύμαρο.
Συνηθισμένο πράμα η θυσία.
Και ιδού με χιλιάδες σπάγγους
δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος
στην άχρωμη αποκριά της λογικής.
Πάνω σε τέσσερες ρόδες
έρχεται βαρετά με τις Σίβυλλες
χαιρετώντας δεξιά κι αριστερά τους σκύλους.
Ακολουθεί ο ξένος στα επαγγέλματα
με τα δάκρυα όλων των ειδών.
Έλαμπε το σούρουπο σαν τρυφερό μέταλλο
μια γκρίζα γάτα
μου φάνηκε τρομερά ντυμένη.
Ένα ζευγάρι φιλιότανε αμέριμνα.
κέρδιζε όλες τις στιγμές
τίποτα δεν παρατηρούσε.
Ο έρωτας είναι πάντα
μικρή-μεγάλη η δύναμη του Έχε Γεια
χρόνος ακατάσχετος.
Αυτός ερημώνει τα γηραλέα μεσάνυχτα
χρίει τις πεταλούδες με δικαιοσύνη.
Κι όταν υψώνεται ο κίτρινος καπνός απ’ τα ποιήματα
στον κουρελιασμένο χώρο που αναβοσβήνει
βλέπουμε χαρούμενες υποταγές
ο κόσμος τινάζει άξαφνα τη μανταρινιά της αστραπής
οι άγγελοι εξελίσσονται σε τριαντάφυλλα
και ξεκαρδίζεται ο κίνδυνος.
Έρχται τώρα να την
η Ανθούσα μόνη της –
η ερημιά την κατορθώνει.
Πολλά-πολλά ξεχύνονται
πλήθος πουλιά σαν φυλλώματα.
Είχε νυχτώσει ωστόσο.
Κάθε απόσταση φαινότανε μύθος.
Αναπάντεχα τότε
σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά
ένας νέος με γενειάδα φωνάζει:
Αστέρια σμαραγδένιοι σκύλοι
που κομματιάζετε τη νύχτα
να η άγρια ζάχαρη. –
Σε πέντε λεπτά ήρθαν οι αντλίες
ο ήχος των σειρήνων έφερε μεγάλη σύγχυση
και η Ανθούσα έλιωσε φριχτά
στην επίθεση του νερού
με τις μάνικες.
Ο δρόμος βράχηκε ανελέητα
τρεχάλα διαλύθηκαν οι συγκεντρωμένοι
κ’ έσκουζαν ολούθε.
Μια νόστιμη κυρία ή δεσποινίδα
που έχασε στη βιάση τα γοβάκια της
έψαχνε μάταια μέσα στη φυγή.
Πανδαιμόνιο.
« – Τι έγινε; Τι συμβαίνει;»
Έτρεχα κ’ εγώ μ’ αλλεπάλληλες σκέψεις
ηλιωμένος απότομα.
Έστριψα σ’ ένα στενό
και συνεχίζοντας να τρέχω
προχώρησα στην ησυχία μου.
Με κόπο ματαιώνοντας τα δάκρυα
θυμήθηκα την περασμένη Άνοιξη.
Έβγαινα για καθαρό αέρα
πατώντας στους ίσκιους των περιπάτων
εκεί που λησμονήθηκε το ρόδο
και η γύμνια δεν ανταλλάχτηκε.
Μ’ άρεσε να περιπλανιέμαι βάζοντας
μέσα στο στόμα του φαφούτη νου
μεγάλη ερημιά για να χορταίνει.
Όλα μού είναι άχρηστα, σκέφτηκα, εκτός απ’ τη ζωή.
Πρόκοψε τόσο η συμφορά…
Γέμισα νυχτωμένη αγωνία
ένα δήθεν φως.
Μικρόβια τ’ αυτοκίνητα στους δρόμους –
χρωματισμένα.
Τεράστια χρονόμετρα μεγεθύνουν
σε σκοτεινούς θαλάμους τα δευτερόλεπτα
λιώνουν οι ώρες υπέροχα
στα χυτήρια του ερέβους.
Αυτός ο Κρόνιος Πολιτισμός! Ας τον αρωματίσουμε…
Ανάσταση: τα καλοπιάσματα του έαρος.
Ερωτευθείτε.

http://kapoumakria.blogspot.com/2012/03/1926-1990_27.html

**********

-Κωνσταντίνος Καβάφης «Έτσι πολύ ατένισα –»

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,

που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.

Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα

πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,

και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.

Πρόσωπα της αγάπης, όπως τα ‘θελεν

η ποίησίς μου… μες στες νύχτες της νεότητός μου,

μες στες νύχτες μου, κρυφά συναντημένα…….

https://latistor.blogspot.com/2011/12/blog-post_31.html

************

-Σοφία Περδίκη, «Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ»


Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.

https://www.poeticanet.gr/orasi-stin-a-1522.html?category_id=517

***********

-Άγης Μπράτσος, «ΣΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ»

Η δυστυχία των πεινασμένων συγκινεί.
Των χορτασμένων απωθεί.
Κι οι δυο τους όμως σαν δέος
επικρέμανται στην αθωότητα.
Στρέψτε την όραση στους ουρανούς.
Εκεί τουλάχιστον ατόφια ναρκισσεύεται
η αίσθηση μιας έλλειψης κορεσμένης σχεδόν.

(Από την ποιητική συλλογή, Ζωηρή Θέα)

*********

………………………………………………………………………………………………………

-Χρήστου Διαμαντή, [Όραση αληθινή]

Μάτια.
Δίδυμοι πλανήτες
Αναγκασμένοι να περιστρέφονται
Αδιάλειπτα.


Και οι κόρες,
Αποστακτήρια δακρύων
Που δουλεύουν
Ασταμάτητα.


Τα μάτια.
Έγχρωμη ανέμη
Που ξετυλίγει το νήμα
Φυγόκεντρης ψυχής.


Και κάθε βλέμμα,
Ένα βασίλειο
Που αρχίζει να πλάθει
Όραση αληθινή.

Πες το με ποίηση (365ο): «ΟΠΤΑΣΙΑ-ΟΡΑΜΑ»

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας – Προσωπικές Οπτασίες

1.ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ  ΟΠΤΑΣΙΕΣ

Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες
στο κέντρο και τις συνοικίες
όνειρα μεθυσμένα σχέδια ματαιωμένα
τηλέφωνα απεγνωσμένα

Σκέφτομαι πάλι ίσως δεν ήσουνα εσύ
ό, τι ονειρεύτηκα
όμως θυμάμαι μια νύχτα είδα τα μάτια της λύπης
να μου χαμογελάνε

Ίσως δεν ήμουνα κι εγώ ό,τι ονειρεύτηκες
έτσι κι αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες
Το νιώθω πως σε χάνω…
γλυκιά μου αγάπη καληνύχτα

ΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ

***

2. ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Η φαντασία –
απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας –

σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε

«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.

Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης

να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
ζωώδους αγριότητας».

Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με ποιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύθηκα εγώ.

Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.

Να την ευγνωμονείς.

Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμιά πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

***

3. ΑΜΕΤΑΘΕΤΟ ΟΡΑΜΑ

Και μ’ όλες τις αναστολές που πήραν τα όνειρά μας
πάντα θα σκέφτομαι μιαν υψικάμινο, πολύξερη
με χιλιάδες εργάτες να της καθαρίζουν τα δόντια
να την ταίζουν σίδερο και κάρβουνο.


Μιαν υψικάμινο που θα καπνίζει
όσο δεν καπνίσαμε όλα τα τελευταία χρόνια,
που δε θα κόβει το τσιγάρο της στα δυο,
που δε θ’ αφήνει τη λαχτάρα της στη μέση,
κι όλο θα βγάζει ατσάλι
να δένονται οι μεγάλες σκαλωσιές
που παν να φτάσουνε τον ουρανό.

Τίτος Πατρίκιος

***

4. Η ΟΠΤΑΣΙΑ


Κατάκοιτα ήδη
τα πέταλα της γιορτής
κι αίφνης αντίκρυ του
ανάμεσα στα κύματα
μια οπτασία

Πάει κάτι να πει
κάτι ν’ αποκριθεί
μα όπως κεραία που κεραυνός
την τσακίζει
αποσυντονίζεται
και πια στο μυαλό του
μια εικόνα θολή
και μες στο μυαλό του
μια φωνή ακαθόριστη

Πάντα μας περιμένει ένα θαύμα
και πάντα μας βρίσκει απροετοίμαστους

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

***

5. ΣΑΝ ΑΓΡΙΟ ΘΗΛΥΚΟ ΣΑΝ ΟΠΤΑΣΙΑ

αιφνιδιαστικά αναδύεται
μέσα από την ομίχλη
και με μαγεύει πάντα
πάντα με ματώνει
ισόβια όπως την πρώτη νύχτα ερωμένη

με το δικό της φως
με τη γυμνή της μελωδία
λέξη προς λέξη
στίχο προς στίχο αποκαλύπτει
τα μυστικά μου τραύματα
κάθε παράλογη λαχτάρα της ψυχής

γι’ αυτό επιχειρώ να δραπετεύσω
σε ιστορίες που συνθέτει η λογική
ζητάω μια μικρή εκεχειρία
καθώς μ’ αυτό το άγριο θηλυκό
είναι αδύνατον να υπάρξει
μια μόνιμη και διαρκής ειρήνη

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, κόκκινες πηχτές σταγόνες (2019) 

***

6.ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ

Μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη,
μετρημένη με το σταγονόμετρο,
μέρα που μεταφέρεις,
με το ρυθμικό σου βάδισμα,
το αναπότρεπτο,
χασομέρησε λίγο το αλμυρό νερό σου
σ’ αυτόν τον ταπεινό και άνισο
βράχο,
πίσω απ’ τις καλαμιές –
μονάχα φωτοσκιάσεις δυσανάγνωστες
έχει απ’ τη ζωή μας,
νυχτερινές παραχαράξεις,
λιγοστές και σκόρπιες λέξεις
απ’ τα τίμια και τα ιερά,
τα προαιώνια
συνθήματα.
Κι αν μας επέβαλαν
τη διφορούμενη γλώσσα,
εμείς πρόθυμοι δώσαμε σφουγγάρια
πνιγμένα στο αίμα μας, για να σβήσουν
κάθε διφορούμενη γλώσσα.

ΙΙ

Κι αν έρθουν άλλοι αγώνες,
κι αν έρθουν άλλοι σκοτωμοί,
κι αν έρθει πείνα
και απόσπασμα
και φονικό,
μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη
που με το αλμυρό νερό σου
σκεπάζεις αδιάφορη τους αιώνες,
χασομέρησε στο μοναχικό βράχο
πίσω από τις καλαμιές.
Εδώ σταθήκαμε όρθιοι,
αγωνιστήκαμε όρθιοι,
γι’ αυτό κρατάμε όρθιοι
και τα οράματα
των δικών μας πεθαμένων. 


Δημήτρης Δούκαρης, Το πέτρινο πρόσωπο, 1979

Τέρης Χρυσός – Ήταν Μια Οπτασία

7. ΟΠΤΑΣΙΑ

Στάθηκε μπροστά στον Ήλιο μου…
«Μη μου στερείς αυτό που δεν μπορείς να μου προσφέρεις» της είπα..

Γύρισε αέρινη και με κοίταξε…
Ένας ήλιος μέσα στα μάτια της!
Τυφλός από οράματα, είδα το φως..

Μία Οπτασία..
Στα μαλλιά της μπλεγμένες ιδρωμένες φλόγες εμπρηστικής εντύπωσης,
να πυρώνουν τον άνεμο
και να φτάνει σε μένα λίβας ερωτικού αναστεναγμού…

Πριν ανασάνω ένα «αχ» ονειροπόλησης
έσβησε το περίγραμμά της,
μέσα στη σκόνη που σήκωσε ο εσωτερικός μου καλπασμός..

Έφυγε, όπως φεύγουν οι Γυναίκες των ποιημάτων..
δίχως ίχνη στο χώμα…
αφήνοντας ίχνη στην καρδιά μου…

ΚΑΚΙΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ

***

8. ΣΑΝ ΟΠΤΑΣΙΑ

Ευθυτενής και με ζωηρό βήμα,

περπατούσες στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Είσαι η επιτομή για ό,τι μου αρέσει σ’ έναν άνδρα.

Σαν είδωλο και οπτασία,

περπατούσες μέσα στη νύχτα.

Από το βλέμμα μου δεν σ’ άφησα,

μέχρι που έστριψες σ’ ένα στενό.

Καλοτύχισα τον εαυτό μου-

μ’ αγαπάς και η ζωή χαρμόσυνα διαστέλλεται.

Είσαι η επιτομή για ό,τι μου αρέσει σ΄ έναν άνδρα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

***

9. ΟΠΤΑΣΙΑ 

Θλιβόταν η σελήνη . Σεραφείμ με ολοφυρμούς
Σε όνειρα τα δοξάρια τους κρατώντας μες σε ανθούς
Αχνόλουστους , βαθιά από βιόλες που ‘σβηναν αντλούσαν
Λευκούς λυγμούς που σε γαλάζιους κάλυκες γλιστρούσαν.
– ήταν η ευλογητή μέρα του πρώτου σου φιλιού.

Άκαμπτη φαντασία δικού μου ειρμού μαρτυρικού

Μεθούσε έντεχνα τότε με του μύρου την οδύνη

Που δίχως μεταμέλεια και πίκρα ωστόσο αφήνει

Το τρύγημα ενός ονείρου στον τρυγητή παλμό.

Διαβάτης το λιθόστρωτο ατένιζα το παλιό

Ότε , έχοντας τον ήλιο στα μαλλιά , μέσα στο βράδυ

Και μες στον δρόμο , πρόβαλες , μειδιώντας με , όλο χάρη,

Και νόμισα πως έβλεπα με κάλυμμα φωτός

Τη νεράιδα που μου ‘φέρνε ο ύπνος μου ο παιδικός

Με μισόκλειστ΄ αφήνοντας στο πέρασμα της χέρια

Να πέφτουν μύριες χιονοδέσμες μυρωμένα αστέρια.

Στεφάν Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé), Μετ: Γ.Σ. ΙΙατριαρχέας, «Τα ποιήματα του Στεφάν Μαλαρμέ», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, 1992

***

10. ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΟΠΤΑΣΙΑ – Σονέτο XII 

Είσαι της νυκτός μου η αισθαντική οπτασία,
γιομάτη πάθος ωραίο και κρυφό πειρασμό,
τα μάτια σου σκορπούσαν έντονο ερωτισμό,
των ονείρων είσαι η γοητευμένη παρουσία.

Δε φαντάστηκα ποτέ πιο γοητευτικό πλάσμα,
από σένα γλυκιά μου τόσο όμορφη που ‘σαι,
μέσα στις σκέψεις μου παντοτινά θα είσαι…
αν κάποτε εκλείψεις, θα βυθιστώ στο κλάμα.

Η φωνή σου τόσο απαλή και συνάμα ερωτική,
νότες που ακούγονται σαν τρυφερό τραγούδι,
εν’ ανοιξιάτικο πρωινό σε παραδεισένιο κήπο.

Χαμόγελο γλυκό στα χείλη, μορφή αγγελική…
ένα κόκκινο βαστώ να σου χαρίσω λουλούδι,
η καρδιά καθώς χτυπά σ’ ανεξέλεγκτο χτύπο.

© Πάρης Παπανικολάου

***

11. ΟΠΤΑΣΙΕΣ

μου φάνηκε ότι είδα εκείνη με τα μακριά
καστανά μαλλιά να στέκεται δίπλα στον πάγκο του
καφέ.
φορούσε σκούρα γυαλιά.
κρύβοντας το πρόσωπό μου, πήρα την κυλιόμενη σκάλα
κατέβηκα στον πρώτο
όροφο και χάθηκα μέσα στο
πλήθος. 

λίγες μέρες αργότερα
μου φάνηκε ότι είδα την κοκκινομάλλα.
ο κώλος έμοιαζε από πίσω
κι όταν γύρισε το κεφάλι είμαι
σχεδόν σίγουρος ότι είδα το
πρόσωπό της. 

άλλαξα γρήγορα όροφο,
έφτασα μέχρι το
εντευκτήριο. 

μπορεί να ‘ταν ιδέα μου
ότι είδα δύο απ’ τις γυναίκες
που κάποτε νόμιζα ότι δεν μπορούσα
να ζήσω
μακριά τους. 

αλλά
τουλάχιστον
δεν πέτυχα
τις άλλες
πέντε. 

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ,  μετ: Σώτη Τριανταφύλλου, “Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω Από το Βουνό“:

***

12. ΑΘΙΚΤΗ ΟΠΤΑΣΙΑ

Αύριο…
θα μελαγχολεί ο ήλιος
θα παίζει κρυφτό με τα σύννεφα
κι οι λύπες θα βρέχουν
αξημέρωτα προσκεφάλια
στη δύση του ύπνου
στη νοσταλγική ηχώ του ξύπνου
σαγηνεύοντας την ακινησία σωμάτων
που όλη νύχτα έβρεχαν
την αθωότητα σιωπής που ξέφυγε
απ’ το μεγάλο ψέμα.

Δεν ήμασταν μαζί !

Άθικτη οπτασία της προσμονής
η εικόνα σου,
σταμάτησε στο κλειστό παράθυρο
στις κρυψώνες των άστρων
και στου φεγγαριού τα χαλάσματα
στην υπόσχεση του ήλιου
που γύρευε να βγει
ψιθυρίζοντας φως στο σκοτάδι.

Σε αναμονές άνυδρες
άσπρο μαντήλι
ακόμα σκουπίζει τα δάκρυα
που βρέχουν
την αυριανή μέρα.

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

Πες το με ποίηση (364ο): «Μαντείο – μάντης – χρησμός»…

-«…Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία…»

(Ν. Καρούζος)

*******

Σωκράτης Μάλαμας – Μάντης

-Γιάννης Μελισσίδης, Μάντης

Μικρός σαν μάντης έψαχνα

τα επόμενά μου χρόνια

Μεγάλωσα και μου `λειπαν

οι αλάνες και τ’ αλώνια

Αφήνοντας να χάνεται

για πάντα το παρόν

αδιάφορα ξοδεύτηκα

σε μέλλον παρελθόν

Όπου καράβια θάλασσα

όπου αμμουδιά γιαλός

Θυμάται όσα πέρασε

κι ότι έρχεται καπνός

Χιόνι ο χρόνος σαν σεντόνι

σε σκεπάζει μια στιγμή

σας χαμογελάει και λιώνει

μένει η αλήθεια σου γυμνή

Μα είν’ η μνήμη βάλσαμο

σαν τις βροχές του Μάρτη

Κι αφήνει τα σημάδια της

πάνω στης Γης το χάρτη

**********

Γιάννης Ρίτσος, Από μαντείο σε μαντείο

Είχε προσφύγει στο μαντείο της Λεβάδειας — νέος ρωμαλέος
κι ευγενικός μαζί, ο Παρμενίσκος απ’ το Μεταπόντιο. Σαν βγήκε απ’ το σπήλαιο,
δεν τον γνωρίσαμε σχεδόν — σαν φάσμα του εαυτού του· σαλεμένα
τα λογικά του· ολότελα εξουθενωμένος. Έτρεμε το ωραίο πηγούνι του
τραυλίζοντας ήχους ακατάληπτους, σα γέροντας ή βρέφος. Ο προφήτης δεν μπόρεσε
την ερμηνεία του χρησμού να συντάξει. Ο Παρμενίσκος , ύστερα,
υποχρεώθηκε να καταφύγει στο μαντείο των Δελφών, μήπως και μάθει
πώς να θεραπευτεί απ’ αυτό που του ’λαχε στο μαντείο της Λεβάδειας,
μα ούτε κι εκεί δεν έγινε τίποτα. Πολύ σύντομα χάθηκε
τ’ όμορφο παλικάρι. Ωστόσο ακόμη, στις παρέες μας, βρίσκονται
πολλοί να τον φθονούν, να τον θαυμάζουν — όχι τόσο για το κάλλος του
όσο για κείνο το ασυλλόγιστο, θανατηφόρο, μάταιο θάρρος του.

Λέρος, 18.III.68

Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

**************

-Γιάννης Ρίτσος, Κάθοδος στο μαντείο του Τροφωνίου

Ύστερ’ απ’ τη θυσία του μαύρου κριού και την οιωνοσκόπηση της σπάλας,
φόρεσε το λινό χιτώνα και ποδήματα ντόπια. Είχε νυχτώσει.
Κατέβηκε την πέτρινη σκάλα, κρατώντας στο κάθε του χέρι
ένα κομμάτι μελόπιτα, για τους χθόνιους θεούς. Μέσα στο σπήλαιο
τίποτα δεν ξεχώριζε· — σκοτάδι και υγρασία. Σαν έφτασε
στην Πλαγία Στοά (τί να σκεφτεί πια για μαντείες;) — στρόβιλος
μυστικού ρεύματος τον κύλησε στο μέγα βάθος —φόβος και τρόμος—
έτσι πεσμένος ανάσκελα μες στο πηγάδι, και το σκότος ρεκάζοντας:
«φοβού, φοβούουου». Σαν τα κατάφερε, τέλος, να γυρίσει χαράματα
σερνάμενος στο φως της μέρας, δεν έβγαλε λέξη, δεν απάντησε
στις ερωτήσεις των ιερέων. Μόνο που ένιωθε να κολλάνε τα χέρια του
απ’ τις μελόπιτες. Πλύθηκε στην πηγή προσεχτικά, ντύθηκε κι έφυγε.

Σε δυο τρεις μήνες φάνηκε στην Αγορά, πιο τολμηρός, πιο ωραίος —
μόνο τα μάτια του σα να ’ταν πιο μεγάλα, μακρινά — πολύ πιο μεγάλα.

Λέρος, 17.III.68

Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

-Γιάννης Ρίτσος, Το νέο μαντείο

Δυο χρόνια ολάκερα δεινοπαθήσαμε απ’ την ξηρασία, — ούτε ένα πράσινο φύλλο
ούτε πουλί ούτε ακρίδα στη Βοιωτία. «Αποταθείτε —μας ορμήνεψαν—
αποταθείτε στην Πυθία». Ψάξαμε, τη βρήκαμε κι αποταθήκαμε. Εκείνη:
«Αποταθείτε στο μαντείο του Τροφωνίου», μας είπε. Εμείς μήτε που ξέραμε
αν ύπαρχε, και πού, τέτοιο μαντείο. Και, το χειρότερο απ’ όλα,
δε βρίσκονταν στις μέρες μας κανένας Σάων, από φώτιση θεία οδηγημένος,
ν’ ακολουθήσει ένα κοπάδι μέλισσες, να μάθει και να συμβουλέψει
τον μυστικό κανόνα του άλυτου και του ανεξήγητου, που θα μαλάκωνε τα πράματα.
Όλοι ζητάγαν τώρα πραχτικές οδηγίες. Δεν περίμεναν. Βιάζονταν.
Ωστόσο, μας χρειαζότανε, το δίχως άλλο, ένα νέο μαντείο του Τροφωνίου,
κι έτσι, μ’ εράνους, με τρεχάματα και λόγους, το σκαρώσαμε στα πρόχειρα.

Λέρος, 17.III.68

 Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

**************

ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ ΜΑΝΙΑ, ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΟΠΟΣ ΕΡΗΜΟΣ   

Όλα άγνωστα
από άλλον πλανήτη
αρχίζουν χωρίς αποσκευές
το μαντείο τόπος έρημος
δεν υπάρχει λιμάνι
να αράξει το πλοίο
στα βαθιά κατευθύνεται

https://www.politeianet.gr/books/9789606840463-barbitsioti-mania-polutropon-to-manteio-topos-erimos-235365

*************

ΛΟΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΙ, Στο Μαντείο των Δελφών

Μέγα Μαντείον, γιατί με περιεργάζεσαι;
μήπως είμαι ένα αίνιγμα για σένα; μήπως
                     σου προκαλώ απελπισία;
εγώ, “Αμέρικος”, ο Αμερικάνος,
φτιαγμένος προ πολλού από το σκοτάδι
                     μέσα στη μητέρα μου,
το σκοτάδι της αρχάίας Ευρώπης-
Γιατί με περιεργάζεσαι τώρα
στο λυκόφως του πολιτισμού μας-
Γιατί με περιεργάζεσαι
σαν νάμουνα η ίδια η Αμερική
η καινούργια Αυτοκρατορία
πιο τεράστια από όποια άλλη στις αρχαίες εποχές,
με τις ηλεκτρονικές εθνικές οδούς της
να κουβαλάν τη συνεταιρική της “μονο-κουλτούρα”
ολόγυρα σε όλη την υφήλιο,
Με τα Αγγλικά ως τα Λατινικά των ημερών μας

Μέγα Μαντείον, εσύ που κοιμάσαι ανά τους αιώνες.
Επιτέλους ξύπνα πια
Και πέσμας πως να σωθούμε απ’ τον εαυτό μας
και πως να επιζήσουμε των δικών μας κυβερνητών
που θάθελαν να κάνουν τη δημοκρατία μας πλουτοκρατία
στο Μεγάλο Χάσμα
μεταξύ πλουσίων και φτωχών,
εκεί που ο Ουάλτ Ουίτμαν άκουγε την Αμερική
                     να τραγουδάει

Ω, ατελείωτα σιωπηλή Σίβυλλα,
εσύ των φτερωτών ονείρων,
Μίλα καθαρά μεσ’ απ’ τον δικό σου, ναό του φωτός,
καθώς οι σοβαροί αστερισμοί
με τα Ελληνικά ονόματα
μας κοιτάζουν ακόμα από ψηλά,
καθώς ένας φάρος κουνάει το χωνί του
παν’ από την θάλασσα
Μίλα καθαρά και λάμψε πάνω μας
το θαλάσσιο φως της Ελλάδας,
το διαμαντένιο φως της Ελλάδας

Μακροθωρούσα Σίβυλλα, παντοτινά κρυμμένη,
Επιτέλους βγες από την σπηλιά σου
Να μου μιλήσεις με την φωνή του ποιητή,
φωνή σε τέταρτο ενικό πρόσωπο
φωνή ανεξιχνιάστου μέλλοντος
φωνή λαού ανάκατη
με άγριο και συνάμα μαλακό γέλιο-
και να μας δώσεις νέα όνειρα να ονειρευτούμε,
να μας δώσεις νέους μύθους για να ζήσουμε
                     πια μ’ αυτούς.

Μετάφραση: Άμυ Μιμς


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/434


***********

-Κική Δημουλά, ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.
Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.
Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.
Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν
Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.
Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.
Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας
ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία
στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι
μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.
Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν,
σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους
-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης
ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:
μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες
ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.
Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.
Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.
Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.
Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,
μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη
μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα
μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες
ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς
κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται
ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν
ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:
ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ
τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες
τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος
μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,
βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,
μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση
ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ
δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα
καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»
-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς,
ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες
χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.
Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει
ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.
Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω
μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.
Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.
Μαντεῖο.
Γᾶς ὀμφαλός.

(Χαῖρε Ποτέ, 1988)

**********

-Παντελής Μπουκάλας, «Ο μάντης» (αποσπάσματα)

[…]

Ύβρις· κι ανθρώπεψα έτσι· κι άλλο δρόμο να φτάσω ώς τον άνθρωπο μέσα μου, στις ζωές μου δε γνώρισα πάρεξ σφάλμα και ύβρι. Μου πήρε τότε το βλέμμα η θεά, ακουμπώντας μ’ ανήδονη δύναμη το χέρι της στα μάτια μου που τα είχε υγράνει το ανέφικτο. Τυφλός ξαφνικά· και δεσμώτης του νου μου. Να υπάρχω την κυριολεξία του δέρματος, να με μοιραίνει των ήχων των οσμών η ύλη βαριά ώς το πένθος. Αποσπασμένος από έναν κόσμο που με τρόπους πολλούς ιστορούσε την ομορφιά του, το κυρτό με το κοίλο αρμόζοντας, το πορφυρό με το πράσινο, το υψηλό γαλανό με το υγρό του αντίκρισμα, το θεριό με την έλαφο, τον καρπό με τα δόντια που τον δικαιώνουν, το ωμό με το πνεύμα, το τερπνό με τη λύπη, τη σποδό με τη μορφή, την πέτρα με δρόσο, την ηδονή με το δίδυμο άδειο, τη μέθη με τη βέβαιη θλίψη της, το πυκνό με το ξέφωτο, τη ροή με το ακίνητο, τη σάρκα με το τέλος της: την άλλη σάρκα.

Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω. Βαθιά να βλέπω, σε μια δίστομη όραση θητεύοντας. Το πίσω απ’ την εικόνα, το έξω, κι ό,τι οι θεοί είχανε τάξει της σκιάς. Τα δέντρα, απ’ τις ρίζες και κάτω μονάχα, εξόριστος πια όπως ήμουν από την ήπειρο του φαινομένου, του απλώς και αμέσως καλού. Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δυο φορές στα ίδια νερά του να μπω, τα μελλούμενα να ’ ναι από πριν παρελθόντα. Σκοτεινόβιος πορεύτηκα και στους άλλους το φως μου εδάνειζα, και συχνά μ’ αποστρέφονταν. Κι ώς τον Άδη κατέβηκα, των θεών και του είναι μου. Και τρομάζω ακόμα να πω ποιος πιο άγριος ήταν.

Α, ως ακουμπούσα με αφή τεταμένη και με δέρμα αειπάρθενο τις οπώρες, να σκιρτούν στο χέρι μου ένιωθα, να αναζητούν τον κόλπο του για να δέσουν εκεί την ομορφιά τους. Και τα φύλλα ποτέ τόσο πράσινα δεν τα είχα χαρεί, και ποτέ με τέτοια τρυφεράδα δεν είχαν δωρηθεί στα άλλοτε μάτια μου — σαν να κέρδιζα τώρα ό,τι η εικόνα προφανώς απέκρυπτε. Α, το νερό, σαν να εκκρεμούσε μια στιγμή στα δάχτυλά μου, ώσπου να λάβω ακέραιη τη δροσερή του αίγλη, και οι σταγόνες του βαριές ώς τον έρωτα ανοίγαν τους πόρους να εισέλθει το απίστευτο το μόλις πριν ταπεινό. Και τα σταφύλια, σπυριά αθανασίας, αργοπορούσαν ελεητικά την άνοδό τους στο στόμα, και μεθυσμένος ήδη εισέδυα στη σάρκα τους, με γλώσσα σεβασμού, σαν να τελούσα μυστήριο. Πολλαπλάσιος μες στην απώλεια. Προπαντός όταν χέρια και χείλη πολεμούσαν να πλάσουν με φαντασία απόκοτη την άπιαστη εικόνα του σώματος που φιλούσαν και χάιδευαν κι ερευνούσαν, να συνθέσουν το σπασμένο του νόημα, και λαμπρό το ετοίμαζαν, της αλήθειας του ανώτερο, και βοηθοί τους παράστεκαν οι ενδότατοι ήχοι, που αλλιώς, αν το αυτί δεν είχε γυμναστεί στην ακρότητα, ασύλληπτοι θα έφθιναν.

Οράματα μ’ αδυσώπητη ευκρίνεια δίωκαν τη χαμένη μου αίσθηση· από μέσα ανάβλυζαν, γλιτωμό να μην έχω. Όλο αίμα και σκιές και φλόγες· νόστοι ανέφικτοι — ποιος γίνεται ποιος να επιστρέψει στο κουφάρι του πριν του— και ανίεροι έρωτες —μα ποιος γίνεται ποιος έρωτας ιερός να υπάρξει· προσβολή είναι πάντα και ρήξη, αρπαγή και πλεκτάνη—, και σφαγές γενεών, και γονιών εκδιώξεις, και αδέρφια το χέρι να κινούν το εμφύλιο, κι αδερφές να μοιράζονται, να κλονίζονται από το βάρος μιας ιστορίας που δεν όφειλαν να την αναγνώσουν και να τη νοήσουν, μήτε είχαν αυτό το δικαίωμα, να τη ζήσουν μονάχα τούς είχε ταχθεί, και τείχη ψηλά να σωριάζονται, και στρατιές, προσφυγιές και δηώσεις, λιποτάκτες θεοί, κι όλο πύλες κρυφές, και τον κόσμο ν’ αλλάζει κι όμως ίδιος να μένει, κι όλο εφτά, το εφτά το εφτά σαν σημάδι να κλώθει τη μοίρα μου.

[…]

Αλλά νά που έφτασα στο τρισμέγιστο δώρο. Και δε λέω για τη ράβδο, κλαδί αγριοκερασιάς, που η θεά της σοφίας έθεσε στο χέρι μου, οδηγό ασφαλή, όταν τυφλό με άφησε ο πεπρωμένος θυμός της. Για τη χάρη της λέω να κατέχω τη γλώσσα των πουλιών, τα πετούμενα νοήματα, τι τ’ αηδόνια στις φωλιές τους λαλούν και στα ψηλά οι κούκοι, και τι ο πετροκότσυφας στα κορφοβούνια πάνω, και της πέτρας η πέρδικα ασφαλώς κι ό,τι άλλο τού έλαχε η ηδύτης του ύψους. Και το πρώτο που η έκπληξή μου διδάχτηκε ήταν τούτο: του τραγουδιού το νόημα, το τραγούδι είναι· η χαρά του, και της πέτρας απλούστερη· η υπόσχεση που βαθιά το συντάσσει. Και σκοπός του και τέλος του, η αρχή του κι η πράξη. Τα πουλιά, το ταξίδι τους είναι· ερωμένα του ύψους, ζουν το πρόσκαιρο το επιτέλους απέραντο. Ζουν το μάταιο το επιτέλους πανένδοξο. Διανύουν το τίποτε και βγαίνουν στο παν. Στον αέρα, στη διαύγεια, στην κορυφή που υπάρχει για να δείχνει μονάχα προς τα πού η ψηλότερη, στην ελευθερία που κυρίως στον τρόμο της απώλειας οφείλει το κρίσιμο λάμδα της.

Ώρες καθόμουν τ’ άκουγα, απ’ όταν η απολαμπή έπαιρνε να χαράζει στη σάρκα της ημέρας έρωτα θερμό κι ώσπου κατέβαινε η δροσιά και νύχτωνε στο δέρμα μου. Θησαύριζα τις φωνές τους καθώς παλιά θησαύριζα φιλιά, τα φύλασσα στο σώμα μου να γεωργώ την ερημία, κι αποθήκευα στις σπηλιές της αχόρταγης μνήμης τις εικόνες που θα ’ρχονταν. Να πλέκουν έρωτες τ’ άκουγα, να δοξάζουν τα δέντρα, το νερό, το χλωρό κι ό,τι πιο ταπεινό, τα σκουλήκια, να καλούν, να επιμένουν προπαντός όταν λόγος κανείς δεν υπήρχε, και πάλι απ’ την αρχή, και πάλι άλλο, και ποτέ ο ρυθμός να μη σταθμεύει στο ίδιο, ποτέ να μη γυρνάει σε επιθυμία τού εαυτού του. Με το μυαλό μου το μυαλό μου κλείδωνα, να μη με τρώει το σαράκι του νοούμενου, να γεύομαι την προσφορά όπως απλούστατα δινόταν. Κι ευτυχούσα. Για το λίγο. Που πανάκριβο ήταν. Και για λίγο. Που ατελεύτητο ήταν.

Και πολλά τα πουλιά μού προφήτεψαν. Κελαηδούσαν αυτά, ή πάλι παίρναν να λαλούν ανθρώπινη ομιλία όταν ωρίμαζε εντός τους θάνατος, κι η δεινή ακοή μου υφάρπαζε το λόγο του μέλλοντος. Και δεν είχα έτσι συχνή την ανάγκη, καθώς οι άλλοι εργάτες της μαντείας που ορέγονταν να γνωρίσουν τα τ’ εόντα τα τ’ εσσόμενα, προς τ’ εόντα, να μελετώ τις διοσημίες, των όρνιων το πέταγμα, της βροντής τον καίριο ήχο, του καπνού την αδέσποτη κίνηση που πρόσχαρα θυσιάζει του ανέμου τις μορφές που συνθέτει, των ονείρων τα έγκατα που πυκνά κατοικούνται, των σπλάχνων την αιμάτινη γεωγραφία, τον πηγασμό των υδάτων που ανεβάζουν τα υποχθόνια μυστικά. Γλώσσα ιερή αυτή που εισδύει για λίγο στο αίνιγμα της θείας βουλής το μυστικό να κλέψει το άρρητο και με άλυτη πείνα εξέρχεται πάντοτε· ιερή αυτή που ποθεί το άβατο και αρθρώνει το μοιραίο, αυτή που εκμαιεύει το μη γεγονός και φανερώνει τη χαμένη ερμηνεία του τετελεσμένου. Αλλά πιο ιερή, κι ας μη λέει η ψυχή μου κι η τέχνη μου να συναινέσει σε τούτο, η γλώσσα που θέτει τον άνθρωπο αντίκρυ στη μοίρα του κι όχι δούλο και μπαίγνιό της, η γλώσσα που ερωτεύεται και στον αλλότριο ουρανίσκο συλλαβίζει ασπαίρουσα τα φλέγοντα άστρα, η γλώσσα που μιλάει το απτό κι ό,τι χαίρεται την ύπαρξή του στο φως, ό,τι κοινωνεί, ό,τι παρέχει αισθήματα κι όχι το αναπότρεπτο νόημα που αλλού ετελέσθη και ασφυκτικό επιβάλλεται. Μα ας γυρίσω στην τέχνη μου, μη μου σβήσει και τη δεύτερη όραση η ηδονή να πολεμάς τους θεούς και για τα δώρα τους ακόμη.

Μου δόθηκε η χάρη να δω με τα μάτια της πρόβλεψης το μέγεθος που θα κατόρθωνε ο Ηρακλής, που κι αυτός απ’ την Ήρα παιδεύτηκε. Και τον είδα να φοράει λεοντή, να κρατάει το ρόπαλο, και θεριά ν’ αφανίζει, της φύσης θεριά που ζούσαν το δικό τους ωμό πεπρωμένο, ή τα άλλα, που από μήτρα ανθρώπου γεννήθηκαν μα βουλήθηκαν τη βουλή του κακού και του αίματος. Με τη βία να μας φέρνει σ’ αυτό που αργότερα θα ονόμαζαν ιστορία τον πρόβλεψα — κουβάρι η μνήμη λοιπόν και με τύλιξε; μα, μην την άλλη μου κόρη Ιστορίδα δεν την καλούσαν; Αχάραγα στη Λέρνη τον είδα πανέλληνα, στης Αττικής τον κάθετο ήλιο την ίδια μέρα να πυρώνεται, το λιόγερμα στην Κρήτη να ζεύει τον ταύρο, στη Θράκη ως νύχτωνε, μεσάνυχτα στον Καύκασο να ελευθερώνει τη φωτιά.

Και, ποιος ο κόσμος και πόσος, συλλογιέται και πάλι η ανίατη μνήμη μου. Όσο το βήμα του ανθρώπου ορίζει, ο τόπος. Ένα αλώνι. Μέσα μας είναι οι αποστάσεις. Και εκεί μεγαλώνουν κι αγριεύουν. Κι έρχεται ώρα, και ερημία εκτείνεται ύπουλη εκεί όπου πρώτα πληθαίναν υάκινθοι. Και βουνά αιφνιδίως υψούνται απρόσιτα εκεί όπου πρώτα ανοίγονταν διαβάσεις γλυκύτατες να θέλξουν τον άλλον εσένα. Και τότε σε κερδίζει ο δράκος κι εκτοπίζεται ο θεός που εντός σου χαιρόταν τα πρώτα του βήματα. Και μικραίνεις, κλειστός κι ανεπίδοτος, καθώς μικραίνει αδειάζει η θάλασσα αν πλοία δελφίνια δεν τρυγούν στον κόρφο της τα ποικίλα χρώματα του γαλάζιου της. Καθώς μικραίνει ερειπώνεται η νύχτα αν δεν την εκτυλίσσει η απόλυτη τέχνη του έρωτα.

https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=894

**********

-Δημήτρης Δούκαρης, Με τις λέξεις της Πυθίας

Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύουμε
ολομόναχοι˙
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο
της σιωπής.

(Από τη συλλογή “Το πέτρινο πρόσωπο”, εκδ. Τομές 1979.)

**********

-«ΠΥΘΙΑ», Στέργιος Πολύζος

Σαν το ποτάμι κυλά ο καιρός

κι εμείς

σαν το φαντάρο που σβήνει μέρες στο μπλοκάκι

με το νου κολλημένο στη Μεγάλη

μικρή του Έξοδο

άλλοτε να μας πειράζει και

άλλοτε να μας συνεπαίρνει αυτό το

παιχνίδι για Μεγάλα

μικρά παιδιά.

Να μεγαλώσεις κάποτε

Και να μη μεγαλώσεις ποτέ!

http://www.siatistanews.gr/siatista/2014-05/polyzos-poihmata.pdf

**********

-Βεργιαννίδης Γιάννης, ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ

Ο φόβος που σ’ ακολουθεί ξοδεύει τον καιρό του
κι η ανασφάλεια νωθρή, παρούσα τυπικά
το τρένο για την Κόλαση δεν σ’ έχει στο συρμό του
το τρένο για τους Ουρανούς αργεί εριστικά.

Μια μέρα κι άλλη μια ζωή σ’ ανέχεται ο χρόνος
σ’ ανέχεται και τούτη η γη που πάνω της πατάς
υπηρετείς κι ασπάζεσαι δυο κόσμους ταυτοχρόνως
μόλο που δεν τους νοιάζεσαι, μήτε τους αγαπάς.

Σαν λυρική παραίσθηση, σαν δωρικό μεθύσι
σαν στίχος ασυνάρτητος δευτέρας γραμμικής
μ’ αγγέλους και με δαίμονες κρατάς αλισβερίσι
την εντροπία μάχεσαι, το χάος διοικείς.

Γεννήθηκες κατάφωτα, συλλήφθηκες στο σκότος
συμπαντική διαστροφή ή πειραματισμός
τη βούληση της Μοίρας ξεγελάς ποικιλοτρόπως
στημένη προφητεία κι ανακόλουθος χρησμός.

Αποτελείς απόδειξη πως όλοι κάνουν λάθη
η Φύση έχει ατέλειες κι εσύ είσαι η πιο γνωστή
στον Κήπο της Εδέμ κάνεις καριέρα ως αγκάθι

στον Άδη υποκρίνεσαι τον πρωταγωνιστή.

https://www.politeianet.gr/books/9789606261633-bergiannidis-giannis-pigi-anakolouthos-chrismos-301717

***********

-Κατερίνα Λιάτζουρα, Χρησμός


στεφανώσου   το   χρησμό   το   διφορούμενο   |είπε|   και   σταύρωσε   εκείνους   τους

ταλαίπωρους  χρυσαετούς  στη  μνήμη ή στον ομφαλό  του μονάκριβου πατέρα   τρέξε

τρέξε στα  άδυτα  κοντά στη  μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες  πέλανο και

άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου

πάνω γιατί κάθαρση  ο κόσμος σου δεν πρόκειται  να βρει  αν δεν  την αμφισημία των 

πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις

https://www.culturebook.gr/grafeion-poihsews/oi-poiites-aftoanthologoyntai/katerina-liatzoura-thanasima-h-syggnosta-chrismos.html

************

-Τάσος Ζερβός, Χρησμός

Γύρισε πρὸς τὰ μάτια σου καὶ δὲς ὅ,τι ἀπομένει
ἀπὸ τὴ λύπη τῶν καιρῶν καὶ τῶν ὡρῶν τὸ θάμπος·
εἶν’ ὥρα νὰ σοῦ μάθουνε τῶν οὐρανῶν οἱ ἐκτάσεις·
πάντα πεθαίνουν τὰ πουλιὰ πρὶν ἀπὸ τὰ φτερά τους…

http://tasoszervos.gr/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/

Πες το με ποίηση (363ο): «ΚΟΛΥΜΠΙ-ΜΠΑΝΙΑ»

1.ΤΟ  ΚΟΛΥΜΠΙ

Tο παιδάκι όταν αρχίσει
Tο κολύμπισμα να μάθει,
O κολυμπιστής στα βάθη
Mε το χέρι το οδηγά, 
 .
Tο αφήνει, το προσέχει,
Kι αν ιδεί το οπώς δειλιάζει,
Eυθύς τρέχει και τ’ αρπάζει,
Kαι τον φόβο του ονειδά*.  
 
* ονειδά: περιπαίζει.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ  ΣΟΛΩΜΟΣ

2. ΟΙ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ

Μεσημέρι του Δεκέμβρη

οι λουόμενοι ξεντύνονται τις αμαρτίες τους

—χωρίς αιδώ—

απλώνουν τις πετσέτες σε απάνεμες γωνίες

στις σπασμένες ξαπλώστρες

αχνίζουν στον κρύο αέρα

ταΐζουν δυο αδέσποτα που υποτάσσονται στην αφή του ανάπηρου 

ήλιου

.

συναινούν στο λίγο της ανθρώπινης παρουσίας

χώνονται στο βυθό της θάλασσας

που τους θυμάται

χώνονται στον εαυτό τους

αναδύονται αγνώριστοι

μπαινοβγαίνουν δυο και τρεις φορές

στο θαμπόφωτο του χειμώνα

.

θέλει και λίγη τρέλα η ζωή

να αλέθει η θάλασσα τα δύσκολα

να καίει η κρύα φωτιά τα σώματα

να μη μένουν τα όνειρα θλιμμένα

.

μετά ντύνονται γρήγορα

κλεφτές ματιές

—χωρίς αιδώ—

συνυπολογίζονται στα κέρδη της ημέρας·

λίγοι μπορούν να μας καταλάβουν.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΔΡΟΥΓΚΑ

***

3. ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΜΕ ΣΤΑ ΚΡΥΕΣ 

ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Τρία αδέσποτα παίζουν με τους λουόμενους 

αλατισμένα σώματα ζητούν 

στο βυθό της θάλασσας μια αγκαλιά 

η άμμος κολλάει ανάμεσα στα υγρά δάχτυλα 

η ανάσα αχνίζει στον κρύο αέρα 

γρήγορα βήματα ματιές στον ήλιο 

.

η πετσέτα χυμένη στην σπασμένη ξαπλώστρα 

απομεινάρι του προηγούμενου καλοκαιριού 

απόδειξη ανθρώπινου ιδρώτα 

.

για μας ηδονή κάθε κρύα σταγόνα 

φρεσκάρει τη μνήμη του σώματος 

ορίζει το φυσικό χώρο τη θάλασσα μέσα μας

ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΔΡΟΥΓΚΑ

***

4.Η ΩΦΕΛΕΙΑ  ΤΩΝ  ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ  ΜΠΑΝΙΩΝ

Την Κυριακή τανύζομε το σώμα

μέσα στο βρόμικο νερό της πλαζ

για να ισιώσει η ραχοκοκκαλιά μας

που ʼχει σκευρώσει επί έξι μέρες

από τις υποκλίσεις στους προϊσταμένους.

.

Χτυπώντας μας ο ήλιος στο κεφάλι

πάνω στην καυτή άμμο μας αποβλακώνει

έτσι που δε σκεφτόμαστε ό,τι μόνιμα μας βασανίζει:

.

Μικρές αποδοχές, των συναδέλφων σκευωρίες

δόσεις για τηλεόραση κι ηλεκτρικά είδη

κι εκείνο τ’ αυτοκίνητο που όλο και μακραίνει

η πιθανότητα απόκτησής του. 

ΓΙΩΡΓΗΣ  ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

***

5.ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ

στὴν Λένα Π.

Ξαπλώνεις ἀνάσκελα καὶ ἀφήνεσαι

νὰ σὲ παρασύρει τὸ ρεῦμα.

Μὲ τὰ μάτια κλειστὰ παρακολουθεῖς 

τὸν χορὸ τῶν χρωμάτων πίσω ἀπὸ τὰ βλέφαρά σου.

.

Κάποτε, ἀνοίγεις τὰ μάτια, ὁ ἥλιος

καίει ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω σου, ἐντούτοις

δὲν δειλιάζει ἡ ὅρασή σου κι οὔτε κἂν

ἡ ἀντανάκλαση τοῦ ἀπίστευτου φωτὸς

στὰ νερὰ δὲν ἐνοχλεῖ τὰ μάτια σου.

.

Κοιτᾶς γύρω, παντοῦ ἡ θάλασσα.

Ἡ ἀκτὴ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ καὶ βρίσκεται

ἐκεῖ ὅπου περίμενες πὼς εἶναι τὰ μεγάλα βάθη.

Δὲν σὲ νοιάζει, πιὰ δὲν περνοῦν ἀπὸ τὸ νοῦ σου 

εἰκόνες πνιγμῶν, ναυαγίων καὶ κινδυνωδῶν

πλασμάτων τοῦ βυθοῦ. Ἀφήνεσαι πάλι.

.

Κλείνεις τὰ μάτια πάλι καὶ δὲν σ᾽ ἐνδιαφέρει

ποῦ θὰ βρίσκεσαι ὅταν τ᾽ ἀνοίξεις, δὲν σ᾽ ἐνδιαφέρει

πῶς θὰ γυρίσεις καὶ πότε, δὲν σ᾽ἐνδιαφέρει

ἂν θὰ ξαναβρεθεῖς ἢ ὄχι στὴν ἀκτή.

.

Ἀναμενόμενα εἶναι

αὐτὰ τὰ παράδοξα ὄνειρα. Στὸ κάτω κάτω

ἔχεις χρόνια νὰ μπεῖς στὴ θάλασσα

ἀπὸ τότε ποὺ ἤσουν παιδὶ ἴσως ἢ ἔφηβος

καὶ φοβόσουν τὰ πλάσματα τοῦ βυθοῦ

καὶ ὁ ἥλιος σοῦ ἔκαιγε τὰ μάτια.

.

Τὸ κελλί σου εἶναι πάντα σκοτεινό,

σκονισμένο καὶ ἀκατάστατο.

Δὲν θὰ ταξιδέψεις, ἐκεῖ μέσα θὰ βρεῖς

τὴν trista riviera d’ Acheronte

ὄχι τῶν ὀνείρων, τῶν μύθων καὶ τῶν ποιημάτων

ἀλλὰ τὴν ἀληθινή, τὴν στεγνὴ

καὶ ἀκίνητη.

George Le Nonce

***

6.Η ΚΟΛΥΜΒΗΤΡΙΑ

Τέμνει το άπειρο, μια ανάσα
τη φορά, δυο μπράτσα που
απομακρύνονται αντικειμενικά
απ’ το βλέμμα της και επιστρέφουν
στο σώμα σαν εκπαιδευμένα
περιστέρια, δυο πόδια που
χτυπούν το αόρατο, αναδεύοντας
με παφλασμό το υπογάστριο
των αφανών πραγμάτων,

.
γράφοντας έτσι και σβήνοντας
σβήνοντας έτσι και γράφοντας
τη μέρα που έφυγε
και τη μέρα που έρχεται

.
τη μέρα που ξοδεύτηκε σαν κερί
πάνω από τα μικρά σώματα των
παλιών ονείρων της, τη μέρα
που έμεινε, αξόδευτη σα φλουρί
φυλαγμένο καλά στο παλλόμενο
στήθος της.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

***

7.ΚΟΛΥΜΠΩ ΣΤΑ ΒΑΘΕΙΑ ΝΕΡΑ

Μια ζωή στου χρόνου το σταμάτημα
Κολυμπώ στα βαθειά νερά.

.

Στης αγάπης το πρωτοξύπνημα
με χείλη φιλιών, ρουφώ
απ’ το λουλούδι τή δροσιά
Μια στάλα ικμάδα που κυλά
σ’ αυλάκια αχάρακτα
νεανικού προσώπου.

.

Απύξιδο καράβι χάνεται
Στου έρωτα τον ωκεανό’
Γοργόνα απ’ τής νιότης χλωροφύλλη
Από τη μέση και κάτω ροφός,
Τους κρίκους
Της αλυσίδας
Της άγκυρας λύνει.
Στου βυθού τα εργαστήρια
Κομψοτέχνημα σ ασήμι καί φύκη ο έφηβος
Της σάρκας και του έρωτα την ένωση, γιορτάζει.

.

Και το σκοινί τραβώ- δεν τελειώνει.
Τη σκανδάλη πατώ
Κ εκπυρσοκροτεί
Ένα όνειρο
Όνειρο και σκάνδαλο
Καθαρό ασήμι και χρυσάφι της αμμουδιάς
’που κυλιούνται τα γυμνά παιδιά —
Και το σκοινί τραβώ ίσαμε το τέλος.

Θεόδωρος Μπασιάκος, “22 Ποιήματα”, Αθήνα 1982.

***

8.ΚΟΛΥΜΠΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ

Κύματα σπάνε ολοένα

χωρίς ανάσα δίχως φρένα

σέρνοντας φύκια και μαχαίρια

άμμο γι’ ακονισμένα χέρια

.

κι όλο φουσκώνει μες στο ασήμι

λευκό φουστάνι ως την κνήμη

της κόρης που λαμποκοπάει

αφρός αιθέρας και σκορπάει

.

τρίζει στα δόντια του ανέμουΡ%Ε

αχ θα την ξαναδώ ποτέ μου

ορμά αμέσως την αρπάζει

απ’ τον βυθό στριγκό μπουγάζι

.

μια Περσεφόνη που θυμάται

στη ρίζα του νερού κοιμάται

βιάζεται πίσω να γυρίσει

μες στου βυθού το κυπαρίσσι

.

που πάντα ανάποδα φυτρώνει

και η κορφή του χαμηλώνει

τρυπά τα έγκατα του κόσμου

βοούν τα κύματα εντός μου

.

κάθε που τάζει καλοκαίρι

ένα πνιγμένο πεφταστέρι.

ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΎ

***

9.ΟΙ ΝΕΡΕΝΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ 

Νερένιες ημέρες
γι’ αυτούς που κολυμπάνε στον εαυτό τους
και για τους άλλους στις παραλίες
ανάμεσα στις γυμνές πατούσες
και τις στημένες ομπρέλες
ενός ήλιου ξεφτισμένου χλωμού

.

Απογεύματα στο έλεος της θάλασσας
και μόλις ξεκίνησε το καλοκαίρι
που μου το γράφεις σαν δικό σου λαμπερό
μ’ έναν έρωτα τριγύρω στα βότσαλα
να μου ζητάει φωτιά για το τσιγάρο του
και τα μάτια σου κλεισμένα στα σκούρα γυαλιά.

.

Πώς νομίζεις ότι αυτή η θαλασσινή αίσθηση
αναδύεται ξαφνικά απ’ τα κύματα
συντροφιά στ’ άδεια καθίσματα των ακτών
και στα άδεια αισθήματα των λουομένων
του Ιουνίου, αυτού του Ιουνίου στο Αιγαίο
“Αιγαίο, Αιγαίο τα ψάρια σου” (φώναζες)

.

Έπειτα, έβγαλες το μαγιό σου και τ’ ακούμπησες
νοερά στην άκρη της ψιλής αμμουδιάς
αγγίζοντας έναν ορίζοντα αθέατο, απόμακρο
σαν ταύτιση με την γραμμή του σώματός σου
ενός σώματος που καίγεται να δροσιστεί
στις νερένιες επιφάνειες των γαλάζιων ονείρων.

.

Των γαλάζιων κυμάνσεων των ματιών σου.

ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ

***

10.ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

Παράξενο πως όλες αυτές τις μέρες,
σκέφτομαι τη ζωή μου από το τέλος,
από το τέλος στην αρχή.

Η ζωή, το μεγάλο ποτάμι.
Κι εγώ, αντίθετα στο ρεύμα,
ανηφορίζοντας στις πηγές, να βλέπω την εκβολή.

Γύρω το ρεύμα σέρνει σκάφη γεμάτα
ανύποπτους εκδρομείς με φωνές και γέλια.

Κι ένας χειμερινός κολυμβητής, γέρος, πεισματάρης,
ανηφορίζει τη ζωή του από το τέλος,
από το τέλος στην αρχή.

ΝΙΚΟΣ  ΔΗΜΟΥ

***

11.Ο ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ 

Ο Ετεοκλής και o Πολυνείκης αλληλοσφαγιάστηκαν.

Η Αντιγόνη χτίστηκε ζωντανή.

Η Ισμήνη πήρε από το χέρι τον πατέρα,
και πορεύτηκε μαζί του.

.

Ο τρίτος γιος του Οιδίποδα έμεινε στην πόλη.

Μελέτησε πολύ, έκανε γερές σπουδές.
Επιδόθηκε σ’ ένα σωρό αθλήματα.
υπήρξε κοινωνικός αποφεύγοντας τις υπερβολές.
Τα γράμματα, ήταν η μεγάλη του αγάπη.

.

Έγινε το δεξί χέρι όλων των βασιλέων που ακολούθησαν.
παντρεύτηκε τις κόρες τους.
βασίλεψε και ο ίδιος σε κρίσιμες, μεταβατικές περιόδους.

.

Δεν έκανε πολέμους.
Πάντοτε ευγενής με άντρες και γυναίκες.
Δεν τραγουδούσε, παρακολουθούσε ωστόσο συστηματικά
τις συναυλίες. Λάτρευε διακριτικά τις τραγουδίστριες.
Δεν χρησιμοποιούσε ποτέ λέξεις όπως «λατρεύω».

.

Πολλές γυναίκες πρόθυμα θ’ ακουμπούσαν
τον άσπρο τους λαιμό στα γόνατα του
κερνώντας τον αίμα για να του χαρίσουν λίγο χρώμα,

όμως αυτός χαμογελούσε, τους χάιδευε τα μαλλιά.

Συμπαγής μέσα στις σκέψεις του.

Αδιαπέραστος.

.

Ούτε που θα σου περνούσε από το μυαλό, αν τον γνώριζες,
ότι αυτός ο άντρας θήλασε το καυτό σκοτάδι
απ’ το υπέροχο στήθος της Ιοκάστης.

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ, Λονδίνο και άλλα ποιήματα, Νεφέλη 2006

***

12.ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ ΒΥΘΙΖΟΜΑΙ.

Κολυμβητής βυθίζομαι στα άπατα νερά σου
θάλασσα που δεν χάρηκα τα μύρια κύματα σου,
στην αλισάχνη ρίχνοντας μήλο και δυοσμαρίνι
μήπως και μου φανερωθεί του ήλιου το δελφίνι.

.

Να ταξιδέψω και να βγω στην άγια Μυτιλήνη
όπου κοιμάται η Σαπφώ, στου φεγγαριού την κλίνη,
να την σκουντήσω απαλά, γλυκά να την ξυπνήσω
στα θαύματα που καρτερώ, μαζί της να δειπνήσω.

.

Και να μου πει για τους Θεούς που κρύβ΄ η ποίηση της,
τα λόγια τα αμάραντα που ΄θρεψε η ψυχή της,
και για τους έρωτες που έζησε μ΄ αγάπη και με πάθος,
χαρίζοντας τριαντάφυλλα και της καρδιάς το άνθος.

.

Και τελευταίο να μου πει, πως γέρναν τα κορίτσια
στην αγκαλιά των αγοριών με νάζια και καπρίτσια,
αναζητώντας του κορμιού τα λάφυρα να δώσουν,
χωρίς να νιώθουν οι ντροπές, πως θα τις εκυκλώσουν…

.

Νίκος Δημογκότσης

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (362ο): «Νάρκισσος»…

Ψαραντώνης ~ Νάρκισσος

********

Πωλ Βαλερύ, «Ομιλεί ο Νάρκισσος»

«Απ’ ομορφιάν, αδέρφια μου, θλιμμένα κρίνα, λιώνω,
τι εμέ τον ίδιο πόθησα, μες στη γυμνότητά σας,
και, ω Νύμφη, νύμφη των κρηνών, προς εσέ, νύμφη,
προσφέρω στην αγνή σιωπή τ’ ανώφελα δάκρυά μου.

Μ’ ακούει γαλήνη απέραντη, όπου την ελπίδα ακούω.
Αλλάζει η φωνή των πηγών, που ομιλεί για το βράδυ,
ακούω τη χλόη την αργυρή στην άγια σκιά ν’ αυξαίνει
κ’ υψώνει τον καθρέφτη της η επίβουλη σελήνη
ως βαθιά μες στα μυστικά της κρήνης που έχει σβήσει.

Κ’ εγώ! Μ’ όλη μου την καρδιά ριγμένος στα καλάμια,
λιώνω από την παρίλυπην, ω σάπφειρε, ομορφιά μου!
Δεν ξέρω πια απ’ το ν’ αγαπώ το μάγο νερό μόνο,
όπου το γέλιο και το αρχαίο το ρόδο έχω ξεχάσει.

Πόσο θρηνώ την καθαρή και τη μοιραία σου λάμψη,
ω κρήνη, τόσον απαλά από με περιβλημένη,
όπου άντλησαν τα μάτια μου, από ένα θνητό γαλάζιο,
στεφανωμένο με άνθη υγρά το αντικαθρέφτισμά μου!

Το είδωλο μάταιο, αλλοίμονο, κ’ αιώνια είναι τα δάκρυα!
Μέσα απ’ τα δάση τα κυανά και τ’ αδερφικά μπράτσα,
τρυφερή λάμψη αμφίβολης ώρας υπάρχει, κ’ έναν
γυμνόν μνηστήρα πλάθει μου απ’ τα λείψανα της μέρας,
στ’ ωχρό σημείο όπου το περίλυπο νερό με σέρνει…
Δαίμονα ηδονικό, επιθυμητό και παγωμένον!

Να, από σελήνη και δροσιά, τη σάρκα μου μες στο ύδωρ,
ω, υπάκουο σχήμα αντικριστά στα μάτια μου στημένο!
Να τ’ ασημένια μπράτσα μου με τις αγνές κινήσεις!…
Μέσα στον λατρευτό χρυσό απαυδούν τ’ αργά μου χέρια
να προσκαλούν τον δέσμιο αυτόν, τα φύλλα που τον ζώνουν
και, στην ηχώ, θεών σκοτεινών τα ονόματα φωνάζω!

Χαίρε, χαμένη στο ήρεμο και κλειστό κύμα, ανταύγεια,
Νάρκισσε… το ίδιο αυτό όνομα τρυφερό μύρον είναι
στην μελιχρή καρδιά. Για την ψυχή του μεταστάντος
μάδα, στον άδειο τάφο αυτόν, το επιθανάτιο ρόδο.

Το ρόδο γίνου, χείλι μου, που μαδά απ’ το φιλί
εκείνο, αγάλια που ηρεμεί ένα αγαπημένο φάσμα,
τι, κοντινή και μακρινή, σιγά μιλάει η νύχτα
στους κάλυκες από ελαφρούς ύπνους και σκιά γιομάτους.
Πλην μες στα μύρτα τ’ άφθονα η σελήνη διασκεδάζει.

Κάτωθε από τα μύρτα αυτά, λατρεύω σε, ω αβέβαιη
σάρκα ανθισμένη θλιβερά για τη μοναξιά εκείνη
που σε δάσος κοιμώμενο κοιτιέται στον καθρέφτη.
Απ’ τη γλυκιά σου παρουσία απαλλάσσομαι του κάκου,
πάνω στο μούσκλο είναι απαλή, στα μέλη, η απατηλή ώρα
κι από μια τέρψη σκοτεινή ο βαθύς φουσκώνει αγέρας.

Χαίρε, Νάρκισσε… πέθανε! Το σούρουπο έχει πέσει.
Το απαύγασμά μου στης καρδιάς τον στόνο κυματίζει,
το φλάουτο, μέσα απ’ το γλαυκό το ενταφιασμένο, μέλπει
των κοπαδιών των ηχηρών, που φεύγουνε, τις θλίψεις.
Μα πάνω στο θανάσιμο, όπου το άστρο ανάβει, κρύο,
πριν από αχλύ σχηματιστεί ένας αργός τάφος, πάρε
το φιλί αυτό που ένα ήρεμο, μοιραίο νερό ραγίζει!

Το κρύσταλλο να σπάσει αυτό η ελπίδα αρκεί μονάχη.
Μ’ αρπά η ρυτίδα από την πνοή τούτη που μ’ εξορίζει
κ’ η ανάσα μου τόση ψυχή σε λεπτό φλάουτο δίνει,
που θα ‘ναι για με ο παίχτης του γεμάτος επιείκεια!…

Εξαφανίσου, θεότητα ταραγμένη! Και, φλάουτο
ταπεινό εσύ, μοναχικό, πρόσφερε στην σελήνη,
διάφορα από τα δάκρυά μας τα τόσα, τ’ ασημένια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

*********

 

Νάρκισσος – Ναπολέων Λαπαθιώτης

Απόψε αγάπησα τα μάτια μου
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:
να ‘ταν το φως, που μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει.

Να ‘ταν το ρόδο τ’ απριλιάτικο,
που τό ‘xα βάλει στη γωνία
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδυνή την αγωνία;

Nα ‘ταν αλήθεια το τριαντάφυλλο
που ξεψυxούσε στο ποτήρι
– ή κάποιοι πόθοι που με παίδευαν
και που είxαν απομείνει στείροι;…

το ρόδo που ‘σβηνε, το πάθος μου,
το παραθύρι, που δεν κλείνω,
ή μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ το βράδυ εκείνο;…

https://tadeefi.wordpress.com/

*******

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ – Νάρκισσος

Κανείς δεν ξέρει την αληθινή ιστορία του Νάρκισσου
Ονειρευόταν την ομορφιά
Κι έσκυβε πάνω απ’ το νερό
Να την γνωρίσει στο πρόσωπό του
Εβλεπε φύλλα κι ανταύγειες
Εναν ανάστροφο, υδάτινο ουρανό
Σκιές και λάμψεις απατηλές
Κι ονειρευόταν πάντα.
Κάποτε τρόμαξε τόσο
Σαν είδε την ανάστροφή του εικόνα- μέσα σε κύκλο κλειστό
Βλέμμα ακίνητο, παγωμένο
Στο θάνατο δοσμένο, πρόσωπο παραμορφωμένο, φαγωμένο από τη σήψη
Τον λύγισε τόσο βαθιά η απελπισία
Που πνίγηκε μες στο νερό
Σαν φάνηκε το απελπισμένο πρόσωπό του
Στο θάνατο ήτανε πράγματι ωραίο
Αλλιώτικα ζωντανό.
Γιατί όπως στα όνειρα και στους μύθους
Ολα μπορεί να κρύβουν μια διπλή σημασία
-κι ο θάνατος να σημαίνει ζωή-
Μες στην ψυχή μας, όπως στην ψυχή του κόσμου
Ολα καθρεφτίζονται ανάστροφα
Καθώς το δέντρο στο ποτάμι.

******

-Νικόλαος Κάλας, Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

 
Τρία πρόσωπα σε ένα μόνο!

 
Πάρα πολλή άμμος για τον ήλιο
Βάζει φωτιά στην τρέλα
Η σκιά της υγρή απλώνεται

 
Μια καινούργια ρήξη αναγγέλλεται!

 
Ο καθρέφτης είναι πολύ κοφτερός
Στην επαφή μαζί του τα μάτια πεθαίνουν από δίψα
Και γυρίζουν από την άλλη
Το χαρτί μένει λευκό ουδέτερο ξερό όπως το διάστημα
Να δίνεις έρεισμα στη ζωή
Ν’ ακολουθείς τη διαδρομή
Να φτιάχνεις ένα ποίημα βίαιο σαν αντικατοπτρισμό
Να πίνεις με αγάπη αυτά τα τρία πρόσωπα σε ένα μόνο
Να βουτάς τα μαλλιά σου στο νερό
Κι ο Νάρκισσος θα έχει ζήσει

**********

Νάρκισσος – Όσκαρ Ουάιλντ

Όταν ο Νάρκισσος πέθανε,η λιμνούλα στην οποία καθρεφτιζόταν έβαλε τα κλάματα. Οι Νύμφες Ορειάδες τη συμπόνεσαν. Είχε δίκιο να κλαίει καθώς έχασε έναν τόσο όμορφο σύντροφο.
-Ήταν όμορφος ο Νάρκισσος ; ρώτησε η λιμνούλα.
-Και ποιος άλλος μπορεί να το ξέρει αυτό καλύτερα από εσένα; αποκρίθηκαν οι Ορειάδες.
Από μας περνούσε μόνο από μπροστά χωρίς να μας δίνει καθόλου σημασία. Εσένα αναζητούσε πάντοτε,και ξάπλωνε στην όχθη σου, έσκυβε και κοίταζε τα νερά σου και καθρέφτιζε την ομορφιά του.
Κι η λιμνούλα απάντησε:
-Εγώ όμως τον Νάρκισσο τον αγαπούσα,γιατί όταν έσκυβε από την όχθη μου και καθρεφτιζόταν, έβλεπα μέσα στα μάτια του την δική μου ομορφιά.

https://www.momentsbook.com/2016/04/oscar-wilde.html

*********

Δημήτρη Δημητριάδη, “Έφηβος και Νάρκισσος”

ΕΦΗΒΟΣ: αυτός ο καθρέφτης θυμίζει γιορτές

διαμαντένια άλογα καλπάζουν στις γωνίες

οι οπλές τους ανοίγουν σκαλίσματα

να παρελάσουν ανθισμένοι λήθαργοι

ονειρεύομαι καρπούς στα δέντρα

με την υπόσχεση νότου στον χειμώνα.

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ: δεν είναι καθρέφτης, ούτε όνειρο

είναι πράσινα ποτάμια πίσω από βλέφαρα

κυλούν σε πρόσωπο πιο ακριβό απ’ όλο το χρυσάφι

πιο όμορφο από καθετί που δηλώθηκε όμορφο

ζηλεύουν οι μαραμένοι πρίγκιπες

προσκυνούν φυλακισμένοι που ψάχνουν θεό

ανάμεσα στους κρίκους της αλυσίδας τους.

ΕΦΗΒΟΣ: αισθάνομαι νωρίς τους δαίμονες στην άκρη της καμπούρας

μου.

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ: είμαι τα στολίδια του άγνωστου κόσμου

η ζωή ανθίζει στο χώμα που με γέννησε

δεν φυτρώνει τίποτε πριν ή μετά

χάνονται μέσα μου οι θάλασσες

οι ανάσες που βγάζω γονατίζουν τον άνεμο.

ΕΦΗΒΟΣ: πριν από μένα

πνιγμένος στα βαθύτερα πηγάδια

θαμμένος κάτω από βράχους τόσο μεγάλους

που ήταν νησιά πριν γίνουν βράχοι

αιώνες τ’ όνομα αντηχεί από τον τάφο.

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ: τ’ όνομά μου δεν προφέρεται

είναι χαραγμένο σε στολές ιερών πολέμων

οι μαχητές που τις φορούν τρομοκρατούν τον θάνατο

καθώς σβήνει, κουκίδα στις παλάμες τους.

ΕΦΗΒΟΣ: το μαχαίρι ορφάνεψε τον ουρανό στα μάτια

ματωμένο έμβλημα στα πρώτα λάβαρα του ονείρου.

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ: διασχίζω το άβατο του άδειου θρόνου

τρόπαια με περιμένουν.

ΕΦΗΒΟΣ: πριν το φίδι κυκλώσει τον λαιμό

τρυπώ τον καθρέφτη στο μέτωπο

χαρακωμένος στην χώρα των τεράτων

θνητός μες στους θνητούς, Νάρκισσε.

*************

Γιάννης Κονδυλόπουλος, ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

 Και τότε
έσκυψε στη λίμνη,
για να δει το πρόσωπό του.
Και είδε:
τον κύρη του να παίζει
με το ομοίωμά του μαριονέτες·
τη μάνα άγγελο της συμφοράς,
κι αυτός να ασφυκτιά μες στις φτερούγες της·
φίλους κι αδέλφια
να συνωστίζονται στον θρόνο του μπροστά,
να τους χαρίσει άφεση και ευλογία.
Άκουσε
λέξεις περιφρόνησης,
προσεκτικά ξεδιαλεγμένες μέσα απ’ το σεντούκι του·
και γέλια, γέλια αμήχανα και κατακόκκινα,
ιδανικά να κρύψουνε τον πόνο.
Μύρισε φόβο και υποταγή, ματαίωση και δάκρυα.
Γεύτηκε την αλμύρα του ηττημένου.
Μα μόλις πήγε να αγγίξει την πληγή του μες στη λίμνη
(του φάνηκε λιγότερο τρομαχτικό· άλλωστε, είχε από καιρό ξεχάσει
ν’ ακουμπάει το κορμί του),
έπεσε.

Δεν πνίγηκε αμέσως ούτε κατά πώς μυθολογούν οι παλαιοί.
Αφέθηκε απλώς
στην ξεχασμένη αίσθηση του αγγίγματος
και βούλιαξε.

Post Navigation