
Νοέμβριος 1940:
Τα διεθνή πρακτορεία μεταδίδουν σε όλο τον κόσμο, την κατάληψη της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό. Πρόκειται για την πρώτη πόλη της Ευρώπης που λευτερώνεται από τις δυνάμεις του Άξονα.
Ακόμη και ιαπωνικές εφημερίδες γράφουν με θαυμασμό για την ανδρεία των Ελλήνων, ενώ ο τουρκικός τύπος ίσως για μοναδική φορά στην ιστορία του, κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδους τίτλους «Ζήτω η Ελλάς», «Αλησμόνητο για όλο τον κόσμο, παράδειγμα γενναιότητας», «Είμαστε περήφανοι γιατί συνδεόμαστε με συμμαχία με ένα τέτοιο Έθνος». Ο υπουργός προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ Γκαίπελς, αφού απαγορεύει βέβαια κάθε αναφορά των γεγονότων στον ελεγχόμενο τύπο της Γερμανίας, κατά μόνας… στοχάζεται, « ίσως κρατάνε κάτι από τους αρχαίους τους προγόνους»!
Έκπληκτη η ανθρωπότητα παρακολουθεί την αντιστροφή, της φασιστικής εξάπλωσης.
Ένα δευτερεύον στρατιωτικά και τοπικού χαρακτήρα πολεμικό επεισόδιο, μετατρέπεται ψυχολογικά σε καταλύτη αντιφασιστικών διεργασιών. Ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Μιραμπέλ, ο Ελυάρ, ο Σουμάν, εκφράζουν τον «μεγάλο και τρυφερό θαυμασμό τους» όπως έγραφε ο Ματίς, «για τούτη την εφεδρεία της ανθρώπινης συνείδησης» όπως χαρακτήριζε την Ελλάδα του ‘40 ο Λε Γκορπυζιέ
Ο Αντρέ Ζιντ από τη συνθηκολογημένη και κατεχόμενη Γαλλία αποδίδει ίσως καλύτερα από κάθε άλλον το γεγονός:
«…Γενναίε ελληνικέ λαέ! Καταλαβαίνετε τι είστε για μας σήμερα; Στη διάρκεια των τελευταίων φοβερών μηνών, δεν είχαμε γνωρίσει παρά μονάχα αποτυχίες και απογοητεύσεις, τη συντριβή της περηφάνιας μας, των ελπίδων μας… και ξαφνικά η φωνή σας, η πιο αγαπητή ανάμεσα σε όλες, υψώνεται και κυριαρχεί πάνω στη συγκεχυμένη βοή της κόλασης.
Με ποια συγκινημένη προσοχή, με ποια προσήλωση σας ακούμε! Αντιπροσωπεύεται για μας τον θρίαμβο της γενναιότητας, της αληθινής αξίας, αυτής του μικρού αριθμού.
Και ποια ευγνωμοσύνη χρωστάμε σε σας που ξαναδώσατε σ ολόκληρη την ανθρωπότητα κάποιους λόγους εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, θαυμασμού, αγάπης κι ελπίδας …»
Η μικρή Ελλάδα των επτά όλων κι όλων εκατομμυρίων ψυχών, καταγράφεται για δεύτερη φορά – η πρώτη ήταν το 1821 – στην παγκόσμια σκηνή της νεότερης Ιστορίας…
(Άλκης Ρήγος, ΑΥΓΗ 28/10/2009)

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε η Πίνδος
σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν:
«Ίτε παίδες Ελλήνων…»
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες στα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
κι αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες τα σύννεφα
χανόταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.
Νικηφόρος Βρεττάκος

«..Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες./Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,/ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας./ Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,/ διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου/δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
(Νικηφόρος Βρεττάκος)
«…Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί… Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία μοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο… Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να’ ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους…Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του Θανάτου.»
(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Πορεία στο μέτωπο)

Ημερολόγιο Στάθη Γκοτσίνα (αποσπάσματα):
Είναι μια σπάνια σε αυθεντικότητα αποτύπωση αυτής της «κατεργασίας» που επιβάλλει ο πόλεμος στους στρατιώτες, και παράλληλα μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου προβάλλει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο η όψη του πολέμου.
Ο Στάθης Γκοτσίνας, δικηγόρος, σε ηλικία 34 ετών επιστρατεύθηκε αμέσως με την κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Από την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, έπειτα στην Καστοριά και από εκεί στο αλβανικό έδαφος μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 1941, οπότε και οι τελευταίες εγγραφές στο ημερολόγιο που βρέθηκε από τους συγγενείς του και κατατέθηκε στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
Τις πρώτες εβδομάδες της επιστράτευσης κυριαρχεί η κούραση από την πορεία προς το μέτωπο. «Η ζωή μας έγινε πορεία», μια διαρκής πορεία μέσα στη λάσπη, τη βροχή και το κρύο. Όταν φτάσει στο μέτωπο, στο αλβανικό έδαφος πια, η βροχή θα δώσει τη θέση της στο χιόνι. Στο ημερολόγιο του Σ. Γκοτσίνα η εμπειρία του πολέμου δεν είναι η μάχη με τον εχθρό – ή καλύτερα ο εχθρός δεν είναι πλέον οι Ιταλοί αλλά η φύση, το χιόνι. Το χιόνι γίνεται συστατικό μέρος της ημερολογιακής αφήγησης. Το χιόνι που βρίσκεται παντού, που καλύπτει τα πάντα, που δεν σταματά, άλλοτε αραιό άλλοτε πυκνό, που παγώνει, που δυσκολεύει τα δρομολόγια, που παγώνει στα αξύριστα πρόσωπα των στρατιωτών μεταμορφώνοντάς τα. Μαζί με το χιόνι έρχεται και το κρύο, «η πεθυμιά της ζεστασιάς, της φωτιάς γίνεται σιγά σιγά πάθος, γίνεται αρρώστεια φοβερή, νεύρωση». Και μεταξύ των στρατιωτών να πλανάται διαρκώς ο φόβος των κρυοπαγημάτων…
Καθημερινότητα
Η καθημερινότητα στο αλβανικό μέτωπο, πέρα από το χιόνι και το κρύο, είναι η απλυσιά, η πείνα, η έλλειψη τσιγάρων, οι ψείρες, η αϋπνία. Στο ημερολόγιο του Σ. Γκοτσίνα κυριαρχεί η σωματικότητα και η υλικότητα της εμπειρίας, η ικανοποίηση των βασικών αναγκών για την επιβίωση. Οι κακουχίες και οι στερήσεις αποτυπώνονται στα σώματα των στρατιωτών. «Η αρβύλα δεν βγήκε μήνας τώρα από τα πόδια τους. Τα ρούχα τους τα κόλλησε στο δέρμα η βρώμα και η βροχή». Το σώμα που καταπονείται, κρυώνει, υποφέρει, τραυματίζεται, ακρωτηριάζεται μέσα στη δοκιμασία του πολέμου. Η φροντίδα του σώματος που χαρακτηρίζει μια σειρά από καθημερινές δραστηριότητες σε καιρό ειρήνης, αντικαθίσταται από τη διαπίστωση των ορίων της αντοχής του, τις τεχνικές επιβίωσης και τη βίωση των αλλαγών που υφίσταται μετά από μήνες στο μέτωπο. Οι στρατιώτες χάνουν τα ατομικά χαρακτηριστικά τους όχι εξαιτίας της ομοιομορφίας της στολής, αλλά επειδή όλοι πλέον έχουν υποστεί την «κατεργασία» του πολέμου, είναι «αξύριστοι, βρώμικοι, λασπιασμένοι, με σκασμένες μύτες και τα χείλη μουτζαλιασμένα».
Καθώς το ημερολόγιο επικεντρώνεται στη ζωή των στρατιωτών και υπαξιωματικών στην πρώτη γραμμή του μετώπου, η αφήγηση δομείται σε
μια διπλή αντίθεση. Η πρώτη αντίθεση αφορά τις διαφορές στη διαβίωση μεταξύ στρατιωτών και αξιωματικών. Στους αξιωματικούς υπάρχουν όλα εκείνα που μεταξύ των στρατιωτών σπανίζουν και είναι τα πιο πολύτιμα αγαθά στο μέτωπο: κρέας, καφές, τσιγάρα και κουβέρτες. Ο Σ. Γκοτσίνας γράφει για τους αξιωματικούς χωρίς κακεντρέχεια (άλλωστε ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο αδελφός του, ο οποίος λίγους μήνες αργότερα θα σκοτωθεί στο Πόγραδετς), αλλά με επίγνωση της διαφορετικής θέσης τους και των προνομίων που αυτή συνεπάγεται. Η δεύτερη αντίθεση δομείται γύρω από τον άξονα: εμείς στο μέτωπο – εσείς στα μετόπισθεν. Τα οικεία πρόσωπα που είναι πίσω στην Αθήνα ούτε γνωρίζουν ούτε μπορούν να καταλάβουν την καθημερινή δοκιμασία στο παγωμένο αλβανικό μέτωπο. Αυτή η αντίθεση είναι αρκετά πιο έντονη και διατρέχει το ημερολόγιο. Πάνω σε αυτή την αντίθεση δημιουργείται η ταυτότητα όλων όσων βρίσκονται στο μέτωπο, θεμελιώνεται η ψυχική ανωτερότητα και η αυτοθυσία τους, ούτως ώστε να «κερδίζετε εσείς εκεί κάτου την ησυχία σας». Από την άλλη πλευρά, αυτή η αντίθεση δείχνει την απελπισία και την απόγνωση όσων βρίσκονται στο μέτωπο. Η εναγώνια προσμονή της αλληλογραφίας, η νοσταλγία για τις απολαύσεις της καθημερινής ζωής, η αναπόληση των οικογενειακών στιγμών συγκροτούν ένα στέρεο υπόστρωμα όπου η εμπειρία του πολέμου λειτουργεί αντιστικτικά προς την καθημερινότητα σε καιρούς ειρήνης.
Τα κρυοπαγήματα …
«Τι πελώρια ψυχή διαθέτουν οι στρατιώτες μας. Πού να το καταλάβετε σεις εκεί κάτου. Πώς κρουσταλιάζουν τα πάντα και άμα βγουν τ’ άκρα έξω ξεμένουν κοκκαλιασμένα, αναίσθητα, αφόρητα, πονεμένα, χαμένα, ανίκανα και το σπίρτο του τσιγάρου ν’ ανάψουν. Αλλόκοτο πράμα. Και το άσπρο, το μονότονο άσπρο, το καταθλιπτικό άσπρο του χιονιού σου παλαβώνει το μάτι και το κλείνεις αυτόματα για ν’ αποφύγεις την σκοτοδίνη» (απόσπασμα από τη σελ. 102).
«Πόνος, φρίκη και οδύνη. Ύστερα το πρίξιμο. Το πρίξιμο, το κόκκινο που ξανάβει σαν φωτιά το δέρμα, που το βλέπεις, το μετράς και το παρακολουθείς καθώς προχωρεί. Φριχτό πράμα. Η ψυχή λυγάει και τσακίζεται στο θέαμα. Λεβέντες στητοί ως απάνου, θαύμα υγείας και λεβεντιάς, τους βλέπεις με τη βαθειά οδύνη και τον πόνο, τον ανείπωτο, να τους έχει χαρακώσει το πρόσωπο, με βαθειές σχισμές, να κρέμονται μετέωροι στους ώμους συναδέλφων με κρεμασμένα σαν κούτσουρα αναίσθητα φουσκωμένα τα πόδια ώς απάνου στον αστράγαλο, γυμνά χωρίς αρβύλες, φασκιωμένα» (απόσπασμα από τη σελ. 103-104).
Ένα είδος ηρωικής εγκαρτέρησης
Η αξία του ημερολογίου γενικότερα, ως ιστορικής πηγής και λογοτεχνικού είδους, έγκειται στο ότι υπερβαίνει την απλή καταγραφή των συμβάντων και αποτελεί μια άσκηση αναστοχασμού πάνω στην εμπειρία και τη συνθήκη της ύπαρξης. Ως τέτοιο, το ημερολόγιο του Σ. Γκοτσίνα είναι ένα σπάνιο τεκμήριο για την εμπειρία του πολέμου. Είναι δε εξαιρετικής σημασίας επειδή είναι η εμπειρία του απλού πολεμιστή, μια μαρτυρία «από τα κάτω». Με γραφή λιτή, μεστή, ρεαλιστική, χωρίς μεγαλοστομίες και ρητορικές εξάρσεις, οι ημερολογιακές του σημειώσεις διαπνέονται, όπως επισημαίνει ο Α. Ελεφάντης στο Επίμετρο, από ένα είδος ηρωικής εγκαρτέρησης. Ας ελπίσουμε ότι η γόνιμη συνεργασία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με τις εκδόσεις «Βιβλιόραμα» (καρπός της οποίας είναι η έκδοση μέχρι σήμερα έξι μαρτυριών για τη δεκαετία του 1940) θα συνεχίσει να μας δίνει και άλλες τέτοιες μαρτυρίες.
(Ημερολόγιο Σ. Γκοτσίνα, μαρτυρία, εκδ. Βιβλόραμα)

Κατοχή-πείνα:
«Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 1943, εις το συσσίτιο έφαγα φακή νερόβραστη!…Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 1943, έφαγα μπιζέλια νερόβραστα…Σάββατο 27 Νοεμβρίου 1943, στο συσσίτιο έφαγα μακαρόνια αρκετά καλά μετά ελαίου και αναδίδοντα δυσοσμία πετρελαίου, οπωσδήποτε τα έφαγα πάντως.
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 1943, έφαγα πατάτες (γεώμηλα) μετά ελαίου και πετρελαίου. Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, έφαγα στο συσσίτιο φακές με λάδι!, Σάββατον, 4 Δεκεμβρίου, έφαγα φακή, σκαστή άνευ ελαίου μετά ύδατος αγνού.»
(Γ. Ιωάννου, Κατοχικό Ημερολόγιο)

«Εζησα τον εφιάλτη της εκτέλεσης»…
Νοέμβρης του 1943, Σπάρτη. Σε μια αποθήκη, στο κέντρο της πόλης, μια παρέα μεροκαματιάρηδων μόλις έχει ξεφορτώσει ένα φορτηγό σύκα από το Γύθειο. Ο οδηγός τούς πηγαίνει σ’ ένα μαγαζί που φτιάχνει, δυσεύρετο για εκείνη την εποχή, καφέ. Οι περισσότεροι ενθουσιάζονται. Εκτός από έναν 13χρονο πιτσιρίκο…
Παρ’ όλ’ αυτά κατεβαίνει πρώτος από το φορτηγό. Περνάει απέναντι τον δρόμο και πέφτει πάνω σε ένα γερμανό στρατιώτη που συνοδευόταν από έναν έλληνα διερμηνέα. Χωρίς να το πολυκαταλάβει, τον αρπάζουν και τον ρίχνουν σε ένα στενόμακρο φορτηγό στο οποίο ήταν άλλοι 15-20 Ελληνες. Νομίζει ότι τους μαζεύουν για καμιά αγγαρεία. Δεν υποψιάζεται το μέγεθος της ναζιστικής θηριωδίας που θα βιώσει. Αν κι έχουν περάσει σχεδόν 61 χρόνια από τότε, ο Μιχάλης Τσιγκάκος θυμάται σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια τις εκτελέσεις που έκαναν οι Γερμανοί στο Μονοδένδρι Λακωνίας στις 26 Νοεμβρίου του 1943, με τις οποίες αφαίρεσαν την ζωή 118 αθώων ανθρώπων. «Δεν πρόλαβα».έφεραν για εκτέλεση»… Τους βάζουν στη σειρά και αρχίζουν να πιέζουν έντονα τον Καρβούνη να φύγει: «Αυτός αρνιόταν. “Εδώ στη Σπάρτη ο αρχαίος νόμος λέει, ή όλοι ή κανένας” απαντά. Κάποιος προσπαθεί να τον τραβήξει με το ζόρι. Του ρίχνει μια κλοτσιά. “Γουρούνι!” του λέει ο γιατρός στα γερμανικά, καθώς σηκώνεται. Ο ναζί αφηνίασε. Του πιάνει το χέρι και του το γυρίζει ώσπου του το έσπασε. Συνέχισαν να τον πιέζουν να φύγει. Αρνήθηκε πεισματικά, παρά τους πόνους που είχε». Γύρω στους 35-40 στρατιώτες παρατάσσονται απέναντι από τους συλληφθέντες. «Είχε μουντό συννεφιασμένο καιρό. Οι περισσότεροι κατάλαβαν τι τους περίμενε». Ενας στρατιώτης άρχισε να μοιράζει μαύρες κορδέλες. «Νιξ!» του κάνει ο 13χρονος Μιχάλης με το περίσσιο θράσος της ηλικίας του αλλά και συγκινημένος από τη στάση του γιατρού. «Ο Καρβούνης ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να μας επιτρέψουν να τραγουδήσουμε τον εθνικό ύμνο και το “Εχε γεια καημένε κόσμε”. Οπως και έγινε. Ορισμένοι άρχισαν να κλαίνε. Τότε ένας που ήταν δεξιά μου, μου λέει, “Καλά εμείς, αλλά κι εσένα, ρε Μιχαλάκη;”. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει και ακούγεται το πρόσταγμα “Φάιαρ”. Οπως γύρισα να τον κοιτάξω ένιωσα ένα τσούξιμο στο μέτωπό μου, σαν κάψιμο από τσιγάρο, κι έπεσα χάμω. Πάνω στην ωμοπλάτη μου έπεσε ένας υψηλόσωμος. Το πρόσωπό μου γέμισε με χυμένα μυαλά και αίματα.
Ηταν ο μικρότερος από τους συλληφθέντες που στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους, ευυπόληπτοι πολίτες της Λακωνίας, σχεδόν
ολόκληρες οικογένειες, τους οποίους οι κατακτητές -με την αγαστή συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας- έπιασαν ομήρους προκειμένου να εκβιάσουν την Αντίσταση και να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους. «Κατάγομαι από τη Νύφη Λακωνίας. Η μητέρα μου, δασκάλα και επιθεωρήτρια σχολείων, είχε πεθάνει. Ο πατέρας ήταν καπετάνιος επιταγμένος από τους Γερμανούς σε ένα καράβι που μετέφερε καύσιμα από τα Πλύτρα στην Κρήτη. Ετσι, μαζί με τον αδελφό μου περιφερόμασταν από τον ένα συγγενή στον άλλο», διηγείται ο κυρ-Μιχάλης.Στα κάθε είδους μεροκάματα που έκαναν, πολλές φορές η αμοιβή ήταν σε είδος: «Την ημέρα που με συνέλαβαν θα έπαιρνα 15 οκάδες σύκα. Δεν πρόλαβα όμως. Οι άλλοι που ήταν μαζί μου είδαν το περιστατικό. Παράτησαν το φορτηγό και την κοπάνησαν τρέχοντας».
Τους πήγαν σε ένα χώρο όπου βρίσκονταν δεκάδες κρατούμενοι. «Ορισμένοι ψιθύριζαν ότι μας έπιασαν για αντίποινα. Κάποιους είχαν σκοτώσει οι αντάρτες. Το απόγευμα έξω από το κτίριο είχαν μαζευτεί γυναίκες που, κλαίγοντας, ζητούσαν να δούν τους ανθρώπους τους. Ομως οι γερμανοί δεν επέτρεψαν την παραμικρή επαφή».
Ανάμεσα στους συλληφθέντες ο γιατρός Καρβούνης, γνωστός στη Λακωνία, αφού χειρουργούσε πολλές δύσκολες παθήσεις. Ολοι είχαν πέσει πάνω του να τους σώσει.
«Αν είναι να τη γλιτώσω μόνο εγώ, τότε θα πάω πρώτος» τους απαντούσε. Το εννοούσε. Θα μπορούσε να είχε φύγει παραπάνω από μία φορά. Οι
Γερμανοί ήξεραν καλά πόσο αγαπητός ήταν στους κατοίκους. Την επόμενη μέρα το πρωί μάς έβαλαν σε ένα φορτηγό για το Μονοδένδρι. Εκεί που μας κατέβασαν υπήρχαν δεκάδες γερμανοί στρατιώτες. Σε κάτι λάκκους διέκρινα πεθαμένους. «Ωχ», κάνει ένας. «Μας
Εμεινα ακίνητος, παγωμένος…» Αρχισαν να πυροβολούν όσους βόγκαγαν από τους πόνους, ώσπου επικράτησε απόλυτη σιωπή: «Εμεινα ακίνητος, μπορεί και μια ώρα. Μόλις έφυγαν τα αυτοκίνητα, περίμενα λίγο και έκανα να φύγω. Σηκώθηκα και αντίκρισα την πιο εφιαλτική εικόνα της ζωής μου. Ολοι κείτονταν νεκροί», περιγράφει.
Η κυρα-Παναγιώταινα: Εφυγε γεμάτος φόβο προς το πουθενά. Περπάτησε μισό χιλιόμετρο περίπου και έφτασε σε ένα μαντρί. Μόλις τον βλέπει ο βοσκός που ήταν εκεί νόμισε ότι είδε φάντασμα και πήγε να του επιτεθεί. Τον πρόλαβε η γυναίκα του. “Τι έπαθες παιδάκι μου;” με ρωτάει αλαφιασμένη». Τους εξήγησε και τον πήραν στο σπίτι.
«Η κυρα-Παναγιώτα μού έδεσε και μου φρόντισε τις πληγές και μου έδωσε καθαρά ρούχα. Την επόμενη ημέρα έφερε γιατρό. Επειδή φοβόντουσαν μην το μάθουν οι Γερμανοί, με είχε δασκαλέψει να του πω ότι ήμουνα με τα γίδια, έπεσα από ένα βράχο και τραυματίστηκα στο μέτωπο. Αυτός, αν και κατάλαβε δεν είπε τίποτα σε άλλους».
Με τους βοσκούς έμεινε περίπου οκτώ μήνες. Λίγο καιρό μετά πήγε στο Γύθειο και ξανασυνάντησε τον πατέρα του και τον αδελφό του, οι οποίοι τον είχανε για πεθαμένο. Στην πορεία των χρόνων έγινε οικοδόμος, ναυτικός και είδε τα δύο του παιδιά του να μεγαλώνουν και να προκόβουν. Ολα αυτά τα χρόνια δεν πηγαίνει στην τελετή που γίνεται κάθε χρόνο στο Μονοδένδρι: «Οποτε περνάω από εκεί ανατριχιάζω. Νιώθω μια παγωμάρα. Ηταν ένα αισχρό έγκλημα που δεν θα τους το συγχωρήσω ποτέ…».
(Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21/11/2004)

Ένας άλλος δρόμος ανοίγει…
Κι όμως, την ίδια ώρα που το αστικό πολιτικό οικοδόμημα κατέρρεε κάτω από την προδοσία, τον ενδοτισμό και τον δωσιλογισμό αυτής της «ανάξιας του ελληνικού λαού ηγετικής τάξης» – όπως διαπίστωνε πικρά ένας συνειδητός αστός παιδαγωγός ο Αλέξανδρος Δελμούζος – ένας άλλος δρόμος άνοιγε, όχι μέσω του κράτους αλλά από τους ίδιους τους εργαζόμενους πολίτες της κοινωνίας. Ένας δρόμος που ανταποκρίνονταν στο λαϊκό- απελευθερωτικό όραμα που είχε γεννήσει η 28η Οκτωβρίου. Και είχαν από την πρώτη μέρα του πολέμου, κόντρα στο γερμανικό- σοβιετικό σύμφωνο, αλλά μέσα στον κοινωνικό παλμό, διατυπώσει, τόσο η ομάδα συμβίωσης των φυλακισμένων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, όσο και από τις φυλακές της Κέρκυρας, ο Γραμματέας της Κ. Ε. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης στις 31 του Οκτώβρη
«…Ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα… Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ‘ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκονται στο πλευρό μας»
Πρώτη πράξη αυτού του αγώνα, μα και όλης της αντίστασης στην Ευρώπη, το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από το Μπλεβεντέρε της Ακρόπολης, από τον Απόστολο Σιάντα και τον Μανόλη τον Γλέζο.
(Άλκης Ρήγος, ΑΥΓΗ 28/10/2009)
Η συγγνώμη ενός πολεμιστή:
64 χρόνια μετά τον πόλεμο του ΄40 (29-10-’04) σε εκδήλωση στο Καλπάκι συμμετείχαν Ιταλοί αλπινιστές που πήραν μέρος στον πόλεμο. Με βουρκωμένα μάτια ο επικεφαλής τους Μικέλε Μονταγάνο είπε: «Συρθήκαμε από τον Μουσολίνι σ’ έναν πόλεμο κατά της Ελλάδας που και οι Ιταλοί αγαπούν. Ζητώ συγγνώμη εγώ που έζησα, ενώ θα μπορούσα να είμαι μεταξύ αυτών που άφησαν τα οστά τους στα βουνά».
( Ελευθεροτυπία, 29-10-2004)
Αντιπολεμικό:
«Σε δυο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»/Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς/ Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια/Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα…/
(Κι εγώ που’ χω μια ψυχή παιδική και δειλή /που δεν θέλει τίποτα άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη/κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου να μάθω γιατί /και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο το δίδυμο αδερφό μου)».
(“Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Ότο V”, Μ. Αναγνωστάκης)