Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (272ο): «Τριαντάφυλλο – ρόδο»…

*Μικρή και τριανταφυλλένια – Δημήτρης Ψαριανός

 

 

-«Έτσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου  ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-«…Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά»

(Νάνος Βαλαωρίτης)

 

 

-«…Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νου μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα….»

(Μήτσος Παπανικολάου)

 

 

 

-«…Μες στην ερημιά ανθίζουν μόνον ταπεινά τριαντάφυλλα —κανείς πια δεν προσφέρει ταπεινά τριαντάφυλλα— τα κόβω συνθλίβοντάς τα με σταυρωμένα τα δάχτυλά μου, γι’ αυτό το κόκκινο της αγιογραφίας που ξεπηδά όταν τ’ αγκάθια με καρφώνουν. Να βάψω τα μάτια που τους έβγαλα, να βάλω στα χείλια τους φτενά κόκκινα πέταλα. Να σμίξουμε!…»

(Γιάννης Αντιόχου)

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Για ένα διαθέσιμο τριαντάφυλλο»

Το χωματένιο αυτό σταμνί τ’ αγόρασα τη μέρα των μυροφόρων,
με τη σκέψη πως αν τελειώνει το κορμί πάντα απομένει η δίψα
σ’ έναν προφυλαγμένο χώρο σαν ένα χθόνιο λιβάδι.
Αυτό που μας βαραίνει είναι η δίψα των άλλων, των αλλαγμένων·
τους πηγαίνουμε λουλούδια κάθε πρωί ξεγελώντας τον εαυτό μας—
τί να τα κάνουν τα λουλούδια;
Και ανασαίνουν τα κυπαρίσσια κι ανάμεσό τους εκείνα τα μάτια.
Ύστερα ξαναπηγαίνουμε στις δουλειές μας·
τα καράβια πρέπει να ταξιδεύουν, να φεύγει η γης ανάμεσα στους δυο της ύπνους.
Ποιος ξύπνησε σήμερα πρωί; κανείς·
μόνο μια γυναίκα έσυρε το χέρι πάνω στο γυμνό βυζί της και χαμογέλασε·
εκείνοι που διψούν την κράτησαν στα βελουδένια τους σπίτια—
τί να τα κάνουν τα λουλούδια, και τούτο το βυσσινί τριαντάφυλλο,
μέσα στο χωματένιο σταμνί των μυροφόρων, τι να το κάνουν;

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=74105)

 

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Ερμής)

 

*ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ -ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ

 

 -«Το τριαντάφυλλο»-Νικηφόρος Βρεττάκος

Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
Φρέσκο, σαν άκοπο. Σ’ είχα
στο χέρι μου, τάχα, και πήγαινα,
πήγαινα –
Πέρασα κι άφησα
δεξιά τον Ταΰγετο. Στάθηκα μόνο,
τον κοίταξα λίγο, ξαναπήρα τον δρόμο μου κι’ όλο
πήγαινα, πήγαινα –
Πού να σε βάλω;
Όλη η γής είναι στήθος μου.

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2015/03/blog-post_19.html)

 

 

 

 

-Τέλος Άγρας, «Τριαντάφυλλα μιανής μέρας»

 

Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας τ’ Άη Γιωργιού,

στα κοριτσίστικα τα χέρια ενός παιδιού,

τριαντάφυλλα δικά σου και να τα κρατείς,

σαν αναπάντεχο καλό μεσοστρατίς!

Τα πολυδουλεμένα, τριπλοσκαλιστά,

πολύδιπλα, πολύφυλλα, ανοιχτά!

τ’ αγέρι τα συγκρούει, τ’ αγέρι το ψιλό,

και για ξεφύλλισμα τ’ ανοίγει απατηλό…

Άνοιξη η γειτονιά κι η μέρα ζωγραφιά!

Πολύ ήταν ν’ αξιωθώ παρόμοιαν ομορφιά,

-τριαντάφυλλο το στόμα μου τριανταφυλλί

τ’ άνθια τ’ αμαρτωλά στο στόμα να φιλεί.

(Γίνεται να χωρείς τριαντάφυλλο, χωρίς

τριαντάφυλλο και συ στο στόμα να φορείς;

Κι αν γεύτηκες ποτέ πιοτό δροσιστικό,

για στόμα είχες κι εσύ τριαντάφυλλο γλυκό).

Ποτές τα μάτια μου στα μάτια σου μπροστά

δε με μαρτύρησαν όσο στα ρόδα αυτά,

-γιατί ήσουν ένα εσύ, μ’ αυτά, κι εσύ μαζί,

και γιατί απάνω τους μεγάλωνες κι εσύ.

Γιατί το μάντεψα ποιαν είχαν αφορμή

στο δρόμο οι πηγαιμοί, στο δρόμο κι οι ερχομοί,

τα εύκαιρα γόνατα-για τρέξιμο γοργά-

τα εύκαιρα που έπαιζαν τα γόνατα ζυγά,

στο δρόμο ή σ’ αψηλό μπαλκόνι αντικρυνό-

-ω αγάπη των δεκάξι μου χρονώ.

 

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/agras.htm)

 

 

*Μιχάλης Τερζής – ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ – Γιώργος Ζωγράφος

 

 

Κωστής Παλαμάς, «Γεια σας τριαντάφυλλα»

 Γεια σας, τριαντάφυλλα
και γιασεμιά
στου βράχου φέρτε με
την κυκλαμιά

Πάει της καλύβας μου
το χελιδόνι
Του κάμπου δώστε μου την
την ανεμώνη

Πάει κι η λιογέννητη
Καλοκαιριά
Καλό στα σύννεφα
με το βοριά

Αϊ Γιώργης έφυγε
τ’ Απρίλη η χάρη
δόξα στ’ αδέρφι του
στον καβαλάρη

Χινοπωριάτικος
με τα’ άλογό του
περνά και είν’ έρωτας
το πρόσωπό του

 

 

 

-«Τριαντάφυλλο» – Ποίημα Παιδικό του Γιώργου Βιζυηνού 

Τριαντάφυλλο σγουρὸ
Χαϊδεμένο λουλουδάκι
πόσο πόσο λαχταρώ
ν
α σού πάρω ένα φιλάκι.

Μα ἡ κυρά τριανταφυλλιά
έχει αγκάθια κι αγκυλώνει
κι
όποιος κλέφτει τα φιλιά
ακριβά της τα πληρώνει.

Δι᾿ αυτό μη φοβηθείς,
σ
αν καλό παιδί οπού ῾μαι,
όταν βλέπω πως ανθείς
σ
᾿ αγαπώ και ευχαριστούμαι.

Γιατί έχεις μία πνοή
πο
υ τὲς γειτονιές μυρώνει
κ
ι έχεις βράδυ και πρωί
γι
α τραγουδιστή έν᾿ αηδόνι.

(https://www.kindykids.gr/teachers-material/poems-various/296-poiimata-louloudia.html)

 

 

 

-Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Λου, τριαντάφυλλό μου»

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σ’ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σ’ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σ’ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=84354)

 

 

 

-«Μαύρο Τριαντάφυλλο», του Ανδρέα Κλουτσινιώτη

 

Καρδιά

από μαύρο τριαντάφυλλο

Άγγιξέ με, νιφάδες του χιονιά,

δάκρυα,

οι ελπίδες μου Αγέννητες πεταλούδες

ψυχορραγούν,

για έναν Ήλιο θεό,

που μάταια ερωτεύθηκαν.

——————

Αγκάθια

από μαύρο τριαντάφυλλο

ανοίξτε μου επτά πληγές

να ματώσει η Σιωπή,

οι ξεχασμένες ενοχές

μνήμες να αναστηθούν,

Πόλεμο ν’ αρχίσουν

με τη λήθη.

——————–

Βελούδινα πέταλα

από μαύρο τριαντάφυλλο

γιατρέψτε τα σπασμένα μου φτερά,

επουλώστε τη Ψυχή

για κάθε τέλος κι αποχαιρετισμό,

από τις Αγάπες που αρνήθηκε,

απ’ τον εγωϊσμό που προσκύνησε,

ηθελημένα, ως Βασιλιά της.

———————–

Άρωμα,

από Μαύρο Τριαντάφυλλο, ακριβό

Ανεμοσύρε με,

κύματα του νόστου, Καράβια έρωτες,

σε μυστικές, ξελογιάστρες θάλασσες.

Το Ονειροφώς της συμπαντικής ομορφιάς σου,

Αστέρι μου έχω για τις ανέλπιδες ρότες.

Ικέτης, σου ζητώ να μη δειλιάσω.

Είμαι ο ταξιδευτής στο Ανεκπλήρωτο. 

(Palmografos.com – «Μαύρο Τριαντάφυλλο» – Ποίημα του Ανδρέα Κλουτσινιώτη)

 

 

 

«Σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω», Του Γιώργου Καραγιάννη

 

Το στόμα σου άγγιξε

με πάθος το κορμί μου που η σάρκα μου ράγισε

και φύτρωσαν τριαντάφυλλα

που ρίζωσαν στην ψυχή μου.

 

Γιατί, δεν ήταν φιλί,

ήταν ο ουρανός

που κουβαλούσε τον ήλιο σου

τον χρυσαφί

με το φεγγάρι και τ’ άστρα

να λάμπουν στο δρόμο μου

απ’ τη μεγάλη αγάπη σου

τη δυνατή.

 

Μα, εγώ

σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω

να μου δίνεις ζωή

κι η καρδιά μου να γελά

να μη νιώθω χειμώνα

σε μια άνοιξη να σε φέρνω

να μπουμπουκιάζεις στα μάτια μου

κάθε στιγμή

δικιά μου να σ’ έχω.

 (https://www.fractalart.gr/se-ena-triantafyllo-se-thelw/)

 

 

 

-«Το τριαντάφυλλλο» της Bette Midler

Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ποτάμι
Που πνίγει το τρυφερό κλαδάκι
Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι ξυράφι
Που αφήνει την ψυχή σου να ματώσει
Κάποιοι λένε ότι ο έρωτας είναι πείνα
Και μια έντονη συνεχής ανάγκη

Εγώ λέω ότι είναι ένα λουλούδι
και εσύ μόνο ένας σπόρος
Η καρδιά που φοβάται να σπάσει
Δεν μαθαίνει ποτέ να χορεύει
το όνειρο που φοβάται να ξυπνήσει
Δεν θα αδράξει ποτέ την ευκαιρία
Η ψυχή που φοβάται να πεθάνει
Δεν μαθαίνει ποτέ να ζει

όταν η νύχτα είναι τόσο μοναχική
και ο δρόμος τόσο μακρύς
και νομίζεις ότι ο έρωτας είναι μόνο
για τους τυχερούς και τους δυνατούς,
θυμήσου ότι το χειμώνα
κάτω από το πικρό χιόνιζει
ζει ο σπόρος που με την αγάπη του ήλιου
γίνεται τριαντάφυλλο την άνοιξη

(https://www.eros)

 

 

*******************

*Ο. Ελύτης, «Ρόδο μου, ρόδο, αμάραντο»

 

-«Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα

για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.»

 

                        (Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«Το ρόδο», ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


«Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια.

 Ερωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με δρόμους, ή άστρα
κι η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα άγνωστη.
Ωσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.»

 

 

 

 

-Jean Moréas, «Ρόδα της Δαμασκός…»

Ρόδα της Δαμασκός, λευκά ρόδα, πορφύρες ρόδα,
πού είναι τα μύρα, τα θαμπωτικά τα πέταλά σας;
Και τα χιμαιρικά σας τα φτερά και τα τραγούδια,
πουλιά του θρύλου, ρόδινα πουλιά, πουλιά γαλάζια;

Ω χιόνια του παλιού καιρού! οι παιάνες σας φαμφάρες!
Για πάντα καταλύθηκαν τέλη κι αρχές γεννήτρες,
κι αυγή, ουδέ μεταψύχωση ξανά γραφτή δεν είναι:
ω βάλσαμα ακριβά, και αλησμοβότανα και φίλτρα!

Έσπασαν τ’ αναφτέριασμα οι κακότεχνες παγίδες.
Με τη σαΐτα ανάμεσα στα κέρατα, τα λάφια,
στις σπαραχτές των βούκινων κραυγές, τα λάφια εφύγαν.

Κι είμαστε στης Πεντάμορφης το δάσος, που, για πάντα,
άλυτος κι εφτασφράγιστος την περιζώνει ο ύπνος…
Τυφλού ερημόπυργου, κλειστού, θαρρείς κι εμοιάσαμε ίσκιοι.

[Μετάφραση: Τέλλος Άγρας]

http://kapodistria.blogspot.com/2009/11/blog-post_27.html

 

*Πέτρος Ταμπούρης – Στα ρόδα της αυλής μου

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Τα ρόδα»

Τα ρόδα σου ήτανε χτες βράδυ

κλειστά μπουμπούκια αχνά δειλά,

χείλη που να ψωμογελάσουν

μόλις τολμούσαν, σιωπηλά.

 

Σήμερα πρωί ξημερωθήκαν

ολάνοιχτα, άλικα, πλατιά,

και μ’ όλο τους το δροσονέρι

σα να τ’ ανάτρεφε η φωτιά.

 

Ήτανε σα γυμνές βακχίδες

και σαν ξεσκέπαστες καρδιές,

αγάπες ξελογιάστρες ήταν,

τόξευαν με τις ευωδιές.

 

Τα ρόδα σου ήταν χτες το βράδυ

καλόγριες δεόμενες γειρτές.

Πώς έτσι τα ’καμε μια νύχτα

χορεύτρες για τρελές γιορτές!

 

Και μαραμένα προτού πέσουν

ξένα στο μάτι του Απριλιού,

στόματ’ ανοίχτηκαν ακέρια

να πιουν τη γλύκα του φιλιού.

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=2348)

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ»

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο και αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

https://www.lyrikline.org/en/poems/roda-aei8alh-13120

 

 

 

-Τέλος Άγρας, «Της ζωής τα ρόδα»

 

Να το, αψηλά κι από μακρυά,

το παραμύθι του βορριά!

μες τα τετράγωνα τα μόνα

το παραμύθι του χειμώνα.

Κι εγώ του δρόμου το θολό

το μαύρο σύννεφο φιλώ

κι είμαι, στα τρίστρατα τα μόνα

το παραμύθι του χειμώνα.

Να το αψηλά, να το μακρυά

το παραμύθι του βορριά!

Πού θα ’βρω εδώθε, αχ! πες μου ξένε,

τη ζέστα, αγάπη που τη λένε;

Εγώ που χρόνια κατοικώ

τον δρόμο τον αγερικό,

πρώτη φορά είναι που φοβάμαι

με το χειμώνα απόψε να ’μαι…

πρώτη να φορά να πιστευτώ

τέτοιο ακριβό, τέτοιο γραφτό

το πώς η μοίρα μ’ έχει κάμει

μια πεταλούδα για το τζάμι.

Μα ιδές: Γοργό κι αληθινό

κορίτσι βγήκε απ’ το στενό

μες το φουστάνι οπού αναδεύει

τα δυο της πόδια ανακατεύει,

γυμνά δυο πόδια και χυτά

και με τι τέχνη είναι χτιστά,

καθώς ο αγέρας τα ξεντύνει,

με τι χαρά κι εμπιστοσύνη!

Σαν το πουλί που αναπηδά

από κλαδί σ’ άλλα κλαδιά,

εχάθηκε ως να ξεπροβάλλει

από μια θύρα σε μιαν άλλη!

-Σκέτο χαρούμενο παιδί,

πού σ’ έχω βρει; πού σ’ έχω ιδεί;

δεν είσαι η ασταχτομαλλούσα

που χλώμιαζα όταν σου μιλούσα;

Ρόδα και μήλα μάγουλα,

μάγουλα ακέρια και καλά,

πώς σας λαχτάρησεν ο τόπος

κι ο γερασμένος στρατοκόπος!

Γέλασε ο τόπος μονομιάς

ως την καρδιά της ερημιάς

κι ακέρια φούντωσε η μαυρίλα

της ζωής τα ρόδα και τα μήλα!

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/agras.htm)

 

 

 

-Ιωάννης Γρυπάρης, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου»

Σοὔγραφε ροδοθάνατο ἡ τριμεροῦσα ἡ Μοῖρα!
πὲ τὸ στερνὸ τραγούδι σου, ἀγλύκαντη καρδιά,
κι ὅλο ἀνεβαίνει ἀκράτητα ἡ μυστικιὰ ἡ πλημμύρα,
ποὺ ἀφρίζει μὲ ροδόφυλλα καὶ πνίγει μ᾿ εὐωδιά.

Ποιὸς σὲ εἶπε νεκροθάλασσα ἀτάραγη καὶ στεῖρα,
κῦμα, ποῦ σῴνεται κουφὸ στὴν ἄκαρπη ἀμμουδιά;
καὶ σύ ῾σαι – στρῶμα ἑνὸς φτωχοῦ μιανῆς νυχτιᾶς πορφύρα,
γιὰ τὴ ζωή μου ὁλάκερη μία ἐρωτικὴ βραδιά.

Ἦρθε ἡ ἀράθυμη ψυχὴ σ᾿ ἀκρογιαλιὰ κ᾿ ἐστάθη,
ὅπου φεγγάρι ἀπόκρυφο τραβάει φυρονεριὰ
καὶ τὴ ξεσέρνει ἀνίδεη στῆς θάλασσας τὰ βάθη.

Μὰ δὲν σοῦ βαρυγνώμησεν, Ἀγάπη, οὐδ᾿ ἐκεῖ κάτου,
κι ἂν τὴν καρδιά της σκόρπησες μὲ τόση ἁπλοχεριὰ
τὰ ρόδα τοῦ Ἠλιογάβαλου, τὰ ρόδα τοῦ Θανάτου!

(https://el.wikisource.org/wiki/)

 

 

 

 

-Γιάροσλαβ Σέιφρτ, «ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΑ»

 

Μεταξύ δύο πόλων εκτείνεται ο κόσμος

όπως και το γαϊδουροτόμαρο.

Και η ζωή μεταξύ δύο πραγμάτων:

ανάμεσα ψωμί και τριαντάφυλλα.

 

Βοά ο κόσμος και τα τύμπανα επαναλαμβάνουν.

Για πράγματα μικρά, μεγάλος πόλεμος και μάχες.

Οι νικητές κι οι νικημένοι δρόμο αφήνουν-πιάνουν,

στα σπίτια τους γυρνούν από φαράγγια κι από ράχες.

 

Δυο ζάρια, δύο λόγια θαυμαστά στο σύνολό τους

της Ιστορίας παίζει η σάλπιγγα: ψωμί και ρόδα.

Γυρνάς, τ’ ανάποδο για να χτυπήσεις τύμπανό τους,

και σείεις την κορνέτα που ‘χες όπλο παρά πόδα.

 

Και στο γαϊδουροτόμαρο, του έρωτά μας που ‘ναι

πολέμου τύμπανο, λιμοί και χάροι καρτερούνε.

(http://stithaghi.blogspot.com/2014/07/blog-post_9090.html)

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (271ο): «ΓΙΑΣΕΜΙ»…

Αλεξάνδρα – Μυρίζει Ο Κόσμος Γιασεμί

 

1.ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Είτε βραδιάζει

είτε φέγγει

μένει λευκό

το γιασεμί.

Γιώργος Σεφέρης

*

 

 

2.Στη μαύρη νύχτα

ζωγραφίζω γιασεμιά

να ξημερώσει

 

Δ.Ι. Αντωνίου

*

 

 

3.ΣΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πώς η αγάπη με κερνά περιστέρια

πώς η αγάπη με κερνά το αγίασμα

πώς η αγάπη με κερνά λευκότητα των άστρων.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Υπνόσακος

*

 

 

4.ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα

εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα

και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα…

 

Νίκος Καρούζος – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978) Χορταριασμένα χάσματα

(1974), Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

*

 

 

5.Ανθίζει το άσπρο γιασεμί

που καταπίνει

το σκοτάδι.

 

Γιώτα Αργυροπούλου

*

 

 

6.Είτε με γιασεμί είτε

με κάκτο, αγώνας είναι ο λόγος πριν γίνει

λόγος για μια βροχή που έπεφτε ένα

απόγευμα στο Ναύπλιο

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΟΛέΝΤΑΣ

 

*

 

 

  1. Πέταλο γιασεμιού,

σ’ ένα ποτήρι με νερό,

μακριά που με αρμενίζεις.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, μονόχορδα

*

 

 

  1. ΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Τα βράδια που μονάχα

το λευκό του γιασεμιού

μας τραγουδούσε

με μύησες στις σιωπές σου

Και τις λάτρεψα.

Εύα Νεοκλέους, «Σημάδια για το δρόμο» (εκδόσεις Ακτίς, 2016)

*

 

9.ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Του μύριζε γιασεμί

κι όταν γιασεμί

δεν υπήρχε. Έτσι έζησε.

 

ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

*

 

 

 

  1. «καυχησιάρικο»

λέει η χιονονιφάδα

στ΄ άσπρο γιασεμί

 

Martin Berner

*

 

 

11.ΗΡΕΜΗ ΚΑΡΔΙΑ

 

Ήρεμη καρδιά

Κοίτα!

Το γιασεμί ανθίζει

 

ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

 

 

Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

 

  1. ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΞΕΡΟ ΧΩΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

 

Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

φύτρωσε ένας κάκτος.

Πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες

που ονειρεύομαι γιασεμί.

Τα μαλλιά μου μύρισαν γιασεμί,

η φωνή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του.

Τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί,

η ζωή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του.

Όμως ο κάκτος δεν είναι κακός,

μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται.

Κοιτάζω τον κάκτο μελαγχολικά.

Πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες;

Θα ζήσω άλλους τόσους

ακούγοντας τις ρίζες να προχωρούν

μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου.

 

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ΕΓΩ Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

 

***

 

 

  1. ΜΕ ΓΙΑΣΕΜΙΑ ΘΑ ΝΤΥΣΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ

 

Με γιασεμιά θα ντύσω την ψυχή σου

Κι όταν φύγει της άνοιξης ο πόνος

Αφού σε γδύσω

Η ψυχή σου θα μείνει μετέωρη

Το γιασεμί το ρόδο θα σκορπίσουν

Θα προλάβω την άνοιξη ν’ αρπάξω

Κι απάνω στην ψυχή σου να κοιτάξω

Που θα νογά τον κόσμο.

 

Γιώργος Σαραντάρης

***

 

 

 

  1. ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πλησίασε στη γραμμή.

Το άρωμα, η λευκή ευωδιά

την καθοδηγούσε. Γιασεμί.

Ήταν η παιδική της ηλικία και πάλι

που την επισκεπτόταν. Όπως μια μικρή ανάσα

λουλουδιών απ’ τον κήπο κάποιου άλλου

σαν περνούσε, κοριτσάκι που μελωδούσε

τα κάγκελα σαν να ήταν άρπα.

Έλα, έλα, το άρωμα την τραβούσε

Πάντοτε. Μα ο κήπος δεν ήταν δικός της,

της έλεγαν. Ούτε και το άρωμα που την παρέσερνε

και την προκαλούσε να μπει παράνομα.

Τώρα, ενώ περνούσε τη μη ευθεία,

την αόρατη, την αδιαπέραστη γραμμή,

και καθώς ο στρατιώτης με το γαλάζιο μπερέ

παρακολουθούσε τα πόδια της, μετρώντας τα χιλιοστά

με τα μάτια και άνοιγε το στόμα του

για να φωνάξει το ΑΛΤ!

αυτή ήταν μικρό παιδί που έτρεχε, δυνατή.

ΑΛΤ! της φώναζαν αλλά δεν γυρνούσε.

Εξοργισμένες σελίδες έλειπαν απ’ το βιβλίο

της ζωής της. Με κομμένη την ανάσα σκεφτόταν ολοένα

το γιασεμί που θα εύρισκε, το σπίτι που θα έβλεπε,

τον κήπο, τον φράχτη –

Και τη θαμμένη καρδιά

του πατέρα της

 

Νόρα Νατζαριάν

***

 

  1. ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ

 

Ολονυχτίς παλεύω με το γιασεμί

μη με νικήσει και με πάρει στο λευκό βυθό

της μέθης του

και θυμηθώ την ευωδιά της τρυφερής σου θλίψης

πού ‘πινα μες στα μάτια σου τα ερωτικά

τα ερωτευμένα

μέσα στων είκοσι χρονώ τον κήπο

και παραλοΐσω

 

Λένα Παππά

***

 

 

  1. Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Αν σας πω

τι είναι αυτό

που με πείθει

ότι υπάρχει αγάπη

στον κόσμο αυτό

θα μείνετε με το στόμα

ανοιχτό:

η μυρωδιά του γιασεμιού

 

ΣΠΥΡΟΣ ΔΟΪΚΑΣ

 

 

Το γιασεμί, Σαββίνα Γιαννάτου

 

  1. ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Πλησίασε στη γραμμή.

Το άρωμα, η λευκή ευωδιά

την καθοδηγούσε. Γιασεμί.

Ήταν η παιδική της ηλικία και πάλι

που την επισκεπτόταν. Όπως μια μικρή ανάσα

λουλουδιών απ’ τον κήπο κάποιου άλλου

σαν περνούσε, κοριτσάκι που μελωδούσε

τα κάγκελα σαν να ήταν άρπα.

Έλα, έλα, το άρωμα την τραβούσε

Πάντοτε. Μα ο κήπος δεν ήταν δικός της,

της έλεγαν. Ούτε και το άρωμα που την παρέσερνε

και την προκαλούσε να μπει παράνομα.

Τώρα, ενώ περνούσε την μη ευθεία,

την αόρατη, την αδιαπέραστη γραμμή,

και καθώς ο στρατιώτης με τον γαλάζιο μπερέ

παρακολουθούσε τα πόδια της, μετρώντας τα χιλιοστά

με τα μάτια, και άνοιγε το στόμα του

για να φωνάξει το ΑΛΤ!

αυτή ήταν μικρό παιδί που έτρεχε, δυνατή.

ΑΛΤ! της φώναζαν αλλά δεν γυρνούσε.

Εξοργισμένες σελίδες έλειπαν απ’ το βιβλίο

της ζωής της. Με κομμένη την ανάσα σκεφτόταν ολοένα

το γιασεμί που θα εύρισκε, το σπίτι που θα έβλεπε,

τον κήπο, τον φράχτη –

Και τη θαμμένη καρδιά

του πατέρα της.

 

Νόρα Nαντζαριάν

***

 

 

  1. ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Για τον έρωτα θέλω να γράψω

κι όχι για το λάθος

που μούσκεψε το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου

κάποιο βράδυ του Μάρτη

Για κείνο το γιασεμί που μου έφερες

θέλω να γράψω

Μου το ‘δωσες

και μύρισε ευθύς η νύχτα ενοχή

Το γιασεμί με γδύνει

απ’ τις τελευταίες μου τύψεις

Τα τζάμια θολώνουν

οι άπιστες ανάσες

Το σκοτάδι σύμμαχος

καλύπτει το πάθος

Μετά που έφυγες, το γιασεμί κατηγόρησα,

λες κι έτσι θα έδιωχνα τα άρωμά του από κείνη τη νύχτα

Έπειτα, άνοιξα το παράθυρο μου και το πέταξα

Τι να το έκανα;

 

Μαρία Δασκαλάκη

 

 

Αλκοοόλ και γιασεμί – Αφροδίτη Μάνου

https://www.youtube.com/watch?v=9ei8BP0slUo

 

 

  1. ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Κι ανοίγουν τα νυχτολούλουδα,

την ώρα που σκέφτομαι κείνους που αγαπώ.

Καταμεσής στα βιβούρνα ξεπετάγονται

οι πεταλούδες του λυκόφωτος.

Έχουν σιγήσει από ώρα οι φωνές,

μόνο ένα σπίτι εκεί ψιθυρίζει.

Κάτω από τις φτερούγες κοιμούνται οι φωλιές,

καθώς κάτω από τα βλέφαρα τα μάτια.

Από τους ανοιχτούς κάλυκες αναδίδεται

των κόκκινων φραουλών η ευωδία.

Φέγγει ένας λύχνος εκεί στην αίθουσα.

Το χορτάρι φυτρώνει πάνω από τους τάφους.

Γκρινιάζει η αργοπορημένη μέλισσα

βρίσκοντας πιασμένα τα κελιά στις κυψέλες.

Μες στο γαλάζιο αλώνι η Πούλια αλωνίζει

μαζί με τα κλωσσόπουλα που γίνηκαν αστέρια.

Σε όλη τη νύχτα απλώνεται

η ευωδιά που φέρνει ο άνεμος μαζί του.

Περνά το φως μέσʼαπʼ τη σκάλα̇

φεγγίζει στο πρώτο πάτωμα· και σβήνει.

Χαράζει̇ κλείνουν τα πέταλα

λιγάκι ζαρωμένα̇ βλασταίνει

στον μυστικό και υγρό τους κάλυκα

δεν ξέρω ποια καινούργια ευτυχία.

 

Giovanni Pascoli, απόδοση : Ευαγγελία Πολύμου

 

 

Το γιασεμί, Αλεξίου

 

  1. ΑΝ ΗΤΑΝ ΧΡΩΜΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΓΙΑΣΕΜΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Για να τελειώνει αυτή η ιστορία

Για να λυθούν τα ματωμένα γόνατα

Να ξεχυθούν στους δρόμους

Ν’ αδράξουν τα αμετακίνητα ποδήλατα

Να ξεχυθούν άξιοι αναβάτες της αλέας

Ας γεννηθεί κλωνάρι γιασεμί

μέσα σ’ αυτό το ακρωτηρισμένο γράμμα

 

Χαρά Ναούμ, Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, 2015

***

 

 

  1. ΑΦΙΕΡΩΣΗ 1980

 

Είχα ξεχάσει πως μυρίζει το γιασεμί.

Αλλά βγαίνοντας στη νύχτα, ξαφνικά,

ντυμένος λεπτό χιτώνα τον ιδρώτα σου

ντυμένος χρυσό ιμάτιο το άρωμά σου,

χτύπησα πάνω στην οσμή του γιασεμιού σαν σε γυάλινο τοίχο.

Ονειρεύομαι αυτό που έζησα.

Το σώμα το δροσερό με τους ίσκιους,

το σώμα το δυνατό με την έκσταση

και την κραυγή, την κραυγή –

Σ’ αγαπώ τρυφερά και σ’ αγαπώ άγρια,

περπατώ την νύχτα ντυμένος τον λεπτό σου ιδρώτα,

στεφανωμένος το άρωμα του γιασεμιού

και προφητεύω.

Αμφισβητώ το ποίημα, είναι φτωχό.

Είμαι κι εγώ φτωχός χωρίς εσένα.

Αν ποίημα είμαστε μαζί

δεν έχω γράψει καλύτερο.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

 

 

Λευκό μου γιασεμί ~ Έλλη Πασπαλά

 

  1. ΛΕΥΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

κάτι γιορτάζει βαθιά στο κορμί,

και ξαναβλέπεις το φως,

σαν να ‘σουν χρόνια τυφλός.

Κι ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος, φυσάει βουρκωμένος.

Είναι φορές που δεν ξέρω γιατί

κάτι νυχτώνει βαθιά και πενθεί

και δε σου κάνει κανείς

κι όπως γυρεύεις να βρεις

λίγο λευκό να πιαστείς

γιασεμί στο σκοτάδι

σαν άστρο ανάβει.

Λευκό μου γιασεμί

μη νυχτώσεις.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,

μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,

που μου θυμίζει στιγμές

από παλιές μου ζωές

και ένας αέρας ζεστός

γιασεμιά φορτωμένος, φυσάει βουρκωμένος.

Λευκό μου γιασεμί, μη νυχτώσεις.

 

MIXAΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

 

Ντροπαλό γιασεμί, Δ. Ζευγάς.

 

  1. ΝΤΡΟΠΑΛΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Κόκκινο ρόδο ντροπαλό γιασεμί

ήρθα κοντά σου, τόσο κοντά σου

και δεν έλεγες «μη»

Την ευωδιά σου την ακούν τα πουλιά

κι όλο τη λένε, αχ πώς τη λένε

στη φτωχή μου καρδιά

Σαν τον κλέφτη θα’ρθώ

σαν τον κλέφτη θα μπω

στη αγκαλιά σου μέσα να κοιμηθώ

Για τον κλέφτη, να δεις

για τον κλέφτη θα πεις

τέτοιαν αγάπη πουθενά δε θα βρεις

Κόκκινο ρόδο μην ανοίγεις πολύ

και δε γλιτώνεις, αχ δε γλιτώνεις

το κλεφτό μου φιλί

Τρεις νύχτες έχω τώρα να κοιμηθώ

μες στον μπαξέ σου, αχ στο μπαξέ σου

σαν τρελός τριγυρνώ

 

ΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Πες το με ποίηση (270ο): «Κοντά μακριά»…

*Θα ‘μαι Κοντά Σου – Αλκίνοος Ιωαννίδης (με στίχους)

 

 

-«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντάκοντά για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-«Ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.»

(Γ. Ρίτσος, από τη «Ρωμιοσύνη»)

 

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «Κοντά σου»

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είνε η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
Ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ»

μνήμη Γιώργου Μακρή

Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως ή καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους

(https://www.kedros.gr/product/2270/poiimata-1945-1971-miltos-saxtoyris.html)

 

 

 

 

-Μαρίας Τζιαούρη-Χίλμερ, «Κοντά στο κύμα»

 

Όταν ζεις κοντά στη θάλασσα μπορείς στο κύμα να ξεπλύνεις πολλά.

Τον εγωισμό, τον πόνο, τους φόβους, τις ελλείψεις σου.

Το αλάτι καθαρίζει στο δέρμα σου τις πληγές που πονάνε ακόμα,

κάθε άγγιγμα που δεν πρόλαβε να γίνει έρωτας.

Και τούτο το κύμα περνάει πάνω από τις λέξεις σου στην άμμο,

για να ξορκίσει όλα αυτά που ντύθηκαν στα μαύρα.

 

(https://www.fractalart.gr/konta-sto-kyma/)

 

 

 

 

 

 

-Γεωργίου Σεφέρη, «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα»

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει το κυνήγι
είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που πάιζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’εκείνους που έμειναν μ’εκείνους που έφυγαν
μ’άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να’ρθεί, πως τον στολίζουν
μ’άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να’ρθεί να μ’αποχαιρετήσει

ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Μενέλαος Λουντέμης, «Ἐρωτικὸ κάλεσμα»

Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.

Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

( http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/menelaos_loyntemhs_poems.htm)

 

 

*Ελευθερία Αρβανιτάκη – Μακριά Απ’ Την Τρικυμία

 

-«Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
                        μακρύς
                                    μακρύς ο δρόμος.»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Μακρυά»

 

Θά ‘θελα αυτήν την μνήμη να την πω…

Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –

γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

 

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…

Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά…

Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια∙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά…

Α ναί, μαβιά∙ ένα σαπφείρινο μαβί.

(https://latistor.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html)

 

 

 

 

-Dylan Thomas, «Έχω ποθήσει μακριά να φύγω»

 

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω

Από το σύρσιμο του ξοδεμένου ψέματος

Και από του παλιού τρόμου τη διαρκή κραυγή

Μεγαλώνοντας πιο τρομερός καθώς η μέρα

Φεύγει πάνω από το λόφο στο θαλάσσιο βυθό.

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω

Από την επανάληψη των χαιρετισμών,

Γιατί υπάρχουν στον αέρα τα φαντάσματα

Και στοιχειωμένοι ήχοι στο χαρτί

Και οι κεραυνοί των κλήσεων και των σημειώσεων.

Έχω ποθήσει μακριά να φύγω, όμως φοβάμαι,

Λίγη ζωή ακόμη αξόδευτη μήπως εκτιναχθεί

Από το παλιό ψέμα που καίγεται στο πάτωμα

Και στον αέρα σπάζοντας μισότυφλο μ’ αφήσει.

Ούτε από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,

Το χώρισμα καπέλου από τα μαλλιά,

Τα χείλη κολλημένα στο ακουστικό

Θα έπεφτα απ’του θανάτου το φτερό.

Από αυτά δεν θα νοιαζόμουν να πεθάνω,

Μισά συμβάσεις και ψέμματα τ’ άλλα μισά.

(http://asterofoto.blogspot.com/2010/04/blog-post_19.html)

 

 

 

 

-Στέλιου Λαλούση, «Ένα βήμα μακριά»

 Ένα βήμα κάνουμε

μόνο ένα βήμα

Γέννα είναι το αριστερό μας πόδι

πατάει μια το δεξί

κι ύστερα η αναχώρηση

 

Ένα βήμα μακριά και το τραγούδι που ψιθυρίσαμε

η κάμαρα η στολισμένη με αγίους

κι αποκριάτικες φωτιές που μας ζεστάναν το Μάρτη

φωνές από το βάθος της πλατείας

που κάποτε τις ζήσαμε

φωνές σαν κι άλλες πιότερες που δεν ακούσαμε ποτέ

στη φωτιά πάνω που σμίγαν σε μια στιγμή εκστατική

γενεές που παίξαν παιδιά κι ύστερα γεράσαν πάλι

σκούπισαν την αυλή από τα φύλλα της κληματαριάς

κι από την πίσω μεριά της μάντρας ξήλωσαν έναν έναν τους χρόνους

 

Ένα βήμα μακριά

πλαγιάζαν και τα ζεστά κορμιά

με κερωμένα γράμματα που νυχτώναν κάτω από τα σκεπάσματα

κι υγρές στα μάτια έμεναν μέχρι το πρωί οι λέξεις

να μας ξυπνούν

σαλπίζοντας τον ήλιο και τη μέρα που θα νικήσει

 

Ένα βήμα μακριά κι οι διαδρομές που κάναμε

μες την υδρόγειο τα ίχνη τα σβήναμε πάντα με το νερό

κι από τις γραμμές του τρένου γυρεύαμε πατημασιές

όσες κι αυτές που αφήναμε στην άμμο τα καλοκαίρια

 

Ένα βήμα μακριά

κι η άκρη του χρόνου λυγίζει

Αν κανείς δεν νικήσει

 

ας είναι το βήμα

μακρινό

ως τα αστέρια

(https://www.fractalart.gr/ola-einai-edw/)

 

*Μικρή Πατρίδα (Δεν έκανα ταξίδια μακρινά) Παντελής Θεοχαρίδης

 

-Χρίστος, Λάσκαρης, «Εικόνα μακρινή»

Βιαστικά πουλιά στον ουρανό.
Βραδιάζει.
Εικόνα μακρινή που επανέρχεται
μπαίνοντας ο χειμώνας,
εικόνα
που μου ξαναφέρνει ταραχή.

Μείνε κοντά μου εικόνα μακρινή,
μείνετε σεις
παιδικοί φόβοι.

(http://apoikia.gr/laskaris-xristos-tria-xeimoniatika-poiimata/)

 

*Μανώλης Μητσιάς – Μακρινή της αγάπης ώρα

 

-Arseni Tarkovski, «Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα»

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που καθώς κείτομαι στου ποταμού τον πάτο,
Ακούω κάθε τόσο
Το κρύο κι ολοκάθαρο νερό
Που από πάνω μου κυλά.
Κι αν τραγουδήσουμε κάποιο σκοπό
Που αρχίζει με χορτάρι, το στόμα μας γεμίζει χώμα
Κι έτσι απομένουμε με χείλια σφαλιστά.

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που δεν μπορώ πια να μιλήσω.
Μια πόλη ονειρεύτηκα
Σε όχθη από πέτρα.
Κι εγώ κείτομαι στου ποταμού τον πάτο
Και βλέπω μέσ’ απ’ το νερό
Φως μακρινό, μεγάλα σπίτια
Του άστρου πράσινες ακτίνες.

Τόσο μακρινή είναι η μέρα που γεννήθηκα,
Που αν κάποτε φανείς μπροστά μου
Κι αγγίξεις με το χέρι σου τα μάτια,
Θα ‘ναι ένα ψέμα,
Κι εγώ δεν θα μπορώ να σε κρατήσω,
Κι αν φύγεις
Δεν θα σ’ ακολουθήσω σαν τυφλός
Κι αυτό θα ‘ναι ένα ψέμα.

(https://www.facebook.com/)

 

 

 

Βέρα Βασιλείου- Πέτσα, «Φεντερίκο, πατρίδα μου μακρινή»

Χρόνια γυρίζουνε και ψάχνουν
όλα του κόσμου τα ραντάρ
το ματωμένο μπολερό σου
μες στη χαράδρα του Βιθνάρ.
Ψάχνουν να βρούνε πού κοιμάται
το άταφο λιγνό κορμί σου
να γίνουνε τα δάκρυά μας
βάλσαμο πάνω στην πληγή σου.

Και ποιος κρατούσε το μαχαίρι
κανείς δεν θα ‘ρθει να μας πει
τ’ Αυγούστου το φεγγάρι πήρε
επαναστάτη ποιητή.

Λένε πως βγαίνουν οι τσιγγάνοι
τις νύχτες και μοιρολογούν
πικρά Χιτάνο Ρομανσέρο
μες στη Γρανάδα τραγουδούν.
Τα μαύρα μάτια σου θρηνούνε
και τα εβένινα μαλλιά σου
δεν θα σε δώσουνε στη λήθη
όσα φεγγάρια κι αν περάσουν.
Αϊ , Φεντερίκο, πατρίδα μου μακρινή !

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=102502)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (269ο): «ΠΛΗΓΕΣ -ΟΥΛΕΣ- ΤΡΑΥΜΑΤΑ»…

Παλιά πληγή ~ Θανάσης Παπακωνσταντίνου

1.ΠΑΛΙΑ  ΠΛΗΓΗ

 

Βαθιά πληγή, παλιά πληγή μονάκριβη, δική μου.

Την ξεριζώνω απ’ την καρδιά, φυτρώνει στην αυλή μου.

Ανθίζει καταχείμωνο που οι φωνές κοπάζουν,

Έχει τη φυλλωσιά πυκνή και νύχια που χαράζουν.

 

Αγαπημένα πρόσωπα, αγαπημένα μάτια.

Έρχονται σαν τα κύματα κι αφήνουν κατακάθια.

 

Μαραίνεται απ’ το γέλιο μου, πίνει απ’ τα δάκρυά μου.

Έρχεται στις παρέες μου και κλέβει τη μιλιά μου.

Βαθιά πληγή, παλιά πληγή πες μου τι να κοιτάξω.

Να μπω σε κόσμο σκοτεινό ή πάλι ν’ αγκαλιάσω;

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

***

2.ΠΛΗΓΕΣ

Πληγή από σίδερο πληγή από κάψιμο πληγή από χάδι
πληγή απ΄το φιλί της τρελής ξανθιάς
πληγή από σφύριγμα το βράδυ
πληγή από της ερημιάς το μελαγχολικό τραγούδι
πληγή απ’ αγκάθι ρόδου
πληγή από την  καλημέρα ξένου
πληγή της γειτονιάς σαν παίρνει να βραδιάζει


πληγή από ανυπόφορη αγάπη
λυσσασμένη γάτα
λυσσασμένη γυναίκα
λυσσασμένη αγαπημένη
λυσσασμένο εργοδότη


πληγή απ’ τ’ αδυσώπητο εργαλείο της δουλειάς
πληγή απ’ την καλοσύνη ανυποψίαστης αγκαλιάς
πληγή απ’ το μεγαλείο της φτωχιάς
πληγή από ανάμνηση κι από βαριά κουβέντα
απ’ το μαχαίρι του ριγμένου φίλου
απ’ το χαμόγελο του πεθαμένου φίλου
πληγή από φωτιά φωτιά κι από φωτιά ονείρου


πληγή απ’ του αποτυχημένου τη ντροπή
κι απ’ τη σιωπή του ντροπιασμένου
πληγή απ’ τα νύχια του τρομοκρατημένου
πληγή απ’ τα νύχια απ’ τα δόντια απ’ τα αχ απ’ τα φιλιά
της προδομένης που γαντζώθηκε πριν φύγει πάνω σου
και μένει εκεί για πάντα να σου γδέρνει την καρδιά


πληγή της εξορίας της φυλακής και της ελευθερίας
πληγή απ’ τη μάχη κι απ’ τη μάχη σου στο σπίτι
πληγή απ’ αυτόν που σ’ έριξε στο παζάρι
πληγή απ’ το πικρό παράπονο του αλήτη
πληγή από το στόμα της που βασανίζεται στην ξενιτιά
κι ακόμα η πληγή για την πληγή που δεν ομολογεί ποτέ κανένα στόμα…

ΘΩΜΑΣ  ΓΚΟΡΠΑΣ

 

***

  1. Η ΟΥΛΗ

 

Η πληγή θρέφει, 

τα χείλη της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά 

κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι,  

μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει.

Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους.
Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα,
ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν,
μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.

Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και,
σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει,
σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν
τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.


Ε. Χ. Γονατάς, «Η κρύπτη»

 

***

 

4.ΟΙ  ΟΥΛΕΣ

Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν,
ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας,
που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν,
πληγές που μας πονούν.

Αν χέρι συμπονετικό δε μας τις γιάνει,
αν λόγος συμπονετικός δεν μας γλυκάνει,
λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός,
τα τραύματα αφορμίζουν.
Περνάει καιρός και κλείνουν,
γιατί πρέπει να ζήσουμε.
Όμως σημάδια αφήνουνε,
ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές.
Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες.

Κι ας μη μας λένε τότε,
ας μην κατηγορούν, που είμαστε
οι παραμορφωμένοι.

Ζωή Καρέλλη, Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)

 

***

 

5.Η ΟΥΛΗ

 

Αντί γι’ αστέρι μια ουλή έλαμπε πάνω απ’ τη γέννησή μου

οι πόνοι που δοκίμαζα στο άπηχτό μου σώμα
πίσω με σπρώχναν στο σκοτάδι της αρχής
μπουσούλαγα στο τίποτα, τα δάχτυλα μικρούτσικα
κρατάγανε το θάνατο, μαύρο γυαλιστερό παιχνίδι.


Δε θυμάμαι πώς έγινε κι άνθισα σε πληγή
πώς έμαθα να ισορροπώ ανάμεσα στο πύο
και στα ανοιχτά μου μάτια
μα εκεί που η μάνα μου λογάριαζε πως σαν το φύλλο στο νερό
θα μ’ έπαιρνε αταξίδευτη το ρέμα του θανάτου

με είδε αναπάντεχα να βγαίνω απ’ τα σκοτάδια.


Ποιος ξέρει μέσα σε μια νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν
τι έδωσα, τι πήρα, από τι παραιτήθηκα
τι υποσχέθηκα και με κράτησε για υπηρέτριά της
η ζωή…


Ήταν εκβιασμός, συμφωνία, απειλή,
να είμαι ευγνώμων θα έπρεπε για το πετσοκομμένο δώρο

της ύπαρξης ή εκδικητική; Να κοιτάω ψηλά
με είχανε διατάξει ή χαμηλά στη ρίζα της συγγνώμης;


Ποιας συγγνώμης, γιατί; Ποιο ήταν το βάρος
το τόσο ασήκωτο που πριν καν ξεκινήσω
με είχε εξουθενώσει, ή μήπως άλλο φορτίο ανάλαβα
και κούτσα κούτσα θα το πήγαινα ως το τέλος;

Έζησα και άρχισα να παίζω.
Μ’ εμπιστοσύνη στηριζόμουνα στο μηχάνημα
κι ανέβαινα τις σκάλες.


Στο πατάρι έστησα το βασίλειο των ονείρων μου

από κομμένα φιγουρίνια. Φλωρεντία την έλεγα
τη μαγική μου πόλη, κυρίες λεπτεπίλεπτες και κύριοι με καπέλο.


Στην πορτούλα δίπλα ήταν το καζανάκι του μπάνιου,
που ξέσπαγε πού και πού σαν κεραυνός
πάνω από τις άυλες συνήθειες των ηρώων μου.


Από κάτω ανέβαινε η ζέστα του κόσμου τούτου

η κουζίνα ολόκληρη με μυρωδιές, θορύβους γνωστούς

σπιτικές φωνές: «Τι ώρα είναι; Καθάρισες πατάτες;»


Η κουζίνα και η χάρτινη μου φαντασία –

τόσο νωρίς λοιπόν χαράζονται οι πόλοι;

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΑΓΓΕΛΑΚΗ  ΡΟΥΚ

 

***

 

6.ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Το θέλεις δεν το θέλεις
κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πώς σέρνονται
βουβά, κάτω από το δέρμα
σαν εσωτερικές αράχνες…

Τίτος Πατρίκιος, Αντιδικίες

 

***

 

7.Η  ΟΥΛΗ

 

Σε κάθε άνθρωπο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
σε κάθε φίλο του έπρεπε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική
για να μπορεί να μας καταλαβαίνει,
μα η γλώσσα η προσωπική είναι τόσο πιστή στον εαυτό της,
τόσο ανεπικοινωνιακή
που οι λέξεις είναι σαν τα φέρετρα

και μονάχα μεταφέρουν από άνθρωπο σ’ άνθρωπο
την σκαλωσιά τους που ξεψυχάει
το απόθεμά τους σιωπής
και το ρόγχο τους,

όπως εκείνο το πρωί όπου
με το που κάθισα στο λεωφορείο
είδα στο πλάι μου ένα αρχαίο ρωμαϊκό νόμισμα
ένα μετάλλιο
ή μια ταφόπλακα
που μιλούσε μασώντας τις λέξεις:


ήταν μια αγρότισσα ήδη απορροφημένη
από την κακοκαιρία της νύχτας στα ψαχτά
και της ζωής στα τυφλά,
που με κοιτούσε με λιγάκι πένθος στα μάτια
σαν να ήθελε να με ντύσει καλύτερα
κι εγώ δεν ήξερα να της αποκριθώ,


κι εγώ σώπαινα δίπλα της
γιατί η προσωπική μου γλώσσα είναι τεχνητή,
λογοτεχνίζουσα κι εμφατική,
κι όπως δεν μου χρειάζεται για να μιλάω μ’ έναν εργάτη ή ένα παιδί,
κι όπως δεν μπορεί να μου δώσει άφεση
φορές πρέπει να την κρύβω όπως κρύβεται το χρήμα στο πορτοφόλι,
φορές πρέπει να σωπαίνω
όπως έκανα τότε,


νιώθοντας ξαφνικά
την έλλειψη επικοινωνίας
ίδια με το φτερούγισμα μιας νυχτερίδας
με το χτύπημά της από κουρέλι
και την αηδία της απλωμένη πάνω στο πρόσωπο
όπου το χείλος που σωπαίνει μετατρέπεται σιγά σιγά σε ουλή

Λουί Ροσάλες, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης

 

***

8.ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

 

Τραυματισμένο κορμί,

τραυματισμένος ο τόπος,

τραυματισμένος ο καιρός—

Νοέμβρης 1949

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ , Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’ [Από τις «Μέρες του 1945 – 1951»]

 

 

***

9.Η ΗΛΙΚΙΑ  ΤΟΥ  ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ

Δεν συγκρατώ παρά μόνο σπαράγματα
Νομίσματα που τα λιώνει η χρήση
και τα γυρίζει η μνήμη
στην πρώτη τους λάμψη

Ξέρω αδειάζει εύκολα μια αγκαλιά
Βουλιάζει και χάνεται
καθώς την καίει η φωτιά κι όλο ψηλώνει

Δεν μένω σ’ αυτό
δεν θέλω και να το χάσω
Κρατώ τον λευκό σου λαιμό
το ωραίο κεφάλι
τα μαλλιά σου, αρχαία χορτάρια
που κυματίζουν ποτάμι στο στέρνο μου

Γλιστράς νύφη πλωτή ως τη θάλασσα
Στη ζεστή της την άμμο
στα κρίνα που ακόμη ριγούν
λευκά στο ελάχιστο φύσημα
Εδώ μεθούσες σε κρήνες περίτεχνες
με σιωπές και ψιθύρους των φύλλων
Στο βράχο που τον σκάβει το κύμα
καθώς τραβιέται το νερό
και σχεδιάζει πάλι την επιστροφή

Χιονίζει σιωπή
κι εγώ επιμένω να σηκώνω ρήματα πλαγιασμένα

Κυπαρίσσης Πάνος , Τα χειρόγραφα της βροχής, Καστανιώτης, 2003

 

Η ΠΛΗΓΗ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 

10.ΤΟ ΓΝΗΣΙΟ

 

Το γνήσιο της πληγής

αναγνωρίζεται

από το χρώμα που έχει

της υπογραφής το αίμα.

 

Αν είναι ρέον άφθονο κόκκινο

έχει καλώς.

 

Αν όμως είναι στάσιμο ξεθωριασμένο

τότε κάποια παλιά ανάμνηση

θα πλαστογράφησε πληγή που έχει

πλέον θρέψει.

 

Το περίεργο είναι πως άμα ζουλήξεις

το θεραπευμένο τραύμα

πονάει τρισχειρότερα απ’ όσο όταν

ήταν ενεργό, ουρλιάζεις, ακούγεσαι

στο πέρατα του χρόνου.

 

Καθόλου περίεργο. Επιφανειακά ξεχνάς.

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

***

11.ΕΦΟΔΙΟ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ

Με κατακρίνεις
ότι συμπεριφέρομαι λιπόψυχα, αργά
όπως κοντοστέκεται η φοβία να εντοπίσει
ποιος κίνδυνος από μακριά
φωνάζει τ’ όνομά της.

Είμαι τρωτή, γι’ αυτό.
Όχι στη φτέρνα μόνο,
το ένιωσα
παρότι ήταν ακόμα στα σκαριά
στις δοκιμές η ιδιοσυγκρασία.
Κι όμως εγώ τα άκουσα τα λάδια
νοθευμένα
δε γράσωσαν καλά την άμυνά μου
– τι τα θές, τεχνίτες ανειδίκευτοι
οι αστερισμοί μας.

Μάνα, την παρακάλεσα, πήγαινε στη Θέτιδα
γνωρίζεστε εξ αίματος μάνες κι οι δυο
εβγάζατε από πάνω σας και ξεπετούσατε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια
και ζήτα της το αθάνατο περίσσευμα
απ’ τη θνητή επάλειψη του γιου της
του Αχιλλέα.

Όχι με αθανασία
με βεβαιότητα να με επικαλύψεις.
Μου χίμηξε
τί αθανασία τί βεβαιότης είπε
εξίσου άτρωτες ουσίες και οι δυο.
Και μαθέ ακόμα
πως το περίσσευμα απ΄ το παλιό σου λάθος
κανείς δεν το χαρίζει σε κανέναν.
Βαθιά
μες στις αμετανόητες προθέσεις του το κρύβει
να επαλείψει αθάνατο
και το επόμενο προσφιλές του λάθος.

Το κυριότερο
– συνέχισε η μανά μου μιλώντας
με οίκτο χλευαστή –
παιδί μου πώς θα ζήσεις χωρίς τρωτά σημεία
χωρίς της αγωνιάς τα εφόδια
τι προκοπή θα κάνει η αντοχή σου
χωρίς εισόδημα πικρίας
πώς θ’ αναθρέψεις την απώλεια
πώς θ’ αντικρίσεις τους εχθρούς σου.


Οι ενοχές σου τι θ’ απογίνουν
όταν τους κόψεις τη διατροφή
θ’ αγιάσουνε ως φτωχές μετά από τόσα πλούτη;
Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

Αν δε τρωθείς
πού θα σε βρει η αγάπη.
Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.
Για ποιον νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό
το έρημο το αβέβαιο όνομά της;
Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη
στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.
Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει
η πεινασμένη ύπαρξη της.

Αβέβαια ζήσε.
Τιμά την προέλευσή σου.

Κατάλαβέ το, ερχόμαστε από μια
παροδική βεβαιότητα του θανάτου.

KIKH  ΔΗΜΟΥΛΑ

***

12.ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ  ΤΡΑΥΜΑΤΑ


Εγώ χρειάζομαι τραύματα για να ‘μαι
κείνος που είμαι, βέλη και ημερομηνίες
να καρφώνονται πάνω μου, πόνο δίχως αιτία
για να κλαίω τη μοίρα μου, ποθητή οδύνη,


αγαπημένο μαρτύριο, δίψα για αίμα, χαρά
θανάτου στα εχθρικά μου χέρια
που με θέλουν νεκρό για να μ’ αγαπούνε


και μου ορμάνε από μέσα μου
και κάνουν τον τρόμο χαράκωμα και τη λύπη
στρατηγική της ήττας μου.

Εγώ χρειάζομαι τραύματα για να κοιτάζω
μ’ αυτά -κόκκινα μάτια- τη μάχη
όπου πεθαίνω στα χέρια του εαυτού μου.

Juan Vicente Piqueras

http://erasitexnisan.blogspot.com/2015/12/blog-post_29.html

 

Ό,τι με πληγώνει, Δημήτρης Ζερβουδάκης

 

13.Η  ΠΛΗΓΗ

Εδώ
λίγο πιο κάτω απ’ το λαιμό
στο στήθος
παίζοντας σχεδόν
ανύποπτη
ανέμελη
άφησες το βαθύ σου σημάδι
με χάραξες παντοτινά.

Πέρασαν τόσα χρόνια, βέβαια, από τότε
αλλά
φεγγρίζει, ξέρεις, κάτω από τα ρούχα ακόμα
παράξενα
δεν μπορώ να κρυφτώ, με βλέπουν
να ο σημαδεμένος λεν και με το δάχτυλο
με δείχνουν.

Τα βράδια, ωστόσο,
βγάζω τα ρούχα μου ένα ένα και στο φως
της λάμπας, γυμνός,
χαϊδεύω τρυφερά την πληγή
την προσκυνώ
και με κρυφή περηφάνια τη φροντίζω.

Ανέστης Ευαγγέλου,  Το διάλειμμα (1976) [Ενότητα Μετά την καύση]

 

 

***

14.Τ Ο   Β Α Ρ Υ   Μ Α Χ Α Ι Ρ Ι 

 

Όταν έπεσε το βαρύ μαχαίρι

και μου άνοιξε τη βαθιά πληγή που έχω στο στήθος

δε μπορούσα, βέβαια, να καταλάβω τη σημασία του:

έπρεπε ο χρόνος να διαγράψει την τροχιά του.

 

Έκτοτε έπαθα και έμαθα πολλά –κυρίως

αυτό: πως πρέπει πλέον να συνηθίσω

ν’ αγαπήσω την πληγή

ν’ αγαπήσω το βαρύ μαχαίρι.

 

Ανέστης Ευαγγέλου

 

***

 

15.ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ  ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ

από την εποχή της αθωότητας
υπήρξα ακούσιος συλλέκτης
στο μέτωπο ή το σώμα
στο κέντρο ιδίως της καρδιάς

απέκτησα λοιπόν μια πλούσια συλλογή
και όσο κι αν τα νόμιζα θανάσιμα
έμαθα τελικά να επιβιώνω
με τα πολλά μου τραύματα

κατάπληκτος αργότερα ανακάλυψα
ότι καμιά φορά τα τραύματα
έχουν στενή συγγένεια με το φως
κατάπληκτος διαπίστωσα
ότι απ’ τα γονίδια πιο πολύ
κι απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή
είμαι τα τραύματά μου

Τόλης Νικηφόρου, φλόγα απ’ τη στάχτη (2017)

 

 

Πες το με ποίηση (268ο): «Ανοίγω – κλείνω»…

*Μίκης Θεοδωράκης, «Ανοίγω το στόμα μου»

 

-Ο. Ελύτης, «Ανοίγω στο στόμα μου»

Ανοίγω το στόμα μου
κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου
στις σκοτεινές του (τις) σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές
τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν
των ανθρώπων τα βάσανα

 

Χαράζω τις φλέβες μου
και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται
στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέλες
που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν
των ερώτων τα θαύματα […]

 

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

 

 

 

 

-«…Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου,
σιγά σιγά ξετυλίγεται η εξομολόγηση
και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-«Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες.

Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει.

Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.»

 

(Α. Εμπειρίκος)

 

 

 

 

-«Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται.»

 

(Σύλβια Πλαθ)

 

 

 

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι.»

Έρχομαι – μουδιασμένος με υποδέχεσαι,
κρατάς τα μάτια επίμονα χαμηλωμένα,
ύστερα λίγο λίγο ξεθαρρεύεις,
αρχίζεις να μιλάς με τρυφεράδα,
τα μάτια χρωματίζεις με ιλαρότητα,
ω πόσο εγκάρδια έγινε η κάμαρη,
δε θέλω γλύκισμα, η κουβέντα σου μου αρκεί.

Μα αν ξεχαστώ και κοιτάξω το ρολόι,
και δείξω μέριμνα για τις δουλειές του κόσμου,
σβήνεις σιγά σιγά την ομιλία,
αρχίζεις να μουδιάζεις λίγο λίγο,
σα να ‘μουν ξένος μ’ αποχαιρετάς,

και κλείνεις, κλείνεις σα λουλούδι.

(https://poiimata.com/)

 

*Αντώνης Καλογιάννης, «Άνοιξε το παράθυρο»

 

 

-*Γιάννης Ρίτσος, «Άνοιξε τα παράθυρα»

«Άνοιξε τα παράθυρα να δεις το σύμπαν ανθισμένο μ’όλες τις παπαρούνες του αίματός μας, – να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;

Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.

Να τος ο ήλιος πάνω απ’ τις μπρούτζινες πολιτείες, πάνω απ’ τους πράσινους αγρούς μες την καρδιά μας. Νιώθω στους ώμους το βαθύ μυρμήγκιασμα καθώς φυτρώνουν όλο πιο νέα και πιο μεγάλα τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα. Αστράφτει ο κόσμος έξω από τη λύπη σου.

Φως και αίμα.

Τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι πως μπορείτε να σκύβετε ακόμη;

Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα.»

 

 

 

 

-Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Ανοιχτοί λογαριασμοί»

Η θλίψη πάλι μού χτυπάει την πόρτα.
Τα περασμένα χρόνια
με είχε στείλει στα Τάρταρα
(άπειρη ήμουν και αφέθηκα)
Αφού γλύτωσα (από καθαρή τύχη είν’η αλήθεια)
έμαθα με τον καιρό
να την διαχειρίζομαι.
Κι όμως, να που πάλι με θράσος μου χτυπάει την πόρτα,
την ώρα ακριβώς που η Αριάδνη
κατουράει στο πάτωμα
και γλιστράει από τα τσίσα της
και πέφτει κάτω
και την πιάνει το παράπονο και κλαίει.
Την ίδια στιγμή που η Γαλήνη
σκαρώνει προτασούλες
και ρίχνει πονηρές ματιές,
ψηλαφίζοντας με το ένστικτό της και μόνο
τον οικογενειακό της μικρόκοσμο.
Ναι,η θλίψη πιο επίμονα από ποτέ μού χτυπάει την πόρτα.
Μα αυτή τη φορά δεν πρέπει να της ανοίξω.

(https://tokoskino.me/)

 

 

 

Οδυσσέας Ιωάννου, «Ανοιχτοί λογαριασμοί»

Ούτε βήμα τώρα δε θα κάνω πίσω
τόσα χρόνια το χαρτί μου να μην βγαίνει,
να κρατιέμαι από μισόλογα να ζήσω
τόσα χρόνια ο αέρας με πηγαίνει.

Οι αλήθειες και τα ψέματα μπλεγμένα
να χορεύουν στο δικό μου το κεφάλι,
το μυαλό μου με την τρέλα γίναν ένα
σας αφήνω και γυρίζω απ’ την άλλη.

Έχω τόσους ανοιχτούς λογαριασμούς
δε μου φτάνει μια ζωή για να τους κλείσω.
Κι όταν πάλευα για δύο
πάντα ερχόταν το αντίο,
σε ποιο κόσμο μου ζητάτε να γυρίσω.

Ένα είναι το γραμμένο του καθένα
ένας δρόμος, ένας φόβος, ένα θάρρος,
δε θα κάνω άλλο χατίρι σε κανένα,
δεν σηκώνω πάλι αλλουνού το βάρος.

Έχω τόσους ανοιχτούς λογαριασμούς
δε μου φτάνει μια ζωή για να τους κλείσω.
Κι όταν πάλευα για δύο
πάντα ερχόταν το αντίο,
σε ποιο κόσμο μου ζητάτε να γυρίσω.

 

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=75108)

 

 

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «Τα αντικλείδια»

 

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς

δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.

Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ

για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.

Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν

από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια

για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

 

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

 

 (http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/pavlopulos-antiklidia.htm)

 

*ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ – κλεινω κι ερχομαι (+Ν.Πορτοκαλογλου)

 

“Δεν είμαι εδώ για αυτούς που με ζητάνε/είναι κλειστό το μαγαζί και δεν πουλάμε”

(Μάνος Ελευθερίου)

 

 

-«Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

-Μαρία Χρονιάρη, «Κλείνω τα μάτια [ΙΧ]»

 «Κλείνω τα μάτια και συγκεντρώνω όλες τις αναπνοές στα χείλη μου. Όταν τα ανοίγω, ένα αστέρι πέφτει. Το πιάνω και το καρφιτσώνω δίπλα απ’ την τσέπη μου.

Εκεί που θα σε βρίσκω κάθε που φεύγεις.»

(Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδόσεις Απόπειρα)

 

 

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Κλείσε τα παράθυρα»

Κλείσε το παράθυρο μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί,
η αγκαλιά μου επύρωσε, σαν τη φωτιά, και λιώνει,
για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε, μη μας βλέπουν λοξά οι ματιές του κόσμου,
δωσ’ μου το χειλάκι σου, που είν’ απαλό, νωπό,
Έχω κάτι ολόγλυκο, για σένα, απόψε, φως μου,
έχω κάτι ολόγλυκο, σα μέλι, να σου πω.

Έλα πέσε πάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.
Το κερί μας έσβησε, δε μας θωρεί κανείς,
Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
κι έλα να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε, τη χαραυγή, οι γειτόνοι,
για ποιο λόγο σφάλησες, αχ!, πες τους, να χαρείς,
πες τους, πως, στην κάμαρα, φοβάσαι άμα νυχτώνει,
κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ’ ακούς; νωρίς.

(https://www.sansimera.gr/anthology/176)

 

*Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ. ΣΕΦΕΡΗΣ-ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

-Γιώργου Σεφέρη, «[Ο τόπος μας είναι κλειστός]»

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτί-
σουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998 (19η έκδ.), σ. 55]

 

 

 

 

-Μαίρης Πέστροβα, «Τα ράμματα ενός κλειστού στόματος»

  • ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ •

Είχα ορκιστεί

να μην ξανά καπνίσω.

Μόνο κάτι λίγα δαχτυλίδια καπνού

ξέφυγαν από το κλειστό μου στόμα

λαθραία, βιαστικά,

δεν πρόλαβα να τα κρύψω,

παρ’ όλη την απόσταση

τα είδες,

ούτε να τους δώσω σχήμα έστω,

παραδείγματος χάριν,

ενός στρουμπουλού μωρού χαμόγελο

ή να σκοτώσω πάνω τους ένα χρώμα,

κόκκινο ας πούμε,

σε δυο αμήχανα μάγουλα.

Δεν άστραψε

να ανεμίσω τα χέρια μου

σκορπίζοντάς τα

σαν άστρα στο στερέωμα.

Δεν φώναξα

να φύγουν σαν τρομαγμένα πιτσιρίκια

εν ώρα κοινής ησυχίας

καθώς η ηλικιωμένη κυρία τα παρατηρούσε

από το ανοιχτό παράθυρο.

Η ησυχία μου υφίσταται εντός της φασαρίας μου

-συνήθως-

και είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή.

Μήτε έκλαψα να νιώσουν λυπημένα,

ανέμελα βγήκαν σπάζοντας τα ράμματα

από το κλειστό μου στόμα.

 

(https://www.fractalart.gr/liker-lemontselo/)

 

*ΓΡ. ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ – Θα κλείσω τα μάτια (ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ)

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Με Κλειστό Παράθυρο»

Πρέπει νά μεγαλώσω τά ὅρια, νά περπατήσω
στό εὐτυχισμένο ξέφωτο μέ τό καλό νερό
καί νά μή σκέφτομαι τή νύχτα, τόν καταιγισμό
τῆς πιθανῆς φωτιᾶς, τήν ἔρημο, τή στάχτη,
τήν ἀνθρώπινη ἥττα. Νά ξανοιχτῶ
πάνω στή γῆ σφυρίζοντας σά νά πηγαίνω
νά κάμω στό βουνό τόν ἥλιο δαχτυλίδια
-ὡς νἄτανε ν’ ἀρραβωνιάσω τάχα τήν εἰρήνη
τοῦ κόσμου μέ τήν ἱστορία – ὡς νά πηγαίνω
σέ μιά δουλειά χαρούμενη καί βιαστική,
σά νά πηγαίνω γι’ ἄγριες φράουλες.

[Από την ενότητα «Εσωτερική Περιπέπεια» που πρωτοδημοσιεύθυκε στην «Οδοιπορία 1967-1970», 1972]

 

 

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, «Ο άντρας στο κλειστό δωμάτιο»

Ανάσκελα
σαν όλους τους δίκαιους
με τα γενναία του μέλη εκτεταμένα
δίκης οφθαλμός
της κλειδωμένης πόρτας
τ’ ορθογώνιο τζάμι
φωτίζει
τον Εσταυρωμένο του Έρωτα

και κάτω απ’ το κρεβάτι
το πανέρι
με το φίδι.

(Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη)

 

 

 

-Ασκληπιάδα Κυριάκου, «Τοπίο κλειστό»

Τοπίο κλειστό
Παγιδεύει το στεναγμό
Σε μονογράμματα
Φιλοτεχνούνται οι μορφές των συντρόφων
Στα γυρογιάλια μιας αναζήτησης
Που αποξεχνιέμαι
Λάθρες διαδρομές τα υπόγεια κανάλια μου διαπερνούν
Σε μυστικές συνουσίες
Γονιμοποιώντας τις ασώματες μήτρες

Μα κάθε που γεννιέται ένα παιδί
Στις μεγάλες του όχλου πλατείες ποδοπατείται
Μπουκωμένο οχλοβοή
Στη λειψυδρία το δάκρυ του πίνει
Ενώ ένα τοπίο κλειστό την προοπτική του παγιδεύει
Στα θολά νερά του Θερμαϊκού…

(http://www.poiein.gr/2008/07/04/aoeecdheuaa-eoneueio-oyooana-dhiethiaoa/)

Πες το με ποίηση (267ο): «ΓΙΑΤΙ / ΔΙΟΤΙ / ΕΠΕΙΔΗ»…

Πυξ Λαξ – Γιατί

1.ΓΙΑΤΙ

Γιατί δεν διαβάζω εφημερίδες.
Γιατί δεν αντέχω να βλέπω τον κ. Κοσύγκιν ν’ αλλάζει με τον δολοφόνο
του Τέξας χαμόγελα.
Γιατί αηδιάζω τις Πορείες της Ειρήνης, τα φιλολογικά σωματεία,
τα ψηφίσματα διαμαρτυρίας, τα κέντρα διασκεδάσεως, τα τσιγάρα.
Γιατί δε γράφω ποιήματα.


Γιατί δε βρίσκω κανένα νόημα σ’ αυτά τα χτυπήματα δίχως τέλος
σ’ αυτά τα παράθυρα, που κι αν ανοίγουν, δε βλέπουν παρά σε ντουβάρια.
Γιατί δεν έχω πια περιθώρια.
Γιατί  για να πιστέψει κανένας χρειάζεται μια καρδιά τουλάχιστο αλάβωτη
και τα δικά μου μάτια είναι δύο κατασπαραγμένα πουλιά…
Γιατί σιχαίνομαι τα παιδιά, που κλαίνε, τις μαμάδες που κυλούν καροτσάκια
στους δρόμους, τους μπαμπάδες που δείχνουν φωτογραφίες.


Γιατί δεν έχω πια αμφιβολίες.
Γιατί η ζωή είναι μια πολύ αστεία υπόθεση,
κι αν δεν αξίζει μήτε να ζει, δεν αξίζει μήτε και να πεθάνει κανένας.
Γιατί αυτό που συνήθως λέμε «τιμή» είναι μια πολύ βολική απασχόληση
Γιατί πάντα μετά από μια αναχώρηση υπάρχει ένα γιατί.
Γιατί μια επιστροφή ποτέ δεν τελειώνει.


Γιατί φοβάμαι το χιόνι, τη νύχτα, το θόρυβο, τη σιωπή,
γι’ αυτό δεν κάνω τίποτ’ άλλο πάρα πότε πότε να βγάζω μια βραχνή φωνή,
να τρώω, να κοιμάμαι, να κάνω έρωτα, να βουλιάζω,
– σαν τους άλλους, εξάλλου,
σαν τόσους που με διαβάζουν, τόσους που μ’ αηδιάζουν,
τόσους που βρίσκουν «ένα νόημα» τέλος
(κομπιναδόρους, ρουφιάνους, βραβευμένους, φτασμένους) –


συνεχίζω να ρεύωμαι μετά το φαί, να φτύνω, να ξύνωμαι, να ουρλιάζω,
μεγαλύνοντας τ’ όνομα του ανθρώπου,
μ’ όλους μαζί μέσα από φόβο, στο βόλεμα
και – προσωπικά ίσως μόνο –
στην α π ο σ τ ρ ο φ ή.

Θανάσης Κωσταβάρας

 

*****

 

2.ΓΙΑΤΙ

Γιατί το αίμα του χειμώνα
έβγαλε φτερά την άνοιξη
και πέταξε το καλοκαίρι;


γιατί τα λουλούδια που φύτεψα στον
κήπο μου
φύτρωσαν άγρια στον καθρέφτη της
κάμαρας μου;


γιατί τ’ ωραίο άσπρο σώμα
που κρατούσα
μαύρισε
και μου έβαψε τα χέρια;


γιατί μετράνε τα πουλιά την άνοιξη με
τα μαχαίρια;


γιατί οι αρρώστιες του καλοκαιριού
άνηκαν στο φεγγάρι του χειμώνα;


γιατί τα μαύρα μαλλιά που τύλιγα
τα χέρια μου
γίναν αράχνες και δέρματα σκονισμένα;


γιατί το φλιτζάνι που έπινα καφέ
γέμισε ένα πράσινο σκοτεινό μαρτύριο;


Δεν έχει κόκκινη απάντηση
το γιατί είναι μια μεγάλη έλλειψη
κάτι σαν τάφος.

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ο περίπατος

Μάγδα Πένσου – Μόνο γιατί μ´ αγάπησες

 https://www.youtube.com/watch?v=MJNYg6Ufdjc

 

 

3.ΜΟΝΟ  ΓΙΑΤΙ  Μ’  ΑΓΑΠΗΣΕΣ

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

MΑΡΙΑ  ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

*****

 

4.ΓΙΑΤΙ

Γιατί, όταν έφυγες, άρχισαν οι βροχές,
Ξαφνικές το φθινόπωρο, συνεχείς το χειμώνα
Και γέμισε ο κήπος φύλλα κι αποδημητικά,
Κι ερήμωσε ο κισσός από φίδια και σαύρες.

Γιατί εσύ ήσουν ο ψηλός τοίχος
Που έκρυβα το πρόσωπό μου, οι ρίζες των δέντρων
Που μ’ ανάσταιναν, η νύχτα των φοβισμένων ζώων,
Ο αμαρτωλός καρπός και τα νεκράνθεμα.

Γιατί εσύ ήσουν η εύφορη γη
Που ριγούσε από τ’ άγγιγμά μου.

ΤΑΣΟΣ  ΚΟΡΦΗΣ

 

 

Μανώλης Μητσιάς – Επειδή σ’ αγαπώ

 

5.ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ´ αγάπησα και σ´ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ´μαστε πάλι
δύο άγνωστοι και θ´ αρχίζαμε
απ´ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν´ αγαπάς
και δυσκολότερο ν´ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη,
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ´ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ´ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά -έτσι κι αλλιώς-
ας είμαι λέω σκλάβος της αγάπης.

ΜΙΧΑΛΗΣ  ΓΚΑΝΑΣ, Γυάλινα Γιάννενα, Εκδόσεις Καστανιώτη

Ο θάνατος του ποιητή – Γιώργος Νταλάρας

https://www.youtube.com/watch?v=TtVC9HB7RBM

 

6.Ο  ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ  ΠΟΙΗΤΗ

Γιατί τον σκότωσαν γιατί
τον γελαστό τον ποιητή
αυγούλα στη Γρανάδα
αυτός εκένταγε φιλιά
αυτός ζωγράφιζε πουλιά
και κρίνα στην κοιλάδα

Το σούρουπο οι Παναγιές
θρηνούν στον ελαιώνα
και του κορμιού του οι πληγές
κατάρες είναι και ντροπές
στον εικοστό αιώνα

Γιατί τον σκότωσαν γιατί
τον γελαστό τον ποιητή
μες του Βηθνάρ το ρέμα
κι αυτός ακόμα γελαστός
παρακαλάει να ‘ν’ αυτός
το τελευταίο αίμα

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ

 

*****

 

7.ΠΡΟΣ  ΠΟΙΗΤΗΝ

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ, Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

 

*****

 

8.ΓΙΑΤΙ  ΤΟΝ  ΕΙΧΑΜΕ  ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ

Μπορε νας π μς ν᾿ γαπήσει μία γυνακα;


ς βγε ξω
ς περπατήσει πρς τ θάλασσα
ς τραγουδήσει


π τ κύματα θ᾿ νθίσουν γυνακες
χι μοναχ γι κενον πο τραγουδ
λλ γι λους μας


λοι θ μάθουμε ξαν τν ρωτα
Σν ν μν τν ξέραμε ποτ
Σν ν τν εχαμε λησμονήσει
Γιατ τν εχαμε λησμονήσει

(19.6.1938) ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

Ορφέας Περίδης – Γιατί πολύ σ΄αγάπησα

 

9.ΓΙΑΤΙ Ν’ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ;

1

Κάποτε σκεφτόμουν: Σε χρόνους μακρινούς

Όταν γκρεμίσουν τα σπίτια που έζησα

Και σαπίσουν τα καράβια που ταξίδεψα,

Τ’ όνομά μου θ’ αναφέρεται ακόμα

Μαζί με άλλα…

2

Γιατί εγώ ύμνησα το χρήσιμο

Που ταπεινό το θεωρούσαν στη δική μου εποχή,

Γιατί πολέμησα τις θρησκείες

Κι αγωνίστηκα ενάντια στην καταπίεση, ή

Για μια αιτία διαφορετική.

3

Γιατί πίστευα πάντα στους ανθρώπους

Και δίνοντάς τους ευθύνες τους τιμούσα,

Γιατί έγραφα στίχους και πλούταινα τη γλώσσα,

Γιατί δίδασκα μια στάση πραχτική, ή

Για μια αιτία διαφορετική.

4

Γι’ αυτό έλεγα πως τ’ όνομά μου

Θ’ αναφέρεται ακόμα, θα χαράζεται

Πάνω σε μια πέτρα, κι από ’να βιβλίο

Θα ξανατυπώνεται σ’ ένα καινούργιο.

5

Μα τώρα

Συμφωνώ να ξεχαστεί.

Γιατί

Να ψάχνεις τον ψωμά, όταν υπάρχει αρκετό ψωμί;                

Γιατί

Να τραγουδάς το χιόνι που έλιωσε,

Όταν καινούργια χιόνια πρόκειται να ’ρθούν;

Γιατί

Να υπάρχει παρελθόν, όταν υπάρχει

Μέλλον;

6

Γιατί

Ν’ αναφέρεται τ’ όνομά μου;  

Bertold Brecht

https://r2019.blogspot.com/2017/02/bertold-brecht-giati.html

 

10.ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΩΣ

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου


Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
θυμάσαι


Διότι θυμάσαι
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει
τα δέντρα
…πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ’ το κόκκινο – σαν τα μάτια τού μπεκρή – λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά ‘ρχονται και να χάνονται
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ’ τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

 

*****

 

11.ΔΙΟΤΙ ΤΙ ΣOΪ ΠΟΙΗΤΗΣ…

Διότι τι σόι ποιητής θα ήσουν φίλε μου αν
δεν έκρυβες δυο άσσους στο μανίκι σου και
δεν τους έριχνες στην τσόχα την ώρα που
φαίνονταν πώς όλα είχαν τελειώσει ο κερδι-
σμένος είχε απλώσει τα χέρια του κι έμεινε
αποσβολωμένος όπως ό αναγνώστης σου όταν
– διασχίζοντας ένα ανθισμένο λιβάδι-
αντικρίσει ξάφνου την άβυσσο και μείνει
με το ένα πόδι στα λουλούδια και το άλλο
κρεμασμένο στο κενό.

Τάσος Πορφύρης, Σώμα Κινδύνου

 

Μίκης Θεοδωράκης – Διότι δεν συνεμορφώθην

 

12.ΔΙΟΤΙ  ΔΕΝ  ΣΥΝΕΜΟΡΦΩΘΗΝ

 

Πέρα απ’ το γαλάζιο κύμα

τον γαλάζιο ουρανό

μια μανούλα περιμένει

χρόνια τώρα να τη δω.

 

Διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις.

 

Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει

μες στο σύρμα περπατώ

θα περάσουν μαύρες μέρες

δίχως να σε ξαναδώ.

 

Διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις.

 

Αλικαρνασσός, Παρθένι

Ωρωπός, Κορυδαλλός

ο λεβέντης περιμένει

της ελευθεριάς το φως.

 

Διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις.

 

Ωρωπός 1969-1970 ΜΙΚΗΣ  ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (266ο): «Προδοσία – Ιούδας»…

*Μάνος Χατζιδάκις, «Η προδοσία (Έγινε παρεξήγηση)»

 

Μάνος Χατζιδάκις,  Έγινε παρεξήγηση ( Η προδοσία )

 

Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δε δώσαμε
το φίλο μας προδώσαμε μια δύσκολη στιγμή

Ήταν η ώρα τέσσερις κι οι τέσσερις χαθήκανε
τα λόγια ξεχαστήκανε κι ακόμα να φανεί

Κυλάει το δαχτυλίδι σου μέσα από το μαντήλι σου
μα το `δαν κάποιοι φίλοι σου κι είπαν πως θα βρεθεί

Στείλε μου μιαν εξήγηση να φύγει η παρεξήγηση
γιατί η καρδιά μου λύγισε κοντεύει να χαθεί

(http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=55)

 

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «Προδοσία»

 

Ζωή πως με παράδωσες μ’ ένα φιλί στους δήμιους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είνε κι’ αυτοί απ’ τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
κ’ έχουν κι’ αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς.

Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ’ τη φριχτή αγωνία,
στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
και να μη σφίγγη. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία,
έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά.

Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ’ έχει η ζωή προδώσει
και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
και νάναι μεσ’ στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση,
που να γενή στα ευγενικά σας όνειρα φτερά.

Εγώ πρέπει απ’ τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
του αίματος, που φαρμάκωσε κι’ αυτή μεσ’ στην καρδιά.
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά.

Κι’ αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξη στο σαρκασμό μου,
κι’ αν αντί δάκρι στάξουνε τα μάτια μου φωτιά,
θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι’ άπρεπο στοχασμό μου
ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά.

Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου.
Μεσ’ στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά.
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνη εχθρός μου
στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!

(https://el.wikisource.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1)

 

 

 

-«Η ΑΤΕΛΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑ»/Κική Δημουλά

Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες
το σεσημασμένο φιλί.
Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
θα επιστρέψω εξολοκλήρου

αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
κεντήθηκε με καυτή βελόνα
τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.

Ξέρεις τι είναι προδοσία;
Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
κάθε σώμα
καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
όπως είναι η στάση της πίστης
η στάση της αγάπης
μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
με μόνη θέα νύχτα μέρα
καρφωτή στα μάτια
την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.

Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
ο αντζέντης της προδοσίας;
Το προδοτικό φιλί.
Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
με την αθανασία
εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
οι οθόνες των αιώνων

γιατί αυτό το φιλί
είναι που διεγείρει
την καταπιεσμένη αγριότητα
προσηλυτίζει το αίμα
στη θρησκεία του θανάτου
εκείνο είναι που
κόβει την ανάσα των θρήνων

κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
είναι γιατί θυμάμαι
ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
την πόρτα της προδοσίας
αλλά το προδοτικό φιλί της
δεν μου το έδωσες.

Γράψε μου σε παρακαλώ
τη διεύθυνσή του.

(http://otaxidiotis.blogspot.com/2007/12/blog-post_04.html)

 

*Προδοσία – Μοσχολιού Βίκυ

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η προδοσία»

Αν επιζήσω της μάχης θ’ αφήσω τα γένια
να μου καλύψουν το πρόσωπο, θα κρύψω
τα φοβερά σημάδια του κορμιού, θα φράξω
την έξοδό με αλυσίδες, θα σπάσω

τη νύχτα της κρίσεως τους δίσκους του γραμμοφώνου
κι ανάβοντας μια μεγάλη φωτιά στη μέση της κάμαρας
θα υποδέχομαι τους φίλους μου τρυφερά σαν πρώτα.
Έτσι μονάχα θα γίνει.
Κι ύστερα θα `ρθει. Είναι, ας πούμε, μια νέα γυναίκα

Είναι ντυμένη μ’ ένα πράσινο φόρεμα
έχει για στήθια δυο κούπες δυνατό κρασί
ένα ρολόι στο στέρνο με σταυρωμένους δείχτες
όταν σημάνει μεσάνυχτα γλιστρά από τους δώδεκα εραστές της
έρχεται έρποντας μες στο σκοτάδι απαλά.

Ψάχνει με σύνεση τ’ αχνάρια της επιστροφής
αφήνει το κοιμισμένο βρέφος στο κατώφλι
κι ύστερα σβήνει στη σκόνη του δρόμου
κρατώντας στο χέρι σφιχτά ένα σπαθί — ή ένα άνθος.

 

 

 

-Αναγνωστάκης Μανόλης, «Ποιητική»

― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tην χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημίας που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

― Tο τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
N’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Έ ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

(Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

 

-Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, «ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ»

Δεν αγαπώ την πατρίδα μου
Η αφηρημένη λάμψη της
δεν προσφέρει ερείσματα.
Όμως (κι ας ηχεί άσχημα)
θα ‘δινα τη ζωή μου
για δέκα δικά της μέρη,
κάποιους ανθρώπους,
λιμάνια, πευκιάδες, ερημιές,
φρούρια,
μια κατεστραμμένη πόλη,
πολλές μορφές της ιστορίας της,
βουνά
– και τρία-τέσσερα ποτάμια.

http://frear.gr/?p=4020

 

 

 

-Μαρία Θεριανή Βάθη, «Προδοσία»

 

Οι καιροί αλλάζουν, οι άνθρωποι χάνονται,

αλήθειες μαθαίνονται μα δεν παραδέχονται…

Φυγή η απάτη χωρίς αντίο…

και έρχονται ώρες που απορώ,

πόσα πρόσωπα κρύβει η δειλία…

Πως αγαπάς με εναλλακτικές,

πως εκτιμάς όταν με δόλο υποτιμάς,

πως κοιμάσαι τα βράδια…

Δύσκολοι καιροί για αλήθειες,

χτίσε το παλάτι σου στην άμμο…

μέχρι άνεμος να φυσήξει δυνατός

και να στα πάρει όλα!

 

(https://www.ithaque.gr/prodosia/)

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, «Αποκαθήλωση ή προδοσία;»

 

Και ναι. Έχω κάθε δικαίωμα να σε λέω Έρωτα. Γιατί πρώτος εγώ σκότωσα τον γιγαντωμένο σου μύθο. Κι έφερα της προδοσίας τη σφραγίδα. Ναι, φίλε. Έρωτα σε λέω κι επιτρέπω στο κορμί να αναριγά από πόθο και μίσος.

Ανάβω τσιγάρο κάτω από την φωτογραφία σου. Ανατολίτικο λιβάνι κάτω από τα γκριζοπράσινα μάτια σου. Σε ευλαβούμαι. Γι’ αυτό το θεσπέσιο δώρο που μου χάρισες απόψε. Την ηδονή της εκδίκησης.

Σε εκδικούμαι με κάθε τρόπο. Από το πως τρώω την πίτσα μέχρι τις μεταμεσονύχτιες αλκοολικές μου απιστίες. Κλείνω τον Μπομπ Ντύλαν για να βάλω τέρμα το σκυλάδικο. Θα κουνήσω το κορμί μου στον ρυθμό της οργής κι έπειτα καταϊδρωμένος θα κυλιστώ στο ίδιο κρεβάτι με κάποιον που δε σου μοιάζει.

Φίλε. Το ξέρω. Κανένας καλύτερος από σένα. Κι όμως, όλοι πάνω από σένα. Σε θέλω τόσο. Που τίποτε άλλο πιο δίκιο από την αποκαθήλωσή σου. Για μένα είσαι πάντα ο ληστής. Για τους άλλους ή τις άλλες απλά ένας νεκρός. Ή καλύτερα ο λησμονημένος.

Σου προσφέρω -όλο γλύκα- τα υπολείμματά σου. Κάτι φιλιά. Μια κουτσή κιθάρα-που πρόσεχες να μην ακουστεί. Και τα δάκρυα του Woodstock πλάι σε κάτι ξεχασμένα άστρα.

Αντίο μωρό μου. Θέλει θάρρος το αντριλίκι. Θάρρος και απόλυτο σεβασμό σ’ ό, τι σε ξεπερνά και σ’ ό, τι σε φοβίζει. Αλλιώς… αυτό το αφήνω να το μάθεις μόνος…

 (https://atexnos.gr/)

 

 

 

Μάικλ Χίγκινς, Η προδοσία


Ένα ποίημα για τον πατέρα μου

Αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ σοβαρά
είπε ο γιατρός πριν μια βδομάδα
καθώς ζητούσε αναπηρικό καροτσάκι.
Αυτό έγινε
αφού μου τηλεφώνησαν να έρθω
και να σε πείσω
να κάνεις εισαγωγή
καταδικασμένος να θυμάμαι τα μάτια σου
να με κοιτάζουν ένα δευτερόλεπτο
πριν σε τσουλήσουν μακριά.
Ήταν μια απ’ τις τελευταίες μου υποχρεώσεις
να σε πείσω να εισαχθείς
ένας Ιούδας που δεν τον διάλεξαν οι Απόστολοι
αλλά άλλοι πιο ρημαγμένοι.
Κι ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση
καθώς σε τσουλούσαν μακριά μου,
χαμένο σ’ εκείνο τον διάδρομο
δίχως να γυρίσεις να με ξανακοιτάξεις.
Κι όταν τέλειωσα,
έκλαψα έξω στο δρόμο
κι έκανα οτοστόπ για το Γκόλγουεϊ
να ξεφύγω απ’ το πρόβλημα,
τα καβγατζίδικα γερατειά σου
κι απ’ την οργή σου
για όλ’ αυτά που σε χτύπησαν
τα τελευταία χρόνια.

Περίμενα μια βδομάδα να σε ξαναδώ
όμως όταν τηλεφώνησα, μου είπαν
ότι σε μετέφεραν εκεί που πάνε
όσους αργούν να πεθάνουν,
σ’ ένα φτωχοκομείο που δεν το έλεγαν πια έτσι
γιατί στην οικονομική αλλαγή του Λίμας
ονομάστηκε «Άγιος Ιωσήφ».
Άραγε το όνομα του πατέρα του Χριστού
και προστάτη των Εργατών
ήταν η μουρλή ιδέα κάποιου θρησκόληπτου πολιτικού;
Κι εσένα τι σ’ ένοιαζε.

Ούτε πολυμιλούσες.
Η αγία νοσοκόμα μού είπε ότι
έσπασες τα γυαλιά ενός βοηθού
την ώρα της εισαγωγής.
Σίγουρα ξέρετε ότι ο πατέρας σας
είναι πολύ δύσκολος άνθρωπος.
Και η Πρόνοια καθυστερεί
γι’ αυτό θα το εκτιμούσαμε πολύ
αν πληρώνατε εσείς τα γυαλιά.

Ήταν το 1964, ακριβώς την εποχή
που οι δημόσιες οφθαλμολογικές παροχές
για τις φτωχότερες τάξεις, καταργήθηκαν
απ’ την κυβέρνηση Βαλέρα,
για όσους δεν μπορούσαν όπως εκείνος
να πάνε στη Ζυρίχη
για τακτικές εξετάσεις και γυαλιά
με λεπτό σκελετό.

Δεκαετίες πριν με είχες πάει να τον δω
να διασχίζει με τον απελευθερωτικό στρατό
την οδό Νιουμάρκετ-ον-Φέργκους
με τους μουσικούς να βροντάνε
τα χάλκινα και τα κλαρινέτα τους
με μάγουλα κατακόκκινα και φουσκωμένα τόσο που
ένα παιδάκι αναρωτήθηκε αν θα σκάσουν
έτσι που φυσάνε τα τρομπόνια τους.
Η Ακολουθία της Ιερής Καρδιάς και ο ντε Βαλέρα,
μου είπες, ήταν οι δύο μοναδικές φορές
που έβγαζαν τα μουσικά τους όργανα
απ’ το σκουριασμένο τσίγκινο υπόστεγο
όπου τα φύλαγαν περιμένοντας με λαχτάρα
να τους καλέσει η Εκκλησία και το Κράτος.

Πολύ πιο πριν εσύ κοιμόσουν
σε χαντάκια και χαρακώματα
ικέτευες πανικόβλητος να τη βγάλεις καθαρή
στις ενέδρες μαζί με άλλους που αργότερα
λογομαχούσαν αν ο ντε Βαλέρα ήταν τυχερός ή ευφυής
όταν ανάγκασε τους Άγγλους να θυμηθούν
ότι ήταν Αμερικανός.
Μα οι διαφωνίες δεν κράτησαν πολύ
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Νιούμπριτζ
και τους στρατώνες του Κάρα όπου έκαιγαν τα στρώματα
γιατί οι τοκογλύφοι αποφάσισαν ότι το νέο Κράτος
ήταν καλό πράγμα
ειδικά για τις μπίζνες.

Στην τραπεζαρία του Αγίου Ιωσήφ
άφηναν τις πατάτες στη μέση του τραπεζιού,
σ’ ένα πιάτο που εσύ
κι άλλοι Δημοκράτες αγωνιστές
τέντωναν τα αδύνατα, τρεμάμενα χέρια.
Τα μάτια σου χαμηλωμένα καθώς ξεφλούδιζες
με το νύχι του αντίχειρα μακρύ που κοιτούσα παλιά
να σκαλίζει σχέδια στο δέρμα που ξέραινες
για να μας φτιάξεις παπούτσια.
Όταν με κοιτούσες τα μάτια σου
ήταν χιλιόμετρα μακριά και τώρα πια
εντελώς ρημαγμένα
αντίθετα με τότε που στα εξήντα σου
παρέβλεπες πόσες φορές δεν σε δέχονταν
σε δουλειές γιατί ήσουν πολύ φιλάσθενος
για να φορτώνεις φορτηγά ή να γίνεις πλασιέ.
Και θυμάμαι
να ξανάρχεσαι σ’ εμένα
τον σύντροφό σου σε τέτοιες περιπτώσεις
λέγοντας: «Νομίζουν ότι γέρασα και δεν μπορώ.
Είπα ότι είμαι πενήντα οχτώ όμως ήξεραν
ότι είμαι πάνω από εξήντα».

Ένα κορμί έτοιμο να ταξιδέψει
ταιριαστό μόνο σε φέρετρο
ένα κορμί που σε έφερνε σε δύσκολη θέση
αν ήταν να πεθάνεις σπίτι.
Ντρεπόσουν να βγεις στο φέρετρο
απ’ το παράθυρο, γι’ αυτό ήρθες εδώ
όπου η μάνα μου είπε ότι της ζήτησες
μόνο να βάλει το δροσερό της χέρι
κάτω απ’ το σβέρκο σου.
Και ήμουν μπροστά όταν ρώτησαν
αν θα σου κάνουν δημόσια κηδεία
αγωνιστή της Δημοκρατίας
το μήνα που πέθανες,
μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης
οικονομικής μεταρρύθμισης.

Τώρα κοιτάζω τη φωτογραφία σου
τραβήχτηκε στην αρχή της άσχημης εποχής σου
με τους συναγωνιστές σου
απ’ το Λίμερικ.
Το πρόσωπό σου με κατατρέχει όπως κι αυτές οι μνήμες.
Κι όλα όσα έγιναν, έγδαραν την καρδιά μου
και δε μπορώ να ξεχάσω
αυτό που εν τέλει, ήταν
μια προδοσία.

(https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/9201-poihmata-michael-higgins)

 

 

 

 

-Χάινερ Μύλλερ, [Τον καιρό της προδοσίας]

 

Ο Ντεμπυσόν στην Τζαμάικα

Ανάμεσα στα βυζιά της μαύρης

Στο Παρίσι ο Ροβεσπιέρος

Με σπασμένο το σαγόνι

Η Ζαν Ντ’ Αρκ όταν ο άγγελος δεν ήρθε

Πάντα στο τέλος οι άγγελοι δεν έρχονται

ΜΑΤΣΟ ΚΡΕΑΣ Ο ΔΑΝΤΟΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ

ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΚΡΕΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

ΟΜΩΣ ΚΟΙΤΑΧΤΕ, ΚΟΙΤΑΧΤΕ ΣΤΟΥΣ

ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟ ΚΡΕΑΣ

ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟ ΑΓΡΙΟ ΕΛΑΦΙ ΜΕ

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΥΠΟΔΗΜΑ.

Χριστός. Ο Διάβολος του δείχνει τη

Βασιλεία του κόσμου

ΑΠΑΡΝΗΣΟΥ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΟΛΑ

ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΙΚΑ ΣΟΥ.

Τον καιρό της προδοσίας

Είναι τα τοπία ωραία.

 

(https://www.lifo.gr/guide/cultureblogs/bookblog/40808)

 

Πες το με ποίηση (265ο): «ΕΝΟΧΕΣ-ΤΥΨΕΙΣ – ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ – ΝΤΡΟΠΗ»…

Τύψεις,  Α. Καρακότας

1.ΤΥΨΕΙΣ

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν.

Δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανηλέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ τις χειρονομίες.

Μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.

NTINOΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

*****

 

2.ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Έρωτας της ενοχής
Ή μήπως
Ενοχή του έρωτα

Όταν κατανικήσεις
Τη δειλία της παραδοχής
Θα λες τα πράγματα
Με τʼ όνομά τους

Θα βρεις τον τρόπο
Να στηρίξεις επιτέλους
Μια δίκαιη θέση

KΛEITOΣ  KYΡΟΥ,  «Πρωθύστερος λόγος» 1996

 

*****

 

3.ΟΙ  ΕΡΙΝΥΕΣ  ή  ΤΟ  ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΗΜΕΡΩΝ

ΥΣΤΕΡΑ από την εποχή των ερώτων έρχεται κάποτε
Η συγκομιδή ακούς από μακριά των όπλων την κλαγγή
Και τα ξεφωνητά να σιγοσβήνουν να σε κυκλώνουνε
Δολοπλοκίες ο θάνατος να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα
Διαπότισε τα πάντα η προδοσία αφρισμένοι ποταμοί
Κατρακυλούν όπου και να γυρίσει το μάτι σου βλέπεις
Οχιές στον ουρανό η νύχτα καταφθάνει φορτωμένη
Ενέδρες να αιχμαλωτίσει τις λέξεις σου που πήδησαν
Μέσα στο άσπρο φως σε στιγμές ευφροσύνης μια οσμή
Φθοράς πλανάται παντού για ποιόν να μιλήσεις
Τί σημασία να καταγράφεις τώρα μια καρδιά
Η ζωή δεν αλλάζει με στίχους καθώς το πιστεύαμε
Κι αυτοί θα σε προδώσουν ακόμη θά ’ρθει μια μέρα
Που μπορεί ν’ απαρνηθείς την ποίηση να δώσεις ένα τέλος
Στην κακοδαιμονία να ξαναγίνεις ένας άνθρωπος
Σωστός να βγαίνουν τέρατα απ’ το στόμα σου να μην
Ακούγεται η φωνή σου καν η άλλοτε ωραία φωνή σου

Γύρω σου σα μαστίγια άλλα αστέρια γυρίζουν
Σε παράλληλους κύκλους σού προσφέρουν μια διέξοδο
Θα υπάρχει ένας τρόπος να μπεις στην τροχιά τους

 

Κλείτος Κύρου. 1963. Κλειδάριθμοι. Θεσσαλονίκη: Ε. Σφακιανάκης. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Κλείτος Κύρου. 1997. Εν όλω. Συγκομιδή (1943–1997). Αθήνα: Άγρα.

 

******

 

4.ΕΝΟΧΗ
Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

*****

5.ΕΝΟΧΉ

 

Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος

που μας κοροϊδεύει.

Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας

τις ακτίνες του.

Πόσο επαίσχυντα ωραίοι

όταν τραβάμε το σύρτη.

Και μένουμε άφωτοι −

ο ένας απέναντι στον άλλον.

«Εν φαντασία και λόγω», (1975), «Γιάννης Βαρβέρης – Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», Κέδρος. (Γ΄ έκδοση, 2008).

 

*****

 

6.ΣΑΝ ΤΥΨΗ

 

Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια

ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.

Εκείνα, όμως, δεν έχουν

μόνο θυμούνται

αυλές και γέλια και παιχνίδια

βλέπουν γονείς στραγγισμένους

ή τους χάνουν

δεν ονειρεύονται

γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα

χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

 

σεντονάκια της αθωότητας

μη μου γίνετε τύψη.

Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Ένοχος χωρίς αιτία

 

 

7.ΟΜΟΛΟΓΙΑ  ΕΝΟΧΗΣ

Χωρς ν πάρχει στ χαρτι μι καταδίκη ες θάνατον
περιπλανμαι σν φυγόδικος π τν πρώτη μου στιγμή.

λοι μο λν πς εμαι θος
γιατί σπανίως ννοον τ πάμπολλά μου γκλήματα.
Πς εμαι δήμιος, σφαλς, δν τ πιστεύουν.
Μ γ φοβμαι. Γιατί• καλς γνωρίζω
πόσες ραες μου πράξεις καρατόμησα•
πόσες φορς κλάδεψα τος βλαστος μου•
πόσες φορς συναντήθηκα μ τν λλο μου δαίμονα
κ’ στριψα
στ μικρ
σκοτειν
πάροδο.

λοι μο λν πς εμαι θος
γιατί δ βλέπουν
τ κρεμασμένα
στος τοίχους
μοιώματα•
τ συνετ κα δίκαια ργα μου δ βλέπουν
τσι καθς περνον σκυφτ
τς πύλες τν φερέτρων μου.

ταν χτυπάει νεμος τν πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα —λέω— ρχονται ν μ συλλάβουν•
ρχονται ν μ ποχρεώσουν κα πάλι ν’ ρνηθ
ν π: Οκ οδα τν νθρωπο.
Ατν πο ντός μου κατοικε
δν τν γνωρίζω.

λοι μου λν πς εμαι θος
κα πς μπορ σύχως ν’ ναπαύομαι•
ν περπατ νενόχλητος στος δρόμους•
γι τος κοινος κακούργους μ πέχθεια ν μιλ
κα ν’ ποσύρομαι χωρς
τν ντροπ το νόχου.

Μ γ δν ναπαύομαι. Τς νύχτες
μ κυκλώνουν ο σκιές. γρια φαντάσματα
καραδοκον πίσω π’ τς πόρτες μου.
Κα δν μπορ ν εμαι διαυγής•
καθαρς κα μόλυντος δν εμαι•
κι ς μν πάρχει στ χαρτι
μιά καταδίκη
ες θάνατον.

Σ τ έ λ ι ο ς  Γ ε ρ ά ν ης,  Σπύρου Κοκκίνη,  νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ., Ἀθῆναι,  Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., 2000.

 

******

 

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΕΝΟΧή

 

Συγχώρησέ με, Θεέ μου, που δεν κατόρθωσα
να δω τον κόσμο αυτό τον επίγειο σαν ένα πανηγύρι
και να τον διασκεδάσω σαν ένας πανηγυριώτης.
Πώς θα γινόμουν, Θεέ μου, ένας πανηγυριώτης, αφού γιορτάζαμε
το έτος του παιδιού κι ύστερα πηγαίναμε και βάζαμε το μεσονύχτι
δυναμίτιδα στις κατοικίες των προσφύγων και τους ξεθεμελιώναμε
μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά του;
Πώς να καυχιόμουν, Θεέ μου, πως όλος ο κόσμος ήταν ένα πανηγύρι,
αφού πορευόμασταν στα βαρβαρικά μας μεσονύχτια και σκοτώναμε
πάνω στον ύπνο τους, γέροντες, γυναίκες και παιδιά μικρά, αγόρια και κορίτσια
και ύστερα για να εξαφανίζουμε από ενδεχόμενους υποκριτικούς παρατηρητές
το σκοτωμένο ψυχομέτρι περνούσαμε πάνω τους
με τις ματωμένες εκείνες μπουλντόζες μας και μεταμορφώναμε
το έγκλημά μας σ’ ένα κόκκινο πολτό, σ’ ένα πολτό
τ’ αθώα παιδιά και τα κορίτσια μας σ’ ένα κόκκινο πολτό;

ΣΑΡΑΝΤΗΣ  ΠΑΥΛΕΑΣ,  Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983)

 

*****

 

9.ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

 

Γράφουμε όνειρα

και σβήνουμε ελπίδες

ξεγράφουμε ονόματα

κι αναζητάμε λέξεις

να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών

με ξεραμένα νυχτολούλουδα

και ψεύτικα παραμύθια.

 

Αγοράζουμε θλίψη

σε τιμή ευκαιρίας

μέσα από εικόνες παιδιών

που χάνονται αναζητώντας

απόλεμη πατρίδα

και πουλάμε ρητορείες φτηνές

για αλήθειες και για δίκια.

 

Θάβουμε ενοχές

στα πηγάδια της λήθης

και ξεθάβουμε

ρήσεις αθωωτικές

για ένα κόσμο γεμάτο θύτες

εκούσιους φονιάδες

κι ακούσιους παρατηρητές.

Ανδρέας Καρακόκκινος, «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό»,  Ένεκεν, 2017

 

*****

 

10.ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ  ΣΤΑ  ΟΝΕΙΡΑ  ΣΟΥ

Συνένοχος στα όνειρά σου
και στα κρυφά ταξίδια της ψυχής
στην απαγορευμένη πλευρά του φεγγαριού,
δε θα μαρτυρήσω τη λάμψη απ’ το χαμόγελό σου
κι ούτε θα πω τον όρκο σου στ’ αστέρια.
Θα παίρνω μόνο τις λέξεις σου
όταν θ’ απλώνονται στον αγέρα που αναπνέω
και θα στολίζω τα μονοπάτια της ψυχής
για να είναι τα φιλιά σου πιο γλυκά.

Κι όταν κουρασμένη απ’ το μυστικό του φεγγαριού
θα γέρνεις τρυφερά στις αχτίνες του
εγώ θα σε σκεπάζω με φιλιά
και θα σε κρύβω στην καρδιά μου
μην και φανερώσεις την ενοχή
για τα κρυφά τα όνειρά σου.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Πνοή της άνοιξης (2007)

 

*****

 

11.ΣΕ  ΚΛΟΙΟ  Ε-Υ-ΦΟΡΙΑΣ

 

Στην πλατεία της ασυδοσίας

περίμεναν στην ίδια σειρά

ανυποψίαστοι αθώοι

κι ένοχοι εκ προμελέτης

να καταθέσουν στον ιερό βωμό

το υστέρημα ζωής

ή το περίσσεμα της αμαρτίας.

 

Οι ανίεροι εξεταστές

ντυμένοι στρατοδίκες

μοίραζαν ειρωνικά βλέμματα

με τα αγέλαστά τους μάτια.

 

Οι καταδίκες θα ακολουθούσαν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

 

*****

 

12.Η ΕΝΟΧή

Κόκκινο φόρεμα φορά
Κατεβαίνει το ξημέρωμα
στα ξενυχτάδικα
σαν όμορφη γυναίκα
Η Ενοχή

Πλανεύει

Στο βάθος γυρεύει μια αγκαλιά
Χαλαρή
Σφικτή
Μια αγκαλιά τέλος πάντων

Όπως όπως
Να βγει η νύχτα

Ξηρογιάννη Ασημίνα Λίγη φθορά για γούρι, Γαβριηλίδης, 2017

 

 

*****

 

 

13.Σ’  ΕΝΑ  ΚΟΚΚΙΝΟ  ΜΠΑΛΟΝΙ

Σε ενοχοποιούν
Όχι τόσο οι πράξεις σου
Σε ενοχοποιούν οι σκέψεις
Οι σχέσεις σου
Κάτι χαμόγελα που έσβησες
Κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς
Σχεδόν ηλιοβασίλεμα.

Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου
Και αυτά που της χρωστάς.
Κάτι λάθη
Και κάτι πάθη.

Και έτσι είσαι ζωγραφισμένος
Σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που ανεβαίνει
Δε μιλάει
Ανεβαίνει πάνω απ’ την πόλη.

Κατερίνα Γώγου

 

ΦΟΡΤΩΘΗΚΑ ΤΙΣ ΤΥΨΕΙΣ ΜΟΥ – Γιώργος Νταλάρας, Γλυκερία

 

14.ΤΥΨΗ

Πήγα και κάθισα κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι
στη στροφή του δρόμου με τους στεναγμούς
Η βροχή έκανε ποτάμι τ άστρα.
Άνοιγε μέσα μου ο κύκλος.
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα και πίκρα.
Ήρθαν και με βρήκαν
απ’ τις τέσσερις γωνίες της νύχτας
με αλλόκοτους ψίθυρους
και κλειδώθηκαν βαθιά στο αίμα μου
οι πέτρες με τα γαλάζια μάτια
τα πουλιά με τα γαλάζια νύχια
και μάτωσαν τη συνείδηση μου.

Βασίλης Φαϊτάς,  Άποικοι της νύχτας (1966)

 

 

*****

 

15.ΤΥΨΗ

Φοβούμαι που θα ξυπνήσω
στον κακόβουλο εφιάλτη
των χαιρέκακων επιθυμιών
που εξετέλεσα.

Ακέφαλα σώματα της ύπαρξης
του εαυτού μου συνδεδεμένα
σε κεφαλή αυστηρότητας
που προκάλεσα.

Βρίσκομαι στη θήκη
που δεν έχει φως ανάληψης,
μόνο την ύλη ατομικής εισπνοής
που εξέπνευσα.

Ποθητή αγωνία, ανάγκη
του σώματος απορρέει
ο φόβος που περιβάλλει, ιδρώς
που τον φόρεσα.

Ζωή Καρέλλη, Πορεία (1940)

 

ΜΠΛΕ – Νιώθω ενοχές

 

16.ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ
Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντίλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΓΚΑΝΕΛΗΣ, Χρεωκοπία ιδεών, Στοχαστής 2014

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

-Πες το με ποίηση (264o): «Ανάσα – πνοή – αναπνοή»…

*Σωκράτης Μάλαμας & Νίκος Στρατάκης » ΑΝΑΣΑ »

 

 

-«Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα»

( Γιώργος Σεφέρης)

 

 

 

Ανασαίνω τα κάλλη/ το μηδέν όταν θάλλει.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-«Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 

εκείνου του ανθρώπου

 

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε 

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Φυγή)

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Ανάσα»

H Ανάσα σου,
είναι αυτή που τώρα αναβιώνει
και μου θυμίζει πόσο καυτή ήταν·
η απώλειά της με παγώνει
εναντίον μου σ’ αυτό όλο το σύμπαν,

περνούσε από το στόμα μου,
κατέβαινε και άνθιζε στα σωθικά μου,
οι πεταλούδες στροβιλίζονταν,
μήνυμα ότι ήσουνα κοντά μου.

Αυτή χάθηκε, το σώμα πάγωσε, οι πεταλούδες
έγιναν κάμπιες, το στόμα ξεράθηκε,
το σώμα λαθράκιασε, το μυαλό μαράθηκε.
Μόνη η ανάσα έμεινε σαν γλυκεία ανάμνηση.

http://www.poiein.gr/

 

 

 

 

-Kabir, «Η ανάσα μέσα στην αναπνοή…»

Με ψάχνεις;
Είμαι στο διπλανό σου κάθισμα.
Ο ώμος μου είναι απέναντι από τον δικό σου
δεν θα με βρεις στα stupas *
ούτε σε Ινδικά ιερά δωμάτια
ούτε σε συναγωγές,
ούτε στους καθεδρικούς ναούς:
ούτε σε θείες λειτουργίες
ούτε σε  kirtans,
ούτε στα πόδια που τυλίγονται γύρω από το λαιμό σας,
ούτε αν τρώτε  τίποτα άλλο παρά λαχανικά.
Όταν πραγματικά ψάχνετε για μένα,
θα με δείτε αμέσως –
θα με βρειτε στη μικρότερη κατοικία του χρόνου.
Ο Καμπίρ λέει:» Μαθητή, πες μου, τι είναι ο Θεός;»
Είναι η ανάσα μέσα  στην αναπνοή

http://iketestondromon.blogspot.com/2017/10/blog-post_4.html

 

 

 

Σπύρος Λ. Βρεττός, «Μακροβούτι με μεγάλη ανάσα»

στον Λάμπρο

Όπως όταν σημαδεύουμε στον αέρα

τη μία πέτρα με την άλλη

κι είναι το σώμα μας γονατιστό μες στα νερά

τα χέρια ψάχνοντας δίπλα στο σώμα τις δύο πέτρες

με το αριστερό τη μια να την πετάμε ψηλά

και το δεξί να σημαδεύει

μα πάντοτε οι πέτρες να περνούν ξυστά

και ποτέ η μια πάνω στην άλλη

και ύστερα ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα

ώσπου οι πέτρες στο σώμα δίπλα να τελειώσουνε

κι αλλού να τις γυρεύεις

μα να ’σαι πλέον βαθιά

και να πρέπει βουτιά για τις δύο πέτρες

και η βουτιά να δίνει μία μόνο στο δεξί

–η άλλη από το χέρι να γλιστράει–

και το δεξί να την πετάει ψηλά χωρίς να σημαδεύει

ωστόσο τυχαία τώρα πετυχαίνοντας

αυτό που δεν ακούγεται ποτέ

κάθε αιώνα που χτυπιέται.

 

(Από τη συλλογή «Τα δεδομένα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

 

 

 

 

-Σωκράτης Σκαρτσής, «ΑΝΑΣΑ»

1

Οπως µιλαει η θαλασσα εγω ποια γλωσσα εχω αλλη;

Κυµατα του µεγαλου νερου η της ψυχης µου αυτης

ερχονται εδω απο αυτον τον κοσµο.

Τα πραγµατα ειναι τα λογια µου

και το τραγουδαω

κυµα το κυµα ανασα την ψυχη.

Μια πεταλουδα εν’ αρωµα µια γευση δικη µου,

ειναι ο,τι ειµαι οπως ειµαι ο,τι ειναι.

Το υψος µου ειναι τα µατια µου

η αφη µου µε λεει µε ολα

κι ο λογος ειναι αυτο που γινεται.

Ειµαι και µαθαινοµαι

µι’ ανασα ψυχης ενα ονειρο ενας καρπος

που τρωω και γινοµαι

και µπορω να πινω ωραια νερο.

Ωραια που ειναι τα πραγµατα οπως εγω  

νερακι

που κυλαει µονο του λαµπερο.

2

Αναµεσα

στα µατια µου κι απεναντι

ο κοσµος χαϊδευεται.

3  

∆εν ηρθε το ξερω λαµπει.

4  

Νους αναπνοη  να.

5

Ειµαι η δεν ειµαι τρα λα λα.

6

Ανασαινω αργα

τα νερα λαµπουν ουρανος

κυλανε ωραια

παει η ψυχη µου

ωσπου να µε συναντησει

στην πνοη του ανεµου

και να µιλουν ελευθερα τα πουλια.

Κοιταζεις που λαµπω

γλυκα ως λευκος.

Λευκαζουµε

 

(https://www.academia.edu/11954334/%CE%97_%CE%9F%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97)

 

 

 

 

-Σωκράτης Σκαρτσής, «Η ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ» (απόσπασμα)

 

Τα λογια αστερια τελείωσαν

οπως τελειωνει ο κοσµος

στο λογο που γινεται µονος του ο,τι θελει

η δε θελει.

Ετσι η πνοη και τ αγγιγµα

κι η µεθη του ονειρου τους

που τ ονειρευοµαι

λογος ολοκληρος ο λογος µου.

Τα λογια τελείωσαν

αρχιζει ο λογος

που ειµαι απο µονος του.

 

Κι αφου το τραγουδι λεει πως ειναι κοσµος

ας τραγουδησω

καθως µε τραγουδησε ο πατερας µου στη µανα µου  

ν αρχισω και να τελειωνουν

γυµνα µατια.

Εκει κοιταζω κυµατα χρυσαφιου

ως τη ριζα και το πουπουλο

που ειναι ο ενας αυτος ολοµοναχος κοσµος

κι η γνωση του ολογυµνη

χορτο στα χορταρια σταγονα της θαλασσας.

Ετσι τραγουδαω

 γιος τραγουδισµενος και τραγουδιστης ατραγουδιστος

µονο µε τα φυλλα και τα πουλια

µεσα στο φαϊ και στο πιοµα

κι εξω απ τ ανοιγµα και τη γλυκα

γιος του κοσµου ακοσµητος, κοσµητικος.

*

Μα όταν, κοσµε µου, ανεµιζεις ανασα τη γυµνοτητα σου

γινεσαι η γυναικα που παιζει πεπλα την απλα

ολογυµνη,

α η γυµνοτητα

της αφης ν αφηνοµαι

της τροφης να τρεφοµαι

της ποσης να πινοµαι  

νερο της ατελειωτης γυµνοτητας,

γυναικα, κοσµε µου,

που ανοιγει ολη γλυκο σωµα.

 

Και ειµαι ολοκληρος γυµνος τραγουδι

 

που τραγουδιεται αλαφρες ανασες

κι ασπρες γραµµες και γλυκο βαρος

φυλλων και πουλιων της ζωης

που κινουν την αζωη αληθεια

τρυφερα και πρωτα

ως τα ολα τ αλλιωτικα,

το τραγουδι που θυµαται

πως ειµαι γιος κι εγω και πατερας

εσενα, κοσµε µου, που µε κανεις

οπως εισαι

κι εγω σε τραγουδαω γυµνος.

 

Ετσι αναπνεω

και λεω εµπνοη και εκπνεω ναι εισπνεω

οχι ανασα θανατος ανασα αθανασια

ανασα θαλασσα σταγονες γυµνες

αρωµατα υγρα της αυγης

που γενναει αργα τον ουρανο.

(https://www.academia.edu/11954334/%CE%97_%CE%9F%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97)

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Θερινό ηλιοστάσιο» (απόσπασμα)

Β΄

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί∙
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού –
το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.

(Γ. Σεφέρης, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

*******************

 

 

-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε την ζωή μας.• λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή.»

 

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

 

-Γ. Σαραντάρης, «Πνοή»

Ένας ουρανός ανασαίνει για σας,
ματάκια μου,
τώρα που απομείνατε ορφανά
από κάθε καημό,
και αγκαλιάζετε μονάχα ένα χρώμα

 

(από το Σαν Πνοή του Aέρα, Eρμής 1999)

 

 

 

-Αρετής Μαυροπούλου, «Θεού πνοή»

 

Είσαι παντού παρών

ο ορατά ανεύρετος

αλλά αόρατα

πάντα συμπάσχων..

 

Εσύ ο παντογνώστης

της εύλαλης σιωπής μου

ο ακατάληπτος.

 

Μια ζωή μου δώρισες

να σε αναζητώ

στις χίλιες σιωπές

να σε ψάχνω

στα ταπεινά ξωκλήσια

στα αγιοκέρια

που ευωδιάζουν.

 

Να σε χάνω

κάποτε κάποτε

να σε βρίσκω πάλι

στις εικόνες των Αγίων

που δακρύζουν

στις ρυτίδες των απελπισμένων.

 

Να σε οσφρίζομαι

στην αλμύρα της Θάλασσας

στο Ανοιξιάτικο αγέρι

στην ευωδιά του γιασεμιού

στους πορφυρένιους ροδανθούς

που χαμογελούν.

 

Ξόδεψα μια ζωή ολάκερη

να σε αναζητώ

στα χρυσαφένια στάχυα

μα ένα δεν κατάφερα

να μάθω γιατί σωπαίνεις τόσο.

 

Να σε χάνω κάποτε κάποτε

να σε βρίσκω πάλι

στις τεθλασμένες του μυαλού μου

γιατί μόνο εσύ με αφουγκράζεσαι.

 (https://www.fractalart.gr/eksomologisi/)

 

 

 


Γιάννης Τζανετάκης, «ΣΑΝ ΥΣΤΑΤΗ ΠΝΟΗ»

Μέσα σε κάθε ποίημα
είμαι εγώ

όπως στα φιλμ ο Χίτσκοκ

δείτε καλύτερα

πίσω απ’ το σκριπτ
στα ράμματα

στο σκοτωμένο αίμα
κάποιου στίχου

μ’ αρέσει να λουφάζω
στις γωνιές

σκύλος
σφιχτά το κόκαλό του
που κρατάει

σαν ύστατη πνοή σαν φυλαχτό

(http://www.biblionet.gr/book/222838/%CE%98%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1)

 

 

 

-Ανδρέα Καρακόκκινου, «Πνοή της άνοιξης»

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
χείμαρρος χρυσός
χαμόγελο ζεστό
η ψυχή πεθαίνει
και ξαναγεννιέται
σε μια χούφτα ευτυχίας.

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
να χαϊδέψεις απαλά
το πιο σκοτεινό
κομμάτι της ψυχής
χαρίζοντας στη λάμψη
του φεγγαριού
ένα ατελείωτο
μελωδικό
ερωτικό τραγούδι.

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ»

 

Ολα αλλάζουν.

 Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

 Μα ό,τι έγινε έγινε.

 Και το νερό που έριξες στο κρασί σου

 δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.

 Ο,τι έγινε έγινε.

 Το νερό που έριξες στο κρασί σου

 δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις·

 όλα όμως αλλάζουν.

 Να ξαναρχίσεις

 μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

 

 **********************

*Λιζέττα Καλημέρη – Πνοή Του Ανέμου

 

«Στο πρόσωπό σου/ μαθαίνω Γεωγραφία/ Πώς μεταβάλλονται με τον καιρό/ Κοιλάδες σ’ ερήμους/ Λόφοι ακμαίοι σε κινούμενη άμμο./ Τις λίμνες μας/ Ποια στράγγιξε η ρουφήχτρα/ Πώς λίγο – λίγο χάνονται τα σύνορα/ μπερδεύομαι/ κι όπως αγωνιώ μη και χαθώ/ με την αναπνοή σου/ νιώθω να αναπνέω.»

(Μαρκαντωνάτου Μαρία, Σκάλα μυστική)

 

 

-«…Όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ν’ αναπνέει, και ποτέ δεν αναρωτιέται «αναπνέω για να ζήσω;», όχι αναπνέω γιατί δεν μπορώ να μην αναπνέω. Έτσι κι ο ποιητής γράφει….»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;…»

(Γ. Ρίτσος, Γυμνό σώμα)

 

 

 

 

 -Ανθή Χατζημπίνου, «Αναπνοή, η τελευταία»

 

Αναπνέω ακόμη τον απαξιωτικό καπνό από τα αποτσίγαρα του τελευταίου φασισμού.

Αίμα στύβω από τα μαλλιά μου, τα μάτια μου βούρκωσαν από τον πόνο.

Μας μαχαίρωσε πισώπλατα το όνειδος του ψεύδους.

Η γεύση στα χείλη μου πικρή, σαν τον αποσταγμένο μούστο μαυροδάφνης.

Η εξαθλίωση διαγράφεται στο σκουριασμένο μέτωπο.

Η παραίτηση είναι το ολοκλήρωμα του μαύρου κύκλου της καταπίεσης.

Το νέφος από τα φουγάρα της Χαλυβουργικής καταπίνει το αμάξι μου.

Ώρα 6.30 πμ. Ταξιδεύω?

Μου έμαθαν ότι το άγνωστο είναι η προέκταση της σπασμένης αλυσίδας της πραγματικότητας.

Ζητάω πολλά.

Πώς θα υπάρχει καλύτερο σε μια πόλη ντυμένη στο χακί;

Αρκετά περιπλανιόμουν στα μεθυσμένα μονοπάτια της.

Ο ήλιος κολυμπάει στο χειμωνιάτικο γαλάζιο της αγουροξυπνημένης θάλασσας.

Ξημερώνει?

Οι ακτίνες του με αγκαλιάζουν πατρικά από τους ώμους, σαν προάγγελμα της άπιαστης ελευθερίας.

Λάθος μου που έφυγα. Πρέπει να γυρίσω.

Ώρα 6.51 πμ.

Να πιω έναν τελευταίο καφέ στην Καλλιθέα, να πάρω θέση.

 

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί και ξημερώνει?

 

(http://1lyk-kerats.att.sch.gr/site/index.php/symmetoxes-se-diagonismoys/98-draseis/diagonismoi/311-anapnoi-i-teleftaia)

 

 *Βαθειές αναπνοές, Παντελής Θαλασσινός

 

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης, «Μια αναπνοή»

 

Σε μια σου αναπνοή, κρύβεται ολόκληρη η ζωή.

Κι όμως δεν έμαθα να αναπνέω, δεν έμαθα να ζω.

Κοιτάω το κενό, δίχως σκέψεις.

Σκέφτομαι μόνο το κενό.

Σκέφτομαι και εσένα λίγο.

Προτιμώ το κενό.

Μου προσφέρει περισσότερη ασφάλεια.

Δίχως όρια, δίχως χρόνο, δίχως εσένα.

Και έχασα πολλές αναπνοές.

Και ανέπνεα, δίχως να ξέρω πως αναπνέω.

Και ζούσα σαν νεκρός.

Και μέσα από τον θάνατο, κατάφερα να αναπνέω.

Μέσα από την παύση της ζωής, έμαθα να ζω.

Και τι είναι η ζωή; Μια δόση θανάτου μέσα στο κενό.

 

(http://metaximas.org/2019/01/27/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE/)

 

 

 

Μαριλένα Κολλάρου, «Αναπνοές Φωτός»

 Η ζωή μου είναι σκοτεινή
κι έμαθα από ανθρωπάκια γνωστικά
πως οπωσδήποτε πρέπει να βρω τη λάμψη.
Μα το φως είναι μια πλάνη,
παγίδα των καιρών.
Κοιτώ ψηλά όπως μου έλεγες,
που και που ξεπροβάλλουν
δέσμες φωτός.
Μα είναι άπιαστες,
σχεδόν δεν υπάρχουν για το μπόι μου.
Συναντώ πιο κοντά μου απομίμηση
της λάμψης τους,
μα λέω δεν μου αρκεί μάλλον
για να φωτίσω ολόκληρο τον κόσμο.
Τα όνειρα χαραμίζονται
στο ίδιο σώμα που τα άνθισε,
για φαντάσου…
Αγαπώ τελικά πιο πολύ το φως των αστεριών
όπως με πρόσταξες,
μα η ατέρμονη λάμψη τους
ζεματάει όλα τα ψέματα
που μου είπα για να κρατηθώ ζωντανή.

Έσβησα τα αστέρια κι άνοιξα τα φώτα.
Θέλησα να με πείσω πως αποζητώ μονάχα τη λάμψη.
Τέρμα οι έρωτες για εμένα, θα αναπνέω με το τεχνητό φως.

Με φόρτωσες διάολε με αστέρια!

(https://fwords.gr/anapnoes-fwtos/)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (263ο): «ΚΑΙΡΟΣ»…

1 Χρόνος είναι εις πάντα, και καιρός παντί πράγματι υπό τον ουρανόν.
2 Καιρός του γεννάσθαι και καιρός του αποθνήσκειν· καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζόνειν το πεφυτευμένον·
3 καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν· καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν·
4 καιρός του κλαίειν και καιρός του γελάν· καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν·
5 καιρός του διασκορπίζειν λίθους και καιρός του συνάγειν λίθους· καιρός του εναγκαλίζεσθαι και καιρός του απομακρύνεσθαι από του εναγκαλισμού· 
Α’ Κορ 7:5
6 καιρός του αποκτήσαι και καιρός του απολέσαι· καιρός του φυλάττειν και καιρός του ρίπτειν·
7 καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν· καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν·
8 καιρός του αγαπήσαι και καιρός του μισήσαι· καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης.
 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ, Kεφάλαιο  3

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ- Δήμητρα  Γαλάνη

 

 

1.ΚΑΛΟΣ  ΚΑΙ  ΚΑΚΟΣ  ΚΑΙΡΟΣ

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983

 

*****

  1. ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ…

 

ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ἡ ἰδέα (ὄχι ἡ φόβος) ἑνὸς ἐπικείμενου θανάτου.

Πῶς θὰ πεθάνω;

Μέσα σὲ πόνους, σὲ ξεράσματα, σὲ σκατά;

Θάναι μέρα ἢ νύχτα;

Παλεύοντας ἀνάμεσα στὸ κόκκινο καὶ τὸ μαῦρο.

Ποιὸ κόκκινο; Ποιὸ μαῦρο;

 

Παλεύοντας μὲ τὸ τεράστιο φτερωτὸ ψάρι ποῦ μπῆκε ἀπ’ τὸ παράθυρο;

Μαχαιρωμένος; φαρμακωμένος;

Ἢ μ’ ἕνα πυρωμένο στεφάνι νὰ σφίγγει τὸ στῆθος;

Λαχανιάζοντας ὅλη τὴ νύχτα;

 

Τί ἔκανα ἀπόψε τὴ νύχτα;

Τί πρόσθεσα σὲ ποσοστὰ στὸ θάνατό μου;

Ποιὸς θὰ παραστέκει τὸ κουφάρι μου;

Ποιὸς ἀληθινὰ θὰ μὲ παραστέκει;

 

Τὰ βιβλία μου ξερὰ γεμάτα σκόνη στὰ ράφια.

Τὰ χαρτιά μου σκόρπια πεταμένα δῶθε κείθε,

θὰ τὰ κάνουν ἕνα πακέτο, θὰ τὰ φάει

ἡ ὑγρασία, τὰ ποντίκια, ὁ χρόνος.

 

Τί θάχω γιὰ νὰ ὑπάρξω μετὰ τὸ θάνατό μου;

Ὕστερα τί μὲ νοιάζει ἂν θὰ ὑπάρξω μετὰ τὸ θάνατό μου;

 

Ἥσυχες σκέψεις στὸ κρεβάτι μ’ ἕνα τσιγάρο στὶς 2 τὸ πρωί,

περιμένοντας νὰ μὲ πά­ρει ὁ ὕπνος.

 

ΤΑΚΗΣ   ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ήρθε ο καιρός –Νίκος  Δημητράτος

 

  1. ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

*****

 

  1. ΣΑΝ ΔΕΙΣ ΝΕΟΥΣ  ΚΑΙΡΟΥΣ

Σαν δεις νέους καιρούς
Καινούργια υπονοούμενα
γέλια ειρωνικά δήθεν τυχαίως πεταγμένα 

φοβάσαι σαν αθώο παιδί
μπροστά σ’ ένα βαθύ ποτάμι.

Μετά αφομοιώνεσαι
κι όλα πια τα συνηθίζεις
τα λόγια, τους ανθρώπους με τις πράξεις τους
αυτή τη σκοτωμένη ελευθερία .
τα νέα συναισθήματα
σε κατακλύζουν;


λες και να μη συνέβηκε ποτέ
που όλα τούτα
κάποτε σε φόβιζαν.


Φαίνεται πως ‘τοιμάζεσαι πάλι για νέο ταξίδι.

MIXAΛΗΣ  ΚΑΤΣΑΡΟΣ

 

*****

 

  1. ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΡΟΣ

 

Υπάρχει ακόμα καιρός

να μαστιγώσεις την πόλη.

 

Τι θα μπορέσεις αν είσαι δω

ανάμεσα σε φλύαρα πλήθη.

 

Δεν είναι η υπόθεσή σου περίφημη

ανήκει στο παρελθόν

σε τείχη που πέσανε όπως φωλιά

κι έμεινες γυμνός από νύχτα

 

Πες μας λοιπόν ειλικρινά τι ζήτησες

πες μας ειλικρινά ποιος είσαι.

 

Αυτός δεν ότανε γκρεμός

ήταν ωραία πτήσις.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ  ΚΑΤΣΑΡΟΣ

 

Άσε τον καιρό,   Mαρία  Φαραντούρη

 

*****

 

  1. ΑΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Άσε τον καιρό
Να γίνει χάδι δροσερό
Πάνω στην πληγή σου
Άσε να φανεί
Στην άδεια θάλασσα πανί
Κι ύστερα θυμήσου

Θυμήσου κείνο το πρωί
Που μες στου κόσμου τη βουή
Άνοιξες δρόμο στη ζωή
Και χάθηκες

Άσε τα παιδιά
Πού ’χουν τη σπίθα στην καρδιά
Να ’ρθουν κοντά σου
Άσε τη φωτιά
Να σου χαϊδέψει τη ματιά
Κι ύστερα στοχάσου

Στοχάσου κείνο το πρωί
Που μες στου κόσμου τη βουή
Άνοιξες δρόμο στη ζωή
Και χάθηκες

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ, Σκοτεινή  μητέρα

 

*****

 

  1. ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ

Υπάρχουν καιροί
που ακόμα κι οι καιροσκόποι
κατηγορούν
τον καιροσκοπισμό

Πίστευέ τους
γιατί ξέρουν
καλύτερα απ’ όλους
για τι μιλούν

Μην τους εμπιστεύεσαι 
γιατί κατηγορούν
τον καιροσκοπισμό
από καιροσκοπισμό

Erich Fried (1921-1988 Μετ: Δ. Κούρτοβικ

 

*****

 

 

  1. ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ  ΚΑΙΡΟΥ

    Τούτο, γιατί το μαστίγιο του πόνου
    κρατάει ο αδέκαστος χρόνος,
    δικός μας κριτής των ημερών μας
    τη συνοδεία σπρώχνοντας, σε ποιον χώρο
    συγκέντρωσης τις οδηγεί;
    Πού θα τις αφήσει μόνο
    να σταθούν, να ξαποστάσουν
    όλες αυτές της ζωής τις όψεις;

    Γιατί, γιατί τις δίκασε
    με καταδίκες επίπονες,
    τούτος ο χρόνος έκλεισε τις μέρες μας,
    όρισε τόσο δυστυχισμένες;

    Η συνοδεία καθώς προχωρεί
    με φωνές και με βόγκο,
    δε λέει καν να τελειώσει.

    Ακόμα ο αμείλικτος τούτος καιρός
    θα χτυπάει τις εκφράσεις μας;
    Πού είναι οι σωτήριες εξηγήσεις;
    Δε θα μας φέρει πουθενά
    καμιά οδηγία;

    *

    Κρατώ, κάποτε,
    τις έννοιες της ζωής μου
    λουλούδια διαφορετικά,
    απλά κι ασήμαντα ή
    διαλεχτά, θαυμάσια, πικρά,
    φαρμακερά λουλούδια,
    με σχήματα τυραννισμένα.

    Κρατώ την έννοια του καιρού
    της ζωής μου, καρπό στο χέρι
    κλειστό, με μυστικό πυρήνα,
    που δε μου ανήκει.

    Ζωή Καρέλλη, Φαντασία του χρόνου (1949)

 

Άρρωστος καιρός, Β. Παπακωνσταντίνου – Γ. Νταλάρας

  1. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

 

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά

Κουρνιάσαν οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί

Γλίστρησαν στίς φωλιές τους ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές

Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή

Βορεινή βαράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν

Προσμονή τῆς μπόρας ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς

Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη

Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι

 

Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς

Μεταξοσκώληκες  καθώς ροκάνιζαν τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς

Στό διπλανό δωμάτιο εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ στίς ἀναμνήσεις μας

Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν ἄφωνοι κεραυνοί

Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας

Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί

Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

 

ΤΑΣΟΣ  ΠΟΡΦΥΡΗΣ (Σῶμα κινδύνου )

 

*****

 

  1. ΟΥ ΤΟΠΟΣ

 

Καιρός να διαλέγουμε τους αναγνώστες μας

Βύρων Λεοντάρης

 

Ι

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες να

Γράφουμε ποιήματα κυκλοφορώντας τα χέρι – χέρι

Όπως τις προκηρύξεις στους δύσκολους καιρούς καιρός

Ν’ ανταμώνουμε στα παλιά μαγέρικα βουτηγμένα

Στη μυρωδιά του κάρβουνου και της ρετσίνας με τα

Βαρέλια σε δύο σειρές στο βορεινό τοίχο να βρέχει

Και το ταβάνι να στάζει παλιά ρεμπέτικα κι

Ηπειρώτικα μοιρολόγια κι οι στίχοι μας μουλιασμένοι

Στο ψωμί και το κρασί μεταλαβιά στους λιγοστούς

Αμετανόητους Θαμώνες

«Λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μας

Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μας».

 

ΙΙ

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες

Να κτίζουμε σπίτια πέτρινα με πολεμίστρες και

Λούκια για ζεματιστό νερό και καυτό λάδι

Παράθυρα με σιδεριές κι από μέσα το τροχισμένο

Σπαθί να λαμποκοπάει με ήλιο ή φεγγάρι

Η μεγάλη πόρτα ν’ ανοίγει μονάχα με τη χλωρίδα

Της πατρίδας που ανθίζει απ’ την ανάσα μας

Κι η νύχτα να βυζαίνει στον κόρφο της τ’ αγριμάκια

Με συντροφιά τη θαλπωρή των άστρων που

Πέφτουν στο ποτάμι οδηγώντας τις πέστροφες

Μακρυά απ’ τα πλεμάτια στους καταρράκτες

Των πρωινών αδιαπραγμάτευτων ονείρων μας.

 

Τάσος Πορφύρης

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ – Πάει ο καιρός

  1. ΠΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη

Ήρθανε νύχτες και βροχές
και χειμωνιάσαν οι ψυχές
και στο βαθύ το σκοτάδι έχει σταθεί
ένα παιδί να ζεσταθεί

Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ’ το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
πού θα βρει στεριά

Πάει ο καιρός…

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ 

 

*****

 

  1. Ο ΚΑΙΡΟΣ

    Σαν φθινόπωρο ο καιρός
    Ο καιρός σαν φθινόπωρο
    Ο αέρας
    Που πέφτουν τα φύλλα
    Που πέφτουν οι βροχές


Σαν φθινόπωρο
Ο καιρός
Που πέφτουν τα στόρια στα παράθυρα
Που πέφτουν οι άνθρωποι από τα παράθυρα
Που πέφτουν τα ανδραγαθήματα
Ο καιρός μας
Με τα μάτια στην πλάτη
Με τα καφενεία στις γωνίες
Με το τηλεσκόπιο στα καφενεία


Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Που κρύβεις το πρόσωπο
Που αλλάζεις τον δρόμο σου
Που υποπτεύεσαι και σε υποπτεύονται
Με την ταχυπαλμία στο πρώτο κουδούνισμα
Με την ανακούφιση στο τρίτο
Με την αγωνία στα μάτια σου
Με την απόφαση στα μάτια σου
Με τον ερμαφροδιτισμό σου
Σαν μπάσταρδο


Ο καιρός
Ο δικός μου
Ο δικός σου
Ο δικός μας καιρός
Σαν μπάσταρδο.
Με το κουμπωμένο σακάκι
Με τη ντροπή

Μαρία Κυρτζάκη, Οι λέξεις (1973)  [Ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

 

*****

 

  1. ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Είπε η νύχτα στο φεγγάρι
δώσ’ μου λίγο χρυσαφί
να σπάσω κάπως
το μαύρο που είμαι.

Δεν περισσεύει, αρνήθηκε το φεγγάρι.

Πρώτον έχω να αναδείξω το θέαμά μου.

Μετά να φωταγωγήσω
την Ακρόπολη το Ερεχθείο
τα σοκάκια την απομόνωση
κάποιον έρωτα σβηστό.
Έβαλε τις φωνές η νύχτα
Ε. όχι και να ρίξεις φως στον έρωτα.

Αυτό το σκοτεινό αίσθημα είναι
ο πιο επιμελής μαθητής μου.

Είπε η ρέμβη στο φεγγάρι
δυστυχώς δε θα σε χρειαστώ άλλο
τέρμα οι παραστάσεις.
Μετρημένοι οι θεατές
αν και ήταν ελάχιστο
συμβολικό το εισιτήριο

και όνειρο να δεις πληρώνεις
όσα πλήρωνες
πάντα
κι ας είναι χιλιοπαιγμένο.

Τέρμα, Τι να κάνω;
Να παίξω
δωρεάν για δυο τρεις
τζαμπατζήδες έρωτες;

Δε συμφέρει
εξευτελίζεται το έργο.
Κι όμως κινείται

Σήκω μέρα.
Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
σερβιρισμένος ο κόσμος
φρέσκος μόλις τον έκοψαν
από το δέντρο του ύπνου.

Πάρε μαζί σου και τ όνειρό του
για μεσημεριανό σου.

Κράτα λίγο και για το σούρουπο
θα πεινάσεις
θα ναι τα τρόφιμα
κλειστά.

Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς
την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου.
Αφού ξέρεις
η πίσω μεριά ενός βουνού
ένα φού να σου κάνει
έσβησες πας.

Κική Δημουλά

 

Post Navigation