ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΤΖΗΚΑΣ

 

Τηλ. 6972203435 email: itzikas@in.gr

 

 

 

 

                       (κυκλοφορεί και σε βιβλίο)

 

 

 

 

                                ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

             ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ 

 

 

·     Όποιος-α επιθυμεί να έχει τα ποιήματα, τα σκετς και τα τραγούδια που προτείνονται μπορεί να επικοινωνεί με τον κ. Τζήκα:

Τηλ.: 24210-54824  και  6972203435

Email: itzikas@in.gr

 

 

ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΕΤΕΙΟΙ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Σχολικές γιορτές πολυκαιρισμένες και ανούσιες

«Όχι πια λόγια, όχι τα μάταια,

τα τριμμένα λόγια … Φτάνουν πια τα

λόγια, αδερφοί μου, τα τριμμένα

τα μάταια λόγια, όποιου Έπους”

Α. Σικελιανός

 

     Είθισται να εορτάζουν τα σχολεία στις εθνικές επετείους. Από τα χρόνια τα παλιά είθισται. Μόνο που μένουμε στα ίδια, στα παλιά, και η ανανέωση αργεί πολύ να περάσει το κατώφλι του σχολείου και το σχολείο μένει πίσω, όπως και σε πολλά άλλα μένει πίσω. Και στις εθνικές γιορτές ανασύρουμε, οι εκπαιδευτικοί, από τα αραχνιασμένα ντουλάπια μας ανθολογίες ποιημάτων με κείνους τους ατσαλάκωτους στίχους της άβαθης πατριδολογίας που «τέτοιους γράφεις εκατό την ώρα» με βάση μια συνταγή που παραδίδει την άνοστη ευκολία από γενιά σε γενιά. Και «σκηνοθετούμε» σκετσάκια που με την εκτός νοήματος υπερβολή τους, την υπερτροφική στην πατριδολογία τους γλώσσα – την ανόητα επηρμένη και ξένη στα παιδιά – παράγουν την ανία και την αδιαφορία (δεν είναι τυχαία η αποχή των μαθητών απ’ αυτού του είδους τις σχολικές γιορτές).

Εξισώνουμε την εθνική γιορτή με το βαλσαμωμένο, τη μετατρέπουμε σε ταμπού που μόνο το άλαλο δέος του ταιριάζει και το οποίο παραμένει άλαλο ακόμη κι όταν υποδύεται το βαρυσήμαντο σε πανηγυρικούς και διαγγέλματα που ξοδεύουν λέξεις, επειδή δεν έχουν να συντάξουν ιδέες ή επειδή φοβούνται τις υλικές ιδέες. Και κάπως έτσι η ιστορία μένει εκτός ιστορίας, το παλαιό απομονώνεται (δαφνοστεφανωμένο) από το τωρινό και σπάει η αλυσίδα του χρόνου, σπάει δηλαδή η λογική της συνέχειας, το «εκεί» χάνει οποιαδήποτε σχέση με το «εδώ» και οι ήρωες –δηλαδή οι παππούδες που έτυχε να γίνουν ήρωες, επειδή δεν διέθεταν άλλο τρόπο για να συνεχίσουν να υπάρχουν ελεύθεροι – σφραγίζονται στην οστεοθήκη της άπραγης αθανασίας και κατ’ ουσίαν ακυρώνονται.

Θεμελιώνουμε την επετειακή γιορτή στον κληρονομημένο στόμφο, πάνω στο κενό δηλαδή. Ξοδευόμαστε και ’μεις και οι μαθητές στην αναπαραγωγή ενός πανηγυρικού θορύβου που απειλείται να μείνει ορφανός από νόημα, εφόσον εκτοπίζει το ιστορικό γεγονός στην περιοχή του θαύματος, του εξωπραγματικού, τους δε ανθρώπους τους ανυψώνει σε κάποιον απρόσιτο ουρανό υπερανθρώπων στερώντας τους έτσι τη δυνατότητα να λειτουργήσουν αμέσως και παραδειγματικά.

Αν αντί για όλα αυτά καλούσαμε, π.χ. στην επέτειο του ’40, έναν γέροντα – υπάρχουν ακόμα γύρω μας, δίπλα μας, στο σπίτι μας ίσως, κουρασμένοι μπορεί, γελασμένοι μπορεί, πάντως όχι αμνήμονες – και αφού νικήσει τον πρώτο, τον δεύτερο κόμπο συγκίνησης και αρχίσει να μιλάει για τη δυστυχία του πολέμου, για την πείνα και το κρύο, για το θάνατο που καραδοκούσε, για το φόβο, κυρίως για το φόβο, τα παιδιά όσο μικρά κι αν είναι μπαίνουν σε σκέψεις: «Μα φοβούνται οι ήρωες;» Και λόγο το λόγο, ερώτηση την ερώτηση, απόκριση την απόκριση ο θαυμασμός τους αρχίζει να αποκτά πρόσωπο, γίνεται συγκεκριμένος, απτός, υλικός. Αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως την ιστορία δεν την γράφουν οι ήρωες, κάποια ράτσα αλλόκοτη, εξωγήινη, μα άνθρωποι απλοί, καθημερινιοί τη γράφουν, χωριάτες και αγρότες, χτίστες και μικρέμποροι, χαρούμενα γελαστά παιδιά, φοιτητές, στρατιώτες και ανθυπολοχαγοί.

Αυτό κάναμε στο σχολείο μας στη γιορτή του «ΟΧΙ» και συγκινηθήκαμε και κοινωνήσαμε τον αφτιασίδωτο, καθάριο λόγο του μπάρμπα-Κώστα του Τσιλοχρήστου. Κι όταν ρώτησε ο Χρηστάκης: «Σκεφτόσουν, παππού, στον πόλεμο τους δικούς σου που είχες αφήσει πίσω;», ο μπαρμπα-Κώστας σκέφτηκε για λίγο και απάντησε: «Τέτοιες στιγμές, παιδί μου, όχι πως δε σκέφτεσαι τους δικούς σου μα πρώτα βάζεις την πατρίδα, το έθνος και ο συμπολεμιστής σου είναι αδερφός σου, της ίδιας μάνας θρέμμα». Και μας εντυπώθηκε αυτή του η απόκριση και τα όσα μας είπε χαράχτηκαν μέσα μας κι ήταν αυτό κέρδος μας μεγάλο.

Και τη γιορτή του Πολυτεχνείου την εγεράσαμε κι αυτή πρόωρα, της κρεμάσαμε γιρλάντες και καλλιγραφημένες επιγραφές και την ενταφιάζουμε ετησίως όλο και πιο βαθιά στο μαυσωλείο των εθνικών επετείων. Και είναι η γιορτή της νέας γενιάς!

Μήπως  δε θα μπορούσαμε να πράξουμε και στη γιορτή του «Πολυτεχνείου» ό,τι και στην επέτειο του «ΟΧΙ»; Δόξα το Θεό, σχεδόν πενηντάρηδες υπάρχουν πολλοί (και στην πόλη μας, στην κάθε πόλη) που ένοιωσαν στο πετσί τους τη φωτιά του Πολυτεχνείου. Ή μήπως δεν υπάρχουν συμπολίτες μας που εξορίστηκαν, που βασανίστηκαν στα άραχλα χρόνια της δικτατορίας; Γιατί να μην καλέσουμε και έναν και δύο και παραπάνω ίσως και με διαφορετικές απόψεις – γιατί και η ιστορία ποτέ δεν έχει μία μόνον όψη – για να μιλήσουμε, να συζητήσουμε; Γιατί να μην βάλουμε τη ζώσα ιστορία – που ως ζώσα και ομιλούσα είναι και ολόγιομη από συναισθήματα- στη σχολική τάξη για να ’ρθουν «αντιμέτωποι» οι μαθητές με την ίδια την Ιστορία, να διαλεχτούν μαζί της, να ακούσουν και να μάθουν, να κοινωνήσουν την πικράδα της – η ιστορία πάντα πικρή είναι, γιατί και την πιο περήφανη νίκη το Έθνος, το κάθε έθνος, την πληρώνει με αίμα, πολύ αίμα – και να συγκινηθούν. Ναι να συγκινηθούν και να βιώσουν, για να μην προσπεράσει άλλη μια επέτειος αδιάφορα και απόμακρα χωρίς να τους (να μας) ακουμπήσει.

Θα μπορούσαμε (οι εκπαιδευτικοί) να βρούμε κι άλλους πολλούς τρόπους να γιορτάσουμε μια εθνική επέτειο και να την τιμήσουμε πάντα όμως στα πλαίσια του αληθινού και του ανθρώπινου μέτρου. Θα μπορούσαμε π.χ. να επισκεφτούμε ένα από τα τόσα ιστορικά μνημεία της πόλης μας και ξεκινώντας απ’ το τοπικό ιστορικό γεγονός ν’ αρχίσουμε να ξετυλίγουμε το νήμα της ιστορίας ερευνώντας και ανακαλύπτοντας πτυχές της που σε κανένα ίσως σχολικό εγχειρίδιο δε θα βρούμε και σε κανένα πανηγυριώτικο γιορτασμό δε θα συναντήσουμε.

Ας κατεβάσουμε τους τόνους και ας αποφύγουμε τις εθνικοπατριωτικές κορώνες, ας αποθέσουμε στα αραχνιασμένα ράφια τις σφίζουσες από βερμπαλισμό και στόμφο ομιλίες μας προς τους μαθητές και ας μιλήσουμε με λόγο απλό και συγκροτημένο, κατανοητό και ευαίσθητο. Ας δώσουμε στους μαθητές να απαγγείλουν ποιήματα δόκιμων και άξιων ποιητών και να «παίξουν» σκετς που το λόγο τους κατανοούν και έχουν για πρωταγωνιστές ανθρώπους και όχι υπερ-ανθρώπους. Ας αποφύγουμε την κατ’ εντολή αποστήθιση των προς απαγγελία ποιημάτων (αν κάποιος μαθητής το θελήσει από μόνος του, ας το κάνει) και ας επιτρέψουμε στους μαθητές να απαγγείλουν το ποίημα διαβάζοντας το από βιβλίο ή από χαρτί. Και καλύτερη απόδοση έτσι θα πετύχουμε και το μαθητή θα απελευθερώσουμε απ’ το άγχος μην τα «χάσει» την «κρίσιμη» στιγμή και ρεζιλευτεί –ας θυμηθούμε το δικό μας πανικό την ώρα της απαγγελίας και θα καταλάβουμε.

Δε θέλω όμως να είμαι ισοπεδωτικός. Αναγνωρίζω πως αρκετοί συνάδελφοι έχουν ανανεώσει το γιορτασμό των εθνικών επετείων, του έχουν προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο και τον έχουν προσαρμόσει στα «μέτρα» των μαθητών και της Ιστορίας, μα για να πούμε  πως τα πράγματα άλλαξαν ριζικά προς το καλύτερο έχουμε να κάνουμε δρόμο πολύ ακόμα.

Να μιλήσουμε απλά και κατανοητά στους μαθητές, αυτό προέχει. Γιατί και την Ιστορία τη φορτώσαμε με τόσα μαλάματα που κρύψαμε το πρόσωπό της. Και είναι καιρός να αποκαλύψουμε το αληθινό της πρόσωπο.

                                                                        Γ. Π. Τζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΠΡΟΤΑΣΗ

 

 

 

για την οργάνωση της

 γιορτής της 28ης Οκτωβρίου

 

 

 

  

(Σε όλη τη διάρκεια της γιορτής ακούγεται μουσική υπόκρουση. Ο ήχος αυξάνεται όταν μπαίνει και όταν βγαίνει από τη σκηνή ο μαθητής που απαγγέλλει. Κατά τη διάρκεια της απαγγελίας η ένταση του ήχου είναι τέτοια που μόλις ακούγεται από τους θεατές.

Τα μουσικά κομμάτια που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε είναι τα ορχηστρικά μέρη και το τραγούδι «Που να βρω την ψυχή μου» από το δίσκο: «άξιον Εστί», σε μουσική του Μ. Θεοδωράκη και στίχους Ο. Ελύτη)

 

Αφηγητής        : Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ο Χίτλερ έχει καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία καθώς και ο Μουσολίνι στην Ιταλία. Και οι δύο έχουν επιβάλλει στους λαούς τους φασιστικά, δικτακτορικά καθεστώτα.

 

                        Ο Φασισμός απειλεί την ειρήνη. Τα σύννεφα του πολέμου σκεπάζουν τον ουρανό της Ευρώπης. Ο Χίτλερ εξοπλίζεται πυρετωδώς και δημιουργεί μια φοβερή πολεμική μηχανή και το Σεπτέμβριο του 1939 επιτίθεται.

                       

                        Αρχίζει ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος. Ο αιματηρότερος πόλεμος που γνώρισε η ανθρωπότητα. Οι λαοί παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα! Ο γερμανικός στρατός προελαύνει. Η μια μετά την άλλη οι χώρες της Ευρώπης πέφτουν στα χέρια του Χίτλερ.

 

Τραγούδι         : Τον πόλεμο τον κάνουνε…

                        (από το δίσκο «Τα αντιπολεμικά» των Λ. Κόκοτου – Ν. Ξυλούρη

 

Αφηγητής        :Ξημερώματα 28 Οκτωβρίου 1940. Οι σειρήνες του πολέμου ουρλιάζουν δαιμονισμένα. Οι καμπάνες ηχούν. Πόλεμος! Η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Ένα ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας. Ακούστε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν…

 

Ηχητικό           :Α’ πολεμικό ανακοινωθέν…

                        (από το δίσκο της Ε.Ρ.Τ. «Αφιέρωμα στο έπος του ’40»)

 

Ποίημα            :Οκτώβρης του ’40 – Γ. Ρίτσου

 

Αφηγητής        : Φαίνεται πως ο Μουσολίνι δεν ξέρει καλή ιστορία. Δεν ξέρει πως τούτος ο λαός – ο μικρός, ο μέγας – γέννησε κι ανάθρεψε Μαραθωνομάχους και Σαλαμινομάχους. Κολοκοτρωναίους και Διάκους. Δεν ξέρει πως η ψυχή τούτου του λαού είναι αδούλωτη.

Στο ψυχρό τηλεγράφημα του Μουσολίνι ο λαός μας απαντά με μια μυριόστομη, αποφασιστική κραυγή: «ΟΧΙ!». «ΟΧΙ, δε θα παραδοθούμε», «ΟΧΙ, θα πολεμήσουμε και θα νικήσουμε!».

Ποίημα            : Ο λαός – Γ. Ρίτσου

Ποίημα            : Εμπρός βοηθάτε (απόσπασμα) – Α. Σικελιανού

       Τραγούδι  : Εμπρός βοηθάτε (από το δίσκο «Πνευματικό Εμβατήριο» του Μ. Θεοδωράκη)

       Μονόπρακτο        : (σκετς) Για το μέτωπο

       Ηχητικό    : Έκτακτο ανακοινωθέν (από το δίσκο της Ε.Ρ.Τ. «Αφιέρωμα στο έπος του ’40).

       Αφηγητής : Οι Έλληνες φαντάροι – ατρόμητοι, γενναίοι – μάχονται αψηφώντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, αψηφώντας τα χιόνια και τη φοβερή παγωνιά. Το χέρι τους κολλημένο στο ντουφέκι, το ντουφέκι συνέχεια του χεριού τους. Ντουφέκι και κανόνι πάνω στα βουνά. Φροντίδα και αγάπη στις πολιτείες και στα χωριά. Τίποτα δεν έμεινε στάσιμο και αμέτοχο. Παντού γοργότρεχε σ’ όλων τα κορμιά καυτό το αίμα. Η χαρά έσμιγε με τον πόνο και γίνονταν αδέρφια.

Ποίημα            : Μάνα και γιος – Ν. Βρεττάκου

        Τραγούδι : Γυναίκες Ηπειρώτισσες (από το δίσκο «Το αλβανικό έπος του ’40» των Γ. Κατσαρού – Μαρινέλας)

        Ποίημα    : Ελλάδα – Γ. Ρίτσου

        Ηχητικό   : Πορεία προς το μέτωπο… (απόσπασμα από το δίσκο «Άξιον εστί» των Μ. Θεοδωράκη – Ο. Ελύτη. Ακούγεται η φωνή του Μάνου Κατράκη).

Μονόπρακτο   : (σκετς) Στην πρώτη γραμμή του πολέμου.

       Τραγούδι  : Ο μικρός στρατιώτης (από το δίσκο «τα αντιπολεμικά» των Λ. Κόκοτου – Ν. Ξυλούρη).

       Ποίημα     : Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά – Γ. Ρίτσου (από το έργο «Ρωμιοσύνη»).

Ποίημα            Ανθ/γός της Αλβανίας – Ο. Ελύτη

       Τραγούδι  : Ο έφεδρος ανθ/γος (από το δίσκο «Το αλβανικό έπος του ’40», των Γ. Κατσαρού – Μαρινέλας).

Ποίημα            : Μνήμη οπλοπολυβολητή – Σ. Παυλέα

Αφηγητής        : Οι Έλληνες πολέμησαν και νίκησαν! Στα αλβανικά βουνά γράφτηκε             

                        με ανεξίτηλα γράμματα το έπος του ’40! Ο φασισμός του     Μουσολίνι τσακίστηκε και κουρελιάστηκε στις κορφές και τα φαράγγια της

                  Πίνδου. Τώρα το ξέρουμε πως τη νίκη την κέρδισαν απλοί χωριάτες και

               ξωμάχοι, χτίστες και σιδεράδες. Τα γελαστά και χαρούμενα παιδιά, φοιτητές, στρατιώτες και ανθυπολοχαγοί που όλοι τους ξέρανε καλά την

                  ιστορία της πατρίδας μας.

Ποίημα            : Χιονισμένοι στρατιώτες – Σ. Παυλέα

      Αφηγητής  : Όμως της Ελλάδας τα βάσανα και οι καημοί δεν έχουν τελειωμό. Νικημένος και ντροπιασμένος ο Μουσολίνι ζητάει τη βοήθεια του συμμάχου του, Χίτλερ. Ο φοβερός γερμανικός στρατός επιτίθεται από τα βόρεια σύνορα της πατρίδας μας. Ο Ελληνικός στρατός αντιστέκεται και πάλι γενναία, αλλά αποκαμωμένος και αποδυναμωμένος από τον πόλεμο κατά των Ιταλών αναγκάζεται να υποχωρήσει.

     Ποίημα       : Το τίμημα της λευτεριάς – Η. Σιμόπουλου

    Αφηγητής    : Το μέτωπο καταρρέει. Η Ελλάδα στη σκλαβιά. Αρχίζει η μαύρη περίοδος της Κατοχής. Τέσσερα μαύρα χρόνια σκλαβιάς και μαρτυρίου για το λαό μας. Χιλιάδες πεθαίνουν από την πείνα και τη δυστυχία. Χιλιάδες νεκροί από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των Γερμανών και των Ιταλών. Όλοι θυσία στο βωμό της λευτεριάς!

       Ηχητικό    : Καταχνιά (από το δίσκο του Χ. Λεοντή «Καταχνιά» – Ακούγεται η φωνή του Δ. Μυράτ)

       Τραγούδι  : Καταχνιά (από τον ομώνυμο δίσκο του Χ. Λεοντή)

      Απαγγελία : Ημερολόγιο Κατοχής – Γ. Ιωάννου

       Αφηγητής : Μα και πάλι ο ελληνικός λαός μέσα από τα συντρίμμια του βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί. Στέκεται ορθός, γενναίος και περήφανος. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις! Ο λαός ξεσηκώνεται και γράφει καινούργιο έπος, το έπος της Εθνικής Αντίστασης!

      Τραγούδι   : Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις (από το δίσκο «Τα δεκαοχτώ λιανοτράγουδα…» του Μ. Θεοδωράκη).

                        Ακούγεται από το κασετόφωνο η φωνή του Γ. Νταλάρα μέχρι το «νάτη, νάτη πετιέται…» και στη συνέχεια τραγουδάει την επωδό «νάτη πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει…» η χορωδία των μαθητών.

Τραγούδι         : Βροντάει ο Όλυμπος – Αντιστασιακό

Αφηγητής        : Ο λαός μας αντιστέκεται και μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι η νεολαία της πατρίδας μας δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη. Οργανώνεται και πρωτοστατεί στον αγώνα για τη λευτεριά. Ακόμα και μικρά παιδιά βρίσκουν τρόπο να επιβιώσουν μέσα στην Κατοχή και να βοηθήσουν τον αγώνα.

Μονόπρακτο   : (σκετς) οι πιτσιρίκοι

Ποίημα            : Το παράδειγμα των νεκρών: Σ. Παυλέα

Αφηγητής        : Οι Έλληνες πολέμησαν και νίκησαν. Απορείτε γιατί τόσο λίγοι νικήσαμε; Ρωτήστε τους σωριασμένους κάλυκες όλων των διαμετρημάτων στους προμαχώνες μας. Ρωτήστε τους λόφους των σκοτωμένων μας τις καρδιές εκείνες τις ζεστές της ελευθερίας και θα σας απαντήσουν. Θα σας απαντήσουν με τη σιωπή τους καλύτερα απ’ όλα τα λαμπρά μνημεία της νίκης και τους λόγους των ρητόρων μας.

Ποίημα            : Μη σημαδεύεις την καρδιά μου – Ν. Βρεττάκου

Αφηγητής        : Και ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς! Ένα παράθυρο ανοίγει ξαφνικά, δυο κορίτσια σκαρφαλώνουν πάνω στο πρεβάζι, βαστούν μια σημαία, θέλουν να την κρεμάσουν, χαρούμενα την κυματίζουν και φωνάζουν: «Ελευθερία! Ελευθερία!» Τα ραδιόφωνα παίζουν τα εμβατήρια της νίκης. Ο έρημος δρόμος γιομίζει φωνές και σημαίες. «Είμαστε λεύτεροι, είμαστε λεύτεροι!», φωνάζει ένα ψηλόλιγνο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και πορεύονται και αγκαλιάζονται και χορεύουνε. Όμορφος που ’ναι ο κόσμος!

Ηχητικό           : Δοξαστικό (από το ομώνυμο ορχηστρικό κομμάτι του δίσκου «Άξιον Εστί» του Μ. Θεοδωράκη) – (Τα παιδιά που πήραν μέρος στη γιορτή βγαίνουν στην σκηνή κρατώντας σημαιούλες και τις κουνούν)

Αφηγητής        : (χαμηλώνει τη μουσική)

                        Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατε ευκλεώς, όταν θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούνε: Τέτοιους βγάζει το έθνος μας θα λένε και έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.

                        Τιμή και δόξα στους νεκρούς μας.

                        Τιμή και δόξα στους αγωνιστές της λευτεριάς.

 

Εθνικός Ύμνος

                               

                                                  ΣΚΕΤΣ


«ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ»

(Στο σιδηροδρομικό σταθμό)

 
Ανέστης : Βρε μέρα που μας ξημέρωσε σήμερα! Σειρήνες, κορναρίσματα, φωνές … χαλασμός κόσμου! Πόλεμος! Πόλεμος με τους Ιταλούς! Αχ, τον άτιμο, το φασίστα το Μουσολίνι… θα το πληρώσει ακριβά αυτό το κακό που ‘’πα να μας κάνει. Θα τους δώσουμε τους μακαρονάδες τους Ιταλούς ένα μάθημα μα τι μάθημα! Στη θάλασσα θα τους πετάξουμε!
(Μπαίνει ο Σωκράτης)
    Ε, πατριώτη, για το μέτωπο και συ; Έλα κόπιασε να τα πούμε μέχρι να φτάσει το τρένο.
Σωκράτης : Γεια σου πατριώτη, και συ για τη μάχη ε … Ρε τι έχει να γίνει πάνω στα αλβανικά βουνά … χαλασμός! … Δεν έχουν καμιά τύχη οι Ιταλοί … θα τους τσακίσουμε!
Ανέστης : Ε, βέβαια, είναι σίγουρο … η νίκη θα ‘’ναι δική μας! Εμείς θα πολεμήσουμε για τ' άγια χώματά μας, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, για το σπίτι μας. Οι Ιταλοί γιατί να δώσουν τη ζωή τους σ’ αυτόν τον άδικο πόλεμο; Με το ζόρι τους ξεσπίτωσε ο Μουσολίνι και τους πάει στον πόλεμο.
Σωκράτης : Παντού, σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, ξεσηκώθηκαν όλοι. Νέοι, άντρες, γυναίκες, γέροι! Σ’ ολονών τα πρόσωπα βλέπεις ζωγραφισμένο το θάρρος … Ένα πείσμα και μια πίστη για τη Νίκη, για τη νίκη της Ελλάδας!
(Μπαίνει ο Μήτρος φορώντας χειμερινή στολή τσολιά)
Μήτρος : (Μπαίνει τραγουδώντας) Μαυρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά στον κάμπο πέφτει χιόνι στα άγρια στα σκοτεινά Ο Έλλην ξεσπαθώνει, ο Έλλην ξεσπαθώνει… Ουρέ μανούλα μ’ τι εχν’ να παθν’ οι μακαρονάδες απάν στν Αλβανία, θα βιλάξν, θα τα κάνουμι σκουρδαλιά!
Σωκράτης : Για πού, βρε πατριώτη; Για τον πόλεμο συ;
Μήτρος : Για ποιο πόλιμο, βρε Έλληνα, για το πανηγυρ’ πάου!
Ανέστης : Ποιο πανηγύρι, βρε πατριώτη! Πόλεμο έχουμε!
Μήτρος : Κι τι είνι ου πόλεμος, βρε πατριώτες, πανηγυρ’ είνι! Θα πάθν’ μεγάλ’ χασκαρίκα οι Ιταλοί. Θα τα’ χορέψουμι στου ταψί! Να τα’ δώκω μια μι του τσαρούχι αυτνού του Μουσολίν’ … να τανοίξω του κιφαλ’. Ιμένα που μι βλέπιτι είμι απόγονος τ’ καραϊσκάκη, ου Μήτρους απ’ τ’ Άγραφα … Δέκα Ιταλοί ντ’ κατσιά και δε μι φταν’!
Σωκράτης : Μπράβο Μήτρο, θα δώσουμε και την ψυχή μας για τη Νίκη, για τη σωτηρία της Ελλάδας, δε θα την αφήσουμε να χαθεί.
Ανέστης : Έλα τώρα, κάτσε εδώ να ξαποστάσεις λίγο ώσπου νάρθει το τρένο να φύγουμε.
Μήτρος : Όχι … δε κάθουμι! Ιγά τώρα κάθουμι σ’ αναμένα κάρβουνα. Δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή να πάου απάν στου μέτουπου να πολεμήσω. Που είν’ αυτουνού του διαουλεμένου το τρένου; Γιατί αργεί να φτασ’;
Μάνα : (μπαίνει αναστατωμένη) Ανέστη, Ανέστη παιδάκι μου!
Ανέστης : Τι είναι, βρε μάνα, γιατί ήρθες στο σταθμό; Σας αποχαιρέτησα στο σπίτι … γιατί έκανες τόσο δρόμο;
Μάνα : Αχ παιδάκι μου, όλα τα πράγματά σου στα ετοίμασα και ξέχασα να σου δώσω το πιο απαραίτητο … Έτρεξα η καψερή να προλάβω κι ευτυχώς που σας πρόλαβα.
Ανέστης : Τι ξέχασες, βρε μάνα;
Μάνα : Να παιδάκι μου! Την εικονίτσα της Παναγίας να πάρεις μαζί σου … να σε φυλάει στις μάχες. Χωρίς τη βοήθειά της τίποτα δε θα κάνουμε, παιδάκι μου … Να προσεύχεστε στην Παναγία, να την έχετε κοντά σας, στο πλευρό σας!
Μήτρος : Αμ’ καλά σι λέει βρε Ανέστ’! Ξέχασες να παρς μαζί σ’ του εικόνισμα; Που πας χωρίς τη βοήθεια του θεού; Κοίτα… ιγώ ιδώ στην καρδιά μ’ τουν έχω τον Αη-Γιώργη, τουν προστάτ’ του χωριόμ’!
Σωκράτης : Ελάτε τώρα, αδέρφια, ακούγεται το τρένο, σε λίγο φτάνει! Ας πούμε ένα τραγούδι όλοι μαζί να ανέβει το ηθικό μας στα ύψη!
Όλοι : (τραγουδούν) Με το χαμόγελο στα χείλη παν οι φαντάροι μας μπροστά
  ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (Οι στρατιώτες μπαίνουν στη σκηνή τρέχοντας κι αλαφιασμένοι. Ταυτόχρονα ακούγονται κανονιές και πυροβολισμοί).
Λοχίας : Ουφ! Δεν έχει σταματημό το κανονίδι. Αλλά που θα πάει θα τους φάμε τους κοκορόφτερους τους Ιταλούς. Καθίστε βρε να πάρουμε μια ανάσα.
Δεκανέας : Έχουμε τους Ιταλούς, έχουμε και τον παλιόκαιρο. Χειμώνας κι αυτός! Θαρρείς και μας το φύλαγε!
Αλέξης : Ακόμα και οι λύκοι λούφαξαν από το φόβο τους και μείναμε εμείς οι άνθρωποι, τα άγρια θηρία, να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον.
Δημητρός : Δύσκολα τα πράγματα λοχία! Δε βλέπεις πέρα από τη μύτη σου. Να δούμε πώς θα τα καταφέρουμε με τέτοιο παλιόκαιρο…
Λοχίας : Δύσκολα τα πράγματα Δημητρό … δύσκολες και οι στιγμές που περνά η πατρίδα. Γι αυτό κι εμείς πρέπει να αντέξουμε. Να τους συντρίψουμε τους μακαρονάδες!
Δεκανέας : Μόνο εμείς περνάμε δύσκολα; Όλη η Ελλάδα υποφέρει μαζί μας.
Λοχίας : Όλοι υποφέρουμε… όμως είμαστε έτοιμοι να πέσουμε για την πατρίδα … κι αυτό γιατί μας πνίγει το άδικο που μας έκανε ο Ιταλός. Αυτό το άδικο μας κάνει λιοντάρια έτοιμα να κατασπαράξουμε τους Ιταλιάνους.
Όλοι : (Τραγουδούν). Κορόιδο Μουσολίνι κανένας δε θα μείνει …
Φώτης : Δύναμη που την έχουμε! Πολεμάμε και τραγουδάμε! Τρώμε στραγάλια και σταφίδες και τους νικάμε. Πολεμάει η ελληνική ψυχή! Πήραμε την Κορυτσά … αύριο μεθαύριο παίρνουμε και το Αργυρόκαστρο.
Δημητρός : Λοχία! Πονάει η καρδιά μου … Όχι για τα βόλια … για τους δικούς μου πονάει, τη μάνα και την αδερφή μου … Πούντο μωρέ το ταχυδρομείο;
Αλέξης : Πόση ανάγκη έχουμε από ένα γράμμα … να γλυκάνει λίγο η καρδιά μας.
Δεκανέας : Στην πρώτη γραμμή του πολέμου βρισκόμαστε, αδέρφια! Για να φτάσουν εδώ γράμματα, περνάνε από ένα σωρό μάχες…
Φώτης : Δεν έχουμε και λίγη κουραμάνα, πανάθεμά μας, να λαδώσουμε λίγο τ’ αντεράκι μας. Τα πόδια μας μελανιάζουνε στα τρύπια μας άρβυλα και σεις ονειρεύεστε γράμματα και γραφές, μωρέ;
Αλέξης : Α ρε και νάχαμε ένα πιάτο φασολάδα, αχνιστή, λίγες ελιές κι ένα κρεμυδάκι τσακισμένο στο γόνατο!
Δημητρός : Σταματήστε γιατί με ξελιγώσατε. Θα μουρθει ζαλάδα μ’ αυτά που ακούω.
Λοχίας : Δε μας λυγίζει ούτε πείνα ούτε χιόνια. Για τη νίκη της πατρίδας όλα πρέπει να τα υπομείνουμε, ν’ αντέξουμε.
Δεκανέας : Χθες, για μια στιγμή ξεμοναχιάστηκα και ξαφνικά ακούω: Ε, σολντάτο γκρέκο! Ψηλά τα χέρια. Γυρίζω και βλέπο κάτι αμούστακα παιδιά … βουτυρόπαιδα. Δύσκολα, Τάσο μου, την έχει λέω μέσα μου.
Δημητρός : Και μετά, ρε Τάσο, τι έγινε; Πως τους ξέφυγες;
Δεκανέας : Α εύκολο… Βάζω μπροστά την πιο δυνατή φωνή μου: Α-έ-ρ-α, Α-έ-ρ-α και το ‘βαλαν στα πόδια σα λαγοί. Δυο τρεις παραδόθηκαν αμέσως και κλαψουρίζοντας λέγανε: Μπόνο Γκρέκο, μπόνο Γκρέκο …
Αλέξης : Κοίτα βρε το χιόνι, έχει φτάσει ως τη μέση μας. Δε φτάνει η πείνα και η ψείρα που μας έχει ανέβει ως το λαιμό έχουμε και το χιόνι. Κοίταξέ το … δε σταματάει το άτιμο.
Λοχίας : Να βρε, μόλις προχτές πήρα γράμμα από τους δικούς μου. Να το διαβάσω δυνατά κι έτσι να νομίσουμε ότι όλοι πήραμε γράμμα.
Όλοι : Να μας ζήσεις λοχία αθάνατε!
Λοχίας : (Βγάζει το γράμμα και διαβάζει) Αγαπημένο μας παιδί σε φιλούμε σταυρωτά. Είμαστε περήφανοι για τα κατορθώματά σας. Μακάρι παλικάρι μας να βαστάγανε τα κότσια μας. Θα ‘ρχόμασταν και μεις κοντά σας να σας βοηθήσουμε. Κουράγιο γιέ μου. Κουράγιο παλικάρια όλων των μανάδων. Φιλιά στους λεβέντες που πολεμούν μαζί σου. Προσευχόμαστε στην Παναγία να σε προστατεύσει. Ευχόμαστε να τελειώσει ο πόλεμος και να ανταμώσουμε γρήγορα. Με τη νίκη! Σε φιλούμε γλυκά, οι γονείς σου.
Αγγελιοφόρος : Παιδιά, παιδιά! Σας φέρνω νέα …
Όλοι : Τι είναι; Τι νέα μας φέρνεις;
Αγγελιοφόρος : Οι τσολιάδες μας όρμησαν πριν από λίγο στην πίσω ρεματιά και έπιασαν καμιά κατοσταριά Ιταλούς. Τους τσακίσαμε! Αύριο θα μπούμε στο Αργυρόκαστρο! (ακούγονται δυο πυροβολισμοί και ο αγγελιοφόρος πέφτει χτυπημένος) Ωχ! μάνα μου, με φάγανε οι άτιμοι οι Ιταλοί … πεθαίνω.
Λοχίας : Ελάτε παιδιά γρήγορα να τον βοηθήσουμε. Άλκη, Άλκη ξύπνα βρε, αύριο θα ’μαστε στο Αργυρόκαστρο.
Αγγελιοφόρος : Παιδιά, πεθαίνω … με χτύπησαν πισώπλατα οι άτιμοι οι Ιταλοί … Αχ, ωχ, ωχ … μόνο λοχία θέλω να πεις στη μάνα μου … πως ο γιος της πέθανε σαν ήρωας πολεμώντας για την πατρίδα.
Λοχίας : (βγαίνει μπροστά και απαγγέλλει) Το παλικάρι που ‘πεσε μ’ ορθή την κεφαλή του δεν το σκεπάζει η γης ογρή, σκουλήκι δεν τ’ αγγίζει φτερό στη ράχη του ο σταυρός κι όλο χυμάει τ’ αψήλου και σμίγει τους τρανούς αϊτούς και τους χρυσούς αγγέλους.
     
  ΟΙ ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΙ (Μονόπρακτο) Διασκευή από το διήγημα του Δ. Ψαθά «Οι πιτσιρίκοι»   (Μπαίνει στη σκηνή ένας Γερμανός στρατιώτης βηματίζοντας στρατιωτικά)
Γερμανός στρατ. : Χάι Χίτλερ! Χάι Χίτλερ! Γκερμανία κατακτήσει όλο τον κόσμο, γίνουν όλοι σκλάβοι δικοί μας. Εγώ εντώ κέρβερος! Φυλάω ψωμί, φάνε Γερμανοί στρατιώτες. Αλίμονο σε Έλληνος που θέλει κλέψει ψωμί. Χάι Χίτλερ! Χάι Χίτλερ!
(Εμφανίζεται ένας Έλληνας πιτσιρίκος. Μπαίνει στη σκηνή περπατώντας μάγκικα κρατώντας ένα τσιγάρο και πλησιάζει το Γερμανό στρατιώτη)
Γερμανός στρατ. : Ε, ψιτ, τι κάνει εδώ Έλληνος πιτσιρίκος; Τι θέλει τέτοια ώρα έξω; Νύχτα, κρύο … ξεπαγιάσεις.
Πιτσιρίκος : Καμαράτ, θέλω ανάψει τσιγαρέτ από φακό σου. Τσιγαρέτ θέλω ανάψει.
Γερμανός στρατ. : Τσιγαρέτ ανάψεις από φακό μου; Χαχαχά!
Πιτσιρίκος : Για, βρε Γερμαναρά, ανάψω τσιγαρέτ από φακό σου. Εμείς στην Ελλάδα ξέρουμε πολλά κόλπα και το τσιγαρέτ ανάβουμε από ηλεκτρικό φακό.
Γερμανός στρατ. : Χαχαχα! Τι κουτός Έλληνος πιτσιρίκος! Ανάψει τσιγαρέτ από φακό μου! Χαχαχα!
Πιτσιρίκος : Εγώ καταφέρει ανάψει τσιγαρέτ και μη χασκογελάς, βρε Γερμαναρά.
Γερμανός στρατ. : Ανάψει;
Πιτσιρίκος : Ανάψει, καμαράτ.
Γερμανός στρατ. : Νιξ ανάψει.
Πιτσιρίκος : Για, για … εγώ ανάψει. Βάζουμε στοίχημα;
Γερμανός στρατ. : Στοίκημα; Τι στοίκημα;
Πιτσιρίκος : Το λοιπόν άκου να δεις μάγκα. Αν εγώ νιξ ανάψει τσιγαρέτ από φακό σου, εσύ εμένα «κλαπ!» καρπαζιά. Αν εγώ ανάψει από φακό σου, εγώ εσένα «κλαπ!» καρπαζιά.
Γερμανός στρατ. : Ντεν καταλαβαίνει.
Πιτσιρίκος : Ντεν καταλαβαίνει; Είσαι μάπας!
Γερμανός στρατ. : Έλα, άντε, ανάψει τσιγαρέτ από αναπτήρα μου.
(Πλησιάζει ο πιτσιρίκος και σβήνει δύο φορές τον αναπτήρα του Γερμανού)
Γερμανός στρατ. : Χαχαχα! Χοχοχο! Παιχνιδιάρης που είναι πιτσιρίκοι στο Ελλάντα. Χοχοχο! Εντάξει; Άναψες τσιγαρέτ;
Πιτσιρίκος : Εντάξει, βρε χιτλερία. Άντε γεια σου τώρα γερμανικό κουτορνίθι!
Γερμανός στρατ. : Αφίντερζεν. Χαχαχα! … Βλάκας Έλληνος πιτσιρίκος…
    (Γυρίζει ο Γερμανός και βλέπει ότι του έχουν κλέψει τα ψωμιά που φύλαγε και αρχίζει να ουρλιάζει από το θυμό του) Αχ, παλιοέλληνος, ντιάβολο πίκουλο … Άχτεν μούχτεν … Τι φάνε τώρα Γερμανοί στρατιώτες; … Αχ, πιάσει σκοτώσει … Αχ, ντιάβολο πιτσιρίκο πιάσει σκοτώσει.  
Σκηνικές παρατηρήσεις Ο Γερμανός στρατιώτης κρατά ένα ηλεκτρικό φακό. Πίσω του, μόλις βγει στη σκηνή, βάζουμε ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο ψωμιά. Την ώρα που συζητούν ο πιτσιρίκος και ο Γερμανός δύο άλλοι πιτσιρίκοι κλέβουν το ψωμί και το καλάθι).
   

 

                                ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

 

 

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΜΗΝΥΜΑ

 

Πάντα να πολεμάς και ν’ αντιστέκεσαι,

κι ας μένεις μόνος.

Μονάχος, έρημος, γαλήνιος,

να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου.

            ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ

 

 

 

 

 ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

 

Όσοι έπεσαν στο χώρο ετούτο, εγείρονται

και προχωρούν στην ιστορία, κι ο λαός μαζί τους,

εκεί που σμίγουν φως και χώμα κι όνειρο,

εκεί που λευτεριά κι Ελλάδα είν’ ένα.

            ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

 

 

 

 ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΟΡΤΗΣ

(Σε όλη τη διάρκεια της γιορτής ακούγεται μουσική υπόκρουση. Καθώς μπαίνουν και βγαίνουν τα παιδιά από τη σκηνή η ένταση του ήχου ανεβαίνει και χαμηλώνει. Για μουσική υπόκρουση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τραγούδια από το δίσκο «Σαλέας – Θεοδωράκης»).

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Γιορτάζουμε σήμερα τη γιορτή του Πολυτεχνείου. Τη γιορτή της Δημοκρατίας.

                                    «Κάνε, νέε, τη λευτεριά, τη δημοκρατία

                                    θούριο, κραυγή, οργισμένα βήματα

                                    έργο και όχι πάρεργο.»

Σε αυτή τη φωνή του ποιητή υπάκουσαν οι αγωνιστές νέοι της γενιάς του Πολυτεχνείου και ανέβηκαν στο πεζοδρόμιο και έπαιξαν τον άνθρωπο.

Ποίημα                        : Ζεστός Νοέμβρης – Δημ. Ραβάνη – Ρεντή

Τραγούδι                     : Καρτέρεμα – από το δίσκο «18 λιανοτράγουδα… », του Μ. Θεοδωράκη.

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο! Νοέμβρης του 1973. Από τον Απρίλη του 1967 η Χούντα – μια ομάδα επίορκων αξιωματικών με τη βία και τα όπλα κατάργησε το δημοκρατικό πολίτευμα και τις ελευθερίες του λαού μας.

Ο Νοέμβρης του 1973 ήταν ένας μήνας ζεστός, γεμάτος γεγονότα.

Οι φοιτητές ξεσηκώνονται. Η δικτατορία σκληραίνει συνεχώς τη στάση της. Οι φοιτητές καταλαμβάνουν το Πολυτεχνείο και το μετατρέπουν σε ορμητήριο του μεγάλου αγώνα κατά της δικτατορίας.

                                    Κάτω η Χούντα!

                                    Ψωμί, παιδεία, ελευθερία!

Ποίημα                        : Προτροπή προς τους νέους – Γ. Κουτσοχέρα

Ποίημα                        : Ορθωθείτε  – Γ. Κουτσοχέρα

Μονόπρακτο              : Όλοι στο Πολυτεχνείο

Τραγούδι                     : Μικρός λαός – από τα «18 λιανοτράγουδα…» των Γ. Ρίτσου – Μ. Θεοδωράκη.

Ηχητικό                       :  Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο!

Και «οι νέοι που τους έλεγαν αλήτες…» αγωνίζονται « με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω απ’ τ’ ανοικτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου, όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη.»

Το Πολυτεχνείο! Και το Πολυτεχνείο ολόκληρη η Ελλάδα. Οι πολιορκητές και οι πολιορκημένοι. Ο φασισμός και η δημοκρατία. Η βία και η ελευθερία. Το σκοτάδι και το φως. Η ντροπή και η αξιοπρέπεια.

-  Όλοι ενωμένοι… Κάτω η Χούντα!

-  Ελληνικέ λαέ ξεσηκώσου… Έλα μαζί μας

Ποίημα                        : Μικρός τύμβος – Ν. Βρεττάκος

Ποίημα                        : Πολυτεχνείο – Η. Σιμόπουλος

Ποίημα                        : Ανώτατες σπουδές – Δημ. Ραβάνη – Ρέντη

Δρώμενο                     : Στη διαδήλωση

Τραγούδι                     : Παίρνουν τη ζωή – από τη «Ρωμιοσύνη» του Μ. Θεοδωράκη

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο!

Και ο λαός άκουσε. Και ο λαός ενθουσιάστηκε και ο λαός κατέβηκε στους δρόμους να συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο στους νέους και στις νέες που όρθωσαν το ανάστημά τους στους δικτάτορες. Και η εξέγερση έγινε διπλή: Η φοιτητική και η λαϊκή. Και η εξέγερση έγινε διπλή: Η φοιτητική και η λαϊκή. Και η εξέγερση έγινεμία: κοινή και καθολική.

-Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος!

Ποίημα                        : Μήνυμα – Γ. Κουτσοχέρα

Ποίημα                        : Μνημόσυνο – Π. Παναγιωτούνης

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο!

Απόγευμα Παρασκευής 16 Νοεμβρίου 1973 – Της Μεγάλης Παρασκευής του νεότερου Ελληνισμού – αρχίζουν τα δραματικά, αιματηρά γεγονότα της εξέγερσης. Συγκρούσεις του λαού στις πλατείες και στους δρόμους της Αθήνας με την αστυνομία και το στρατό, οδοφράγματα των διαδηλωτών, δακρυγόνα και καπνογόνα, κακοποιήσεις και πυροβολισμοί. Οι φοιτητές μέσα στο Πολυτεχνείο άοπλοι και με μόνο εφόδιο την καρδιά τους και το τραγούδι τους!

Ποίημα                        : Εδώ Πολυτεχνείο – Β. Ρώτα

Ποίημα                        : Μικρό δοξαστικό ελεγείο – Γ. Ρίτσος

Τραγούδι                     : Της αγάπης αίματα – από το «Άξιον εστί» του Μ. Θεοδωράκη – Ο. Ελύτη.

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο!

Τα παιδιά κυκλωμένα από τον αδίσταχτο εχθρό συνεχίζουν το τραγούδι τους και εκπέμπουν από τους 1.050 χιλιόκυκλους. Η Ελλάδα κρατάει την ανάσα της. Τα τανκ ξεκινούν. Οι ωραίοι έφηβοι, οι νέοι με τ’ ανοιχτά πουκάμισα που τους έλεγαν αλήτες με πάνου ως πάνω απλωμένη την αφοβιά σα σημαία, με όρθια την ψυχή περιμένουν με αγωνία και απ’ τα μεγάφωνα φωνάζουν:

«Αδέλφια μας στρατιώτες, δε θα μας χτυπήσετε. Είμαστε άοπλοι, τα τανκ δε θα μας χτυπήσουν!»

Ποίημα                        : Ορόσημα – Δημ. Ραβάνης – Ρέντης

Ποίημα                        : Και τώρα – Μήτσος Κατσίνης

Ποίημα                        : Το αγόρι και η πόρτα – Γ. Ρίτσος

Τραγούδι                     : Σαν τον αητό – Μ. Θεοδωράκη

Ηχητικό                       : Μικρό κομμάτι από το «Ηχητικό ντοκουμέντο του Πολυτεχνείου»

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο!

Ώρα 2.57 το πρωί. Τα τανκ ξεκινούν. Τρία τανκ ορμούν μαζί με προορισμό το τραγούδι. Με προορισμό να πολτοποιήσουν το τραγούδι.

Το πρώτο τανκ, που φαίνεται παράλογα πιο μεγάλο, ρίχνει την πόρτα με τα κάγκελα. Και το κορίτσι με τα μακριά μαύρα μαλλιά έπεσε με τη σημαία του. Η Ελλάδα κάτω από τις ερπύστριες των τανκ. Το Πολυτεχνείο έπεσε… έπεσε το αγόρι, έπεσε το κορίτσι, έπεσαν πολλοί. Ο ποιητής στο επίγραμμά του θα γράψει:

Όσοι έπεσαν στο χώρο ετούτο, εγείρονται

και προχωρούν στην ιστορία, και ο λαός μαζί τους

εκεί που σμίγουν φως και όνειρο

εκεί που λευτεριά κι Ελλάδα είναι ένα.

Ποίημα                        : Νοέμβρης ’73 – Γιάννη Τζήκα

Ποίημα                        : Στο Διομήδη Κομνηνό – Δημ. Ραβάνης –Ρέντης

Ποίημα                        : Επιτάφιος (απόσπασμα) – Γ. Ρίτσου

Τραγούδι                     : (από κασετόφωνο)

Ακούγεται το τραγούδι «Προσκύνημα» από το δίσκο «Το μεγάλο μας Τσίρκο» του Στ. Ξαρχάκου.

(Καθώς ακούγεται το τραγούδι μπαίνουν στη σκηνή τρία ζευγάρια μαθητών (αγόρι – κορίτσι) και λυπημένα κάνουν πως συζητούν χαμηλόφωνα.

Όταν απ’ την κασέτα ακουστεί ο στίχος του τραγουδιού «Δυο παιδιά ερωτευμένα…» μπαίνουν στη σκηνή μια μαθήτρια και ένας μαθητής αναστατωμένοι και με φωνή βροντερή και αγωνιώδη επαναλαμβάνουν τους στίχους: «Ορέστη απ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη το γιο μου γυρεύω. Μαρία απ’ τη Σπάρτη, Ορέστη απ’ το Βόλο την κόρη μου θέλω»).

Τραγούδι                     : Επέσατε θύματα

Αφηγητής                    : Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!

                                    Ευλογημένη η ώρα των ελεύθερων πολιορκημένων.

Ευλογημένη η ώρα των νέων με τ’ ανοικτά πουκάμισα που τους έλεγαν αλήτες.

Ευλογημένος ο λαός μας που ξέρει να ζει και να πεθαίνει πάντα λεύτερος.

                                    Δόξα και τιμή στους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

                                    Δόξα και τιμή στους αγωνιστές της Δημοκρατίας.

                                    Δόξα και τιμή στα νιάτα της πατρίδας μας.

 

 

                                            ΣΚΕΤΣ

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

(Μπαίνουν στη σκηνή 7-8 παιδιά κρατώντας πανό και φωνάζουν συνθήματα)

-         Κάτω η Χούντα, κάτω η Χούντα

-         Δημοκρατία, Δημοκρατία, Δημοκρατία

-         Κάτω ο Παπαδόπουλος, Κάτω ο Παπαδόπουλος

-         Ψωμί, παιδεία, ελευθερία

-         Δημοκρατία, Δημοκρατία

 

Παιδί Α΄

:

Η Δημοκρατία θα νικήσει. Οι δικτάτορες θα λουφάξουν έντρομοι απ’ την οργή του λαού. Ο λαός θα νικήσει. Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος.

Παιδί Β΄

:

Είμαστε αποφασισμένοι και θα νικήσουμε. Δεν μας τρομάζουν τα όπλα και τα τανκ. Είμαστε παιδιά του λαού, η φωνή του λαού, χτίζουμε λέξη – λέξη, βήμα το βήμα έναν καθάριο, γαλανό ουρανό, μια σημαία που θα τη στήσουμε ψηλά, πολύ ψηλά στο κορφοβούνι της Δημοκρατίας.

Παιδί Γ΄

:

Είμαστε τα εγγόνια του Μακρυγιάννη, του Διάκου, του Κολοκοτρώνη. Απόγονοι του Περικλή και του Κλεισθένη. Δίνουμε ξανά τον όρκο της νιότης, της ζωής, της λευτεριάς, της Δημοκρατίας, τον όρκο του ονείρου και της πράξης.

Παιδί Δ΄

:

Αγωνιζόμαστε και τραγουδάμε. Τραγουδάμε τα τραγούδια της λευτεριάς και της Δημοκρατίας. Εμείς  αδέλφια, δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Παιδί Ε΄

:

Πορευόμαστε τον ίδιο δρόμο του αρχαίου Μαραθωνοδρόμου που φτάνοντας κάτω απ’ την Ακρόπολη ανάγγειλε την νίκη της ελευθερίας και της ειρήνης. Πορευόμαστε υπερασπίζοντας τον άνθρωπο, τα ποιήματα, τη μουσική, τ’ αγάλματα, την ειρήνη και τη Δημοκρατία.

Παιδί Στ΄

:

Πιστεύουμε στον άνθρωπο. Εμείς κανένα δε μισούμε. Αφήστε μας ν’ αγαπάμε τον κόσμο. Εμείς άλλον εχθρό δεν έχουμε παρά μονάχα εκείνον που δεν σέβεται τον άνθρωπο.

Παιδί Ζ΄

:

Μες στη φωτιά γυμνάζουμε τα νιάτα μας. Μες στη φωτιά ράβουμε τις σημαίες της Δημοκρατίας, λουρίδα τη λουρίδα. Ξεχάσαμε τις απλές καθημερινές μας συνήθειες, τα βιβλία και τα εργαστήρια. Τώρα είναι η ώρα του αγώνα. Τώρα κάθε άνθρωπος έχει μιαν αγάπη, ένα όνειρο, μια μάνα, ένα παιδί: Τη Δημοκρατία.

Όλοι μαζί

:

Τραγουδούν μια στροφή απ’ το τραγούδι «Αρνιέμαι» του Β. Παπακωνσταντίνου

(Φεύγουν φωνάζοντας τα  πρώτα συνθήματα)

 

 

ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

(Μονόπρακτο)

 

Διομήδης

:

Έλληνες πολίτες … Δημοκράτες Έλληνες. Σας καλούμε στον αγώνα για τη Δημοκρατία. Αγωνιστείτε να πέσει η Χούντα… να πέσει η δικτατορία του Παπαδόπουλου … Βγείτε στους δρόμους και τις πλατείες. Δώστε το παρόν στον αγώνα για τη Δημοκρατία.

Κίμωνας

:

Διομήδη … Διομήδη που είσαι βρε θηρίο; Σε ψάχνω μέρες τώρα. Και συ στον αγώνα ε;

Διομήδης

:

Γεια σου Κίμωνα. Μέρες που είναι τι θέλεις να κάνω; Δεν είναι ώρα τώρα να τρέχουμε στα καφενεία και στα στέκια μας για χουζούρι και παχιά λόγια. Τώρα είναι η ώρα του αγώνα.

Κίμωνας

:

Έτσι είναι Διομήδη. Πρέπει όλοι μας να βοηθήσουμε. Εφτά χρόνια τώρα ο Παπαδόπουλος μας έχει δέσει χειροπόδαρα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Πολλές εφημερίδες έκλεισαν, υπάρχει παντού λογοκρισία, χιλιάδες δημοκράτες εξορίστηκαν.

Διομήδης

:

Δεν μπορεί να είσαι σίγουρος για τίποτε σήμερα, Κίμωνα. Σήμερα είσαι εδώ κι αύριο μπορεί να βρεθείς σε καμία φυλακή ή σε κανένα ξερονήσι, εξορία.

Κίμωνας

:

Για πες μου τι γίνεται στη σχολή σου;

Διομήδης

:

Όλοι είναι στο πόδι. Συνθήματα, φωνές, πανό, μεγάλη αναταραχή στου λέω! Όλοι είναι εκεί και διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στη Χούντα.

Κίμωνας

:

Τα ίδια και στη δική μου σχολή, τη Νομική. Εμείς ήδη κάναμε κατάληψη και δεν αφήνουμε κανέναν να περάσει μέσα. Πολλοί ανέβηκαν στην ταράτσα του κτιρίου. Φωνάζουν συνθήματα κατά της Χούντας και τραγουδούν τραγούδια του αγώνα.

Διομήδης

:

Εμείς αύριο θ’ αποφασίσουμε για κατάληψη της σχολής. Είναι σίγουρο ότι θα το κάνουμε. Ήδη όλες οι σχολές είναι σε αναβρασμό και η μία μετά την άλλη καταλαμβάνονται απ’ τους φοιτητές. Η οργή φούντωσε, ο αγώνας θα είναι σκληρός αλλά ωραίος. Αγωνιζόμαστε για τη Δημοκρατία, Κίμωνα, και είναι πολύ όμορφος αυτός ο αγώνας.

Ισμήνη

:

Κίμωνα, Διομήδη …

Κίμωνας

:

Τι είναι βρε Ισμήνη, γιατί είσαι έτσι αλαφιασμένη;

Ισμήνη

:

Παιδιά, τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα. Οι δικτάτορες βγάζουν τα τανκ στους δρόμους για να μας φοβίσουν. Παντού, σ’ όλους τους δρόμους, αστυνομία και στρατός έχουν στήσει μπλόκα. Οι σφαίρες σφυρίζουν πάνω απ’ το κεφάλι σου. Κανείς δεν ξέρει πόσοι τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν. Εγώ με χίλιες δυσκολίες πέρασα τα μπλόκα της Αστυνομίας και ήρθα μέχρι εδώ.

Κίμων

:

Και τι θες εσύ; βρε Ισμήνη, κορίτσι πράμα και ανακατεύεσαι μ’ αυτά. Αυτές είναι δουλειές για άνδρες.

Ισμήνη

:

Τι είναι αυτά που ακούω από σένα βρε Κίμωνα; Είναι λόγια αυτά να ακούγονται απ’ το στόμα ενός αγωνιστή της Δημοκρατίας; Στην δημοκρατία αγαπητοί μου όλοι πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα. Τι θα πει άνδρας και γυναίκα; Οι γυναίκες σε πληροφορώ κρύβουν πολύ μεγάλη δύναμη μέσα τους και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ίσα με τους άνδρες.

Κίμων

:

Καλά βρε Ισμήνη. Μη θυμώνεις. Σε πειράζω. Νέες και νέοι μια γροθιά να ρίξουμε τη Χούντα. Εμπρός τώρα πες μου τι άλλο είδες, τι γίνεται στο κέντρο της Αθήνας;

Ισμήνη

:

Όλοι ξεσηκώθηκαν. Χιλιάδες διαδηλώνουν στους κεντρικούς δρόμους. Οι φοιτητές άφησαν τις σχολές τους και με συνθήματα και τραγούδια κατευθύνονται στο Πολυτεχνείο.

Διομήδης

:

Ήρθε η ώρα της τελικής αναμέτρησης! Εμπρός λοιπόν τι καθόμαστε! Πάμε για το Πολυτεχνείο. Εκεί θα δώσουμε τον αγώνα όλοι μαζί, ενωμένοι να πέσει η δικτατορία και να λάμψει η Δημοκρατία.

Όλοι στο Πολυτεχνείο!

Όλοι μαζί

:

Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες

οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί (δις)

Όχι άλλα δάκρυα κλείσαν οι τάφοι

λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί (δις)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                               ΠΡΟΤΑΣΗ – ΓΙΟΡΤΗ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ

 

 

 

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

 

(Σε όλη τη διάρκεια της γιορτής ακούγεται μουσική υπόκρουση. Η ένταση του ήχου αυξάνεται όταν μπαίνει και όταν βγαίνει από τη σκηνή ο μαθητής που απαγγέλει. Κατά τη διάρκεια της απαγγελίας η ένταση του ήχου είναι τέτοια που μόλις ακούγεται από τους θεατές.

Τα μουσικά κομμάτια κατά τη διάρκεια της γιορτής μπορούν να εναλλάσσονται.)

 

Μέρος Α’

 

Αφηγητής                    :Πριν πολλά πολλά χρόνια, πάνε σχεδόν έξι αιώνες από τότε – Εικοσιεννιά Μαΐου του 1453 ήταν – ένας λαός αλλόθρησκος, οι Τούρκοι, ήρθε από τα βάθη της Ασίας και κυριάρχησε σ’ όλα τα Βαλκάνια.

Η Κωνσταντινούπολη, η κοσμοξακουσμένη πόλη, πέφτει στα χέρια των Τούρκων. Ο φάρος της οικουμένης σβιέται, η βασιλεύουσα του κόσμου χάνεται, πεθαίνει.

 

Ποίημα                        : Κων/νος Παλαιολόγος – Ν. Καζαντζάκη

 

Χορός αγοριών           :Πήραν την Πόλη πήραν τη, πήραν τη Σαλονίκη!

                                    Πήραν και την Αγια – Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

 

Χορός κοριτσιών        : Πούχε τετρακόσια σήμαντρα και ξηνταδυό

                                    καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς,

κάθε παπάς και διάκος.

 

Χορός αγοριών           : Κι η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες!

 

Χορός κοριτσιών        : Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις,

                                    πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι!

 

Τραγούδι         : «Πόσα χρόνια δίσεχτα», από το Χρονικό του Γ. Μαρκόπουλου

 

ΜΕΡΟΣ Β’

 

Αφηγητής                    : Γη των θεών, Ελλάς, των ηρώων μητέρα. Φίλη γλυκιά πατρίδα μου, νύχτα δουλείας σ’ εσκέπασεν, νύχτα αιώνων.

                                    Βαρύς ο πόνος της σκλαβιάς κι ο θρήνος μας μεγάλος. Νύχτα παντού, μαυρίλα, απελπισία!Γιατί όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Τραγούδι                     : Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά – ακούγεται από το κασετόφωνο

                                    (Το τραγούδι είναι από το δίσκο «18 λιανοτράγουδα» του Μ. Θεοδωράκη.)

 

Αφηγητής                    : Πέρασαν 400 χρόνια, χρόνια της σκλαβιάς, χρόνια της πέτρας. Κι ήρθεν η ώρα του λυτρωμού. Ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, ο Παπαφλέσσας και οι άλλοι της Φιλικής Εταιρείας κάμαν καλά τη δουλειά τους.

 

(Βγαίνουν στη σκηνή τρία παιδιά και δίνουν τον όρκο των Φιλικών)

 

Φιλικοί                        : Ορκιζόμαστε να συντρέξουμε τη λευτεριά της πατρίδας. Ορκιζόμαστε σε σένα ιερή πατρίδα ότι αφιερώνουμε τη ζωή μας σε σένα.

 

Λόγος                          : Ω παιδιά μου… (ακούγεται από το κασετόφωνο)

                                    (το κομμάτι είναι από το δίσκο «Ο δείπνος ο μυστικός» των Σ. Ξαρχάκου – Ν. Ξυλούρη)

 

Ποίημα                        : Η Σύναξη – Α. Σικελιανού

 

Αφηγητής                    : Φωνή μεγάλη ακούγεται τότε σ’ όλον τον κόσμο:

                                    «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί για την ελευθερίαν να ζώσουμε σπαθί».

                                    Είναι ο Ρήγας ο Βελεστινλής που βροντοφωνάζει.

                                    Πολύτιμο το μελάνι του και το αίμα του άγιο.

 

Τραγούδι                     : Ως πότε παλικάρια…

 

ΜΕΡΟΣ Γ’

 

Αφηγητής                    : Κρυφά το λένε τα πουλιά κρυφά το λεν τ’ αηδόνια.

                                    Κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Άγια – Λαύρα:

                                    «Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε· δεν είναι

                                    ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας. Μας ήρθ’ η

                                    άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο, γιατί σηκώθη πόλεμος και

                                    παλεμάν τους Τούρκους. Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά

                                    ή να χαθούμε ούλοι».

 

Τραγούδι                     : Εμπρός να ξεχερσώσουμε…

                                    (Από το δίσκο «Ο δείπνος ο μυστικός» των Σ. Ξαρχάκου – Ν. Ξυλούρη)

 

Ποίημα:                       Κι απάνω στα ψηλά βουνά κι απάνω στις κορφές τους

                                    φωτάει με μιας Ανάσταση ξεσπάει αχός μεγάλος

                                    Τούτο δεν είναι πόλεμος τούτο δεν είναι αμάχη

                                    εδώ τα δέντρα μάχονται μαζί με τους ανέμους

Εδώ βρυχούνται τα βουνά και τα χοντρά κοτρόνια

τ’ αστέρια βόλια σφεντονάν και το φεγγάρι μπάλες

κι ολημερίς κι ολονυχτίς στου ήλιου το καζάνι

μαύρο κατράμι χοχλοκά για των εχτρών τ’ ασκέρια.

                                                Από το «Κυρά των αμπελιών» του Γ. Ρίτσου

 

Μονόπρακτο (σκετς)   : Το κλεφτόπουλο

 

Τραγούδι                     : Τούτο δεν είναι σύννεφο…

(Ακούγεται από το κασετόφωνο η πρώτη στροφή του τραγουδιού από το δίσκο «ο δείπνος ο μυστικός» Καθώς ακούγεται το τραγούδι το κλεφτόπουλο στέκεται στο κέντρο της σκηνής.)

 

Ποίημα                        : Το Ελληνόπουλο – Β. Ουγκώ

 

Μονόπρακτο (σκετς)   : Οι κλέφτες

 

 

Μονόπρακτο (σκετς)   : Η Σουλιωτοπούλα

                                              

 

                                       

                                                      ΜΕΡΟΣ    Δ΄ 

 

 

Αφηγητής                    : Να και το Μεσολόγγι! Εκεί πυργώθηκε η λεβεντιά ως τους εφτά ουρανούς. Τούρκοι και Αιγύπτιοι το πολιορκούν από παντού. Η πείνα θερίζει τους πολιορκημένους. Κι όμως αντιστέκονται μέχρι θανάτου.

                                    (Ακούγεται απ’ το κασετόφωνο το μουσικό κομμάτι: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει λαλεί πουλί παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει» – Από το δίσκο «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Γ. Μαρκόπουλου. Την ίδια στροφή επαναλαμβάνει η χορωδία και ταυτόχρονα μπαίνουν στη σκηνή οι μαθήτριες που παίρνουν μέρος στο παρακάτω μονόπρακτο.)

 

Μονόπρακτο (σκετς)   : Οι Μεσολογγίτισσες

 

Ποίημα                        : Πολιορκημένο Μεσολόγγι – Κ. Κρυστάλη.

 

Τραγούδι                     : Μικρός λαός

                                    (Από το δίσκο «18 λιανοτράγουδα…» του Μ. Θεοδωράκη)

 

                                             ΜΕΡΟΣ Ε’                    

 

Αφηγητής                    : Το μέγα, το ανεπανάληπτο Εικοσιένα:

                                    με το καριοφύλλι και το γιαταγάνι

                                    με τους κλέφτες και τους αρματολούς

                                    με το ράσο του φλεγόμενου Παπαφλέσα

                                    με τις Μπουμπουλίνες και τις Τζαβέλαινες

                                    με τους Νικηταράδες και τους μπουρλοτιέρηδες

                                    με τους Κολοκοτρωναίους και τους Μακρυγιάννηδες.

                                    Το μέγα, το ανεπανάληπτό Εικοσιένα!

 

Ποίημα                        : Το Εικοσιένα – Γ. Κουτσοχέρα

                                   

(Μπαίνουν στη σκηνή τρία παιδιά)

 

Παιδί Α’                      : Όμορφη, πλούσια κι άπαρτη και σεβαστή κι αγία.

                                    Ω! Θεϊκιά κι ολ’ αίματα πατρίδα.

                                    Νοιώθω για σε πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό!

 

Παιδί Β’                       : Ακούγεται από το κασετόφωνο το τραγούδι «Της λευτεριάς ο λόγος» – από τα «18 λιανοτράγουδα» του Μ. Θεοδωράκη – και το παιδί επαναλαμβάνει ταυτόχρονα τα λόγια του τραγουδιού με φωνή αργή και βροντερή.

                                    «Λόγια φτωχά βαφτίζονται στην πίκρα και στο κλάιμα…»

 

 

                          Παιδί   Γ΄    :          Παντού σε πέλαα και στη στεριά λαλάτε την τη λευτεριά !

                   

                            Παιδί  Δ΄    :           Ακούγεται από το κασετόφωνο το τραγούδι « Εσείς στεριές και

                                                           Θάλασσες …….» από το δίσκο « Ο ήλιος ο ηλιάτορας»

                                                         των Δ. Λάγιου . Γ. Νταλάρα. Το τραγούδι είναι μελοποίηση

                                                          του ποιήματος « ο τόπος μου » από τον « ήλιο τον ηλιάτορα»

                                                          του Ο. Ελύτη.

                                                         

                                                         Ακούγεται το τραγούδι και ταυτόχρονα το παιδί επαναλαμβάνει

                                                          με αργή και βροντερή φωνή τα λόγια.

                          Τραγούδι :               Τσάμικος – Σε μουσική Σ, Ξαρχάκου –στίχ. Ν. Γκάτσου

                           Ποίημα  :                Επιτύμβιο – Γ. Ρίτσου        

                           Ποίημα  :                Ύμνος της ειρήνης – Η. Σιμόπουλου

                           Ποίημα  :                Το θαλασσί μαντίλι – Ν. Βρεττάκου

                           Τραγούδι:              Ήρθ’ ο καιρός- Μουσ.   Σ. Ξαρχάκου- Στίχ. Ν. Γκάτσου

                   

                            Αφηγητής :           Σ’ όλους τους νεκρούς του αγώνα του ’21, όλων των αγώνων

                                                        του έθνους  , τούτη την υπόσχεση δίνουμε : Πάντα θα αγωνιζόμαστε

                                                         για το δίκιο και τη λευτεριά, για την Ειρήνη!

                                                        Αδέρφια μου, μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει

                                                        Όλος ο κόσμος μ’ όλα τα όνειρά του.

                                                        Δώστε τα χέρια αδέρφια μου αυτό είναι η Ειρήνη!

                                                                 Ζήτω η επανάσταση του 1821!

                                                  Τιμή και δόξα στον αδούλωτο λαό μας!

                                                                              Ζήτω η Ελλάδα!

 

 

 

 

                                            ΣΚΕΤΣ

ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ

(Μονόπρακτο)

 

(Μπαίνει φουριόζικο στη σκηνή το κλεφτόπουλο και το σταματά η φωνή μιας γυναίκας που στέκει παράμερα)

Γυναίκα

:

Ε, μικρό κλεφτόπουλο, που πας αρματωμένο και πήρες το γιδόστρατο με βια και αλαφιασμένο;

Κλεφτόπουλο

:

Ποια είσαι συ που μου μιλάς και με ρωτάς που πάω; Δεν ξερς πως η Ελλάδα μας στον Τούρκο σκλαβωμένη; Πως έχασε τη λευτεριά και είναι ματωμένη;

Γυναίκα

:

Και τι μπορείς εσύ κλεφτόπουλο μικρό σα σαμιαμίδι να κανς για την πατρίδα σου τη δόλια την Ελλάδα που ζει μες στην πικρή σκλαβιά και πλέει μες το γαίμα;

Κλεφτόπουλο

:

Έχω το θάρρος περισσό

το λέει η καρδιά μου

και πήρα την απόφαση

να πα να πολεμήσω.

Εγώ σκλαβιά δεν ημπορώ

σπίτι να μην ορίζω

θέλω πατρίδα λεύτερη

και πίσω δε γυρίζω!

 

ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

(Μονόπρακτο)

(Ακούγεται η μουσική από το δημοτικό τραγούδι «Ο σκάρος». Μπαίνουν στη σκηνή οι κλέφτες και κάθονται σε ημικύκλιο πάνω σε κούτσουρα.)

Καπετάνιος

:

(Σιγοτραγουδάει)

Εγέρασα μωρέ παιδιά

σαράντα χρόνους κλέφτης

τον ύπνο δεν εχόρτασα

και τώρα αποσταμένος

θελώ να πάω να κοιμηθώ

εστέρεψε η καρδιά μου

βρύση το αίμα το ‘χυσα…

Κλέφτης Α΄

:

Τι ‘ναι τούτα που τραγουδάς, μπρε καπετάν – Γιώργη! Εγέρασες εσύ; Έχεις πολλά να δώσεις ακόμα στον αγώνα! Εσένα καπετάνιο και μόνο που σε βλέπουν οι Τούρκοι το βάζουν στα πόδια σα λαγοί. Τρέμει το φυλλοκάρδι τους… κατουριούνται από το φόβο τους, μπρε καπετάνιο!

Καπετάνιος

:

Δε κιότεψα, ορέ Κίτσο μ… μη φοβάσαι. Πρέπει να κάνουμε όλοι μας υπομονή. Η πατρίδα μας έχει ανάγκη ούλους: άντρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά. Κι αν είναι να πεθάνω, μπρε παλικάρια, ας πεθάνω στον αγώνα. Εχ, έχουμε πολύ δρόμο να κάνουμε ακόμα μέχρι να αξιωθούμε να δούμε λεύτερη την πατρίδα μας.

Κλέφτης Β΄

:

Καλά τα λες καπετάνιο, αλλά δύσκολα πολύ δύσκολα περνάμε ‘δω πάνω στα κακοτράχαλα τα βουνά. Μαυρ’ είναι η ζωή μας, μαύρο και το ψωμί που τρώμε. Κυνηγημένοι σαν τ’ αγρίμια. Έχουμε για κρεβάτι το μαύρο χώμα και για προσκεφάλι τα πετρολίθαρα … κι ολημερούλα πόλεμο, το βράδυ καραούλι.

Κλέφτης Γ΄

:

Ε, μωρέ αδέρφια, δυο χρόνια έχω να δω τη μάνα μου, τη γυναίκα μου, το γιο μου, που ‘ναι τώρα δεκάχρονο παλικαράκι και δε βλέπω την ώρα να του χαρίσω ένα ντουφέκι να μάθει να πολεμά τον οχτρό, τον Τούρκο τον αγαρηνό. Αχ, βρε αδέρφια, τους πεθύμησα! Αλλά πάνω απ’ όλα η λευτεριά της πατρίδας. Πρώτα ο ιερό Αγώνας για τη λευτεριά μας, γιατί σαν είσαι σκλάβος μήτε σπίτι ορίζεις μήτε οικογένεια!

Κλέφτης Δ΄

:

Ας είναι καλά τα ντουφέκια μας και τα γιαταγάνια μας. Μα πάνω απ’ όλα να ‘χουμε θάρρος και καρδιά να συνεχίσουμε τον Αγώνα κι ας είν’ τα ντέρτια μας πολλά και η ζωή μας μαύρη. Θάρθει, μπρε αδέρφια, η μέρα που θα ‘χουμε και μεις λεύτερη πατρίδα να ζήσουν τα παιδιά μας … να προκόψουν και να προοδέψουν. Ε! … τι να λέμε τώρα … άνθρωπος σκλάβος δε λογιέται για άνθρωπος!

Καπετάνιος

:

Έτσι σας θέλω λεβέντες μου! Πάνω απ’ όλα η πατρίδα! Πάνω απ’ όλα η λευτεριά και τίποτ’ άλλο. Αντέστε τώρα να πούμε ‘να τραγούδι να ξεθυμάνουμε λίγο, να τραγουδήσουμε τα ντέρτια μας, γιατί ποιος ξέρει αν αύριο θα ζούμε!

Όλοι μαζί

:

(Τραγουδούν)

Μαύρη μωρέ, μαύρη ζωή που κάνουμε

μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες

 

Η ΣΟΥΛΩΤΟΠΟΥΛΑ

(Μονόπρακτο)

(Ακούγονται ντουφεκιές και ο Νάσης  στη σκηνή πίσω από ’να βράχο πολεμάει τους Τούρκους. Εμφανίζεται στην άκρη της σκηνής η αδερφή του.)

Λενιώ

:

Νάση! Ε, ορέ Νάση!

Νάσης

:

Εδώ ’μαι αδερφή.

Λενιώ

:

Σου ’φερα μια ψίχα φαΐ να φας να στυλωθείς. Πα! πα! πα! λύσαξαν τα ζαγάρια, οι παλιότουρκοι.

(ακούγονται ντουφεκιές)

Νάσης

:

Φυλάξου αδερφή … και κόπιασε σιγά – σιγά.

Λενιώ

:

Έρχομαι Νάση.

Νάσης

:

Βράχο, βράχο, αδερφή.

(Φτάνει κοντά του η Λενιώ)

Λενιώ

:

Είσαι καλά, Νάση μου;

Νάσης

:

Καλά αδερφή … όσο δουλεύει το λιανοντούφεκό μου και το λέει η καρδούλα μου δεν έχω φόβο.

(Ακούγονται ντουφεκιές)

Λενιώ

:

Αμάν, Παναγία μου! Χαλασμός! Πέφτουν τα βόλια σαν το χαλάζι. Είναι ώρα που πολεμάτε Νάση μου;

Νάσης

:

Απ’ τα χαράματα Λενιώ κι είν’ η ώρα μεσημέρι. Οι παλιότουρκοι το βάλαν αμανάτι να μας φάνε! Μα δε θα τους περάσει! Όλοι μας πολεμάμε σα λιοντάρια.

Λενιώ

:

Έλα Νάση, κάτσε να φας να ξαποστάσεις λίγο, παίρνω εγώ τη θέση σου.

Νάσης

:

Να προσέχεις, Λενιώ.

(Ακούγονται ντουφεκιές)

Λενιώ

:

(Πολεμάει στη θέση του Νάση)

Να πάρτην παλιότουρκε … πάρε κι άλλη μία.

Καλύτερα πεθαμένοι παρά σκλάβοι.

(Ακούγεται μια ντουφεκιά που χτυπάει τη Λενιώ)

Ααααχ! Ναααση!

Νάσης

:

Τι έχεις Λενιώ! Τι έπαθες αδερφούλα μου! Αχ, τη φάγαν τα ζαγάρια. Λενιώωω! Αδερφούλα μου!

 

(Διασκευή από το διήγημα του Γ. Βλαχογιάννη «Η Σουλιωτοπούλα»)

 

 

ΟΙ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΣΕΣ

(Μονόπρακτο)

(Ακούγεται το τραγούδι «Άκρα του τάφου σιωπή» και μπαίνουν στη σκηνή 4 γυναίκες. Αφού κάνουν δύο κύκλους στη σκηνή, στέκονται στο κέντρο της. Μαζί τους μπαίνει κι ένας μαθητής που παριστάνει το Σολωμό, κάθεται στην άκρη της σκηνής και τις παρακολουθεί συλλογισμένος.)

Γυναίκα Α΄

:

Ακούτε συντοπίτισσες αδερφές μου. Αντίκρυ στην πατρίδα μας, στο έρμο Μεσολόγγι, δεν έπαψαν στιγμή να βαράνε τα κανόνια. Εχτές όλη μέρα δεν έπαψε η θάλασσα να τρέμει, να σείεται η γη… και σήμερα ξανάρχισε το κανονίδι με την αυγή. Αχ, ο θάνατος σαρώνει τις ψυχές! Ω, γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα, γιατί το δράμα του Μεσολογγιού δεν έχει λόγια να ειπωθεί. Άκου! Βάστα, καημένο Μεσολόγγι.

Γυναίκα Β΄

:

Τ’ αδέρφια μας σκοτώνονται για τη λευτεριά μέσα σ’ εκείνο το δοξασμένο αλωνάκι … για τη λευτεριά τη δική τους και τη δική μας, τη λευτεριά του κόσμου. Άμποτε, θεέ μου, τούτη η τρομερή θυσία ν’ ανοίξει το δρόμο για να μας έρθει η λευτεριά. Ω, τη βλέπω την ωραία, λαμπρή θεά, αναστημένη από τα κόκαλα των προγόνων μας, με σπαθί κοφτερό κι όψη γενναία, να περιδιαβαίνει τον κόσμο.

Γυναίκα Γ΄

:

Έρμες αδελφούλες μου, δυστυχισμένες Μεσολογγίτισσες … ερχόμαστε δω στ’ ακρογιάλι της Ζάκυνθος και καθόμαστε και κλαίμε αγναντεύοντας τα άγια χώματά μας. Κλαίμε κοιτάζοντας πέρα κατά το καημένο Μεσολόγγι. Γυρίζουμε οι δύστυχες όλη μέρα στα σοκάκια της Ζάκυνθος ζητιανεύοντας, μα δε ζητιανεύουμε για μας, για να χορτάσουμε την πείνα μας … ζητιανεύουμε για τους δικούς μας … να τους στείλουμε κει πέρα στο Μεσολόγγι εφόδια, τρόφιμα και πανικά για τους λαβωμένους. και δεν είναι ντροπή η ζητιανιά σαν είναι για ιερό σκοπό.

Γυναίκα Δ΄

:

Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα από τη συλλογή. Μόνο τα χαράματα γλάρωσα λίγο, για μια στιγμή, να, όσο να το πεις ένα «Πάτερ ημών». Και μέσα σε τόση λίγη ώρα είδα όνειρο μεγάλο, τόσο μεγάλο, που είναι ν’ απορείς πως χωράνε τόσα πολλά μέσα σε τόσο λίγες στιγμές.

Γυναίκα Ε΄

:

Έτσι είναι όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος. Ακούς το κανόνι; Σκοτώνονται κει πέρα! Αχ, τι μαυρίλες μας φέρνει πάλι τούτη η δόλια μέρα; Έλα, καλή μου, πες μας τ’ όνειρό σου.

Γυναίκα Δ΄

:

Ανέβαινα, λέει, έναν όροφο απότομο, κοφτό. Ανέβαινα κι ανέβαινα με τα γόνατα και με τα νύχια σαν σκύλα. Φτάνω στην κορφή και μπροστά μου το παιδί του παπαγιώργη, το σκοτωμένο, ο Πάνος. Με παίρνει από το χέρι και μπαίνουμε σ’ ένα ρημοκλήσι. «Εσύ ποιου είσαι;» με ρωτάει ο πεθαμένος. «Με το Μεσολόγγι» του απαντάω, «και συ με ποιον είσαι;» τον ερωτάω εγώ. «Εγώ, μ’ αποκρίνεται … εγώ είμαι με τους πεθαμένους!». Και βλέπω μπροστά μου, οϊμέ η καψερή!, όλους τους νεκρούς του αγώνα: Τον άντρα μου, τον αδερφό μου, τον Κωσταντή, τον καπετάν-Μάρκο, τον καπετάν-Φώτο κι άλλους πολλούς, όλοι τους αγαπημένα πρόσωπα. Μ’ έπιασε μια ταραχή και βάλθηκα να χτυπάω την πόρτα της εκκλησιάς δυνατά να μ’ ανοίξουν. Η πόρτα δεν άνοιγε κι άρχισα να κλαίω σπαρακτικά. Κι εκεί ξύπνησα κλαίγοντας.

Γυναίκα Ε΄

:

Χριστέ μου! Έχουμε ν’ ακούσουμε σήμερα κι άλλες συμφορές. Και συ, κακομοίρα μου, πάλι καλά. Αφού σκοτώθηκε ο άντρας σου και τα παιδιά σου, πάει τους  έχασες όλους και ξεμπέρδεψες. Αχ, τι μας κάνεις εμάς που έχουμε ακόμα ζωντανούς και ζούμε με τη λαχτάρα πως τώρα, όπου να ‘ναι, θ’ ακούσουμε το κακό και το χειρότερο! Δυο παλικάρια μου, οι γιοι μου, πολεμάν τώρα που μιλούμε και δεν ξέρω αν θα τους ξαναδώ ζωντανούς.

Γυναίκα ΣΤ΄

:

Κάντε κουράγιο, αδερφούλες μου, όλα μια μέρα θα σιάξουν, θα ξαναδούμε λεύτερο το Μεσολόγγι, θα ξαναγυρίσουμε στο κονάκι μας να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Μέσα από τις στάχτες θα ξαναγεννηθεί η ελπίδα, ο θεός είναι μεγάλος και δε θα μας αφήσει να χαθούμε. Όσους κι αν σφάξουν οι Τούρκοι κάποιοι θα μείνουν να γειάνουν τις λαβωματιές της πατρίδας μας, να την κάνουν γερή και δυνατή.

Σολωμός

:

(Σηκώνεται και έρχεται στο κέντρο της σκηνής)

Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς στο λέω θαυμάζω τις γυναίκες μας και στ’ όνομά τους  μνένω. Ήσυχες για τη γνώμη τους μα όχι για τη Μοίρα και μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τους πλημμύρα. Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, δόξα να ‘χ’ η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι.

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΤΑΣΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

 

Περιλαμβανει: 1. Τα κερια 2. Οι βοσκοι. 3. Οι τρεις μαγοι 4. Τα δωρα του Αη-Βασιλη 5. Το αστερακι που..

 

 

 

 

 

 

 


Κεριά

 

Α΄

Μες στη νύχτα περπατάμε

και κερί στο χέρι μας κρατάμε

Πάμε εμείς αθώα, άδολα παιδιά

στο Χριστό προσκυνητές, στην άγια τη σπηλιά

Β΄

Μαύρος, γκρίζος ουρανός

του κεριού μας, λιγοστό το φως

Κρύο, παγωνιά, άγριος καιρός

τρεμουλιάζουνε τα χέρια

τρεμοσβήνει του κεριού το φως

Γ΄

Πάμε, πάμε, προχωράμε

μες στη φάτνη γελαστός

περιμένει ο Χριστός

της αγάπης μας το φως

Δ΄

Κι αν μας σβήσει το κεράκι

χρυσαντάλλαγμα ο Χριστός

θα μας δώσει το δικό του

το αιώνιο, άγιο φως

Ε΄

Ανοίξτε τις πόρτες χριστιανοί

στ’ αρχοντικό το σπίτι σας να μπούμε

τη νύχτα αυτή τη μαγική

μαζί με το Χριστό τα κάλαντα να πούμε

 

 

ΤΟ ΑΣΤΕΡΑΚΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΤΗ ΓΗ

 

Σκηνικό

:

Στη μια άκρη της σκηνής ένα υπερυψωμένο έδρανο με φόντο έναστρο ουρανό. Στην άλλη άκρη της σκηνής η Φάτνη με φόντο μια πόλη ή χωριό χιονισμένα και με χριστουγεννιάτικα στολίδια

 

(Ακούγεται απαλή χριστουγεννιάτικη μουσική και μπαίνει στη σκηνή η μαμά –Αστέρω. Ανεβαίνει στο υπερυψωμένο έδρανο).

Αστέρω

:

Ουφ! κουράστηκα κι απόψε

να λάμπω να φεγγοβολώ.

Ας κάτω να ξεκουραστώ.

Μα που ‘ναι τα αστεράκια μου

τα λαμπερά παιδάκια μου;

Ακόμα να φανούν;

Α, να τα που ‘ρχονται κοντά μου

τα σκανταλιάρικα μικρά μου.

(Ακούγεται χαρούμενη μουσική και μπαίνουν στη σκηνή τρία αστεράκια. Κάνουν δυο γύρους στη σκηνή κουνώντας ρυθμικά τα σώματά τους και ανεβαίνουν στο υπερυψωμένο έδρανο).

Αστεράκια

:

Είμαστε αστεράκια

ταξιδεύουμε στον ουρανό

κι από κει ψηλά

ακουμπούμε το θεό

 

Είμαστε αστεράκια

φωτεινά και λαμπερά

και φωτίζουμε τη γη

απ’ τον ουρανό ψηλά

 

Είμαστε αστεράκια

αγαπούμε τα παιδιά

και τους στέλνουμε φιλιά

απ’ τον ουρανό ψηλά

 

 

Αστέρω

:

Ελάτε αστεράκια

ξημέρωσε … ώρα να κοιμηθείτε.

Θε νάρθει πάλι η νυχτιά

και πρέπει να πιάσουμε δουλειά.

Αστεράκι

:

Εγώ μαμά δε θα κοιμηθώ

κάτι θέλω να σου πω

Αστέρω

:

Τι θέλει τ’ αστεράκι μου

το λαμπρομαναράκι μου;

Αστεράκι

:

Μαμά, γιατί κάτω στη γη

τούτες τις νυχτιές

όλα είναι γιορτινά

φωτεινά και λαμπερά;

Μην έχουνε γιορτή

οι άνθρωποι στη γη;

Αστέρω

:

Αχ, μικρό μου αστεράκι

οι άνθρωποι στη γη

τα Χριστούγεννα γιορτάζουν

γι’ αυτό ‘ναι όλα φωτεινά

γιορτινά και λαμπερά.

Αστεράκι

:

Μαμά, θέλω και γω

-πολύ το πεθυμώ-

στη γη να κατεβώ

και τα Χριστούγεννα τα φετινά

να γίνουν με το φως μου

ακόμα πιο λαμπρά

Αστέρω

:

Αστεράκι, στη γη αν κατεβείς

να το ξέρεις θα χαθείς

Αστεράκι

:

Όχι μαμά, δε θα χαθώ

μου το ‘πε ένα αγγελούδι

που τριγυρνά στον ουρανό.

Ήρθε και μου ‘πε

πως έχει εντολή απ’ το Χριστό

στη γη να κατεβώ

και σ’ ένα κοριτσάκι να χαρίσω

το φως μου το λαμπρό.

Φεύγω, πάω στο καλό

φεύγω, γεια, σας χαιρετώ.

Αστέρω

:

Στο καλό αστεράκι, στο καλό.

Αστεράκια

:

Στο καλό αδερφάκι μας λαμπρό

(Βγαίνει απ’ τη σκηνή πρώτα το αστεράκι και μετά η Αστέρω με τα άλλα δυο αστεράκια)

Παιδιά

:

(Μπαίνουν στη σκηνή κρατώντας τριγωνάκια, τραγουδούν τα «Τρίγωνα κάλαντα» και φεύγουν)

(Μπαίνει στη σκηνή ένα κοριτσάκι και αργά – αργά πάει και γονατίζει μπροστά στη φάντη. Ακούγεται απαλή μουσική)

Κοριτσάκι

:

Χριστούλη, χάρισέ μου

ένα αστεράκι

ένα τόσο δα αστεράκι

κι ας μην είναι τόσο λαμπερό

όσο αυτό της Βηθλεέμ.

Ένα τόσο δα αστεράκι

χάρισέ μου

να το σφίξω στην αγκαλιά μου

να το βάλω στην καρδιά μου

να τη χουχουλίζει

και να τη ζεσταίνει

και η λάμψη του

να ακτινοβολεί στο πρόσωπό μου.

Χριστούλη, σε παρακαλώ

μην το ξεχάσεις

δε θέλω μόνο για μένα ένα αστεράκι

θέλω να χαρίσεις σε όλα τα παιδιά

από ‘να αστεράκι

ολόιδιο με το δικό μου

να το βάλουν στην καρδιά τους

να φεγγοβολούν

κι αυτουνών τα πρόσωπά τους.

Όλα τα παιδιά, Χριστούλη

να το ‘χουμε για οδηγό

να κάνει την αθώα μας καρδιά

πάντα, μα πάντα να χτυπά

στης αγάπης το ρυθμό

(Μπαίνει ένα αγγελούδι. Πάει κοντά στο κοριτσάκι. Ακούγεται απαλή Χριστουγεννιάτικη μουσική)

Αγγελούδι

:

Κοριτσάκι, ο Χριστός που αγαπά

όλου του κόσμου τα παιδιά

απόψε που γιορτάζουμε τη μαγική

των Χριστουγέννων τη νυχτιά

άκουσε τη θερμή σου προσευχή

κι ένα αστεράκι σου ‘στειλε στη γη.

Να το ‘χεις πάντα συντροφιά

να σε φωτίζει, να σε γεμίζει ζεστασιά

και το πρόσωπό σου …

από χαρά κι αγάπη να φεγγοβολά.

(Μπαίνει το αστεράκι και το αγγελούδι δείχνοντάς το συνεχίζει)

 

 

Ολόλαμπρο και φωτεινό

να το, έρχεται κοντά σου

μ’ αγάπη να γεμίσει την καρδιά σου.

Κορίτσι

:

Α! ένα αστεράκι

ένα αληθινό αστεράκι.

Αχ Χριστούλη μου σ’ ευχαριστώ!

Καλώς ήλθες αστεράκι μου λαμπρό!

Αστεράκι

:

Ναι κοριτσάκι,

ειμ’ αστεράκι αληθινό

κι είμαι σταλμένο απ’ το Χριστό.

Θα μείνω για πάντα εδώ κοντά σου

να σε φωτίζω, να σε οδηγώ

πάντα στο δρόμο τον καλό

και στο Χριστούλη μας ας πούμε

ένα μεγάλο ευχαριστώ!

Αγγελούδι

:

Όποιος κοντά ‘ναι στο Χριστό

και είναι καλό παιδί

ένα αστεράκι θα του στείλει

ο Χριστούλης μας στη γη:

να του γεμίζει την καρδιά

χαρά και ζεστασιά

να το ‘χει φωτεινό οδηγό

και πάντα η καρδιά του να χτυπά

στης αγάπης το ρυθμό.

 

 

 

       


ΟΙ ΒΟΣΚΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ ΤΟ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

(Μπαίνουν οι τρεις βοσκοί. Ακούγεται χριστουγεννιάτικη μουσική. Οι βοσκοί πλησιάζουν στη Φάτνη. Χαμηλώνει η μουσική)

Βοσκός Α΄

:

Για σε καλέ Χριστούλη

μες στην παγωνιά

ήρθαμε κοντά σου

και προσκυνάμε ευλαβικά.

 

Κάνε καλέ, Χριστούλη

αγάπη και χαρά

νάχει ο κόσμος όλος

μεγάλοι και παιδιά.

 

Βοσκός Β΄

:

Χιλιάδες οι αγγέλοι

ψηλά στον ουρανό

ψάλλουν και δοξάζουν

το μικρό Χριστό

 

Και μεις παρακαλούμε

βαθιά απ’ την ψυχή

ειρήνη να μας φέρει

παντού σ’ όλη τη γη

Βοσκός Γ΄

:

Της Βηθλεέμ το άστρο

λάμπει, φεγγοβολά

πάνω από τη φάτνη

την άγια τη νυχτιά

 

Δεν είναι σαν τ’ αστέρια

που βλέπουμε συχνά

είναι το άστρο της ελπίδας

για όλους μας παιδιά

(Οι βοσκοί μένουν δίπλα στη φάτνη)

 

 

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ ΜΕ ΤΑ ΔΩΡΑ

(Δυναμώνει η μουσική και μπαίνουν οι τρεις μάγοι. Προχωρούν αργά και σταματούν στο κέντρο της σκηνής. Χαμηλώνει η μουσική)

Μάγος Α΄

:

Μέρες ταξιδεύουμε

στο κρύο, στο Χιονιά

Ψάχνουμε να βρούμε

τη μαγική σπηλιά

Μάγος Β΄

:

Ποτέ κανείς δεν είδε

τέτοιο αστέρι φωτεινό

και μεις οι τρεις οι μάγοι

το ‘’χουμε για οδηγό.

Μάγος Γ΄

:

Μα να, φτάνουμε σε λίγο

στην άγια τη σπηλιά

και δώρα θα χαρίσουμε

στο νέο Βασιλιά

(Δυναμώνει η μουσική. Οι τρεις μάγοι προχωρούν αργά και παίρνουν θέση κοντά στη φάτνη. Χαμηλώνει η μουσική)

Μάγος Α΄

:

Σμύρνα σου προσφέρω

μικρέ μου βασιλιά

και συ  υγεία και χαρά

δώσε σε όλα τα παιδιά.

 

Μάγος Β΄

:

Λίβανο σου φέρνω

απ’ τη βαθιά Ανατολή

ειρήνη να χαρίσεις

σ’ ολάκερη τη γη

 

Μάγος Γ΄

:

Χρυσάφι θα προσφέρω

ταπεινά και γω

στο μικρούλη το θεό.

Μόνο τούτο του ζητώ:

να δίνει στα φτωχά παιδάκια

φροντίδα, ζεστασιά και φαγητό

(Δυναμώνει η μουσική και μπαίνει ένα κοριτσάκι. Προχωρά αργά και στέκεται στο μέσο της σκηνής)

Κορίτσι

:

Γεια σας καλοί μου μάγοι και βοσκοί

θα ‘’θελα και γω τη νύχτα αυτή τη μαγική

μπρος στο Χριστούλη να πω μια προσευχή.

(Δυναμώνει η μουσική και προχωρά αργά και στέκεται γονατιστό μπρος στη φάτνη. Χαμηλώνει η μουσική)

 

 

Κάνε, καλέ Χριστούλη

να ‘’χουν όλα τα παιδάκια

ένα ποτηράκι γάλα

μπόλικα τραγούδια

μπόλικα αστεράκια

 

Κάνε καλέ Χριστούλη

να ‘’ναι όλα τους καλά

έτσι που και μεις

να μη ντρεπόμαστε

για τη δική μας τη χαρά

 

(Η προσευχή είναι απόσπασμα από το «Πρωινό άστρο» του Γ. Ρίτσου)

(Δυναμώνει η μουσική. Όλα τα παιδάκια υποκλίνονται και βγαίνουν αργά – αργά από τη σκηνή).

 

 

 

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ

Σκηνικό

:

Ο Αη-Βασίλης πάνω στο έλκηθρο του που το σέρνουν τέσσερα (4) ελαφάκια. Τοπίο χιονισμένο κι ένα σπιτάκι στην άκρη του σκηνικού με φωτισμένα παράθυρα.

 

(Μπαίνει ο Αη-Βασίλης. Ακούγεται απαλή χριστουγεννιάτικη μουσική)

Αη-Βασίλης

:

Ήρθ’ η ώρα να ετοιμαστώ

πόλεις και χωριά να επισκεφτώ.

Περιμένουν του κόσμου τα παιδιά

-πλούσια, φτωχά και ορφανά-

το δώρο μου να τους χαρίσω

και την καρδούλα τους χαρά να τη γεμίσω.

Πάει κι αυτή η χρονιά

φεύγει, πάει μακριά.

Μας άφησε λύπες και χαρές

βαθιά μες στην καρδιά.

Ελάτε ελαφάκια, ξεκινάμε

δεν έχουμε καιρό

και είναι το κρύο τσουχτερό.

(Ακούγεται χαρούμενη μουσική και μπαίνουν τα ελαφάκια χοροπηδώντας)

Ελαφάκι Α΄

:

Άγιε Βασίλη μια στιγμή

ρίξε μια τελευταία ματιά

μες στο μεγάλο σου σακί.

Μη ξέχασες κάποιο παιδί

και δώρο δε θα πάρει

και το καημένο λυπηθεί;

Άη-Βασίλης

:

Μη στενοχωριέσαι ελαφάκι

πήρα δώρα για όλα τα παιδιά

να μην τους λείψει η χαρά.

Ελαφάκι Β΄

:

Άγιε Βασίλη,

και κείνο το κορίτσι το μικρό

που έξω στο κρύο, στο χιονιά

σπιρτόκουτα πουλά

κι είναι μικρούλι ορφανό

μην το ξεχάσεις, σε παρακαλώ

Αη-Βασίλης

:

Για κοίτα εδώ

πρώτο στη λίστα μου

το ’χω γραμμένο

το πιο καλό μου δώρο

θα δώσω στο καημένο

Ελαφάκι Γ΄

:

Αφήστε τα λόγια

πρέπει να βιαστούμε

όλου του κόσμου τα παιδιά

τον Αη-Βασίλη καρτερούνε.

Ελαφάκι Δ΄

:

Γρήγορα, βιάσου Αη-Βασίλη

το άγιο σου το χέρι, δώρα να χαρίσει

και στων παιδιών τα χείλη

ένα πλατύ χαμόγελο ν’ ανθίσει.

Αη-Βασίλης

:

Εμπρός ελαφάκια, πάμε

βάλτε τα δυνατά σας ξεκινάμε.

(Ακούγεται μουσική χριστουγεννιάτικη και βγαίνουν απ’ τη σκηνή)

Σκηνικό

:

Κεντρικός δρόμος μιας πόλης στολισμένης χριστουγεννιάτικα.

(Ακούγεται χριστουγεννιάτικη μουσική και μπαίνει ένα κοριτσάκι κρατώντας ένα πανεράκι με σπιρτόκουτα)

Κοριτσάκι

:

Όλα γύρω γιορτινά

Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά!

Και γω σπιρτόκουτα πουλώ

μέσα στο κρύο μοναχό.

Άνθρωποι σας παρακαλώ

πάρτε, πάρτε δυο κουτιά

νάβρω λίγη ζεστασιά

όπως και τ’ άλλα τα παιδιά.

(Ακούγεται μουσική και μπαίνει ο Αη-Βασίλης με τα ελαφάκια)

Ελαφάκι Α΄

:

Ε, ψιτ, κοριτσάκι

σήκωσε το κεφαλάκι

κοίτα ποιος ήρθε να σε δει

χαρά να δώσει

στην πονεμένη σου ψυχή.

Κοριτσάκι

:

Α! Ο Αη-Βασίλης! Τι χαρά!

Άγιε των παιδιών

σε προσκυνώ ευλαβικά.

Δε θέλω δώρα και παιχνίδια

μονάχα λίγη ζεστασιά

κοντά στο τζάκι, στη φωτιά.

Α, θέλω και λίγη ζεστασιά

να βγαίνει απ’ των ανθρώπων την καρδιά.

Αη-Βασίλης

:

Έλα καλή μου, έλα ακριβή μου

το δώρο μου το πιο ακριβό θα σου χαρίσω

και τη θλιμμένη σου ψυχή

μ’ αγάπης ζεστασιά θα τη γεμίσω.

Κοριτσάκι

:

Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς, καλέ μου Αη-Βασίλη

πρώτη φορά μες στη μικρή ζωή μου

άνθισ’ ένα χαμόγελο και στα δικά μου χείλη.

Ελαφάκι Β΄

:

Αη-Βασίλη

ας την πάρουμε μαζί μας

να σε βοηθά

στο μοίρασμα των δώρων

στου κόσμου τα παιδιά.

Αη-Βασίλης

:

Έλα κοριτσάκι, ανέβα στο έλκηθρό μου

θα σ’ έχω για βοηθό μου.

Γρήγορα θα πάμε σε πόλεις σε χωριά

δώρα να μοιράσουμε σ’ όλα τα παιδιά.

Αγάπη να μοιράσουμε, αγάπη και χαρά.

(Μπαίνουν στη σκηνή μια μητέρα και το παιδάκι της. Το παιδί είναι θυμωμένο και νευρικό)

Παιδί

:

Μαμά, είσαι πολύ κακιά.

Δε μου πήρες δώρα ακριβά

και θα κλαίω, θα τσιρίζω δυνατά.

Μητέρα

:

Παιδί μου, μη με λες κακιά

δεν έχουμε λεφτά

για δώρα ακριβά.

Παιδί

:

Δε με νοιάζει, δε με νοιάζει

να ψάξεις να βρεις χρήματα πολλά

εγώ θέλω πλούσια δώρα, ακριβά.

Αη-Βασίλης

:

Ε, ψιτ, παιδάκι, έλα δω

γιατί δεν ακούς τι σου λέει η μαμά

παρά κλαις και τσιρίζεις

και θέλεις δώρα ακριβά;

Αν κάνεις έτσι…

Ο Αη-Βασίλης θα σε τιμωρήσει

και δώρο δε θα σου χαρίσει.

Παιδί

:

Με … με συγχωρείς καλέ μου Αη-Βασίλη

από δω και πέρα θ’ ακούω τη μαμά.

Σε παρακαλώ το δώρο μου ν’ αφήσεις

κοντά στο τζάκι μου την Πρωτοχρονιά.

(Μπαίνουν στη σκηνή δύο (2) παιδιά κρατώντας στην αγκαλιά τους φανταχτερά, πλούσια δώρα)

Παιδιά

:

Ποπό! Τι όμορφα, τι πλούσια παιχνίδια

μας πήραν ο μπαμπάς και η μαμά.

Και κούκλες και μπάλες και ηλεκτρονικά!

Αμ τι νομίζετε…

οι γονείς μας τον φυσάνε τον παρά

και μας αγοράζουν στις γιορτές

δώρα να δουν τα μάτια σας πολλά!

Εμείς είμαστε πλούσιοι, έχουμε λεφτά!

Όχι σαν το Γιώργο και την Ντόρα

που ‘ναι παιδιά φτωχά

και δώρα δεν τους παίρνουν

ο μπαμπάς τους και η μαμά.

Αη-Βασίλης

:

Εϊ παιδιά, καλά μου παιδιά

για ελάτε μου κοντά.

Δώρα βλέπω αγοράσατε πολλά

φανταχτερά και ακριβά

και δε νοιάζεστε για τα φτωχά παιδιά.

Αν θέλετε και ‘γω δώρο να σας χαρίσω

και την καρδούλα σας χαρά να τη γεμίσω

χαρίστε απ’ τα πολλά σας δώρα

από ‘να στο Γιώργο και στη Ντόρα

στα δυο φτωχά παιδιά

που ζουν κοντά σας στην ίδια γειτονιά.

Παιδιά

:

Μας συγχωρείς, Άγιε Βασίλη.

Αλήθεια! Τι να τα κάνουμε τα δώρα τα πολλά

άμα λείπει στη ζωή μας η αγάπη, η χαρά;

Γι αυτό και εμείς θα δώσουμε

δυο απ’ τα πιο καλά μας δώρα

στα δυο φτωχά: στο Γιώργο και στη Ντόρα.

(Μπαίνουν στη σκηνή άλλα δύο παιδιά κρατώντας στην αγκαλιά τους πολεμικά παιχνίδια)

Παιδιά

:

Γιούπι! Τι ωραία, τι καλά!

Αγοράσαμε παιχνίδια

μπόλικα πολεμικά.

Μπαμ και μπουμ και μπαμ και μπουμ

ολημερίς θα πολεμούμε

άγριοι πολεμιστές θα γίνουμε

και τους εχθρούς μας θα νικούμε

Μας αρέσουν πιο πολύ

τα σύγχρονα τα όπλα

τα αυτόματα ηλεκτρονικά

που απ’ τις κάνες τους ξερνούνε

καυτό μολύβι και φωτιά.

Θα γίνουμε άγριοι πολεμιστές

ολημερίς θα πολεμούμε

και τους εχθρούς μας θα νικούμε

Ελαφάκι

:

Παπαπά! Παπαπά!

τι άγρια, τι αιμοβόρικα παιδιά!

Τον πόλεμο αγαπούν

και καθόλου δεν τα νοιάζει

αν ζωές ανθρώπινες χαθούν.

Παιδιά

:

Ε! Να και ο Αη-Βασίλης!

Καλά μου σε συναντήσαμε

για να σου πούμε…

τι δώρα πεθυμήσαμε.

Θέλουμε Αη-Βασίλη να μας φέρεις

από ‘να όπλο αυτόματο, ηλεκτρονικό

χιλιάδες σφαίρες να ρίχνει στο λεπτό.

Στο πι και φι να σκοτώνει τον εχθρό.

Αη-Βασίλης

:

Ωχ! Τι ακούν τ’ αυτιά μου!

Αν τα όπλα αγαπάτε

και τους πολέμους προτιμάτε

η αγάπη … η ειρήνη θα χαθεί

η γη μας θα καταστραφεί.

Αμέσως τα όπλα καταστρέψτε

κανένα μα κανένα να μη μείνει

για να έχουμε παντού ειρήνη!

Παιδιά

:

Μας συγχωρείς, Άγιε Βασίλη

τα όπλα αμέσως τα πετάμε

και δίνουμε υπόσχεση

τους πολέμους να μισούμε

και την ειρήνη ν’ αγαπούμε!

Αη-Βασίλης

:

Μπράβο σας παιδιά!

Τώρα ήρθ’ η ώρα μου να φύγω

για άλλα μέρη μακρινά.

Θερμά σας χαιρετώ

του χρόνου πάλι

θαρθω να σας δω.

Γεια σας παιδιά!

Χρόνια σας πολλά!

Παιδιά

:

Γεια σου, γεια σου Αη-Βασίλη

σε χαιρετούμε όλοι

μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη.

Γεια σου, γεια σου Αη Βασίλη!

Τρέξε βιάσου …

στα πέρατα της γης να φτάσεις

χαρά και δώρα να μοιράσεις.

Καλή χρονιά, χρόνια πολλά

και του χρόνου μη μας ξεχάσεις.

(Φεύγει ο Αη-Βασίλης με τα ελαφάκια και όλα τα παιδιά βγαίνουν μπροστά και τραγουδούν τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς)

Όλα τα παιδιά

:

(Τραγουδούν στο ρυθμό του «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά», τα παρακάτω κάλαντα)

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

στους δρόμους βγαίνουν τα παιδιά

τα κα-, τα κάλαντα να πούνε

σ’ όλους μας, σ’ όλους μας, καλώς να ‘ρθουνε.

 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

κι απ’ τους πολέμους μακριά

όπλο για όπλο να μη μείνει

να ‘χουμε παντού ειρήνη.

 

Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά

αγάπη να ‘χετε παιδιά

αγά-, αγάπη στη καρδιά σας

τη χαρά, τη χαρά πάντα κοντά σας.

 

 

 

 

 

6 σχόλια

  1. einai xrisimo!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!para polu!!!!!!!!!!!eeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeee???????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????den einai???????pantws mas xrisimeψe

  2. lpn … tha elega oti xrisimeuse arketa! gia skets , poihmata k.lp. !!!

    1. o.k…Eyxaristw, na eisai kala!

  3. εμεις στο σχολειο καναμε τισ Μεσολογγίτισες….. ημουν η γυναίκα Ε …Ηταν μία πολυ ωραία εμπειρία βέβαια με πολυ αγχος….

    1. Καλημέρα, Βάσω!… Ωραίες σχολικές αναμνήσεις!… Ε, και το σχετικό άγχος πάντα υπάρχει!.. Σ’ ευχαριστώ, να είσαι πάντα καλά!!!

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 89 other followers

%d bloggers like this: